Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.

Project Aor B

1,298 views

Published on

Published in: Technology, Business
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

Project Aor B

  1. 1. http://www.gennadeio.blogspot.com Αόρι στ ος δεύτ ερος ( β ‘ ) Ενεργητική φωνή Οριστική Υποτακτική Ευκτική 1.Ενικ. ἔ-βαλ-ο-ν βάλ-ω βάλ-οι-μι 2.Ενικ. ἔ-βαλ-ε-ς βάλ-ῃς βάλ-οι-ς Αόριστος 3.Ενικ. ἔ-βαλ-ε(ν) βάλ-ῃ βάλ-οι β′ 1.Πληθ. ἐ-βάλ-ο-μεν βάλ-ω-μεν βάλ-οι- μεν 2.Πληθ. ἐ-βάλ-ε-τε βάλ-η-τε βάλ-οι-τε 3.Πληθ. ἔ-βαλ-ο-ν βάλ-ω-σι(ν) βάλ-οι-εν Απαρέμφατο Μετοχή Προστακτική βαλ-ών βάλ-ε βαλ-όντος βαλ-έ-τω Αόριστος βαλ-εῖν βαλ-οῦσα β′ βαλ-ούσης βάλ-ε-τε βαλ-ό-ντων βαλ-όν βαλ-όντος 1
  2. 2. http://www.gennadeio.blogspot.com Μέση Φωνή Οριστική Υποτακτική Ευκτική 1.Ενικ. ἐ-βαλ-ό-μην βάλ-ω-μαι βαλ-οί-μην 2.Ενικ. ἐ-βάλ-ου βάλ-ῃ βάλ-οι-ο Αόριστος 3.Ενικ. ἐ-βάλ-ε-το βάλ-η-ται βάλ-οι-το β′ 1.Πληθ. ἐ-βαλ-ό-μεθα βαλ-ώ-μεθα βαλ-οί-μεθα 2.Πληθ. ἐ-βάλ-ε-σθε βάλ-η-σθε βάλ-οι-σθε 3.Πληθ. ἐ-βάλ-ο-ντο βάλ-ω-νται βάλ-οι-ντο Απαρέμφατο Μετοχή Προστακτική βαλ-ό-μενος βαλ-οῦ βαλ-ο-μένου βαλ-έ-σθω Αόριστος βαλ-ο-μένη β′ βαλ-έ-σθαι βαλ-ο-μένης βάλ-ε-σθε βαλ-έ-σθων βαλ-ό-μενον βαλ-ο-μένου 2
  3. 3. http://www.gennadeio.blogspot.com Ρήματα με Αόριστο β′ Ενεστώτας Αόριστος β′ Προσοχή στους τύπους 1 ἀγορεύω εἶπον εἴπω [1.εν. Υποτ.], εἰπεῖν [Απαρ.], εἰπέ [2.εν. Προστ.], εἶπε [3.εν. Οριστ.] 2 ἄγω ἤγαγον ἀγάγω [1.εν. Υποτ.], ἀγαγεῖν [Απαρ.] 3 ἄγομαι ἠγαγόμην ἀγάγωμαι [1.εν. Υποτ.], ἀγαγοῦ [2.εν. Προστ.], ἀγαγέσθαι [Απαρ.] 4 αἱρέω εἷλον ἕλω [1.εν. Υποτ.], ἕλε [2.εν. Προστ.], ἑλεῖν [Απαρ.], ἑλών [Μτχ. αρσ. γέν.] 5 αἱρέομαι εἱλόμην εἵλου [2.εν. Οριστ.], ἕλωμαι [1.εν. Υποτ.], ἑλοῦ [2.εν. Προστ.], ἑλέσθαι [Απαρ.] 6 αἰσθάνομαι ᾐσθόμην αἴσθωμαι [1.εν. Υποτ.], αἰσθέσθαι [Απαρ.] 7 ἁμαρτάνω ἥμαρτον ἁμάρτω [1.εν. Υποτ.], ἅμαρτε [2.εν. Προστ.], ἥμαρτε [3.εν. Οριστ.], ἁμαρτεῖν [Απαρ.], ἁμαρτών [Μτχ. αρσ. γέν.] 8 ἀνέχομαι ἠνεσχόμην ἀνάσχου [2.εν. Προστ.], ἀνασχέσθαι [Απαρ.] 9 ἀπεχθάνομαι ἀπηχθόμην ἀπεχθοῦ [2.εν. Προστ.], ἀπεχθέσθαι [Απαρ.] 10 ἀποθνῄσκω ἀπέθανον 11 ἀποκτείνω ἀπέκτανον 12 ἀπολείπω ἀπέλιπον 13 ἀπόλλυμαι ἀπωλόμην ἀπολοῦ [2.εν. Προστ.], ἀπολέσθαι [Απαρ.] 14 ἀφικνέομαι-οῦμαι ἀφικόμην 15 βάλλω ἔβαλον 16 βιβρώσκω ἔφαγον 17 γίγνομαι ἐγενόμην 18 ἐγείρομαι ἠγρόμην ἤγρου [2.εν. Οριστ.], ἐγροῦ [2.εν. Προστ.], ἐγρέσθαι [Απαρ.] 19 ἐπιλανθάνομαι ἐπελαθόμην ἐπελάθου [2.εν. Οριστ.], ἐπιλαθοῦ [2.εν. 3
  4. 4. http://www.gennadeio.blogspot.com Προστ.] 20 ἕπομαι / ἐφέπομαι ἑσπόμην / ἐφεσπόμην σπῶμαι [1.εν. Υποτ.], ἐπίσπωμαι [1.εν. Υποτ.], σποίμην [1.εν. Ευκτ.], ἐπίσποιτο [3.εν. Ευκτ.], σποῦ [2.εν. Προστ.], ἐπίσπου [2.εν. Προστ.], σπέσθαι [Απαρ.], ἐπισπέσθαι [Απαρ.] 21 ἔρχομαι / ἐξέρχομαι ἦλθον / ἐξῆλθον ἔλθω [1.εν. Υποτ.], ἐλθέ [2.εν. Προστ.], ἔξελθε [2.εν. Προστ.], ἐλθεῖν [Απαρ.] 22 ἐρωτάω-ῶ ἠρόμην ἔρωμαι [1.εν. Υποτ.], ἐρέσθαι [Απαρ.] 23 ἐσθίω ἔφαγον 24 εὑρίσκω ηὗρον & εὗρον εὕρω [1.εν. Υποτ.], εὑρέ [2.εν. Προστ.] 25 ἔχω / παρέχω ἔσχον / παρέσχον σχῶ [1.εν. Υποτ.], παράσχω [1.εν. Υποτ.], σχές [2.εν. Προστ.], παράσχες [2.εν. Προστ.], σχεῖν [Απαρ.], παρασχεῖν [Απαρ.], σχών [Μτχ. αρσ. γέν.], παρασχών [Μτχ. αρσ. γέν.] 26 ἔχομαι / παρέχομαι ἐσχόμην / σχοῦ [2.εν. Προστ.], παράσχου [2.εν. Προστ.] παρεσχόμην 27 θέω ἔδραμον 28 ἱκνέομαι-οῦμαι ἱκόμην 29 κάμνω ἔκαμον 30 λαγχάνω ἔλαχον ἔλαχε [3.εν. Οριστ.], λάχε [2.εν. Προστ.] 31 λαμβάνω / παρα- ἔλαβον /παρέλαβον λαβέ [2.εν. Προστ.], παράλαβε [2.εν. Προστ.] 32 λανθάνω ἔλαθον λάθε [2.εν. Προστ.] 33 λείπω ἔλιπον 34 μανθάνω ἔμαθον μάθε [2.εν. Προστ.] 35 ὄλλυμαι ὠλόμην ὀλοῦ [2.εν. Προστ.], ὀλέσθαι [Απαρ.] 36 ὁράω-ῶ εἶδον ἴδω [1.εν. Υποτ.], ἰδέ [2.εν. Προστ.] 37 ὀφλισκάνω ὦφλον 38 πάσχω ἔπαθον 4
  5. 5. http://www.gennadeio.blogspot.com 39 πίνω ἔπιον 40 πίπτω ἔπεσον 41 πυνθάνομαι ἐπυθόμην 42 τέμνω ἔτεμον (& ἔταμον) 43 τίκτω ἔτεκον 44 τρέπομαι ἐτραπόμην 45 τρέχω ἔδραμον 46 τυγχάνω ἔτυχον τύχε [2.εν. Προστ.] 47 ὑπισχνέομαι-οῦμαι ὑπεσχόμην ὑπόσχωμαι [1.εν. Υποτ.], ὑπόσχου [2.εν. Προστ.], ὑποσχέσθαι [Απαρ.] 48 ὑπολείπω ὑπέλιπον 49 φέρω ἤνεγκον ἐνέγκω [1.εν. Υποτ.], ἐνεγκεῖν [Απαρ.] 50 φεύγω ἔφυγον φύγω [1.εν. Υποτ.], φυγεῖν [Απαρ.] 5

×