Τραπεζική - τάσεις (πριν)                        και προοπτικές (μετά την κρίση)Άγγελος ΑντζουλάτοςΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΜΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟ...
επιχειρήσεων (πλευρά παθητικού): Οι πλέον αξιόπιστοι δανειζόμενοι μπορούσαν νααντλήσουν κεφάλαια φθηνότερα στις αγορές, εν...
και να τεθούν οι βάσεις για διατηρήσιμη (sustainable) ανάπτυξη.Συγκεκριμένα, έχοντας ως στόχο την αποφυγή μιας νέας μεγάλη...
“too big to fail” πρόβλημα και τα συν αυτώ στρεβλά κίνητρα των τραπεζών και οικίνδυνοι για την οικονομία. η δυνατότητα των...
θα συμβάλει και η τρωθείσα αξιοπιστία των οίκων αξιολογήσεως πιστωτικού κινδύνου(credit rating agencies), των «παικτών» οι...
εισοδήματος ως ποσοστού του λειτουργικού εισοδήματος. η διαφοροποίηση μάλλονδεν θα προέλθει από κερδοσκοπικές τοποθετήσεις...
Συγκέντρωση και ανταγωνιστικότηταστον τραπεζικό τομέαΣυλλογικός Τόμος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών με θέμα:"Η διεθνής κρί...
Tο   εκκρεμές    των    ρυθμίσεων    της    ελεύθερης    αγοράς   όσον     αφορά    τονχρηματοπιστωτικό κλάδο διέγραψε το ...
Η σχέση μεταξύ συγκέντρωσης και ανταγωνιστικότητας (ή αποτελεσματικότητας)του κλάδου συσσω ρεύει την προσοχή ακαδημαϊκών, ...
Τα αντικρουόμενα συμπεράσματα των προσεγγίσεων αυτών έδωσαν τοέναυσμα για τη δημιουργία νέων υποδειγμάτων με έμφαση στο τρ...
συγκέντρωσης. Η αποτελεσματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας καθορίζειενδογενώς τη δομή της αγοράς (συγκέντρωση) και την...
διεθνή βιβλιογραφία και είναι προσιτά σε εμπειρική ανάλυση, δυστυχώς όχιάμοιρης προβλημάτων. Οι μεθοδολογίες των Panzar κα...
Προσδιοριστικοί παράγοντες της ανταγωνιστικότητας -συγκέντρωση και ανταγωνιστικότηταΗ θεωρητική σχέση μεταξύ του βαθμού συ...
Δείγμα και μεθοδολογίαΤο εμπειρικό κομμάτι της παρούσας μελέτης χρησιμοποιεί ένα αρχικό δείγμα(unbalanced set) 210 χρημα τ...
συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)
συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)
συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)
συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)
συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)
συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)
συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)
συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)
Upcoming SlideShare
Loading in …5
×

συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)

920 views

Published on

0 Comments
0 Likes
Statistics
Notes
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

No Downloads
Views
Total views
920
On SlideShare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
3
Actions
Shares
0
Downloads
3
Comments
0
Likes
0
Embeds 0
No embeds

No notes for slide

συγκεντρωση ανταγωνιστικότητα τραπεζες(εετ)

  1. 1. Τραπεζική - τάσεις (πριν) και προοπτικές (μετά την κρίση)Άγγελος ΑντζουλάτοςΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΜΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ & ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΏΣhttp://www.hba.gr/Index.asp?Menu=5&smap=BiblioDetailsFm2.asp?id=80Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, το μεγάλο διεθνές «κύμα» τηςχρηματοοικονομικής απελευθερώσεως και αποκανονικοποιήσεως (deregulation), μαζίμε τις ταχύτατες τεχνολογικές εξελίξεις στη διαχείριση και την ανάλυσηπληροφοριών, την πρόοδο στη χρηματοοικονομική θεωρία, τη χρηματοοικονομικήκαινοτομία, την παγκοσμιοποίηση και τον εκ του αποτελέσματος εντονότατοανταγωνισμό, επηρέασαν πάρα πολύ και μετασχημάτισαν τα χρηματοοικονομικάσυστήματα σε όλο τον κόσμο.Στον τραπεζικό τομέα ιδιαίτερα, η στρατηγική απάντηση των τραπεζών στουςκινδύνους και τις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν στο νέο και ταχύταταμεταβαλλόμενο χρηματοοικονομικό περιβάλλον αντικατοπτρίζεται στη μεγάλημετατόπιση από παραδοσιακές δραστηριότητες διαμεσολαβήσεως, οι οποίεςκερδίζουν επιτοκιακό εισόδημα (interest income), προς δραστηριότητες οι οποίεςκερδίζουν μη-επιτοκιακό (non-interest income) εισόδημα [DeYoung and Rice(2004a,b,c), Goddard et al. (2007)].Ως αποτέλεσμα, η συμβολή του μη-επιτοκιακού εισοδήματος, το οποίο αποτελεί μέτροτης λειτουργικής διαφοροποιήσεως των τραπεζών, στο συνολικό εισόδημα τωντραπεζών αυξήθηκε το 2003 σε σχεδόν 50% στις ηΠΑ, περίπου διπλάσιο από ό,τι ήτανείκοσι χρόνια πριν (DeYoung and Rice, 2004a). Στην ευρώπη αυξήθηκε από 26% το1981 σε περίπου 41% το 1998 (Lepetit et al. 2008a).Αναλυτικότερα, στην πλευρά των κινδύνων, αυξήθηκε ο ανταγωνισμός μεταξύ τωντραπεζών, των αγορών χρήματος και κεφαλαίων, και των άλλων διαμεσολαβητών(όπως αμοιβαία κεφάλαια).Οι τράπεζες αντιμετώπισαν ισχυρότερο ανταγωνισμό για τη χρηματοδότηση τωνμεγάλων και περισσότερο αξιόπιστων δανειζομένων (πλευρά ενεργητικού τουισολογισμού), καθώς επίσης και για τις καταθέσεις των νοικοκυριών και των
  2. 2. επιχειρήσεων (πλευρά παθητικού): Οι πλέον αξιόπιστοι δανειζόμενοι μπορούσαν νααντλήσουν κεφάλαια φθηνότερα στις αγορές, ενώ οι έχοντες πλεόνασμα κεφαλαίωνείχαν περισσότερο επικερδείς επενδυτικές επιλογές συγκριτικά με τις καταθέσεις.Στην πλευρά των ευκαιριών, οι τράπεζες μπορούσαν να επεκταθούν σε κερδοσκοπικέςεπενδύσεις (trading), καθώς και σε δραστηριότητες οι οποίες κέρδιζαν προμήθειες,όπως, επενδυτική τραπεζική και ασφάλειες, τις οποίες το περιοριστικό ως τα τέλητης δεκαετίας του ‘80 θεσμικό πλαίσιο σε μεγάλο βαθμό απαγόρευε. επιπροσθέτως,μπορούσαν να κερδίσουν περισσότερες προμήθειες από παραδοσιακές δραστηριότητες διαμεσολαβήσεως χρησιμοποιώντας νέα προϊόντα, όπως, τιτλοποιήσειςτων απαιτήσεων από πιστωτικές κάρτες και στεγαστικά δάνεια, καθώς επίσηςπροσφέροντας νέες υπηρεσίες σχετιζόμενες με παραδοσιακές δραστηριότητες, όπωςΑΤμs και υπηρεσίες ηλεκτρονικών πληρωμών.Οι αλλαγές, όμως, στη σύνθεση του ισολογισμού των τραπεζών της ελλάδας ήτανσυνθετότερες από τις αντίστοιχες των τραπεζών της ευρωζώνης. Στην πλευρά τουπαθητικού, οι συντελεσθείσες την περίοδο 1985-2006 αλλαγές ήταν παρόμοιες μεαυτές των υπολοίπων χωρών μελών της ευρωζώνης, αλλά και των ηΠΑ, μεχαρακτηριστικό παράδειγμα τη μείωση των καταθέσεων ως ποσοστού του συνολικούπαθητικού. Αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι οι δυνάμεις σε επίπεδο χώρας είχαν μικρήεπίδραση συγκριτικά με τις κοινές διεθνείς δυνάμεις. Αντιθέτως, οι αλλαγές στηνπλευρά του ενεργητικού διαφέρουν: Τα δάνεια ως ποσοστό του ενεργητικούαυξήθηκαν στην ελλάδα και μειώθηκαν στην ευρωζώνη, ενώ τα αξιόγραφαακολούθησαν την αντίθετη πορεία. Αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι στην ελλάδα οιδυνάμεις σε επίπεδο χώρας είχαν ισχυρότερη επίδραση από τις διεθνείς.H διαφορετική εμπειρία της ελλάδας αντανακλάται και στα αποτελέσματα χρήσεως.Στην μεν ελλάδα το επιτοκιακό εισόδημα ως ποσοστό του συνολικού λειτουργικούεισοδήματος αυξήθηκε, ενώ στην ευρωζώνη και τις ηΠΑ μειώθηκε.ΠροοπτικέςOι αναμενόμενες μεταβολές στις διεθνείς και στις εγχώριες δυνάμεις αλλαγήςεισηγούνται ότι ο ρόλος των τραπεζών στην ελληνική οικονομία θα αυξηθεί, ενώ ηλειτουργία τους θα βελτιωθεί. Ανάμεσα στις πρώτες δυνάμεις ξεχωρίζουν οικυοφορούμενες αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο και οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορέςχρήματος και κεφαλαίων. Κυρίαρχες ανάμεσα στις δεύτερες είναι οι οικονομικέςσυνθήκες στη χώρα και δη η ανάγκη να μειωθούν τα ελλείμματα και τα χρέη, καθώς
  3. 3. και να τεθούν οι βάσεις για διατηρήσιμη (sustainable) ανάπτυξη.Συγκεκριμένα, έχοντας ως στόχο την αποφυγή μιας νέας μεγάλης κρίσεως, τοθεσμικό εκκρεμές άλλαξε πάλι κατεύθυνση, από τον άκρατο φιλελευθερισμό προςμεγαλύτερο παρεμβατισμό. Οι κυοφορούμενες αλλαγές κινούνται προς δύοκατευθύνσεις: α) μείωση της μοχλεύσεως και αύξηση της ρευστότητας, και β)περιορισμό των δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου των τραπεζών, όπως,κερδοσκοπικές επενδύσεις (trading) και συμμετοχές σε κερδοσκοπικά επενδυτικάσχήματα (hedge funds). η λογική προσδοκία είναι ότι το θεσμικό εκκρεμές δεν θακαταλήξει στο άλλο άκρο, του άκρατου παρεμβατισμού, όπως αυτό το οποίοθεσμοθετήθηκε στον απόηχο της μεγάλης κρίσεως της δεκαετίας του ’30 και υπήρχεμέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Το σύστημα αυτό δεν μπόρεσε ναανταποκριθεί στις σύγχρονες οικονομικές συνθήκες, γι’ αυτό άλλωστεαντικαταστάθηκε από το υπάρχον.(;;;)Παρότι, όπως διδάσκει η χρηματοοικονομική ιστορία, οι όποιοι περιορισμοίεπιβληθούν θα μπορούν να ξεπεραστούν σχετικά εύκολα, άλλωστε οι θεσμικοίπεριορισμοί έχουν αποτελέσει διαχρονικά έναν από τους ισχυρότερους καταλύτεςχρηματοοικονομικής καινοτομίας [Tufano (2003)], θα υπάρξει πίεση για μικρότερημόχλευση, αυξημένη ρευστότητα και απλούστερα προϊόντα. με όρους τωναναλυόμενων δεικτών, ο λόγος των καταθέσεων προς το συνολικό ενεργητικό θατείνει να αυξηθεί, όπως και ο λόγος των ιδίων κεφαλαίων, ενώ ο λόγος των δανείωνπρος καταθέσεις να μειωθεί.Ακόμη και αν δεν άλλαζε το θεσμικό πλαίσιο, οι ίδιες οι τράπεζες θα ελάμβανανπαρόμοια μέτρα, υπό την πίεση των πελατών τους και από τις δύο πλευρές τουισολογισμού - καταθετών και άλλων χρηματοδοτών από την πλευρά του παθητικού,δανειζομένων και άλλων συναλλασσόμενων από την πλευρά του ενεργητικού. μέτρατα οποία θα οδηγούσαν σε παρόμοιες με τις προλεχθείσες αλλαγές στη δομή τωντραπεζικών ισολογισμών: μικρότερη χρηματοδότηση από τις αγορές και μεγαλύτερηαπό τις (θεωρούμενες ως) σταθερότερες καταθέσεις, περισσότερα ίδια κεφάλαια,απλούστερη διάρθρωση των εποπτικών κεφαλαίων, καλύτερη ποιότητα των στοιχείωντου ενεργητικού, λιγότερο αδιαφανείς (opaque) ισολογισμοί, μικρότερη έμφαση στιςποσοτικές τεχνικές για την εκτίμηση των κινδύνων ...Υπάρχει, επίσης, αναφορικά με το θεσμικό πλαίσιο, ένας ευρύς προβληματισμόςδιεθνώς για το αν οι μεγάλες τράπεζες πρέπει να συρρικνωθούν ώστε να μειωθεί το
  4. 4. “too big to fail” πρόβλημα και τα συν αυτώ στρεβλά κίνητρα των τραπεζών και οικίνδυνοι για την οικονομία. η δυνατότητα των τραπεζών να επηρεάζουν τιςαποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας εισηγείται ότι αυτός ο προβληματισμός κατά πάσαπιθανότητα δεν θα οδηγήσει σε μέτρα.Αναφορικά με τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων, η υπόθεσηεργασίας είναι ότι θα επικρατήσει η κοινή λογική: Δεν θα επέλθει δραματικήσυρρίκνωση, όπως αυτή η οποία ακολούθησε την κρίση της δεκαετίας του 1930 καιδιήρκεσε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970, αλλά ούτε και θα επιστρέψει η προτης κρίσεως ευφορία, όπως συνέβη μετά την κρίση του μεξικού το 1994, της Ν.Α.Ασίας το 1997 και σε πλείστες όσες άλλες περιπτώσεις.H δραματική συρρίκνωση, εάν επέλθει, θα είναι αποτέλεσμα ενός πολύ αυστηρούθεσμικού πλαισίου, ανάλογου με το αναποτελεσματικό πλαίσιο το οποίο υπήρχε μέχριτα τέλη της δεκαετίας του ‘70. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα μιλάμε για τράπεζες οιοποίες λειτουργούν με χρηματοοικονομικά κριτήρια, όπως αυτά τα οποία διέπουν τηνπαρούσα ανάλυση, αλλά για τράπεζες οι οποίες κινούνται με βάση ένα ογκώδες βιβλίοκανονισμών: Ποιος θα πάρει πίστωση και με ποιους όρους, ποιο θα είναι το επιτόκιοκαταθέσεων, ποιος θα δικαιούται να εξάγει κεφάλαια και με ποιους όρους ... μάλλοναπίθανο να συμβεί.Αλλά και η ευφορία είναι μάλλον απίθανο να επιστρέψει, τουλάχιστον σύντομα. Οικυοφορούμενες αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο δεν είναι ευνοϊκές. Ούτε και οιοικονομικές συνθήκες: Για αρκετά χρόνια μετά το ξέσπασμα μιαςχρηματοοικονομικής κρίσεως, οι τιμές των ακινήτων και των μετοχών, και ο ρυθμόςαυξήσεως του ΑεΠ παραμένουν χαμηλότερα από τα προ της κρίσεως επίπεδα, ενώ ηανεργία υψηλότερα [Rreinhart and Rogoff (2009)]. εάν, παρά ταύτα, επιστρέψει ηευφορία, σύντομα θα μιλάμε για την επόμενη κρίση, οπότε το παρόν κείμενο θα έχειεφαρμογή τότε.η αναμενόμενη μείωση της προσφοράς δανείων, λόγω των πιέσεωναπό τις διεθνείς δυνάμεις, θα συνοδευθεί και από μείωση της ζητήσεως, λόγω κυρίωςτων δυνάμεων χώρας. λεπτομέρειες, με επίκεντρο την ελλάδα, παρέχονταικατωτέρω.Στο νέο περιβάλλον, η λειτουργία των τραπεζών θα βελτιωθεί και ο ρόλος τους στηνοικονομία θα αναβαθμιστεί ποιοτικά. Τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη τωναιτουμένων χρηματοδότηση θα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στις σχετικέςαποφάσεις, αυξάνοντας τον ρόλο των τραπεζών ως παραγόντων οι οποίοι επιλύουντα προβλήματα της ασύμμετρης πληροφορήσεως τα οποία υπάρχουν στις σχέσειςχρηματοδοτών και χρηματοδοτουμένων. Στην αναβάθμιση του ρόλου των τραπεζών
  5. 5. θα συμβάλει και η τρωθείσα αξιοπιστία των οίκων αξιολογήσεως πιστωτικού κινδύνου(credit rating agencies), των «παικτών» οι οποίοι μετριάζουν τα εν λόγω προβλήματαγια τους επενδυτές οι οποίοι δεν έχουν τον χρόνο, τα μέσα και την τεχνογνωσία νακάνουν τις σχετικές αναλύσεις.Τα αυστηρότερα κριτήρια και η μειωμένη διαθεσιμότητα χρηματοδοτήσεων θαασκήσουν πίεση για μείωση των ελλειμμάτων και των χρεών, κυβερνήσεων, χωρών,επιχειρήσεων και νοικοκυριών, και για αύξηση των αποταμιεύσεων. Ένεκα αυτής,ίσως μειωθεί ο λόγος των πιστώσεων ως προς το ΑεΠ. Παρά ταύτα, ο ρόλος τωντραπεζών θα ενισχυθεί ποιοτικά, καθότι θα έχουν μεγαλύτερο ποσοστό στηχρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα από ό,τι πριν την κρίση, ενώ οι αγορές θα έχουνμικρότερο. Στην ελλάδα, ειδικότερα, οι ανωτέρω διεθνείς δυνάμεις θα ενισχυθούναπό την ανάγκη των νοικοκυριών να αποταμιεύουν περισσότερο, λόγω και τηςσυρρικνώσεως του κράτους προνοίας, και από την ανάγκη για παραγωγικέςεπενδύσεις οι οποίες δημιουργούν θέσεις εργασίας και οδηγούν στην άνοδο του ΑεΠκαι των εισοδημάτων. Το τελευταίο θα συμβάλει στη μείωση του φορτίου τωνσυσσωρευμένων χρεών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ενώ, όπως προκύπτειαπό την ταυτότητα αποταμιεύσεων-επενδύσεων, η αύξηση των αποταμιεύσεων μπορείνα συμβάλει στην αναγκαία μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσώνσυναλλαγών.Επίσης, τα αυστηρότερα χρηματοδοτικά κριτήρια στις διεθνείς αγορές θαμεταφερθούν και στην εγχώρια οικονομία: εάν οι εγχώριες τράπεζες χορηγούνπαρακινδυνευμένα δάνεια, ο αυξημένος κίνδυνος των στοιχείων του ενεργητικού θαπροκαλέσει προβλήματα στη χρηματοδότησή τους από τις διεθνείς αγορές.Περαιτέρω, η αύξηση των αποταμιεύσεων θα συμβάλει και στην αύξηση τωνκαταθέσεων και στην περαιτέρω ενίσχυση του ρόλου των τραπεζών στην ελληνικήοικονομία. με την αποστροφή προς τον κίνδυνο των νοικοκυριών να έχει αυξηθεί,συνεπεία των διαδοχικών κρίσεων των τελευταίων ετών, στις επενδυτικές αποφάσειςτους θα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα η ασφάλεια, την οποία παρέχουν οι καταθέσεις,έναντι των αποδόσεων, τις οποίες παρέχουν οι επενδύσεις στις αγορές. Αυτό θαδώσει ώθηση στη δημιουργία σύνθετων καταθετικών προϊόντων, τα οποία επιτρέπουνικανοποιητικές αποδόσεις, ενώ ταυτόχρονα προστατεύουν το κεφάλαιο, όπως,μακροπρόθεσμες καταθέσεις με εγγυημένο πραγματικό επιτόκιο - για προστασία απότον κίνδυνο του πληθωρισμού.Αναζητώντας επιπλέον πηγές κερδοφορίας, οι ελληνικές τράπεζες θα αυξήσουν τηλειτουργική διαφοροποίησή τους, με αποτέλεσμα την αύξηση του μη-επιτοκιακού
  6. 6. εισοδήματος ως ποσοστού του λειτουργικού εισοδήματος. η διαφοροποίηση μάλλονδεν θα προέλθει από κερδοσκοπικές τοποθετήσεις, αλλά από αύξηση των προμηθειώντόσο από παραδοσιακές δραστηριότητες διαμεσολαβήσεως όσο και από μηπαραδοσιακές δραστηριότητες, όπως ασφάλειες και προϊόντα περιβαλλοντικήςχρηματοοικονομικής. η αλλαγή του ασφαλιστικού συστήματος και τα εντεινόμεναπεριβαλλοντικά προβλήματα θα συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως και τοπερισσότερο ευμετάβλητο μακροοικονομικό περιβάλλον.Εν ολίγοις, η εκτίμηση του γράφοντος είναι ότι τόσο οι κυοφορούμενες αλλαγές στοθεσμικό πλαίσιο και οι αναμενόμενες μεταβολές στις διεθνείς χρηματαγορές, όσο καιοι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, θα οδηγήσουν σε αύξηση του ρόλου τωντραπεζών και σε βελτίωση της λειτουργίας τους - προς όφελος της πραγματικήςοικονομίας. Ο χρόνος θα δείξει εάν αυτή η αισιόδοξη εκτίμηση επαληθευθεί.Απαραίτητη προϋπόθεση προς τούτο είναι οι αρχές της χώρας να λάβουν τακατάλληλα μέτρα. η μεν Τράπεζα της ελλάδος, στον βαθμό που της επιτρέπει τοθεσμικό πλαίσιο της ευρωζώνης, να δώσει κίνητρα στις τράπεζες για χρηματοδότησηπαραγωγικών επενδύσεων. η δε κυβέρνηση να μειώσει τα αντικίνητρα γιαδημιουργικές δραστηριότητες και αποταμίευση, και να θεσπίσει κίνητρα γιαμακροπρόθεσμες αποταμιεύσεις τις οποίες καθιστά αναγκαίες η συρρίκνωση τουκράτους πρόνοιας. επιπλέον, η κυβέρνηση θα πρέπει να μην παρεμβαίνει στιςχρηματοδοτικές αποφάσεις των τραπεζών με κριτήρια μη χρηματοοικονομικά.Και μία σχετική με το θεσμικό πλαίσιο παρατήρηση. η διαφορετική εμπειρία τηςελλάδας, αλλά και οι διαφορετικές ανάγκες της οικονομίας της, εισηγούνται ότι οιόποιες αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο και αν προκριθούν, θα πρέπει να υπάρχειπεριθώριο προσαρμογής στις ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας. Ένας κώδικας οδικήςκυκλοφορίας - γιατί το θεσμικό πλαίσιο είναι ο κ.ο.κ. του χρηματοοικονομικούσυστήματος, όσο καλός και αν είναι, δεν μπορεί να είναι εξ ίσου κατάλληλος για όλεςτις χώρες.
  7. 7. Συγκέντρωση και ανταγωνιστικότηταστον τραπεζικό τομέαΣυλλογικός Τόμος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών με θέμα:"Η διεθνής κρίση, η κρίση στην ευρωζώνη και το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα" – 11/2011Εμμανουήλ ΤσιριτάκηςΑναπλ ηρωτής Κ αθηγητήςΤμήμα Χρηματοο ικονομ ικής & Τ ραπε ζικής ΔιοικητικήςΠανεπ ιστ ημίο ΠειραιώςΗλίας Τσιριγωτάκηςοικονομ ικος αναλυτηςτμ ημα Στρατηγικού Σχεδιασμού & Οικονομ ικής Ανάλ υσηςΕθνικη ΤράπεζαΤο ενδιαφέρον των ειδικών και μη, για το επίπεδο ανταγωνιστικότητας καιαποτελεσματικότητας του τραπεζικού συστήματος έγκειται στον κεφαλαιώδη ρόλοτης χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία της υπόλοιπης οικονομίας.Ήδη από την αρχή της προηγούμενης δεκαετίας εξελίσσεται μια παγκόσμια τάσησυγκέντρωσης του τραπεζικού κλάδου, η οποία είχε σαν αντίκτυπο την εγρήγορσητης πολιτείας και της σχετικής ακαδημαϊκής αρθρογραφίας για τις επιπτώσεις τηςτάσης της στην ανταγωνιστικότητα και την αποτελεσματικότητα του συστήματος.Υπήρξε και διατηρείται έντονο και δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τα εξής δύοερωτήματα που αφορούν τον κλάδο.Πρώτον, είναι το τραπεζικό σύστημα αποτελεσματικό; Δηλαδή είναι οι υπηρεσίεςδιαμεσολάβησης με την παρούσα τεχνολογία παραγωγής όσο το δυνατόν φθηνές καικαλής ποιότητας;Κατά δεύτερον, πώς επιδρά η συγκέντρωση του κλάδου στην ανταγωνιστικότητα;Δηλαδή θα μπορούσαμε να έχουμε έναν τραπεζικό κλάδο με λιγότερες καιμεγαλύτερες επιχειρήσεις χωρίς να μειωθεί η ανταγωνιστικότητα του κλάδου;Τελικά, δηλαδή, η διαδικασία συγκέντρωσης του κλάδου θα είχε σαν όφε-λος μεγαλύτερη ασφάλεια και σταθερότητα στο σύστημα χωρίς κόστος για τηνκοινωνία;
  8. 8. Tο εκκρεμές των ρυθμίσεων της ελεύθερης αγοράς όσον αφορά τονχρηματοπιστωτικό κλάδο διέγραψε το πλήρες τόξο του από την υπερ-θεσμοθετημένηαγορά του 1940, απόρροια της κρίσης του 1930 (Banking Act 1933), η ταλάντωσηπροσπέρασε την αρχή της απελευθέρωσης του συστήματος στη δεκαετία του ’70, καιέφτασε μέχρι την παρούσα κρίση που βρήκε το σύστημα στο πλέον ελεύθεροπεριβάλλον τα τελευταία 70 χρόνια.Στην παρούσα συγκυρία, τη δυσκολία επιτείνει τα μέγιστα το γεγονός ότι το θεσμικόεκκρεμές αλλάζει κατεύθυνση, από τον άκρατο φιλελευθερισμό προς μεγαλύτεροπαρεμβατισμό. Την προηγούμενη φορά που άλλαξε κατεύθυνση, στα τέλη τηςδεκαετίας του ’70, δόθηκε μεγάλη ώθηση στο χρηματοοικονομικό σύστημα-συμβάλλοντας στην τιθάσευση του οικονομικού κύκλου, αλλά, από την αρνητικήπλευρά, αυξήθηκε η συχνότητα, η ένταση και το κόστος των χρηματοοικονομικώνκρίσεων, καθώς και των ανισορροπιών- μι κροοικονομικών και μακροοικονομικών. Σετι βαθμό παρεμβατισμού θα καταλήξει το θεσμικό εκκρεμές, στον απόηχο τηςμεγάλης εν εξελίξει κρίσεως, δεν το γνωρίζουμε ακόμη.Η χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση αποτελεί προσπάθεια επίλυσης τουπροβλήματος της ασύμμετρης πληροφόρησης στην οικονομία. Οι τράπεζεςαντιμετωπίζουν το πρόβλημα της αντίθετης επιλογής και του ηθικού κινδύνου ότανσυναλλάσσονται με δανειολήπτες. Οι τριβές που δημιουργούνται είναι ίσως οκαθοριστικός παράγων στη διαμόρφωση της δομής του συστήματος. Τράπεζες μεκάποιον βαθμό μονοπωλιακής δύναμης είναι πιθανόν αναπόφευκτο φαινόμενο λόγωτης ανάγκης για δημιουργία φήμης, δικτύου και αποκλειστικών σχέσεων με τουςπελάτες (switching costs of banking). Η κοινωνία πρέπει να σταθμίσει τα οφέλη απότα μεγαλύτερα κίνητρα που έχουν οι ολιγοπωλιακές τράπεζες να μειώσουν τιςεπιπτώσεις της ασύμμετρης πληροφόρησης με το κόστος που προκύπτει.Επιπροσθέτως, οι κυβερνήσεις στην προσπάθειά τους να μειώσουν τηνευθραυστότητα (fragility) του συστήματος (bank runs) δημιουργούν ένα ρυθμιστικόπλαίσιο με πρόνοιες υπέρ των καταθετών (εγγυήσεις των καταθέσεων) αλλά και τωντραπεζών (διάσωση), που επιτείνει το πρόβλημα (της ύπαρξης τραπεζών μεμονοπωλιακή δύναμη) εισάγοντας το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου, αυτή τη φορά,από την πλευρά των τραπεζών. Αν οι ρυθμιστικές αρχές επιχειρούν να λύσουν μεκανονισμούς (Βασιλεία ΙΙ ) την αντιστάθμιση μεταξύ ανταγωνιστικότητας καισυγκέντρωσης με γνώμονα τη σταθερότητα τουσυστήματος, δεν έχουν μεγάληεπιτυχία.
  9. 9. Η σχέση μεταξύ συγκέντρωσης και ανταγωνιστικότητας (ή αποτελεσματικότητας)του κλάδου συσσω ρεύει την προσοχή ακαδημαϊκών, τραπεζικών στελεχών καικανονιστικών μηχανισμών, λόγω της ύπαρξης αντικρουόμενων απόψεων αναφορικάμε την αιτιότητα της σχέσης. Μια συνηθισμένη άποψη αναφέρεται στην ολιγοπωλιακήδύναμη των μεγάλων τραπεζών, οι οποίες συνεπικουρούμενες από κανονιστικάεμπόδια αποτρέπουν τον δυνητικό ανταγωνισμό και μειώνουν τηναποτελεσματικότητα του χρηματοπιστωτικού συστή ματος.Στην περίπτωση αυτή, η υψηλή συγκέντρωση συνεπάγεται τόσο χαμηλήανταγωνιστικότητα, όσο και χαμηλή αποτελεσματικότητα. Η αντίθετη άποψηπρεσβεύει ότι οι ανταγωνιστικότερες τράπεζες έχουν μεγάλα μερίδια αγοράς καιχαμηλά κόστη, με αποτέλεσμα η υψηλή συγκέντρωση να είναι απόρροια τηςεπιβίωσης των πιο ανταγωνιστικών - αποτελεσματικών τραπεζών. ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣΗ διερεύνηση της σχέσης ανταγωνιστικότητας και συγκέντρωσης του τραπεζικούσυστήματος μιας χώρας έχει τη βάση της στη παραδοσιακή προσέγγιση τηςμεθοδολογίας «Διάρθρωση - Στρατηγική - Αποδοτικότη-τα» (Structure ContactPerformance ή SCP).Η παραδοσιακή προσέγγιση περιλαμβάνει επίσης τα υποδείγματα τηςαποτελεσματικότητας της παραγωγικής διαδικασίας ή αποτελεσματικότηταςκόστους (δυικό πρόβλημα) (productive and cost efficiency) με τον υπολογισμό τωνοικονομιών κλίμακας και φάσματος και τον προσδιορισμό του άριστου μεγέθους τηςεπιχείρησης ή της παραγωγικής μονάδας.
  10. 10. Τα αντικρουόμενα συμπεράσματα των προσεγγίσεων αυτών έδωσαν τοέναυσμα για τη δημιουργία νέων υποδειγμάτων με έμφαση στο τραπεζικόσύστημα, τα οποία ενσωματώνουν περισσότερες οπτικές γωνίες του προβλήματοςκαι οδηγούν σε καταλληλότερα συμπεράσματα.Η προσέγγιση της μεθοδολογίας SCP θεωρεί ότι με δεδομένη (εξωγενή) τη δομήτου τραπεζικού συστήματος ως προς τη σχέση συγκέντρωσης-κερδοφορίας, ησυγκέντρωση του κλάδου οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια χορηγήσεων,χαμηλότερα επιτόκια καταθέσεων και αυξημένη κερδοφορία. Η υπόθεση αυτήέχει υποβληθεί σε εμπειρικό έλεγχο από ικανό αριθμό ερευνητών. Η εμπειρική τηςμεθοδολογία απαιτεί την εκτίμηση μιας γραμμικής συνάρτησης ανηγμένης μορφής(reduced form) στην οποία η εξηρτημένη μεταβλητή αποτελεί μια προσέγγιση τηςκερδοφορίας της τράπεζας i στην αγορά j την περίοδο t.Εναλλακτικά, ως εξηρτημένη μεταβλητή έχει χρησιμοποιηθεί το επιτόκιο καταθέσεων(Berger and Hannan, 1989).Οι επεξηγηματικές μεταβλητές συνήθως περιλαμβάνουν εναλλακτικές μετρήσεις τηςσυγκέντρωσης της αγοράς, καθώς και χαρακτηριστικές μεταβλητές ή μεταβλητέςελέγχου (control variables) που αναμένεται να επηρεάζουν την κερδοφορία. Τέτοιεςμεταβλητές όσον αφορά τη συγκέντρωση, είναι δείκτης Herfindahl-Hirschmann (HH)και οι δείκτες συγκέντρωσης των 3 ή 5 μεγαλύτερων τραπεζών CR-3 και CR-5,αντίστοιχα. Άλλες μεταβλητές (μεταβλητές ελέγχου) που αναμένεται να επηρεάζουντην κερδοφορία αντιστοιχούν κυρίως στο προφίλ κινδύνου της τράπεζας, στη δομήτου ενεργητικού και των υποχρεώσεών της, το μέγεθός της, την κεφαλαιακή τηςεπάρκεια κ.λπ. Οι πρώτες ενδείξεις (δεκαετία του ’90) από την προσέγγισηαυτή απέτυχαν να απορρίψουν την υπόθεση SCP. Οι μελέτες των Berger andHannan, (1989) και Hannan and Berger, (1991), χρησιμοποιώνταςαμερικανικά δεδομένα, βρήκαν ότι στις αγορές με μεγαλύτερη συγκέντρωση,οι τράπεζες τείνουν (i) να πληρώνουν χαμηλότερα επιτόκια στις καταθέσεις,τα οποία επίσης δεν προσαρμόζουν άμεσα στις αλλαγές των επιτοκίων τηςδιατραπεζικής αγοράς και (ii) να χρεώνουν υψηλότερα επιτόκια στιςχορηγήσεις.Οι μεθοδολογίες της αποτελεσματικότητας της παραγωγής ή του κόστουςπροτείνουν μια διαφορετική υπόθεση σχετικά με τη σχέση κερδοφορίας και
  11. 11. συγκέντρωσης. Η αποτελεσματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας καθορίζειενδογενώς τη δομή της αγοράς (συγκέντρωση) και την κερδοφορία του τραπεζικούκλάδου (αποδοτικότητα). Τράπεζες οι οποίες λειτουργούν με την πιο προηγμένητεχνολογία, με την πλέον κατάλληλη στελέχωση και με την ιδανικότερη κλίμακαπαραγωγής, έχουν πλεονέκτημα αποδοτικότητας το οποίο μεταφράζεται σεμεγαλύτερο μερίδιο αγοράς. Αν το σύνολο της τραπεζικής αγοράς μιας χώρας δενχωράει πολλές τέτοιου μεγέθους τράπεζες, τότε αναπόφευκτα το τραπεζικό σύστηματης χώρας θα είναι πολύ συγκεντρωμένο.Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η μεθοδολογία SCP παρότι αποτελεί σημείο εκκίνησηςτης έρευνας για την αποτελεσματικότητα του τραπεζικού συστήματος,εγκαταλείφθηκε σταδιακά την τελευταία δεκαετία, διότι τείνει να αγνοεί την πιθανήενδογένεια που υφίσταται μεταξύ της δομής της αγοράς και της αποδοτικότητας τωντραπεζών. H σύγχρονη έρευνα στράφηκε τόσο στην αλληλεξάρτησηανταγωνιστικότητας και συγκέντρωσης, όσο και σε άλλους παράγοντες πουκαθορίζουν την αποδοτικότητα του τραπεζικού συστήματος, όπως η κερδοφορία καιο προσπορισμός υπερ-κανονικών κερδών (rents). Οι παράγοντες αυτοίπροσδιορίζονται από τη σύγχρονη θεωρία διαμεσολάβησης και αφορούν κυρίως τοκανονιστικό πλαίσιο των τραπεζών, την ασυμμετρική πληροφόρηση στις σχέσειςτράπεζας-δανειοληπτών, τα κόστη διαμεσολάβησης (switching costs), τη γεωγραφικήθέση (σύνορα, απόσταση) (spatial competition) κ.ά. Παράλληλα, εκπορευόμενα απότην πολύπλευρη αυτή θεώρηση, έχουν αναπτυχθεί επιχειρήματα σχετικά με τη σχέσησυγκέντρωσης και στα θερότητας (stability) ή ευθραυστότητας (fragility) τουτραπεζικού συστήματος. Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται σε πιθανώς αντικρουόμενασυμπεράσματα που εξάγονται από τη θεωρία ασυμμετρικής πληροφόρησης Αν ησυγκέντρωση του τραπεζικού συστήματος συντείνει στην αύξηση τηςαποδοτικότητας των τραπεζών, θα τείνει να τις καταστήσει λιγότερο ευάλωτες στονπειρασμό για επενδύσεις σε επικίνδυνα χαρτοφυλάκια (μεγαλύτερη συγκέντρωση,μεγαλύτερη σταθερότητα). Από την άλλη πλευρά, αν η αυξημένη συγκέντρωση καιαποδοτικότητα συνάδει με αυξημένα επιτόκια χορηγήσεων, τότε η δύναμη τηςαντίθετης επιλογής θα τείνει να καταστήσει τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια τωντραπεζών πιο επικίνδυνα, καθώς οι δανειζόμενες επιχειρήσεις θα τείνουν νααναλαμβάνουν περισσότερο κίνδυνο.Από την ευρύχωρη παλέτα των θεωρητικών και εμπειρικών προσεγγίσεων τουπροβλήματος της διάρ θρωσης και ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού συστήματοςεπιλέγουμε δύο υποδείγματα που αποτελούν πεδίο σύγκρισης αποτελεσμάτων στη
  12. 12. διεθνή βιβλιογραφία και είναι προσιτά σε εμπειρική ανάλυση, δυστυχώς όχιάμοιρης προβλημάτων. Οι μεθοδολογίες των Panzar και Rosse (1977, 1982, 1987)και των Bresnahan (1982,1989) και Lau (1982) βασίζονται σε υποδείγματαμικροοικονομικής ισορροπίας και καταλήγουν σε παραπλήσια μέτρα του επιπέδουανταγωνιστικότητας της τραπεζικής αγοράς. Για λόγους συγκρισιμότητας με τηδιεθνή βιβλιογραφία αλλά και ευκολίας πρόσβασης στα σχετικά δεδομένα, ηεμπειρική μας προσέγγιση όσον αφορά το πρώτο υπόδειγμα θα ακολουθήσει τημεθοδολογία των Panzar και Rosse. Οι Panzar και Rosse εξάγουν συμπεράσματασχετικά με την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού συστήματος από τη συ-μπεριφορά των συνολικών μικτών εσόδων των επιμέρους τραπεζών ως προςτις μεταβολές των τιμών των κύριων εισροών τους. Με την εκτίμηση μιαςγραμμικής σχέσης ανηγμένης μορφής σε λογάριθμους των μεταβλητών,υπολογίζονται οι ελαστικότητες των συνολικών εσόδων ή των επιτοκιακών εσόδων(εξηρτημένη μεταβλητή) ως προς τις τιμές τριών κύριων εισροών οι οποίεςαποτελούν τις ανεξάρτητες μεταβλητές μαζί με τις μεταβλητές ελέγχου. Οι τρειςκύριες εισροές είναι οι καταθέσεις, η εργασία και το φυσικό κεφάλαιο. Οι Panzar καιRosse έδειξαν ότι το άθροισμα των ελαστικοτήτων των τριών αυτώνεισροών, δηλαδή η μεταβλητή «Η», είναι αρνητική για το μονοπώλιο και τοοργανωμένο ολιγοπώλιο, μεταξύ του μηδενός και της μονάδας για τονμονοπωλιακό ανταγωνισμό και ίση με τη μονάδα για τις τράπεζες πουλειτουργούν σε καθεστώς μακροχρόνιας ανταγωνιστικής ισορροπίας. Τοαποτέλεσμα αυτό βασίζεται στις μορφές της ελαστικότητας ζήτησης του τελικούπροϊόντος (το υπόδειγμα υποθέτει συνάρτηση παραγωγής και κόστους ενόςπροϊόντος). Οι επιχειρήσεις (τράπεζες) σε περιβάλλον τέλειου ανταγωνισμούαντιμετωπίζουν μια πλήρως ελαστική ζήτηση και σε (μακροχρόνια) ισορροπίατιμολογούν το προϊόν τους στο οριακό κόστος του. Μια ισοποσοστιαία αύξηση τουκόστους παραγωγής θα τείνει να αυξήσει την τιμή του προϊόντος και τα έσοδα κατάτο ίδιο ποσοστό (Η = 1). Αντίθετα, οι τράπεζες που ασκούν μονοπωλιακή δύναμη ήλειτουργούν ως οργανωμένοι ολιγοπωλητές τιμολογούν στο ελαστικό μέρος μιαςσχετικά ανελαστικής καμπύλης ζήτησης και η αύξηση του κόστους αυξάνει την τιμήισορροπίας αλλά μειώνει τα έσοδα (Η < 0). Στην ενδιάμεση περίπτωση, μιαμονοπωλιακά ανταγωνιστική τράπεζα ή αυτή που λειτουργεί σε αγορά υπό την πίεσηδυνητικού ανταγωνισμού (contestable market) αντιμετωπίζει ανελαστική καμπύληζήτησης, αλλά η κάθε τράπεζα τείνει να αυξήσει το παραγόμενο προϊόν της, οπότεκαι η αύξηση του κόστους οδηγεί σε αύξηση των εσόδων μικρότερη από αναλογική(Η < 1)
  13. 13. Προσδιοριστικοί παράγοντες της ανταγωνιστικότητας -συγκέντρωση και ανταγωνιστικότηταΗ θεωρητική σχέση μεταξύ του βαθμού συγκέντρωσης μιας τραπεζικήςαγοράς και της ανταγωνιστικότητας και αποτελεσματικότητας τωνχρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που την απαρτίζουν δεν είναι ξεκάθαρη, συνε-πώς απαιτείται περαιτέρω εμπειρική διερεύνηση.Η τάση συγκέντρωσης στις τραπεζικές αγορές παγκοσμί ως, όπως και στηδική μας αγορά, μας οδηγεί να εξετάσουμε στη συνέχεια, με το δεύτερουπόδειγμα, την επίδραση που ενδέχεται να ασκεί η συγκέντρωση στοκαθαρό άνοιγμα των επιτοκίων χορηγήσεων και τραπεζικήςχρηματοδότησης (Net Interest Margin - NIM). Η μεταβλητή αυτήαναμένεται να αποτελεί σαφέστερη μέτρηση της αποτελεσματικότηταςκαι της ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού συστήματος στις πιοπαραδοσιακές τραπεζικές δραστηριότητες από το στατιστικό «Η».Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η πληροφορία που περιέχεται στην εκτίμησητου «Η» είναι λιγότερο έγκυρη από ό,τι απαιτείται για να αποτελεί το μόνοσημείο αναφοράς. Η σχέση συγκέντρωσης ανταγωνιστικότητας-αποτελεσματικότητας, όπως αντανακλάται στο μέγεθος του ΝΙΜ, ενδέχεται ναεπηρεάζεται σημαντικά από το επίπεδο της κανονικοποίησης του ρυθμιστικούπεριβάλλοντος (regulation) της αγοράς, τη σχέση ανταγωνιστικότητας-αποτελεσματικότητας, καθώς και άλλους θεσμικούς ή ειδικούς παράγοντες.Το επίπεδο πληθωρισμού π.χ. ενοχοποιείται για τη θετική επίδραση που ασκείστο ΝΙΜ προξενώντας μεγαλύτερη ασυμμετρία στην πληροφόρηση. Ηδυνατότητα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων από την κεφαλαιαγοράπιθανόν εξασκεί πιέσεις στο ΝΙΜ, όπως επίσης ενδέχεται ο οικονομικός κύκλοςνα επιδρά στο ύψος των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων. Ηομοιομορφία του ρυθμιστικού πλαισίου του τραπεζικού συστήματοςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ζώνης του ευρώ, αποτελεί το άλλοθιτης ανυπαρξίας των σχετικών μεταβλητών ελέγχου.
  14. 14. Δείγμα και μεθοδολογίαΤο εμπειρικό κομμάτι της παρούσας μελέτης χρησιμοποιεί ένα αρχικό δείγμα(unbalanced set) 210 χρημα τοπιστωτικών ιδρυμάτων από 20 χώρες της ΕυρωπαϊκήςΈνωσης, με τα στοιχεία σε εταιρική βάση να προ έρχονται από τη βάση δεδομένωνBankScope, ενώ για τις μακροοικονομικές μεταβλητές χρησιμοποιούμε ως πηγή τηνEurostat. Η επιλογή του δείγματος επικεντρώθηκε στην προσπάθεια κάλυψης ενόςσημαντικού ποσοστού του ενεργητικού του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Για τονλόγο αυτό, η κατασκευή του δείγματος ξεκίνησε στο μοτίβο των ευρωπαϊκώντραπεζών που έλαβαν μέρος στις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων(stress tests), οι οποίες διεξήχθησαν τον Ιούλιο του 2010 υπό τον συντονισμό τηςΕπιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (CEBS), σε συνεργασία με τηνΕυρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Οι 91 αυτές ευρωπαϊκές τράπεζες αθροιστικάαντιπροσωπεύουν το 65% του συνολικού του ενεργητικού του ευρωπαϊκού τραπεζικούσυστήματος, ενώ με την επιλογή μας να συμπεριλάβουμε επιπλέον 119 τράπεζες, τοδείγμα μας αντιπροσωπεύει πλέον περίπου το 85%. Τα στοιχεία που χρησιμοποιούμεείναι σε ενοποιημένη βάση για την περίοδο 2000-2009, με τον αριθμό τωνπαρατηρήσεων ανά χρονιά να ανέρχεται,κατά μέσο όρο, σε 2.300

×