Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.

O "διάλογος" του Αναγνωστάκη με τον Καβάφη

438 views

Published on

  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

O "διάλογος" του Αναγνωστάκη με τον Καβάφη

  1. 1. «Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ» ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ ΜΙΧΟΥ 2ο ΓΕΛ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ-ΚΟΡΔΕΛΙΟΥ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ο στόχος της παρούσης εργασίας είναι κυρίως να διαφανεί η έννοια της διακειμενικότητας, μέσω της οποίας αναπλαισιώνονται, ενταγμένα σε νέα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα, υφολογικά στοιχεία και τρόποι. Η ποίηση του Καβάφη είχε ως προς αυτό, τη μέγιστη απήχηση. Ξεκινώντας, λοιπόν, από τη συνάφεια των τίτλων, η ποίηση του Αναγνωστάκη δείχνει να αντλεί από την ποίηση του Καβάφη την πρώτη ύλη που θα τη μετατρέψει σε μέσο αφύπνισης και εγρήγορσης μιας ολόκληρης γενιάς. Η συγκριτική μελέτη, λοιπόν, αποκαλύπτει τη «συνομιλία» της ποίησης και των ποιητών. Επιλέχτηκαν για αυτό το σκοπό τρία ποιήματα του Καβάφη, και συνεπώς η δομή της εργασίας είναι τριμερής. Α) «ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ»ΤΩΝΠΟΙΗΜΑΤΩΝ:ΚΑΒΑΦΗΣ, Κ. Π. , «ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908» ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ, «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1969 μ. Χ.» 1) ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ Στο ποίημα του Καβάφη ο τίτλος παραπέμπει στο μεταίχμιο του αιώνα. Έχει προηγηθεί η πτώχευση του 1893 καθώς και ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Η πολιτική ζωή του τόπου χαρακτηρίζεται από τα πελατειακά δίκτυα και τα συναφή φαινόμενα της δημαγωγίας και του λαϊκισμού. Η συνισταμένη της κοινωνικής απογοήτευσης όλων των κοινωνικών τάξεων, άνεργων πτυχιούχων, αγροτών, μικρομεσαίων, στρατιωτικών θα οδηγήσει στο Κίνημα στο Γουδί το 1909, δηλαδή ένα χρόνο μετά από αυτόν που παραπέμπει ο τίτλος του ποιήματος, όταν πια η λαϊκή δυσαρέσκεια έχει κορυφωθεί. Το 1910, η οικονομική κρίση, την οποία εντείνει και η σταφιδική κρίση, εκτονώνεται, εν μέρει, με την υπερπόντια μετανάστευση, κυρίως προς τις Η.Π.Α. 1 Στο ποίημα του Αναγνωστάκη ο τίτλος παραπέμπει στα γεγονότα της δικτατορίας 1967-1974. Η χώρα προσπαθεί μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να ορθοποδήσει οικονομικά. Χαρακτηριστική είναι το 1953 η προσπάθεια του τότε υπουργού συντονισμού Σπύρου Μαρκεζίνη που υποτιμά τη δραχμή κατά 100%, καθώς και οι ταχείς ρυθμοί ανάπτυξης την οκταετία 1955-1963 από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή. Όμως τα πάθη του Εμφυλίου, καθώς και οι επεμβάσεις της αυλής στην 1 Δερτιλής Γ., 1977, «Κοινωνικός μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση 1880-1909»,Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, σ. 183-191
  2. 2. πολιτική ζωή του τόπου οδηγούν τελικά σε πολιτική αστάθεια και στην επιβολή δικτατορίας. Ο πολιτικός εκφυλισμός ανακαλεί μνήμες στον Αναγνωστάκη για παρόμοια δεινά του τόπου, όπως τη Δικτατορία του 1936, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. (στίχοι: 7-8)2 2) ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ: ΣΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ, ΗΡΩΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΡΟΠΛΙΣΜΕΝΟ ΑΤΟΜΟ. ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ, ΗΡΩΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΟΠΛΙΣΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ Στον Καβάφη, ήρωας είναι το παροπλισμένο άτομο μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, το οποίο είναι ανώνυμο και συνεκδοχικά εκφράζει κάθε απλό Έλληνα. Στον Αναγνωστάκη, ήρωας είναι η παροπλισμένη κοινωνία η οποία συνεκδοχικά με την «οδό Αιγύπτου» αντιπροσωπεύει αρχικά την κοινωνία της Θεσσαλονίκης , στο τέλος όμως του ποιήματος με την αναφορά στην Ελλάδα, γίνεται σαφές ότι ο Αναγνωστάκης αναφέρεται στο δράμα όλου του τόπου. Στο παροπλισμένο άτομο του Καβάφη η κοινωνία θέτει όλα τα αδιέξοδα: ο ήρωας του είναι χωρίς δουλειά, αν και μορφωμένος, χωρίς χρήμα, χωρίς υπόληψη. Το προσωπικό αδιέξοδο δίδεται με τον έκλυτο βίο που διάγει, από αντίδραση: ξενύχτι, κραιπάλη, χαρτιά, τάβλι, δανεικά, προσπάθεια να βγάλει λίγα χρήματα, «αθώα» εξαπατώντας στα παιχνίδια του καφενείου. Στην παροπλισμένη κοινωνία του Αναγνωστάκη η πολιτική κατάσταση θέτει όλα τα αδιέξοδα: «πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες». Το κοινωνικοπολιτικό αδιέξοδο δίδεται με την αλυσίδα: «στα παιδιά των παιδιών..» , καθώς και στη λέξη «μάθημα».3 Ο Καβάφης, εντούτοις, δεν πολιτικολογεί, αλλά υπαινίσσεται την πολιτική κατάσταση. Ο φοιτητής του είναι άνεργος. Η αντίδρασή του, όμως, φτάνει μέχρι στο σημείο να απορρίπτει εργασίες, ανάξιες οικονομικά και κοινωνικά για το μορφωτικό του επίπεδο. Επιλέγει, από αντίδραση, την προσωπική του περιθωριοποίηση από την παραγωγική τάξη της κοινωνίας, όχι με στόχο τα χρήματα, που ούτως ή άλλως είναι ελάχιστα. Η επανάστασή του είναι καθαρά συνειδησιακή και δεν έχει ως στόχο μία από κοινού συν-έγερση της κοινωνίας με στόχο την ανατροπή του κοινωνικού κατεστημένου- αν και αυτή θα έρθει στον τόπο ένα χρόνο μετά , το 1909. Ο Καβάφης, πονάει, λοιπόν, για τον ήρωα του που είναι έρμαιο των κοινωνικών συνθηκών και έμμεσα ειρωνεύεται την κοινωνία που τον παροπλίζει, αλλά δεν προχωρά παραπέρα, δεν προτείνει την κοινωνικοπολιτική ανατροπή. Η φύση λειτουργεί λυτρωτικά για το νεαρό, ενώ και ο τόπος και η φύση μπορεί στο τέλος να στερούνται- με το θάνατο ίσως του νέου- αλλά δεν ξεχνούν μια τέτοια ομορφιά.4 2 Λιναρδάτος Σ., 1986,«Από τον Εμφύλιο στην Χούντα», Αθήνα, εκδ. Παπαζήσης, τ. Ε’, σ. 195-201 3 Γρηγοριάδης Ν.,1981, «Η Σύγχρονη Ποίηση και η Διδασκαλία της», Νέα Παιδεία, αρ. 19, σσ. 157- 164 4 Κωβαίος Γ. Β., 1997,«Προσεγγίσεις λογοτεχνικών κειμένων», Αθήνα, Gutenberg, σ. 168-173
  3. 3. Αντιθέτως, οι βολές του Αναγνωστάκη κατά της πολιτικής κατάστασης είναι ευθείες: «Συναλλαγή, Τράπεζα, τουριστικά γραφεία, πρακτορεία μεταναστεύσεως, παιδιά που δε ζουν την παιδική τους ηλικία» και η ειρωνεία του αγγίζει τα όρια του σαρκασμού: «η Ελλάς των Ελλήνων (Χριστιανών)». Πονάει για την Ελλάδα: «όπου κι αν ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει»-έμμεσα ειρωνεύεται το κατάντημά της: «η Ελλάς με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησίες». Δε θα μείνει όμως εκεί. Ο στόχος του, (από όπου και ο τίτλος της συλλογής: «Ο στόχος») είναι ξεκάθαρος: η κοινωνική έγερση. Όλοι είναι συμμέτοχοι και συνυπεύθυνοι, εφόσον δεν εγείρονται (…εγώ συναλλάσσομαι…). Επιμένει στο ότι η φύση δεν αποτελεί λύτρωση στο δράμα του τόπου αφού τα νησιά έχουν υποστεί παραχάραξη όσον αφορά την ομορφιά τους: τα «ωραία νησιά» έχουν γίνει τα νησιά της εξορίας, μία παραχάραξη που θα μείνει ανεξίτηλη στις μνήμες των ανθρώπων.5 3) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: ΚΑΒΑΦΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΑΤΟΜΟ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ Ημερολόγιο ατόμου Ημερολόγιο κοινωνίας-πολιτικής Προσωπική «κατρακύλα» Κοινωνική-πολιτική «κατρακύλα» Ρεαλιστικές-νατουραλιστικές περιγραφές Συμβολικές περιγραφές Υπαινικτική πολιτική ατμόσφαιρα Σαφείς πολιτικές αναφορές Προσωπικό αδιέξοδο Κοινωνικοπολιτικό αδιέξοδο Στήριξη στον καθημερινό λαϊκό ήρωα- έρμαιο της κοινωνίας Αφύπνιση της κοινωνίας-έρμαιο της πολιτικής «Ελέγχει», απλώς, την κοινωνία Στόχος: η κοινωνικοπολιτική ανατροπή Η ομορφιά της φύσης: λύτρωση Η ομορφιά της φύσης παραχαράσσεται. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να υποστηρίξουμε την άποψη, ότι οι ποιητικές αναφορές του Καβάφη έχουν μετουσιωθεί σε στρατευμένες αναφορές στον Αναγνωστάκη, ενώ η συνειδησιακή έγερση κατά του κατεστημένου έχει μετουσιωθεί σε κοινωνικοπολιτική έγερση. Πρόκειται για μετουσιώσεις που είναι εύληπτες στο πλατύ κοινό, αφού κτίζονται στα θεμέλια της ποίησης του Αλεξανδρινού ποιητή. Θα μπορούσαμε, επίσης, να υποστηρίξουμε την άποψη ότι και τα δύο ποιήματα υπήρξαν προφητικά για την εποχή τους: Τις «Μέρες του 1908» ακολούθησε το κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδί το 1909, ενώ τις «Μέρες του 1969» ακολούθησαν λίγα χρόνια αργότερα τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. 5 Μαρωνίτης Δ. Ν. , 1992,«Ποίηση και Ιστορία», Αθήνα, Εκδ. Στιγμή, σ. 99-118
  4. 4. Β) «ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ» ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ: ΚΑΒΑΦΗΣ, Κ.Π. , «ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 μ. X.)» ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ, «ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ, 1970» 1) ΠΡΟΕΧΕΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Ή Η ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ; Α) ΣΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ: ΠΡΟΕΧΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Στον Καβάφη, χαρακτηριστικά του ήθους της παρακμής της κοινωνίας του 400 μ.Χ. αποτελούν ο εκλεπτυσμένος βίος, ο αισθητισμός και η θηλυπρέπεια μέσα σε έναν ειδωλολατρισμό που ξεψυχά. Με το να τίθεται ξεκάθαρα το θέμα- δια μέσου του Σιδώνειου νέου ο οποίος ελέγχει τον Αισχύλο για το περιεχόμενο του επιγράμματός του-ότι ο ποιητικός λόγος προέχει της πατριωτικής πράξης, δύο ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής που απαιτούν τη δράση, την ατομική ή τη συλλογική, ο χριστιανισμός και η εμφάνιση των βαρβάρων, επιδεικτικά αγνοούνται. Ωστόσο, ο Καβάφης, δεν απορρίπτει τελείως τη δράση: το «Μαραθώνιον Άλσος» συμβολίζει τη γνήσια πατριωτική δράση, η οποία αμφισβητείται, αλλά δεν εξοβελίζεται. Άλλωστε, με τη λέξη: «μ ό ν ο» (στίχος 24), λογαριάζει και το Μαραθώνα, και στον κόσμο της παρακμής του 400 μ. Χ. αισθάνεται κανείς βαθιά το τι σημαίνει μία μάχη που μπορεί να σώσει έναν πολιτισμό. Στο ζήτημα, λοιπόν, της ποιητικής προσήλωσης, η σκηνή της αμφισβήτησης του Αισχύλου θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, όπως: -αντανακλά μία κοινωνία παρακμής που διαχωρίζει τη λογοτεχνία από την ιστορική πραγματικότητα -αντανακλά τη διαφορά των εποχών του Αισχύλου και του Σιδώνειου νέου -αντανακλά την υπέρμετρη αδυναμία του Καβάφη στο έργο του -αντανακλά την αντίληψη ότι και ο λόγος της τραγωδίας είναι ηρωικός άθλος για έναν δημιουργό. Άλλωστε, ο ηρωισμός μπορεί να έχει διπλό περιεχόμενο: ήρωας όχι μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και στο πεδίο της δημιουργίας.6 Β) ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: ΠΡΟΕΧΕΙ Η ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ Στον Αναγνωστάκη, χαρακτηριστικά του ήθους της παρακμής της κοινωνίας του 1970 αποτελούν ο ατομικισμός και η μαζοποίηση , ο μικροαστισμός και η αλλοτρίωση, μέσα σε μια επίφαση «δημοκρατίας» που ξεψυχά με τη δίωξη κάθε κομμουνιστικού στοιχείου. Για τον Αναγνωστάκη, ξεκάθαρα προέχει-μέσα σε τέτοιες συνθήκες-η πατριωτική δράση από τον ποιητικό λόγο. Γι’ αυτό και η ακίνδυνη 6 Δημαράς, Κ. Θ. , 1963,«Η ηθοποιία του Καβάφη», Ν. Εστία, τ. 872, σ. 35-45
  5. 5. πατριωτική δράση των νέων και της συντροφιάς τους που εξαντλείται σε τραγούδια επαναστατικού περιεχομένου, ελέγχεται: «ήρωες», «άλλα χρόνια», «επαναστάτες …Ανθρώπου» : εμφατικά εκφράζεται ψόγος από την πλευρά του Αναγνωστάκη για τη δειλή υπεκφυγή των νέων από το «δράση εδώ και τώρα» που απαιτεί η ιστορική συγκυρία. Έμμεσα, λοιπόν, ο ποιητής στιγματίζει το ακίνδυνο βόλεμα. Με τις λέξεις: «Δροσερά», «αρτιμελή», «πάθος» καυτηριάζει την αλκή της νέας γενιάς που ευνουχίστηκε μέσα στην ευζωία: «να παίξετε..). Αυτήν την αλκή δεν την έχει πλέον η παλιά γενιά (επιλογικός στίχος: «γέρασαν») ενώ την απαιτεί ο αντιδικτατορικός αγώνας, κι όταν την είχαν ο Αναγνωστάκης και ο παλιός συναγωνιστής του, την ανάλωσαν στους πολιτικούς αγώνες της εποχής τους και τελικά δε χάρηκαν τα νιάτα τους. Παρ’ όλα αυτά, όμως, ο Αναγνωστάκης δεν απορρίπτει την τέχνη: «ιδιαιτέρως σας τιμά…» : μ’ όλο το ειρωνικό βάρος, με τη φράση αυτή δηλώνεται η ευθύνη του πνευματικού ανθρώπου να συμμετέχει με το έργο του, αλλά και με τη δράση του στα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της εποχής του (ιδεολογία στράτευσης).7 2) ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΥΦΟΥΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΩΝ Ο Αναγνωστάκης μετουσιώνει σκηνοθετικά και κυρίως υφολογικά στοιχεία του Καβάφη, κατά τρόπο ώστε να τα αναπλαισιώνει αναδεικνύοντας την ουσία της ποιητικής συλλογής του : «Ο Στόχος». Τα στοιχεία αυτά σταθερά επανέρχονται στο έργο του ώστε να αποτελούν πλέον «ποιητική μανιέρα», «στιλιζάρισμα», «απομίμηση»: ΚΑΒΑΦΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ Σκηνοθεσία: νέοι ευαίσθητοι, τρυφηλοί, «φανατικοί» για γράμματα, με ενδιαφέρον για την τέχνη και την απόλαυση, χωρίς ιδιαίτερα πατριωτικό ζήλο. Σκηνοθεσία: νέοι που εξαντλούν την αγωνιστικότητά τους με εκ του ασφαλούς εκδηλώσεις σε συντροφιές, με τραγούδια γενικής και αόριστης διαμαρτυρίας, με συζητήσεις γενικού θεωρητικού προβληματισμού και αντιστασιακής γυμναστικής. Ο Καβάφης επικρίνει τον Αισχύλο Ο Αναγνωστάκης επικρίνει τους νέους τραγουδιστές Λόγιο ύφος στο επίγραμμα: «αλκήν ευδόκιμον…» , για να επαινεθεί το περιεχόμενό του, ενώ στη συνέχεια υποσκάπτεται με λαϊκό ύφος (καβαφική ειρωνεία) Λόγιο ύφος στην προσπάθεια να εγκωμιαστεί η δράση των νέων κατά τρόπο πομπώδη και επιβλητικό, ενώ στη συνέχεια με λαϊκό ύφος υποσκάπτεται (ειρωνεία) Ποιητικός μανιχαϊσμός: ο Σιδώνειος νέος-ο Αισχύλος8 Ποιητικός μανιχαϊσμός: εσείς οι νέοι- εμείς οι προχωρημένης ηλικίας (λειτουργία παρένθεσης)9 7 Τοπούζης Κ., 1982, «Προσεγγίσεις σε κείμενα νεότερης και σύγχρονης ποίησης», Αθήνα, Gutenberg, σ. 205-223 και 213-221 8 Δάλλας Γ., 1987,«Σπουδές στον Καβάφη», Αθήνα, εκδ. Ερμής, σ. 139-155 9 Κορνελάκης, Γ. Ν., 1984,«Ερμηνευτική Προσέγγιση», Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα, σ. 164-172
  6. 6. 3) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στο ζήτημα, λοιπόν, της προσήλωσης των δημιουργών στην τέχνη τους, που θέτει ο Καβάφης, μέσω της επικριτικής στάσης του Σιδώνειου νέου απέναντι στον Αισχύλο, απαντά ίσως ο Αισχύλος, μέσω του Αναγνωστάκη, για το χρέος του πνευματικού ανθρώπου, που δεν είναι μόνο η στρατευμένη τέχνη, αλλά κυρίως η δράση. (Η δράση είναι ο «Στόχος», απ’ όπου και το όνομα της ποιητικής συλλογής του Αναγνωστάκη). Γ) «ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ» ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ: ΚΑΒΑΦΗΣ, Κ.Π., «ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ AΝΤΙΟΧΟΥ, ΒΑΣΙΛΕΩΣ KΟΜΜΑΓΗΝΗΣ» ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ, « ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ» 1)ΤΟ «ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ» ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ Στον Καβάφη, ο «κεκοιμημένος» είναι ο Αντίοχος Δ΄ Επιφανής, βασιλιάς των Σελευκιδών. Τους τελευταίους του μήνες ο Αντίοχος τους πέρασε σε μια εκστρατεία κατά της ανερχόμενης αυτοκρατορίας των Πάρθων. Στο δρόμο αρρώστησε ξαφνικά στην Περσία και άφησε την τελευταία του πνοή το 164 π.Χ. . Η βασιλεία του υπήρξε η τελευταία περίοδος ακμής για το κράτος των Σελευκιδών, και, κατά κάποιο τρόπο, ήταν και η αρχή του τέλους της, καθώς μετά το θάνατό του ξέσπασαν αιματηροί πόλεμοι για τη διαδοχή. Υποδειγματικά εφάρμοσε στη ζωή του τις αρχές της ελληνικής παιδείας, ώστε να είναι σε όλους γνωστός για την εγκράτεια, την πραότητά, την ευεργετική του διάθεση προς τους άλλους και τη δικαιοσύνη του, σε περίοδο ειρήνης, καθώς και για το κλέος και για τη γενναιότητά του σε περίοδο πολέμου. Είναι, λοιπόν χαρακτηριστική η ευρεία αποδοχή ενός προσώπου, λόγω της εγκόσμιας μέγιστης ευπρέπειας, της ελληνικής παιδείας, που διαθέτει . Στον Αναγνωστάκη, ο «κεκοιμημένος» είναι, αφού δεν αναφέρεται συγκεκριμένο κατηγορητήριο, συνεκδοχικά, ο κάθε λαϊκός (υποδηλώνεται από το όνομα) «τύπος» Λαυρέντη, που έχει τη φήμη του καλού, του λαμπρού ανθρώπου, του οικογενειάρχη, του πατριώτη. Έχει, δηλαδή, όλα τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού «καθωσπρεπισμού».10 2) ΠΩΣ ΥΠΟΣΚΑΠΤΕΤΑΙ ΤΟ «ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ» Στον Καβάφη τη σύνθεση του επιγράμματος αναλαμβάνει ο σοφιστής Καλλίστρατος- που και μόνο η ιδιότητά του αποκαλύπτει ότι ήξερε καλά τι πρέπει να γραφεί στην επιτύμβια στήλη-με τις υποδείξεις Σύρων αυλικών και ως είδος υποχρέωσης αφού πολλές φορές είχε φιλοξενηθεί στο παλάτι. Η λεπτή ειρωνεία που προκύπτει από την αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα του βασιλιά και στο ποιος ενδεχομένως ήταν στ’ αλήθεια, κάτι που θα το κρίνουν, όπως παραδέχεται ο σοφιστής, οι Θεοί, στο δεύτερο μέρος του επιγράμματός του, μετά την παύλα, χαμηλώνοντας ενδεχομένως τον τόνο τις φωνής του, υποσκάπτει το αρχικό εγκώμιο. 10 Παππάς Π., 1987,«Παράλληλα νεοελληνικά ποιήματα», Αθήνα, εκδ. Γλάρος, σ. 169-171
  7. 7. Η συνύπαρξη δύο έντονα αντιθετικών θεματικών στοιχείων ώστε να εκφραστεί πικρή ειρωνεία και οξύς σαρκασμός εμφανίζεται ακόμα πιο έντονη στον Αναγνωστάκη. Παρουσιάζει, λοιπόν, στην αρχή τη-φαινομενικά-θετική πλευρά του Λαυρέντη, για να την ανατρέψει στη συνέχεια πιο εύκολα… με τις λέξεις: «κάθαρμα, κάλπικος παράς, ψέμα».11 3) ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ Στον Καβάφη, η πολυπρόσωπη σύνθεση, η κλητική προσφώνηση: «ω Κομμαγηνοί», τα εισαγωγικά, προσδίδουν θεατρικότητα. Στον Αναγνωστάκη, επίσης, οι νεκρικές τιμές, ο διαλογικός μονόλογος με υποθετικό συνομιλητή (ακροατή) το νεκρό σε δεύτερο πρόσωπο, καθώς και η παρένθεση, λειτουργούν κατά τον ίδιο τρόπο. Ειδικότερα, η παρένθεση αποτελεί ίσως και ένα κελί αυτοεγκλεισμού για τον Αναγνωστάκη, αφού εκφράζει την αδυναμία των άλλων να του επιβάλουν το θέατρό τους, ένα εξωραϊσμένο «φαίνεσθαι» , αλλά και την αδυναμία τη δική του να μεταγγίσει στους άλλους τις δικές του αρχές. Βρίσκει ως καταφύγιο στο αδιέξοδό του τη σιωπή.12 4) ΤΟ «ΕΙΝΑΙ» ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ Στον Καβάφη, στον επιλογικό στίχο, γίνεται ένας υπαινιγμός για το «είναι» του Αντιόχου, υπό την έννοια ότι το αληθινό του πρόσωπο το γνωρίζουν και θα το κρίνουν οι Θεοί. Στον Αναγνωστάκη, όμως, το «είναι» του Λαυρέντη σκιαγραφείται ξεκάθαρα: Το κοινωνικό του προφίλ που χτίστηκε πάνω στα ιδανικά της πατρίδας, της οικογένειας και δόθηκε με υπερθετικά επίθετα, με απόλυτα ουσιαστικά, με όλες τις επικήδειες τιμές και τελετές αποκαλύπτουν μια ψεύτικη και ειδυλλιακή εικόνα κοινωνικής υποκρισίας. Ο επιλογικός στίχος σε εξομολογητικό τόνο ξεκαθαρίζει πως στόχος, ωστόσο, δεν είναι το θλιβερό σαρκίο ενός συγκεκριμένου νεκρού, αλλά ό,τι αυτός συνεκδοχικά αντιπροσωπεύει: την αδικία σε αστικό ή μεσοαστικό κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, γενικά την κοινωνική πρώτη ύλη που αναπαράγει τους «Λαυρέντηδες». Ο Λαυρέντης είναι σύμπτωμα εποχής, είναι η κρίση του καιρού του. Συνεπώς το «είναι» στον Αναγνωστάκη μετουσιώνεται σε μήνυμα στρατευμένης πλέον τέχνης.13 11 Φρυγανάκης Γ. 1990,«Η Μεταπολεμική ποίηση», Ρέθυμνο, εκδ. Τυποσπουδή, σ. 59-78 12 Μπαλάσκας Κ., 1990, «Ιδεολογία και Μορφή της Α΄ Μεταπολεμικής Γενιάς με βάση τη σχολική ανθολόγησή της», Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα, σ. 71-80 13 Δανιήλ Ανθούλα, 1995, «Προσεγγίσεις ποιημάτων και Κειμενικές Λειτουργίες», Αθήνα, εκδ. Εκδοτικές Τομές, σ. 419-421
  8. 8. ΠΗΓΕΣ-ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) «ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ»ΤΩΝΠΟΙΗΜΑΤΩΝ:ΚΑΒΑΦΗΣ, Κ. Π. , «ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908» και ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ, «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1969 μ. Χ.» 1) ΚΑΒΑΦΗΣ, «ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908» Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά• (1) και συνεπώς ζούσεν απ’ τα χαρτιά, από το τάβλι, και τα δανεικά. Μια θέσις, τριώ λιρών τον μήνα, σε μικρό χαρτοπωλείον του είχε προσφερθεί. (5) Μα την αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό. Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν, νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών. Δυο, τρία σελίνια την ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε. Aπό χαρτιά και τάβλι τι να βγάλει το παιδί, (10) στα καφενεία της σειράς του, τα λαϊκά, όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς. Τα δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν. Σπάνια το τάλληρο εύρισκε, το πιο συχνά μισό, κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι. (15) Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ, σαν γλύτωνεν απ’ το φρικτό ξενύχτι, δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι το πρωί.
  9. 9. Τα ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό. Μια φορεσιά την ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά (20) πολύ ξεθωριασμένη κανελιά. A μέρες του καλοκαιριού του εννιακόσια οκτώ, απ’ το είδωμά σας, καλαισθητικά, έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά. Το είδωμά σας τον εφύλαξε (25) όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του, τ’ ανάξια ρούχα, και τα μπαλωμένα εσώρουχα. Κ’ έμενε ολόγυμνος• άψογα ωραίος• ένα θαύμα. Aχτένιστα, ανασηκωμένα τα μαλλιά του• τα μέλη του ηλιοκαμένα λίγο (30) από την γύμνια του πρωιού στα μπάνια, και στην παραλία. (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 2) ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ, «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1969 μ.Χ.» Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά― (1) Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως. Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε. Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε (5) Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
  10. 10. Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους(10) Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους. Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών ―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται― Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως (15) ―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν― Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές Η Ελλάς των Ελλήνων. (από το Ποιήματα 1941-1971, Νεφέλη 2000) Β) «ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ» ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ: ΚΑΒΑΦΗΣ, Κ.Π. , «ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 μ.X.)» ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ, «ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ, 1970» 1) ΚΑΒΑΦΗΣ, «ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 μ.X.)» Καβάφης Κ. Π. Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει (1) απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά. Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω• κ’ είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων που ενώνονταν με τα μυρωδικά (5)
  11. 11. των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων. Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Pιανός. Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός, «Aισχύλον Ευφορίωνος Aθηναίον τόδε κεύθει -» (τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον (10) το «αλκήν δ’ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»), πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό, «A δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό. Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες. Δώσε — κηρύττω — στο έργον σου όλην την δύναμί σου, (15) όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει. Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ. Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό — (20) τι Aγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό, τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες, τι Επτά επί Θήβας— και για μνήμη σου να βάλεις μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Aρταφέρνη.» (25) (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 2) ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ,«ΝΕΟΙΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ, 1970» Kανονικά δεν πρέπει νάχουμε παράπονο (1)
  12. 12. Kαλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα, Kορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση. Kαλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας (5) Tόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα, Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ' άλλην Ήπειρο Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ' άλλα χρόνια, Για επαναστάτες Mαύρους, Πράσινους, Kιτρινωπούς, Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Aνθρώπου. (10) Iδιαιτέρως σάς τιμά τούτη η συμμετοχή Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας Δίνετε ένα άμεσο παρών και δραστικό- κατόπιν τούτου Nομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε, (15) Kαι να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση. (Mας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;) (από το Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο, Eρμής 2000) Γ) «ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ» ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ: ΚΑΒΑΦΗΣ, Κ.Π., «ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ AΝΤΙΟΧΟΥ, ΒΑΣΙΛΕΩΣ KΟΜΜΑΓΗΝΗΣ» ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ, « ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ» 1) ΚΑΒΑΦΗΣ Κ. Π., ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ AΝΤΙΟΧΟΥ, «ΒΑΣΙΛΕΩΣ KΟΜΜΑΓΗΝΗΣ» Μετά που επέστρεψε, περίλυπη, απ’ την κηδεία του, (1) η αδελφή τού εγκρατώς και πράως ζήσαντος, του λίαν εγγραμμάτου Aντιόχου, βασιλέως
  13. 13. Κομμαγηνής, ήθελ’ ένα επιτύμβιον γι’ αυτόν. Κι ο Εφέσιος σοφιστής Καλλίστρατος —ο κατοικών (5) συχνά εν τω κρατιδίω της Κομμαγηνής, κι από τον οίκον τον βασιλικόν ασμένως κ’ επανειλημμένως φιλοξενηθείς— το έγραψε, τη υποδείξει Σύρων αυλικών, και το έστειλε εις την γραίαν δέσποιναν. (10) «Του Aντιόχου του ευεργέτου βασιλέως να υμνηθεί επαξίως, ω Κομμαγηνοί, το κλέος. Ήταν της χώρας κυβερνήτης προνοητικός. Υπήρξε δίκαιος, σοφός, γενναίος. Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός— (15) ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν· εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν.» (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 2) ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ, «ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ» Πέθανες- κι έγινες και συ: ο καλός, O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης. Tριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων, Eφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες. (5) A, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο τόξερα τί κάθαρμα ήσουν,
  14. 14. Tί κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα Kοιμού εν ειρήνη, δεν θα 'ρθώ την ησυχία σου να ταράξω. (Eγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.) (10) Kοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός, O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης. Δε θά 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος. (από το Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο, Eρμής 2000) ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1) Γρηγοριάδης Ν.,1981, «Η Σύγχρονη Ποίηση και η Διδασκαλία της», Νέα Παιδεία, αρ. 19 2) Δάλλας Γ., 1987, «Σπουδές στον Καβάφη», Αθήνα, εκδ. Ερμής 3) Δανιήλ Ανθούλα, 1995, «Προσεγγίσεις ποιημάτων και Κειμενικές Λειτουργίες», Αθήνα, εκδ. Εκδοτικές Τομές 4) Δερτιλής Γ., 1977, «Κοινωνικός μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση 1880-1909», Αθήνα, εκδ. Πάπυρος 5) Δημαράς, Κ. Θ. , 1963, «Η ηθοποιία του Καβάφη», Ν. Εστία, τ. 872 6) Κορνελάκης, Γ. Ν., 1984, «Ερμηνευτική Προσέγγιση», Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα, σ. 164-172Λιναρδάτος Σ., 1986, «Από τον Εμφύλιο στην Χούντα», Αθήνα, εκδ. Παπαζήσης, τ. Ε’ 7) Κωβαίος Γ. Β., 1997, «Προσεγγίσεις λογοτεχνικών κειμένων», Αθήνα, Gutenberg 8) Λιναρδάτος Σ., 1986, «Από τον Εμφύλιο στην Χούντα», Αθήνα, εκδ. Παπαζήσης, τ. Ε’ 9) Μαρωνίτης Δ. Ν. , 1992, «Ποίηση και Ιστορία», Αθήνα, Εκδ. Στιγμή 10) Μπαλάσκας Κ., 1990, «Ιδεολογία και Μορφή της Α΄ Μεταπολεμικής Γενιάς με βάση τη σχολική ανθολόγησή της», Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα 11) Παππάς Π., 1987, «Παράλληλα νεοελληνικά ποιήματα», Αθήνα, εκδ. Γλάρος 12) Τοπούζης Κ., 1982, «Προσεγγίσεις σε κείμενα νεότερης και σύγχρονης ποίησης», Αθήνα, Gutenberg 13) Φρυγανάκης Γ. 1990, «Η Μεταπολεμική ποίηση», Ρέθυμνο, εκδ. Τυποσπουδή

×