Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ - ΜΕΡΟΣ 2ο: «ΜΗΓΑΡΙΣ ΕΧΩ AΛΛΟ ΣΤΟ ΝΟY ΜΟΥ, ΠΑΡΕΞ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ;»

5,474 views

Published on

Σχόλιο ΠΑΖΛ: «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα;» μᾶς λέει ὁ ἐθνικός μας ποιητής καί μᾶς τονίζει ἔτσι ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ γλῶσσα εἶναι ἀλληλένδετα. Καί εἶναι φυσικό ἀφοῦ μέ τήν γλῶσσα ἐκφράζονται τά νοήματα καί οἱ σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, περιγράφονται καί ἀναλύονται ἔννοιες καί καταστάσεις, μέ τήν γλῶσσα ἐπικοινωνοῦν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους, μέ τήν γλῶσσα μεταφέρεται ἕνας ὁλόκληρος πολιτισμός στίς ἑπόμενες γενιές, καθώς καί ἡ ἀγάπη γιά τή ἐλευθερία. Κυρίως ὅμως ἀποτελεῖ τόν τρόπο ¨ἐνσάρκωσης¨, τῆς ἰδίας τῆς ἐλευθερίας.

Εἶναι δεδομένο ὅτι γιά ὅλους τούς λαούς, πού θέλουν νά διατηρήσουν τήν ἱστορική τους συνέχεια καί μνήμη, ἡ γλῶσσα ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς ταυτότητάς τους.

Εἰδικά τά ἀρχαία ἑλληνικά, κρύβουν καί μία ἄλλη δυναμική. Μᾶς βοηθοῦν ὄχι ἁπλῶς νά θυμηθοῦμε τίς ἀπαρχές τῆς δημοκρατίας, ἀλλά ὅπως σχολιάζει καί ὁ συνεργάτης τῆς Deutsche Welle Σπύρος Μοσκόβου, νά διορθώσουμε τά κακῶς κείμενα τῆς δημοκρατίας σήμερα.

Ἄς ἀναφέρουμε ἐπιγραμματικά τα χαρακτηριστικά τῆς γλώσσας μας. Τα Ἑλληνικά χαρακτηρίζονται ἀπό πλοῦτο λεξιλογίου, δυνατότητα δημιουργίας νέων λέξεων, ἀκριβολογία καί κυριολεξία. Ἐπίσης εἶναι γλῶσσα διδάσκαλος καί σοφίας, διακρίνεται γιά τήν μουσικότητας καί τήν εὐλυγισία της, εἶναι αὐτόφωτη γλῶσσα καί ἔχει ἱστορική συνέχεια 7.000 ἐτῶν.

Στήν συνέχεια θά διαβάσουμε την ενδιαφέρουσα ανάρτηση, σύμφωνα με την ὁποία ΕΛΛΗΝΑΣ κατ’ ἀρχήν δέν μπορεῖ νά γίνει ἕνας ἄνθρωπος γιά δύο λόγους. Εἴτε λόγῳ ἀδυναμίας εἴτε λόγῳ ἐπιλογῆς. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀδυναμία νά γίνει ΕΛΛΗΝΑΣ, ὅταν δέν γνωρίζει Ἑλληνικά.

Ἀκολουθοῦν βίντε

Published in: Education
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ - ΜΕΡΟΣ 2ο: «ΜΗΓΑΡΙΣ ΕΧΩ AΛΛΟ ΣΤΟ ΝΟY ΜΟΥ, ΠΑΡΕΞ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ;»

  1. 1. -1- Ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα Μέρος 2ο: «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα;» Δ. Σολωμός Σύνθεση ΠΑΖΛ καί ἐπιμέλεια παρουσίασης: Εὐάγγελος ὁ Σάμιος Μέρος 1ο, Μέρος 2ο, Μέρος 3ο, Μέρος 4ο, Μέρος 5ο, Μέρος 6ο, Μέρος 7ο, Μέρος 8 ο (υπό έκδοση) ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: 27/03/2012 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΗ: 02 /05/2015
  2. 2. -2- Σχόλιο ΠΑΖΛ: «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα;» μᾶς λέει ὁ ἐθνικός μας ποιητής καί μᾶς τονίζει ἔτσι ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ γλῶσσα εἶναι ἀλληλένδετα. Καί εἶναι φυσικό ἀφοῦ μέ τήν γλῶσσα ἐκφράζονται τά νοήματα καί οἱ σκέψεις τῶν ἀνθρώπων, περιγράφονται καί ἀναλύονται ἔννοιες καί καταστάσεις, μέ τήν γλῶσσα ἐπικοινωνοῦν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους, μέ τήν γλῶσσα μεταφέρεται ἕνας ὁλόκληρος πολιτισμός στίς ἑπόμενες γενιές, καθώς καί ἡ ἀγάπη γιά τή ἐλευθερία. Κυρίως ὅμως ἀποτελεῖ τόν τρόπο ¨ἐνσάρκωσης¨, τῆς ἰδίας τῆς ἐλευθερίας. Εἶναι δεδομένο ὅτι γιά ὅλους τούς λαούς, πού θέλουν νά διατηρήσουν τήν ἱστορική τους συνέχεια καί μνήμη, ἡ γλῶσσα ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς ταυτότητάς τους. Εἰδικά τά ἀρχαία ἑλληνικά, κρύβουν καί μία ἄλλη δυναμική. Μᾶς βοηθοῦν ὄχι ἁπλῶς νά θυμηθοῦμε τίς ἀπαρχές τῆς δημοκρατίας, ἀλλά ὅπως σχολιάζει καί ὁ συνεργάτης τῆς Deutsche Welle Σπύρος Μοσκόβου, νά διορθώσουμε τά κακῶς κείμενα τῆς δημοκρατίας σήμερα. Ἄς ἀναφέρουμε ἐπιγραμματικά τα χαρακτηριστικά τῆς γλώσσας μας. Τα Ἑλληνικά χαρακτηρίζονται ἀπό πλοῦτο λεξιλογίου, δυνατότητα δημιουργίας νέων λέξεων, ἀκριβολογία καί κυριολεξία. Ἐπίσης εἶναι γλῶσσα διδάσκαλος καί σοφίας, διακρίνεται γιά τήν μουσικότητας καί τήν εὐλυγισία της, εἶναι αὐτόφωτη γλῶσσα καί ἔχει ἱστορική συνέχεια 7.000 ἐτῶν. Στήν συνέχεια θά διαβάσουμε την ενδιαφέρουσα ανάρτηση, σύμφωνα με την ὁποία ΕΛΛΗΝΑΣ κατ’ ἀρχήν δέν μπορεῖ νά γίνει ἕνας ἄνθρωπος γιά δύο λόγους. Εἴτε λόγῳ ἀδυναμίας εἴτε λόγῳ ἐπιλογῆς. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀδυναμία νά γίνει ΕΛΛΗΝΑΣ, ὅταν δέν γνωρίζει Ἑλληνικά. Ἀκολουθοῦν βίντεο ἐνημερωτικά γιά τήν λαλιά μας, ὥστε νά συμπληρώσουμε τό θέμα. Ἔχουμε λοιπόν τίς παρακάτω ἑνότητες: 1. Ἐλευθερία καί γλῶσσα (Σεραφείμ Φυντανίδη). 2. Ἡ γλῶσσα φορέας πολιτισμοῦ (Μητροπολίτης Ἱερόθεος) 3. Ἡ ἑλληνική γλῶσσα στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας (᾿Ι. ᾿Α. Νικολαΐδης). 4. Μάθημα δημοκρατίας τά Ἀρχαία Ἑλληνικά (Χρίστου Παντελίδη, φιλολόγου). 5. Ἡ μαγεία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας (Ἀλέξανδρος Ἀγγελής). 6. Τά πακέτα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας (kommatoskylo.blogspot). 7. Βίντεο γιά τήν ἀξία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας. 1. Ελευθερία και γλώσσα Σχόλιο lalei-kairia: Ενδιαφέρουσα τοποθέτηση από τον Φυντανίδη σχετικά με την Ελληνική Γλώσσα. Συμφωνώ με τα λεγόμενά του, πλην του σημείου όπου αναφέρει τον "κομψό" όρο "Νεοέλληνας υπερπατριώτης" (πολύ θα ήθελε να εκφραστεί διαφορετικά, αλλά πλέον η συγκεκριμένη ταμπέλα δεν πουλάει πια, πράγμα που δείχνει να έχει κατανοήσει). Δυστυχώς για τον ίδιο έρχεται τελευταίος και καταϊδρωμένος, διότι τόσο ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, όσο και ο Σαράντος Καργάκος, όπως επίσης και η Άννα Τζιροπούλου έχουν εντοπίσει το πρόβλημα εδώ και δεκαετίες. Αλλά, ξέχασα, όταν εκείνοι τα λέγανε, οι αγαπητοί ιδεολογικοί συνοδοιπόροι του κυρίου Φυντανίδη τους θεωρούσαν και συνεχίζουν να τους θεωρούν φασίστες. Όταν, όμως, ξαφνικά ξυπνήσει εκ του βαθέως ληθάργου κάποιος αριστερός "διανοούμενος" και επισημάνει τα ήδη χιλιοειπωμένα τότε οι απόψεις του προβάλλονται και αποδίδεται η δέουσα δημοσιότητα. Βλέπετε ορισμένες παιδικές ασθένειες αφήνουν ανεξίτηλα τα σημάδια τους. Όλο και κάποιο κουσούρι μένει. του Σεραφείμ Φυντανίδη «Αυτό που λατρεύω στα ελληνικά κείμενα είναι η συνάντηση με τη γέννηση της έλλογης σκέψης... Ο Λόγος είναι το τείχος που προστατεύει από την κτηνωδία. Όποιος δεν ξέρει να εκφραστεί, όπως πολλοί νέοι σήμερα, τότε δεν του απομένουν παρά οι γροθιές, το ξυλοκόπημα, η ωμή, ανόητη και τυφλή βία». Δεν τα έχει πει αυτά κάποιος Νεοέλληνας υπερπατριώτης, αλλά μια Γαλλίδα ελληνίστρια, η Ζακλίν ντε Ρομιγί. Και τα είπε πρόσφατα διαμαρτυρόμενη και αυτή, επειδή η γαλλική κυβέρνηση περιόρισε τις ώρες διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, όπως και των λατινικών, στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Και είχε απόλυτο δίκιο να διαμαρτύρεται. Με τη διαφορά ότι η γαλλική κυβέρνηση καθυστέρησε πάνω από τρεις δεκαετίες να πάρει αυτή την απόφαση. Προηγήθηκε η Ελλάδα! Η οποία, μετά τη μεταπολίτευση, έκανε ό,τι μπορούσε για να υποβαθμίσει τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στα σχολεία. Λες και αυτά τα ελληνικά ήταν ξένα προς την ιστορία, την ύπαρξη, το μεγαλείο αυτής της δύσμοιρης χώρας, που ακόμα λέγεται Ελλάδα. Σήμερα, τα νέα παιδιά αλλά και πολλοί μεγαλύτεροι έχουν αποκοπεί από τις ρίζες της αρχαιότερης εν ζωή γλώσσας του κόσμου, από αυτόν το θησαυρό που επί εκατοντάδες χρόνια έχει φωτίσει την ανθρωπότητα με τις σκέψεις και τις δημιουργίες φιλοσόφων, τραγωδών, ποιητών. Έχετε προσέξει πόσο δύσκολα εκφράζονται οι σημερινοί νέοι; Έχετε προσέξει πόσο κομπιάζουν οι βουλευτές μας όταν μιλούν στη Βουλή; Έχετε ακούσει πόσο άκομψα εκφράζονται διάφοροι ραδιοτηλεοπτικοί μας αστέρες; Και τι άθλια ελληνικά μιλάνε στα διάφορα ριάλιτι στην τηλεόραση; Γι’αυτό έχουμε φτάσει στο σημείο να επικοινωνούμε στους δρόμους και στις παρέες με βρισιές, να ανακατεύουμε τα ελληνικά με αγγλικά (greeklish), και να εκδηλώνουμε τη διαμαρτυρία μας και την οργή μας, όχι με τον λόγο, αλλά με τη βία. Περνάμε αυτόν τον καιρό μια μεγάλη οικονομική δοκιμασία. Αλλά όπως και να το κάνουμε, κάποτε αυτή η κρίση θα ξεπεραστεί, έστω με μεγάλες θυσίες. Όμως το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά κυρίως ποιοτικό όσο και διαχρονικό. Είναι θέμα πολιτισμού στο οποίο, κακά τα ψέματα, πάσχουμε δραματικά. Και αιτία είναι κυρίως η απομάκρυνση που έχουμε πάρει από τη ρίζα της ελληνικής μας ύπαρξης, τη γλώσσα. Πώς το έλεγε ο εθνικός μας ποιητής; «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;». Κάτι ήξερε από τότε ο μέγας Σολωμός. Όπως το λέει τώρα και η Γαλλίδα Ζακλίν ντε Ρομιγί; http://www.topontiki.gr/ Το αλίευσα ΕΔΩ http://namarizathema.blogspot.com/2010/10/blog-post_8858.html
  3. 3. -3- 2. Η γλώσσα φορέας πολιτισμού. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου Όλοι οι γλωσσολόγοι και άλλοι επιστήμονες, αλλά και όσοι ασχολούνται με τα θέματα της γλώσσας και τις παραδόσεις ενός λαού υποστηρίζουν ότι η γλώσσα είναι παράγων και φορέας πολιτισμού. Με την γλώσσα εκφράζονται τα νοήματα και οι σκέψεις των ανθρώπων, περιγράφονται και αναλύονται έννοιες και καταστάσεις, με την γλώσσα επικοινωνούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, με την γλώσσα μεταφέρεται ένας ολόκληρος πολιτισμός στις επόμενες γενιές. Γι’ αυτό και δίδουμε μεγάλη σημασία στην γλώσσα, ως παράγοντα και φορέα πολιτισμού. Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης σε συνέντευξή του στο περιοδικό “Τόλμη” έλεγε ότι “τό μέλλον της γλώσσας ενός λαού είναι ίδιο με το μέλλον του ίδιου του λαού”. Αυτά τα γράφω με αφορμή ένα βιβλίο που διάβασα τελευταία γραμμένο από τον Andrew Robinson με τίτλο “Ο άνθρωπος που αποκρυπτογράφησε την Γραμμική Β” και αναφέρεται στον Μάϊκλ Βέντρις που “έσπασε” τον κώδικα της Γραμμικής γραφής Β και απέδειξε ότι πρόκειται για ελληνική γραφή, παρά τις μέχρι τότε επικρατούσες επιστημονικές απόψεις. Ο όρος “Γραμμική γραφή κλάσεως Β” δόθηκε από τον αρχαιολόγο Έβανς που ανακάλυψε το ανάκτορο του Μίνωα στην Κνωσσό, όπου βρήκε πολλές επιγραφές με γλώσσα που θεωρείται η αρχαιότερη γραφή της Ευρώπης. Πρόκειται για μια γραφή “μέ πρωτόγονους χαρακτήρες, χαραγμένους πάνω σε πήλινες πινακίδες, οι οποίες άρχισαν να έρχονται στο φως πολύ σύντομα αφότου άρχισε τις ανασκαφές”. Η Γραμμική γραφή κλάσεως Β χρονολογείται μεταξύ των ετών 1250 έως 1450 π.Χ. Εκτός από την Γραμμική Β βρέθηκε και άλλη γραφή γραμμένη πάνω σε πινακίδες που χρονολογείται μεταξύ των ετών 1450-1750 π.Χ., την οποία ο Έβανς ονόμασε Γραμμική γραφή κλάσεως Α΄. Πέρα από τις δύο αυτές γραφές βρέθηκε και μια άλλη τρίτη εικονογραφική γραφή “μέ τις τρισδιάστατες εικόνες” που ο Έβανς ονόμασε “ιερογλυφική” και εντάσσεται στα χρονικά πλαίσια 1750 –2000 π.Χ. Η Γραμμική Β για την οποία γίνεται εδώ λόγος, γιατί αυτή η γραφή σήμερα διαβάζεται, ενώ οι άλλες (Γραμμική γραφή Α και ιερογλυφική) δεν διαβάζονται ακόμη, ονομάστηκε έτσι, γιατί τα σύμβολα “αποτελούνται από γραμμές χαραγμένες πάνω σε μια επιφάνεια”. Η γραφή αυτή ήταν συλλαβική, και κάθε σύμβολο εκφράζει μια συλλαβή. Ο Έβανς πίστευε ότι η Γραμμική Β δεν ήταν ελληνική, γι’ αυτό και την ονόμασε “μινωϊκή”. Μάλιστα πίστευε τότε ότι ο μινωϊκός πολιτισμός ήταν αρχαιότερος από τον μυκηναϊκό πολιτισμό και γι’ αυτό η μινωϊκή γλώσσα είναι γλώσσα προελληνική. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές και αναλύσεις σε ευρεθέντα αντικείμενα που έγιναν από άλλους αρχαιολόγους κατέδειξαν ότι πινακίδες με την Γραμμική Β βρέθηκαν, εκτός από την Κρήτη, και στην αρχαία Πύλο της Πελοποννήσου –στό ανάκτορο του Νέστορα– καθώς επίσης και στις Μυκήνες. Αυτό δείχνει την ενότητα των πολιτισμών, αλλά βέβαια δεν μπορούσε κανείς να τις διαβάση. Γίνονταν πολλές απόπειρες από πολλούς επιστήμονες, όπως τον Μπέννετ, τον Μάιρς, την Κόμπερ και όλοι θεωρούσαν ότι η Γραμμική Β δεν ήταν ελληνική, αλλά κατά πάσαν πιθανότητα ετρουσκική. Ύστερα από διεργασίες πολλών ερευνητών ο ευφυής Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις, με δικές του προσωπικές εργασίες, αξιοποιώντας εν πολλοίς και τις προηγούμενες μελέτες ειδικών ερευνητών, το έτος 1952 κατόρθωσε να “σπάση” τον κώδικα της Γραμμικής Β και να την διαβάση. Μελέτησε την συχνότητα της εμφανίσεως των φωνηέντων, την συλλαβική ορθογραφία, τις κλητικές καταλήξεις κλπ. Και βεβαίως απέδειξε, αναιρώντας και τις δικές του προηγούμενες αντίθετες απόψεις, ότι η Γραμμική Β που εμφανίζεται στην Κνωσσό, την Πύλο και τις Μυκήνες, δηλαδή την Κρήτη και την Ηπειρωτική Ελλάδα, είναι ελληνική γραφή και κατ’ επέκταση παραπέμπει και εκφράζει έναν ενιαίο πολιτισμό. Πρόκειται για μια ελληνική γλώσσα που είναι χίλια χρόνια αρχαιότερη του Πλάτωνα. Και αυτό το διεπίστωσε συγκρίνοντας την αποκρυπτογραφημένη Γραμμική Β με λέξεις ομηρικές και παρατηρώντας την σχέση που υπάρχει μεταξύ αυτής της Γραμμικής Β με τις ομηρικές λέξεις τοπωνυμίων και εκφράσεων. Παράλληλα με τις ανακαλύψεις του Βέντρις συνεχίζονταν οι ανασκαφές. Έτσι ο Αμερικανός αρχαιολόγος Μπλέγκεν έκανε ανασκαφές στο “ανάκτορο του Νέστορος” στην Πύλο και ο Άγγλος αρχαιολόγος Γουέις συνέχισε τις ανασκαφές στις Μυκήνες. Το αποτέλεσμα των ανασκαφών έφερε στην επιφάνεια τετρακόσιες νέες πινακίδες στην Πύλο και σαράντα στις Μυκήνες που ήταν γραμμένες με την Γραμμική Β. Τελικά ο Βέντρις θα δηλώση σε εκπομπή στο BBC την 1 Ιουλίου 1952: “Για πολύ καιρό πίστευα κι εγώ ότι τα ετρουσκικά θα μπορούσαν να μας παράσχουν τις ενδείξεις που ψάχναμε, όμως κατά την διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι πινακίδες της Κνωσσού και της Πύλου πρέπει, τελικά, να είναι γραμμένες στην ελληνική –μιά δύσκολη και αρχαϊκή ελληνική, δεδομένου ότι είναι πεντακόσια χρόνια αρχαιότερη απο τον Όμηρο και γραμμένη με ένα μάλλον συντομογραφικό τρόπο, αλλά πάντως ελληνική”. Ακόμη στην ίδια εκπομπή υποστήριξε την άποψη ότι στο εξής δεν πρέπει να λέγεται ότι η γλώσσα των πινακίδων που βρέθηκαν στην Κνωσσό και την Πύλο και χαρακτηρίζεται ως Γραμμική Β είναι “μινωϊκή” γραφή, αλλά να χαρακτηρίζεραι ως “μυκηναϊκή ελληνική” γραφή και επομένως αυτή η γραφή δεν ήταν γλώσσα των Μινωιτών του Έβανς, αλλά του πολιτισμού της Ηπειρωτικής Ελλάδος που είχε κέντρο τις Μυκήνες και στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν πολιτισμό που προηγήθηκε του πολιτισμού των κλασσικών Ελλήνων. Ο Βέντρις συνεργάσθηκε με τον εγκρατή φιλόλογο Τσάντγκουικ και οι δύο μαζί συνέγραψαν και κυκλοφόρησαν το σχετικό βιβλίο με τίτλο “Έγγραφα σε Μυκηναϊκά Ελληνικά”, το οποίο αποτελείται “από πέντε εισαγωγικά κεφάλαια για την ίδια την αποκρυπτογράφηση και για το τί αποκαλύφθηκε σχετικά με το μυκηναϊκό σύστημα γραφής, την γλώσσα, τα κύρια ονόματα και την κοινωνία, ακολουθούμενα από την λεπτομερή ερμηνεία τριακοσίων πινακίδων Γραμμικής Β , ομαδοποιημένων σε κεφάλαια "όπως ζώα και αγροτικά προϊόντα" και "υφάσματα, αγγεία και έπιπλα" και από ένα εκτεταμένο λεξιλόγιο μυκηναϊκών λέξεων”. Ο Βέντρις απέκτησε μεγάλη δόξα από την ανακάλυψη αυτή, αλλά δυστυχώς σε ηλικία μόλις 34 ετών σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα τα μεσάνυκτα της 5ης Σεπτεμβρίου του έτους 1956. Επαινέθηκε από πολλούς εγκρατείς φιλολόγους, ακόμη και όσο
  4. 4. -4- ζούσε, που τον γνώρισαν ως έναν άνθρωπο με καλή διάθεση, που διακρινόταν για την τελειομανία του, την ιδιοφυΐα του, αλλά και για την μετριοφροσύνη και την σεμνότητά του. Διάβασα με ενδιαφέρον το βιβλίο αυτό και είδα όλη την ιστορία πώς κατέληξε ο Βέντρις να “σπάση” τον κώδικα της Γραμμικής Β, τα στάδια τα οποία πέρασαν οι προ αυτού επιστήμονες, αλλά και ο ίδιος, καθώς και την αντιστοιχία των συμβόλων της Γραμμικής Β με την γλώσσα του Ομήρου, και γενικά με την μεταγενέστερη ελληνική γλώσσα. Και με όλα αυτά φαίνεται η κοινή ελληνική παράδοση και ο κοινός ελληνικός πολιτισμός. Και βέβαια η Γραμμική Β είναι η αρχαιότερη γραφή στην Ευρώπη. Τα όσα ανέφερα προηγουμένως έχουν μεγάλη αξία για δύο βασικούς λόγους. Ο ένας διότι δείχνουν την διαχρονική παρουσία της ελληνικής γλώσσης, τεσσάρων χιλιάδων ετών, με τις διάφορες γραφές της. Με τις ανακαλύψεις του Βέντρις παρατηρούμε ότι η γραπτή ελληνική γλώσσα ανάγεται –μέ τις έως τώρα ανακαλύψεις, μας περιμένουν όμως και άλλες εκπλήξεις– έως το 1500 π.Χ. και βεβαίως υπάρχει ακόμη και η παράδοση –πού δεν έχει ακόμη διαβαστή- που φθάνει έως το 2000 π.Χ. Είναι σημαντικό να σκεπτόμαστε ότι η Γραμμική Β της οποίας πινακίδες βρέθηκαν στην Κνωσσό της Κρήτης, και την ηπειρωτική Ελλάδα, ήτοι τις Μυκήνες και την Πύλο, μαζί με την Γραμμική γραφή Α΄ και την ιερογλυφική, δείχνουν την έντονη παρουσία του ελληνισμού σε όλες τις περιόδους του ιστορικού βίου. Ο δεύτερος είναι ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς μια μορφή επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά κυρίως και προ παντός είναι φορέας πολιτισμού. Όπως με τις ανασκαφές βρίσκουμε τα στοιχεία του πολιτισμού του παρελθόντος, έτσι και με την γλώσσα, και μάλιστα πολύ περισσότερο με αυτήν, μπορούμε να δούμε τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής των κοινωνιών της εποχής εκείνης. Απώλεια μιας γλώσσας ή μιας γραφής της συνίσταται στην απώλεια ενός πολιτισμού. Και αυτό, βέβαια, δείχνει το πώς πρέπει να σεβόμαστε την γλώσσα, να μη την υπονομεύουμε, αλλά και να την ενισχύουμε ποικιλοτρόπως. Και αυτό λέγεται για την σημερινή εποχή, στην οποία παρατηρείται μια λεξιπενία, καθώς το λεξιλόγιο των συγχρόνων Ελλήνων έχει πτωχύνει. Οι άνθρωποι έχουν περιορίσει την γλώσσα που μιλούν σε έναν μικρό αριθμό λέξεων και έτσι με διαφόρους τρόπους η γλώσσα υποβαθμίζεται, αφού μάλιστα τις περισσότερες φορές δέχεται και από ξένες γλωσσικές επιδράσεις. Γι’ αυτό χρειάζεται να δώσουμε πολύ μεγάλη σημασία στην γλώσσα μας, ως φορέα και παράγοντα πολιτισμού και όχι μόνον δεν πρέπει να την υποβαθμίζουμε, αλλά να βρίσκουμε συνεχώς τρόπους να την αναβαθμίζουμε, ώστε να έχουμε την δυνατότητα να επικοινωνούμε με τον πολιτισμό που καλλιέργησαν οι πρόγονοί μας. Είναι σημαντικό το γεγονός να έχουμε εμείς οι Έλληνες, με την γλώσσα, μια τέτοια διαχρονική παρουσία στα γράμματα και τον πολιτισμό, αλλά να έχουμε και την δυνατότητα να μελετούμε κείμενα που γράφηκαν πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια και τώρα με την αποδικωποίηση της Γραμμικής Β να διαβάζουμε κείμενα τρισήμιση χιλιάδων ετών. Ελπίζουμε δε να “σπάση” και ο κώδικας και της Γραμμικής Α, αφού όπως λέγεται προχώρησαν οι έρευνες, και της ιερογλυφικής, ώστε να δούμε, ακόμη καλύτερα, την διαχρονική αξία της ελληνικής γλώσσης με τις πολλές διαλέκτους της, της ιστορικής ελληνικής συνέχειας και του πολιτισμού. Η γλωσσική παιδεία, που είναι παράγοντας πολιτισμού, δεν συνίσταται απλώς στην μεταφορά της γλώσσας μας από την αρχαία στην δική μας σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά κυρίως και προ παντός συνίσταται στην ανύψωσή της και την εύρεση του “πνεύματος” που μεταφέρει. Δεν είναι, δηλαδή, θέμα μετάφρασης, αλλά κυρίως θέμα μύησης στον πολιτισμό της και την διατήρηση της ιστορικής της συνέχειας. Άλλωστε αυτό έκανε το λεγόμενο κίνημα του “αττικισμού” του 1ου αιώνα π.Χ., όταν διαπίστωναν ότι φθειρόταν η ελληνική γλώσσα, με την κοινή ελληνιστική διάλεκτό της. Αυτό το βλέπουμε και στην ζωή και το έργο των αγίων Πατέρων μας, με την λατρεία και την δογματική έκφραση, αφού οι Πατέρες προσπαθούσαν να ανεβάζουν την έκφραση της γλώσσης και προσπαθούσαν να ανυψώσουν τους ανθρώπους στο ύψος της γλώσσας και του πολιτισμού, καθώς και στο ύψος της θεολογίας που μεταφέρει η ελληνική γλώσσα. Είναι χαρακτηριστική η έκφραση που συναντούμε σε ένα τροπάριο: “Τω βραχεί ρήματι και πολλή συνέσει θεοπνεύστως απεφθέγξαντο…”. Όταν μελετούμε κείμενα των αρχαίων διαλέκτων της γλώσσας μας, μας δίδεται η δυνατότητα να αναβαπτίζουμε και την σύγχρονη διάλεκτο πού, εν πολλοίς, έχει ευτελισθή σε μεγάλο βαθμό. Με την διατήρηση δε αυτού του γλωσσικού πλούτου μπορούμε να κρατήσουμε και την γλώσσα της Εκκλησίας, των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, αφού εκείνοι αγωνίσθηκαν σκληρά για να εκφράσουν τις αποκαλυπτικές εμπειρίες τους με τους όρους της ελληνικής γλώσσης, οπότε και αυτή η έκφραση αποτελεί τώρα τμήμα της παραδόσεως μας. Τελειώνω με την παρατήρηση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικού Γλωσσολόγου κ. Γεωργίου Μπαμπινιώτη ότι “η Γλώσσα είναι η έκφρασή μας, η πραγματικότητά μας, είναι η ιστορία μας, η ζωή μας με κάποιο τρόπο, είναι η νοοτροπία μας, είναι η ταυτότητά μας”. Και θα μπορούσα να προσθέσω ότι είναι η θεολογική και εκκλησιαστική μας ιστορία και ζωή.- http://www.parembasis.gr/2004/04_10_01.htm
  5. 5. -5- 3. Ἡ ἑλληνική γλῶσσα στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας. Α´ ῾Ο ὅρος ταυτότητα τούς τελευταίους καιρούς λέγεται καί γράφεται συχνά. Συνήθως συνοδεύεται καί ἀπό ἕνα ἐπιθετικό προσδιορισμό· ἐθνική ταυτότητα. Εἶναι μιά ἔννοια κυριολεκτικά ὑπαρκτική, γι᾿ αὐτό καί φορτισμένη μέ ἔντονο συναισθηματισμό. ῎Ας ἐγκύψουμε στή λέξη σύμφωνα καί μέ τήν ἀρχαία σοφία, ἡ ὁποία καθόρισε ὅτι «᾿Αρχή παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις». (Ρήση τοῦ κυνικοῦ φιλοσόφου ᾿Αντισθένη πού τήν διασώζει ὁ ᾿Επίκτητος). Ταυτότης λοιπόν σημαίνει, κατά τά πιό ἔγκυρα λεξικά, «τό εἶναί τι ταὐτόν», δηλ. κάτι νά εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο μέ κάτι ἄλλο, ἤ ἐμβαθύνοντας περισσότερο, νά εἶναι τό ἴδιο μέ τόν ἑαυτό του. ῾Η σημασία αὐτή ἀποτελεῖ μιά πρώτη λεξικογραφική προσέγγιση. Περνώντας τώρα στήν περιοχή τῆς ψυχολογίας καί τῆς κοινωνιολογίας παρατηροῦμε τά ἑξῆς· Ταυτότης ἐδῶ σημαίνει «τό σύνολον τῶν χαρακτηριστικῶν, τά ὁποῖα διακρίνουν ἕν ἄτομον ἀπό ἄλλο, τό νά εἶναι αὐτός ὅστις λέγει ὅτι εἶναι». ῎Αν ἀντικαταστήσουμε τόν ὅρο ἄτομο μέ τόν ὅρο ἔθνος, θά βροῦμε τί εἶναι ἐθνική ταυτότητα. Δηλαδή ἐθνική ταυτότητα εἶναι τό σύνολο τῶν χαρακτηριστικῶν πού ξεχωρίζουν ἕνα ἔθνος ἀπό ἕνα ἄλλο ἐξασφαλίζοντας τήν ἱστορική του συνέχεια μέ τρόπο αὐθεντικό. ῞Υστερα ἀπό τά εἰσαγωγικά αὐτά, ἄς δοῦμε τά χαρακτηριστικά τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν ῾Ελλήνων. Γιά νά τά προσδιορίσουμε δέν θά καταφύγουμε βέβαια στή λογική τοῦ DΝΑ, τῶν χρωματοσωμάτων καί τῶν γονιδίων, κατά τήν χονδροειδῆ τακτική τοῦ Φαλμεράιερ, πού ἀναζητοῦσε γνησιότητα φυλῆς καί αἵματος. ῾Ωστόσο κάποια δεδομένα τῆς σύγχρονης βιολογίας μποροῦν ἴσως νά μᾶς βοηθήσουν ἔμμεσα. «Τά γονίδια» γράφει ὁ ὁμότιμος καθηγητής τοῦ Γεωπονικοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν Χ. Γιαμβριᾶς, «εἶναι τό πιό σπουδαῖο βιολογικό μόριο, διότι περιέχουν τίς γενετικές πληροφορίες τοῦ κάθε ζωικοῦ ἤ φυτικοῦ ὀργανισμοῦ... ᾿Επειδή κάθε κύτταρο ἔχει τά χρωματοσώματα ἀνά ζεύγη, κάθε ὀργανισμός ἔχει δύο γονίδια γιά κάθε κληρονομική ἰδιότητα». («᾿Ακτίνες» τεῦχος 598, σελ. 35). Μεταφέροντας αὐτή τή θεμελιώδη βιολογική ἀρχή στόν πνευματικό καί πολιτιστικό χῶρο, θά ἐπισημάνω ὅτι κατ᾿ ἀναλογία δύο εἶναι τά κύρια χαρακτηριστικά «γονίδια» -τά στοιχεῖα- τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν ῾Ελλήνων, πού ἐγγυῶνται σταθερή τήν ὕπαρξή τους μέσα στό μεταβαλλόμενο ἱστορικό γίγνεσθαι· ῾Η ὀρθοδοξία καί ἡ γλώσσα. Στή μελέτη ὅμως αὐτή θά γίνει λόγος μόνο γιά τό ἕνα σκέλος τοῦ ζεύγους, γιά τή γλώσσα, πού ἐμπίπτει στόν κύκλο τῶν ἐπιστημονικῶν καί λογοτεχνικῶν ἐνδιαφερόντων τοῦ γράφοντος καί ἀποτελεῖ τόν μόνιμο καημό του, μιά ἀκοίμητη, θά ἔλεγα, ἀγωνία. «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου πάρεξ ἐλευθερία καί γλώσσα;», εἶχε γράψει ὁ ἐθνικός μας ποιητής, ὁ Διονύσιος Σολωμός, θέλοντας νά διδάξει ὅτι ἡ ἐθνική ἐλευθερία συνάπτεται μέ τήν ἑλληνική γλώσσα. ῞Υστερα ἀπό 150 χρόνια ἕνας ἄλλος διακεκριμένος ποιητής μας, ὁ ᾿Οδυσσέας ᾿Ελύτης, ἐπανέλαβε μέ τόν δικό του τρόπο τήν ἴδια θέση ὑπογραμμίζοντας ὅτι ἡ ἱστορική συνέχεια τοῦ ῎Εθνους καί ἡ γλώσσα του συμπορεύονται· «Μονάχη ἔγνοια ἡ γλώσσα μου στίς ἀμμουδιές τοῦ ῾Ομήρου». Συνεπῶς δυό κορυφαῖοι δημιουργοί ἔδωσαν τό στίγμα τους γιά τήν ἀναγνώριση τῆς πνευματικῆς ἐθνικῆς τους ταυτότητας. ῾Η ἑλληνική γλώσσα πράγματι ἀποτελεῖ τό ἕνα ἀπό τά δύο θεμελιώδη στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας. Μία περιουσία κυριολεκτικά ἀναπαλλοτρίωτη. Παρά τίς ἐθνικές περιπέτειες καί τίς ἀναπόφευκτες ξένες ἐπιδράσεις κράτησε ἀναλλοίωτα μές στούς αἰῶνες τά βασικά χαρακτηριστικά της· πλούσια, πλαστική, μουσική, ἀκριβόλογη. ῾Ο λεξιλογικός της θησαυρός εἶναι ἕνα ὀρυχεῖο ἀνεξάντλητο. Λίγο νά ξύσει κανένας τήν παγκόσμια ὁρολογία τῆς ἐπιστήμης, τῆς φιλοσοφίας, τῆς τέχνης, τῆς τεχνικῆς, θ᾿ ἀνακαλύψει κάτω ἀπό τήν ἐπιφάνεια ἕνα ἀπίθανα μεγάλο ἀριθμό ἑλληνικῶν λέξεων. Χώρια τά ἀθάνατα ἀριστουργήματα πού ἔχουν γραφεῖ σ᾿ αὐτήν κατά τίς διάφορες περιόδους τῆς μακραίωνης ἐθνικῆς ζωῆς καί ἐκφράζουν μέ πληρότητα τήν ψυχή τοῦ λαοῦ μας. ῾Ελληνική γλώσσα λοιπόν καί γραμματεία. ᾿Απ᾿ αὐτά ἐμπνέεται ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος ὅταν γράφει· «Οὐχ ἑάλω ἡ ρίζα, οὐχ ἑάλω τό φῶς». Μέ τίς λέξεις ρίζα καί φῶς ὑπονοεῖ ὁ ποιητής τή διαχρονική ἑλληνική παράδοση καί παιδεία. Τά μεγάλα ὅμως αὐτά πνευματικά μεγέθη εἶναι συνυφασμένα μέ τή γλώσσα, πού ὅσο καλλιεργεῖται καί διατηρεῖται κατά τό δυνατόν ἀδιάφθορη, τόσο καί ἡ ἐθνική ταυτότητα παραμένει ἀνόθευτη. ᾿Ι. ᾿Α. Νικολαΐδης http://www.apolytrosis.gr/web/guest/glossaa Β´ Εἶναι δεδομένο ὅτι γιά ὅλους τούς λαούς, πού θέλουν νά διατηρήσουν τήν ἱστορική τους συνέχεια καί μνήμη, ἡ γλώσσα ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς ταυτότητάς τους. ῾Ωστόσο, ἡ ἑλληνική γλώσσα μέ τήν ἀδιάκοπη δημιουργική πορεία της ἀλλά καί τήν ἐκφραστική της ἀρτιότητα ἀνήκει στήν κατηγορία τῶν ἐντελῶς προνομιούχων γλωσσῶν τῆς οἰκουμένης, γιά νά μήν ποῦμε ὅτι ἴσως εἶναι καί μοναδική. Τήν ἀλήθεια αὐτή τήν ἀποδίδει μέ τή δική του ποιητική συλλογιστική ὁ ᾿Οδυσσέας ᾿Ελύτης· «Εἶμαι ἄλλης γλώσσας, δυστυχῶς,
  6. 6. -6- καί ῾Ηλίου τοῦ Κρυπτοῦ, ὥστε οἱ ὄχι ἐνήμεροι τῶν οὐρανίων νά μ᾿ ἀγνοοῦν. Δυσδιάκριτος καθώς ἄγγελος ἐπί τάφου σαλπίζω... ... Αὐτά στή γλώσσα τή δική μου καί ἄλλοι ἄλλα σ᾿ ἄλλες». («Ρῆμα τό Σκοτεινόν») ῾Υπογραμμίζω τό στίχο «οἱ ὄχι ἐνήμεροι τῶν οὐρανίων», πού ἀναφέρεται στούς ξένους, στούς ἄλλους, πού λένε ἄλλα σ᾿ ἄλλες γλῶσσες. ῾Ο νομπελίστας ποιητής μας στούς λίγους αὐτούς στίχους δένει ἁρμονικά τή γλώσσα καί τήν πίστη, τά δυό ὑπαρκτικά γνωρίσματα τῆς ταυτότητάς μας. Στό σημεῖο αὐτό εἶναι χρήσιμη, νομίζω, μιά σύντομη ἀναδρομή στήν ἱστορική παρουσία τῆς γλώσσας μας. Μέ τόν λεγόμενο β' ἀποικισμό, δηλ. ἀπό τά μέσα τοῦ 8ου ὥς τόν 6ο αἰώνα π.Χ., ἡ ἑλληνική γλώσσα ἁπλώθηκε σ᾿ ὅλη τή λεκάνη τῆς Μεσογείου καί βορειότερα στίς ἀκτές τῆς Μαύρης Θάλασσας. Μασσαλία, νότια ᾿Ιταλία, Σικελία, βόρεια ᾿Αφρική, Μικρά ᾿Ασία, Πόντος, ἀνατολικά παράλια τῆς Κολχίδας, στάθηκαν κοιτίδες προαιώνιες ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Σημαντικό ὅμως εἶναι καί τό γεγονός ὅτι ἀργότερα καί κατά διάφορους καιρούς καί περιστάσεις ἡ γλώσσα αὐτή χρησίμευσε ὡς ὄργανο γιά τό ἐμπόριο καί τή διοίκηση καί σέ γεωγραφικούς χώρους, ὅπου δέν μιλήθηκε ἀπό τά πλατιά στρώματα τῶν γηγενῶν πληθυσμῶν. Στά ἑλληνιστικά χρόνια π.χ., μέ τήν ἐκπολιτιστική ἐκστρατεία τοῦ Μ. ᾿Αλεξάνδρου, ἔπαιξε τό ρόλο τοῦτο σέ μιά τεράστια ἔκταση, πού ἀνατολικά ἔφτασε ὥς τόν ᾿Ινδό ποταμό. Πρόκειται γιά τή μεγάλη ἐκείνη πνευματική κατάκτηση πού ἐξυμνεῖ ὁ Καβάφης· «Καί τήν κοινήν ἑλληνική λαλιά ὥς μέσα στή Βακτριανή τήν πήγαμεν, ὥς τούς ᾿Ινδούς». Στά ἴδια ἐκεῖνα χρόνια, καθώς καί στή ρωμαϊκή περίοδο, ἡ ἑλληνική γλώσσα εἶχε εἰσδύσει στή Συρία, στήν ᾿Ιορδανία, στήν Αἴγυπτο, στήν Παλαιστίνη. ῞Οσο γιά τή βυζαντινή περίοδο μέσῳ τῆς ᾿Εκκλησίας ἔθρεψε πολιτιστικά σχεδόν ὅλες τίς σλαβόφωνες περιοχές τῆς βόρειας Βαλκανικῆς κι ἀκόμη παραπέρα. Στούς σημερινούς δίσεκτους καιρούς ἔχουμε δύο ὄψεις· ᾿Ασφαλῶς, ἡ ἑλληνική κοινότητα -ἑπομένως καί ἡ ἑλληνική γλώσσα- στήν Κωνσταντινούπολη, στήν ῎Ιμβρο καί στήν Τένεδο, στήν ᾿Αλεξάνδρεια καί στό Κάιρο, στήν ᾿Οδησσό καί ἐν μέρει στή Ρουμανία συρρικνώθηκε φοβερά, ἄν καί ἡ ἱστορία μακροχρόνια ἔχει πολλά γυρίσματα. ῾Ωστόσο, ὑπάρχει ἀκμαῖος ἑλληνισμός πού διατηρεῖ τή γλώσσα του στίς ῾Ηνωμένες Πολιτεῖες, στόν Καναδά, στήν Αὐστραλία, στή Μ. Βρετανία, μέ τήν κυπριακή προπαντός κοινότητα, στήν πρώην Σοβιετική ῞Ενωση μέ τούς ῾Ελληνοποντίους, στήν ᾿Αλβανία καί μέ τούς Βορειοηπειρῶτες ἀλλά καί μέ τούς Βλάχους καί τούς ᾿Αλβανούς πού μαθαίνουν ἤδη ἑλληνικά, στά Σκόπια μέ τήν πνιγμένη φωνή. Θά συμπληρώσω ὅτι σ᾿ ὅλα τά λιμάνια τοῦ πλανήτη μας, ἐκτός ἀπό τίς ἀναρίθμητες μικρές κοινότητες, ἀκούγεται ἡ ἑλληνική λαλιά μέ τά πλοῖα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας μας πού προσορμίζονται παντοῦ, συνεχῶς. Αἰσιόδοξα, βέβαια, σημάδια πού δείχνουν τήν ἀντοχή τῆς γλώσσας μας, ἀλλά ὁπωσδήποτε δέν συγκρίνονται μέ τό ἔνδοξο παρελθόν. ῎Αρα χρειάζεται ἀκλόνητη ἐμμονή καί προπαντός πολλή καί συστηματική δουλειά. (Συνεχίζεται) ᾿Ι. ᾿Α. Νικολαΐδης http://www.apolytrosis.gr/web/guest/glossab 4. Μάθημα δημοκρατίας τα Αρχαία Ελληνικά. Σε πρόσφατη έκδοση της γερμανικής εφημερίδας Frankfurter Allgemeine Zeitung δημοσιεύεται ολοσέλιδο άρθρο του δημοσιογράφου και αρχαιογνώστη Konrad Adam , ο οποίος αναφέρει ότι στα πλαίσια ορισμένων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που επιχειρούνται σε αρκετά γερμανικά κρατίδια, πρέπει να ενισχυθεί η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στα γερμανικά σχολεία. Κύριο επιχείρημά του είναι ότι τα αρχαία ελληνικά ακονίζουν το δημοκρατικό φρόνημα και την πολιτική συνείδηση των παιδιών σε μια κοινωνία καταναλωτική που την χαρακτηρίζει η πνευματική νωθρότητα. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «ποτέ ένας αρχαίος συγγραφέας δε μεταδίδει ένα μόνο μήνυμα, ένα δόγμα ή ένα πρόγραμμα. Συνήθως πρόκειται για δύο ή και περισσότερες αρχές που αντιτίθενται μεταξύ τους και προσπαθεί η μια να επιβληθεί στην άλλη: Ο Κρέων και η Αντιγόνη, ο Ιάσων και η Μήδεια, ο Σωκράτης και ο Καλλικλής, ο Έρως και το Νείκος. Πάντα η πάλη ενός λόγου και ενός αντίλογου, αυτή η πάλη που έφτασε στην τελειότητά της με τους σοφιστές…» Στη συνέχεια ο κ. Adam θυμίζει στους αναγνώστες του ότι « ο τελευταίος γερμανός αυτοκράτορας ήθελε τα γερμανικά σχολεία να βγάζουν νέους Γερμανούς και όχι Έλληνες και Ρωμαίους. Ορθά ο αυτοκράτορας δεν ήθελε τα αρχαία, αφού γνώριζε ότι μόνο την τυφλή υπακοή στον ανώτατο άρχοντα δεν θα ενστάλαζαν στην ψυχή των παιδιών. Ο φόβος του δεν ήταν μήπως οι γερμανοί μαθητές διδαχτούν κάτι περιττό γι αυτούς, αλλά μήπως μάθουν κάτι περιττό γι αυτόν, μήπως μάθουν να αντιδρούν, να αντιστέκονται, να εξεγείρονται». «Η ελληνική λογοτεχνία, συνεχίζει το άρθρο, βρίθει από τέτοιους αυτόνομους ανθρώπους. Ας αφήσουμε την Αντιγόνη και τους επώνυμους. Ο Πλούταρχος μας διασώζει την περίπτωση ενός ανώνυμου. Όταν ο στρατηγός Μιλτιάδης ζήτησε από το δήμο των Αθηναίων να του χαρίσουν έναν τιμητικό στέφανο, αυτός ο ανώνυμος αντιτάχθηκε με το επιχείρημα ότι, απ όσο ήξερε, στο Μαραθώνα ο Μιλτιάδης δεν είχε πολεμήσει μόνος του. Αν στο μέλλον πολεμούσε κατά των Περσών μονάχος και τους νικούσε, τότε
  7. 7. -7- μπορούσε να υποβάλει πάλι το αίτημά του στο δήμο. Μακάρι να είχαμε τέτοιους πολίτες σήμερα. Όχι να δέχονται τα πάντα, αλλά να υποβάλλουν ενστάσεις». Τα αρχαία ελληνικά, λοιπόν, μας βοηθούν όχι απλώς να θυμηθούμε τις απαρχές της δημοκρατίας, αλλά, όπως σχολιάζει και ο συνεργάτης της Deutsche Welle Σπύρος Μοσκόβου, να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα της δημοκρατίας σήμερα. Το πιο πάνω δημοσίευμα της Frankfurter Allgemeine Zeitung μας θυμίζει και ένα άλλο δημοσίευμα της αυστριακής εφημερίδας Neue Presse (Βιέννη, 10/8/2004), σύμφωνα με το οποίο ιατροί επιστήμονες κατέληξαν στο παράξενο αλλά και πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα ότι η απαγγελία των ομηρικών επών επιδρά θετικά στην κυκλοφορία του αίματος, αφού με το ρυθμό που επιβάλλει η απαγγελία του δακτυλικού εξάμετρου συντονίζονται οι λειτουργίες της καρδίας και της αναπνοής, με αποτέλεσμα να πέφτει η πίεση του αίματος! Σήμερα διερωτάται κανείς ποια θέση, για να μην πούμε ποια τύχη, έχουν τα αρχαία ελληνικά στο σύνολο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που τελευταία, ομολογουμένως, επιχειρείται με περισσότερη προσοχή και υπευθυνότητα. Τι προνοούν για τα αρχαία ελληνικά τα αναλυτικά προγράμματα που ετοιμάζονται από τις ειδικές επιτροπές; Πόσο λαμβάνεται υπόψη η διαχρονική τους αξία; Θα συνεχίσουμε να μη βλέπουμε και να μην κατανοούμε αυτό που βλέπουν και κατανοούν οι ξένοι όσον αφορά τα αρχαία ελληνικά; Η αρχαία ελληνική γραμματεία είναι γεμάτη από παραδείγματα που βοηθούν το σύγχρονο άνθρωπο να κατανοήσει ότι η διατύπωση μιας θέσης, οδηγεί στην αντίθεση και ότι στη συνέχεια και τα δυο μαζί οδηγούν στη σύνθεση. Ή ότι ο λόγος οδηγεί στον αντίλογο με κατάληξη το διάλογο που είναι και το μόνο μέσο να βρεθεί συναινετική λύση για οποιοδήποτε πρόβλημα. Θα περιοριστεί και πάλιν η διδασκαλία του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών σε εκείνους τους λίγους μαθητές που θα «τολμήσουν» να το επιλέξουν; Ας προβληματιστούν περισσότερο οι επικεφαλής της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και ας δώσουν επιτέλους στα αρχαία ελληνικά τη θέση που τους αξίζει στην εκπαίδευση των παιδιών μας. Και ας μη κρυβόμαστε πίσω από τον μέχρι σήμερα λανθασμένο ίσως τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος, γιατί αυτό αποτελεί ένα άλλο ξεχωριστό κεφάλαιο. του Χρίστου Παντελίδη, φιλόλογου, τ. Πρώτου Λειτουργού Εκπαίδευσης. Αναδημοσίευση από ΑΝΤΙΒΑΡΟ http://namarizathema.blogspot.com/2010/02/blog-post_6717.html 5. Η μαγεία της Ελληνικής γλώσσας. Αλέξανδρος Αγγελής Αντίβαρο, Δεκέμβριος 2007 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Στις μέρες μας όπου αμφισβητούνται ακόμα και τα αυτονόητα, έχει αρχίσει να ακούγεται η άποψη ότι δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες γλώσσες, αλλά ότι όλες έχουν την ίδια αξία. Αυτό είναι τόσο παράλογο να το πιστεύει κανείς, όσο το να πιστεύει ότι μπορούν σε έναν αγώνα δρόμου όλοι οι δρομείς να τερματίσουν ταυτόχρονα. Κάτι τέτοιο είναι απλά αδύνατον. Το συγκεκριμένο παράδειγμα είναι κάτι πολύ απλό, πόσο μάλλον όταν έχουμε να κάνουμε με κάτι τόσο πολύπλοκο όσο η γλώσσα. Δηλαδή μπορεί μια γλώσσα πρωτόγονου επιπέδου με 10 διαφορετικές λέξεις να έχει την ίδια αξία με μια γλώσσα τόσο σύνθετη όσο οι σημερινές; Ποιός λογικός άνθρωπος μπορεί να το δεχτεί αυτό; Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι οι χιμπατζήδες χρησιμοποιούν μια «γλώσσα» με ένα λεξιλόγιο από τριάντα λέξεις-κραυγές. [11] Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι να υποβαθμίσει κάποιες γλώσσες, αλλά να αποδείξει με αντικειμενικά κριτήρια ότι δεν έχουν όλες οι γλώσσες την ίδια αξία (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κάθε γλώσσα δεν έχει την αξία της). Υπάρχουν σήμερα περίπου 3.000 διαφορετικές γλώσσες (η πλειοψηφία των οποίων δεν έχει σύστημα γραφής). Είναι σίγουρο ότι κάθε γλώσσα έχει την δική της αξία και πρέπει να αγωνιζόμαστε όλοι ώστε όλες οι γλώσσες να επιβιώσουν. Δυστυχώς πολλές γλώσσες έχουν ήδη εκλείψει και θα εκλείψουν και στο μέλλον, και αυτό είναι πραγματικά μια αμαρτία. Όσο αμαρτία είναι όταν εξαφανίζεται ένα είδος ζώου διότι και η γλώσσα κάτι τέτοιο είναι, ένας «ζωντανός» οργανισμός που εξελίσσεται και είτε επιβιώνει είτε χάνεται. Πρακτική δυστυχώς συνέπεια αυτού είναι να χάνονται σημαντικά κομμάτια της εξέλιξης της ανθρώπινης πορείας, για την οποία δεν έχουμε ιδιαίτερα πολλές γνώσεις. Για πολλούς μη-Έλληνες γλωσσολόγους και ανθρώπους του πνεύματος, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ελληνική γλώσσα (ιδιαιτέρως τα Αρχαία Ελληνικά) είναι η ανώτερη μορφή γλώσσας που έχει επινοήσει ποτέ το ανθρώπινο πνεύμα. Οι απόψεις αυτές δεν είναι αυθαίρετες, αλλά βασίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά σχετικά με την αξιολόγηση μιας γλώσσας. Παρακάτω θα περιγράψουμε μία σειρά από ιδιότητες τις Ελληνικής γλώσσας και θα αντιπαραβάλουμε κάποιες ξένες γλώσσες (συνήθως την Αγγλική, καθώς αυτή είναι η πιό διαδεδομένη) πρός σύγκριση.
  8. 8. -8- ΠΛΟΥΤΟΣ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΥ Είναι γνωστή η έκφραση που χρησιμοποιούν οι Άγγλοαμερικάνοι όταν ψάχνουν να βρούν την κατάλληλη λέξη για κάποια έννοια «Οι Έλληνες θα έχουν μια λέξη για αυτό». Φράση την οποίαν πρώτος είχε γράψει ο καθηγητής Όλιβερ Τάπλιν στο βιβλίο του «Ελληνικό πυρ». [10] Ενώ η Αγγλική γλώσσα έχει, βάση του μεγάλου Αμερικανικού λεξικού Merriam- Webster, περίπου 166.724 λεξίτυπους (σύμφωνα με το ίδιο λεξικό 41.214 από αυτές τις λέξεις είναι αμιγώς Ελληνικές, χωρίς να υπολογίζουμε τις σύνθετες και τις Ελληνογενείς) [10], η Ελληνική γλώσσα περιλαμβάνει ήδη, στην καταγραφή μέχρι λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, 1.200.000 λεξίτυπους. Το εντυπωσιακό αυτό νούμερο προκύπτει από το έγκριτο TLG (Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσης) το οποίο ακόμα δεν έχει τελειώσει την καταγραφή όλων των Ελληνικών κειμένων. Εκτιμάται μάλιστα από την διευθύντρια του TLG, κα Μαρία Παντελιά, ότι μόλις τελειώσει η καταγραφή θα έχουν αποθησαυριστεί ίσως μέχρι και 2.000.000 λεξίτυποι [15]. Επιπλέον, σύμφωνα με τον κ Α. Κωσταντινίδη συγγραφέα των βιβλίων «Οι Ελληνικές λέξεις στην Αγγλική γλώσσα» και «Η οικουμενική διάσταση της Ελληνικής γλώσσης», πολλά λεξικά σταματούν την ετυμολογία της λέξης στην Λατινική ρίζα αγνοώντας το γεγονός ότι η πλειονότης των ίδιων των Λατινικών λέξεων έχουν Ελληνική ρίζα. [10] Πολλές Ομηρικές λέξεις σώζονται ακόμα και σήμερα στις Ευρωπαϊκές γλώσσες, και αυτές οι πάμπολλες λέξεις φυσικά δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των «αμιγώς Ελληνικών» που αναφέραμε νωρίτερα. Μία από αυτές τις λέξεις είναι το γνωστό «kiss». Ακούγεται αστεία σαν δήλωση ότι είναι στην ουσία Ελληνική λέξη ε; Και όμως, στα Αρχαία Ελληνικά, το «φιλώ» είναι «κυνέω / κυνώ», εξ’ού και το προσκυνώ (σημαίνει κάνω ένα βήμα μπροστά και δίνω ένα φιλί). Στην προστακτική το ρήμα γίνεται «κύσον με», δηλαδή «φίλησε με», όπως θα είπε και η Πηνελόπη στον Οδυσσέα όταν τον είδε να επιστρέφει στην Ιθάκη. Στα Αγγλικά θα λέγαμε «kiss me». Ο βαθμός ομοιότητας των δύο φράσεων δεν αφήνει χώρο για αμφιβολίες. Και αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα. ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ρίζα της λέξης (π.χ. «τρέχω» και «τροχός» παρόλο που είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στην ρίζα). Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο. Το διεθνές λεξικό Webster’s (Webster’s New International Dictionary) αναφέρει «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για την δημιουργία επιστημονικών όρων.» [12] ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne-Marie Delrieu τονίζουν «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί να αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μην βρεί αυτές που χρειάζεται.». [10] Ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής, είχε δηλώσει σχετικώς «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν- πρώτο- αρχί- υπέρ- ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται πρός τον ουρανό των λέξεων.» [10] Είναι αλήθεια ότι μπορούμε να βάλουμε και παραπάνω από μια πρόθεση μπροστά απο μία λέξη, ακριβώς όπως περιγράφει ο Γάλλος φίλος μας. Παραδείγματα συνδυασμών πολλαπλών προθέσεων με λέξεις που να δημιουργούν νέες λέξεις υπάρχουν άπειρα. Αντικαταβάλλω, επαναδιατυπώνω, αντιπαρέρχομαι, ανακατασκευάζω κτλ. Στην Ιλιάδα του Ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο υιός της σκοτώνοντας τον Έκτωρα «διό και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι, δυς + άριστος + τίκτω (=γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικόν το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο». [7] Ποιά άλλη γλώσσα στον κόσμο θα μπορούσε να αποδώσει σε μία μόνο λέξη τόσα πολλά και υψηλά νοήματα; Και όπως έλεγαν και οι Αρχαίοι, «το Λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν». Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κλπ, περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού. [6] Ο Godefroi Herman, ο Γάλλος μεταφραστής των Διονυσιακών του Νόννου, ομολογεί «Πόσες φορές μεταφράζοντας δεν ανέκραξα όπως ο Ρονσάρ: Πόσο είμαι περίλυπος που η γλώσσα η Γαλλική δεν δημιουργεί λέξεις όπως η Ελληνική... ωκύμορος, δύσποτμος, ολιγοφρονείν...». [7] Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ Στα Αγγλικά το ρήμα και το ουσιαστικό συχνά χρησιμοποιούν ακριβώς την ίδια λέξη π.χ. «drink» που σημαίνει και «ποτό» και «πίνω». Επιπλέον τα ονόματα δεν έχουν κλίσεις, για παράδειγμα στα Ελληνικά λέμε «Ο Θεός, του Θεού, τω Θεώ, τον Θεό, ω Θεέ» ενώ στα Αγγλικά έχουμε μια μόνο λέξη για όλες αυτές τις έννοιες, το «God». Είναι προφανές λοιπόν, ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά. Είναι λογικό άλλωστε αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από τη άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική. Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» σαν αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιές» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιές» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της. Παρένθεση: Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλιτική. [17] Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο (π.χ. Βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι...) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την νεοελληνική γλώσσα. Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική υπήρχαν και άλλες τρείς επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν. [7] Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό, έχει και η Κινεζική γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες, για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης, πρβλ π.χ.: “σι” = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατώ, σπίτι κ.τ.λ., «πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω... «πάϊ» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω....» [1]. Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον
  9. 9. -9- τονισμό, αλλά δύσκολα μπορώ να φανταστώ πως θα μπορούσαν να υπάρχουν δεκάδες διαφορετικοί τονισμοί για μία μονοσύλλαβη λέξη, ώστε να διαχωρίσουν φωνητικά όλες οι πιθανές της έννοιες. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, πως είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο; Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται για αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο (=λωπή) μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα. Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ’ού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα. Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ού και ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό. Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία. Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη. [5] Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. «ο Χ παντρεύτηκε»). Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει την ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. [7] ΓΛΩΣΣΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δεί ή γράψει. Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε. Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άπειρα παραδείγματα τέτοιου είδους υπάρχουν, σχεδόν ολόκληρο το λεξικό της Ελληνικής. Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας. Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Η ΣΟΦΙΑ Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Για αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες. Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πεί «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο.» [7] Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». [7] Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γή (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γή / δικό του σπίτι. Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι). Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» - ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας. Και φυσικά όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο». Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά [9]. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία... Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία. Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο... Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.
  10. 10. -10- Μια και αναφέραμε τα Λατινικά, ας κάνουμε άλλη μια σύγκριση. Ο «άνθρωπος στα Ελληνικά ετυμολογείται ώς το όν που κυττάει προς τα πάνω (άνω + θρώσκω). Πόσο σημαντική και συναρπαστική ετυμολογία που μπορεί να αποτελέσει βάση ατελείωτων φιλοσοφικών συζητήσεων. Αντίθετα στα Λατινικά ο άνθρωπος είναι «Homo» που ετυμολογείται από το χώμα. Το όν που κυττάει ψηλά στον ουρανό λοιπόν για τους Έλληνες, σκέτο χώμα για τους Λατίνους... Υπάρχουν και άλλα παρόμοια παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ. Είναι λογικό στο κάτω κάτω ότι μια γλώσσα που βασίστηκε στην Ελληνική αντιγράφοντάς την, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να έχει τα ίδια υψηλά νοήματα. Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις. «Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση» έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. [16] Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις. Όπως σημειώνει και ο «δικός μας» Κωνσταντίνος Τσάτσος, πρώην Υπουργός, πρώην Πρόεδρος Δημοκρατίας και συγγραφέας, «Όσο πιό προηγμένος είναι ο πολιτισμός ενός έθνους, τόσο πιό πλούσιες σε προϊστορία, και συνεπώς και σε ουσία, είναι οι λέξεις της γλώσσας... Με την γλώσσα μεταδίδομε λογικούς συνειρμούς και διεγείρομε συναισθήματα... Κάθε λαός έχει την γλώσσα που του αξίζει. Στην γλώσσα, όπως και στα τραγούδια του, εναποθηκεύεται ο πολιτισμός του... είναι ο πιό αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής του συνείδησης και της ιστορικής του συνέχειας.» [7] Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ. Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική.» [8] Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πεί ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει.» [4] Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής. Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. [10] Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου. «Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν απο την παραφωνία μια γλώσσα κατ’εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες» όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου Ευσταθίου. [7] Είναι γνωστό εξ’άλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες» [8]. Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ότι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως. Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της. Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα». Και δεν είναι τυχαίο που απομνημονεύουμε ευκολότερα ένα ποίημα παρά μια σελίδα πεζογραφήματος. [8] Και όπως ακριβώς έλεγαν και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι, η Ελληνική γλώσσα θα παραμένει «η ευπρεπεστάτη των γλωσσών και η γλυκυτέρα είς μουσικότητα». [16] Άλλος ξένος καθηγητής, ο Στέφεν Ντόιτς, διαπιστώνει έκθαμβος ότι μέσα από τους στίχους του Ομήρου αναδύεται μουσική «Είναι τόσο έντεχνα συντεθειμένοι, ώστε απολαμβάνοντας την ανάγνωση απολαμβάνεις και την μουσική.». Και ο Ζάκ Μπουσάρ, Καναδός καθηγητής γράφει ότι «Η απαγγελία σέβεται τα μακρά και τα βραχέα φωνήεντα, δηλαδή το καλούπι του εξαμέτρου», και αναλύει «πως η ψιλή και η δασεία, η περισπωμένη και η οξεία, η μακρόχρονη λήγουσα και τα βραχύχρονα φωνήεντα... γίνονται νότες.». [7]

×