Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.

ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΡΗΜΑΤΩΝ

158,794 views

Published on

Περιέχει παράγωγα βασικών ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής

Published in: Education
  • Dating for everyone is here: ♥♥♥ http://bit.ly/2Qu6Caa ♥♥♥
       Reply 
    Are you sure you want to  Yes  No
    Your message goes here
  • Sex in your area is here: ❶❶❶ http://bit.ly/2Qu6Caa ❶❶❶
       Reply 
    Are you sure you want to  Yes  No
    Your message goes here

ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΡΗΜΑΤΩΝ

  1. 1. ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΡΗΜΑΤΩΝ επιλογή, επιμέλεια: Μονοχρήστου Χρυσόστομος, φιλόλογος ἀγγέλλω άγγελμα, επάγγελμα, παράγγελμα, διάγγελμα, εισαγγελέας ἀγείρω αγορά, αγύρτης, ομήγυρη, πανήγυρη, συναγερμός, ἀγορεύω ρητός, άρρητος, απόρρητος, κατήγορος, συνήγορος, δικηγόρος, ετυμηγορία ἄγω αγωγή, δι-,επ-,παρ-,προ-,συν-,απαγωγή, αγωγός, παιδαγωγός, αγώνας, άγημα, αγέλη, ακτίνα, άμαξα, άξονας, άξιος, παρείσακτος, προακτέον, λοχαγός, στρατηγός, χορηγός, ουραγός, ξεναγός, πλοηγός, ανάγωγος, σύναξη, συναξάριον, παρθεναγωγείο, υδραγωγείο, καταγώγιο, οδηγός, αρχηγός αἱρέω-ῶ αίρεση, αν-, αφ-, δι-, καθαίρεση, διαιρέτης, αιρετός, εξαίρετος, αιρετικός, αυθαίρετος, αναφαίρετος αἴρω άρδην, αρτηρία, μετέωρος, αιώρα, έρανος, άρση, έπαρση, έξαψη, άρτος(αρτός=σηκωτός), ανταρσία ἀκούω ακοή, υπήκοος, αυτήκοος, ανήκουστος, βαρήκοος, ακουστικός ἁλίσκομαι άλωση, ευάλωτος, αιχμάλωτος ἀναλίσκω= ἀναλόω- ῶ ανάλωση, ανάλωμα, παρανάλωμα, κατανάλωση, καταναλωτής ἀνέχω, ἀνέχομαι ανοχή, ανακωχή, ανεκτός, ανεξίκακος, ανεξιθρησκία, ανεκτικός ἀξιόω-ῶ αξίωμα, αξιωματικός, αξίωση ἅπτω αφή, αψίδα, αψιμαχία ἁρμόττω=ἁρμόζω αρμοστής, ανάρμοστος, αρμονία, αρμόδιος, εφαρμογή, προσαρμογή ἀρτάω-ῶ αρτάνη = θηλιά, αν-, προσ-, εξ-, συνάρτηση, ανεξαρτησία ἄρχω αρχή, αρχαίος, αρχείο, αρχικός, έπαρχος, ναύαρχος, ύπαρχος, λυκειάρχης, άρχοντας, υπαρκτός, αναρχία, έναρξη, αρχίατρος, αρχιτέκτονας, αρχιφύλακας βαίνω βάση, βήμα, βάσιμος, διάβημα, βαθμός, βάθρο, βακτηρία, βατός, πρόβατο, βάδην, βωμός, διαβατήριο, βέβηλος, ανέβασμα, βατήρας, ανεβατό, διαβήτης, βαθμίδα, ανα-, δια-, επι-, ορειβάτης βάλλω απόβλητος, ανυπέρβλητος, βαλάντιο, βαλβίδα, βέλος, βελόνη, βόλος, διάβολος, περίβολος, επήβολος, δισκοβόλος, εμβόλιο, εμβόλιμος, βολή, ανα-, απο-, προ-, διαβολή, εμβολή, βλήμα, έμβλημα, μεταβλητός, διαβλητός, αναβλητικός, καταβολάδα, πρόβλημα, προβολέας βιάζομαι βιασμός, βιαστικός, απαραβίαστος, βιάση, βιασύνη βιβρώσκω βρώση, διάβρωση, βρώμα, αιμοβόρος, βορά βουλεύω βουλευτής, βουλευτήριο, βούλευμα, σύμβουλος βούλομαι βούληση 1
  2. 2. γίγνομαι γένεση, γενιά, γένος, ευγενής, αγενής, γηγενής, γενέθλιος, γνήσιος, γονέας, γόνος, απόγονος, εγγονός, επίγονος, γενέτειρα, ενδογενής, δευτερογενής γιγνώσκω γνώμη, διάγνωση, συγνώμη, γνωμικό, γνωστός, αγνώμων, ανάγνωσμα, αναγνωστικό γνωρίζω αναγνώριση, γνώρισμα, αγνώριστος γράφω γραφή, γραφικός, γραφείο, γραφέας, γραμματικός, γραμματέας, γραμμή, γραμμική, γράμμα, γραπτός, αντίγραφο, περιγραφή, γράψιμο, δέδοικα ή δέδια δέος, δειλός, δεινός, δεισιδαίμονας, δεισιδαιμονία δείκνυμι ή δεικνύω απόδειξη, παρά-, υπόδειγμα, δείγμα, ένδειξη, δείκτης δέχομαι απο-, παρα-, δια-, υποδοχή, δεξιός, δεξαμενή, δοκός, δεκτός, δοχείο, ακατάδεκτος, αναδεξιμιός δέω-δέομαι δέηση, ενδεής δέω-ῶ δέσιμο, σύνδεση, υπόδεση, δεσμός, δεσμώτης, δεσμωτήριο, υπόδημα, δούλος, δέσμη, δεσμίδα, δέμα, αλληλένδετος, κομπόδεμα, λαιμοδέτης δηλόω-ῶ δήλωση, δηλωτικός, αδήλωτος, διαδήλωση, δηλαδή δίδωμι δόση, δώρο, προδοσία, παρά-, μετά-, κατάδοση κτλ, ανέκδοτος, διάδοση, αιμο-, κατα-, φωτο-, τροφο-, πληροφοριοδότης, εκδότης, έκδοση, εκδοτικός δοκέω-ῶ δόξα, δόγμα, δογματικός, δοκιμή, δοκίμιο δράω-ῶ δράμα, δραστήριος, δραστικός, δράστης, αδρανής δύναμαι δύναμη, αδυναμία, δυνάστης, δυναμικός, δυναμίτης δύω δύση, ανά-, κατά-, έν-, διείσδυση, άδυτος, αποδυτήριο, δύτης, ένδυμα, δυτικός, ντύσιμο ἐγείρω έγερση, διεγερτικός, εγερτήριο, εγρήγορση, Γρηγόρης, γρήγορος, γρηγοράδα εἰκάζω εικασία, απείκασμα, εικαστικός, είκασμα εἰμί ουσία, ουσιώδης, απουσία, εξουσία, παρουσία, ετεόςετυμολογία, ουσιαστικός εἶμι ιταμός, ανεξίτηλος, εισιτήριο, εξιτήριο, ισθμός, αμαξιτός, προσιτός, απρόσιτος, οδός, είσοδος, πρόσοδος, μέθοδος, ἐλαύνω προέλαση, σφυρήλατος, ελατήριο, απελάτης, έλασμα, επέλαση, ιχνηλάτης, κωπηλάτης, στρατηλάτης, παρέλαση, ποδήλατο ἐπίσταμαι επιστήμη, επιστήμονας, επιστητό, επισταμένως ἔρχομαι ελεύθερος, έλευση, συνέλευση, διέλευση, ερχομός, προσηλυτισμός ἔχω έξη, μέθεξη, εξής, καχεξία, εφεξής, σχολή, σχολείο, σχόλασμα, σχεδόν, σχέδιο, οχυρό, σχήμα, κατάσχεση, εκεχειρία, ανθεκτικός, προσεκτικός, περιεκτικός, 2
  3. 3. συνεκτικός, ένοχος, κάτοχος, μετοχή, ανακωχή, εχέμυθος, εκτός, ακατάσχετος, άσχετος, συνεχής, κληρούχος, πολιούχος, ραβδούχος ζήω-ῶ ζωή, ζωηρός, ζωτικός, ζώο, ζωικός, ζωύφιο, ζώδιο, ζωντόβολο, ζωντανός, ζωντάνια, ζήση, ζήσιμο ἡγέομαι-οῦμαι ηγεμόνας, εισηγητής, υφηγητής, ηγέτης, άγημα, διήγημα, ανεκδιήγητος, ηγούμενος ἥκω προσήκον, καθήκον θνῂσκω θάνατος, θανατικό, θνητός, αθάνατος, θνησιμότητα, πεθαμός, θανάσιμος θύω θύμα, θυσία, θυμός, θυμέλη, θείο, θύτης ἵημι άνεση, άφεση, έφεση, σύνεση, εφέτης, χειραφέτηση, κάθετος, εγκάθετος, ένεση, αφετηρία, άνετος, δίεση, ύφεση ἱκνέομαι-οῦμαι ικέτης, άφιξη, ικανός, προίκα, ίχνος, εφικτός, ανέφικτος ἵστημι στάση, ανά-, κατά-, διά-, μετά-, παρά-, αντί-, περί-, απόσταση, στήλη, στηλίτης, στήθος, στηλιτεύω, στάδιο, στάθμη, σταυρός, διάστημα, ανάστημα, παράστημα, επιστάτης, αποστάτης, επαναστάτης, ιστός, ιστίο, επιστητός, σταθερός, ανάστατος, ανυπόστατος, σταθμός, αναντικατάστατος, στατικός, στάσιμο, στασίδι, εικονοστάσι, εμπεριστατωμένως καθαίρω κάθαρμα, κάθαρση, καθάρσιο, καθαρτήριος, ακάθαρτος καλέω-ῶ κλήση, ανά-, έκ-, παρά-, πρό-, προσ-, μετά-, επί-, σύγκληση, κλητήρας, έγκλημα, εκκλησία, κλητός, έκκλητος, σύγκλητος, αυτόκλητος, κάλεσμα, παρακάλια, παρακαλεστός κεῖμαι κειμήλιο, κοίτη, κοιτίδα, κοιτώνας, θέση, διάθεση, αντίθεση, κατάκοιτος κεράννυμι κράμα, κράση, κρατήρας, άκρατος, εύκρατος, κρασί κρίνω κρίση, κρίσιμος, ανά-, από-, επί-, διάκριση κτλ. κριτής, κριτήριο, κριτικός, πρόκριτος, έγκριτος, ευκρινής, το κρίμα, προκριματικός λαγχάνω λήξη, λαχνός, λαχείο λαμβάνω λήμμα, λήψη, ανά-, κατά-, σύ(ν)λ-, πρόσληψη, λαβή, παραλαβή, απολαβή, χειρολαβή, λάφυρο, συλλήβδην, παραληπτός, θρησκόληπτος, εργολάβος, εργολήπτης, δικολάβος λανθάνω λήθη, λάθρα, λαθραίος, αληθής, λησμοσύνη, λήθαργος, λάθος, λήσμων, αλάθητος λέγω - συλλογή, εκλογή, σύλλογος, κατάλογος, εκλογέας, εκλεκτός, επίλεκτος, δύσλεκτος, δυσλεξία, επιλογή, διαλογή, αρχοντολόι, σκυλολόι, κουβεντολόι, ανθολογία, μορφολογία, φτωχολογιά - λέξη, λεκτικός, (λέσχη), λόγος, θεολόγος, λογύδριο, λογικός, ρήμα, ρήτορας, ρήση, αντίρρηση, έπος, καλλιέπεια, απόρρητος, λογάς, ανείπωτος, κοντολογής, λεγάμενος λείπω διάλειμμα, έλλειμμα, ελλιπής, λιποταξία, λοιπός, υπόλοιπο, έλλειψη, έκλειψη, 3
  4. 4. λείψανο, αδιάλειπτος, υπόλειμμα, λειψός λύω λύση, ανά-, από-, διά-, κατάλυση, διαλύτης, αναλυτικός, άλυτος, απολυτήριο, κατάλυμα, καταλύτης, απολυτίκιο, ξυπόλυτος μανθάνω μάθηση, μαθητής, μάθημα, μαθηματικός, αμαθής, πολυμαθής μέμφομαι μεμπτός, άμεμπτος, μομφή, μεμψιμοιρία μένω μονή, δια-, παρα-, επι-, υπο-, εμμονή, μόνος, μόνιμος μιμνῄσκω μνήμη, μνημονικός, μνημόσυνο, μνημόνιο, μνήμα, υπόμνημα, μνημείο, μνημούρι, αείμνηστος, ανάμνηση, υπόμνηση μνημονεύω απομνημόνευση, απομνημονεύματα νέμω νόμος, νομικός, νόμιμος, παιδονόμος, διανομή, κατανομή, νέμεση, Νέμεια, νομός, νομάς, νομάδες, σύννομος, διανομέας νοέω-ῶ νόηση, κατανόηση, δια-, παρα-, επι-, συνεννόηση, νοητός, ανόητος, απρονόητος, μετάνοια, άνοια, διάνοια, παράνοια, υπόνοια, νόημα, επινόημα, νοήμων, δυσνόητος, νοητικός νομίζω νόμισμα οἶδα ιστορία, ειδήμων, συνείδηση, συνειδητός, ασυνείδητος, είδηση, ειδικός, είδος, είδωλο, ειδύλλιο ὄλλυμι «εξώλης και προώλης», όλεθρος, ολέθριος, πανωλεθρία, απώλεια ὁράω-ῶ όραμα, πανόραμα, οραματιστής, ορατός, αόρατος, αυτόπτης, επόπτης, είδος, είδωλο, ειδύλλιο, ιδέα, οφθαλμός, όψη, κάτοψη, πρόσοψη, ύποπτος, κάτοπτρο, οπή, όραση, όφις, ιδανικός, ιδεώδης, ιδεατός ὁρίζω αόριστος, διορισμός, εξόριστος, ορισμός, αφορισμός, οριστικός, προσδιορισμός πάσχω πάθημα, πάθος, πένθος, νηπενθής(=χωρίς πένθος), πάθηση, ποθητός, παθητικός, πολυπαθής, παθιάρης πείθω πειθώ, πεποίθηση, πείσμα, πειστικός, πιθανός, πιστός, πειστήριο, αμετάπειστος πειράομαι-ῶμαι πείραμα, πειρασμός, πείραγμα, πειραχτήρι πέμπω πομπή, πομπός, προπομπός, ψυχοπομπός πίπτω πτώμα, πτώση, προπετής, περίπτωση, σύμπτωση, πέσιμο, ξεπεσμός, σύμπτωμα πλέκω πλέγμα, σύμπλεγμα, πλέξιμο, πλεκτός, επι-, περι-, εμπλοκή, πλοκή, πλεκτάνη, πλοκάμια, δολοπλόκος, περίπλοκος, πλεξούδα πλέω πλοίο, διάπλους, παράπλους, πλωτήρας, πλόιμος, πλωτός, πλεύση ποιέω-ῶ ποίημα, ποίηση, μετα-, παρα-, αντι-, περι-, απο-, εκ-, προσποίηση, ποιητής, ποιητικός, χειροποίητος, προσποιητός, αχειροποίητος πολιτεύω πολιτεία, πολίτευμα, συμπολιτεία, πολιτευτής, συμπολίτευση, αντιπολίτευση 4
  5. 5. πράττω πράγμα, απράγμων, πολυπράγμων, πράξη, πράκτορας, άπρακτος, πρακτικός, εισπράκτορας, πραγματικότητα ῥέω ρεύμα, ροή, απόρροια, ρους, χείμαρρος, ρυθμός, ρυθμικός, ρείθρο, ρευστός, καταρροή ῥήγνυμι ράχη, ρήγμα, άρρηκτος, ρήξη, καταρράκτης, ραγάδα, ρηξικέλευθος, ρωγμή, αδιάρρηκτος, διάρρηξη σέβω σεμνός, ευσεβής, ευσέβεια, ασέβεια, σεπτός, σεβασμός, σέβας σείω σεισμός, διάσειση σημαίνω σήμαντρο, ασήμαντος, σήμανση, σημαντικός, σημασία σκοπέω-ῶ σκοπιά, σκοπός, σκόπιμος, σκόπελος, ανα-, επισκόπηση, σκέψη, απρόσεκτος, απερίσκεπτος, επί-, διάσκεψη σπένδω σπονδή, παρασπονδία, άσπονδος, ομόσπονδος στέλλω στόλος, στολή, αναστολή, κατά-, περι-, δια-, αποστολή, επιστολή, απόστολος σύρω συρμός, διασυρμός, συρφετός, σύρτης, συρτός, συρτάρι σχίζω σχιστός, σχισμός, σχίσμα, πολυσχιδής σῴζω σώμα, σώος, σωτήρας, άσωτος, διάσωση, Σωκράτης τάττ(σσ)ω τάγμα, σύνταγμα, πρόσταγμα, ταγός, τακτός, τακτικός, προστακτική, τάξη, ταξίδι, επίταξη, παρά-, σύνταξη, ταγάρι, δια-, επι-, προσ-, υπο-, δια-, συνταγή, τάξιμο, τάμα, τάγμα, νομοταγής τείνω τάση, έν-, επί-, παρά-, έκταση, ταινία, τόνος, έντονος, βαρύτονος, οξύτονος, τέτανος, ατενώς, εκτενής τέμνω ταμίας, τέμενος, τμήμα, τομέας, τομή, ατομικός, τόμος, υλοτόμος, απότομος, σύντομος τίθημι νομοθέτης, θέση, ανά-, παρά-, αντί-, επίθεση κ.ά., θέμιδα, θεσμός, θηκάρι, συνθήκη, θεμέλιο, πρόσθετος, σύνθετος, επίθετο, θέμα, ανάθεμα, ταξιθέτης τρέπω τροπή, ανα-, υπο-, επιτροπή κ.ά, τρόπαιο, αποτρόπαιος, τρόπος, αποτροπή, τροπάρι, ανατροπέας, ευτράπελος, επιτρεπτός, ανεπίτρεπτος, αναπότρεπτος, ντροπή, αδιάντροπος τρέχω τροχός, τροχιά, τροχαλία, δρομέας, καταδρομέας, εκδρομή, διαδρομή, πρόδρομος, δρόμος, τροχαίος, συνδρομή, τράχηλος, τροχάδην, τρέξιμο, τρεχάλα, τρεχαντήρι, τρεχάματα τυγχάνω τύχη, ευτυχία, δυστυχία, ατυχία, τυχαίος, τυχερός, επίτευξη, συνέντευξη, επίτευγμα φαίνω φάση, από-, έμ-, επίφαση, επιφανής, επιφάνεια, διαφανής, διαφάνεια, καταφανής, προφανής, αφανής, Αριστοφάνης, φανός, φανάρι, φάσμα, συκοφάντης, φανερός, άφαντος, εμφαντικός 5
  6. 6. φάσκω φάση, κατάφαση, απόφαση, καταφατικός, αποφατικός φέρω φόρος, φορά, συ(ν)μ-, απο-, δια-, εκ-, μετα-, εισ-, προσφορά, διάφορος, αμφορέας, φερέγγυος, φαρέτρα, φωριαμός, φέρετρο, φόρτος, φοράδα, φορέας, φορείο, διένεξη, εύφορος, δορυφόρος, υδροφόρος, λεωφόρος, ανυπόφορος φεύγω φυγή, φυγάς, δια-, αποφυγή, καταφύγιο, πρόσφυγας, αναπόφευκτος, φευγάλα, φευγάτος, φευγιό φημί φήμη, προφήτης, φωνή φύω, φύομαι φύλο, εμφύλιος, φυματικός, φυματίωση, φυλή, φυλετικός, φύση, φυσικός, φυτό, φυτικό, έμφυτος, ευφυής, ευφυΐα, φύλλο, φύτρα, αυτοφυής χρήομαι-ῶμαι χρήμα, χρήσιμος, κατάχρηση, χρηστός, χρηστότητα, χρέος, χρεία, άχρηστος, εύχρηστος, δύσχρηστος, καταχρηστικός, καταχραστής ὠνέομαι-οῦμαι ώνια, τελώνης, αργυρώνητος 6
  7. 7. φάσκω φάση, κατάφαση, απόφαση, καταφατικός, αποφατικός φέρω φόρος, φορά, συ(ν)μ-, απο-, δια-, εκ-, μετα-, εισ-, προσφορά, διάφορος, αμφορέας, φερέγγυος, φαρέτρα, φωριαμός, φέρετρο, φόρτος, φοράδα, φορέας, φορείο, διένεξη, εύφορος, δορυφόρος, υδροφόρος, λεωφόρος, ανυπόφορος φεύγω φυγή, φυγάς, δια-, αποφυγή, καταφύγιο, πρόσφυγας, αναπόφευκτος, φευγάλα, φευγάτος, φευγιό φημί φήμη, προφήτης, φωνή φύω, φύομαι φύλο, εμφύλιος, φυματικός, φυματίωση, φυλή, φυλετικός, φύση, φυσικός, φυτό, φυτικό, έμφυτος, ευφυής, ευφυΐα, φύλλο, φύτρα, αυτοφυής χρήομαι-ῶμαι χρήμα, χρήσιμος, κατάχρηση, χρηστός, χρηστότητα, χρέος, χρεία, άχρηστος, εύχρηστος, δύσχρηστος, καταχρηστικός, καταχραστής ὠνέομαι-οῦμαι ώνια, τελώνης, αργυρώνητος 6

×