2012 - ΟΙ ΝΕΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 39 ΚΑΙ 40 ΤΟΥ Ν.3996/2011 ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ 883/2004 ΚΑΙ 987/2009
Upcoming SlideShare
Loading in...5
×
 

2012 - ΟΙ ΝΕΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 39 ΚΑΙ 40 ΤΟΥ Ν.3996/2011 ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ 883/2004 ΚΑΙ 987/2009

on

  • 258 views

 

Statistics

Views

Total Views
258
Views on SlideShare
256
Embed Views
2

Actions

Likes
0
Downloads
0
Comments
0

1 Embed 2

http://www.tress-network.org 2

Accessibility

Categories

Upload Details

Uploaded via as Microsoft PowerPoint

Usage Rights

© All Rights Reserved

Report content

Flagged as inappropriate Flag as inappropriate
Flag as inappropriate

Select your reason for flagging this presentation as inappropriate.

Cancel
  • Full Name Full Name Comment goes here.
    Are you sure you want to
    Your message goes here
    Processing…
Post Comment
Edit your comment

2012 - ΟΙ ΝΕΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 39 ΚΑΙ 40 ΤΟΥ Ν.3996/2011 ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ 883/2004 ΚΑΙ 987/2009 2012 - ΟΙ ΝΕΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 39 ΚΑΙ 40 ΤΟΥ Ν.3996/2011 ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ 883/2004 ΚΑΙ 987/2009 Presentation Transcript

  • Γιάννης Ζαχαρής Προϊστάμενος Τμήματος Ε.Ε του ΟΓΑ ΟΙ ΝΕΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 39 ΚΑΙ 40 ΤΟΥ Ν.3996/2011 ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ 883/2004 ΚΑΙ 987/2009 Εξομοιούμενοι χρόνοι ασφάλισης στον τομέα των συντάξεωνΗμερίδα TrESS 2012, Αίθουσα Κωστή Παλαμά, Αθήνα 27.6.2012
  • Εισαγωγή• Με το ν.3863/20010 επήλθαν ριζικές αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλειας της χώρας. Η παρέμβαση δε όσον αφορά στο πεδίο των συντάξεων λόγω γήρατος στόχευσε στην δόμηση- δημιουργία ενός ενιαίου, απλού και καθολικού συστήματος, μέσω της αύξησης των ορίων ηλικίας, ώστε να μην υπολείπονται των γενικών ορίων των ανδρών (65 για πλήρη σύνταξη και 60 για μειωμένη, με κατάργηση των πολυπληθών εξαιρέσεων μετά το 2011, αλλά και των απαιτούμενων χρόνων ασφάλισης π.χ αντικαθιστά την 25ετία με 40ετία στην πλειοψηφία των περιπτώσεων).• Επίσης μια συνολική θεώρηση των αλλαγών που επιφέρει ο ν.3863/2010 στα όρια ηλικίας καταδεικνύει ότι: από το 2015 και εξής όλοι, άνδρες και γυναίκες, θα συνταξιοδοτούνται στο 65ο έτος της ηλικίας τους με τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης. Για συνταξιοδότηση σε ηλικία νεώτερη των 65 θα απαιτείται η συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης καθώς και η συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας, εκτός αν πρόκειται για απασχόληση σε ανθυγιεινές εργασίες ή αν υφίστανται αναπηρία του ίδιου του ασφαλισμένου ή μέλους της οικογενείας του. Άλλες επιλογές δεν υφίστανται.• Χαρακτηριστική για τους επιδιωκόμενους στόχους και σκοπούς του νέου νομικού πλαισίου είναι η αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του ν.3863/2010 ότι «Χωρίς μέριμνα για μια κοινωνική ασφάλιση με χαρακτηριστικά όντως πάγια και ενιαία, κάθε μεταρρυθμιστικό εγχείρημα είναι καταδικασμένο εξαρχής να ναυαγήσει. Ξεκινώντας από αυτήν την παραδοχή, το παρόν σχέδιο νόμου οικοδομεί το νέο σύστημα πάνω σε λειτουργικές βάσεις πράγματι ενιαίες και πάγιες. Ενδεικτικά αναφέρουμε εδώ θεσμικές καινοτομίες όπως το ενιαίο καθεστώς συνταξιοδότησης, με κοινές προϋποθέσεις και όρους, για όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων…….….»
  • Εισαγωγή• Σ΄ αυτό το πλαίσιο και προκειμένου, σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική έκθεση ανωτέρω, να αντισταθμιστεί η προβλεπόμενη από τις νέες ρυθμίσεις σταδιακή αύξηση του συντάξιμου χρόνου, δόθηκε στους ασφαλισμένους η δυνατότητα αναγνώρισης ή προσμέτρησης. πλασματικών χρόνων οι οποίοι, υπό προϋποθέσεις, αξιοποιούνται, τόσο για τη θεμελίωση του δικαιώματος όσο και για τον υπολογισμό-προσαύξηση του ποσού της σύνταξης (οι αναγνωριζόμενοι με εξαγορά).• Ήδη οι αρμόδιοι φορείς κοινωνικής ασφάλειας βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σειρά από ερωτήματα-προβλήματα τα οποία ανακύπτουν από τη φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των χρόνων αυτών.• Τα ερωτήματα αφορούν κυρίως στον τρόπο διαχείρισής τους στο πλαίσιο της συνδυασμένης εφαρμογής των εθνικών και ενωσιακών συντονιστικών ρυθμίσεων στον τομέα των συντάξεων, και ιδιαίτερα κατά την εφαρμογή των γενικών αρχών, του συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης (άρθρο 6, Β.Κ) και της εξομοίωσης γεγονότων και καταστάσεων (άρθρο 5 , Β.Κ).• Επιπρόσθετα δε και στο βαθμό που η αναγνώριση των χρόνων αυτών μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε και όχι μόνο κατά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης, προκύπτουν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν και υπό το πρίσμα των διατάξεων των Κανονισμών περί εφαρμοστέας νομοθεσίας (αιτιολογικές σκέψεις 15 -18α, Τίτλος ΙΙ, Β.Κ, αλλά και τα από λειτουργικής πλευράς σχετιζόμενα άρθρα 12 και 44, Ε.Κ)
  • ΕισαγωγήΠαρατίθενται στη συνέχεια ορισμένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα που έχουν ήδη τεθεί• Για τον υπολογισμό του κατ’ έτος προβλεπομένου ανωτάτου ορίου αναγνωρισθέντων πλασματικών χρόνων στις συνταξιοδοτικές περιπτώσεις γήρατος θα συνυπολογίζονται και αντίστοιχοι με τους Ελληνικούς πλασματικοί/εξομοιούμενοι χρόνοι ασφάλισης οι οποίοι γνωστοποιούνται από φορείς χωρών μελών της Ε.Ε, του ΕΟΧ ή της Ελβετίας;• Εάν η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα είναι καταφατική ποιος θα πρέπει να είναι ο τρόπος διαχείρισης αντίστοιχων με τους Ελληνικούς πλασματικών χρόνων εξωτερικού οι οποίοι όμως γνωστοποιούνται από τους αλλοδαπούς φορείς, ως χρόνοι υποχρεωτικής ασφάλισης;• Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα ανωτέρω είναι επιτρεπτή η εφαρμογή περιορισμών κατά το συνυπολογισμό των περιόδων ασφάλισης, υπό το πρίσμα και των προβλεπομένων από την απόφαση Η6 της Διοικητικής Επιτροπής;• Για τη συμπλήρωση του αριθμού των 3.600 ημερών πραγματικής ή προαιρετικής ασφάλισης θα συνυπολογίζεται αντίστοιχος ενωσιακός χρόνος;• Ποιος ο τρόπος διαχείρισης των συμπιπτουσών εξομοιούμενων περιόδων ασφάλισης (και στην περίπτωση που ήδη έχει χορηγηθεί σύνταξη)• Ποιος ο τρόπος διαχείρισης εξομοιούμενου χρόνου ο οποίος συμπίπτει με περιόδους ασφάλισης ή κατοικίας στο πλαίσιο υποχρεωτικής ασφάλισης (και σε περίπτωση που ήδη έχει χορηγηθεί σύνταξη)• Εφόσον ο ήδη αναγνωρισμένος εξομοιούμενος χρόνος του εξωτερικού υπολείπεται του αντίστοιχου που θα μπορούσε να έχει ήδη αναγνωρισθεί (για την ίδια αιτία στην Ελλάδα) είναι δυνατή η αναγνώριση του υπολειπόμενου χρόνου από Ελληνικό φορέα ασφάλισης
  • Χαρακτηριστικά των εξομοιούμενων/πλασματικών χρόνων• Η δυνατότητα αναγνώρισης-εξαγοράς πλασματικών χρόνων ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39 και 40 του Ν.3996/2011, παρέχεται μόνο στους ασφαλισμένους που θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης λόγω γήρατος μετά την 1-1-2011, με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν μετά την ημερομηνία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.3863/2010. Ασφαλισμένοι οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με άλλες προϋποθέσεις, εκτός από αυτές που θεσπίζονται με τον ν.3863/2010, αναγνωρίζουν εξομοιούμενους χρόνους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.2084/1992 (βλ. παρ. 7, άρθρου 40, ν.3996/2011 και την αριθμ.πρωτ.Φ80000/οικ.9240/597/11-08-2011 εγκύκλιο της Γ.Γ.Κ.Α).• Ασφαλισμένοι οι οποίοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο χρόνο για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος με προϋποθέσεις που ισχύουν μέχρι 31-12-2010, ακόμη και με προσμέτρηση πλασματικών χρόνων, σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν.2084/1992, μπορούν να συνταξιοδοτηθούν με αυτές τις προϋποθέσεις εφόσον η αίτηση για την αναγνώριση των πλασματικών χρόνων υποβληθεί μέχρι 31-12-2013 (βλ. παρ. 5, άρθρου 40, ν.3996/2011).• Οι ανωτέρω πλασματικοί χρόνοι συνυπολογίζονται για τη θεμελίωση του δικαιώματος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3.600 ημέρες πραγματικής ή προαιρετικής ασφάλισης (παρ. 6, άρθρου 40, ν.3863/2010) Ειδικά για το χρόνο στρατιωτικής θητείας απαιτείται να έχουν πραγματοποιηθεί 3.600 ημέρες εργασίας και η συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος (παρ. 1, άρθρου1, ν.1358/1983).
  • Χαρακτηριστικά των εξομοιούμενων/πλασματικών χρόνων• Οι αναγνωριζόμενοι πλασματικοί χρόνοι δεν συνυπολογίζονται για τη συμπλήρωση των απαιτούμενων ημερών ασφάλισης στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.• Το ανώτατο όριο των πλασματικών χρόνων που μπορούν να αναγνωριστούν και να αξιοποιηθούν τόσο για τη θεμελίωση δικαιώματος όσο και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης διαμορφώνεται σταδιακά ανάλογα με το έτος θεμελίωσης του δικαιώματος, από τα 4 έτη το 2011, μέχρι 7 έτη το 2014 (παρ. 6, άρθρου 40, ν.3863/2010 και η αριθμ.πρωτ.Φ80000/οικ.9240/597/11- 08-2011 εγκύκλιος της Γ.Γ.Κ.Α).• Από το προαναφερόμενο ανώτατο όριο αφαιρείται κάθε άλλος πραγματικός ή πλασματικός χρόνος που έχει αναγνωρισθεί ή αναγνωρίζεται με βάση άλλες διατάξεις ή αποφάσεις Διοικητικών Συμβουλίων ασφαλιστικών Οργανισμών, εφόσον ο εν λόγω χρόνος: α) δεν είναι χρόνος υποχρεωτικής υπαγωγής στην ασφάλιση και β) έχει αναγνωριστεί μετά από αίτηση του ασφαλισμένου (παρ. 6, άρθρου 40, ν.3863/2010 και η αριθμ. πρωτ.Φ80000/οικ.9240/597/11-08- 2011 εγκύκλιος της ΓΓΚΑ).• Το δικαίωμα για την αναγνώριση είναι απρόθεσμο και η αίτηση μπορεί να υποβληθεί οποιαδήποτε στιγμή (βλ. την ανωτέρω εγκύκλιο Γ.Γ.Κ.Α).• Το ποσό της εξαγοράς δεν επιστρέφεται σε περίπτωση μη θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος (βλ. την ανωτέρω εγκύκλιο Γ.Γ.Κ.Α).• Χρόνοι ασφάλισης πραγματικοί ή πλασματικοί, που έχουν αναγνωριστεί σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, στο Δημόσιο, στο ΝΑΤ, καθώς και στην αλλοδαπή (η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν αποτελεί ρύθμιση του νόμου), θα αφαιρούνται από το κατ’ έτος ανώτατο όριο αναγνωριζόμενου χρόνου (βλ. την ανωτέρω εγκύκλιο της Γ.Γ.Κ.Α.)
  • Πλασματικοί / Εξομοιούμενοι χρόνοι ασφάλισης από τη σκοπιά του ενωσιακού συντονισμού- Τρόπος διαχείρισής τους στο πλαίσιο εφαρμογής των γενικών αρχών του συνυπολογισμού περιόδων ασφάλισης και εξομοίωσης γεγονότων και καταστάσεων καθώς και της αρχής της μιας εφαρμοστέας νομοθεσίας• Πυρηνικό στοιχείο του συστήματος συντονισμού των διαφορετικών κοινωνικοασφαλιστικών συνταξιοδοτικών νομοθεσιών, αποτελούν οι γενικές αρχές του συνυπολογισμού περιόδων ασφάλισης για την απόκτηση, διατήρηση, διάρκεια και ανάκτηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των διακινούμενων εργαζομένων (ασφαλισμένων προσώπων) και της εξομοίωσης εισοδημάτων γεγονότων και καταστάσεων, ως προέκταση της γενικής αρχής περί ίσης μεταχείρισης (άρθρο 4, Β.Κ).• Σημαντικό επίσης εργαλείο του συντονισμού είναι και ρυθμίσεις των Κανονισμών περί εφαρμοστέας νομοθεσίας οι οποίες αποσκοπούν στην αποφυγή συγκρούσεων από την ταυτόχρονη/παράλληλη εφαρμογή διαφορετικών κοινωνικοασφαλιστικών νομοθεσιών ή τη μη εφαρμογή οποιασδήποτε νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό οι νέοι Κανονισμοί θεσπίζουν την αρχή της μιας εφαρμοστέας νομοθεσίας.(αιτιολογική σκέψη 15 και παρ.1, άρθρου 11, Β.Κ)• Επικεντρώνοντας την προσοχή στις δύο πρώτες γενικές αρχές-εργαλεία του συντονιστικού δικαίου διαπιστώνεται, μετά τον εκσυγχρονισμό και την απλοποίηση των ενωσιακών Κανονισμών που ενσωμάτωσαν πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ότι διατρέχουν πλέον και οριζόντια (άρθρα 5 και 6 Β.Κ) το σύνολο των συντονιζόμενων κοινωνικοασφαλιστικών τομέων-πεδίων και όχι μόνο το πεδίο των συντάξεων.• Περαιτέρω και προκειμένου να οριοθετηθεί η έκταση και το πεδίο εφαρμογής τους, προβλέπεται ότι η αρχή της εξομοίωσης ορισμένων γεγονότων ή καταστάσεων που συμβαίνουν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ως εάν είχαν λάβει χώρα στο έδαφος του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου εφαρμόζεται, δεν θα πρέπει να συγχέεται με την αρχή του συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης. Οι περίοδοι που πραγματοποιούνται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο κατ’ εφαρμογήν της αρχής του συνυπολογισμού των περιόδων (αιτιολογική σκέψη 10, Β.Κ). Υπό αυτή την έννοια οι περίοδοι ασφάλισης θα πρέπει να ανήκουν πάντοτε σε ένα κράτος μέλος.• Επίσης ορίζεται ότι η εξομοίωση γεγονότων ή καταστάσεων επισυμβαινόντων σε κράτος μέλος δεν είναι δυνατόν να καθιστά αρμόδιο άλλο κράτος μέλος ή εφαρμοστέα τη νομοθεσία του (αιτιολογική σκέψη 11, Β.Κ)
  • Πλασματικοί / Εξομοιούμενοι χρόνοι ασφάλισης από τη σκοπιά του ενωσιακού συντονισμού- Τρόπος διαχείρισής τους στο πλαίσιο εφαρμογής των γενικών αρχών του συνυπολογισμού περιόδων ασφάλισης και εξομοίωσης γεγονότων και καταστάσεων καθώς και της αρχής της μιας εφαρμοστέας νομοθεσίας• Σε κάθε όμως περίπτωση η εφαρμογή των εν λόγω γενικών αρχών τελεί και υπό το πρίσμα βασικών, νομολογιακά επιβεβαιωμένων, παραδοχών και αρχών του ενωσιακού συντονιστικού δικαίου όπως είναι:• Η αρχή της εξασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινούμενων εργαζομένων, αρχή που αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας (C-282/91, De Wit, σκέψη 16).• Η αρχή της διασφάλισης των πλεονεκτημάτων κοινωνικής ασφάλειας που παρέχει σε έναν εργαζόμενο η νομοθεσία ενός κράτους μέλους, παρά τη διαφορετικότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας των κρατών μελών, διαφορετικότητα που επιτρέπει το άρθρο 51 της Συνθήκης (C-227/89,Rönfeldt, σκέψη 12). Είναι βέβαιο ότι ο σκοπός των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν, λόγω ασκήσεως του δικαιώματος τους για ελεύθερη κυκλοφορία, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι υφίσταντο απώλεια των πλεονεκτημάτων κοινωνικής ασφάλειας που τους παρέχει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους· μια τέτοια συνέπεια θα μπορούσε να αποθαρρύνει τους κοινοτικούς εργαζομένους να ασκήσουν το δικαίωμά τους για ελεύθερη κυκλοφορία και θα συνιστούσε, κατά συνέπεια, κώλυμα στην εν λόγω ελευθερία ( βλ. C-10/90, Masgio, σκέψη 18, C-349/87, Parashi, σκέψη 22).• Η αρμοδιότητα της νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους, ελλείψει εναρμόνισης σε κοινοτικό επίπεδο, να αποφασίζει, αφενός ως προς τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρέωσης εγγραφής σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλειας (C-110/79, Coonan, σημείο 12, C-349/87, Parashi, σημείο 15) και αφετέρου, ως προς τις προϋποθέσεις έγερσης του δικαιώματος παροχών (C-4/95, C- 5/95, Stober και Piosa Pereira, σημείο 36)• Η αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση των παροχών κοινωνικής ασφάλισης, ακόμη και αν τις καθιστούν αυστηρότερες, υπό τον όρο ότι οι θεσπιζόμενες προϋποθέσεις δεν συνεπάγονται οποιαδήποτε πρόδηλη ή συγκεκαλυμμένη διάκριση μεταξύ των εργαζομένων της Ενώσεως (C-440/09, Tomaszewska, σημείο 24 και η εκεί αναφερόμενη νομολογία)
  • Πλασματικοί / Εξομοιούμενοι χρόνοι ασφάλισης από τη σκοπιά του ενωσιακού συντονισμού- Τρόπος διαχείρισής τους στο πλαίσιο εφαρμογής των γενικών αρχών του συνυπολογισμού περιόδων ασφάλισης και εξομοίωσης γεγονότων και καταστάσεων καθώς και της αρχής της μιας εφαρμοστέας νομοθεσίας• Η υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη να μην καθορίζει όρους κτήσεως ή διατηρήσεως του δικαιώματος παροχών κατά τρόπο που στην πραγματικότητα να μη μπορούν να τους εκπληρώσουν παρά μόνο οι ημεδαποί, ή αφετέρου όρους απώλειας ή αναστολής του εν λόγω δικαιώματος κατά τρόπο που στην πραγματικότητα να τους πληρούν ευκολότερα οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών παρά οι υπήκοοι του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται ο αρμόδιος φορέας. (C-349/87, Parashi, σκέψη 23). Επίσης σ’ αυτό το πλαίσιο έχει νομολογηθεί ότι μια διάταξη του εθνικού δικαίου πρέπει να θεωρηθεί ότι επάγεται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις, εφόσον είναι ικανή, από τη φύση της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να θέσει σε δυσμενέστερη μοίρα ειδικά τους διακινούμενους εργαζομένους. Παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν η επίμαχη διάταξη θίγει στην πράξη ένα πολύ σημαντικότερο ποσοστό διακινουμένων εργαζομένων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή είναι ικανή να παραγάγει ένα τέτοιο αποτέλεσμα (βλ., μεταξύ άλλων, ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση στην υπόθεση, C- 237/94, OFlynn, σκέψεις 20 και 21).• Κατά την άποψή μας είναι προφανές ότι ένας διακινούμενος εργαζόμενος ο οποίος συμπληρώνει περιόδους εισφορών/ασφάλισης σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη βρίσκεται λόγω του γεγονότος αυτού σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση από εκείνην του εργαζομένου που συμπληρώνει όλες τις περιόδους ασφάλισης σε μία χώρα, και αυτό κυρίως λόγω των διαφοροποιήσεων των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας των κρατών μελών, και της έλλειψης επαρκούς πληροφόρησης για αυτές τις διαφοροποιήσεις.• Είναι προφανές ότι με βάση την έγκυρη και έγκαιρη πληροφόρηση για το σύστημα κοινωνικής ασφάλειας οι ασφαλισμένοι (με ή χωρίς ώριμα ή ακόμη και ήδη θεμελιωμένα ασφαλιστικά δικαιώματα) έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζουν την εργασιακή-ασφαλιστική τους συμπεριφορά στις επικρατούσες κάθε φορά συνθήκες και με αυτό τον τρόπο διαμορφώνουν και τις ασφαλιστικές τους προσδοκίες, ενώ συγχρόνως από την πλευρά της Διοίκησης υπηρετείται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών προς αυτή και επιτυγχάνεται ο στόχος της δημιουργίας συνθηκών ασφάλειας δικαίου.
  • Συνυπολογισμός περιόδων ασφάλισης - Βασικές παραδοχές• Εξειδικεύοντας διαπιστώνεται ότι η γενική αρχή του συνυπολογισμού περιόδων ασφάλισης υλοποιείται τόσο ως μηχανισμός/εργαλείο θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος (βλ. αιτιολογική σκέψη 14 και άρθρα 6, 51, 60, Β.Κ και άρθρο 12, Ε.Κ) όσο και ως μηχανισμός/εργαλείο υπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού του ποσού της σύνταξης, όπου αυτό απαιτείται (βλ. αιτιολογική σκέψη 28 και άρθρα 52 και 57, Β.Κ και άρθρα 13 και 43, Ε.Κ).• Για την πραγματοποίηση των προαναφερόμενων δύο λειτουργιών, θα πρέπει να λαμβάνονται συνδυαστικά υπόψη τόσο οι σχετικές με τη σύμπτωση περιόδων ασφάλισης διατάξεις και οι θεσπιζόμενοι κανόνες προτεραιότητας των παρ.3-5, του άρθρου 12 του Ε.Κ, σύμπτωση η οποία είναι αποτέλεσμα, κατά κύριο λόγο, μη ορθής εφαρμογής των διατάξεων περί εφαρμοστέας νομοθεσίας (με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 14 Β.Κ) όσο και οι σχετικές με την αδυναμία χρονικού προσδιορισμού των διανυθέντων περιόδων ασφάλισης, διατάξεις της παρ. 5 του ίδιου άρθρου και Κανονισμού ανωτέρω.
  • Συνυπολογισμός περιόδων ασφάλισης - Βασικές παραδοχές• Αναπτύσσοντας περαιτέρω τον σχετικό προβληματισμό, όταν ενεργοποιείται ο μηχανισμός του συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης στο πεδίο των συντάξεων, ισχύουν και τα ακόλουθα:• Όπως έχει δεχθεί επανειλημμένα το Δικαστήριο …….. τόσο ο κανονισμός 3 ( άρθρο 1, στοιχείο ιστ ) όσο και ο κανονισμός 1408/71( άρθρο 1, στοιχείο ιη), …………. διευκρινίζουν ότι ως «περίοδοι ασφαλίσεως» νοούνται οι περίοδοι που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία συμπληρώθηκαν (C-302/90, Faux, σκέψη 25).• Ο ορισμός της έννοιας των «περιόδων ασφάλισης» παρέμεινε αμετάβλητος στο άρθρο 1, στοιχείο κ), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 σε σύγκριση με το άρθρο 1, στοιχείο ιη), του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71(βλ. Απόφαση Η6/16-12-2010 της Διοικητικής Επιτροπής για τον Συντονισμό των Συστημάτων Κοινωνικής Ασφάλειας).• Όλες οι περίοδοι ασφάλισης -είτε είναι περίοδοι εισφοράς είτε περίοδοι που θεωρούνται ως ισοδύναμες με περιόδους ασφάλισης δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας- πληρούν την έννοια «περίοδοι ασφάλισης» για τους σκοπούς εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009 (βλ. Απόφαση Η6/16-12-2010 της Διοικητικής Επιτροπής για τον Συντονισμό των Συστημάτων Κοινωνικής Ασφάλειας, παρ. 2).• Όλες οι περίοδοι για τον εκάστοτε σχετικό κίνδυνο, οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, λαμβάνονται υπόψη εφαρμόζοντας την αρχή του συνυπολογισμού περιόδων, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009. Η αρχή του συνυπολογισμού απαιτεί να συνυπολογίζονται οι περίοδοι που κοινοποιούνται από άλλα κράτη μέλη, χωρίς να αμφισβητείται η αξία τους (βλ. Απόφαση Η6/16-12-2010 της Διοικητικής Επιτροπής για τον Συντονισμό των Συστημάτων Κοινωνικής Ασφάλειας, παρ. 2).
  • Συνυπολογισμός περιόδων ασφάλισης - Βασικές παραδοχές• Στο ενωσιακό έντυπο P5000, το οποίο και θα χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή και γνωστοποίηση των περιόδων ασφάλισης μεταξύ των φορέων, οι περίοδοι ασφάλισης κατηγοριοποιούνται και θα πρέπει να καταχωρούνται από τους αρμόδιους φορείς κοινωνικής ασφάλειας ως:• Περίοδοι υποχρεωτικής ασφάλισης ανταποδοτικού τύπου• Περίοδοι υποχρεωτικής ασφάλισης ανταποδοτικού τύπου-μισθωτοί• Περίοδοι υποχρεωτικής ασφάλισης ανταποδοτικού τύπου-μη μισθωτοί• Περίοδοι υποχρεωτικής ασφάλισης ανταποδοτικού τύπου-άνεργοι• Περίοδοι προαιρετικής υπαγωγής σε ασφάλιση ανταποδοτικού τύπου• Περίοδοι προαιρετικής υπαγωγής σε ασφάλιση ανταποδοτικού τύπου-μισθωτοί• Περίοδοι προαιρετικής υπαγωγής σε ασφάλιση ανταποδοτικού τύπου-μη μισθωτοί• Περίοδοι προαιρετικής υπαγωγής σε ασφάλιση ανταποδοτικού τύπου-άνεργοι• Περίοδοι κατοικίας• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι χωρίς περαιτέρω προσδιορισμούς• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι ασθένειας/ανικανότητας προς εργασία• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι ανεργίας χωρίς παροχές• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι στρατιωτικής θητείας• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι κατάρτισης ή φοίτησης• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι ανατροφής τέκνων• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι λήψης παροχών σύνταξης• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι εγκυμοσύνης ή μητρότητας• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι λήψης παροχών προσύνταξης• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι ανεργίας με παροχές• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδος κατά την οποία χορηγήθηκε η παροχή αναπηρίας• Ισοδύναμες περίοδοι: περίοδοι φροντίδας συντηρούμενου προσώπου• Ισοδύναμες περίοδοι: πλασματικές περίοδοι μετά την αρχή της αναπηρίας, την ημερομηνία θανάτου ή την έναρξη της σύνταξης
  • Εξομοίωση γεγονότων και καταστάσεων-Βασικές παραδοχές• Με σειρά αποφάσεών του το Δικαστήριο εξέφρασε κατ’ επανάληψη τη γνώμη του για τη δυνατότητα ίσης μεταχείρισης των παροχών, των εισοδημάτων και των γεγονότων (αιτιολογική σκέψη 9, Β.Κ).Στο πλαίσιο αυτών των αποφάσεων ορίζεται ότι η αρχή αυτή θα πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω τηρουμένης της ουσίας και του πνεύματος της νομολογίας.• Πέραν όμως των προαναφερόμενων αποφάσεων του Δικαστηρίου και πριν την θέσπιση της οριζόντιας διάταξης του άρθρου 5 του νέου Β.Κ, η εξομοίωση εισοδημάτων, γεγονότων και καταστάσεων προβλεπόταν (με ή χωρίς περιορισμούς) από συγκεκριμένες διατάξεις του Κανονισμού 1408/1971 π.χ άρθρο 9α, άρθρο 13 παρ. 2 σημείο 3, άρθρο 40 παρ. 4, άρθρο 43α παρ.2, άρθρο 45 παρ. 5, άρθρο 46α παρ. 3 σημείο.• Όπως προκύπτει τόσο από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου όσο και από τις διατάξεις των Κανονισμών (προγενέστερων και νέων) και ιδιαίτερα από την οριζοντίου χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 5 του νέου Β.Κ, το πεδίο εφαρμογής της αρχής της εξομοίωσης δεν είναι μόνο το πεδίο των συνταξιοδοτικών παροχών, αλλά όλα τα συντονιζόμενα από τους ενωσιακούς Κανονισμούς πεδία κοινωνικής ασφάλειας (εφαρμοστέα νομοθεσία, ανεργία, ασθένεια, οικογενειακές παροχές, εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες).
  • Εξομοίωση γεγονότων και καταστάσεων-Βασικές παραδοχές• Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ο τρόπος εφαρμογής της αρχής της εξομοίωσης δεν είναι ομοιόμορφος ούτε βέβαια στατικός αλλά διαφοροποιημένος και εξαιρετικά δυναμικός.• Εξάλλου και στο ίδιο το άρθρο 5 του Β.Κ ορίζεται ότι η εφαρμογή του τελεί υπό την επιφύλαξη άλλων ειδικότερων ρυθμίσεων .• Τέτοιου είδους είναι για παράδειγμα οι ρυθμίσεις:• Της παρ. 4 του άρθρου 14 του Β.Κ σχετικά με το ζήτημα της υπαγωγής σε σύστημα προαιρετικής ασφάλισης ή συνέχισης της ασφάλισης.• Της παρ. 3 του άρθρου 40 του Β.Κ σχετικά με την ισοδυναμία εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών που συνέβησαν σε άλλο από το αρμόδιο κράτος μέλος.• Της παρ. 3 του άρθρου 51 του Β.Κ σχετικά με την ύπαρξη ασφαλιστικού δεσμού κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.• Του άρθρου 81 για τις αιτήσεις, δηλώσεις και προσφυγές και τις σχετικές προθεσμίες υποβολής τους.• Της παρ. 3 του άρθρου 46 και του Παραρτήματος VII του Β.Κ σχετικά με τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων ως προς το βαθμό αναπηρίας.• Της παρ. 2 του άρθρου 22 του Ε.Κ σχετικά με την ανάληψη του κόστους των παροχών ασθένειας των προσώπων που βρίσκονται στην κατάσταση των αιτούντων σύνταξη.• Του άρθρου 44 του Ε.Κ σχετικά με τις περιόδους ανατροφής τέκνων
  • Εξομοίωση γεγονότων και καταστάσεων-Βασικές παραδοχές• Κατά την άποψή μας όμως υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις οι οποίες αν και οριοθετούνται, εντός του πεδίου εφαρμογής της αρχής του συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης, εντούτοις αποτελούν μάλλον παραδείγματα εφαρμογής της αρχής της εξομοίωσης, όπως είναι:• Οι ρυθμίσεις του άρθρου 51 του Β.Κ, οι οποίες παρά τον τίτλο του άρθρου «Ειδικές διατάξεις σχετικά με το συνυπολογισμό περιόδων» στην πραγματικότητα δεν αναφέρονται γενικά σε περιόδους ασφάλισης, αλλά ειδικά σε περιόδους ασφάλισης που διανύθηκαν σε συγκεκριμένη μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα ή επάγγελμα που καλύπτεται από ειδικό σύστημα.• Με όμοια ερμηνευτική προσέγγιση αντιμετωπίζεται και η μη κλασσική /ιδιάζουσα περίπτωση του «συνυπολογισμού» περιόδων ασφάλισης προκειμένου να μεταβληθεί η αξία εξομοιούμενου χρόνου ασφάλισης, όπως είναι για παράδειγμα η περίπτωση του χρόνου στρατιωτικής θητείας αλλά και όλων των εξομοιούμενων χρόνων των άρθρων 39 και 40 του ν.3996/2011 ανωτέρω. Προκειμένου να καταστούν οι εν λόγω χρόνοι «θεμελιωτικοί» συνταξιοδοτικού δικαιώματος απαιτείται η συμπλήρωση όχι μόνο συγκεκριμένου αριθμού αλλά και συγκεκριμένου/ης είδους/φύσης περιόδων ασφάλισης π.χ 3.600 ημέρες πραγματικής ή/και προαιρετικής ασφάλισης ενώ ειδικά για το χρόνο στρατιωτικής θητείας/υπηρεσίας 3.600 ημέρες εργασίας, αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο το συνυπολογισμό οποιουδήποτε άλλου είδους χρόνου ασφάλισης, για το δεδομένο σκοπό.• Σε κάθε περίπτωση, εφαρμόζοντας την γενική αρχή της εξομοίωσης θα πρέπει να λαμβάνονται συνδυαστικά υπόψη τόσο οι διατάξεις των Κανονισμών όσο και οι σχετικές ρυθμίσεις του εθνικού δικαίου, πάντοτε όμως υπό το πρίσμα των βασικών αρχών του ενωσιακού δικαίου (βλ. εισαγωγικές παρατηρήσεις παραπάνω).
  • Εξομοίωση γεγονότων και καταστάσεων-Βασικές παραδοχές• Επικεντρώνοντας την ανάλυση στον τρόπο εφαρμογής της αρχής της εξομοίωσης στο πεδίο των συντάξεων και ειδικότερα στις περιπτώσεις, στις οποίες το συνταξιοδοτικό δικαίωμα δε θεμελιώνεται μόνο με τις εθνικές περιόδους ασφάλισης, θεωρούμε ότι είναι κρίσιμης σημασίας η επισήμανση, για μια ακόμη φορά, της διαφοράς που υφίσταται ανάμεσα στην εν λόγω αρχή και σε αυτή του συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν υπό τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες από τον αρμόδιο προς τούτο φορέα.• Έχει ήδη αναφερθεί ότι οι περίοδοι ασφάλισης που διανύθηκαν υπό τις διάφορες νομοθεσίες θα πρέπει να αθροίζονται/ λαμβάνονται υπόψη από τον αρμόδιο φορέα μόνο με βάση την αρχή του συνυπολογισμού.• Σ΄ αυτό το πλαίσιο γίνεται δεκτό ότι ο αρμόδιος φορέας, ενώ οφείλει σε πρώτη φάση να συνυπολογίσει το σύνολο των κοινοποιούμενων σ’ αυτόν περιόδων ασφάλισης, χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση και χωρίς αμφισβήτηση της αξίας τους, εντούτοις, διατηρεί τη δικαιοδοσία να καθορίζει τους «λοιπούς εθνικούς όρους» ως προς τη χορήγηση των παροχών κοινωνικής ασφάλειας, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 -με την προϋπόθεση, ότι οι εν λόγω όροι εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις-. Η αρχή αυτή δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 (βλ. Απόφαση Η6/16-12- 2010 της Διοικητικής Επιτροπής για τον Συντονισμό των Συστημάτων Κοινωνικής Ασφάλειας, παρ. 3).
  • Εξομοίωση γεγονότων και καταστάσεων-Βασικές παραδοχές Ποιοι είναι και με ποια κριτήρια μπορούν να προσδιορίζονται οι «λοιποί εθνικοί όροι»;• Στην παρούσα φάση γίνεται δεκτό (βλ. το συνημμένο στην απόφαση Η6 παράδειγμα), ότι η γενική αρχή της εξομοίωσης θα πρέπει να ενεργοποιείται και να βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε ειδικές περιπτώσεις για τις οποίες ο εθνικός νομοθέτης θεσπίζει πρόσθετες απαιτήσεις για τη θεμελίωση του δικαιώματος.• Υπό το πρίσμα της προηγούμενης παραδοχής, ως παράδειγμα εφαρμογής της γενικής αρχής της εξομοίωσης στην απόφαση Η6 χρησιμοποιείται η περίπτωση μιας πρόωρης συνταξιοδοτικής παροχής λόγω γήρατος, για την οποία ισχύουν ειδικές , πιο αυστηρές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σχέση βέβαια με τις γενικές προϋποθέσεις που τίθενται για την κανονική σύνταξη γήρατος στο κανονικό όριο ηλικίας.• Επομένως καθοριστικής σημασίας κριτήρια για την ενεργοποίηση της αρχής της εξομοίωσης, ως δεύτερο/η βήμα/ενέργεια, στη συνέχεια και συμπληρώνοντας την προστασία βάσει της αρχής του συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης που διανύθηκαν υπό διάφορες νομοθεσίες προκειμένου να θεμελιωθεί συνταξιοδοτικό δικαίωμα, είναι ο ειδικός χαρακτήρας των προϋποθέσεων (δηλαδή οι ποιοτικές) για τη θεμελίωση του δικαιώματος, και σ’ αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεμονωμένα ή συνδυαστικά::• Το όριο ηλικίας π.χ πρόωρες συνταξιοδοτήσεις,• Η φύση / το είδος των περιόδων ασφάλισης π.χ περίοδοι προερχόμενες από πραγματική άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας, περίοδοι οι οποίες διανύθηκαν σε συγκεκριμένη μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα ή επάγγελμα ή άλλες ποιοτικές διαφοροποιήσεις• Το σύστημα ασφάλισης π.χ ειδικά συστήματα ασφάλισης συγκριμένων εργασιών ή επαγγελμάτων με διαφοροποιημένο επίπεδο εισφορών-παροχών σε σχέση με το γενικό σύστημα.