Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.

Μουσικά και Θεατρικά Δρώμενα μέρος 2ο

8,158 views

Published on

Published in: Education
  • You can hardly find a student who enjoys writing a college papers. Among all the other tasks they get assigned in college, writing essays is one of the most difficult assignments. Fortunately for students, there are many offers nowadays which help to make this process easier. The best service which can help you is ⇒ www.HelpWriting.net ⇐
       Reply 
    Are you sure you want to  Yes  No
    Your message goes here
  • Sex in your area is here: ♥♥♥ http://bit.ly/2F7hN3u ♥♥♥
       Reply 
    Are you sure you want to  Yes  No
    Your message goes here
  • Dating direct: ♥♥♥ http://bit.ly/2F7hN3u ♥♥♥
       Reply 
    Are you sure you want to  Yes  No
    Your message goes here
  • Be the first to like this

Μουσικά και Θεατρικά Δρώμενα μέρος 2ο

  1. 1.  Ο κύκλος με την κιμωλία  Από τους Μύθους του Αισώπου και … όχι μόνο!  Το πιο γλυκό ψωμί  Σίτος, Οίνος, Έλαιον
  2. 2. Ο κύκλος με την κιμωλία Αφηγητής: Στη σημερινή γιορτή θα δούμε να ξετυλίγεται μπροστά μας μια ιστορία, που σε πολλά σημεία θα μας θυμίσει μια άλλη ιστορία, βγαλμένη από την Παλαιά Διαθήκη. Είναι εκείνη, που μιλά για την δίκαιη κρίση του βασιλιά Σολομώντα. Εκεί, η πραγματική μητέρα του παιδιού, δέχτηκε με σπαραγμό, ν’ αποχωριστεί το σπλάχνο της για να το σώσει, αποδεικνύοντας έτσι ότι η αγάπη της μάνας βάζει πάνω απ’ όλα, ακόμα κι απ’ τη δική της λαχτάρα, το συμφέρον και την ασφάλεια του παιδιού της. Στη δική μας ιστορία, τα πράγματα μπερδεύονται κάπως. Γίνονται πιο πολύπλοκα. Η λέξη «μάνα» παίρνει άλλες διαστάσεις. Παρακολουθώντας την ιστορία μας, εσείς θα είστε αυτοί που θα κρίνετε τελικά, τη σημασία που θα πρέπει να δίνουμε στη λέξη «μάνα». Πριν πολλά χρόνια, σε μια όμορφη πολιτεία, ζούσε ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος, ιδιοκτήτης ενός μεγάλου εργοστασίου που επεξεργαζόταν δέρματα και απασχολούσε μεγάλο αριθμό εργατών. Είχε δικά του και δύο καταστήματα με δερμάτινα είδη. Ήταν παντρεμένος εδώ και δυο χρόνια με μια νέα της περιοχής. Την ευτυχία τους ήρθε να συμπληρώσει πριν τρεις μήνες και το νεογέννητο μωρό τους. Ήταν ένα κοριτσάκι με στρογγυλά γλυκά ματάκια και κατακόκκινα μάγουλα. Όλα έδειχναν να είναι τέλεια. Μόνο που… ( Η κυρία καθισμένη βάφει τα νύχια της. Το μωρό αρχίζει να κλαίει) Κάτια: Άννια, έλα γρήγορα σε παρακαλώ. ( Μπαίνει η υπηρέτρια) Άννια: Μάλιστα κυρία. Τι θέλετε;
  3. 3. Κάτια: Μα δεν ακούς το μωρό που κλαίει, παιδί μου; Καν’ το σε παρακαλώ να ησυχάσει. Θεέ μου! Τι τρομερό! Όταν αρχίζει το κλάμα με πιάνει πονοκέφαλος. Δεν το αντέχω καθόλου. Έλα, έλα, παρ’ το γρήγορα. Άννια: (παίρνει το μωρό στην αγκαλιά) Πονάει κυρία! Το καημένο μαζεύει τα ποδαράκια του και μετά τινάζεται απότομα. Τι είναι αγάπη μου; Πονάς; Έλα, ησύχασε! Κάτια: Δε σου ζήτησα να μου πεις τι έχει Άννια, να το κάνεις να ησυχάσει σου ζήτησα. Πήγαινε τάισέ το, άλλαξέ το, κούνα το. Δεν με νοιάζει. Το μόνο που θέλω είναι να ηρεμήσω. ( Χτυπάει η πόρτα) Πήγαινε να δεις ποιος είναι και πάρε το παιδί μέσα. Άννια: Περάστε κα Ντόρα. Ντόρα: Γεια σου, χρυσό μου. Γλυκούλι μου, τι κάνεις; Έκτακτο είναι, έκτακτο. Τι κάνεις χρυσή μου; Πώς είσαι; ( φιλιούνται) Πάω για ψώνια και πέρασα να πω ένα γεια. Κάτια: Πολύ καλά έκανες. Τι να σου πω, Ντόρα μου. Έχω έναν πονοκέφαλο από το χθεσινό βράδυ, που δεν περιγράφεται. Γυρίσαμε πολύ αργά από το πάρτι του υπουργού και δεν μπορώ να συνέλθω. Ντόρα: Πρέπει όμως να παραδεχτείς ότι ήταν το πάρτι της χρονιάς. Πόσοι ευγενείς καλεσμένοι, τι διακόσμηση, πόσα εδέσματα! Και τα φορέματα! Ποπό! Όλες ήταν τόσο εντυπωσιακά ντυμένες. Είμαι σίγουρη ότι η κα Μάρκου παίρνει τα ρούχα της από την Ρώμη. Κάτια: Γιατί η κα Λουκά; Αυτή πρέπει να πηγαίνει στο Παρίσι. Όμως κι εσύ χρυσή μου, ήσουν υπέροχα ντυμένη!
  4. 4. Ντόρα: Το ίδιο πρέπει να πω και για σένα γλυκιά μου. Εντυπωσιακή, όπως πάντα. Είναι να απορεί κανείς πως καταφέρνεις να διατηρείσαι τόσο φρέσκια και δροσερή με τριών μηνών μωρό. Πως τα καταφέρνεις με τη φροντίδα του; Κάτια: Α! Όσο γι’ αυτό, για να πω την αλήθεια, να ‘ναι καλά η Άννια! Το ‘χει αναλάβει εξ’ ολοκλήρου εκείνη. Τάισμα, ντάντεμα, νανούρισμα, ξενύχτι. Όλα όσα δεν αντέχω εγώ, δηλαδή. Ντόρα: Είσαι πολύ τυχερή χρυσή μου. Στις μέρες μας σπάνια βρίσκεις τέτοια δουλικά. (κοιτάει το ρολόι της) Ποπό! Άργησα. Πρέπει να πηγαίνω γιατί δεν θα προλάβω τα ψώνια μου. Γεια σου χρυσή μου. Θα τα πούμε σύντομα. Κάτια: Γεια σου γλυκιά μου. Εις το επανιδείν. ( κάθεται και κοιτάζοντας σ’ ένα καθρέφτη, περιποιείται τα μαλλιά της. Μπαίνει ο σύζυγος ) Σύζυγος: Καλησπέρα Κατερίνα. Τι κάνεις; Πως πέρασες τη μέρα σου; Κάτια: Βαρετά Αλέξιε. Έχω κι έναν πονοκέφαλο. Σύζυγος: Λογικό είναι, μετά από τέτοιο ξενύχτι. Το μωρό που είναι; Είναι καλά; Κάτια: Μια χαρά, το έχει η Άννια. Άννια, φέρε τη μικρή σε παρακαλώ, ήρθε ο πατέρας της. ( Μπαίνει η Άννια) Άννια: Καλησπέρα κύριε. Σύζυγος: Γεια σου, Άννια. Α, να κι ο μικρός μου θησαυρός. Τι κάνεις αγάπη μου; Πόσο αλλάζει στ’ αλήθεια και πόσο όμορφη γίνεται μέρα με τη μέρα!
  5. 5. Κάτια: Πρόσεχε σε παρακαλώ Αλέξιε. Έτσι όπως το κρατάς μπορεί να λερώσει το μεταξωτό σου πουκάμισο. Μόλις την τάισε η Άννια. Λοιπόν τι νέα μας φέρνεις; Σύζυγος: Όλοι σήμερα στην πόλη μιλούσαν για το χθεσινό πάρτι. Ήταν εκπληκτικό. Κι εσύ γλυκιά μου, πρέπει να σου πω ότι ήσουν καταπληκτική. (το μωρό αρχίζει να κλαίει) Κάτια: Επιτέλους Άννια. Βλέπεις ότι έχουμε σοβαρή συζήτηση. Πάρε το παιδί μέσα να το κοιμήσεις. Σύζυγος: Μη της μιλάς έτσι απότομα. Μην ξεχνάς ότι από τη μέρα που γεννήθηκε το μωρό και την πήραμε κοντά μας, είναι δίπλα του μέρα νύχτα και το φροντίζει σα να είναι δικό της. Τη αξίζει νομίζω, καλύτερη μεταχείριση. Κάτια: Ωχ! Καημένε! Τη δουλειά της κάνει και πληρώνεται γι’ αυτό. Σύζυγος: Δεν πληρώνεται όμως για την αγάπη που του δείχνει, για τα ξενύχτια, την αγωνία της όταν αρρωσταίνει, για τα γλυκά της νανουρίσματα. Όχι, Κατερίνα μου, γι’ αυτά δεν πληρώνεται. Κάτια: Ω! Έλα, ας τ’ αφήσουμε αυτά τώρα. Σε λίγες μέρες, έμαθα ότι ο κύριος Μάνου ετοιμάζει μια μεγάλη χοροεσπερίδα με εκλεκτούς καλεσμένους. Όπως καταλαβαίνεις πρέπει να ετοιμαστούμε για το σπουδαίο αυτό γεγονός. Σύζυγος: Αγαπητή μου, αυτού του είδους τις ετοιμασίες τις αφήνω στα χέρια σου. Σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Εμένα, κάποιες άλλες φήμες με απασχολούν αυτό τον καιρό. Ακούγεται ότι συμμορίτες έχουν γεμίσει τα γύρω βουνά, Συχνά πυκνά κατεβαίνουν σε χωριά και πόλεις λεηλατώντας, αρπάζοντας και καταστρέφοντας ότι βρουν μπροστά τους. Η αστυνομία αδύναμη, δεν μπορεί να τους σταματήσει. Άνθρωποι σπουδαίοι κι δυνατοί
  6. 6. έχασαν έτσι τη ζωή τους και τις περιουσίες τους. Δεν ξέρω, Κατερίνα μου, αλλά ανησυχώ σοβαρά για τη ζωή όλων μας. Κάτια: Όλα θα πάνε καλά, Αλέξιε, κι όλα αυτά θα ξεπεραστούν. Πάψε ν’ ανησυχείς και πάμε να ξεκουραστείς. Αφηγητής: Οι μέρες περνούσαν και η Άννια μεγάλωνε με αγάπη και φροντίδα τη μικρή Νικολέτα. Την κανάκευε, της τραγουδούσε, τη νανούριζε: Άννια: (νανούρισμα) Τι ‘ναι αγάπη μου; Τι ‘ναι χαρά μου; Πόσο όμορφα είναι τα μαλλιά σου; Το προσωπάκι σου είναι σαν φεγγάρι και τα μάτια σου δυο λαμπερές χαντρίτσες. Κάτια: (Μπαίνει μέσα αλαφιασμένη) Άννια γρήγορα! Συμβαίνει κάτι τρομερό. Ακούστηκε πως μπήκαν στην πόλη μας συμμορίτες κι έβαλαν φωτιά στην μια άκρη της πόλης. Σπέρνουν παντού τον πανικό και τον θάνατο. Γρήγορα, κάνε κάτι για να φύγουμε αμέσως από δω. Άσε το μωρό στην κούνια του και τρέξε να μαζέψεις τα πιο σημαντικά σε μια βαλίτσα. Μην ξεχάσεις να βάλεις μέσα τα βελούδινα φορέματά μου κι εκείνο το σατέν που έραψα πριν δυο μήνες. Αααα!! Και το μαύρο το μεταξωτό με την άσπρη δαντέλα. ( Μονολογεί) Εγώ να μην ξεχάσω τα κοσμήματα από το χρηματοκιβώτιο. Είναι ανεκτίμητης αξίας. Αφηγητής: Έτσι, με την αγωνία και το φόβο να πλημμυρίζουν την καρδιά της η Κατερίνα, η γυναίκα του πάμπλουτου έμπορα της περιοχής μάζεψε με τη βοήθεια της Άννιας, τα απαραίτητα και χωρίς δεύτερη σκέψη, ακούγοντας έξω απ’ το σπίτι της φωνές και πυροβολισμούς, βιάστηκε να φύγει από την πίσω πόρτα χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της. Η Άννια, καθώς ετοιμαζόταν κι εκείνη να φύγει, άκουσε την τελευταία στιγμή το κλάμα του μωρού από την κούνια του. Άννια: Μικρό μου! Σε ξεχάσαμε εσένα. Θεέ μου, τι να κάνω; Η κυρά μου έφυγε τρέχοντας. Αν το πάρω μαζί μου, κινδυνεύουμε
  7. 7. σοβαρά και οι δύο. Μα κι αν τα’ αφήσω εδώ ποια θα είναι η μοίρα του; (Ακούγονται πιστολιές και φωνές συμμοριτών. Η Άννια κρύβεται.) Συμμορ.1: Ελάτε παιδιά! Αυτό είναι το σπίτι του μεγαλέμπορα. Κι απ’ ότι φαίνεται ψυχή δεν είναι εδώ. Την κοπάνησαν όλοι. Συμμορ.2: Ποπό ασημικά, πολύφωτα! Έτρωγαν με χρυσά κουτάλια τούτοι εδώ, βρε παιδιά! Συμμορ.3: Ρε σεις. Εδώ έχει ένα μωρό. Μια στάλα είναι ρε. Χαμογελάει κιόλας. Συμμορ.1: Και τι να κάνουμε εμείς τώρα; Να κάνουμε κολοτούμπες επειδή γελάει το μωρό; Λέω καλύτερα να το πάρουμε και να το πουλήσουμε σε κανέναν. Θα πιάσει καλή τιμή. Συμμορ.4: Όσο θα μαζεύουμε εμείς αυτά που αξίζουν, εσύ ετοίμασε το μικρό για μια βολτίτσα. Συμμορ.3: Όχι, ρε παιδιά. Εγώ λέω να το αφήσουμε εδώ που είναι. Τα μωρά φέρνουν φασαρία και κλαίνε πολύ. Σίγουρα θα προδώσει και τις θέσεις μας στους χωροφύλακες. Ύστερα… χρειάζεται φροντίδα και περιποίηση. Ποιος θα τα κάνει όλα αυτά μέχρι να βρούμε αυτόν που θα τ’ αγοράσει; Συμμορ.4: Να σου πω, δεν έχεις κι άδικο. Άντε, άστε το μικρό και γεμίστε τα σακούλια με τ’ ασημικά. Συμμορ.1: Γρήγορα όμως και να φεύγουμε. Έχει πολλή δουλειά και παρακάτω. (Μουσικοί: Τέσσερις στρατηγοί κινούν και παν. Φεύγουν απ’ τη σκηνή και βγαίνει η Άννια) Άννια: Θεέ μου! Τι τρομάρα! Καημένο μου μικρούλι. Παρά τρίχα τη γλίτωσες. Πρέπει να φύγουμε γρήγορα από δω. ( παίρνει το μωρό) Τι θα κάνω Παναγία μου; Πού να πάω με το μωρό; Καλύτερα να κρυφτούμε για λίγες μέρες στο υπόγειο. Σίγουρα θα έρθει η
  8. 8. μανούλα να σε ψάξει κι αν δε σε βρει θα τρελαθεί η καημένη. ( Φεύγει) Αφηγητής: Πέρασαν μερικές μέρες και η Άννια κλεισμένη στο υπόγειο περίμενε με αγωνία μήπως και ακούσει τη φωνή της κυράς ή του κυρίου της, να καλούν το μωρό τους. Μάταια όμως. Τι να έκανε λοιπόν; Δεν μπορούσε να συνεχίσει να μένει εκεί. Κάτι έπρεπε να κάνει, κάπου έπρεπε να πάει. Αποφασιστικά πήρε το μωρό στην αγκαλιά της και ξεκίνησε για την μακρινή πολιτεία όπου ζούσε ο αδελφός της. Είχε χρόνια να τον δει όμως αυτή θα ζητούσε τη βοήθειά του και ποιος ξέρει, ίσως να μην της αρνιόταν. ( Στο εσωτερικό σπιτιού ένα ζευγάρι είναι καθισμένο. Ο άντρας διορθώνει κάτι, η γυναίκα ράβει. Χτυπάει η πόρτα.) Στέφανος: Ποιος να ‘ναι τέτοια ώρα; Και με τέτοιο καιρό; Όλγα: Όποιος και να ‘ναι θα ‘ναι μεγάλη ανάγκη. Πάω να δω. (Μπαίνει η Άννια) Άννια! Καλώς ήρθες! Μα… τι κάνεις; Εσύ τρέμεις από το κρύο. Τι είναι αυτό το μωρό; Άννια: Καλησπέρα σας. Στέφανος: Όλγα, άσε τις ερωτήσεις τώρα. Άννια, καλώς ήρθες αδελφούλα μου. Έλα, έλα να κάτσεις να ζεσταθείς. Όλγα, ένα φλιτζάνι τσάι, γρήγορα. Όλγα: Αμέσως. Μέχρι να τα πείτε εσείς λίγο θα ‘χω έτοιμο το τσάι. Στέφανος: Λοιπόν Άννια; Τι έκπληξη ήταν αυτή; Ποιος καλός άνεμος σ’ έφερε εδώ; Άννια: Είναι πολλά αυτά που συνέβησαν αδελφέ μου. Δεν ξέρω από πού να αρχίσω.
  9. 9. Στέφανος: Μα… τι ήταν αυτό που σ’ έκανε να ξεκινήσεις και να κάνεις τόσο δρόμο με τέτοιο καιρό; Κι αυτό το μωρό; Είναι δικό σου; Άννια: Ξέρεις… Στέφανε… Να, τα πράγματα στον τόπο που ζούσα δυσκόλεψαν. Φτώχεια πολλή. Ανέχεια. Κάποιοι, που ευκαιρία ζητούσαν, έγιναν συμμορίτες και κρύβονταν στα βουνά. Από ‘κει επιτίθονταν συχνά στα χωριά κι άρπαζαν και κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Όλγα: ( έρχεται με το τσάι) Έλα, δώσε μου λίγο το μωράκι, μέχρι να πιείς το τσάι σου. Θα σε ζεστάνει και θα χαλαρώσεις. Άννια: Σ’ ευχαριστώ Όλγα. ( πίνει) Στέφανος: Λοιπόν, λοιπόν; Άννια: Ξέρεις, ότι μερικά χρόνια τώρα εγώ ζούσα κι εργαζόμουν στο σπίτι ενός πάμπλουτου έμπορα. Μια μέρα, χωρίς να το περιμένουμε μπήκαν στο σπίτι συμμορίτες και πήραν ό,τι βρήκαν. Εγώ και η κυρά μου προλάβαμε να το σκάσουμε. Ο κύριός μου δεν ήταν εκεί, εκείνη τη στιγμή. Όμως αργότερα, έχασα και τα ίχνη της κυράς μου. Δεν είχα κανένα νέο τους. Και έτσι τι να ‘κανα; Πήρα την απόφαση να έρθω και να ζητήσω την βοήθειά σας. Στέφανος: Και το μωρό Άννια; Τίνος είναι το μωρό; ( Δεν απαντάει)… Άννια σε ρώτησα, τίνος είναι το μωρό; Άννια: Δικό μου, Στέφανε. Δικό μου είναι το μωρό. Στεφανώθηκα βιαστικά ένα βράδυ, γιατί ο άντρας μου θα μπάρκαρε σύντομα σ’ ένα εμπορικό που θα έφευγε εκείνες τις μέρες. Η ανέχεια βλέπεις. Μετά από λίγους μήνες μου ήρθε η τρομερή είδηση. Το καράβι βούλιαξε κι εγώ έμεινα μόνη μου Στέφανε, μόνη μου. Και δεν έχω άλλον από εσάς. Μόνο στη δική σας συμπόνοια ελπίζω. Όλγα: Τι να σου πω Άννια μου; Τα πράγματα κι εδώ, δεν είναι καλύτερα. Όλη μέρα δουλεύουμε στα χωράφια για να τα βγάλουμε
  10. 10. πέρα. Είμαστε δύο άτομα κι όμως με δυσκολία τα φέρνουμε βόλτα. Πώς να θρέψουμε άλλα δυο άτομα; Άννια: Θα δουλεύω, Όλγα. Θα δουλεύω για σας. Δε θέλω τίποτε για μένα. Ίσα ίσα ένα κομμάτι ψωμί και τα’ απαραίτητα για το μωρό μου. Σε παρακαλώ! Δοκιμάστε με. Κι αν δε γίνουν όπως τα λέω, τότε θα φύγω. Στέφανος: Εντάξει, Άννια. Εντάξει, αδελφούλα. Να ξέρεις όμως. Θα ‘ναι δύσκολη η κατάσταση. Η δουλειά στα χωράφια και το μεγάλωμα του μωρού. Που θα το αφήνεις όταν θα έρχεσαι στη δουλειά; Άννια: Θα το παίρνω μαζί μου Στέφανε. Θα βρίσκω κάποιο δέντρο ή κάποιο ασφαλές μέρος και θα το αφήνω εκεί. Θα τα καταφέρω, θα δεις. Στέφανος: Ας γίνει λοιπόν. Ας το δοκιμάσουμε. Πάμε τώρα να ξεκουραστείς και συζητάμε αύριο τις λεπτομέρειες. Αφηγητής: Η Άννια λοιπόν, βρήκε ένα σπιτικό να ζήσει αυτή και το «παιδί της». Έτσι είχε πει στον αδελφό της και τη νύφη της, από φόβο μήπως δε δεχόντουσαν ν’ αναλάβουν την ευθύνη ενός ξένου μωρού, από τη στιγμή μάλιστα που και οι ίδιοι με δυσκολία έβγαζαν τα προς το ζειν. Και ο καιρός περνούσε. Η Άννια δούλευε όλη μέρα στα χωράφια αδιαμαρτύρητα. Το μωρό, το άφηνε συνήθως στη σκιά κάποιου δέντρου κι εκείνη άρχιζε το σκάψιμο, το φύτεμα, το αλώνισμα, ανάλογα με την εποχή. Όταν άκουγε το κλάμα του μωρού ή έκαμνε το μικρό της διάλειμμα, πήγαινε κοντά του, το ‘παιρνε στην αγκαλιά της και του τραγουδούσε με τρυφερότητα. Πέρασαν έτσι τέσσερα χρόνια. Η μικρή μεγάλωνε και η Άννια την καμάρωνε καθώς την έβλεπε να γελά , να τρέχει και να παίζει ανέμελη εδώ κι εκεί. Ήταν όλη της η χαρά, η ευτυχία.
  11. 11. Άννια: Νικολέτα, πρόσεχε, γιατί μπορεί να χτυπήσεις. Μην τρέχεις έτσι, παιδί μου. Νικολέτα: Μη φοβάσαι για μένα, μανούλα. Ξέρω να προσέχω τον εαυτό μου. Άννια: Έτσι λες εσύ. Κάθε φορά όμως που εσύ περνάς τους δρόμους σαν βολίδα και κάθε φορά που σκαρφαλώνεις στα δέντρα, εμένα πιάνεται η ψυχή μου. Νικολέτα: Εσύ δε μου είπες ότι ο Θεούλης κι ο φύλακας άγγελός μου με προσέχουν πάντα; Τότε λοιπόν, γιατί φοβάσαι; Άννια: Γιατί, κυρία εξυπνούλα μου εσύ, μαζί με τον Θεούλη και τον φύλακα άγγελό μας πρέπει να προσέχουμε κι εμείς. Λοιπόν, έλα τώρα για προσευχούλα και μετά ύπνο. Νικολέτα: Πριν πέσω να πλαγιάσω Θεέ μου σε παρακαλώ να δώσεις να περάσω τη νύχτα με καλό. Τον άγγελό σου πάλι στείλε από ψηλά να ‘ρθει στο προσκεφάλι πιστά να με φυλά. Θεούλη μου, φύλαγε και την καλή μου μανούλα, που τόσο μ’ αγαπά. (Φεύγουν απ’ τη σκηνή) Αφηγητής: Κοντά στα χωράφια όπου δούλευε η Άννια, είχε τη δική του γη ένα καλό και προκομμένο παλικάρι. Δούλευε τη γη του με μεράκι κι αυτή του απέδιδε ανάλογα. Το παλικάρι, είχε προσέξει τη σεμνότητα της Άννιας και την αφοσίωσή της στο μεγάλωμα του παιδιού της. Την εκτιμούσε και τη θαύμαζε. Έτσι μια μέρα… ( η Άννια με τη μικρή είναι στη σκηνή και τη χτενίζει) Αντρέας: Καλημέρα, στις όμορφες. Τι κάνουν τα κορίτσια; Νικολέτα: (τρέχει κοντά του) Θείε Αντρέα… Κοίτα, κοίτα, τι μου έφτιαξε η μανούλα. Μια πάνινη κούκλα. Δεν είναι πολύ ωραία; Αντρέας: Είναι πανέμορφη σαν κι εσένα. Όμως…. Μου φαίνεται πως θέλει βόλτα. Το καταλαβαίνω απ’ τα ματάκια της. Δεν τη βγάζει λοιπόν, ένα μικρό περίπατο να πάρει αέρα και να χαρεί;
  12. 12. Νικολέτα: Εσύ μανούλα, τι λες; Άννια: Άντε, πήγαινε, αλλά να είσαι εδώ γύρω, έτσι; Νικολέτα: Ναι, μαμά. Άννια: Είναι ζωηρούλα κι ο νους της όλο στις βόλτες αλλά τι να γίνει; Έτσι είναι τα παιδιά. Αντρέας: Άννια, είπα στη μικρή να βγει γιατί ήθελα να σου μιλήσω για κάτι σοβαρό. Άννια: Τι συμβαίνει Αντρέα; Με κάνεις κι ανησυχώ. Αντρέας: Άννια, ξέρεις πόσο σ’ εκτιμώ και σε θαυμάζω. Χρόνια τώρα βλέπω πως εργάζεσαι και πως μεγαλώνεις το παιδί σου. Είσαι μια αξιοθαύμαστη γυναίκα και μητέρα. Άννια: Μα… Αντρέα… Αντρέας: Μη με διακόπτεις σε παρακαλώ, αλλιώς δε θα βρω το κουράγιο να σου πω όσα θέλω. Σκέφτηκα λοιπόν, καθώς σε βλέπω να μεγαλώνεις μόνη σου το παιδί σου, πόσο δύσκολο είναι να είσαι μάνα και πατέρας μαζί. Άννια, εγώ αγαπώ πολύ τη μικρή και νομίζω και εκείνη με συμπαθεί. Έτσι λοιπόν, αν θέλεις κι εσύ, μπορούμε εμείς οι τρεις να γίνουμε οικογένεια. Άννια: Μα… Αντρέα… Αντρέας: Αυτό που θέλω να πω Άννια… είναι ότι… σου ζητώ να γίνεις γυναίκα μου. Άννια: Αντρέα! … δεν ξέρω τι να πω! Αντρέας: Μη πεις τίποτε ακόμη. Σκέψου, σκέψου καλά. Εγώ θα σε περιμένω, όσο χρειαστεί. ( Φεύγει. Έρχεται η μικρή) Νικολέτα: Να’ μαστε κι εμείς! Μανούλα, τι σου συμβαίνει; Γιατί κλαις;
  13. 13. Άννια: Δεν ξέρω αγάπη μου. Δεν ξέρω. Ίσως από ευτυχία, ίσως από φόβο. Καμιά φορά δεν ξέρω αν αυτά που κάνω για σένα είναι για το καλό σου ή όχι. Το μόνο που θέλω, είναι να είσαι ευτυχισμένη. Νικολέτα: Μα είμαι μανούλα. Πάντα είμαι ευτυχισμένη, όταν είμαι κοντά σου. Και θα σ’ αγαπώ για πάντα. Κοίτα μανούλα μου, κοίτα τον ουρανό. Βλέπεις τα’ αστεράκια που λάμπουνε στον ουρανό; Διάβασα σ’ ένα βιβλίο πως πολλά απ’ αυτά έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια πια. Τα βλέπεις όμως πως φωτίζουν ακόμα στον ουρανό; Η αγάπη μου για σένα μανούλα, είναι σαν τα’ αστέρια: ποτέ δε θα πεθάνει και πάντα θα είναι φωτεινή. Άννια: Χαρά μου, αγάπη μου! ( Κλείνει η αυλαία) Σκηνή 2η ( Κάθονται στο σαλόνι ο Στέφανος και η Όλγα. Η μικρή παίζει. Μπαίνουν ο Αντρέας και η Άννια ) Αντρέας: Καλησπέρα σας! Γεια σου Στέφανε, γεια σου Όλγα. Νικολέτα: Θείε Αντρέα! Τι καλά που ήρθες! Υποσχέθηκες να μου μάθεις εκείνο το παιχνίδι… Πώς το είπες; Σκάκι, έτσι δεν το είπες; Αντρέας: Ναι, ματάκια μου. Όμως, πρώτα, εγώ και η μαμά σου θέλουμε να σας ανακοινώσουμε κάποια νέα. Πριν απ’ αυτό όμως…(γονατίζει) Δεσποινίς Νικολέτα… λαμβάνω την τιμή να ζητήσω το χέρι της μητέρας σας. Τι λες μικρή μου Νικολέτα; Θέλεις να παντρευτώ τη μητέρα σου; Θέλεις να γίνω ο πατέρας σου και να μη με φωνάζεις πια θείε Αντρέα; Νικολέτα: Ναι, ναι, ζήτω! Η μαμά κι ο θείος Αντρέας. Κι εγώ θα είμαι το παιδάκι σας; Άννια: Εσύ θα είσαι ο θησαυρός μας. ( αγκαλιάζονται)
  14. 14. Στέφανος: Η ώρα η καλή λοιπόν. Με τις ευχές μας. Όλγα: Συγχαρητήρια! Να είστε ευτυχισμένοι. Αφηγητής: Έτσι έγινε ο γάμος της Άννιας και του Αντρέα. Ήσυχα και απλά, όπως ήταν και οι ίδιοι. Ο καιρός περνούσε και η μικρή οικογένεια κάθε μέρα δενόταν όλο και περισσότερο. Μα γρήγορα κάποια σύννεφα ήρθαν να σκιάσουν την ευτυχία του. (Μπαίνουν οι γειτόνισσες με μια εφημερίδα) Γειτόν.1: Καλημέρα Άννια. Τι γίνεσαι; Γειτόν.2: Καλημέρα Άννια. Άννια: Καλώς τες! Ελάτε, καιρό έχω να σας δω. Με τόσες δουλειές και υποχρεώσεις που να προλάβω να ξεμυτίσω απ’ το σπίτι. Γειτόν.1: Καταλαβαίνουμε Άννια. Μήπως και με μας το ίδιο δε συμβαίνει; Μια το ένα, μια το άλλο. Οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ. Γειτόν.2: Ξέρεις, Άννια μου, είδαμε κάτι στην εφημερίδα που μας έκανε εντύπωση και ήρθαμε να στο πούμε. Σκεφτήκαμε ότι ίσως να σ’ αφορά. Άννια: Εμένα; Γειτόν1: Να, βλέπεις; Αυτή δεν είναι η πόλη που ζούσες παλιά; Κι αυτό το όνομα, δεν είναι του πρώην αφεντικού σου; Βρίσκεται, ξέρεις, ανάμεσα στους νεκρούς. Θύμα, ο καημένος, των συμμοριτών. Άννια: Ναι, ναι, πράγματι. Αυτό είναι το όνομα του αφεντικού μου. Όμως, αυτό τι σχέση μπορεί να έχει μ’ εμένα; Γειτόν.2: Ε, να! Η εφημερίδα λέει ότι ο άνθρωπος αυτός είχε ένα μωρό, ένα κοριτσάκι. Και ότι όλη του την περιουσία, που ήταν τεράστια, την είχε γράψει πάνω σ’ αυτό το παιδί.
  15. 15. Γειτόν.1: Βέβαια, επειδή το παιδί θα είναι ανήλικο ακόμα, να πάνω-κάτω σαν τη Νικολέτα σου, γι’ αυτό διαχειριστής αυτής της τεράστιας περιουσίας θα είναι η μάνα του. Φαντάζεσαι πλούτη και δόξα; Άννια: Δεν ξέρω τι λέτε κι ούτε με αφορά. Ας πάνε να βρούνε το μωρό και τη μητέρα του κι ας πάρει εκείνη τα πλούτη και την περιουσία. Εγώ δεν έχω καμία σχέση με τα οικογενειακά των άλλων. Γειτόν.2: Ε, τώρα, μείς να πηγαίνουμε! Φοβάμαι πως σ’ αναστατώσαμε λίγο. Γειτόν.1: Να μας συγχωρείς! Δεν το θέλαμε! Είπαμε… να… σου πούμε όσα διαβάσαμε. Γεια σου Άννια. Άννια: Στο καλό, στο καλό να πάτε.( Κάθεται στον καναπέ και κλαίει. Μπαίνει ο Αντρέας) Αντρέας: Τι συμβαίνει Άννια; Τι είναι αυτά τα δάκρυα; Άννια: Αχ, Αντρέα, καλέ μου Αντρέα. Αφηγητής: Ανάμεσα στους λυγμούς της και με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάτια της, η Άννια είπε στον Αντρέα όσα είχε μάθει πριν λίγο. Ο φόβος φώλιασε και πάλι στην καρδιά της. Κι αν ερχόταν η κυρά της; Αν τώρα μάθαινε για την περιουσία και αναζητούσε το παιδί της; Τι θα έκανε; Αυτό το παιδί ήταν, για την Άννια, όλη της η ζωή. Αν της την έπαιρναν θα ‘ταν σα να της ξερίζωναν την καρδιά. Πως θα το άντεχε; Ο Αντρέας που τα ήξερε όλα από την πρώτη μέρα του γάμου τους, την παρηγορούσε με λόγια γλυκά και ενθαρρυντικά. Αντρέας: Όλα θα πάνε καλά, Άννια μου. Τίποτε δε θα γίνει απ’ αυτά που φοβάσαι. Κι εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου. Μη το ξεχνάς αυτό.
  16. 16. Αφηγητής: Η Άννια έδειξε να παρηγορείται. Η αγάπη του Αντρέα, η ανεμελιά και το κέφι της μικρής, την έκαναν σύντομα να ξαναβρεί τον εαυτό της. Η ζωή μπήκε στους καθημερινούς της ρυθμούς. Όμως δεν ήταν γραφτό, η ηρεμία αυτή, να κρατήσει για πολύ. Ένας απρόσμενος επισκέπτης ήρθε να ταράξει την οικογενειακή τους ευτυχία.( χτυπάει η πόρτα) Άννια: Τώρα, έρχομαι. Κυρία Κάτια, εσείς; Κάτια: Γεια σου, χρυσό μου. Ασφαλώς δεν με περίμενες, έτσι δεν είναι; Άννια: Κυρία Κάτια, πάνε τόσα χρόνια. Δόξα τον Θεό, είστε ζωντανή. Κάτια: Δυστυχώς για σένα χρυσή μου, είμαι ζωντανή. Άννια: Τι θέλετε να πείτε κυρία; Γιατί έρχεστε μ’ αυτό το ύφος στο σπίτι μου; Κάτια: Κάνεις πως δεν ξέρεις κιόλας ε;! Μου έκλεψες το παιδί και εξαφανίστηκες, κλέφτρα, απατεώνισσα. Αντρέας: Νικολέτα, πήγαινε στην αυλή να παίξεις, παιδί μου. Τι είναι αυτά που λέτε κυρία μου; Γιατί κατηγορείται την γυναίκα μου; Κάτια: Α, μάλιστα! Υπάρχει και συνεργός. Λοιπόν, κύριέ μου, αν θέλετε να ξέρετε, το παιδί που πριν λίγο είπατε παιδί σας, πρέπει να είναι το δικό μου παιδί. Αυτό που η γυναίκα σας, εκμεταλλευόμενη μια δύσκολη στιγμή της οικογένειάς μου, το άρπαξε κι εξαφανίστηκε. Ήξερε, βλέπετε, ότι το παιδί είναι κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας στην οποία φυσικά προσβλέπει. Άννια: Πώς τολμάτε; Πώς τολμάτε να με κατηγορείτε για κάτι τόσο φοβερό; Ήμουνα μέρες κρυμμένη στο υπόγειο του σπιτιού και περίμενα ότι κάποιος από σας θα ερχόταν να αναζητήσει το μωρό. Το κράτησα με κίνδυνο της ζωής μου και το μεγάλωσα μ’ όση
  17. 17. αγάπη είχα μέσα μου. Και τώρα έρχεστε εσείς, να με πείτε κλέφτρα; Κάτια: Φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί ο νοικοκύρης. Η υπόθεσή μας, χρυσή μου, θα κριθεί στα δικαστήρια. ( Φεύγει. Κλείνει η σκηνή) Σκηνή 3η Αφηγητής: Έτσι κι έγινε. Πήγαν στα δικαστήρια. Ο δικαστής της περιοχής, ο Αλέξιος Τριανταφύλλου, ήταν άνθρωπος σεβαστός σε όλους. Γνωστός για την πολυμάθειά του αλλά και για τους απότομους και άγαρμπους τρόπους του. Η γλώσσα του ήταν κοφτερή και οι αποφάσεις του είχαν εξυπνάδα και ευφυΐα. Η Άννια με τη συνοδεία το Αντρέα, του αδελφού και της νύφης της πήγε στο δικαστήριο. Την μικρή την είχε αναλάβει η Πρόνοια, που τους την πήρε μερικές μέρες πριν, μέχρι ν’ αποφασίσει το δικαστήριο με ποιον θα πάει το παιδί. Η κυρία Κάτια μπήκε στο δικαστήριο με ύφος κοσμοπολίτισσας, κουνώντας νευρικά τη βεντάλια της. Δικαστής: Λοιπόν, ας αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Ποια είναι η κυρία Κάτια Παπαμάρκου; Κάτια: Εγώ, κύριε δικαστά. Και ήρθα να καταγγείλω αυτήν την αδίστακτη κλέφτρα, που χωρίς ντροπή άρπαξε το παιδί μου κι εξαφανίστηκε. Βλέπετε, το παιδί είναι κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας που θα τις εξασφαλίσει μια ζωή παραμυθένια. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, το σκοπό της. Δικαστής: Είναι αλήθεια, όσα λέει η κα Παπαμάρκου; Άννια: Όχι, όχι κε Δικαστά. Το παιδί είναι δικό μου. Δεν είναι κληρονόμος καμιάς περιουσίας. Η μόνη περιουσία μας είναι η αγάπη μας και αυτή δίνουμε απλόχερα στο παιδί μας. Δε χρειάζεται καμιά άλλη περιουσία. Δικαστής: Είναι δικό σου;
  18. 18. Άννια: Ναι, ναι δικό μου. Το μεγάλωσα με κόπους και θυσίες, κινδύνεψα γι’ αυτό, πόνεσα, ξενύχτησα, λαχτάρησα. Του έμαθα τις πρώτες του λέξεις, την πρώτη του προσευχή. Κάτια: Φανφάρες και τυμπανοκρουσίες. Τα έκανες όλα για τα λεφτά. Δικαστής: Ησυχία! Δεν έχετε δικαίωμα ν’ απευθύνεστε η μία στην άλλη. Σε μένα θα μιλάτε. Λοιπόν, κλητήρα, φέρε μέσα το παιδί. Κλητήρας: Μάλιστα, κύριε δικαστά. ( πηγαίνει και φέρνει τη μικρή) Νικολέτα: Μαμά, μανούλα μου. Άφησέ με, θέλω να πάω στη μαμά μου. Δικαστής: Σιωπή! Τι φασαρία είναι αυτή; Κλητήρα, πάρε καλύτερα το παιδί έξω. Και τώρα, κυρία μου, σας ακούω. Κάτια: Πριν μερικά χρόνια, συμμορίτες μπήκαν στο σπίτι μου, κύριε δικαστά. Το λεηλάτησαν, το κατέστρεψαν, κι εγώ σώθηκα από θαύμα. Ο σύζυγός μου, δυστυχώς δε γλίτωσε από την οργή τους. Η υπηρέτριά μου, βρήκε τότε την ευκαιρία να πάρει το παιδί, προφανώς με σκοπό να μ’ εκβιάσει για να μου πάρει χρήματα. Δικαστής: Κι εσείς κυρία μου; Πώς γλιτώσατε; Γιατί όταν φύγατε δεν πήρατε το παιδί σας μαζί σας; Κάτια: Εγώ; Μα είχα τόσα στο μυαλό μου, κύριε Δικαστά! Ήμουν τόσο συγχυσμένη, τόσο φοβισμένη. Δικαστής: Εσείς, κυρία μου, συμφωνείτε πως μια μάνα, όσο κι αν βρίσκεται σε κάποια δύσκολη θέση, δεν μπορεί να εγκαταλείψει με τίποτα το παιδί της; Κάτια: Μα και βέβαια, κύριε Δικαστά. Θέλει και ρώτημα αυτό; Δικαστής: Συμφωνείτε, λοιπόν, πως αν μια μάνα παρ’ όλα αυτά, έχει κάνει κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να ξυλοκοπηθεί στα πισινά ανεξάρτητα σε ποια κοινωνική θέση βρίσκεται;
  19. 19. Κάτια: Ε…ε… Δικαστής: Αρκεί. Πλησίασε εσύ. Και τώρα σε ακούω. Άννια: Άρχοντά μου, καταλαβαίνω την αγωνία της κυράς μου, όμως εκείνη εγκατέλειψε το παιδί της κι έφυγε. Εγώ τι να’ κανα; Είχα το δικό μου παιδί να φροντίσω, που το είχα εμπιστευθεί σε δικούς μου ανθρώπους, εκεί όπου υπήρχε ασφάλεια και δεν κινδύνευε. Γιατί έρχεται τώρα να μου ζητήσει κάτι που δεν της ανήκει και δεν της αξίζει; Δικαστής: Η αλήθεια είναι, πως είναι λογικό κι ανθρώπινο εκ μέρους σου να νοιάζεσαι για τη φροντίδα του δικού σου παιδιού. Μια αληθινή μάνα, ακόμα και κλέφτρα και ψεύτρα γίνεται για το παιδί της. Βέβαια, αυτό, είναι ενάντια στο νόμο, έτσι; Το θέμα εδώ είναι, ότι δεν μπόρεσα από τα λεγόμενά σας να ξεκαθαρίσω ποια είναι η αληθινή μάνα. Κρίμα για το παιδί. Έχουμε εδώ μια εξαιρετική υπόθεση δύο γυναικών, που η κάθε μια ισχυρίζεται πως είναι η φυσική μητέρα του ίδιου παιδιού. Το δικαστήριο άκουσε και τις δυο και πιστεύει πως και οι δυο ψεύδονται. Το παιδί όμως χρειάζεται μια μάνα και πρέπει τώρα να το εξακριβώσουμε. Κλητήρα, φέρε μου μια κιμωλία. (Φέρνει την κιμωλία) Δικαστής: Κάνε με την κιμωλία, εκεί πέρα έναν κύκλο, όσο να χωρά ένας άνθρωπος. ( κάνει τον κύκλο) Τώρα φέρε το παιδί στην αίθουσα. (Μπαίνει η μικρή). Βαλ’ την μες στον κύκλο. Λοιπόν, αγαπητοί μου, την ιδέα γι’ αυτή τη δοκιμασία, τον κύκλο με την κιμωλία, την ανακάλυψα σ’ ένα παλιό βιβλίο. Μ’ αυτή τη διαδικασία η πραγματική μητέρα θα δείξει την αγάπη στο παιδί της. Λοιπόν, η δύναμη αυτής της αγάπης θα κριθεί. Κυρία Παπαμάρκου, Άννια, πλησιάστε και πιάστε η κάθε μια από ένα χέρι του παιδιού. Μόλις σας πω «εμπρός» ας προσπαθήσει η κάθε μια από σας να τραβήξει το παιδί έξω απ’ τον κύκλο. Όποια έχει τη μεγαλύτερη
  20. 20. αγάπη για το παιδί θα το τραβήξει προς τη μεριά της με μεγαλύτερη δύναμη. ( πλησιάζουν και κάνουν ό, τι λέει ο δικαστής) «Εμπρός» (Η Κάτια μ’ ένα τράβηγμα φέρνει το παιδί στο μέρος της. Η Άννια δεν τραβάει) Δεν έγινε δίκαια η διαδικασία. Κοπέλα μου, μην κάθεσαι και κοιτάς. Για να πάρεις το παιδί, πρέπει να το τραβήξεις με δύναμη προς το μέρος σου. Βάλτε ξανά το παιδί στον κύκλο. Κάτια: Μα αυτό είναι άδικο. Το παιδί είναι δικό μου. Το κέρδισα. Δικαστής: Το παιδί να μπει στον κύκλο. Έτοιμες; << Εμπρός>> ( Και πάλι η Άννια δεν τραβάει, η Κάτια το φέρνει προς το μέρος της) Μπορείς να μου πεις τι κάνεις κοπέλα μου; Το θέλεις ή όχι το παιδί; Γιατί δεν το τραβάς; Άννια: Δεν μπορώ, δεν μπορώ άρχοντά μου. Αν το τραβήξω, ίσως του βγάλω το χεράκι του. Και δε θέλω να πάθει τίποτε η Νικολέτα μου. Δικαστής: Τώρα ξέρουμε ποια είναι η πραγματική μάνα. Πάρτε το παιδί μακριά απ’ αυτή τη γυναίκα! Θα μπορούσε, με εντελώς κρύα καρδιά, να κάνει το παιδί κομμάτια! ( Ο κλητήρας δίνει το παιδί στην Άννια. Η Κάτια αγκαλιάζει τη φίλη της) Νικολέτα: Μανούλα μου! Δικαστής: Πάρε το παιδί σου και πηγαίντε στο καλό. Το αξίζεις. ( Φεύγει απ’ τη σκηνή. Οι άλλοι αγκαλιάζονται)
  21. 21. Αφηγητής: Τον επόμενο καιρό, όλοι συζητούσαν για την απόφαση του δικαστή να δώσει το παιδί στην Άννια, αλλά και για το μάτι που της έκλεισε με νόημα. Ο δικαστής έκρινε, πως η μάνα δεν είναι αυτή που γεννά, αλλά αυτή που μεγαλώνει, που πονά, που ξενυχτά, που λαχταρά και αφιερώνει τη ζωή της στην ανατροφή του παιδιου. Μάνα, είτε βιολογική, είτε όχι, είναι αυτή που στηρίζει το παιδί σε κάθε δύσκολη στιγμή του, είναι αυτή που μοιράζεται μαζί του τις χαρές και τις λύπες του, είναι αυτή που αγαπά χωρίς όρια και περιορισμούς. Ένα μεγάλο «ευχαριστώ», οφείλουμε όλοι εμείς στις γυναίκες αυτές που μας ανέθρεψαν με αγάπη και αφοσίωση. Σας ευχαριστούμε!
  22. 22. « Από τους μύθους του Αισώπου… και όχι μόνο » ( Μπαίνουν χορεύοντας τα ζώα: Γουστάρω να χορεύω) Στη σκηνή ο Αίσωπος. Αίσωπος: Βρε, καλώς τα μου! Για ελάτε, για ελάτε! Εδώ πάνω, γρήγορα. Η παράσταση αρχίζει και σεις τριγυρνάτε από δω και από κεί; Ελάφι: Ε, είπαμε και μεις να πάμε μια βολτίτσα. Ποντίκι 2: Πο! Πο! Κόσμος!Για μας ήρθατε εσείς; Τι ωραία! Πέρδικα: Ε, όχι για μας! Για μένα ήρθανε! Μάθανε για ένα όμορφο πουλί, με πλουμιστά φτερά και καμαρωτό βήμα, εμένα δηλαδή, την πέρδικα την πλουμιστή και ήρθανε να με θαυμάσουνε. Αλεπού: Ε, δεν είμαστε καλά! Βρε, τι θέλετε να σας πουν; Την πονηρή την αλεπού, αυτήν ήρθανε να δουν. Δεν είμαι ωραία; Δείτε μυτούλα, δείτε φατσούλα, δείτε ουρίτσα! Καλά, είμαι γλύκα, δεν το συζητώ! Ελάφι: Τι να πω; Τόση περηφάνια, τόση αλαζονεία! Και γιατί παρακαλώ; Φυσικά, εμένα ήρθανε να δούνε. Πόδια ψηλά, σώμα γεροδεμένο, κέρατα φανταστικά! Αίσωπος: Επιτέλους πια! Φτάνει! Οι εκλεκτοί μας καλεσμένοι δεν ήρθαν για την αφεντιά σας, αλλά για μένα. Όλοι: Για σένα; Αίσωπος: Ναι, για μένα. Ξέρουν ότι λέω ωραία παραμύθια κι ήρθαν να μ' ακούσουν. Ποντικός 5: Μπα! Και τι παραμύθια λες παρακαλώ; Αίσωπος: Παραμύθια με ζώα.
  23. 23. Όλα: Παραμύθια με ζώα; Ποντικός 5: Δηλαδή, μας χρησιμοποιείς, για να γίνεις διάσημος; Πέρδικα: Αίσχος! Ελάφι: Ντροπή! Αλεπού: Καταδικάζουμε την κακοποίηση των ζώων! Χελώνα 1: Θα μιλήσεις με τον δικηγόρο μας! Αίσωπος: Σιγά βρε πουλάκια μου! Μην κάνετε έτσι. Ποντίκι 4: Δεν είμαστε πουλάκια! Ζώα είμαστε. Μα δεν μας βλέπει, τι στο καλό; Ποντίκι 2: Θέλουμε εξηγήσεις εδώ και τώρα. Όλα: Ναι, ναι, εξηγήσεις εδώ και τώρα! Αίσωπος: Αν μ' αφήσετε να μιλήσω θα σας εξηγήσω. Γουρουνάκι 1: Άντε ντε! Ξηγήσου στα ίσα, γιατί θα φάμε τα μουστάκια μας. Όλα: Θα τα φάμε, θα τα φάμε. Αίσωπος: Λοιπόν, σκέφτηκα να καλέσω τους εκλεκτούς μου φίλους, για να κάνω διάσημους εσάς και όχι εμένα! Όλα: Εμάς; Σκαντζόχοιρος: [Στον κόσμο] Αυτό, σα να μου αρέσει. Λαγός: Το λες ειλικρινά; Μπέσα για μπέσα;
  24. 24. Αίσωπος: Ε, άμα σας λέω! Θα πω αστείες ιστορίες αλλά και διδακτικές, όπου βέβαια, εσείς θα είσαστε οι πρωταγωνιστές. Άντε τώρα, στα παρασκήνια για να φρεσκαριστείτε, γιατί όλοι σας σε λίγο, σιγά σιγά θα παρουσιαστείτε. Γουρούνι: [Στον κόσμο] Μα… φυσικά, χρειάζομαι λίγη πούδρα για να μην γυαλίζω! Αίσωπος: Ουφ! Μια και φύγανε όλοι τώρα και εμείναμε εμείς, θα σας πω παραμυθάκια ένα σωρό και μάλιστα θ' αρχίσω ευθύς. Μια χαρούμενη, λοιπόν, ημέρα μ' έναν ήλιο λαμπερό μαζευτήκανε τα ζώα, για αγώνα τρομερό. (μουσική- χορός) Όταν τέλειωσε ο χορός τους, ο λαγός ο υπερόπτης έλεγε με κομπασμό. Λαγός: Είμαι φοβερός δρομέας και δεν με ξεπερνά κανείς. Τα ποδάρια μου είναι σβέλτα και μου δίνουν την πρωτιά, όποιος θέλει ας τολμήσει σε μένανε να βγει μπροστά. Όλα: Όχι, όχι εγώ! ( κάνουν όλα πίσω και λένε όχι) Λαγός: Το φαντάστηκα αυτό! Ποιος αλήθεια θα τολμούσε με 'μένανε να συγκριθεί; Όλα: Κανείς! Κανείς! Χελώνα: Εγώ! Εγώ θα αγωνιστώ μαζί σου! Όλα: Οοοοοοοο! Λαγός: Καλέ, ποιος μιλάει; Μήπως η ακοή μου με γελάει; Χελώνα: Όχι, κυρ Λαγέ! Καλά άκουσες. Εγώ μίλησα. Και σου λέω, πως εγώ θ' αγωνιστώ μαζί σου!
  25. 25. Λαγός: Χα, χα, χα! Για κοιτάξτε βρε παιδιά! Μούρη για πρωταθλητή. Η χελωνίτσα η αργή. Τέλος πάντων. Αφού επιμένεις θα σου κάνω τη χάρη. Και μάλιστα, θα σ' αφήσω να ξεκινήσεις εσύ πρώτη. Στο μεταξύ, εγώ θα πάω να πάρω έναν υπνάκο κάτω από κανένα δέντρο. Πεταλούδα: Είπε και ξάπλωσε ο λαγός κάτω από ένα δέντρο. Η μικρούλα η χελώνα, εξεκίνησε σκυφτή, δεν μιλούσε, δεν λαλούσε, πήγαινε με υπομονή! Πεταλούδα: Έτσι δίχως να γογγύζει, ήσυχα κι αργά, τα κατάφερε η καλή μας κι έφτασε στο τέρμα, μια χαρά. Ελάφι: Ζήτω! Μπράβο χελωνίτσα! Ζήτω στον νέο μας πρωταθλητή! Τραγούδι ( we are the champions) Όλα: Ζήτω! Ζήτω! Λαγός: Τι έγινε ρε παιδιά; Τι φασαρία είναι αυτή; Αμάν! Ο αγώνας! Ωχ! Όχι! Τι βλέπουνε τα μάτια μου και τι ακούν τα αυτιά μου; Ελάφι: Λοιπόν, κυρ- Λαγέ! Θα συγχαρείς τώρα το νέο πρωταθλητή; Λαγός: Ε, ε... εγώ...! Δηλαδή...!!! Συγχαρητήρια. Τι να πω; Χελώνα: Σ' ευχαριστώ, φίλε μου. Ξέρω πόσο δύσκολο σου είναι να παραδεχθείς ότι έχεις χάσει. Ελπίζω όμως, αυτό να σου γίνει μάθημα πικρό και να μάθεις να μην υποτιμάς ποτέ τον αντίπαλό σου όσο μικρός κι αδύναμος κι αν είναι αυτός. Πεταλούδα: Το κεφάλι έσκυψε κι έφυγε ντροπιασμένος, ο δύστυχος λαγός, το μάθημά του πήρε, έτσι κι αλλιώς. Η χελώνα δακρυσμένη, έφυγε ανάμεσα σε όλους δοξασμένη.
  26. 26. Αίσωπος: Και αφού τελείωσε εδώ, το παραμύθι αυτό, ένα άλλο θ' αρχίσω, αμέσως να σας πω. Δυο πασίγνωστα πουλιά, μες στο δάσος μια φορά συζητούσαν, για τι άλλο; Για τα δυο τους τα παιδιά. (Τραγούδι: Στην κάτω γειτονιά στην παραπάνω ρούγα- Κερκυραϊκός) [Μπαίνουν χορεύοντας από τις δύο πλευρές της σκηνής] Κουκουβάγια: Αχ, τι θα γίνει τώρα, πέρδικά μου πλουμιστή; Τα παιδιά μας τιμωρία, είναι στο σχολείο. Τι θα φάει το μικρό μου; Πώς θα το αντέξει αυτό; Πέρδικα: Τι να πω καλή μου; Είναι φοβερό, μα ο δάσκαλός τους, έτσι το ‘κρινε σωστό. Τώρα, για το τι θα φάνε, έχω μία σκέψη στο μυαλό. Κουκουβάγια: Για πες την και σε μένα! Μήπως μπορώ να κάνω κάτι και εγώ; Πέρδικα: Λέω… αν γινόταν, να πάμε το φαΐ εμείς εις το σχολείο. Μη μείνουν νηστικά, τα μικρά μας τα παιδιά! Κουκουβάγια: Μπράβο, καλή μου φίλη! Καλά τα λες! Τρέχω αμέσως να ετοιμάσω και να πάω στο παιδί μου το φαΐ. Πέρδικα: Κάνε μου τη χάρη, κουκουβάγια μου σοφή. Έχω τα μικρά μου στη φωλιά και μην τ' αφήσω μοναχά. Μπορείς να δώσεις το φαΐ και στο δικό μου το παιδί; Κουκουβάγια: Κι αμέ, καλή μου πέρδικα! Τι λες; Μετά χαράς το δίνω! Μα... υπάρχει θέμα σοβαρό. Πώς θα το γνωρίσω το δικό σου το μικρό, αφού δεν το γνωρίζω εγώ; Πέρδικα: Α! Μην ανησυχείς, γι' αυτό! Είναι εύκολο πολύ. Αμέσως θα το ξεχωρίσεις, γιατί μέσα στο σχολείο είναι το πιο όμορφο παιδί.
  27. 27. Πεταλούδα: Έτσι είπαν και πήγαν να ετοιμάσουν το φαί. Το πήρε η κουκουβάγια και πήγε στο σχολείο. Μα… όταν γύρισε από κει... Πέρδικα: Πώς πήγε κουκουβάγια μου; Εντάξει τα παιδιά; Κουκουβάγια: Αχ! Καλή μου πέρδικα! Τι να σου πω; Σαν έφτασα σχολείο, έψαξα καλά, να δώσω στα παιδιά μας τα νόστιμα τα φαγητά. Βλέπω το δικό μου, του δίνω το φαΐ ! Ψάχνω, όπως μου 'πες για το πιο όμορφο μετά. Μα όσο κι αν κοιτούσα, τίποτε, πουθενά! Μες στο σχολείο, δεν είχε πιο όμορφο απ' το δικό μου το παιδί. Πεταλούδα: Πικράθηκε η πέρδικα, μα τι να πει; Η κάθε μάνα, βλέπετε, σαν πιο όμορφο νομίζει πως είναι το δικό της το παιδί. Αίσωπος: Κάθε παραμύθι έχει συνήθως έναν κακό, μα, μπερδεύτηκα στ' αλήθεια στο παραμύθι που θα σας πω. Ένας λύκος μια φορά, βγήκε βόλτα στα βουνά. Έψαχνε για παρεΐτσα, με γεμάτη την κοιλιά. Πεταλούδα: Ξαφνικά κοιτάζει μπρος του… κι οοο!!! μεγάλη του χαρά! Γουρουνάκια τρία βλέπει να 'ρχονται, κουνώντας την ουρά. Πλησιάζει ο καλός σου, δυο λογάκια να τους πει. (Τραγούδι για τα γουρουνάκια ) Λύκος: Βρε καλώς τα τα χρυσά μου! Τι χαμπάρια βρε παιδιά; [Μιλούν μεταξύ τους.] Γουρουνάκι 1: Η μαμά μας η καλή, πριν να φύγουμε, μας είπε να μην μιλάμε σε αγνώστους. Γουρουνάκι 2: Είχε δίκιο η μανούλα, η γνώμη της είναι σεβαστή. Το καλό μας πάντα θέλει ο πατέρας μας κι αυτή. Γουρουνάκι 3: Συμφωνώ μ' αυτό που λέτε, μα δεν είναι βρε παιδιά, μια αγένεια μεγάλη να μην απαντάμε σ' όποιον μας ρωτά;
  28. 28. Λύκος: [Στον κόσμο] Τι ζητώ ο καημενούλης; Κουβεντούλα φιλική! Μ' έχουν πάρει από φόβο και γι' αυτό με αποφεύγουν, φίλοι και εχθροί. Γουρουνάκι 1: Δεν μπορεί, και συ θα δίνεις δικαιώματα γι' αυτό, γι' αυτό κανένας δεν σε θέλει για φιλαράκι κολλητό. Γουρουνάκι 3: Μήπως είσαι κατεργάρης, πονηρούλης και κακός; Γουρουνάκι 2: Μήπως κάνεις ζαβολίτσες κι ύστερα γίνεσαι καπνός; Λύκος: Τι μου λέτε βρε παιδιά! Αυτά είναι παραμύθια για κουτούς και για ορνίθια. Δείτε μια φατσούλα γλύκα, δείτε μπράτσο... και μαγκιά... είμ' αχτύπητος σας λέω και αντίρρηση καμιά. Γουρουνάκια όλα: Πο! Πο! Χάρη! Πο! Πο! Σκέρτσο! Τραγούδι (Είσαι παιδί μου πειρασμός σεισμός άϊ άϊ άϊ άϊ άϊ. Σώμα, χαμόγελο, κορμί άϊ άϊ άϊ άϊ άϊ..................)Ο λύκος χορεύει. Λύκος: Λοιπόν, ποιος δεν θα ΄θελε να έχει φιλαράκι κολλητό, έναν κούκλο σαν κι εμένα, γλυκούλη και συμπαθητικό. Γουρουνάκια όλα: Εμείς, εμείς... Γουρουνάκι 3: Κι αν υπόσχεση μας δώσεις... Γουρουνάκι 2: Ότι δεν θα μας λιγουρευτείς... Γουρουνάκι 1: Ότι ήσυχος θα μείνεις και θα λογικευτείς... Γουρουνάκια όλα: Τότε φίλοι σου πιστοί θα 'μαστε μες στη ζωή. (Αγκαλιάζονται και φεύγουν από τη σκηνή μ' ένα τραγούδι για τη φιλία.)
  29. 29. Τραγούδι: Έλα, έλα τρέξε…[Πασχάλης] Αίσωπος: Άντε! Πάνε κι αυτοί! Γίνανε λέει, φίλοι κολλητοί. Μα είμαστε με τα καλά μας; Λύκος και γουρούνια ,στο ίδιο το σακί; Τέλος πάντων. Ας πάμε παρακάτω κι έναν μύθο θα σας πω απ' τα βάθη των αιώνων που δεν είναι μυστικό. Πρόκειται για μία μάνα που 'χε τέσσερα παιδιά. Κάποτε λοιπόν που λέτε... Πεταλούδα:[ Μπαίνει και μιλάει στο κοινό] ...... η μάνα αρρώστησε βαριά, κι είπε να ειδοποιήσουν τ'αγαπημένα της παιδιά. Μάνα: Αχ! Πήγαινε, γειτόνισσά μου, πάνε στο καλό στη κόρη μου τη χελώνα να πεις ότι με βρήκε μεγάλο κακό. Πεταλούδα: Τρέχει η γειτόνισσα να πάει το νέο το τρομερό και τη χελώνα να φέρει πίσω στο χωριό. Πεταλούδα: Την εβρήκε να ζυμώνει, άξια κοπέλα αυτή. Μα όταν έμαθε τα νέα έκανε την παλαβή. Χελώνα 2: Αχ! Γειτόνισσα, λυπούμαι! Τη μάνα μου πονώ, μα δεν βλέπεις που ζυμώνω μέσα στο σκαφίδι αυτό; Τι θα γίνει το ζυμάρι; Και στον άνδρα τι θα πω; Πες τη μάνα, πως θα έρθω, μόλις θα μπορώ. Πεταλούδα: Έφυγ' η γειτόνισσα στεναχωρημένη. Πάει στη μάνα και όλα της τα λέει. Μάνα: Το σκαφίδι που ζυμώνει πάνω της να μπει, μια ζωή να το σηκώνει, να μην μπορεί ν' απαλλαγεί. Πεταλούδα: Και έτσι η άμοιρη κοπέλα από τότε κουβαλεί το σκαφίδι της στην πλάτη και με δυσκολία περπατεί. Μάνα: Πήγαινε τώρα στην αράχνη, την άλλη μου την κοπελιά. Δεν μπορεί, εκείνη θα 'ρθει για τη μάνα τη γλυκιά.
  30. 30. Πεταλούδα: Πάει η γειτόνισσα στην αράχνη και της λέει το και το... Μα εκείνη... Αράχνη: Μα δε βλέπεις βρε καημένη, το κεντίδι που κεντώ; Που ν' αφήσω τη δουλειά μου και να τρέχω στο χωριό; Άμε, γρήγορα εσύ στη μάνα και πες της, πως η αράχνη μόλις τελειώσει το κεντίδι της αμέσως θε να ΄ρθει. Πεταλούδα: Τι να κάνει εκείνη πάλι; Γύρισε ξανά, κι όλα τα ΄πε όπως της τα 'πε η κόρη που δεν νοιάστηκε σταλιά. Μάνα: Το κεντίδι της να υφαίνει χωρίς να 'χει τελειωμό, το μαρτύριο της να 'ναι για την απονιά αυτό. Σύρε, όμως γειτόνισσά μου, έχω κι ένα μοναχογιό, που σκαντζόχοιρο τον λένε και θέλω τόσο να τον δω. Πεταλούδα: Τρέχει η γειτόνισσα... Τι να κάνει, η καψερή; Να βοηθήσει θέλει, μα δεν μπορεί. Πεταλούδα: Λέει τα νέα του υιού της κι αυτός... Σκαντζόχοιρος: Βρε την μάνα την καημένη, πώς το έπαθε αυτό; Τη λυπάμαι, μα δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω εγώ! Να, τα ξύλα αυτά καρφώνω για να φτιάξω σπιτικό, για να μπω να μην κρυώνω και για να προστατευτώ. Δεν μπορώ τώρα να έρθω, θα το κάνω εν καιρώ. Πεταλούδα: Τα 'πε τα νέα τα θλιβερά στην μάνα, την δυστυχισμένη. Πώς της έλαχαν τέτοια παιδιά; Δεν ξέρει πια τι να περιμένει. Μάνα: Το καρφάκι που καρφώνει μες στο σώμα του να μπει κι έτσι ο γιος μου από δω και πέρα έτσι να προστατευτεί. Έχω ένα παιδί στα ξένα, είναι μακριά, μα πήγαινε γειτόνισσά μου στη μέλισσά μου τη γλυκιά.
  31. 31. Πεταλούδα: Πάει η γειτόνισσα τρεχάτη, βρίσκει τ' άλλο της παιδί με το νι και με το σίγμα όλα τα εξιστορεί. Έφτιαχνε εκείνη πίτες και κουράζονταν πολύ. Μέλισσα: Υποφέρει η μητέρα; Είναι άρρωστη βαριά; Μα τι κάνω εδώ πέρα; Γιατί δε μου το 'πατε πιο μπροστά; Έλα, γρήγορα καλή μου, στη μανούλα που πονά θα 'θελα φτερά να βγάλω για να βρίσκομαι σ' αυτήν σιμά. Πεταλούδα: Μόλις έφτασε κοντά της έπεσε στην αγκαλιά της και ευχή η μάνα δίνει: Μάνα: Να 'σαι πάντα ευτυχισμένο, παιδί μου αγαπημένο. Ο Θεός να σου χαρίζει προκοπή και ευτυχία. Ότι κάνεις στη ζωή σου να 'ναι γεμάτο ευλογία. Πεταλούδα: Αγκαλιάστηκαν οι δυο τους και έκλαιγαν από χαρά είχαν τώρα η μια την άλλη κι όλα ήτανε καλά. Αίσωπος: Κι έτσι πάμε σ' άλλον μύθο που 'ναι σ' όλους σας γνωστός. Μας μιλάει για το μυρμήγκι και τ' ανέμελο τζιτζίκι. ( τραγούδι ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας). Μια ημέρα όλο ήλιο μες στο δάσος το πυκνό το μικρό το μυρμηγκάκι κουβαλούσε φαγητό. Πεταλούδα: Ένας τζίτζικας τρελιάρης, ζαβολιάρης, σκανταλιάρης το βιολί του όλη μέρα έπαιζε και τραγουδούσε. Τραγούδι …… Τζίτζικας 1: Όμορφη που 'ναι η ζωή! Γλέντι, χαρά και ξενοιασιά εμπρός σύντροφοί μου καλοί χορό να στήσουμε στο πι και φι! Τζίτζικας 2: Μα τι κάνει εκεί το μικρό το μυρμηγκάκι; Πάνω στην πλάτη κουβαλάει ένα τόοοοσο δα σποράκι.
  32. 32. Τζίτζικας 3: Τι χαζό που ιδρωκοπάει και τη ζέστη δε λογάει! Ε! Γιατί τόση βιασύνη δουλευτάρη φιλαράκο; Στάσου λίγο να ξεκουραστείς και τραγούδι να μας πεις. Μυρμήγκι: Πού καιρός παιδιά για τέτοια;! Πλάκωσε δουλειά, πρέπει σπόρια να συνάξω πριν να 'ρθει η βαρυχειμωνιά. Τζίτζικας 1: Χα! Χα! Τι λες καημένε! Ο χειμώνας είναι μακριά. Έλα, γλέντησέ το τώρα, κι άφησέ το το μετά. Μυρμήγκι: Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. Κοίτα τζίτζικα κουτέ μην το μετανιώσεις και σαν έρθει ο χειμώνας θα πεινάς και θα παγώσεις. Πεταλούδα: Κι άλλα του 'πε το μυρμήγκι μα δεν άκουγε αυτός. Με τα άλλα τα τζιτζίκια τραγουδούσε διαρκώς. Τραγούδι ….. Πεταλούδα: Ώσπου... ήρθε ο χειμώνας και το κρύο το πολύ. Όλα τώρα είχαν παγώσει και με χιόνι έχουν σκεπαστεί. Μέσα στις φωλίτσες τους τα ζώα κρύφτηκαν καλά να περάσει ο χειμώνας και τα κρύα τα πολλά. Μόνο ο τζίτζικας γυρνούσε παγωμένος, μοναχός! Τζίτζικας: Πο, Πο! Κρύο, παγωνιά! Αχ! Και να 'χα ένα σπιτάκι, μια ζεστούλικη γωνιά! Και έχω και μια πείνα! Λέω να πάω στο μερμηγκάκι, κείνο θα με λυπηθεί. Κάτι θα 'χει να μου δώσει κι η κοιλίτσα να φουσκώσει. Πεταλούδα: Κι έτσι πήγε στο μυρμήγκι. Την πόρτα χτύπησε διστακτικά... Τζίτζικας: Τοκ, τοκ. Άνοιξε καλέ μου φίλε, σε παρακαλώ!
  33. 33. Μυρμήγκι: Ποιος την πόρτα μου χτυπάει και απ' τον ύπνο με ξυπνάει; Για να δω! Βρε καλώς το φιλαράκι! Τ γυρεύεις τζίτζικά μου, έξω με τέτοια παγωνιά; Τζίτζικας: Αχ! Μυρμήγκι μου καλό! Με τι λόγια να στο πω... να.... ξέμεινα από τροφή κι άμα δε με βοηθήσεις θα πεθάνω στη στιγμή. Μυρμήγκι: Δε θυμάσαι, τζίτζικά μου, που όταν το καλοκαίρι, εμείς δουλεύαμε σκληρά για να έχουμε την τροφή μας εσύ διασκέδαζες και μας περιγελούσες; Τώρα τι θέλεις; Είναι πια πολύ αργά. Ελπίζω αυτό να σου γίνει μάθημα για την επόμενη φορά. Πεταλούδα: Είπε το μυρμήγκι, και του 'κλεισε την πόρτα βιαστικά. Αίσωπος: Αν σκέφτεσαι λοιπόν, πάντα μόνο το παρόν, θα 'ρθει στιγμή στο μέλλον που θα το μετανιώσεις. Κι έτσι που λέτε ο τζίτζικας έφυγε σκυφτός, κι εμείς θα πάμε σ' άλλον μύθο που θα 'ναι διδακτικός κι αυτός. Η κουμπάρα η κυρά Μαριώ βγήκε βόλτα μες στο δάσος μήπως βρει κάνα λαγό. Αλεπού: Αχ! Τι κακό! Αχ! Τι κακό, έχω στομάχι αδειανό. Πού να βρω κάνα κοψίδι ή λαγό ή κουνελάκι ή κανένα παχουλό αρνάκι; Όσο κι αν έψαξα η κακομοίρα, τίποτα δεν ηύρα. Θες να πάω από πείνα; Α! Πα πα! Ούτε για αστείο. Τι θα γίνουν τέτοια νιάτα; Τέτοια ομορφιά και μπρίο; (Ακούγονται φωνές) Μα τι γίνεται εκεί πέρα; Σα ν' ακούω φασαρία. Τρέχω, τρέχω να κρυφτώ κι ύστερα τα νέα θα σας πω. ( Τρέχουν απ' το βάθος της σκηνής) Φούρναρης: Άτιμο πουλερικό! Γύρνα πίσω. Έλα εδώ. Αν σε πιάσω θα σε μαδήσω. Μπα, τι γίνεται εδώ; Μήπως είδατε παρακαλώ ένα άσχημο πουλερικό με ψωμί στο στόμα; Α! Δεν ξέρετε κι εσείς. Τέλος πάντων. Τι να γίνει! Θα ψάξω να το βρω.
  34. 34. ( Φεύγει. Ο κόρακας ανεβαίνει στη σκηνή. Εμφανίζεται η αλεπού.) Πεταλούδα: << Εδώ μπορώ να φάω το τυρί μου με την ησυχία μου>> σκέφτηκε το κοράκι που μόλις πρόλαβε να τη γλιτώσει και ν’ ανέβει πάνω σ' ένα δεντράκι. Αλεπού: Τι βλέπουνε τα μάτια μου; Τι όμορφη οπτασία! Ένα κοράκι να κρατεί στο στόμα του ένα ψωμί. Τι νόστιμο που φαίνεται! Λέτε να' ναι και ξεροψημένο; Μα κάτι πρέπει να σκεφτώ για να μπορεί να καταλήξει το ψωμάκι το καλό στο στομαχάκι μου εδώ. Χα! Το βρήκα! Ο! Ωραίο μου κοράκι. Τι όμορφο που είσαι! Σαν ήλιος λάμπει η ομορφιά σου. Για δείξε μου σε παρακαλώ λίγο τα φτερά σου! ( Το κοράκι ανοίγει τα φτερά του και κορδώνεται) Αλεπού: Ο! Μα τι μεγαλείο!Μπροστά σου το παγόνι δεν πιάνει μία. Αυτό μπορείς να το ξανακάνεις; Οοοο!!!! Μα είμαι σίγουρη πως όχι μόνο η θωριά σου μα κι η φωνή σου είναι πιο γλυκιά κι από αηδόνι. Αχ! Και να μπορούσα, να σ' άκουγα μια στάλα, σαν τη δική σου τη φωνή δεν έχουν πουλιά άλλα. Εμπρός, λοιπόν κόρακά μου, κάνε μου αυτή τη χάρη. Κόρακας: Κρα, κρα, κρα. Πεταλούδα: Κι όπως θα καταλάβατε τ' ανόητο κοράκι άνοιξε το στόμα του για να κελαηδήσει κι έτσι στο Greek το Idol νόμιζε πως θα ξεχωρίσει. Πεταλούδα: Πάνε λοιπόν τ' αβγά πάνε και τα πασχάλια! Έχασε και το ψωμί του απ' την αλεπού την πονηρή και τώρα απαρηγόρητο θρηνεί το έρμο το κοράκι (αποχωρώντας). Κόρακας: Κρα, κρα, κρα!
  35. 35. Πεταλούδα: Έτσι είναι! Αυτά παθαίνει όποιος παρασύρεται από την κολακεία. Ποντίκι: Αααααααα! Βοήθεια! Βοήθεια! Γάτος: Θα σε πιάσω βρομερό ποντίκι, που θα μου πας! (κυνηγιούνται) Χα! Κρύφτηκες στην τρύπα σου ε;! Καλά ας είναι για τώρα! Μα θα ξανάρθω αργότερα και τότε... Αίσωπος: Μάλλον θα καταλάβατε. Αυτός είναι ο γάτος που μια ζωή τα κυνηγά τα έρμα τα ποντίκια. Τι να κάνουνε κι αυτά; Σύναξη αποφάσισαν.. ( τραγούδι:Τα παπάκια- χορός) Κι αφού χορέψανε καλά... Ποντίκι 1: Δεν πάει άλλο φίλοι μου, παράγινε το κακό. Σχέδιο πρέπει να καταστρώσουμε άμα δε θέλουμε, να γίνουμε ψητό! Ποντίκι 2: Κι όλοι να καταλήξουμε στα δόντια του γάτου τα κοφτερά που σαν τα βλέπω, πώς τρομάζω! Δε νιώθω διόλου βολικά. Ποντικός 3: Και τι στ' αλήθεια να σκεφτούμε; Στέρεψαν οι ιδέες πια. (Μιλούν όλοι μαζί) Γέρο- ποντικός: Φτάνει! Κάντε ησυχία. Λύση δε θα βρούμε με τόση φασαρία. Όλα: Σωστά, σωστά. Ας σκεφτούμε! ( Κάθονται ή πηγαινοέρχονται σκεφτικά. Ένα ποντίκι μασουλάει ένα κομμάτι ψωμί)
  36. 36. Ποντικός 4: Βρήκα! Βρήκα μια ιδέα! Είναι σίγουρα απλή και η πλέον βολική. Γέρο- ποντικός: Για ν' ακούσουμε λοιπόν την ιδέα σου αυτή. Ποντικός 4: Τη γάτα για ν' ακούμε που αθόρυβα περπατεί στο λαιμό της να περάσουμε μια κουδούνα κρεμαστή. Σαν η γάτα πλησιάζει, εκείνη τότε θα μας ειδοποιεί. Όλα: Ο! Οοο! Μα τι μυαλό! Ποντίκι 1: Είσαι καταπληκτικός κι η ιδέα σου φανταστική. Σίγουρα είσαι πολύ σοφός! Όλα: Ναι! Ναι! Πολύ σοφός! Ποντικός 4: Ε! ( Ξεροβήχει) Ε! Καλά! Ας μην περιαυτολογούμε τώρα! Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο! Αν και η αλήθεια είναι πως μόνο ένα μυαλό σαν το δικό μου που στροφάρει συνεχώς, λύσεις μπορεί να δίνει διαρκώς. Είμαι έξυπνος, δε λέω, κι άμα θέλετε κι εσείς, στις επόμενες τις εκλογές πάω και για βουλευτής. Όλα: Οοοοο! Πάει και για βουλευτής! Γέρο- πόντικας: Καλά μας τα πες παλικάρι, που κίνησες και για βουλή. Η ιδέα σου στ' αλήθεια είναι μοναδική. Δε μας είπες όμως, παλικάρι μου καλό, ποιος την κουδούνα θα κρεμάσει στης γάτας το λαιμό; Μήπως εσύ; Όλα: Οοοο! ( Γυρνούν και κοιτούν το ποντικό 4) Ποντικός 4: Ε! Εεε! Ο-ο-όχι! Όχι εγώ! Κάτι τέτοιο αν πάω να κάνω σίγουρα ο γάτος θα με φάει ζωντανό! Όχι, όχι, δεν μπορώ εγώ. Γέρο- πόντικας: Τότε παλικάρι μου, πρόσεχε τι προτείνεις! Πώς θες να κάνουν
  37. 37. Τότε οι άλλοι, αυτό που δεν μπορείς εσύ; Οι ιδέες είναι μόνο τότε καλές όταν είναι και εφαρμόσιμες. Αλλιώς είναι άχρηστες. Αίσωπος: Έτσι, έληξε άκαρπη η συνεδρίαση των ποντικών. Όσο για μας φτάνουν για σήμερα τα παραμύθια. Ίσως συνεχίσουμε με το καλό τον άλλο τον Ιούνιο. Και τώρα αγαπητοί γονείς, φίλοι, συμμαθητές και συγγενείς ήρθε η ώρα να σας αποχαιρετήσουμε. Συγγνώμη αν με τα προβλήματά μας έτυχε, ίσως λίγο και να σας ζαλίσουμε. Πεταλούδα: Μες απ' τους μύθους του Αισώπου- και όχι μόνο αυτούς- μαθαίνουμε για τις αξίες που πρέπει να 'χουν την πρώτη θέση στη ζωή μας. Πεταλούδα: Μακριά απ' την αλαζονεία, την περηφάνια και τον κομπασμό! Πεταλούδα: Μακριά από την κολακεία που μόνο στ' αυτιά μας κάνει καλό. Πεταλούδα: Αγάπη στους γονείς μας στ' αδέρφια και στους συγγενείς μας. Πεταλούδα: Αγάπη στους ανθρώπους όλους και σεβασμό και ανοχή για να κάνουμε τη γη μας μια αγκαλιά γλυκιά, ζέστη. Αίσωπος: Μ' ένα τραγούδι που θα πούμε θα κλείσει τούτη η γιορτή κι ευχόμαστε του χρόνου πάλι να 'μαστε σε τούτη τη σκηνή. ( Τραγούδι "φτιάξε το δικό σου παραμύθι")
  38. 38. ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΨΩΜΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (Μουσική από τη « Λίμνη των κύκνων». Μπαίνουν έξι νεράιδες αφηγητές χορεύοντας.) Αφηγητής: Μες στα βάθη των καιρών Πλέχτηκε μια ιστορία. Δε θυμάμαι να σας πω Αλήθεια αν ήταν ή… μυθολογία. Ήταν κάποτε που λέτε Ένας άρχοντας σοφός Που ‘χε γνώση, καλοσύνη Κι ήταν άνθρωπος καλός. Είχε ταίρι διαλεχτό Μ’ ομορφιά, με χάρη Και όλοι εμιλούσανε για της Αρετής τα κάλλη. Αγάπη είχανε βαθειά Νοιαζόταν εις τον άλλον.
  39. 39. Κι όλες τις χάρες θα ‘λεγες Αυτοί τις έχουν μάλλον. Μα ένας καημός τους έτρωγε Μαράζων’ η καρδιά τους Ένα παιδάκι δεν μπορούν να ‘χουν στην αγκαλιά τους. Άρχοντας: Μη χάνεις τις ελπίδες σου καλή μου. Είμαι σίγουρος, πως θα ‘ρθει η στιγμή να χαρούμε κι εμείς στην αγκαλιά μας ένα μωράκι. Αρχόντισσα: Δεν παύω να ελπίζω, καλέ μου. Απλά… να…. Περιμένω και περιμένω. Αφηγητής: Γλυκά την παρηγόραγε Της έδινε κουράγιο Πίστη να έχει στην καρδιά Και όλα θα πήγαιναν καλά Κι ήρθε η μέρα η καλή Καλή και ευλογημένη Που ο Θεός τους χάρισε ένα όμορφο μωράκι.
  40. 40. Αρχόντισσα: Κοίτα! Κοίταξε πως χαμογελάει! Το πρόσωπό του είναι σαν ήλιος. Τα μαγουλάκια του σαν τριανταφυλλένια βουναλάκια. Τα μάτια του μια θάλασσα πλατιά. Άρχοντας: Είναι υπέροχος! Το πιο γλυκό μωρό του κόσμου. Υπηρέτρια: Άρχοντα μου, ήρθανε φίλοι και γνωστοί να σας συγχαρούν για το νεογέννητο. Άρχοντας: Ας περάσουνε, παρακαλώ, Κ. και κα. Μαντά: Καλή σας μέρα άρχοντές μου. Κα Μαντά: Ήρθαμε αμέσως με χαρά Για να σας συγχαρούμε. Υγεία και ευλογία στο μωρό Θέλουμε να ευχηθούμε. Κ. Μαντάς: Να σας ζήσει. Να ‘ναι γερό και ευτυχισμένο. Άρχοντας: Σας ευχαριστούμε για τα καλά σας λόγια και τις ευχές σας. Καθίστε να γιορτάσετε μαζί μας.
  41. 41. Υπηρέτρια: Άρχοντά μου ήρθαν ο κ. και η κα. Κατακουζινού. Κ. και κα. Κατακουζινού: Τα σέβη μου άρχοντα κι αρχόντισσά μου. Κ .Κατακουζινός: Να ‘μαστε κι εμείς άρχοντα μου Να δώσουμε θέλουμε ευχές ολόψυχες για το μικρό σας Που είναι τώρα πια, ο πιο μεγάλος θησαυρός σας. Κα. Κατακουζινού: Εγώ θα ‘θελα στο νεογέννητο να ευχηθώ να γίνει άνθρωπος σωστός να ‘χει αγάπη στην καρδιά του. Όλη του η ζωή να είναι μια προσφορά. Προσφορά αγάπης. Κι όσο περισσότερη δίνει, τόση περισσότερη να παίρνει. Άρχοντας: Ευχαριστούμε από καρδιάς, αγαπημένοι φίλοι. Οι ευχές σας, μας δίνουν χαρά και ευτυχία. Να ‘στε όλοι καλά. Και μιας και είμαστε εδώ όλοι μαζί, θα θέλαμε να σας ανακοινώσουμε και το όνομα του παιδιού. Αποφασίσαμε να το ονομάσουμε Ευτύχη, γιατί η ευτυχία που μας χάρισε είναι πολύ μεγάλη. Όλοι: Να ζήσει! Να ζήσει!
  42. 42. Άρχοντας: Και τώρα ας γιορτάσουμε! Ν’ αρχίσει η μουσική και ο χορός. ( Μουσική εποχής- Αρχίζουν να χορεύουν.) Αφηγητής: Έτσι πέρασαν οι χρόνοι Και μεγάλωνε ο μικρός Και τον αγαπούσαν όλοι Μα… κακόμαθε αυτός. Αρχόντισσα: Έλα αγάπη μου. Φάε λίγο. Μόνη μου σου έφτιαξα τη σουπίτσα. Πρέπει να δυναμώσεις από το κρύωμα. Μικρός: Δε θέλω σου είπα και τελείωσε. Πάρε αυτήν την αηδία από μπροστά μου. Αρχόντισσα: Γιατί μιλάς έτσι καρδούλα μου; Μικρός: Γιατί έτσι θέλω, Και θέλω να πας τώρα και να μου κάνεις κοτόπουλο με πατάτες. Τώρα. Γιατί πεινάω Άρχοντας: Τι γίνεται εδώ; Τι είναι αυτές οι φωνές; Άκουσα καλά Ευτύχη; Απαιτείς και διατάζεις τη μητέρα σου; Μπορείς νομίζω να δείξεις λίγο σεβασμό. Μικρός: Ωχ, βρε μπαμπά! Πάλι κήρυγμα θα ‘χουμε; Τι θες κι εσύ;
  43. 43. Άρχοντας: Θέλω να δείχνεις σεβασμό. Στους γονείς σου πρώτα και σ’ όλο τον κόσμο μετά. Μικρός: Ουφ! Καλά. Όλο αυτά ακούω. Ευτύχη, να σέβεσαι τον εαυτό σου. Ευτύχη, να σέβεσαι τους ανθρώπους. Ευτύχη, να σέβεσαι το περιβάλλον. Ευτύχη αυτό, Ευτύχη το άλλο. Βαρέθηκα. Κι εσείς και οι δάσκαλοί μου, όλο τα ίδια λέτε. Παιδιά: Ευτύχη! Ευτύχη! Θα ‘ρθεις να παίξουμε; Μικρός: Μπα! Βαριέμαι να κατέβω κάτω. Ελάτε εσείς καλύτερα επάνω να παίξουμε. 1ο Παιδί: Τέλεια…! Ερχόμαστε! (Ανεβαίνουν) Καλησπέρα σας. Τι κάνετε; Τι λες να παίξουμε Ευτύχη; Μικρός: Τι να παίξουμε; Ωχ! Καημένε! Δε βλέπεις γύρω σου; Έχω ένα σωρό παιχνίδια. Αλλά που να ξέρεις εσύ; Έχεις δει ποτέ σου τόσα παιχνίδια; 2ο Παιδί: Ευτύχη, ήρθαμε εδώ πέρα να παίξουμε κι όχι να μας προσβάλλεις. Αν συνεχίσεις έτσι θα φύγουμε.
  44. 44. Μικρός: Καλά ντε! Μην παρεξηγήστε τόσο εύκολα. Να! Έχω τόσα παιχνίδια. Διαλέξτε ό,τι θέλετε να παίξουμε. Εμένα δε με νοιάζει. Τα βαρέθηκα όλα. 1ο Παιδί: Είσαι πολύ τυχερός, Ευτύχη. Άλλα παιδιά στη θέση σου θα πετούσαν απ’ τη χαρά τους μ’ όλα αυτά. 2ο Παιδί: Πως είναι δυνατόν να λες ότι τα βαριέσαι; Είναι τόσο υπέροχα όλα! Αφού όμως τα βαρέθηκες, γιατί δεν τα δίνεις σε κανένα φτωχό παιδάκι, που θα χαιρόταν να τα έχει δικά του; Μικρός: Γιατί είναι δικά μου. Και δεν τα δίνω σε κανένα. 1ο Παιδί: Νομίζω πως δεν έχω καμιά όρεξη πια για παιχνίδι. Πάμε να φύγουμε Κατερίνα; 2ο Παιδί: Πάμε! Γιατί ούτε κι εγώ θέλω τώρα πια να παίξω μαζί του. Παιδιά: Γεια σου, Ευτύχη. Μικρός: Ε! Μη φεύγετε. Μη μ’ αφήνετε μόνο μου. Μαμά, είδες; Έφυγαν. Και τώρα τι θα κάνω εγώ μόνος μου;
  45. 45. Αρχόντισσα: Βλέπεις αγόρι μου; Βλέπεις τι κατάφερες με την αγένεια και την άσχημη συμπεριφορά σου; Αυτό είναι το τίμημα , αγόρι μου, όταν δεν φερόμαστε καλά στους άλλους. Η απομόνωση, Ευτύχη μου, η απομόνωση. Αφηγητής: Αυτά κι άλλα πολλά του είπε η μητέρα. Μα όμως με τον Ευτύχη της δεν μπόραε να τα βγάλει πέρα. Πέρασαν χρόνοι και καιροί Μεγάλωσε το παλικάρι Κι έγινε νιος λεβέντης Κι όλοι τον καμαρώνανε, όλοι τονε θαυμάζανε για την κορμοστασιά του και τα πλούτη. Αφηγητής: Είχε του κόσμου τα καλά Είχε ό,τι η καρδιά του επιθυμούσε Μα εκείνος ήταν δυστυχής Τίποτα δεν τον ικανοποιούσε. Ευτύχης: Τι ‘ναι αυτά τα φαγητά; Πάρτε τα μακριά μου. Μυρίζουν απαίσια, μου κάνανε να χάσω την όρεξή μου. Υπηρέτης: Μα κύριε μου. Τα ίδια είπατε και χτες και προχτές. Το φαγητό είναι φτιαγμένο απ’ τα πιο καλά και
  46. 46. φρέσκα υλικά. Το ‘χουν φτιάξει οι καλύτεροι σεφ της πολιτείας. Σας παρακαλώ. Δοκιμάστε, έστω και λίγο. Ευτύχης: Δε θέλω τίποτε. Πάρτε τα γρήγορα από ‘δω. Υπηρέτης: Ότι πεις αφέντη. Αφηγητής: Έτσι το αρχοντόπουλο, έρεβε μέρα με τη μέρα, γινότανε παράξενος, ανήσυχος, γκρινιάρης και τίποτα στο στόμα του δεν δέχονταν να βάλει. Αφηγητής: Πολλοί γιατροί κατέφθασαν τη γνώμη τους να πούνε Μα μες τα βάθη της καρδιάς δεν μπόραγαν να μπούνε. Του ‘δωσαν χίλια γιατρικά, είπαν πολλές ιδέες, Μα όλα ήταν άσκοπα γιατί χαρά δεν φέρναν. Αφηγητής : Σ’ όλη την πολιτεία απλώθηκε το νέο Και όλοι συζητάγανε για το αρχοντόπουλο που ‘χε μελαγχολία. ( Μια παρέα παιδιών μπαίνει στη σκηνή και χορεύει).
  47. 47. Κορίτσι: ( Μπαίνει τρέχοντας) Ε! Παιδιά, γεια σας. Τι γίνεται εδώ; Το ρίξατε βλέπω στο χορό! Αγόρι 3ο: Τι να κάνουμε; Κέφια έχουμε στο χορό το ρίξαμε. Κορίτσι: Μπράβο βρε παιδιά! Πάντα τέτοια! Αλήθεια τα μάθατε τα νέα για τον Ευτύχη; Αγόρι 1ο: Ποιος δεν τα έμαθε! Όλοι για τον Ευτύχη μιλάνε. Αγόρι 2ο: Ευτύχης μόνο στο όνομα. Έτσι που τα κατάφερε!! Κορίτσι: Άκουσα, πως τα πράγματα, δεν πάνε καλά. Οι γιατροί είπανε πως έχει μια παράξενη ανορεξία. Του φέρνουν λέει « και του πουλιού το γάλα»μα αυτός τίποτα! Αγόρι 3ο: Τι τα θες καημένη; Τα έχει όλα στη ζωή του. Αυτό όμως που του λείπει είναι η ανθρωπιά και ένας σκοπός, που θα τον κάνει να αισθάνεται χρήσιμος. Αγόρι 1ο: Πάντα τέτοιος ήτανε. Εγωιστής και αγενής. Αγόρι 2ο: Αδιάφορος για τις ανάγκες των άλλων. Αγόρι 3ο: Κι έτοιμος να προσβάλλει και να μειώσει ακόμα και τους φίλους του. Κορίτσι: Ευτυχώς, που εμείς, αν και δεν έχουμε τα πλούτη του έχουμε ο ένας τον άλλον και κάνουμε μια χαρούμενη παρέα.
  48. 48. Μοιραζόμαστε τις λύπες μας και τις χαρές μας. Γελάμε, μαλώνουμε, μονιάζουμε, διασκεδάζουμε. Αυτός τι έχει απ’ όλα αυτά; Τίποτα! Αγόρι 1ο: Δεν τα’ αφήνουμε όλα αυτά λέω, να πάμε καμιά βόλτα με τα ποδήλατα στην εξοχή; Αγόρι 2ο: Λοιπόν, θα κάνουμε αγώνες. Κι όποιος βγει τελευταίος κερνάει τους χυμούς. Αγόρι 3ο: Εμπρός, φύγαμε! Αφηγητής: Ο άρχοντας κι η αρχόντισσα λιώναν από τον καημό τους να βλέπουν το λεβέντη τους, να ‘ναι δυστυχισμένος. Άρχοντας: Τι θα κάνουμε καλή μου; Πως θα βοηθήσουμε το παλικάρι μας; Αρχόντισσα: Δεν ξέρω. Δεν ξέρω κι υποφέρω και εγώ μαζί του. Ας έδινε ο Θεός μια λύση. Άρχοντας: Υπομονή! Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι υπομονή.
  49. 49. Αφηγητής: Κι όταν η ελπίδα χάθηκε κι όλοι νομίζανε πως γιατρειά δεν είχε ένας γεράκος έτυχε, σοφός και διαβασμένος, να περνάει από κείνα τα μέρη. Γνώριζε βότανα πολλά κι ήξερε κι από γιατρικά. Ευθύς τον φέρανε οι άμοιροι γονείς το παλικάρι τους να δει και τη γνώμη του να πει. Γέρος: Καλή σου μέρα, αρχοντόπουλό μου. Άκουσα πολλά για σένα, κι ήρθα να σε δω. Τι μπορώ να κάνω για σένα παιδί μου; Ευτύχης: Να μου γιατρέψεις την κακοκεφιά και την ανορεξία. Δεν έχω κέφι για τίποτα, δε θέλω να φάω τίποτα, δε θέλω να βλέπω κανένα. Γέρος: Μήπως, άρχοντά μου, κουράζεσαι πολύ; Ευτύχης: Τι λες γέροντα; Όλη μέρα είμαι αραγμένος στο σπίτι και δεν κουνάω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι.
  50. 50. Γέρος: Τότε… μήπως σε τυραννούν οι έγνοιες και οι σκοτούρες του λαού σου; Ευτύχης: Ε, όχι δα! Εγώ ζω ξένοιαστος, και καρφάκι δεν μου καίγεται για κανέναν. Γέρος: Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ‘χεις; Ευτύχης: Όχι, όχι! Δεν υπάρχει τίποτα που να το επιθυμήσω και να μη γίνει αμέσως δικό μου. Ότι θέλω το έχω. Γέρος: Χμμμ…! Άκου άρχοντα μου. Όπως βλέπω, δεν έχεις τίποτε σοβαρό. Αυτό που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι. Αν μπορέσεις να το ‘χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς. Άρχοντας: Θα δώσω αμέσως διαταγή σ’ όλους τους φουρνάρηδες της περιοχής να ζυμώσουν και να ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου». Αφηγητής: Έτσι κι έγινε. Κι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά,

×