ας θυμηθουμε........

782 views
641 views

Published on

0 Comments
0 Likes
Statistics
Notes
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

No Downloads
Views
Total views
782
On SlideShare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
95
Actions
Shares
0
Downloads
2
Comments
0
Likes
0
Embeds 0
No embeds

No notes for slide

ας θυμηθουμε........

  1. 1. ΣΟΛΩΜΟΣ <ul><li>Με τα ρούχα αιματωμένα Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά Να γυρεύης εις τα ξένα Αλλα χέρια δυνατά. - Μοναχή το δρόμο επήρες, Εξανάλθες μοναχή· Δεν είν’ εύκολες οι θύρες, Εάν η χρεία τες κουρταλεί . </li></ul><ul><li>- Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, Αλλ’ ανάσασιν καμιά· Αλλος σου έταξε βοήθεια Και σε γέλασε φρικτά - Αλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου Οπου εχαίροντο πολύ, Σύρε νάβρης τα παιδιά σου, Σύρε, έλεγαν οι σκληροί» </li></ul>
  2. 2. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ <ul><li>«Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. </li></ul><ul><li>Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο»». «Τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. </li></ul>
  3. 3. <ul><li>Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός “εγώ”, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς “εγώ”; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει “εγώ”. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λέμε “εμείς”.  </li></ul><ul><li>Είμαστε στο “εμείς” κι όχι στο “εγώ”.» </li></ul>
  4. 4. ΣΕΦΕΡΗΣ <ul><li>«Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός,   ὅλο βουνὰ ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.   Δὲν   ἔχουμε ποτάμια , δὲν   ἔχουμε πηγάδια , δὲν ἔχουμε πηγὲς , μονάχα λίγες στέρνες ,  ἄδειες κι᾿   αὐτές , ποὺ   ἠχοῦν καὶ   ποὺ   τὶς προσκυνοῦμε .  Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας, ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας. Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε τὰ σπίτια, τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας. </li></ul><ul><li>Κι᾿ οἱ γάμοι μας, τὰ  δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰτὴ ψυχή μας. Πῶς γεννήθηκαν, πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας; Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰλιμάνια τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε, βλέπουμε νὰφωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν, σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν ». </li></ul>
  5. 5. ΕΛΥΤΗΣ <ul><li>«Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο …» «Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστική τά παιδιά καί λάβανε τήνἀπόφαση, ἐπειδή τά κακά μαντάτα πλήθαιναν στήν πρωτεύουσα, νά βγοῦνἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μέ τίς μαῦρες τρίχες καί τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος ἡ Ἄνοιξη. </li></ul><ul><li>… Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τούς κυρίευε. Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆςἀπελπισιᾶς, τή Γαλήνη πού έμελλαν νά γίνουν, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱλαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.» </li></ul>
  6. 6. ΒΑΡΝΑΛΗΣ <ul><li>«Δεν είμ΄ εγώ σπορά της τύχης ο πλαστουργός της νιας ζωής. Εγώ ΄μαι τέκνο της ανάγκης κι ώριμο τέκνο της οργής . … Μέσα στο νου και στην καρδιά μου αιώνων φουντώσανε ντροπές και την παλάμη μου αρματώνουν με φλογισμένες αστραπές.» </li></ul>
  7. 7. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ <ul><li>«Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους </li></ul><ul><li>Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.» </li></ul>
  8. 8. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ <ul><li>«Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά Το ‘δερνε αγέρας κι η βροχή μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή </li></ul><ul><li>Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή. … Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί» </li></ul>
  9. 9. ΚΑΛΒΟΣ <ul><li>«Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσι· θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία.» </li></ul>

×