Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΕΔΔΑ

  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΕΔΔΑ

  1. 1. ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Αλεξία-Νεφέλη Δούμα Υπόψη: κ. Νάσκου-Περράκη Πρακτική Άσκηση Έδρας UNESCO του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Δεκέμβριος 2013
  2. 2. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1.Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΔΔΑ: ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ………………………………………………………………………………σελ.3 2.ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ: ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ………………………………………………………………….σελ.6 3.ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ: ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ……..σελ.8 4.ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ…………………………………………...σελ.10 5.ΕΔΔΑ ΚΑΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ: ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ………….σελ.14 6. ΕΠΙΛΟΓΟΣ-ΤΕΛΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ.………………………………………..σελ.19 7.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ…………………………………………………………...σελ.20
  3. 3. Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΔΔΑ: ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Τα δικαιώματα των μειονοτήτων τίθενται στο επίκεντρο της διεθνούς κοινότητας, ιδίως σε μια εποχή στην οποία η ταυτότητα των μειονοτήτων απεμπολείται στο βωμό του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης. Η υπό σχολιασμό υπόθεση Τουρκική Ένωση Ξάνθης και Λοιποί κατά Ελλάδος1 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) αποτελεί απόφαση σταθμό αναφορικά με το δικαίωμα ελευθερίας έκφρασης και συνάθροισης (συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι) των μειονοτήτων. Ο προσφεύγων, η Τουρκική Ένωση Ξάνθης, είναι ένα σωματείο, που εδρεύει στην Ξάνθη με σκοπούς αθλητικούς κατά βάση. Αρχικά, ιδρύθηκε το 1927, με την ονομασία «Στέγη της τουρκικής νεολαίας Ξάνθης» στη Δυτική Θράκη από έλληνες πολίτες, μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας της περιοχής. Με την ίδρυση, αποσκοπούσαν στη διατήρηση και προώθηση του πολιτισμού των «Τούρκων της Δυτικής Θράκης», στη σύναψη δεσμών φιλίας και αλληλεγγύης μεταξύ των μελών τους, καθώς και τη συνεισφορά των κοινωνικών και θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων που συντελέσθηκαν με το κεμαλικό κίνημα. Το 1936, το Πρωτοδικείο Ξάνθης έκανε δεκτή την αίτηση του σωματείου για αλλαγή του ονόματος σε « Τουρκική Ένωση Ξάνθης»2 . Εντούτοις, 47 χρόνια αργότερα, το 1983, το ίδιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση του Νομάρχη Ξάνθης να απαγορευθεί η χρήση του όρου «τουρκικός» σε κάθε έγγραφο και σφραγίδα του σωματείου. Ακολούθησε εκ νέου αίτηση του Νομάρχη Ξάνθης ένα χρόνο μετά, με την αιτιολογία ότι το περιεχόμενο του καταστατικού αποτελούσε προσβολή στην εσωτερική δημόσια τάξη. Η αίτηση έγινε δεκτή και το Πρωτοδικείο διέταξε τη λύση του σωματείου. Το σωματείο άσκησε έφεση επί της αποφάσεως, ενώ το Εφετείο επιβεβαίωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου επί τη βάσει της ίδιας αιτιολογίας. Και πάλι τα μέλη του σωματείου άσκησαν αναίρεση επί της τελεσίδικης απόφασης. Η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο (στο εξής: ΑΠ) για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμφθηκε πίσω στο Εφετείο. Το Εφετείο για ακόμη μια φορά ενέμεινε στην αρχική του κρίση, θεωρώντας πως οι σκοποί του σωματείου αποτελούν απειλή προς τη δημόσια τάξη3 . Κατά το Εφετείο, το σωματείο θεωρούσε τα μέλη του Τούρκους και όχι «μουσουλμάνους με ελληνική υπηκοότητα», κατά τους συμπεφωνημένους όρους της Συνθήκης της Λωζάνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας του 19234 , καθώς και το ότι τα μέλη προσέβλεπαν στη διάδοση «τουρκικών ιδανικών», κάτι παραπάνω, δηλαδή, από τη διατήρηση των πολιτιστικών παραδόσεων και εθίμων τους, όπως άλλα αναγνωρισμένα σωματεία ανά την ελληνική επικράτεια. Με μια γρήγορη εξέταση των διατάξεων της ελληνικής έννομης τάξης, διαπιστώνουμε πως οι άνωθι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων προσκρούουν σε νομοθετικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Πιο συγκεκριμένα, αντιβαίνουν στην αρχή 1 Τουρκική Ένωση Ξάνθης και Λοιποί κατά Ελλάδος, αρ. 26698/05, ΕΔΔΑ 27 Μαρτίου 2008, Μετάφραση: Ελένη Καλαμπάκου, Αναδιατύπωση από το τεύχος 43/2009 του περιοδικού Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΔτΑ), σελ. 867-877. 2 Με την απόφαση υπ’αρ. 122/1936 ΠρΞανθ. 3 Greek Helsinki Monitor Press Release, Greece: European Court of Human Rights finds violations of Turks’ Freedom of Association, 28 March 2008. 4 Συνθήκη της Λωζάνης περί ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, υπεγράφη στις 24 Ιουλίου 1923 στη Λωζάνη της Ελβετίας.
  4. 4. της ισότητας όλων των ελλήνων πολιτών απέναντι στο νόμο, που κατοχυρώνεται στο άρ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος « Οι Έλληνες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο». Επιπλέον, το άρ. 12 Σ θεσπίζει το δικαίωμα της ελευθερίας ίδρυσης ενώσεων και σωματείων. Επιπρόσθετα, ο κοινός νομοθέτης στον Αστικό Κώδικα και τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αναγνωρίζει το θεσμό του σωματείου και καθορίζει τον τρόπο σύστασής του, καθώς και τη διαδικασία που ακολουθείται από τα δικαστήρια για την έγκρισή του.5 Ο προσφεύγων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι προσβλήθηκε το δικαίωμά του επί της δίκαιης δίκης που αποτυπώνεται στη συγκεκριμένη έκφανσή της, την αρχή της εύλογης προθεσμίας6 . Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται στο άρ. 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής : ΕΣΔΑ)7 . Ο αιτών θεωρεί ότι μεσολάβησαν 47 χρόνια από την αρχική έγκριση της αλλαγής του ονόματος του σωματείου το 1936 μέχρι την απόφαση του Πρωτοδικείου το 1983. Κλονίσθηκε με άλλα λόγια η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Βέβαια, η κυβέρνηση αντέταξε ότι η συμπεριφορά του σωματείου ήταν εκείνη που συνέβαλε καθοριστικά στην επιμήκυνση της διαδικασίας, καθώς εξαιτίας του μεσολάβησαν 11 χρόνια και 4 μήνες μέχρι την υποβολή αίτησης για ορισμό ακρόασης στο Εφετείο. Η κυβέρνηση επί της ουσίας επιμήκυνε την όλη διαδικασία επί τη βάσει έλλειψης οικονομικών πόρων. Το ΕΔΔΑ εδώ εξετάζοντας την πρότερη νομολογία του, θεώρησε ότι η διάρκεια της διαδικασίας υπερέβη κατά πολύ την αρχή της εύλογης καθυστέρησης. Να σημειωθεί ότι η υπόθεση διήρκησε από το 1983 μέχρι και το 2005 με την απόφαση του ΑΠ8 . Έτσι, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν της Κυβέρνησης και έκρινε ότι όντως υπήρξε παραβίαση του άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Σχετικά με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του αιτούντος, το σωματείο θεώρησε ότι οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων προσέβαλαν τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρ. 9, 10 και 11 ΕΣΔΑ9 , καθώς και υπό το άρ. 27 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (στο εξής : ΔΣΑΠ)10 . Μάλιστα τόνισε ότι το άρ. 11 αποτελεί lex specialis σε σύγκριση με τα άρ. 9 και 10 ΕΣΔΑ11 , ενώ υπογραμμίζει στη σκέψη 34 της υπό σχολιασμό απόφασης12 ότι είναι αρμόδιο να κρίνει παραβιάσεις μόνο με βάση το κείμενο της ΕΣΔΑ και όχι επί τη βάσει άλλων διεθνών νομικών κειμένων. Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι το καταστατικό του σωματείου άφηνε αρκετές ασάφειες ως προς τον ακριβή σκοπό του σωματείου, καθώς ο τίτλος του δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα και τη δραστηριότητα των μελών του. Οι αιτούντες ισχυρίστηκαν ότι η Συνθήκη της Λωζάνης δεν θέτει κάποια απαγόρευση ως προς τον αυτοπροσδιορισμό των μειονοτήτων με το επίθετο «τουρκικός». Ίσα ίσα υποχρεώνει 5 Άρ. 78, 79, 81, 105 ΑΚ και 106, 108 ΚΠολΔ. 6 Ταγαρά Χ., Μηχανισμοί Διεθνούς Προστασίας τω Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, 127-128. 7 Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ). 8 Απ. υπ’αρ.4/2005 ΑΠ. 9 Πρβλ (7), άρ.9, 10, 11. 10 Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (υιοθετήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1966 και τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 1976) (ΔΣΑΠ) άρ. 27. 11 Νάσκου-Περράκη Π., Μηχανισμοί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2008, 423. 12 Πρβλ. (1), Σκέψη 34.
  5. 5. τα συμβαλλόμενα μέρη να μην θέτουν εμπόδια στην ελευθερία έκφρασης των μειονοτικών ομάδων13 . Εξάλλου, οι σκοποί στους οποίους προσβλέπει και το ίδιο το σωματείο ερείδονται στις αρχές του κοσμικού κράτους, της ισότητας των δύο φύλων και της δημοκρατικής κοινωνίας. Το ΕΔΔΑ δεν παραγνωρίζει το περιθώριο εκτίμησης των κρατών περί της συμβατότητας του σκοπού και των δραστηριοτήτων του σωματείου, αλλά η άσκηση αυτού θα πρέπει να είναι συμβατή με τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας σε μια δημοκρατική κοινωνία. (ανάλογη με τον «επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό», σκέψη 46 της εν λόγω απόφασης14 ). Οι εξαιρέσεις συνεπώς που προβλέπονται στο άρ. 11 θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Δηλαδή, τα κράτη θα πρέπει να αιτιολογούν τον επιβαλλόμενο περιορισμό στα δικαιώματα των υποκειμένων τους, περιορισμός που οφείλει να θεμελιώνεται σε επιτακτικό και πειστικό λόγο. Με βάση τα παραπάνω, η παρ. 2 του άρ. 11 ΕΣΔΑ15 προικίζει τα κράτη με ένα περιορισμένο μόνο περιθώριο εκτίμησης. Ο περιορισμός της ελευθερίας της συνένωσης κατά το άρ. 105 ΑΚ δεν αμφισβητείται από κανένα μέρος. Συνεπώς, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εάν η επίμαχη επέμβαση ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» προς «επίτευξη του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού». Το ΕΔΔΑ δέχεται ότι η διάλυση ενός σωματείου, το οποίο λειτουργούσε ακώλυτα επί μισό σχεδόν αιώνα, δεν συνιστά αναγκαίο και πόσω μάλλον αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Εξάλλου, σε πρότερη απόφασή του, τη Σιδηρόπουλος και Λοιποί κατά Ελλάδος16 , το ίδιο έχει δεχθεί πως ένα σωματείο δεν δύναται να λειτουργήσει ως απειλή για την εδαφική ακεραιότητα, την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια τάξη ενός κράτους. Δεν προκύπτει από πουθενά εξάλλου ότι τα μέλη του σωματείου έχουν προβεί σε παράνομες ή βίαιες πράξεις που αντίκειντο στη δημόσια τάξη. Το ΕΔΔΑ επομένως, δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτόν με την αιτιολογία ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να εξασφαλίζεται ελεύθερη κίνηση των ιδεών, η αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης με καθόλα νόμιμα και ειρηνικά μέσα, όπως οι δραστηριότητες ενός σωματείου σαν και αυτό, καθώς και το απαραίτητο μέσο υλοποίησης όλων των παραπάνω, το δικαίωμα της συνάθροισης. Τέλος, οι αιτούντες ισχυρίστηκαν ότι η απαγόρευση της χρήσης του όρου «τουρκικός» συνιστά δυσμενή διάκριση επί τη βάσει του άρ. 14 ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ετερότητα και την ίση μεταχείριση όλων ενώπιον του νόμου. Όντως, και αυτός ο ισχυρισμός έγινε δεκτός από το ΕΔΔΑ, καθώς ενώσεις ανά την Ελλάδα που ιδρύονται από άλλες μειονότητες, όπως Ρομά και Πομάκους έχουν γίνει δεκτές από τα εθνικά δικαστήρια. Για όλους τους παραπάνω λόγους, το Δικαστήριο σωστά στο διατακτικό του καταδικάζει το ελληνικό κράτος σε απόδοση των δικαστικών εξόδων στους 13 Πρβλ. (4), Τμήμα Ε’. 14 Πρβλ. (1), Σκέψη 46. 15 Πρβλ. (7), άρ.11 παρ. 2. 16 Σιδηρόπουλος κατά Ελλάδος, αρ. 26695/95, ΕΔΔΑ 10 Ιουλίου 1998, 1998-IV.
  6. 6. προσφεύγοντες, καθώς και στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ύψους 8.000Ε για ηθική βλάβη. ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ: ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ Η αναγνώριση και αναδιοργάνωση των μιλέτ (millet), των θρησκευτικοπολιτικών οργανισμών των μη μουσουλμάνων, υπήρξε ένα από τα πιο αντιφατικά εγχειρήματα των μεταρρυθμιστών του Τανζιμάτ. Oι Oθωμανοί από τη μια χρησιμοποίησαν την εκκλησιαστική ιεραρχία ως σκελετό ενός ενοποιημένου μηχανισμού ενσωμάτωσης των μη μουσουλμάνων στην Aυτοκρατορία και από την άλλη προσπάθησαν να μειώσουν τη σημασία του εκκλησιαστικού παράγοντα στο εσωτερικό αυτού του μηχανισμού. Aν και τα μιλέτ είχαν τη ρίζα τους στην παράδοση, στο καθεστώς υποτέλειας υπό το οποίο υπάγονταν οι μη μουσουλμάνοι πριν από τις μεταρρυθμίσεις και στην ανάπτυξη των κοινοτικών οργανισμών αυτοδιοίκησης των χριστιανών κατά το 18ο αιώνα, οι μεταρρυθμιστές, παραχωρώντας σ' αυτά πλήρη θεσμική κατοχύρωση και αναγνωρίζοντας στους μη μουσουλμάνους το καθεστώς εθνικο- θρησκευτικών μειονοτήτων, δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα που τελικά ξέφυγε από τον έλεγχό τους17 . Με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 192318 διατηρήθηκε επί της ουσίας μια μορφή του παραπάνω προνομίου για τις μειονότητες του εκάστου κράτους, Ελλάδας και Τουρκίας. Το σύστημα αυτό κρατούσε δέσμια τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτ. Θράκης ως νήσο του θρησκευτικού συντηρητισμού μέσα σε μια εποχή εκσυγχρονισμού. Να σημειωθεί ότι το 1926 οι μη μουσουλμάνοι της Τουρκίας υποχρεώθηκαν να παραιτηθούν από τα δικαιώματα σχετικά με ορισμένα ιεροδικεία και να συμμορφωθούν με τις νέες επιταγές της Τουρκίας, που αναγνώριζε τον αστικό κώδικα ως τη μονή πηγή του οικογενειακού δικαίου. Είναι εμφανές πως και τα δυο κράτη δεν ήταν πρόθυμα να τηρήσουν τα συμπεφωνημένα, εξασφαλίζοντας επί τοις πράγμασι τα δικαιώματα στην εκάστοτε μειονότητα. Η ελληνοτουρκική «φιλία» αποτέλεσε περισσότερο μια «απόδειξη υπακοής» της μιας στην άλλη παρά μια ειλικρινή συνεργασία προς αποφυγή παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατά τη Συνθήκη της Λωζάνης19 κατοχυρώνονταν στις μειονοτικές ομάδες. Οι πολιτικές αμφότερων των κρατών πυροδότησαν διαμάχες εντός της μουσουλμανικής μειονότητας και το διαχωρισμό των μελών τους σε κεμαλικούς, αφενός, και σε συντηρητικούς ισλαμιστές, αφετέρου. Τη δεκαετία του 1920 ο όρος «Τούρκος» ήταν απλά συνώνυμος του όρου «Μουσουλμάνος». Όσο οι ελληνοτουρκικές σχέσεις γινόταν όλο και πιο ανταγωνιστικές, το ζήτημα της ονομασίας της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ανήχθη σε ζωτικής σημασίας ζήτημα. Διατηρώντας το θρησκευτικό όρο της μειονότητας και αδιαφορώντας για την εξελισσόμενη διαδικασία της ενοποίησης («τουρκοποίησης») και τα δύο κράτη προσπάθησαν –ανεπιτυχώς- να αποφύγουν το πραγματικό γεγονός ότι το έθνος και όχι πλέον η θρησκεία αποτελούσε τον κύριο πυρήνα της εκάστοτε μειονότητας. Το γεγονός αυτό θορύβησε τις ελληνικές αρχές ιδίως μετά τη δεκαετία του 1950 όταν οξύνθηκαν οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και 17 Tsitselikis K., The Pending Modernisation of Islam in Greece: From Millet to Minority Status, Sudoesteuropa 55, vol. 4, 2007, 363. 18 Πρβλ. (4). 19 Πρβλ. (4).
  7. 7. Τουρκίας εξαιτίας επιχειρήσεων εδαφικής επέκτασης της τελευταίας. Η συχνή εναλλαγή των δυο αυτών όρων υποδηλώνει την ανικανότητα προσδιορισμού της μειονότητας από τις ελληνικές αρχές. Το 1955 στο πλαίσιο του συνυποσχετικού μεταξύ των όμορων κρατών, οι ελληνικές αρχές αποκάλεσαν τη μειονότητα ως «τουρκική». Κατά τη διάρκεια αντίθετα της επταετούς στρατιωτικής Δικτατορίας (1967-1974) ο όρος «τουρκικός» δαιμονοποιήθηκε. Η σύγχυση κορυφώθηκε με τη θέσπιση του περίφημου άρ. 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας (K.E.I.)20 , το οποίο έκανε διάκριση μεταξύ ομογενών και αλλογενών. Οι Μουσουλμάνοι κατά κύριο λόγο εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία. Το άρθρο αυτό θέτει την κατηγορία αυτή σε πολύ πιο ευάλωτη θέση από την άλλη, ορίζοντας ότι κάθε έλληνας πολίτης μη ελληνικής καταγωγής ο οποίος εγκαταλείπει την Ελλάδα χωρίς πρόθεση επιστροφής θεωρείται πως έχει χάσει οριστικά την ελληνική υπηκοότητα. Μέχρι την κατάργηση του άρθρου το 199821 , περί τις 49,000 μουσουλμάνων απώλεσαν οριστικά την ιθαγένεια τους, μένοντας ουσιαστικά χωρίς ταυτότητα22 . Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕυρΕΔΑ) και το Συμβούλιο της Ευρώπης έχουν εκδώσει γνώμες, εκθέσεις23 και αποφάσεις αντίστοιχα24 στις οποίες τονίζει ότι «αναγκαίο μέτρο» δεν σημαίνει υποχρεωτικά «απαραίτητο μέτρο» στο πλαίσιο των κοινωνικών αναγκών, υπενθυμίζοντας ότι το κράτος διαθέτει περιθώριο εκτίμησης για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου στις συγκεκριμένες συνθήκες, πάντως μέσα στα κοινώς αποδεκτά ευρωπαϊκά όρια και κάτω από τον έλεγχο των οργάνων της ΕΣΔΑ25 . Στην υπόθεση Σαδίκ26 υπογράμμισε ότι ο ρόλος της είναι να κρίνει την απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου στο πλαίσιο των κοινών ευρωπαϊκών κεκτημένων και να ελέγξει εάν το περιθώριο εκτίμησης της ελληνικής δικαιοσύνης συμβαδίζει με τη δεύτερη παράγραφο του άρ. 10 ΕΣΔΑ27 . Έκρινε ότι κοινωνική πίεση που να δικαιολογούσε την τιμωρία του προσφεύγοντα για πρόκληση αμοιβαίας διχόνοιας με την πράξη του να αποκαλέσει δημόσια τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτ. Θράκης «τουρκική» ουδέποτε υπήρξε, καθώς ελλείπει η αναλογία μεταξύ της επιβληθείσας ποινής και του επιδιωκόμενου σκοπού, που είναι η αρμονική συμβίωση των ελλήνων πολιτών. 20 Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αρχικά κυρώθηκε με τον Ν.Δ.3370/1955. 21 Όπως καταργήθηκε με το άρ.9 παρ. 14 του Ν. 2623/1998. 22 «Ανιθαγενείς-απάτριδες» κατά το άρ. 7 Σύμβασης Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το Καθεστώς των Ανιθαγενών του 1954, όπως υπεγράφη στις 28 Σεπτεμβρίου 1954 στη Νέα Υόρκη και τέθηκε σε ισχύ στις 6 Ιανουαρίου 1960. 23 Τσιτσελίκη Κ., Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου, Τόμος 3, Αθήνα 1997, σελ. 697. 24 Υπ’αρ. 1704 (2010) Απόφαση της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτ. Θράκης. 25 Πρβλ. (24), 705,706. 26 Σαδίκ κατά Ελλάδος, αρ. 18877/91, ΕΔΔΑ 15 Νοεμβρίου 1996. 27 Πρβλ.(7), άρ.10.
  8. 8. ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ: ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ Ο πολιτισμός (η κουλτούρα) αποτυπώνεται σε αδρές γραμμές ως η εθνική ιδιαιτερότητα-μοναδικότητα ενός λαού. Ένα δημοκρατικό κράτος οφείλει να συγκεράσει τις επιθυμίες των μειονοτήτων που εγκολπώνει διατηρώντας συγχρόνως την ισότητα, τη δικαιοσύνη και την κοινωνική ισορροπία με τις υπόλοιπες ομάδες. Όπως σημειώνει και ο Kymlicka, « αυτό που χρειάζεται είναι η δημόσια έκφραση και θεσμοποίηση της εθνο-πολιτιστικής ποικιλομορφίας εν τω μέσω δημοκρατικών δομών φιλελεύθερων εθνών-κρατών»28 . Ο τρόπος μεταχείρισης των μειονοτήτων είναι αυτός μέσω του οποίου προσδίδεται ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του φιλελεύθερου ή μη σε ένα κράτος. Η φυσιογνωμία καθώς και ο βαθμός συμμετοχής και δραστηριοποίησης των μειονοτήτων σε αυτό που ονομάζουμε «πολιτεία» διαπλάθεται μέσα από τη στάση της «πλειονότητας» απέναντι στην ετερότητα, αυτό που οι Αγγλοσάξονες χαρακτηρίζουν με τη λέξη “otherness”. Η Benhabib θεωρεί ότι οι πρακτικές της κάθε κουλτούρας έχουν αναδυθεί μέσα από έναν πολύπλοκο «παγκόσμιο διάλογο» που θεμελιώνεται στη «ριζική υβριδικότητα και πολυφωνία των λαών».29 Υποστηρίζει μάλιστα ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες απόλυτα συμπαγείς γλωσσικά, κοινωνικά ή/και θρησκευτικά. Πολύτιμο είναι να κατανοήσουμε τους εαυτούς μας και να αναζητήσουμε την καταγωγή μας. Και ο Akgönül παρατηρεί πολύ εύστοχα ότι καμιά μειονότητα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως sui generis30 . Δύο ταυτόχρονες διεργασίες πρέπει να λάβουν χώρα ώστε μια ομάδα να μπορεί να χαρακτηριστεί ως μειονότητα. Η πρώτη είναι ποσοτική. Δηλαδή, συνήθως μια ομάδα κατακερματίζεται είτε λόγω εξοριών, πολέμων, ανταλλαγών πληθυσμών κλπ. είτε όταν μεταναστεύει από τη μια χώρα στην άλλη για πολιτικούς, οικονομικούς, θρησκευτικούς κ.ά. λόγους. Ο δεύτερος τύπος διεργασίας είναι ο ποιοτικός. Η πλειονότητα αυτοχαρακτηρίζεται ως ο «προστάτης του έθνους» και ως ο θεματοφύλακας των νόμων και των θεσμών, απαιτώντας διαρκή απόδειξη υπακοής από τη μειονότητα. Και στην περίπτωσή μας αυτό συνέβη. Στην Ελλάδα, η μουσουλμανική κοινότητα αντιμετωπίζεται ως κάτι «άλλο»31 . Πάνω σε αυτό χτίζεται η πλειονότητα και επιβιώνει. Χρωστάει στην περιθωριοποίηση της μειονότητας και στην περιχαράκωση της μοναδικότητάς της, γεγονός που αποτυπώνεται από πολλούς λογοτέχνες32 . Η αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών αποτελεί ακόμα και σήμερα μια από τις πιο μελανές σελίδες της ιστορίας αμφότερων των χωρών, αλλά και καθοριστικό στοιχείο, συνάμα, για τον αυτοκαθορισμό των λαών τους αντίστοιχα. Με αυτόν τον τρόπο, η πλειονότητα δαιμονοποιεί τη μειονότητα και της προσδίδει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που την αποκλείουν τόσο κοινωνικά, όσο πολιτικά και οικονομικά από τα προνόμια που απολαμβάνει η πρώτη33 . 28 Bhambra G., Culture, Identity and Rights: Challenging Contemporary Discourses of Belonging, Τhe Situated Politics of Belonging, Sage Publications, London 2006, 135. 29 Πρβλ. (30). 30 Akgönül S., Towards Minority Policies Beyond Reciprocity? The EU, Greece and Turkey, Oxford University Press, 2009, 193. 31 Πρβλ. (31), 196. 32 Η. Βενέζης, Φ. Κώντογλου, A. Yorulmaz, κ.ά. 33 Tsitselikis, K., Nommer et classer dans les Balkans, École Francaise d’ Athènes, Mondes Méditerranéens et Balkaniques I, Athènes 2008, 113,114.
  9. 9. Πολλά κινήματα δημοσιογράφων και νέων στην Ελλάδα, όπως ο ΙΟΣ, αποδοκιμάζουν σκληρά την «πολιτική της στρουθοκαμήλου», όσον αφορά στις δικαστικές αποφάσεις που λαμβάνονται από τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα σχετικά με τις μειονότητες. Η ελληνική κυβέρνηση και οι ελληνικές αρχές στις πλείστες των περιπτώσεων εθελοτυφλούν μπροστά σε φαινόμενα ρατσισμού και περιθωριοποίησης μελών μειονοτήτων, όπως η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτ. Θράκης, την οποία και επιδιώκουν να εξοβελίσουν, θεωρώντας την ως κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Η Τουρκία και η ελίτ της μειονότητας επεδίωξαν την αποδοχή του τουρκικού στοιχείου στη μειονότητα της Δυτ. Θράκης, ενώ οι ελληνικές αρχές ενέμεναν πάντα –και συνεχίζουν να εμμένουν- στον όρο «μουσουλμανικός», όπως χρησιμοποιείται στη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923. Βέβαια, οι ελληνικές αρχές λησμονούν το γεγονός ότι η μειονότητα αυτή απαρτίζεται και από άλλους λαούς- εθνότητες, όπως οι Πομάκοι και οι Ρομά. Συνεπώς, το ελληνικό κράτος οφείλει να παραχωρήσει το δικαίωμα αυτοκαθορισμού στα τουρκόφυλα μέλη της μειονότητας με τη χρήση του όρου «τουρκικός». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη της Λωζάνης (άρ.45)34 δεν θεμελιώνονται στην αρχή της αμοιβαιότητας (“reciprocity”) αυτή καθ’αυτήν, όπως την αντιλαμβανόμαστε από τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, αλλά σε παράλληλες υποχρεώσεις προστασίας των μειονοτήτων. Με άλλα λόγια, αφενός, η Ελλάδα αναλαμβάνει υποχρέωση προστασίας βάσει της Συνθήκης (Κεφάλαιο ΙΙΙ)35 απέναντι στη μουσουλμανική μειονότητα, και η Τουρκία απέναντι στη μη-μουσουλμανική μειονότητα, αφετέρου. Το αν κάποιο συμβαλλόμενο μέρος τηρεί τους όρους της Συνθήκης ή όχι δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αποτελεί άλλοθι για το άλλο προς αποφυγή των δεσμεύσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη. Ιστορικά, πολιτικά και νομικά, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών ως προς το ζήτημα της μεταχείρισης των μειονοτήτων ανέκαθεν βασίζονταν –λανθασμένα βάσει των ήδη λεχθέντων- στην αρχή της αμοιβαιότητας. Την αρχή αυτή επικαλείται ιδίως η ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία στο θέμα της εκπαίδευσης της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία. Αντίστοιχα, οι τουρκικές αρχές επισημαίνουν την έλλειψη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις της Συνθήκης όσον αφορά στα πολιτιστικά ζητήματα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτ. Θράκη. Όταν οι μουσουλμάνοι της περιοχής προσφεύγουν στους ιθύνοντες για παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους εντός του ελλαδικού χώρου, η ελληνική κυβέρνηση αντανακλαστικά κατηγορεί τις τουρκικές αρχές για παραβίαση των δικαιωμάτων των μη μουσουλμάνων Ελλήνων της Τουρκίας. Έτσι, οι μειονότητες της εκάστοτε χώρας χρησιμοποιούνται ως μοχλός χειραγώγησης των ελληνοτουρκικών σχέσεων36 . Η τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα είναι γεγονός πως συνετέλεσε στη σμίλευση της εθνικής ταυτότητας και τη δόμηση του σύγχρονου ελληνικού κράτους απέναντι στο διαφορετικό τουρκικό στοιχείο. Στους περισσότερους έλληνες πολίτες οι όροι «Τούρκος» και «τουρκικός» υποδηλώνουν τουρκική ταυτότητα και υπακοή στο όμορο κράτος37 . Το ζήτημα του φυλετικού αυτοκαθορισμού εμφανίζεται σήμερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις πιο φλέγον από ποτέ. Τις δεκαετίες του 1950 και 1960, η 34 Πρβλ. (4), άρ. 45. 35 Πρβλ. (4), Κεφ. ΙΙΙ, Διεθνής Σύμβαση Εργασίας 169 της 7 Ιουνίου 1989 (η Ελλάδα δεν την έχει κυρώσει ακόμα). 36 Θεοδωρόπουλου Χ., Δικαιώματα Ομάδων: Αυτοδιάθεση, Αυτόχθονες Λαοί, Μειονότητες, Aθήνα- Κομοτηνή 1993, 143-144.
  10. 10. χρήση του όρου «τουρκικός» ήταν κοινή. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας και έπειτα, οι ελληνικές αρχές αρνούνται επιδεικτικά να παράσχουν την –αυτονόητη βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης- ελευθερία απόλαυσης των δικαιωμάτων της μειονότητας της Δυτ. Θράκης. Η ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία, όπως έχει ήδη σημειωθεί, επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της τουρκικής προέλευσης και πυροδοτεί έριδες μεταξύ των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας και των υπόλοιπων μελών της ελληνικής κοινωνίας. Παραβλέπει, όμως, την πραγματικότητα, καθώς η μουσουλμανική μειονότητα αποτελεί μίξη Τούρκων κατά 65%, Πομάκων κατά 30% και Ρομά κατά 5%38 . Με άλλα λόγια, η ίδια μειονότητα περικλείει ποικίλες φυλές και είναι κάθε άλλο παρά συμπαγής πολιτιστικά και ιστορικά. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ Ο όρος «ομάδα» ως έννοια είναι ευρύτερη αυτής του «λαού». Η θεωρία έχει κατηγοριοποιήσει τις ομάδες σε τρεις γενικές κλάσεις: τις εθνοτικές ή φυλετικές, τις θρησκευτικές και τέλος, τις γλωσσικές ή πολιτιστικές ομάδες39 . Υπάρχει διχογνωμία ως προς το εάν τα δικαιώματα αυτά εντάσσονται στις γενιές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, και ειδικότερα στην τρίτη γενιά δικαιωμάτων, τα δικαιώματα αλληλεγγύης, προστασίας και τα συλλογικά δικαιώματα ή εάν συνιστούν μια ξεχωριστή τέταρτη γενιά δικαιωμάτων. Αν όντως τα δικαιώματα της τρίτης γενιάς πρόκειται να ενταχθούν στην οικουμενική λίστα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η διεθνής κοινότητα οφείλει να εφεύρει κάποιο μηχανισμό που θα γεννά θετικές υποχρεώσεις προστασίας των πολιτών εκ μέρους των κρατών40 . Ένας minimum κατάλογος δικαιωμάτων περιλαμβάνει το δικαίωμα στην ύπαρξη, το δικαίωμα της ομάδας να μην υφίσταται σε βάρος της διακρίσεις, το δικαίωμα στη διατήρηση της κοινοτικής ταυτότητας, και ειδικότερα του δικαιώματος στην ετερότητα, το δικαίωμα να αποφασίζει για το ποιος θα ενταχθεί στην ομάδα, το δικαίωμα δημιουργίας θεσμών εντός των συνταγματικών πλαισίων του κράτους που αυτή κατοικεί, το δικαίωμα επικοινωνίας και συνεργασίας με παρόμοιες ομάδες του εξωτερικού, το δικαίωμα αντιπροσώπευσης στα διάφορα κρατικά όργανα και σε μια νομική προσωπικότητα εσωτερικά και διεθνώς, το δικαίωμα στην αυτονομία και τη λήψη επιχορηγήσεων (με την παράλληλη υποχρέωση απόδοσης φόρου στο κράτος). Σύμφωνα με μια έκθεση του Κέντρου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που εδρεύει στη Γενεύη της Ελβετίας, «Δικαιώματα και καθήκοντα είναι σύμφυτα στους λαούς άσχετα από το εάν έχουν αυτοί αποκτήσει κρατική υπόσταση ή όχι. Η προπαγάνδιση των δικαιωμάτων αυτών στο διεθνές επίπεδο εμπλουτίζει την αντίληψη ότι οι άλλοι θα πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν κυριαρχία, έστω κι αν δεν είναι κράτη»41 . 37 Tsitselikis K., The Pending Modernisation of Islam in Greece: From Millet to Minority Status, Sudoesteuropa 55, vol. 4, 2007, 361. 38 Federation of Western Thrace Turks in Europe (ABTTF), Parallel Report by ABTTF on the 2010 Human Rights Report: Greece, Bureau of Democracy, Human Rights, and Labor 2010 Country Reports on Human Rights Practices, 8 April 2011 . 39 Πρβλ. (37), 136. 40 Πρβλ. (6), (12), (37). 41 Πρβλ. (37), 137.
  11. 11. Η αξιοποίηση της ΕΣΔΑ από τα ελληνικά δικαστήρια είναι δυστυχώς κατά γενική ομολογία ισχνή, αν όχι σε λάθος βάση. Όσες μάλιστα υποθέσεις έχουν φτάσει να εκδικαστούν από τα δικαιοδοτικά όργανα του Στρασβούργου και ειδικά εκείνες που αφορούν στη μειονοτική ομάδα στην Ελλάδα κατέληξαν σε καταδικαστική απόφαση. Μια σειρά αποφάσεων του ΕΔΔΑ επανέφεραν προς συζήτηση τη θέση του Μουφτή, ζήτημα που θεωρείται πολιτικά λεπτό χωρίς ωστόσο να αποτελέσει αντικείμενο πρόσφορης νομοθετικής ρύθμισης και βιώσιμης πολίτικης επίλυσης στο πλαίσιο της ελληνικής δικαιοτάτας.. Με την απόφαση Σερίφ κατά Ελλάδος το 199942 , το ΕΔΔΑ επανέφερε το ερώτημα που παραμένει ενεργό από την προσάρτηση της Θράκης μέχρι σήμερα: η νομική θέση του Μουφτή και βέβαια οι πολιτικές προεκτάσεις που την αφορούν. Η απροσδιοριστία του νομικού καθεστώτος και οι συνακόλουθες πολιτικές εντάσεις που κατά καιρούς δημιουργήθηκαν ταλαιπωρούν ακόμα τις ελληνικές αρχές και τους μουσουλμάνους της Θράκης. Στην κατάσταση αυτή δεν είναι αμέτοχοι ούτε ο έλληνας νομοθέτης ούτε οι πολιτικοί ιθύνοντες της μειονότητας. Η καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ στη Σερίφ κατά Ελλαδος43 δίνει ακόμη μια ευκαιρία για τη θεώρηση της νομικής πλευράς του ζητήματος μέσα από την οπτική της προστασίας της θρησκευτικής μειονότητας, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ΕΔΔΑ με δεσμευτικό τρόπο για την ελληνική έννομη τάξη. Ο προσφεύγων στην υπόθεση αυτή κατέθεσε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου για παραβίαση των αρ. 9 και 10 ΕΣΔΑ44 , για τη θρησκευτική ελευθερία και ελευθερία έκφρασης αντίστοιχα, καθώς και για παραβίαση του άρ. 14 ΕΣΔΑ45 που απαγορεύει οποιασδήποτε μορφής διάκριση. Η Ελλάδα αντέκρουσε χωρίς επιτυχία τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα και το ΕΔΔΑ διαπίστωσε την παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας. Καταδίκασε επίσης το ελληνικό κράτος σε καταβολή πόσου ύψους 2,7 εκατ. δρχ. για την ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων. Η θρησκευτική ελευθερία σύμφωνα με τη διατύπωση του άρ. 9 ΕΣΔΑ46 και την ερμηνευτική προσέγγιση του ΕΔΔΑ καλύπτει την ελευθερία εκδήλωσης της θρησκευτικής πίστης. Η εκδήλωση της θρησκευτικής πίστης μπορεί να γίνεται ατομικά ή συλλογικά, ενώ το άτομο είναι ελεύθερο να επιλέξει το είδος της εκδήλωσής της. Η διατύπωση της διάταξης της ΕΣΔΑ, όμως, περιορίζει τον τρόπο εκδήλωσης της θρησκείας να γίνεται ιδιωτικά η δημόσια μέσω της λατρείας, της παιδείας και της άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. Ως προς την άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων αυτή χωρίς αμφιβολία περιλαμβάνει και τους θρησκευτικούς ιερουργούς. Η υπόθεση Σερίφ47 όπως και η υπόθεση Σαδίκ48 και Εμίν Αγά κατά Ελλάδος49 αφορούν στο θέμα της αντιπροσώπευσης της μουσουλμανικής μειονότητας από το Μουφτή (θρησκευτικό άρχοντα και δικαστή που εφαρμόζει τη Σαρία). Το ελληνικό κράτος έχει διαμορφώσει ένα σύστημα εκλογής των Μουφτήδων, μην αφήνοντας περιθώρια στο λαό στον οποίο αφορούν οι πράξεις του ιερέα να τον εκλέξουν. Παρεμβαίνει λοιπόν και διορίζει το Μουφτή της επιλογής του όπως ορίζει ο νόμος 42 Σερίφ κατά Ελλάδος, αρ. 38178/97, ΕΔΔΑ 14 Δεκεμβρίου 1999, 1999-ΙΧ. 43 Πρβλ. (43). 44 Πρβλ. (7), άρ.9, 10. 45 Πρβλ. (7), άρ.14. 46 Πρβλ. (7), άρ.9. 47 Πρβλ. (43). 48 Πρβλ. (27). 49 Εμίν και Λοιποί κατά Ελλάδος, αρ. 34144/05, ΕΔΔΑ 27 Μαρτίου 2008.
  12. 12. μετά από πρόταση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων με προεδρικό διάταγμα. Ο περίφημος νόμος50 που ρυθμίζει το ζήτημα της εκλογής του Μουφτή έχει περιπέσει σε αχρησία, ενώ ο ΑΠ δεν επικαλείται τις διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών51 και της Λωζάνης52 , αλλά αυτές της Συνθήκης των Αθηνών53 . Όπως κρίθηκε από το ΕΔΔΑ, τα υπό εξέταση μέτρα που έλαβε η ελληνική κυβέρνηση στις άνωθι περιπτώσεις αντίκειντο στις αρχές της αναλογικότητας και αναγκαιότητας σε μια δημοκρατική κοινωνία, ενώ αντέβαιναν στην επίτευξη ενός νόμιμου σκοπού. Μάλιστα, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αποτελεί ένα από τα θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας κατά το περιεχόμενο της ΕΣΔΑ. Ο πλουραλισμός είναι αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής κοινωνίας, το οποίο κατοχυρώθηκε ύστερα από πολλούς αγώνες. Υπό όρους, είναι δυνατό να απαιτούνται ορισμένοι περιορισμοί στη θρησκευτική ελευθερία αρκεί να είναι προσδιορισμένοι με νόμο και ανάλογοι ως προς το νόμιμο σκοπό που επιδιώκουν. Στο σκεπτικό του, το Δικαστήριο τόνισε ότι οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν την αμοιβαία ανεκτικότητα μεταξύ ορθοδόξων και μουσουλμάνων και όχι να εξαλείψουν πλήρως το στοιχείο της έντασης, γιατί εντάσεις και διαφορές πάντα θα υπάρχουν μεταξύ πλειονότητας και μειονοτικής ομάδας. Στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας ο καθένας μπορεί να εκλέγει το θρησκευτικό άρχοντα που επιθυμεί να τον αντιπροσωπεύει και στην προκειμένη να επιλαμβάνεται των νομικών διαφορών. Η ελευθερία σχετικά με τη θρησκευτική έκφραση προστατεύει τη σχέση πιστού και θρησκευτικού ιερουργού και υποχρεώνει το κράτος να δεχτεί την ύπαρξή του στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως κατοχυρώνεται στη Συνθήκη της Λωζάνης, το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, ως γνωστή θρησκεία, ως δηλαδή ένα δεύτερο Ισλάμ που διαφοροποιείται μόνο ως προς την άσκηση των μουφτειακών καθηκόντων.54 Έτσι, ο Μουφτής Α, που διορίστηκε σύμφωνα με το νόμο του 1991 τελεί σε θέση ανώτερου δημοσίου υπαλλήλου και μάλιστα ασκεί συγκεκριμένες διοικητικές αρμοδιότητες, που παράγουν έννομα αποτελέσματα. Ο Μουφτής Β δεν υπέχει δημόσια θέση αντίστοιχη του Α απέναντι στο κράτος και δεν μπορεί συνεπώς να ασκήσει καμία από τις ιερατικές αρμοδιότητες που ο νόμος αναγνωρίζει στο Μουφτή Α. Στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας μπορεί όμως να τέλει τα θρησκευτικά του καθήκοντα εκ των οποίων απορρέουν έννομα αποτελέσματα, υπό τον όρο ότι ο Μουφτής Β θεωρηθεί ότι ασκεί τα καθήκοντα του στο πλαίσιο μιας γνωστής θρησκείας, ενός δευτέρου Ισλάμ. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι νομικά ορθές, αλλά παραμένουν σε ένα θεωρητικό επίπεδο. Στην πράξη και την καθημερινή συμβίωση, αποφεύγεται κάθε σύγκρουση μεταξύ των δυο παράλληλων θρησκευτικών αρχών. Ο εκλεγμένος Μουφτής δεν τελεί πράξεις που πιθανώς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νομικές συνέπειες για τους εμπλεκομένους αναγνωρίζοντας έμμεσα την αρμοδιότητα αυτή στον κατά το νόμο Μουφτή. Οι ενδιαφερόμενοι μουσουλμάνοι της μειονότητας δηλαδή, ανεξάρτητα από το ποιο πρόσωπο θεωρούν αυτοί ως τον θρησκευτικό τους άρχοντα, προσφεύγουν στην επίσημη ex lege Μουφτεία όταν θέλουν να επιχειρήσουν κάποιο τύπο 50 Ν. 2345/1920 (ΦΕΚ 148 Α΄) που ρυθμίζει μεταξύ άλλων και τα όρια της δικαιοδοσίας μουφτήδων (αρ. 10). 51 Υπεγράφη την 8 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 στην πόλη Σέβρες της Γαλλίας. 52 Πρβλ. (4). 53 Υπεγράφη την 1/14 Νοεμβρίου 1913. 54 Τσιτσελίκη Κ., Η προσφυγή Σερίφ κατά Ελλάδος ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Δικαιώματα του Ανθρώπου, 2ος Τόμος, Αθήνα, Νο. 8 2000, 960-961.
  13. 13. δικαιοπραξίας ή δήλωση βούλησης (να παντρευτούν, να διαζευχθούν, να προσδιορίσουν κληρονομική μερίδα, κ.ά.)55 Ο προσφεύγων ανακηρύχτηκε το 1990 Μουφτής Κομοτηνής ύστερα από άτυπες εκλογές που έλαβαν χώρα σε τζάμια της Ροδόπης. Οι εκλογές αυτές διενεργήθησαν ως αντίδραση στην υιοθέτηση της πράξης νομοθετικού περιεχομένου που κυρώθηκε με το Ν. 1920/199156 σύμφωνα με τον οποίο Μουφτής, θρησκευτικός άρχοντας και ιεροδίκης των μουσουλμάνων διορίζεται από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Νομάρχη. Ο προσφεύγων εμφανίστηκε επανειλημμένως δημόσια μετά την εκλογή του συμμετέχοντας σε δημόσιες θρησκευτικές τελετές όπου ευχαριστούσε το ποίμνιό του για την ανάδειξή του ως Μουφτή. Ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για αντιποίηση αρχής βάσει των άρ. 175 και 176 ΠΚ. Τα ελληνικά δικαστήρια σε πρώτο και δεύτερο βαθμό τον καταδίκασαν σε φυλάκιση , ενώ ο ΑΠ απέρριψε την αναίρεση χωρίς να προσχωρήσει στην εξέταση των επιχειρημάτων του προσφεύγοντα σχετικά με την καταστρατήγηση των άρ. 9, 10 και 14 ΕΣΔΑ57 , εκτός από το ζήτημα περί δίκαιης δίκης, του οποίου και απέρριψε τη βασιμότητα. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι παρά το πλήθος καταδικαστικών αποφάσεων η Ελλάδα δεν έχει μεταβάλει ούτε κατά τι το νομοθετικό της καθεστώς προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις επιταγές της διεθνούς έννομης τάξης.. Η εντυπωσιακή συλλογή καταδικαστικών αποφάσεων δεν έχει επιφέρει τις επιθυμητές βελτιωτικές νομικές μεταρρυθμίσεις ούτε ακόμα και τις κοινωνικές αλλαγές στον τρόπο αντίληψης της έννοιας και της πολυτιμότητας των μειονοτήτων. Σύμφωνα με τον έλληνα δικαστή, οι παραβιάσεις για τις οποίες καταδικάζεται η Ελλάδα αφορούν δύο κατηγορίες: την αυθαιρεσία της εξουσίας και την έλλειψη ανοχής. Δυστυχώς τα ελληνικά δικαστήρια έδειξαν να παραγνωρίζουν ή να αγνοούν τις διεθνείς νομικές σταθερές όπως αυτές εκφράζουν ένα jus communis στον ευρωπαϊκό χώρο των δικαιωμάτων. Η αποφάσεις Σερίφ58 , Αγά59 και Σαδίκ κατά Ελλάδος60 αποτελούν συνεπή βήματα της νομολογίας του ΕΔΔΑ αναφορικά με την επιτρεπτή επέμβαση κράτους στην απόλαυση της θρησκευτικής ελευθερίας και ειδικότερα σχετικά με την οριοθέτηση των αναγκαίων μέτρων που το κράτος μπορεί να λαμβάνει μέσα με μια δημοκρατική κοινωνία κατά τη ρυθμιστική του παρέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα μιας θρησκευτικής ομάδας. Συχνά η απάντηση των ελληνικών αρχών στην «πολιτική ανυπακοή» ορισμένων μελών της μειονότητας είναι η ποινική τους δίωξη και έκδοση καταδικαστικών αποφάσεων εις βάρος τους. Οι καταδικαστικές αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων για απόπειρα δωροδοκίας συγκυριακά μόνο ανέδειξαν το ζήτημα της ανυπακοής στη διαδικασία ανάδειξης Μουφτή ή την αποφυγή εκλογής ανεξάρτητου μειονοτικού βουλευτή, καθώς δεν είναι σπάνιες οι παραβιάσεις του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ61 περί υπέρβασης της εύλογης προθεσμίας σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία (εδώ ποινική). 55 Πρβλ. (55), 962. 56 ΦΕΚ Α’ 11/04.02.1991. Με το Νόμο αυτό κυρώθηκε η από 24.12.1990 Π΄ραξη Νομοθετικού Περιεχομένου «Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών» ΦΕΚ Α’ 182/24.12.1990. 57 Πρβλ. (7), άρ. 9, 10, 14. 58 Πρβλ (43). 59 Πρβλ. (50). 60 Πρβλ. (27). 61 Πρβλ. (7), άρ.6 παρ. 1.
  14. 14. ΕΔΔΑ ΚΑΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ: ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ Αν και η ΕΣΔΑ δεν περιλαμβάνει κάποια διάταξη που να προστατεύει συγκεκριμένα τα πολιτιστικά αγαθά αυτά καθ’αυτά, σε αντίθεση με άλλα διεθνή κείμενα, όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, το ΕΔΔΑ62 εφαρμόζοντας τη λεγόμενη «δυναμική μέθοδο» ερμηνείας στα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, έχει αναγνωρίσει επί της ουσίας δικαιώματα που εντάσσονται στη σφαίρα των πολιτιστικών δικαιωμάτων lato sensu. Οι σχετικές διατάξεις είναι το άρ. 8 ΕΣΔΑ63 , που κατοχυρώνει την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και αλληλογραφίας, το άρ. 9 ΕΣΔΑ64 , που προστατεύει το δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, το άρ. 10 ΕΣΔΑ65 , που θεσπίζει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, καθώς και το άρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που θεσπίζει το δικαίωμα στην εκπαίδευση66 . Η επίκληση από μέρους των μειονοτήτων για παραβίαση κάποιου/ων από τα παραπάνω δικαιώματα –πολιτιστικά, γλωσσικά ή εθνικά- οδήγησε το ΕΔΔΑ στην υιοθέτηση της δυναμικής αυτής μεθόδου ερμηνείας. Αν και το Δικαστήριο δεν εκδίδει πάντα αποφάσεις αποκλειστικά υπέρ των δικαιωμάτων αυτών, η νομολογία του έχει θέσει τις βάσεις για περαιτέρω ανάπτυξη των πολιτιστικών δικαιωμάτων στο διεθνές νομικό προσκήνιο67 Στην υπόθεση Chapman κατά Ηνωμένου Βασιλείου68 , το ΕΔΔΑ κλήθηκε να εξετάσει τον τρόπο ζωής μιας οικογένειας αθίγγανων και τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αυτή αντιμετώπιζε όταν μετακινούνταν λόγω του νομαδικού χαρακτήρα της φυλής στην οποία ανήκε. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι εδώ υπήρξε προσβολή του άρ. 8 ΕΣΔΑ σχετικά με το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και την οικογενειακή ζωή. Πιο συγκεκριμένα, στο σκεπτικό της απόφασής του, το Δικαστήριο υπογράμμισε την υποχρέωση των μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης να προστατεύουν τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το άρ. 8 ΕΣΔΑ γεννά θετική υποχρέωση για το κράτος να σέβεται το εν λόγω δικαίωμα και για τις μειονότητες. Σε μια άλλη υπόθεση69 , το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η άρνηση παροχής σύνταξης σε μέλος της κοινότητας των Ρομά μετά το θάνατο του συζύγου της αποτέλεσε 62 Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, το ΕΔΔΑ, υιοθετήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1966 και τέθηκε σε ισχύ στις 3 Ιανουαρίου 1976 (ΔΣΟΚΠΔ). 63 Πρβλ. (7), άρ. 8. 64 Πρβλ. (7), άρ.9. 65 Πρβλ. (7), άρ.10. 66 Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, «Εις σύμβασιν περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών», όπως κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (ΦΕΚ 256/Α’). 67 Levin L., Human Rights: Questions and Answers, UNESCO Publishing, 6th Ed., Paris 2012, 130,133,European Court of Human Rights, “Research Division: Cultural Rights I the Case-Law of the European Court of Human Rights”, Council of Europe, January 2011, <www.echr.coe.int> (Case- Law/Case-Law Analysis/Research Reports). 68 Chapman v. the United Kingdom, App. No. 27238/95 (ECtHR, 18 January 2001). 69 Munoz Diaz v. Spain, App.No. 49151/07 (ECtHR 8 December 2009).
  15. 15. παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία (άρ. 14 ΕΣΔΑ). Στην απόφασή του αυτή, το ΕΔΔΑ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην υποχρέωση των κρατών να λαμβάνουν υπόψη τους την ιδιαιτερότητα στον τρόπο ζωής και αντίληψης των ομάδων αυτών και να απέχουν από οποιαδήποτε μορφή παρακώλυσης στην απόλαυση των δικαιωμάτων τους. Εκτός από τα παραπάνω, το άρ. 8 ΕΣΔΑ γνωρίζει εφαρμογή και στις περιπτώσεις καταπάτησης του δικαιώματος στην ελεύθερη επιλογή, τη διαμόρφωση εθνικής ταυτότητας, καθώς και τη διατήρηση πολιτιστικής ή εθνικής κληρονομιάς που κατοχυρώνεται στις μειονότητες. Στην υπόθεση Ciubotaru κατά Μολδαβίας70 , το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η εθνική ταυτότητα του ατόμου συνιστά αναγκαία πτυχή της ιδιωτικής του ζωής. Το ΕΔΔΑ έχει κατά κόρον κληθεί να κρίνει υποθέσεις σχετικές με την καταστρατήγηση του δικαιώματος στη θρησκευτική ταυτότητα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Sinan Isik κατά Τουρκίας71 , στο οποίο το τουρκικό κράτος απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντα να αναγραφεί το πραγματικό του θρήσκευμα στην ταυτότητά του προς αντικατάσταση του ισλαμικού. Αναφορικά με το άρ. 9 ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, το ΕΔΔΑ έχει αναπτύξει πλούσια νομολογία υπέρ του συμφέροντος των μειονοτήτων. Το τελευταίο πραγματώνεται μέσω της ελευθερίας και εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, τόσο στην ιδιωτική όσο και τη δημόσια σφαίρα. Το άρ. 11 ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ελευθερία συνάθροισης, του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι. Στην υπόθεση Σιδηρόπουλος και Λοιποί κατά Ελλάδος72 , το ΕΔΔΑ ήρθε αντιμέτωπο με τον όρο «μακεδονικός», για τα μέλη μιας ένωσης που θεωρούσαν τους εαυτούς τους μακεδονικής καταγωγής και εθνικής συνείδησης. Το όνομα της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης ήταν «Στέγη του Μακεδονικού Πολιτισμού». Τα εθνικά δικαστήρια αρνήθηκαν την εγγραφή του σωματείου. Το ΕΔΔΑ έκρινε πως οι αποφάσεις αυτές συνιστούν άμεση παραβίαση στο δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρ. 11 ΕΣΔΑ, καθώς θεώρησε ότι ο αποκλειστικός σκοπός της ένωσης είναι η διατήρηση και ανάπτυξη των πολιτιστικών παραδόσεων της περιοχής της Φλώρινας. Στη σκέψη 44 της απόφασης, τόνισε ότι οι κάτοικοι μιας περιοχής εντός του κράτους δικαιούνται να σχηματίζουν ενώσεις προκειμένου να προωθήσουν τις τοπικές παραδόσεις και να διατηρήσουν τη μοναδικότητα της περιοχής. Στη σκέψη 92 της Gorzelik and Others κατά Πολωνίας73 , το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ενώ το ρυθμιστικό πλαίσιο του άρ. 11 ΕΣΔΑ αφορά κυρίως στις ενώσεις πολιτικού χαρακτήρα, στα κόμματα, με την εφαρμογή της δυναμικής ερμηνευτικής μεθόδου (“dynamic interpretation”), η ομπρέλα προστασίας του άρ. 11 εκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που αφορούν σε ενώσεις με καλλιτεχνικό, ιδεολογικό, θρησκευτικό χαρακτήρα, τις οποίες μάλιστα χαρακτηρίζει ως πολύτιμο συνεκτικό δεσμό ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας και άρρηκτα συνδεδεμένο με την πολιτιστική ιδιοσυγκρασία ενός τόπου. 70 Ciubotaru v. Moldova, App.No. 27138/04 (ECtHR, 27 April 2010). 71 Sinan Isik v. Turkey, App. No.21924/05 (ECtHR, 2 February 2010). 72 Πρβλ. (12), 420-422. 73 Gorzelik and Others v. Poland, App.No. 44158/98 (ECtHR, 17 February 2004).
  16. 16. Σε αυτήν την προβληματική εμπίπτει ακριβώς και η υπό σχολιασμό απόφαση Τουρκική Ένωση Ξάνθης και Λοιποί κατά Ελλάδος74 , στην οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε, όπως εξετάσαμε παραπάνω, την ύψιστη σημασία της ανάπτυξης της προσωπικής αυτονομίας και τη διαμόρφωση πολιτιστικής ταυτότητας μέσω της ίδρυσης σωματείων και ενώσεων. Το ίδιο άρθρο διέπει επίσης τις ειρηνικές συναθροίσεις μελών μιας ομάδας προκειμένου να αποτίσουν φόρο τιμής75 .Mε τα προλεχθέντα, συνδέεται άμεσα και το δικαίωμα πρόσβασης σε ιστορικά αρχεία και ντοκουμέντα προς εύρεση της ιστορικής αλήθειας, ως μια ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος πληροφόρησης76 . Οι καταδίκες της Ελλάδας στο θέμα της παραβίασης του άρ. 11 ΕΣΔΑ είναι γεγονός. Το ΕΔΔΑ και στην υπό σχολιασμό υπόθεση, αλλά και στην υπόθεση της Πολιτιστικής Ένωσης των Γυναικών της Τουρκίας της περιοχής της Ροδόπης77 βρέθηκε αντιμέτωπο με την άρνηση των ελληνικών δικαστηρίων να δεχτούν τον όρο «τουρκικός» στον τίτλο των ενώσεων για να υποδηλωθεί η εθνική ταυτότητα των μελών τους. Το ΕΔΔΑ με την απόφασή του, όπως εξετάστηκε προηγουμένως, επανέλαβε ότι κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη χρήση του όρου αυτού επί τη βάσει ενός ιστορικού γεγονότος, της αναγκαστικής ανταλλαγής πληθυσμών. Συν τοις άλλοις, δεν υπήρξε καμία απόδειξη για τους ισχυρισμούς του εναγομένου περί παράνομων δραστηριοτήτων της ένωσης και πόσω μάλλον περί απειλής της δημοσίας τάξης και ασφάλειας. Τα ελληνικά δικαστήρια εντούτοις απέρριψαν έτι μία φορά τη χρήση του όρου «τουρκικός» στο όνομα της ένωσης. Η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση του δικαιώματος στην ελεύθερη συνάθροιση. Σε αυτήν βασίστηκε εδώ το Δικαστήριο και συγκεκριμένα στα άρ. 11 και 14 ΕΣΔΑ. Ένα ακόμα παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση Bekir-Ousta και Λοιποί κατά Ελλάδος78 στην οποία η Ένωση Νέων της Μειονότητας του Έβρου αδυνατούσε να λάβει την έγκριση του Πρωτοδικείου για την εγγραφή της. Το αίτημά της κρίθηκε απαράδεκτο από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης ως αντίθετο σε res judicata, καθώς ο όρος «μειονότητα» κρίθηκε ως γενικός και αόριστος.To Eεφετείο στη συνέχεια επιβεβαίωσε την πρωτόδικη απόφαση. Πολύ πρόσφατα, τον Ιούλιο του 2011, τα ελληνικά δικαστήρια επανέλαβαν την τακτική τους και εξέδωσαν απορριπτική απόφαση επί της ουσίας μιας ακόμα ένωσης της μειονότητας της Ροδόπης την «Πολιτιστική, Παραδοσιακή και Εκπαιδευτική Ένωση του Έβρου στη Ροδόπη», με την αιτιολογία ότι ο όρος «μειονότητα» είναι αόριστος, καθώς δεν προσδιορίζεται ούτε από τη λέξη «μουσουλμανική» ούτε «τουρκική». Η Ελλάδα, και κάθε κράτος που δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του, και δη μετά από καταδίκη σε υπερεθνικό δικαιοδοτικό όργανο, υπέχει διεθνή ευθύνη79 . Μετά την καταδίκη της Ελλάδος στο ΕΔΔΑ στην Τουρκική Ένωση Ξάνθης κατά Ελλάδος80 , τα μέλη της ένωσης προσέφυγαν και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και στο Εφετείο της Θράκης με αίτημα ακύρωσης των προηγούμενων αποφάσεων βάσει του άρ. 758 ΚΠολΔ. Η απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε το 2010 και η αίτηση 74 Πρβλ. (1). 75 Stankov and the United Macedonian Organisation Ilinden v. Bulgaria, App.No.. 29221/95 and 29225/95, (ECtHR, 2 January 2002). 76 Kenedi v. Hungary, App.No. 31475/05 (ECtHR, 26 May 2009); Chauvy and Others v. France, App.No.64915/01 (ECtHR, 15 November 2007). 77 Πρβλ. (50). 78 Μπεκίρ Ουστά και Λοιποί κατά Ελλάδος, αρ. 35151/05, ΕΔΔΑ 11 Οκτωβρίου 2007. 79 OSCE, Human Dimension Implementation Meeting 23 September- 4 October 2013 in Warsaw, Poland, Work Session 9: Freedom of Assembly and Association. 80 Πρβλ. (1).
  17. 17. απορρίφθηκε, καθώς κρίθηκε ότι το άρ. 758 παρ. 1 ΚΠολΔ περί ανάκλησης ή μεταρρύθμισης απόφασης, σε περίπτωση που ανακύψουν νέα πραγματικά περιστατικά, δεν εκτείνεται στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Οι ενάγοντες άσκησαν αναίρεση επί της τελεσίδικης απόφασης και τελικώς, ο ΑΠ με απόφασή του που εκδόθηκε δύο χρόνια μετά, απέρριψε το αίτημα της Ένωσης. Σήμερα, η υπόθεση βρίσκεται και πάλι ενώπιον του ΕΔΔΑ. Στην Bekir-Ousta81 , τα μέλη της ένωσης προσέφυγαν με το ίδιο αίτημα στα ελληνικά δικαστήρια μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης από το ΕΔΔΑ, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε τόσο από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης όσο και από το αρμόδιο Εφετείο επί τη βάσει του res judicata και με την αιτιολογία ότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ δεν δεσμεύουν τα ελληνικά δικαστήρια (!) Όσον αφορά στην Emin82 το νέο αίτημα των μελών της ένωσης απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο Ροδόπης, καθώς είχε υποβληθεί από δικηγόρο μη εγγεγραμμένο στο μητρώο δικηγόρων της περιφέρειας εκείνης. Παράλληλα, είναι πρόδηλη η διακριτική μεταχείριση της ελληνικής πολιτείας υπέρ άλλων ομάδων, όπως οι Πομάκοι και οι Ρομά, των οποίων οι αιτήσεις για εγγραφή των ενώσεων που ιδρύουν εγκρίνονται κανονικά από τα Πρωτοδικεία. Ενόψει της εκκρεμούσας απόφασης της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης ενώπιον του ΕΔΔΑ, το εκτελεστικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης που επιβλέπει την εφαρμογή των αποφάσεων του ευρωπαϊκού δικαστηρίου στα κράτη-μέλη του, εξέτασε όλες τις προαναφερθείσες αρνήσεις των ελληνικών δικαστηρίων να συμμορφωθούν με τις καταδικαστικές αποφάσεις του και διέταξε με επιστολή την άμεση εκτέλεσή τους. Σε απάντηση, οι αρμόδιοι του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστήριξαν ότι δεν υπάρχει λόγος ακύρωσης των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων στην υπόθεση της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης. Το ζήτημα εξετάσθηκε και από τη Γενική Συνέλευση των Η.Ε., μετά από γραπτό ανακοινωθέν της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Τούρκων της Δυτ. Θράκης (ABTTF)83 . Η Γ.Σ. κάνοντας ειδική μνεία στο άρ. 46 της Συνθήκης της Λωζάνης απηύθυνε επιτακτικό μήνυμα προς τις ελληνικές αρχές84 , ζητώντας να κατοχυρώσει το δικαίωμα της ελεύθερης ίδρυσης ενώσεων στην Τουρκική Μειονότητα της Δυτ. Θράκης, μέσω της πλήρους δέσμευσης και συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, καθώς και να επικυρώσει άμεσα τη Σύμβαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων85 . Πέρα από όσα έχουν εκτεθεί, μια εναλλακτική τακτική που εφάρμοσε η ελληνική πολιτεία προκειμένου να περιθωριοποιήσει σε μεγαλύτερο βαθμό τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτ. Θράκης είναι η αναμόρφωση του εκλογικού συστήματος. Η μειονότητα δεν αντιπροσωπεύεται ως θα όφειλε. Μετά τις εκλογές του 1989, όταν η μουσουλμανική μειονότητα εξέλεξε το δικό της ανεξάρτητο εκπρόσωπο, ο νέος εκλογικός νόμος εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη. Ήταν ο νόμος περί 81 Πρβλ (79). 82 Πρβλ. (50). 83 Πρβλ. (39). 84 General Assembly of the United Nations, Written Statement submitted by the Federation of Western Thrace Turks in Europe, a non-governmental organization in special consultative status, Human Rights Council, Nineteenth Session, 13 February 2012. 85 Σύμβαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, όπως υιοθετήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1995 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1998. Η Ελλάδα την έχει υπογράψει από τις 22/9/1997, χωρίς όμως ακόμα να την έχει κυρώσει με νόμο στη Βουλή, παρά τις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας.
  18. 18. «ενισχυμένης αναλογικής»86 , σύμφωνα με τον οποίο τα πολιτικά κόμματα και ανεξάρτητοι υποψήφιοι δεν μπορούν να μετάσχουν στη Βουλή αν δεν λάβουν τουλάχιστον 3% των ψήφων πανελλαδικά, ακόμα κι αν συγκεντρώσουν τον αναγκαίο αριθμό ψήφων ώστε να κατοχυρώσουν θέσεις στην εκλογική τους περιφέρεια. Μάλιστα, ο Ν. 2240/199487 μείωσε τον αριθμό των εκλογικών περιφερειών, με αποτέλεσμα να μειωθεί ακόμα περισσότερο η πιθανότητα μελών της μειονότητας να εκλεγούν περιφερειάρχες. Η μόνη δυνατότητα να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι εάν προσκολλήσουν στα κόμματα της πλειοψηφίας. 86 Ν. 1847/1989 (ΦΕΚ 351 Β’), «Τροποποίηση, αντικατάσταση και συμπλήρωση διατάξεων της νομοθεσίας» 87 Ν. 2240/1994 (ΦΕΚ 153 Α'), «Συμπλήρωση διατάξεων για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις».
  19. 19. ΕΠΙΛΟΓΟΣ-ΤΕΛΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ Με βάση όλα όσα τονίστηκαν παραπάνω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι πλέον η διεθνής κοινότητα βρίσκεται στο προσκήνιο των εξελίξεων. Είμαστε μάρτυρες μιας μετάβασης από το αφομοιωτικό σύστημα «προστασίας» των μειονοτήτων σε μια γενικότερη αναγνώριση του δικαιώματος και της ταυτότητας των ομάδων. Η Ελλάδα ακόμα δυστυχώς αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες της και αψηφά τις πολλαπλές καταδίκες που έχουν εκδοθεί εις βάρος της. Βέβαια, δεν είναι αποκλειστικά νομική ζήτημα. Είναι κυρίως ζήτημα πολιτικής πρωτοβουλίας και ενεργοποίησης, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Είναι ζήτημα των ελλήνων πολιτών να απαλλαγούν από συμπλέγματα κατωτερότητας και να λειτουργήσουν ως θεματοφύλακες μιας αρμονικής συμβίωσης με τις μειονότητες. Εξάλλου, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο κοινωνιολόγος Michel Crozier, «Οι κοινωνίες δεν αλλάζουν με διατάγματα».88 Όμοια και στην περίπτωσή μας, η ελληνική κοινωνία δεν μεταβάλλεται μόνο με τους νόμους. Οι νόμοι τις πλείστες των περιπτώσεων περιέχουν διατάξεις ουτοπικές ως προς την εφαρμογή τους, καθώς η κοινωνία εμφανίζεται ακόμα ανέτοιμη να τις υιοθετήσει στην πράξη. Έτσι γεννιέται ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία και διαιωνίζονται τα στερεότυπα. Μόνο εάν η πλειονότητα αναγνωρίσει τη σημασία της μειονότητας για τον κοινωνικό ιστό θα παύσει να καταπατά τα δικαιώματά της. Η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μπορεί κάλλιστα να επιτευχθεί με διμερείς συμφωνίες περί ελεύθερης μετακίνησης και εγκατάστασης μελών από το ένα κράτος στο άλλο. Μια τέτοια πρακτική όχι μόνο θα αμβλύνει τις έριδες της Ελλάδας με την όμορο χώρα, αλλά και θα σηματοδοτήσει μια νέα προσέγγιση φίλα προσκείμενη προς τις μειονότητες εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, προς την επίτευξη του ευρωπαϊκού ιδεώδους και της πολυπόθητης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. 88 Πρβλ. (31), 217, (68).
  20. 20. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Ελληνόγλωσση: 1. Νάσκου-Περράκη Π., Μηχανισμοί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2008. 2. Τσιτσελίκη Κ., Η προσφυγή Σερίφ κατά Ελλάδος ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Δικαιώματα του Ανθρώπου, 2ος Τόμος, Αθήνα, Νο. 8 2000, σελ. 947-970. 3. Τσιτσελίκη Κ., Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου, Τόμος 3, Αθήνα 1997, σελ. 689-711. 4. Θεοδωρόπουλου Χ., Δικαιώματα Ομάδων: Αυτοδιάθεση, Αυτόχθονες Λαοί, Μειονότητες, Aθήνα-Κομοτηνή 1993. 5. Ταγαρά Χ., Μηχανισμοί Διεθνούς Προστασίας τω Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992. Ξενόγλωσση: 1. Levin L., Human Rights: Questions and Answers, UNESCO Publishing, 6th Ed., Paris 2012. 2. Akgönül S., Towards Minority Policies Beyond Reciprocity? The EU, Greece and Turkey, Oxford University Press, 2009. 3. 4. Tsitselikis, K., Nommer et classer dans les Balkans, École Francaise d’ Athènes, Mondes Méditerranéens et Balkaniques I, Athènes 2008. 5. Tsitselikis K., The Pending Modernisation of Islam in Greece: From Millet to Minority Status, Sudoesteuropa 55, vol. 4, 2007, pp. 354-373. 6. Bhambra G., Culture, Identity and Rights: Challenging Contemporary Discourses of Belonging, Τhe Situated Politics of Belonging, Sage Publications, London 2006. 7. European Court of Human Rights, “Research Division: Cultural Rights I the Case-Law of the European Court of Human Rights”, Council of Europe, January 2011, <www.echr.coe.int> (Case-Law/Case-Law Analysis/Research Reports) 8. Greek Helsinki Monitor Press Release, Greece: European Court of Human Rights finds violations of Turks’ Freedom of Association, 28 March 2008. 9. General Assembly of the United Nations, Written Statement submitted by the Federation of Western Thrace Turks in Europe, a non-governmental
  21. 21. organization in special consultative status, Human Rights Council, Nineteenth Session, 13 February 2012. 10. Federation of Western Thrace Turks in Europe (ABTTF), Parallel Report by ABTTF on the 2010 Human Rights Report: Greece, Bureau of Democracy, Human Rights, and Labor 2010 Country Reports on Human Rights Practices, 8 April 2011 11. OSCE, Human Dimension Implementation Meeting 23 September- 4 October 2013 in Warsaw, Poland, Work Session 9: Freedom of Assembly and Association. Νομολογία: Υποθέσεις κατά Ελλάδος: 1. Τουρκική Ένωση Ξάνθης και Λοιποί κατά Ελλάδος, αρ. 26698/05, ΕΔΔΑ 27 Μαρτίου 2008, Μετάφραση: Ελένη Καλαμπάκου, Αναδιατύπωση από το τεύχος 43/2009 του περιοδικού Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΔτΑ), σελ. 867- 877. 2. Εμίν και Λοιποί κατά Ελλάδος, αρ. 34144/05, ΕΔΔΑ 27 Μαρτίου 2008. 3. Μπεκίρ Ουστά και Λοιποί κατά Ελλάδος, αρ. 35151/05, ΕΔΔΑ 11 Οκτωβρίου 2007. 4. Σερίφ κατά Ελλάδος, αρ. 38178/97, ΕΔΔΑ 14 Δεκεμβρίου 1999, 1999-ΙΧ. 5. Σαδίκ κατά Ελλάδος, αρ. 18877/91, ΕΔΔΑ 15 Νοεμβρίου 1996. Kατά άλλων ευρωπαϊκών κρατών: 1. Ciubotaru v. Moldova, App.No. 27138/04 (ECtHR, 27 April 2010). 2. Sinan Isik v. Turkey, App. No.21924/05 (ECtHR, 2 February 2010). 3. Munoz Diaz v. Spain, App.No. 49151/07 (ECtHR 8 December 2009). 4. Kenedi v. Hungary, App.No. 31475/05 (ECtHR, 26 May 2009); Chauvy and Others v. France, App.No.64915/01 (ECtHR, 15 November 2007). 5. Gorzelik and Others v. Poland, App.No. 44158/98 (ECtHR, 17 February 2004). 6. Stankov and the United Macedonian Organisation Ilinden v.Bulgaria, App.No.. 29221/95 and 29225/95, (ECtHR, 2 January 2002). 7. Chapman v. the United Kingdom, App. No. 27238/95 (ECtHR, 18 January 2001).

    Be the first to comment

    Login to see the comments

Views

Total views

945

On Slideshare

0

From embeds

0

Number of embeds

4

Actions

Downloads

5

Shares

0

Comments

0

Likes

0

×