Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.

το+πιο+ωρ..

503 views

Published on

Το πιο ωραίο παραμύθι!

  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

το+πιο+ωρ..

  1. 1. ΤΟ ΠΙΟ ΩΡΑΙΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΠΟΥΓΡΑΦΤΗΚΕ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝΑΓΑΠΗ... Ήταν που λέτε μια φορά ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα μοιαζε μ όλα τα άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό... Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια... Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε: - Μπορείς να μ αγαπάς; Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του έλεγαν: Δεν έχω χρόνο - ή δεν ξέρω τι είναι ν αγαπάς... Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε κι ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε: - Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε. - Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά να πει ν αγαπηθούμε; - Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια. Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα... - Τώρα αγαπιόμαστε; - Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό. Ν αγαπηθούμε πά να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί. Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!... - Τι ωραίο να σ αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε; - Όχι ακόμα. Γιατί ν αγαπηθούμε πά να πει και να χουμε κάτι ο ένας απ τον άλλον. Δώσ μου λίγο απ το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου. Κι έκαναν έτσι... Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την
  2. 2. κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιογλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.- Τώρα αγαπιόμαστε;- Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμεσφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδααπό φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκείτην αχτίδα.- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε... ωπ!- Τώρα αγαπιόμαστε;- Τώρα.Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχανγια τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυατης χαράς τους, που απ την τεράστια ταχύτητα - που ζάλισε όλα ταπουλιά κι όλα τ αστέρια - έγιναν ένα... Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξοτόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μηντυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ τα σύννεφα...Και πέρασε καιρός. Να τανε χρόνια, να τανε ένα λεπτό μονάχα, κανέναςδε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που οασβός ψιθύρισε:- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ τοτρέξιμο.Θα θελα να γυρίσω πίσω.- Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φωςπου μας κουβαλάει. Δεν είναι κουραστικό.- Για μένα είναι. Έπειτα το χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερηφορά. Είν επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω...Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ ένα μετεωρίτη πουκατέβαινε στη γη και χάθηκε...- Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέπια να σταματήσω, κι είν αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό...Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως - δε σας τορκίζομαι - το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.- Εεεεεεε... ωωωωωωωωωω... Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια ναπάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι δεν του απάντησεκανένας.
  3. 3. - Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε...ωωωωωωωωω... Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ αφτιά του,τόσο γλυκιά και σιγανή σα να βγαινε από μέσα του.- Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!- Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.- Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησεμαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω.Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θακατέβουμε. Μόνο που χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχεισχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα,να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε...- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;- Ξέρω κι εγώ;... Το τρίχωμά σου, τις πατούσες σου,ένα κομμάτι από την καρδιά σου...- Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχωπια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει...- Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου. Ελπίζω να μας φτάσουν. Καίω τηνπρώτη... Μην πονάς πολύ. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε.Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά... Το σκιουράκι μ ένα πόδι,κοίταζε τη γη - τόσο μικρούλα - κι όμως του φαινότανεπως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκείκάτω. Τίποτ άλλο.- Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν αυτό τοκάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν άσκοπο να τρέχεις, γιατί δενμπορείς να το φτάσεις,ούτε και να ξεφύγεις απ αυτό...- Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.Καίω τη δεύτερη πατούσα. Καταβαίνουμε...Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σερεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θαγκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, ναμεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το
  4. 4. ποτάμι και ξαφνικά... Πλατς!... Και μετά τίποτα...Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ όλοτου το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και του έβαζεοινόπνευμα κι ύστερα φυσούσε τις πληγές για να μην τσούζει, και τουβαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε...- Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.Όμως, είδε να σκύβει πάνω του ένας κάστορας. Ήταν ένας μικρόσωμοςκανελής κάστορας μ αστεία μουσούδα, που όμως το βλέμμα του ήταντόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδεςστη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, που τοσκιουράκι ούτε να δακρύσει από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε. Κοιταζότανσιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκιάπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα...- Μπορείς να μ αγαπάς;Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.- Φοβάμαι πως δεν μπορώ.Δεν έχω πια καρδιά για ν αγαπήσω...- Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απτη δικιά μου.- Όμως ν αγαπηθούμε πάνα πει να τρέχουμε μαζί - κι εγώ δεν έχω πόδια.- Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί; Ν αγαπηθούμε πά να πει να κάνουμεμαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να μαστε οι δυομας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε... Μικρό μουσκιουράκι, αν μπορείς να μαγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα απόαγριοτριανταφυλλιά. Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά και θα ναι πιο όμορφα, γιατί θακούω την ανάσα σου κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μουκαι δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ,θα μαστε εμείς...Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα - κι εγώ που να το ξέρω; Λένεπως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια,και να γελάνε, να γελάνε... Ο απόηχος απ το γέλιο τους ξέμεινε σταφυλλώματα των δένδρων - λένε... Πάντως, ποτέ - μα ποτέ - κανείς πια δεντους ξανάδε...

×