Your SlideShare is downloading. ×
  • Like
Energy security supply of eu, natural gas case
Upcoming SlideShare
Loading in...5
×

Thanks for flagging this SlideShare!

Oops! An error has occurred.

×

Now you can save presentations on your phone or tablet

Available for both IPhone and Android

Text the download link to your phone

Standard text messaging rates apply

Energy security supply of eu, natural gas case

  • 1,518 views
Published

 

Published in Education
  • Full Name Full Name Comment goes here.
    Are you sure you want to
    Your message goes here
    Be the first to comment
    Be the first to like this
No Downloads

Views

Total Views
1,518
On SlideShare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
0

Actions

Shares
Downloads
23
Comments
0
Likes
0

Embeds 0

No embeds

Report content

Flagged as inappropriate Flag as inappropriate
Flag as inappropriate

Select your reason for flagging this presentation as inappropriate.

Cancel
    No notes for slide

Transcript

  • 1. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΓΕ ΓΡΑΦΙΑΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασµού της Ευρωπαϊκής Ένωσης: «Η περίπτωση του φυσικού αερίου» Κολοκούρης Κυριάκος Ιούνιος 2009 Μυτιλήνη 1
  • 2. Επιβλέπουσα Καθηγήτρια: Ηλέκτρα Πετράκου, Επίκουρος Καθηγήτρια στο Τµήµα Γεωγραφίας του Πανεπιστηµίου Αιγαίου Μέλη της Επιτροπής: Θανάσης Γιαννακόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τµήµα Στατιστικής του Οικονοµικού Πανεπιστήµιου Αθηνών Ιωάννης Χωριανόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής στο Τµήµα Γεωγραφίας του Πανεπιστηµίου Αιγαίου ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ Καταρχήν, θα ήθελα να ευχαριστήσω την Ηλέκτρα Πετράκου η οποία ως επιβλέπουσα καθηγήτρια, µε ενθάρρυνε να ασχοληθώ µε το συναρπαστικό αντικείµενο του φυσικού αερίου, βοηθώντας µε καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπόνησης της µελέτης, είτε µέσω των διεξοδικών συζητήσεων πάνω σε ενεργειακά θέµατα που είχαµε, είτε παρέχοντας µου πολύτιµες συµβουλές, συµβάλλοντας τα µέγιστα στην ολοκλήρωση της παρούσας µελέτης. Θα ήθελα να επίσης να εκφράσω τις ευχαριστίες µού στα µέλη της επιτροπής Γιαννακόπουλο Θανάση και Χωριανόπουλο Ιωάννη οι οποίοι ανταποκρίθηκαν οποιαδήποτε στιγµή απευθύνθηκα για τη βοήθεια τους. Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους καθηγητές του Τµήµατος Γεωγραφίας οι οποίοι µέσω των µαθηµάτων τους εµπλούτισαν σηµαντικά τις γνώσεις µου πάνω σε θέµατα που άπτονται τον χώρο της επιστήµης της Γεωγραφίας. Όπως, επίσης και τους φίλους και συµφοιτητές µου µε τους οποίους βίωσα αξέχαστές στιγµές κατά την φοιτητική πορεία µου στη Μυτιλήνη. Τέλος, θα ήθελα να πω ένα µεγάλο ευχαριστώ στην οικογένεια µου· στους γονείς µου Παναγιώτη και Άννα Κωνσταντάκη, στην αδελφή µου ∆ήµητρα και στις γιαγιάδες µου ∆ήµητρα και Χαρίκλεια µαζί µε τους οποίους γαλουχήθηκα και οι οποίοι όλα αυτά τα χρόνια µου προσέφεραν αφειδώς ηθική και υλική υποστήριξη. 2
  • 3. ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝ Ν 1. Εισαγωγή……………………………………………………..……………..… 9 2. ∆ιαστάσεις της ενεργειακής ασφάλειας………...………..…………….11 2.1 Η έννοια της εθνικής ασφάλειας…………………….........………………..11 2.2 Η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού…………….………………......13 2.3 Ενεργειακή Κρίση………………………………..……………………...….16 2.4 Μετρώντας την ενεργειακή ασφάλεια…………….……………………....17 2.5 Ενεργειακή Πολιτική……………………………….…...……….………...18 2.5.1 Η τρωτότητα λόγω εισαγωγών………………….……………...……20 2.6 Μέσα της ενεργειακής πολιτικής…………………….……………………20 2.6.1 Η διαφοροποίηση……………………………..……………...….……..21 2.6.2 Η ευελιξία του ενεργειακού συστήµατος…………………...…...…….21 2.6.3 Τα στρατηγικά αποθέµατα……………………………….…....….……22 2.7 To παγκόσµιο σύστηµα και η ενεργειακή ασφάλεια σήµερα…….…..….22 2.7.1 Γεωπολιτικοί κίνδυνοι και ενεργειακή ασφάλεια ……....…….…….…23 2.8 Οργανισµοί…………………………………...……………….……………24 2.8.1 ∆ιµερείς συνεργασίες 2.8.1.1 Η Ευρώ-µεσογειακή Συνεργασία………………..………....….…….24 2.8.1.2 Το Συµβούλιο Συνεργασία των Κρατών του Κόλπου……….….…..25 2.8.2 Πολυµερείς συνεργασίες 2.8.2.1 Οργανισµός Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών……………….………..25 2.8.2.2 Ο ∆ιεθνής Οργανισµός Ενέργειας……………………….…………..27 2.8.2.3 Φόρουµ Εξαγωγικών Κρατών Φυσικού Αερίου………….………….28 2.8.2.4 Το ∆ιεθνές Φόρουµ Ενέργειας………………………….............……29 2.8.2.5 Οργανισµός Οικονοµικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου.............….29 3. Το φυσικό αέριο………………………………………..………………....31 3.1 Η Ιστορία του φυσικού αερίου………………………..……………………32 3.2 Η σηµερινή κατάσταση………………………………..………………...…34 3.2.1 Ζήτηση……………………………………..…………………………...…34 3
  • 4. 3.2.2 Αποθέµατα……………………………..…………………………….……36 3.2.3 Παραγωγή ………………….…………………….………………………37 3.2.4 Επενδύσεις…………………………….………….………….……………38 3.2.5 Το διαπεριφερειακό εµπόριο……………………………………………..39 3.3 Το Υγροποιηµένο Φυσικό Αέριο(Υ.Φ.Α.)……………..…………..………41 4. Ευρωπαϊκή Ένωση και φυσικό αέριο………………..……..……….43 4.1 Ο Ενεργειακός τοµέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης………..……..……...…43 4.2 Ο τοµέας του φυσικού αερίου……………………………..…….…………46 4.2.1 Ο τοµέας του Υγροποιηµένου Φυσικού Αέριου (ΥΦΑ)…..…….….…..50 4.3 Το Ευρωπαϊκό δίκτυο µεταφοράς φυσικού αερίου…………...………….51 4.3.1 Οι Ρωσικοί αγωγοί προς την ευρωπαϊκή αγορά…………...….………..51 4.3.1.1 Ο Ουκρανικός διάδροµος ………………………..…….……………51 4.3.1.2 Ο αγωγός Yamal-Europe……………………….….…….…………..52 4.3.1.3 Ο αγωγός Blue Stream………………………………...….……...…..53 4.3.2 Οι Νορβηγικοί αγωγοί προς την Ευρωπαϊκήαγορά…….…....……...….54 4.3.3 Οι Αλγερινοί αγωγοί προς την Ευρωπαϊκή αγορά ……….....…….……55 4.3.4 Οι Λιβυκοί αγωγοί προς την Ευρωπαϊκή αγορά………….....…….……56 4.3.5 Άλλοι αγωγοί προς την Ευρωπαϊκή αγορά……………….….....……….56 4.4 Ο Νότιος ενεργειακός ∆ιάδροµος Κασπίας – Ε.Ε. ………...……...……...56 5. Η Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Πολιτική……………….........…..………58 5.1 Ιστορική Εξέλιξη………………………………………………......………..58 5.2 Η Συνθήκη τουΕνεργειακούΧάρτη…………………….………..….……..61 5.2.1 Το περιεχόµενο της Συνθήκης του Ενεργειακού Χάρτη…...…….……62 5.3 Η Λευκή Βίβλος…………………………………………………….…….…63 5.4 Η Πράσινη Βίβλος του 2000…………………………………..…...…….…63 5.5 Μια ενιαία Ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου………………....…..….…64 5.5.1. Οι Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (EC Directives) .…….......….65 5.6 Τα ∆ιευρωπαϊκά ∆ίκτυα Ενέργειας (ΤΕΝ-Ε) …………………….………66 5.7 Το πρόγραµµά INOGATE…………………………………..……...………71 5.8 Το πρόγραµµα TACIS……………………….……………….….…..…..…71 5.9 Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ)…………………..…..…..…72 4
  • 5. 5.9.1 Χρηµατοδοτήσεις της ΕΤΕπ στον ενεργειακό τοµέα…………...…..…73 5.10 Η Ενεργειακή Κοινότητα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης……......……73 5.10.1 Οι στόχοι της Ενεργειακής Κοινότητας………………………………..74 6. Η Ρωσία και η ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ………...........………75 6.1 Ο Ρωσικός τοµέας φυσικού αερίου………………….……....…...……......75 6.2 Η Gazprom……………………………………………………..…...………77 6.3 Τα ρωσικά αποθέµατα µελλοντικά……………………….....…….……….78 6.4 Η Ρωσο-ουκρανικές διαµάχες φυσικού αερίου…………….…….…….…80 6.4.1 Σχέσεις Ρωσίας Ουκρανίας πριν από το 2006…………………...…….80 6.4.2 Η κρίση του Ιανουαρίου 2006 ………………...…......…….………….82 6.4.3 H κατάσταση από το 2006-2008 …………...……….…..…………….82 6.4.4 Η κρίση του 2009…………………………...………...……………….84 7. Η ενεργειακή σηµασία της περιοχής της Κασπίας Θάλασσας ………………………………………………………....……….…………..…….85 7.1 Φυσικό αέριο στην ευρύτερη περιοχή της Κασπίας – Μ. Ανατολής ……………………………………………………….…........…………………...86 7.1.1 Αζερµπαϊτζάν……………………………………….……………………..87 7.1.2 Καζακστάν………………………………………………………………...87 7.1.3 Ουζµπεκιστάν…………………………………..…..……………………..88 7.1.4 Τουρκµενιστάν………………………………….……..………………….88 7.1.5 Ιράν………………………………………………...………………………89 7.2 Κίνδυνοι στην ευρύτερη περιοχή της Κασπίας και του Καυκάσου…………………………………………...…….…………………….91 7.2.1 Το νοµικό καθεστώς της Κασπίας θάλασσας….…..……..……………..92 7.2.2 Αµπχαζία……………………………………….…..………..…………….94 7.2.3 Ναγκόρνο Καραµπάχ ………………………….…………………………95 7.2.4 Τσετσενία……………………………………..……..……..……………...96 7.2.5 Οσετία……………………………….……………..…..….………………96 8. Συµπεράσµατα……………………………..………..…..………………..97 Βιβλιογραφία……………………………….……..……..…………………100 5
  • 6. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι, Οι σχεδιαζόµενοι αγωγοί φυσικού αερίου προς την Ευρωπαϊκή αγορά…………………………………………………………104 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ, Χάρτες…………………………………………...........118 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΓΡΑΦΗΜΑΤ Ν Γράφηµα 1: H πρωτογενής ενεργειακή κατανάλωση στην ΕΕ το 1991 και το 2006……………………………………………………………………….….43 Γράφηµα 2: Η εξέλιξή της κατανάλωσης φυσικού αερίου στην ΕΕ………………..46 Γράφηµα 3: H εξέλιξη της παραγωγής φυσικού αερίου στην Ευρώπη……………..48 Γράφηµα 4: Οι ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη (2004- 2006)…………………………………………………………………….……………52 Γράφηµα 5: H ρωσική παραγωγή φυσικού αερίου (1985-2006) …………….……..75 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚ Ν Πίνακας 1: Η παγκόσµια πρωτογενής ζήτηση σε φυσικό αέριο…………………….35 Πίνακας 2: Οι µεγαλύτεροι παραγωγοί σε φυσικό αέριο το 2007……...…….……..37 Πίνακας 3: Οι µεγαλύτεροι εξαγωγείς φυσικού αερίου το 2007…………........……39 Πίνακας 4: Κατανάλωση ανά τύπο καυσίµου στην ΕΕ το 2006…….……..……….45 Πίνακας 5: Εξάρτηση από εισαγωγές στην ΕΕ των 27, το 2006…………..….…… 47 Πίνακας 6: Τα αποθέµατα φυσικού αερίου στην ΕΕ στα τέλη του 2007……………………………………………….……...……………..……….47 Πίνακας 7: Βαθµός εξάρτησης των κρατών της ΕΕ σε εισαγωγές φυσικού αερίου το 2007……………………………………………….…….……… 49 Πίνακας 8: Οι ευρωπαϊκές εισαγωγές φυσικού αερίου ανά κράτος το 2007………………………………………………………………..................….…...49 Πίνακας 9: Το εµπόριο ΥΦΑ στην Ευρώπη, εισαγωγές το 2007……..………….…50 6
  • 7. ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝ Ν Εικόνα 1: Τα αποδεδειγµένα παγκόσµια αποθέµατα φυσικού αερίου……………………………………………………….……………...……....……36 Εικόνα 2: Τα αποθέµατα φυσικού αερίου ανά γεωγραφική περιοχή και ζήτησης και της παραγωγής…………………………………………………..………...…………....……38 Εικόνα 3: Οι ροές του παγκόσµιου εµπορίου φυσικού αερίου το 2007….……………..40 Εικόνα 4: Το Ευρωπαϊκό δίκτυο φυσικού αερίου το 1965……………….........…..……51 Εικόνα 5: Οι Νορβηγικοί αγωγοί προς την Ευρώπη…………………….…...…....……54 Εικόνα 6: Αλγερινοί αγωγοί προς την Ευρώπη………………………….……...………55 Εικόνα 7: O Νότιος ενεργειακός διάδροµος Κασπίας-ΕΕ……………….………...……57 Εικόνα 8: Τα έργα διασύνδεσης φυσικού αερίου στη Λεκάνη της Μεσογείου……...…70 Εικόνα 9: Το ρωσικό δίκτυο και τα αποθέµατα φυσικού αερίου…….…………...…….79 Εικόνα 10: Οι αγωγοί που διασχίζουν το ουκρανικό έδαφος………….………………..80 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΝΘΕΜΑΤ Ν Ένθεµα 1: Τι είναι το φυσικό αέριο……………………………..………………………31 Ένθεµα 2: Το Υγροποιηµένο Φυσικό Αέριο (ΥΦΑ)…………….…………….……….33 Ένθεµα 3: Η συνεργασία Ρωσίας-Αλγερίας…………………………………..…….. Ένθεµα 4: O Ενεργειακός ∆ιάλογος ΕΕ-Ρωσίας……………..……………….……………76 7
  • 8. ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΡ ΝΥΜΙΑ ∆.Ε.∆ - E ∆ιευρωπαϊκά ∆ίκτυα Ενέργειας ∆.Ο.Ε. ∆ιεθνής Οργανισµός Ενέργειας Ε.Ε. Ευρωπαϊκή Ένωση δις κ / µ δισεκατοµµύρια κυβικά µέτρα Ε.Κ.Α.Χ. Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα Ε.Ο.Κ. Ευρωπαϊκή Οικονοµική Κοινότητα Ε.Σ.Σ.∆. Ένωση Σοσιαλιστικών Σοβιετικών ∆ηµοκρατιών Ε.Τ.Επ. Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων K.A.K. Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών Ξ.Α.Ε. Ξένες Άµεσες Επενδύσεις Ο.Ο.Σ.Α. Οργανισµός Οικονοµικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης Ο.ΠΕ.Κ. Οργανισµός Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών Ο.Σ.Ε.Π Οργανισµός Οικονοµικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου Π.Ο.Ε. Παγκόσµιος Οργανισµός Εµπορίου Σ.Σ.∆. Σοσιαλιστική Σοβιετική ∆ηµοκρατία Τ.Ι.Π. Τόνοι Ισοδύναµοι του Πετρελαίου Υ.Φ.Α. Υγροποιηµένο Φυσικό Αέριο 8
  • 9. 1. Εισαγωγή Η διαθεσιµότητα ενεργειακών πόρων αποτελεί ζήτηµα ύψιστης σηµασίας για τις σηµερινές ανθρώπινες κοινωνίες. Η αδυναµία πρόσβασης σε ενεργειακούς πόρους και σε σταθερό ενεργειακό εφοδιασµό εµποδίζει την οικονοµική και ανθρώπινη ανάπτυξη, ενώ θέτει προσκόµµατα στην επίτευξη κοινωνικής, οικονοµικής και περιβαλλοντικής προόδου παγκοσµίως. Η πρόσβαση σε αξιόπιστη και οικονοµικά προσιτή ενέργεια παρέχει τη βάση για θέρµανση, φωτισµό, κίνηση, τηλεπικοινωνίες ανάπτυξη της αγροτικής και βιοµηχανικής ικανότητας παραγωγής στη σύγχρονη κοινωνία. Ενώ αποτελεί βασικό µέσο για την εξασφάλιση της εθνικής ασφάλειας και κυριαρχίας των κρατών. Σήµερα, βρισκόµαστε σε ένα κρίσιµο σηµείο της παγκόσµιας ανάπτυξης, στο οποίο περισσότεροι άνθρωποι παρά ποτέ εξαρτώνται σε τόσο µεγάλο βαθµό από την χρήση ενεργειακών πόρων. Μια από τις µεγαλύτερες προκλήσεις όπου έχει να αντιµετωπίσει ο πλανήτης κατά το προσεχές χρονικό διάστηµα είναι η περαιτέρω ραγδαία αύξηση της ζήτησης σε ενεργειακούς πόρους. Σύµφωνα µε τις πιο µετριοπαθείς προβλέψεις διεθνών οργανισµών, η παγκόσµια ενεργειακή ζήτηση µέχρι το 2030 αναµένεται να αυξηθεί κατά 55% σε σχέση µε το 2005 (ΙΕΑ, 2006). Αυτό το µέγεθος προκύπτει πρώτον, λόγω της αναβάθµισης του βιοτικού επιπέδου σε παγκόσµιο επίπεδο, δεύτερον εξαιτίας της ραγδαίας οικονοµικής ανάπτυξης των αναπτυσσόµενων οικονοµιών και ιδιαίτερα των αναδυόµενων οικονοµιών της Κίνας, Ινδίας και Βραζιλίας και τρίτον της παγκόσµιας δηµογραφικής µεγέθυνσης, ο παγκόσµιος πληθυσµός το 2030 αναµένεται να αγγίζει τα 8.2 δις κατοίκους σε σχέση µε τα 6.4 δις το 2005. Από την άλλη πλευρά, η διαρκώς αυξανόµενη ζήτηση αναµένεται να καλυφθεί κατά κύριο λόγο από ορυκτά συµβατικά καύσιµα όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και ο άνθρακας. Ειδικότερα, το φυσικό αέριο προβλέπεται να είναι το προτιµώµενο καύσιµο, διότι είναι πιο φιλικό απέναντι στο περιβάλλον και πιο αποδοτικό σε σχέση µε τα υπόλοιπα συµβατικά καύσιµα. Επιπλέον, ο τοµέας και η αγορά του φυσικού αερίου σε αρκετές περιοχές του κόσµου διαθέτει τεράστια περιθώρια ανάπτυξης, εξάλλου υπάρχουν αρκετά ανεκµετάλλευτα αποθέµατα τα οποία θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τις παγκόσµιες ενεργειακές ανάγκες κατά τις επόµενες δεκαετίες. 9
  • 10. Παρόλα αυτά, το µεγαλύτερο µέρος των κοιτασµάτων φυσικού αερίου τυγχάνει να βρίσκονται είτε σε εξαιρετικά ασταθείς πολιτικά περιοχές (Μέση Ανατολή, Κασπία θάλασσα, Αφρική) είτε σε δυσπρόσιτες και αποµακρυσµένες τοποθεσίες σε µεγάλη απόσταση από τα κύρια κέντρα που παρουσιάζουν τη µεγαλύτερη κατανάλωση και αυξανόµενη ζήτηση (Ευρώπη, Βόρεια Αµερική, Άπω Ασία) Ειδικότερα, στον Ευρωπαϊκό χώρο εγείρονται σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια της ενεργειακής τροφοδοσίας, ιδιαίτερα σε φυσικό αέριο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σήµερα. αποτελεί το µεγαλύτερο καταναλωτή σε εισαγόµενο φυσικό αέριο σε παγκόσµιο επίπεδο, ενώ τα Ευρωπαϊκά αποθέµατα εισέρχονται σε µια φάση σταδιακής µείωσης της παραγωγής. Την ίδια στιγµή η συµµετοχή του φυσικού αέριο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και η κατανάλωση αυτού για οικιακή και βιοµηχανική χρήση, κατά την επόµενη δεκαετία αναµένεται να αυξάνεται µε ετήσιους ρυθµούς οι οποίοι θα αγγίζουν το 2%. Η εξάρτηση της ΕΕ από εισαγωγές σε αέριο ξεπερνάει αυτή τη στιγµή το 60% οι οποίες προέρχονται κατά κύριο λόγο από περιοχές που χαρακτηρίζονται από δυνητικούς πολιτικό-οικονοµικούς κινδύνους (Ρωσία, Βόρεια Αφρική κλπ) πράγµα το οποίο ενδέχεται να επιφυλάξει προβλήµατα στην ενεργειακή της ασφάλεια µελλοντικά (Eurostat, 2008). Επιπλέον, ο δεδοµένος περιορισµός σε άφθονους ενεργειακούς πόρους, θα οδηγήσει αναπόφευκτα την ΕΕ στον ανταγωνισµό µε άλλα κράτη (ή οµάδες κρατών) καταναλωτές για τον έλεγχο των υπαρχόντων (π.χ. κοιτάσµατα της ευρύτερης περιοχής της Κασπίας και της Κεντρικής Ασίας) ή των νέων πηγών σε φυσικό αέριο ανά τον κόσµο. Οι προβλέψεις για την αύξηση της Ευρωπαϊκής ενεργειακής ζήτησης καταδεικνύουν ως ξεκάθαρη πρόκληση τη δηµιουργία µιας ενιαίας Ευρωπαϊκής ενεργειακή πολιτικής, η οποία θα έχει ως βασική της επιδίωξη την εξασφάλιση και διασφάλιση της ασφάλειας του εφοδιασµού της σε ενέργεια. Σκοπός της παρούσας µελέτης είναι να εξετάσει τις διάφορες διαστάσεις της ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ σε σχέση µε τον τοµέα του φυσικού αερίου. Κεντρική περιοχή της µελέτης αποτελεί το πως έχει διαµορφωθεί το «νέο περιβάλλον ασφάλειας» σχετικά µε τον εφοδιασµό σε φυσικό αέριο στον Ευρωπαϊκό χώρο. Ποιος είναι ο ρόλος της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ και ποιες δράσεις έχει αναλάβει ούτως ώστε να υπάρχει εγγυηµένη ασφάλεια του εφοδιασµού της σε φυσικό αέριο. Στη συνέχεια 10
  • 11. διερευνάται κατά πόσο είναι δυνατό η ΕΕ να εφοδιαστεί µε φυσικό αέριο κατά το προσεχές µέλλον από τις πλούσιες σε αποθέµατα περιοχές της Κασπίας θάλασσας και Κεντρικής Ασίας, παραθέτοντας τους ενδεχόµενους γεωπολιτικούς κινδύνους οι οποίοι υποβόσκουν στην περιοχή. Τέλος η µελέτη θα ολοκληρωθεί µε τη διατύπωση συµπερασµάτων. 2. Οι διαστάσεις της ενεργειακής ασφάλειας 2.1 Η έννοια της εθνικής ασφάλειας Στη θεωρία των ∆ιεθνών σχέσεων, οι διάφορες εννοιολογικές προσεγγίσεις της ασφάλειας θα µπορούσαν να ταξινοµηθούν σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη, η «κλασσική» ή διαχρονική περιλαµβάνει προσεγγίσεις που θεωρούν ως κυρίαρχη παράµετρο της ασφάλειας τη στρατιωτική δύναµη και την επιβίωση του κράτους µε όρους πολιτικής ανεξαρτησίας, οικονοµικής αυτονοµίας και εδαφικής ακεραιότητας. Η δεύτερη κατηγορία η «διευρυµένη» επικεντρώνει το ενδιαφέρον της πρωτίστως σε µη στρατιωτικές διαστάσεις της ασφάλειας και σε µη κρατικούς δρώντες και µεταβλητές, δίνοντας περίοπτη θέση στην ανθρώπινη ασφάλεια. Η κλασσική προσέγγιση της ασφάλειας θεωρεί ότι η ασφάλεια αφορά τη στρατιωτική και πολιτικό-διπλωµατική προετοιµασία του κράτους για να αποφύγει ή για να εµπλακεί σε πόλεµο ή άλλες µορφές ένοπλης σύγκρουσης.1 Αφορά, δηλαδή στην ικανότητα του κράτους να προστατεύει την εδαφική επικράτεια του από επίθεση και κατάκτηση, καθώς και την ευρύτερη πολιτειακή οντότητα από κατάρρευση και θεσµική διάλυση ή αποσύνθεση. Η ικανότητα αυτή ισοδυναµεί, κυρίως, µε την ικανότητα του κράτους να ελέγχει και να χρησιµοποιεί τη στρατιωτική ισχύ του στη βάση των ανθρώπινων και υλικών πόρων που διαθέτει και αναπαράγει, προκειµένου να προστατεύει και να κατοχυρώνει την εθνική κυριαρχία του.2 1 Art J. R., 1991: A Defensible Defense, International Security, 15(4), σ. 5-53. 2 Walt M. S., 1991: The Renaissance of Security Studies, International Studies Quarterly, 35(2), 211-239. 11
  • 12. Σε αντίθεση µε τη διαχρονική αντίληψη η οποία εστιάζει κατά κύριο λόγο στην έννοια της εθνικής ασφαλείας, η διευρυµένη προσέγγιση της ασφάλειας επικεντρώνεται στην ανθρώπινη ασφάλεια διευρύνοντας ταυτόχρονα το περιεχόµενο της ασφάλειας και συµπεριλαµβάνοντας πολιτικούς, κοινωνικούς, οικονοµικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Μια ολοκληρωµένη διερεύνηση της έννοιας της εθνικής ή πολιτειακής ασφάλειας θα πρέπει να εµπεριέχει τη µελέτη και των δυο προσεγγίσεων. Ειδικότερα, εάν λάβουµε υπόψη ότι το διεθνές µεταψυχροπολεµικό περιβάλλον έτσι όπως έχει διαµορφωθεί οι απειλές δεν προέρχονται αποκλειστικά από άλλες κρατικές οντότητες αλλά και από εσωτερικές ή µη στρατιωτικές απειλές. Αυτές µπορούν να απορρέουν από: α) την «αποτυχηµένη» και «ανεπαρκή» εσωτερική δοµή του κράτους, β) οµάδες ή συλλογικότητες οι οποίες αισθάνονται αποκλεισµένες ή περιθωριοποιηµένες (εθνοτικές ή θρησκευτικές µειονότητες), γ) µεταναστευτικά ρεύµατα, δ) κρίσεις του διεθνούς χρηµατοπιστωτικού συστήµατος, ε) το οργανωµένο έγκληµα, στ) ανθρωπιστικές κρίσεις, ζ) την καταστροφή ή υποβάθµιση του περιβάλλοντος, η) την εξάπλωση µολυσµατικών ασθενειών. Εποµένως µπορούµε να πούµε, ότι η εθνική ασφάλεια αντανακλά την ελευθερία του κράτους και της κοινωνίας η οποία εντάσσεται σε αυτό από εσωτερικές ή διεθνείς απειλές και προκλήσεις στους παρακάτω τοµείς:3 1. στο στρατιωτικό, σε βάρος της φυσικής επιβίωσης του πληθυσµού, της εδαφικής ακεραιότητας του κράτους, της εσωτερικής δηµόσιας τάξης, της αµυντικής θωράκισης και του µηχανισµού της κυβέρνησης 2. στον πολιτικό τοµέα, σε βάρος των ατοµικών δικαιωµάτων, της κυριαρχίας, της πολιτικής σταθερότητας, της νοµιµότητας του πολιτικού καθεστώτος καθώς και των δοµών, των διαδικασιών και του κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας της εξουσίας. 3. στον κοινωνικό τοµέα σε βάρος της ταυτότητας των ατόµων και των κοινωνικών οµάδων, των συλλογικών δικαιωµάτων και της συνοχής του κοινωνικού ιστού 3 Buzan, B., Wæver, ο. & de Wilde, J., 1998: Security: A New Framework for Analysis. Boulder, Lynne Rienner Publishers. 12
  • 13. 4. στον οικονοµικό τοµέα σε βάρος της ικανοποίησης θεµελιωδών ανθρώπινων αναγκών σε τροφή, νερό, στέγη, ένδυση, υγεία και εκπαίδευση όλων των πολιτών, της ελεύθερης πρόσβασης και διαχείρισης των υλικών πόρων και της οικονοµικής ανάπτυξης και ευηµερίας, 5. στον περιβαλλοντικό τοµέα, σε βάρος του οικοσυστήµατος των φυσικών και ανθρώπινων πόρων και των επιτευγµάτων του ανθρώπινου πολιτισµού. 2.2 Η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού Η ενεργειακή ασφάλεια ή ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασµού αποτελεί αναπόσπαστο µέρος κάθε ενεργειακής πολιτικής η οποία επιθυµεί την απρόσκοπτη διαθεσιµότητα ενεργειακών πόρων διάφορων µορφών, σε επαρκείς ποσότητες και σε λογικές ή προσιτές τιµές σε σταθερή µελλοντική βάση. Η ενεργειακή ασφάλεια έχει αποκτήσει καίρια σηµασία για την οικονοµική και την κοινωνική ανάπτυξη ενός κράτους. Στις µέρες µας κανένα ενεργειακό σύστηµα δεν ικανοποιεί τον όρο της απόλυτης ασφάλειας βραχυπρόθεσµα ή µεσοπρόθεσµα. Βραχυπρόθεσµα είναι εξαιρετικά πιθανόν να προκύψουν απρόβλεπτες ενέργειες και καταστάσεις, όπως π.χ. δολιοφθορά στις ενεργειακές υποδοµές, πολιτικές επεµβάσεις, στρατιωτικές επιθέσεις, τεχνικά προβλήµατα ή ακόµα και φυσικές καταστροφές, οι οποίες είναι ικανές να δηµιουργήσουν προβλήµατα στην παροχή ενέργειας, Σε ένα πιο µακροπρόθεσµο χρονικό ορίζοντα, η έλλειψη επενδύσεων π.χ. στην εξόρυξη του φυσικού αερίου, στις υποδοµές µεταφοράς του ή σε αποτυχίες της αγοράς µπορεί να οδηγήσει σε µη επαρκή εφοδιασµό και εποµένως σε υψηλές τιµές. Σε αυτό το πλαίσιο η ενεργειακή ασφάλεια, µπορεί να θεωρηθεί ως ένα πρόβληµα διαχείρισης κινδύνων η οποία µπορεί ως ένα σηµείο να µειώσει τους επικίνδυνους παράγοντες και τις αρνητικές επιπτώσεις από µια διαταραχή στην παροχή ενέργειας και δυσµενείς τάσεις της αγοράς ενέργειας. Η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού αποτελεί δηµόσιο αγαθό, το οποίο προέρχεται από το κοινό όφελος που έχουν όλοι οι συµµετέχοντες στην αγορά της ενέργειας. Τόσο οι καταναλωτές όσο και οι προµηθευτές ενεργειακών πόρων είναι υποχρεωµένοι να διασφαλίζουν τον συνεχή και ασφαλή ενεργειακό εφοδιασµό. 4 4 IEA, World Energy Outlook 2007, Paris: IEA/OECD σ. 163 13
  • 14. Όπως προαναφέραµε, οι βραχυπρόθεσµες απειλές της ενεργειακής ασφάλειας οφείλονται σε αναπάντεχες διαταράξεις πολιτικής, τεχνικής, ή τυχαίας φύσεως ενώ οι µακροπρόθεσµες απειλές έχουν σχέση µε την αδυναµία διανοµής ενεργειακών πόρων εξαιτίας σκόπιµης ή µη σκόπιµης απουσίας επενδύσεων στο ενεργειακό σύστηµα. Το αποτέλεσµα και στις δυο περιπτώσεις είναι η αύξηση των τιµών των ενεργειακών αγαθών και οι δυσµενείς προοπτικές για ανάπτυξη λόγω των δυσκολιών δηµιουργώντας έτσι δυσκολίες στους καταναλωτές καταστρέφοντας τις προοπτικές τους για ανάπτυξη. Επιπλέον, οι βραχυπρόθεσµες και µεσοπρόθεσµες απειλές είναι αλληλένδετες γιατί οι ανεπαρκείς επενδύσεις σε ένα ενεργειακό σύστηµα το καθιστούν πιο ευάλωτο σε ξαφνικές διαταραχές του ενεργειακού εφοδιασµού, ενώ η συνεχής δοκιµασία σε τέτοιου είδους διαταραχές, κλονίζει την εµπιστοσύνη της αγοράς και αυξάνει τον κίνδυνο των µελλοντικών ανεπαρκών επενδύσεων. Πρόσφατα το ζήτηµα της ενδεχόµενης κατάρρευσης της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασµού έχει απασχολήσει µια σειρά από µελετητές, οι οποίοι έχουν ως στόχο την περιγραφή και κατανόηση των αιτιών κατάρρευσης και των επιπτώσεων στον ενεργειακό εφοδιασµό.. Σε αυτές τις µελέτες, η έννοια της ενεργειακής ασφάλειας προσεγγίζεται µε διαφορετικούς τρόπους, όπου προβάλλονται διαφορετικές πλευρές της και εξάγονται διαφορετικά συµπεράσµατα. Σε αυτές τις µελέτες, η έννοια της ενεργειακής ασφάλειας προσεγγίζεται µε διαφορετικούς τρόπους, όπου προβάλλονται διαφορετικές όψεις της και παράγονται διαφορετικά συµπεράσµατα. Ο Horsnell (Horsnell, 2000) στην ανάλυση του για τις πιθανές διαταραχές της αγοράς πετρελαίου διακρίνει δυο είδη ασυνεχειών και τρία είδη διαταραχών.5 Αναφορικά µε τις ασυνέχειες το ένα είδος συνδέεται µε µια ασυνέχεια πολιτικής η οποία προκαλείται από την αλλαγή πολιτικής των παραγωγών χωρών προς τις χώρες µε ανεπαρκή ενεργειακή παραγωγική ικανότητα. Το δεύτερο είδος που ονοµάζεται θεµελιώδης ασυνέχεια προκύπτει από τις δυναµικές της προσφοράς και ζήτησης και συνεπάγεται την αδυναµία του συστήµατος προσφοράς να ανταποκριθεί στο υπάρχον επίπεδο ζήτησης. 5 Horsnell, P., The Probability of Oil Market Disruptions: with an Emphasis on the Middle East, Houston: Rice University/James Baker III Institute for Public Policy, 2000, σ.38-50 14
  • 15. Για παράδειγµα, η Πρώτη Πετρελαϊκή κρίση του 1973-74 είχε πολλές οµοιότητες µε µια θεµελιώδη ασυνέχεια της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασµού µε τη διαφορά ότι αυτή προερχόταν από τον περιορισµό των εξαγωγών των κρατών-παραγωγών. Τα τρία είδη διαταραχών του ενεργειακού εφοδιασµού συνδέονται µε την αιφνίδια διακοπή του. Η ανικανότητα των παραγωγών κρατών να πραγµατοποιήσουν εξαγωγές λόγω συνθηκών, εσωτερικών (αναταραχών, πολέµων) ή εξωτερικών, όπως για παράδειγµα η ∆εύτερη Πετρελαϊκή Κρίση του 1979 µε την αλλαγή του καθεστώτος στο Ιράν. ∆εύτερον, οι διαταραχές προερχόµενες από εξαγωγικούς περιορισµούς, δηλαδή περιορισµός εξαγωγών από µια χώρα παραγωγό ή µια οµάδα κρατών µε σκοπό να ικανοποιήσουν πολιτικούς και στρατηγικούς σκοπούς. Τέλος, η διαταραχή εξαιτίας εµπάργκο όταν καταναλώτριες χώρες επιβάλλουν περιορισµούς στις εξαγωγές συγκεκριµένων κρατών, όπως για παράδειγµα στην περίπτωση του Ιράκ κατά τον Πόλεµο του Κόλπου το 1990/91. Σε µια άλλη πιο πρώιµη µελέτη του ∆ιεθνούς Οργανισµού Ενέργειας (∆.Ο.Ε.)6 σχετική µε το φυσικό αέριο, υποστηρίζεται ότι η ενεργειακή ασφάλεια είναι απλά ένας άλλος τρόπος αποφυγής διαστρεβλώσεων της αγοράς. Παρόλα αυτά επίσης αναφέρεται σε: α) µακροπρόθεσµους κινδύνους ότι οι νέες προµήθειες σε ενέργεια ίσως δεν είναι εφικτό να εισέλθουν στο ενεργειακό δίκτυο και έτσι να µη µπορέσει να ικανοποιηθεί η ζήτηση για πολιτικούς και οικονοµικούς λόγους και β) ο κίνδυνος διαταράξεων στον υφιστάµενο εφοδιασµό λόγω π.χ. πολιτικών αναταραχών, ατυχηµάτων ή και ακραίων καιρικών συνθηκών, ή 1) τεχνικοί κίνδυνοι οι οποίοι εµπεριέχουν ατυχήµατα, τροµοκρατία ή φυσικές καταστροφές, 2) αποτυχία στο να εξασφαλισθούν µελλοντικές προµήθειες ή να µη είναι δυνατό να διασφαλισθεί ο ασφαλής εφοδιασµός, 3) πολιτικά γεγονότα τα οποία είναι δυνατό να οδηγήσουν σε αναταραχές7. Σύµφωνα µε µια µελέτη του ινστιτούτου διεθνών σχέσεων Clingendael σχετικά µε την ενεργειακή ασφάλεια, κίνδυνος στην ενεργειακή ασφάλεια εφοδιασµού σε κράτη- καταναλωτές είναι το ενδεχόµενο ένα γεγονός να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην τροφοδοσία ενέργειας και πιθανώς να οδηγήσει σε µια ενεργειακή κρίση. 6 Ο ∆ΟΕ είναι ένας διεθνής ενεργειακός οργανισµός ο οποίος λειτουργεί στα πλαίσια του Οργανισµού Οικονοµικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (για περισσότερα βλέπε στο κεφ. ) 7 IEA, The IEA Natural Gas Security Study, Paris: IEA/OECD, 1995, σ.23 15
  • 16. Αυξηµένος κίνδυνος µπορεί να συντελεσθεί ως αποτέλεσµα: 8 α) εσκεµµένων αλλαγών πολιτικών σε χώρες παραγωγούς ή σε οργανισµούς παραγωγών-χωρών β) παρατεταµένη ανεπάρκεια σε επενδύσεις, επίπεδα παραγωγής, µεταφορά και µεταφορική ικανότητα ή και συντήρηση. γ) µακρό-οικονοµική αστάθεια σε χώρες-παραγωγούς δ) κοινωνικό-πολιτική αστάθεια σε κράτη-παραγωγούς ή σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές ε) ρυθµιστική ανικανότητα σε καταναλώτριες-χώρες στ) αποτυχία των αγορών ζ) κυβερνητικές αποτυχίες 2.3 Ενεργειακή κρίση Ενεργειακή κρίση µπορεί να συµβεί όταν η ζήτηση ή η προσφορά σε ενέργεια ξαφνικά αποµακρύνεται κατά µεγάλο βαθµό από τα παρόντα επίπεδα. Αυτό µπορεί να οδηγήσει σε αξιοσηµείωτες διακυµάνσεις τιµών µε σηµαντικό αντίκτυπο στην οικονοµία των παραγωγών και καταναλωτριών κρατών. Η εξήγηση των αυτών των διακυµάνσεων δεν είναι απλή. Μια πιθανή εξήγηση αν θεωρήσουµε ότι η ενεργειακή αγορά βρίσκεται σε ισορροπία είναι ότι η διαδικασία εξίσωσης της προσφοράς µε τη ζήτηση µέσα από τις διαδικασίες της αγοράς µετά την πάροδο ενός χρονικού διαστήµατος θα οδηγήσει σε νέα επίπεδα τιµών ενώ κατά τη µεταβατική περίοδο θα παρατηρούνται ισχυρές διακυµάνσεις. Άλλες εξηγήσεις µπορούν να δοθούν στα πλαίσια της θεωρίας ολιγοπωλίου. Τέλος µια άλλη πιθανή εξήγηση είναι ο ρόλος των συµβολαίων µελλοντικής εκπλήρωσης και της δυναµικής των προσδοκιών. Εκτός των οικονοµικών λόγων, τεχνικοί λόγοι οι οποίοι µπορεί να σχετίζονται και µε τις υποδοµές οι οποίες εξυπηρετούν την ευρυθµία του ενεργειακού συστήµατος µπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τις επιπτώσεις από µεγάλες αυξοµειώσεις της παροχής σε ενέργεια. 8 Clingendael International Energy Programme (CIEP), (2004), Study on Energy and Geopolitics, final report, The Hague, σ. 36 16
  • 17. Μεταξύ άλλων, µια ενεργειακή κρίση µπορεί να προκύψει π.χ. όταν, σε σύντοµο χρονικό ορίζοντα µια διαταραχή στην παροχή ενέργειας από την πλευρά µιας παραγωγού χώρας διαταράξει την αγορά ενέργειας προκαλώντας σοβαρές επιπτώσεις και ανισορροπίες στο οικονοµικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον του κράτους καταναλωτή. Επίσης µια αύξηση στην προσφορά ενεργειακών πόρων (υδρογονάνθρακες) και µια επακόλουθη µεγάλη πτώση στην τιµή τους καθιστά εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόµενο να προκαλέσει ένα είδος ενεργειακής κρίσης. Σε αυτή την περίπτωση θα πληγούν κράτη- παραγωγοί και ενεργειακές εταιρίες οι οποίες παρέχουν στην αγορά ενέργεια σε υψηλότερη τιµή. Παροµοίως, µια πτώση στη ζήτηση, για παράδειγµα σε πετρέλαιο µπορεί να προκαλέσει αύξηση της προσφοράς. ∆εν είναι τυχαία η ανησυχία των κρατών του ΟΠΕΚ περί µιας σηµαντικής πτώσης στη ζήτηση για αργό πετρέλαιο λόγω της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων αρκετών κρατών-καταναλωτών απέναντι στο Πρωτόκολλο του Κιότο. 2.4 Μετρώντας την ενεργειακή ασφάλεια ∆εν υπάρχει ένας µοναδικός και καθολικά αναγνωρισµένος τρόπος ή µέθοδος για την εκτίµηση του επιπέδου της ενεργειακής ασφάλειας µιας χώρας. Τέτοιες αξιολογήσεις είναι κατά κανόνα θέµα µελέτης ειδικευµένων επιστηµόνων, καθώς ένας πιθανός κίνδυνος µιας διαταραχή ως προς την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού ή ένα έλλειµµα σε επενδύσεις για κάθε ένα κράτος και σε µια συγκεκριµένη χρονική περίοδο εξαρτάται από µια σειρά διαφορετικών παραγόντων. Μερικοί από αυτούς τους παράγοντες όπως για παράδειγµα, η πολιτική σταθερότητα είναι εξαιρετικά δύσκολο να εκτιµηθούν. στόσο οι περισσότερες συζητήσεις επικεντρώνονται στις ακολουθούµενες µεταβλητές και δείκτες: • Τη διαφοροποίηση του πρωτογενούς ενεργειακού µίγµατος • Την εξάρτηση από ενεργειακές εισαγωγές • Την ικανότητα υποκατάστασης καυσίµων • Τη συγκέντρωση της αγοράς (δηλαδή την κυριαρχία µικρού αριθµού κρατών στην προσφορά ενέργειας) 17
  • 18. • Το µερίδιο που έχουν οι ενεργειακοί πόροι από ασταθείς περιοχές στο ενεργειακό µίγµα 2.5 Ενεργειακή Πολιτική Η ενεργειακή πολιτική στα κράτη καταναλωτές εµπεριέχεται από τρείς κύριες συνιστώσες. Πρώτον, οι βασικοί στόχοι της ενεργειακής πολιτικής ορίζονται ως: 9 α) τα χαµηλά κόστη κατά την προµήθεια ενέργειας, β) η ασφάλεια του εφοδιασµού, δηλαδή η διαρκής διασφάλιση της παροχής ενέργειας µέσω της αποφυγής διάφορων κινδύνων, και πιο πρόσφατα, γ) το περιβαλλοντικό ενδιαφέρον. Αυτές οι επιδιώξεις αποτελούν βασικές προτεραιότητες µεταξύ των κυβερνήσεων των καταναλωτριών κρατών, διάφορων διεθνών οργανισµών κλπ. Μολαταύτα, η ενεργειακή πολιτική ανά χώρα διαφέρει σηµαντικά λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών που επικρατούν και των διαφορετικών επιλογών π.χ. κράτη µέλη Ε.Ε.. ∆εύτερον για την επίτευξη των στόχων της ενεργειακής πολιτικής οι χώρες παίρνουν αποφάσεις σχετικές µε : α) την ισορροπία ανάµεσα στους εγχώριους και εισαγόµενους ενεργειακούς πόρους, β) την ισορροπία µεταξύ των διαφορετικών ειδών τεχνολογίας, γ) την ισορροπία ανάµεσα στις δαπάνες για ενέργεια και την ευαισθησία για τα ζητήµατα του περιβάλλοντος και της εθνικής ασφάλειας. Στο τρίτο επίπεδο της ενεργειακής πολιτικής, για την εφαρµογή της τα κράτη επιλέγουν τα εργαλεία που έχουν στη διάθεση τους. Αυτά µπορεί να περιλαµβάνουν τη φορολόγηση, τις επιδοτήσεις, την κρατική ιδιοκτησία, τον έλεγχο µέσω ρυθµιστικών αρχών κλπ. Αρκετοί παράγοντες αιτιολογούν αυτή την απόκλιση στην προτίµηση των επιλογών και των µέσων µεταξύ των χωρών στο δεύτερο και τρίτο επίπεδο. Αρχικά, υπάρχουν τεχνικοί, φυσικοί και οικονοµικοί περιορισµοί όπως η διαφορετική κατοχή ανά χώρα σε ενεργειακούς πόρους, η δοµή της οικονοµίας, η δοµή και το µέγεθος της κατά κεφαλήν ενεργειακής κατανάλωσης και η γεωγραφική θέση. Μια δεύτερη κατηγορία παραγόντων περιλαµβάνει τις ιδιαιτερότητες ανά χώρα σχετικές µε την οργάνωση του ενεργειακού 9 Bochi, D.R., Toman, M.A., Energy Security Externalities and Policies, Energy Policy, Vol 21 No 11, 1993. σ. 114 18
  • 19. και οικονοµικού τοµέα, όπως η θεσµική οργάνωση, οι παραδόσεις και η κουλτούρα και η ισορροπία δυνάµεων µεταξύ διάφορων οµάδων σε εθνικό επίπεδο. Οι περισσότερες κυβερνήσεις έχουν αναπτύξει πολιτικές για την προστασία τους από ενδεχόµενες ελλείψεις στο ενεργειακό τους σύστηµα οι οποίες προκύπτουν είτε από την αδυναµία των µηχανισµών της αγοράς είτε από τη µη ικανότητα τους να ενεργούν µόνες στην αγορά ενέργειας. Οι πολιτικές µακρινού ορίζοντα στοχεύουν στην ενθάρρυνση: • Επαρκών επενδύσεων στην παραγωγή, επεξεργασία, µεταφορά και αποθηκευτική ικανότητα ούτως ώστε να µπορέσουν να ανταποκριθούν στις προβλεπόµενες ανάγκες τους. • Μεγαλύτερης αποδοτικότητας στη χρήση ενέργειας ώστε να µην ενέχει ο κίνδυνος η προσφορά να µη µπορεί να καλύψει τη ζήτηση. • Μεγαλύτερης διαφοροποίησης του ενεργειακού µίγµατος, της γεωγραφικής προέλευσης των ενεργειακών πόρων, των οδών µεταφοράς αυτών και των συµµετεχόντων της αγοράς. • Μεγαλύτερης διαφάνειας της αγοράς ώστε να βοηθηθούν οι προµηθευτές και οι καταναλωτές να πραγµατοποιήσουν οικονοµικά αποδοτικές επενδύσεις και εµπορικές αποφάσεις, ενώ οι κυβερνήσεις να είναι πιο ενηµερωµένες όταν λαµβάνουν πολιτικές αποφάσεις. Οι πολιτικές και τα µέτρα τα οποία στοχεύουν στην αντιµετώπιση των αιφνιδιαστικών διαταράξεων περιλαµβάνουν συντονισµένη χρήση στρατηγικών αποθεµάτων, ανακατευθυνόµενες ενεργειακές εισροές και διαχείριση από την πλευρά της ζήτησης. Σκοπός τους είναι να ανακουφίσουν γρήγορα τις επιπτώσεις από την απώλεια της αναµενόµενης παροχής. Αυτά τα µέτρα είναι σε θέση να ελαχιστοποιήσουν τα οικονοµικά και κοινωνικά κόστη από µια διαταραχή του ενεργειακού εφοδιασµού, διευκολύνοντας µε αυτό τον τρόπο τη µετακίνηση µέσω της αγοράς των σπανίων ενεργειακών αποθεµάτων εκεί που πραγµατικά υπάρχει ανάγκη. Επιπλέον οι κυβερνήσεις, υιοθετούν µέτρα τα οποία στοχεύουν στην παρεµπόδιση των συνεπειών της διατάραξης του εφοδιασµού. Αυτά τα µέτρα αφορούν στην προστασία των αγωγών, των λιµένων, των διαύλων ναυσιπλοΐας, στην ενίσχυση των κανονισµών υγιεινής και 19
  • 20. ασφαλείας για την αποτροπή ατυχηµάτων και των συστηµάτων πρόγνωσης για την προειδοποίηση από καιρικές αντιξοότητες. 2.5.1 Η τρωτότητα λόγω εισαγωγών Η ενεργειακή ασφάλεια εφοδιασµού συχνά αποτελεί το σηµαντικότερο λόγο για τον οποίο τα κράτη προσπαθούν να είναι όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητα όσο αυτό θεωρείται εφικτό για την κάλυψη των απαιτήσεων τους σε ενέργεια. Αυτή η ερµηνεία βασίζεται στην άποψη ότι η εξάρτηση από εισαγόµενους ενεργειακούς πόρους ίσως αποτελέσει στρατηγικής σηµασίας µειονέκτηµα σε καιρούς πολέµου ή όταν η οικονοµική κατάσταση είναι τόσο δυσµενής όπου η ενέργεια ίσως µπορεί να χρησιµοποιηθεί ως όπλο σε εµπορικές διαµάχες.10 Επιπλέον, η ενεργειακή εξάρτηση σε εισαγωγές θα µπορούσε να καταστήσει αρκετές χώρες ευάλωτες στις µεταπτώσεις των τιµών στις διεθνείς αγορές ενέργειας προκαλώντας προβλήµατα στο ισοζύγιο πληρωµών, στην οικονοµική ανάπτυξη κλπ. 2.6 Μέσα της ενεργειακής πολιτικής Η ίδια µελέτη του ινστιτούτου Clingendael υποστηρίζει ότι υπάρχουν διάφορα είδη πολιτικών τα οποία είναι σε θέση να βελτιώσουν και να προστατεύσουν την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού. Αυτά τα είδη µπορούν να διακριθούν ανάλογα µε τις παρακάτω σκοπιµότητες:11 1. Η πρόληψη, είναι δυνατόν να δηµιουργήσει ένα ασφαλές πολιτικό περιβάλλον το οποίο θα είναι σε θέση να περιορίσει τις πιθανότητες για διαταράξεις στην παροχή ενέργειας. 2. Η αποτροπή, παρέχει τα µέσα µέσω των οποίων εµποδίζει τους παραγωγούς από το να διακόπτουν τον ενεργειακό εφοδιασµό για πολιτικούς λόγους. 10 Gnansounou, Ε., (2008)Assessing the energy vulnerability: Case of industrialised countries. Laussane: Energy Policy Vol. 36, Issue 10. σ. 3736 11 Clingendael International Energy Programme (CIEP), (2004), Study on Energy and Geopolitics, final report, The Hague, σ. 64 20
  • 21. 3. Η αναχαίτιση, είναι σε θέση να µειώσει τις επιπτώσεις από µια παρεµπόδιση στην προσφορά ενέργειας για την εθνική ασφάλεια και την οικονοµία. Οι εφαρµογή των παραπάνω πολιτικών αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποτελεσµατική διαχείριση µιας ενεργειακής κρίσης. Ένα καλό παράδειγµα εφαρµογής των παραπάνω πολιτικών αποτελούν τα στρατηγικά αποθέµατα στην περίπτωση του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου. Για παράδειγµα, εάν τα στρατηγικά αποθέµατα είναι µεγάλα µπορούν να αποτρέψουν µια χώρα παραγωγό από το να περιστείλει την παροχή ενέργειας, αφού προφανώς έχει γνώση ότι εάν η καταναλώτρια χώρα χρησιµοποιήσει τα αποθέµατα τα οποία διαθέτει πιθανότατα αυτό να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην τιµή π.χ. του πετρελαίου άρα και στα κέρδη της. Επίσης ένα στρατηγικό απόθεµα πετρελαίου σε µια περίοδο κρίσης είναι σε θέση να αναχαιτίσει την έλλειψη σε ενέργεια. Υπάρχουν και άλλα µέσα της ενεργειακής πολιτικής τα οποία είναι ικανά να εξασφαλίσουν κατά κάποιο τρόπο τον απρόσκοπτο ενεργειακό εφοδιασµό όπως π.χ. οι πολιτικές διαφοροποίησης και η ευελιξία του ενεργειακού συστήµατος. 2.6.1 Η διαφοροποίηση Η ενεργειακή διαφοροποίηση αποτελεί µια ευρεία έννοια. Μπορεί να αναφέρεται σε: είδη καυσίµων (διαφοροποίηση του ενεργειακού µίγµατος), πηγές καυσίµων ( ανά εταιρία ή χώρα προέλευση των εισαγωγών) και είδη τεχνολογίας. Η µεγάλη εξάρτηση σε µόνο ένα ορυκτό καύσιµο αυξάνει την τρωτότητα σε µια επικείµενη διατάραξη του ενεργειακού εφοδιασµού. Γενικά, η διαφοροποίηση του εφοδιασµού ανά τύπο καυσίµου και προέλευση θεωρείται ότι µπορεί να προσδώσει µεγαλύτερη ασφάλεια. Παρ όλα αυτά δεν θεωρείται εγγυηµένη εάν δεν έχουν εισαχθεί και άλλες πηγές ενέργειας π.χ. ανανεώσιµες. ή υποδοµές αποθήκευσης συµβατικών καυσίµων. 2.6.2 Η ευελιξία του ενεργειακού συστήµατος Η ενεργειακή ασφάλεια είναι δυνατό να ενισχυθεί σηµαντικά διαµέσου της ευελιξίας του ενεργειακού συστήµατος, η οποία µπορεί να επιτευχθεί µε διάφορους τρόπους. Αυτοί είναι τεχνικής, λειτουργικής ή ακόµα και οικονοµικής φύσης. Για παράδειγµα, τα περισσότερα οχήµατα χρησιµοποιούν αποκλειστικά βενζίνη ή ντίζελ παρ όλα αυτά 21
  • 22. υπάρχουν οχήµατα τα οποία χρησιµοποιούν περισσότερα από ενός είδους καύσιµα.12 Η µεγαλύτερη ευκαιρία για να εφαρµοστεί η ευελιξία του ενεργειακού συστήµατος είναι στην περίπτωση της ηλεκτροπαραγωγής, στην οποία κατευθύνεται ένα µεγάλο µέρος των πρωτογενών ενεργειακών πόρων. Είναι εφικτό οι σταθµοί ηλεκτρικής ενέργειας να µετατραπούν από µονής καύσης, δηλαδή να χρησιµοποιούν ένα καύσιµο σε διπλής ακόµη και πολλαπλής καύσης. Με αυτό τον τρόπο ένα κράτος είναι σε θέση, να µην εξαρτάται αποκλειστικά από µόνο ένα καύσιµο. 2.6.3 Τα στρατηγικά αποθέµατα Τα στρατηγικά αποθέµατα πετρελαίου έχουν αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της ενεργειακής συνεργασίας ανάµεσα στα κράτη του ΟΟΣΑ µετά τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970. Επίσης έχουν λειτουργήσει ως ένα σηµαντικό ανάχωµα σε περιπτώσεις διαταράξεων στον ενεργειακό εφοδιασµό.13 Στρατηγικά αποθέµατα σε φυσικό αέριο διαθέτουν η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει την εγκατάσταση τέτοιου είδους αποθηκευτικών χώρων σαν µια υποχρέωση για τα κράτη µέλη. στόσο, ως µέθοδος η αποθήκευση φυσικού αερίου είναι σαφώς πιο δαπανηρή και τεχνικά σηµαντικά πιο περίπλοκη διαδικασία σε σχέση µε την αντίστοιχη του πετρελαίου. 2.7 To παγκόσµιο σύστηµα και η ενεργειακή ασφάλεια σήµερα Το διεθνές πολιτικό και οικονοµικό σύστηµα σήµερα είναι διαµορφωµένο από εθνικούς, διακυβερνητικούς και µη κυβερνητικούς οργανισµούς και θεσµούς, όπως τα κράτη, οι (πολυεθνικές) επιχειρήσεις, οι στρατιωτικές δυνάµεις, οι τροµοκρατικές οµάδες αλλά και από ειρηνικά κινήµατα, δράσεις υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωµάτων και περιβαλλοντικούς οργανισµούς. Για τη διερεύνηση των ζητηµάτων της ενεργειακής ασφάλειας, δίνουµε ιδιαίτερη έµφαση στις σχέσεις οι οποίες αναπτύσσονται σήµερα ανάµεσα στα κράτη, χωρίς όµως να παραβλέπουµε και να διαχωρίζουµε τη σηµασία και το ρόλο που έχουν όλοι οι 12 Lund, H., (2003) Flexible energy systems: integration of electricity production from CHP and fluctuating renewable energy. Aalborg: International Journal of Energy Technology and Policy, Volume 1, Number 3 σ. 250 - 261 13 Jaffe, A.M., Soligo, R., (2002) The Role of inventories in oil market stability, The Quarterly Review In Economics and Finance, Vol 42, 2002. σ. 402, 22
  • 23. υπόλοιποι εµπλεκόµενοι παίκτες. Η σχέση ανάµεσα στην ασφάλεια της ενεργειακής τροφοδοσίας και στο ήδη διαµορφωµένο παγκόσµιο σύστηµα είναι προφανής. Σύµφωνα µε την παρούσα πολιτικοοικονοµική κατάσταση η πρόσβαση σε ενέργεια γίνεται µέσω είτε των κρατών, είτε µέσω (πολυεθνικών) εταιριών κλπ., ενώ αλλαγές στο πολιτικό και οικονοµικό σύστηµα ενδέχεται να έχουν έντονο ή ακόµη και αρνητικό αντίκτυπο στη διαθεσιµότητα των ροών πετρελαίου και φυσικού αέριου. 2.7.1 Γεωπολιτικοί κίνδυνοι και ενεργειακή ασφάλεια Ένας γεωπολιτικός κίνδυνος στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού µπορεί να προκύψει όταν το διεθνές πολιτικό και οικονοµικό περιβάλλον είναι τεταµένο και σε περίπτωση που ξεσπάσει ένας πόλεµος ή µια αναταραχή λόγω της επιλογής µιας ενεργειακής (energy superpower) (ή µη) υπερδύναµης (superpower) να εφαρµόσει πολιτική ισχύος (power politics).14 Χαρακτηριστικά παραδείγµατα αποτελούν οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, όπως ο πόλεµος Ιράν-Ιράκ (1980-88), ο πόλεµος του Κόλπου το 1990/91, η Ιρανική επανάσταση το 1978 ή πρόσφατα οι διαµάχες Ρωσίας- Ουκρανίας σχετικά µε το φυσικό αέριο το 2006 και το 2009. Η τροµοκρατία αποτελεί φαινόµενο του παγκοσµίου συστήµατος και µε τον όρο τροµοκρατία εννοούµε όταν οµάδες ή οργανώσεις οι οποίες αντιτίθενται σε πολιτικά καθεστώτα σε διάφορες περιοχές ή κράτη, προσπαθώντας να τα αποσταθεροποιήσουν µέσω επιθέσεων σε ανθρώπους, σηµαντικές υποδοµές ακόµα και πολεµικών συρράξεων µε αυτά. Στην παρούσα κατάσταση χαρακτηριστικά παραδείγµατα τροµοκρατίας που απειλούν την ενεργειακή ασφάλεια αποτελούν κυρίως φονταµενταλιστικές ισλαµικές οργανώσεις οι οποίες αντιµάχονται τα πολιτικά καθεστώτα στα κράτη της Μέσης Ανατολή και της ευρύτερης περιοχής της Κασπίας Θάλασσας ή εναντιώνονται στο «δυτικό τρόπο ζωής» ο οποίος προάγεται, σύµφωνα µε τις αντιλήψεις των τροµοκρατών από το κυρίαρχο οικονοµικό και πολιτικό σύστηµα (Ercolani, 2007). Η τροµοκρατία µπορεί κάλλιστα να αποτελέσει απειλή για την ασφάλεια της τροφοδοσίας σε ενέργεια ως αποτέλεσµα πιθανών επιθέσεων σε στρατηγικής σηµασίας ενεργειακές υποδοµές (π.χ. 14 Huntington, S.P. (1993) The Clash of Civilizations?, Foreign Affairs, Volume 72, Number 3, σ. 22-49 23
  • 24. αγωγοί, αποθηκευτικοί χώροι, ενεργειακοί κόµβοι κλπ) οι οποίες είναι απαραίτητες για το περιφερειακό ή ακόµη και το παγκόσµιο ενεργειακό σύστηµα. Την συνάφεια ανάµεσα στην ενεργειακή ασφάλεια και το παγκόσµιο πολιτικό και οικονοµικό σύστηµα είναι σε θέση να επεξηγήσουν οι δοµικές αλλαγές οι οποίες έχουν επέλθει από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και εντεύθεν, µε την πτώση του σοσιαλιστικού κοινωνικοοικονοµικού συστήµατος και την ανάδυση νέων οντοτήτων στο παγκόσµιο σύστηµα. Το δυναµικό της Ρωσίας και της περιοχής της Κασπίας θάλασσας σε υδρογονάνθρακες ήταν για µεγάλο χρονικό διάστηµα µη-προσβάσιµο για τα κράτη τα οποία δεν άνηκαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Με αυτό τον τρόπο, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, µε την ταυτόχρονη κατάρρευση του «Ανατολικού µπλοκ» και η επακόλουθη κοινωνικοοικονοµική µετάβαση των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης και των χωρών της πρώην ΕΣΣ∆ κατέληξε µεταξύ άλλων στη δραστική αλλαγή του παγκόσµιου οικονοµικού τοπίου. Περισσότεροι ενεργειακοί πόροι πλέον ήταν διαθέσιµοι στο διεθνές σύστηµα των οικονοµιών της αγοράς. Το άνοιγµα της Κίνας, είναι επίσης µια µεγάλη αλλαγή η οποία διευρύνει το βάθος του παγκοσµίου οικονοµικού συστήµατος. Ακόµη και σήµερα είναι σαφές ότι το σύνολο των κρατών δε συµµετέχουν πλήρως σε αυτό το κυρίαρχο παγκόσµιο οικονοµικό σύστηµα π.χ. σε Ασία (Β. Κορέα, Μυανµάρ κ.α.), Αφρική και Λατινική Αµερική (Βενεζουέλα, Βολιβία κ.α.), ενώ υπάρχουν και κράτη τα οποία ενδεχοµένως να αποφασίσουν να µη συµµετέχουν πλέον. Εάν αυτή η τάση µελλοντικά συνεχιστεί και χώρες µε πλούσια αποθέµατα σε υδρογονάνθρακες αρνηθούν για πολιτικούς και οικονοµικούς λόγους να ενσωµατωθούν στο παγκόσµιο ενεργειακό σύστηµα είναι εξαιρετικά πιθανό η ενεργειακή ασφάλεια σε παγκόσµιο επίπεδο να απειληθεί εάν αναλογιστούµε ότι η ενεργειακή ζήτηση να αυξάνεται µε υψηλούς ρυθµούς. 2.8 Οργανισµοί 2.8.1 ∆ιµερείς συνεργασίες 2.8.1.1 Η Ευρώ-µεσογειακή Συνεργασία Η συνεργασία ανάµεσα στην Ε.Ε. και στα κράτη που γειτνιάζουν µε τη Μεσόγειο θάλασσα και δεν αποτελούν κράτη-µέλη της, συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια της 24
  • 25. δεκαετίας του 1990 µε σκοπό την αναβάθµιση των µεταξύ τους εµπορικών σχέσεων. Μέχρι σήµερα, µόνο περιορισµένη πρόοδος έχει επιτευχθεί. Ο στόχος αυτής της διαδικασίας ήταν η επιτάχυνση του ρυθµού των οικονοµικών µεταρρυθµίσεων και της οικονοµικής ανάπτυξης των χωρών της Νότιας Λεκάνης της Μεσογείου. Η εκβάθυνση του επιπέδου της συνεργασίας ανάµεσα στην Ε.Ε. και αυτές τις χώρες θα διευκόλυνε τις επενδύσεις στις οικονοµίες των µεσογειακών χωρών περιλαµβάνοντας και τον τοµέα της ενεργειακής βιοµηχανίας.15 Η επίτευξη διµερών συµφωνιών ανάµεσα στην Ε.Ε. µε τα κράτη της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής είναι πρώτης τάξης ευκαιρία για την εκµετάλλευση της µεταξύ τους εγγύτητας σε µια πιο σταθερή βάση. 2.8.1.2 Το Συµβούλιο Συνεργασία των Κρατών του Κόλπου (Σ.Σ.Κ) Το Σ.Σ.Κ αποτελεί έναν περιφερειακό οργανισµό ο οποίος δηµιουργήθηκε το 1981 από το Κουβέιτ, τη Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα, και το Οµάν. Σύµφωνα µε µια συµφωνία συνεργασίας η οποία υπεγράφη το 1988 και τέθηκε σε ισχύ από το 1990, η Ε.Ε. συναντάται ανά τακτά χρονικά διαστήµατα µε τους εκπροσώπους του Σ.Σ.Κ. µέσω ενός Μικτού Συµβουλίου Συνεργασίας. Ο σκοπός αυτής της συνεργασίας και των συναντήσεων είναι η σύσφιξη των µεταξύ τους εµπορικών σχέσεων. Επίσης η Ε.Ε. επιδιώκει µέσω αυτής της συµφωνίας την ενδυνάµωση της περιφερειακής ασφάλειας της περιοχής του Περσικού Κόλπου η οποία αποτελεί ένας από τους σηµαντικότερους προµηθευτές ενέργειας από τα κράτη του Κόλπου.16 2.8.2 Πολυµερείς συνεργασίες 2.8.2.1 Οργανισµός Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών (ΟΠΕΚ) Το 1960, η Βενεζουέλα, το Ιράκ, το Ιράν, το Κατάρ, το Κουβέιτ και η Σαουδική Αραβία σχηµάτισαν τον ΟΠΕΚ. Κατά τη διάρκεια της δεκαετία του 1960 περισσότερα πετρελαιοπαραγωγά κράτη συνέπραξαν σε αυτόν, ενώ το 1975 ο οργανισµός 15 http://ec.europa.eu/external_relations/euromed/index_en.htm (23/5/2009) 16 http://www.gccsg.org/eng/index.php (23/5/2009) 25
  • 26. αποτελούταν από 13 µέλη (εντάχθηκαν τα κράτη Αλγερία, Εκουαδόρ ΗΑΕ, Ινδονησία, Λιβύη, Νιγηρία και Γκαµπόν).17 Η αρχική έδρα του οργανισµού ήταν η Γενεύη, το 1965 η έδρα µεταφέρθηκε στη Βιέννη. Οι χώρες που συµµετείχαν στον ΟΠΕΚ είχαν ως βασική επιδίωξη τον µεγαλύτερο έλεγχο της πετρελαϊκής τους βιοµηχανίας και του εισοδήµατος που προερχόταν από τις εξαγωγές πετρελαίου. Η παραγωγή πετρελαίου αυτών των κρατών κυριαρχούταν σε µεγάλο βαθµό από µια οµάδα 7 µεγάλων διεθνών πετρελαϊκών εταιριών, γνωστές και ως «οι επτά αδελφές»18 οι οποίες µέσω κοινοπραξιών είχαν αποκτήσει δικαιώµατα εκµετάλλευσης των κοιτασµάτων προ του 1945. ∆ιαµέσου κοινών διοικητικών συµβουλίων, αυτές οι εταιρίες επέβαλλαν στενό έλεγχο στην παραγωγή και την τιµολόγηση του πετρελαίου σε αυτά τα κράτη. Ακόµη, τα τέλη για το δικαίωµα εκµετάλλευσης και η φορολογία που αυτές κατέβαλλαν στις κυβερνήσεις αυτών των κρατών θεωρούταν ως χαµηλές σε σχέση µε τα κέρδη που αυτές εισέπρατταν. Όταν κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι τότε πρόσφατά ανεξάρτητες πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Βορείου Αφρικής διαπραγµατεύονταν για καλύτερους όρους και κατάφεραν µε αυτό τον τρόπο να προσελκύσουν περισσότερες εταιρίες, για την ανάπτυξη της εξορυκτικής τους βιοµηχανίας και οι υπόλοιπες χώρες παραγωγοί επιδίωξαν το ίδιο. ς τις αρχές της δεκαετίας του 1970 το διεθνές εµπόριο πετρελαίου ήταν αρκετά σφικτό για τις χώρες παραγωγούς ώστε να αποκτήσουν πιο ευνοϊκή διαπραγµατευτική θέση. Καλύτεροι όροι επιτεύχθηκαν κατά τις συµφωνίες της Τρίπολης και Τεχεράνης το 1971. Ο Αραβοϊσραηλινός πόλεµος του Γιόµ Κιππούρ τον Οκτώβριο του 1973 αποτέλεσε αποφασιστική καµπή. Τα Αραβικά κράτη-παραγωγοί ενωµένα στον Οργανισµό των Αραβικών Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών αποφάσισαν να στηρίξουν τις απατήσεις τους και αποφασίστηκε να χρησιµοποιήσουν το πετρέλαιο σαν όπλο επιβάλλοντας πετρελαϊκό αποκλεισµό στη ∆ύση (Η.Π.Α., Ολλανδία και Πορτογαλία). Ο ΟΠΕΚ τότε αποφάσισε να αυξήσει την τιµή του πετρελαίου και να σταµατήσει τις διαπραγµατεύσεις µε τις µεγάλες πετρελαϊκές εταιρίες πάνω στον καθορισµό της τιµής του. Με αυτό τον τρόπο, ο ΟΠΕΚ 17 Το Εκουαδόρ αποχώρησε από τον ΟΠΕΚ το διάστηµα 1992-2007, το Γκαµπόν αποχώρησε το 1994, από το 2007 η Αγκόλα είναι πλήρες µέλος. 18 Standard Oil of New Jersey (Esso), Anglo-Persian Oil Company (αργότερα BP), Standard Oil Co. of New York (Socony), Standard Oil of California (Socal) αργότερα Chevron, Gulf Oil και η Texaco 26
  • 27. κατάφερε να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στην παραγωγή και την τιµολόγηση του πετρελαίου, έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970 είχε επιτευχθεί η ολοκλήρωση της εθνικοποίηση του πετρελαϊκού κλάδου στον Περσικό Κόλπο. Ύστερα από το 1973 οι διεθνείς τιµές του πετρελαίου αυξήθηκαν απότοµα, κάτι το οποίο εντάθηκε κατά τις αρχές του 1980 ύστερα από την Ιρανική επανάσταση του 1979 στο Ιράν και την επακόλουθη µείωση της παραγωγής του. Αυτή η εξέλιξη έκανε πολλά κράτη της ∆ύσης να µειώσουν σε σηµαντικό βαθµό τις εισαγωγές πετρελαίου από τα κράτη του ΟΠΕΚ, και να στραφούν σε άλλα κράτη εκτός ΟΠΕΚ (Νορβηγία, ΕΣΣ∆ κ.α.). Τελικά οι τιµές του πετρελαίου µειώθηκαν αισθητά κατά τα µέσα της δεκαετίας του 1980 όπου και παρέµειναν σε χαµηλά επίπεδα έως το 2002. Ο ΟΠΕΚ έχει βρεθεί στο επίκεντρο της κριτικής αρκετές φορές, διότι σύµφωνα µε τους καταναλωτές ρυθµίζει την παραγωγή και εποµένως την τιµή του αργού πετρελαίου λαµβάνοντας υπόψη τις επιδιώξεις των πετρελαιοπαραγωγών κρατών αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις που ανακύπτουν κράτη εισαγωγείς. 2.8.2.2 Ο ∆ιεθνής Οργανισµός Ενέργειας (∆.Ο.Ε.) Ο ∆.Ο.Ε. αποτελεί έναν αυτόνοµο διακυβερνητικό οργανισµό ο οποίος ιδρύθηκε το 1974 στα πλαίσια του Οργανισµού Οικονοµικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) ως αποτέλεσµα της Πετρελαϊκής Κρίσης του 1973-1974. Είναι ένας αυτόνοµος Οργανισµός ο οποίος συνδέεται µε τον Ο.Ο.Σ.Α. και η έδρα του βρίσκεται στο Παρίσι. Το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων του ∆.Ο.Ε. είναι το ∆ιακυβερνητικό Συµβούλιο που απαρτίζεται από υψηλόβαθµα στελέχη της ∆ιοίκησης, κάθε κράτους µέλους. Λειτουργεί ως οµάδα εργασίας στην οποία σήµερα συµµετέχουν 28 κράτη.19 Ο ∆ΟΕ αρχικά αφιερώθηκε έτσι ώστε να ανταποκρίνεται σε περιπτώσεις διαταραχών στην πετρελαϊκή τροφοδοσία, παρέχοντας επίσης πληροφορίες µέσω στατιστικών αναλύσεων και µελετών για το διεθνές εµπόριο πετρελαίου και τους υπόλοιπους ενεργειακούς τοµείς. Ο ∆ΟΕ λειτουργεί ως συµβουλευτικό όργανο σχετικά µε τον καθορισµό των ενεργειακών πολιτικών των κρατών-µελών του, συνεργάζεται ακόµη µε κράτη τα οποία δεν συµµετέχουν σε αυτόν όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία κ.α. Τα κράτη µέλη του οργανισµού είναι υποχρεωµένα να διατηρούν στρατηγικά αποθέµατα 19 http://www.iea.org/about/index.asp (11/6/2009) 27
  • 28. πετρελαίου τα οποία θα επαρκούν για τουλάχιστον 90 ηµέρες σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασµού. Το 1974 διατυπώθηκε Συµφωνία από τον Οργανισµό για το ∆ιεθνές Ενεργειακό Πρόγραµµα, µε στόχους: - ∆ιατήρηση και βελτίωση των συστηµάτων για την αντιµετώπιση των διαταραχών στην αγορά πετρελαίου - Προώθηση ορθολογικών ενεργειακών πολιτικών σε παγκόσµιο επίπεδο, µέσω συνεργασίας µε κράτη µη µέλη, βιοµηχανίες και διεθνείς οργανισµούς - ∆ιαχείριση ενός µόνιµου πληροφοριακού συστήµατος για τις διεθνείς πετρελαϊκές αγορές. - Βελτίωση της παγκόσµιας ενεργειακής τροφοδοσίας και των δοµικών αναγκών για την ανάπτυξη εναλλακτικών ενεργειακών πηγών και την αύξηση της αποτελεσµατικότητας της χρήσης της ενέργειας - Υποστήριξη στην ολοκλήρωση των πολιτικών για την ενέργεια και το περιβάλλον 2.8.2.3 Φόρουµ Εξαγωγικών Κρατών Φυσικού Αερίου Το Φόρουµ Εξαγωγικών Κρατών Φυσικού Αερίου (Gas Exporting Countries Forum ή GECF) δηµιουργήθηκε το 2001 µε σκοπό να παρέχει τα µέσα στα κράτη- εξαγωγείς φυσικού αερίου να συζητούν θέµατα κοινού ενδιαφέροντος. Σήµερα αποτελείται από τις εξής χώρες:20 Αίγυπτο, Αλγερία, Βενεζουέλα, Βολιβία, Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα, Ινδονησία, Ισηµερινή Γουινέα Ιράν, Κατάρ, Λιβύη, Μαλαισία, Οµάν, Ρωσία και Τρινιδάδ και Τοµπάγκο. Αυτές οι χώρες κατέχουν το 73% των παγκοσµίων αποθεµάτων φυσικού αερίου, ενώ παράγουν το 42% του συνολικά παραγόµενου αερίου. Αυτό το Φόρουµ δε διαθέτει έδρα, προϋπολογισµό και προσωπικό. Οι συναντήσεις του πραγµατοποιούνται µια φορά ανά έτος. Υπάρχουν πολλοί (κράτη καταναλωτές και επιχειρήσεις κυρίως) που συνιστούν ότι το GECF είναι πιθανόν να εξελιχθεί σε µια οµάδα παρόµοια µε τον ΟΠΕΚ, η οποία θα καθορίζει τις τιµές και τον όγκο παραγωγής του φυσικού αερίου οδηγώντας στην 20 http://www.gecforum.org/ (25/5/2009) 28
  • 29. «καρτελοποίηση» της διεθνούς αγοράς αερίου. Οι πιθανότητες οι οποίες συγκεντρώνει στην παρούσα φάση µια τέτοια εξέλιξη είναι πολύ µικρές γιατί το εµπόριο του φυσικού αερίου χαρακτηρίζεται από πολυετείς συµφωνίες (συµβόλαια), η φύση των αγορών αερίου είναι κατά κανόνα περιφερειακές και η αγορά αποτελείται από µεγάλο αριθµό προµηθευτών και πηγών προέλευσης.21 2.8.2.4 Το ∆ιεθνές Φόρουµ Ενέργειας Μια από τις κυριότητες επιδιώξεις των κρατών-καταναλωτών είναι η διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασµού ενώ από την πλευρά των κρατών-παραγωγών βασικός στόχος αποτελεί η εξασφάλιση της ζήτησης. Η σύσταση αυτού του οργανισµού αποβλέπει στον ενεργειακό διάλογο µεταξύ των δυο αυτών µερών. Το ∆ιεθνές Φόρουµ Ενέργειας αποτελείται από περίπου 80 κράτη, οι συναντήσεις πραγµατοποιούνται ανά δύο έτη και συµµετέχουν οι υπουργοί Ενέργειας. Η έδρα της Γραµµατείας του Φόρουµ βρίσκεται στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας. 2.8.2.5 Οργανισµός Οικονοµικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου (Ο.Σ.Ε.Π.) Ο Οργανισµός Ο.Σ.Ε.Π. (Black Sea Economic Cooperation ή BSEC) ξεκίνησε το 1992 ως άτυπη ∆ιακυβερνητική «Οικονοµική Συνεργασία του Ευξείνου Πόντου» και µετατράπηκε σε διεθνή οικονοµικό οργανισµό την 1η Μαΐου 1999, ηµεροµηνία κατά την οποία ετέθη σε ισχύ ο Χάρτης του Οργανισµού. Έδρα του Οργανισµού είναι η Κωνσταντινούπολη και συµµετέχουν δεκατέσσερα κράτη (Αλβανία, Αρµενία, Αζερµπαϊτζάν, Βουλγαρία, Γεωργία, Ελλάδα, Μαυροβούνιο, Μολδαβία, Π.Γ.∆.Μ., Ρουµανία, Ρωσική Οµοσπονδία, Σερβία, Τουρκία και Ουκρανία). Καθεστώς παρατηρητή κατέχουν ορισµένα άλλα κράτη όπως η Αυστρία, η Γαλλία, η Γερµανία, οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, η Ιταλία, η Κροατία, η Λευκορωσία, η Πολωνία, η Σλοβακία, η Τσεχική ∆ηµοκρατία και η Τυνησία καθώς επίσης και οι παρακάτω θεσµοί και διεθνείς οργανισµοί : Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Commission on the Protection of the 21 Stern J., (2006c) The new security environment for European Gas: Worsening geopolitics and increasing global competition for LNG. Oxford: Oxford Institute for Energy Studies. σ. 16 29
  • 30. Black Sea Against Pollution, Energy Charter Secretariat και International Black Sea Club22 . Η συνεργασία στο πλαίσιο του Ο.Σ.Ε.Π. εστιάζεται κυρίως στους τοµείς της ενέργειας, των µεταφορών και επικοινωνιών, του εµπορίου και της οικονοµικής ανάπτυξης, των τραπεζικών και χρηµατοπιστωτικών θεµάτων, της χρηστής διακυβέρνησης και θεσµικής ανανέωσης, της καταπολέµησης του οργανωµένου εγκλήµατος, της προστασίας του περιβάλλοντος, της γεωργίας, της συνεργασίας σε θέµατα υγείας, της συνδροµής σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, της έρευνας και τεχνολογίας, της εκπαίδευσης, του τουρισµού, του πολιτισµού, της διευκόλυνσης µεταφοράς προϊόντων και της απλοποίησης των τελωνειακών διατυπώσεων, της ανταλλαγής στατιστικών στοιχείων, καθώς και της προώθησης των µικροµεσαίων επιχειρήσεων. Στις 11.04.2007 εκδόθηκε η Ανακοίνωση της Επιτροπής υπό τον τίτλο «Σύµπραξη της Μαύρης Θάλασσας – Μια νέα πρωτοβουλία περιφερειακής συνεργασίας» η οποία αποτελεί και τη βάση της µελλοντικής συνεργασίας Ε.Ε. – ΟΣΕΠ. Η εκχώρηση του καθεστώτος παρατηρητή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτέλεσε επίσης σηµαντικό βήµα προς την περαιτέρω συνεργασία µεταξύ των δύο Οργανισµών. Η ενίσχυση της θεσµικής σχέσης τους προωθήθηκε ουσιαστικά στη Σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών των µελών της Ε.Ε. και των χωρών του Ευξείνου Πόντου όπου αποφασίστηκε η εφαρµογή της ανωτέρω πρωτοβουλίας. Στη Σύνοδο αυτή υιοθετήθηκε «Κοινό Ανακοινωθέν» των Υπουργών Εξωτερικών, µε το οποίο εκφράζεται η βούληση για στενότερη συνεργασία των χωρών σε πλήθος τοµέων προτεραιότητας, όπως η ανάπτυξη των υποδοµών µεταφορών και ενέργειας και η προστασία του περιβάλλοντος, µέσω της δηµιουργίας «τοµεακών εταιρικών σχέσεων», αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τον σηµαντικό ρόλο του ΟΣΕΠ.23 22 µη διακυβερνητικός οργανισµός 23 http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/en- US/Policy/Multilateral+Diplomacy/International+Organizations/Black+Sea+Economic+Cooperation/ (23/5/2009) 30
  • 31. 3. Το φυσικό αέριο Κατά τα τελευταία χρόνια, η σηµασία του φυσικού αερίου έχει αυξηθεί σηµαντικά στην παγκόσµια ενεργειακή αγορά. Ανάµεσα στα πλεονεκτήµατα του φυσικού αερίου περιλαµβάνονται είναι ότι αποτελεί σχετικά αποδοτικότερο και καθαρότερο καύσιµο σε σχέση µε τα υπόλοιπα συµβατικά. Το φυσικό αέριο αναµένεται να αποτελεί την ταχύτερα αναπτυσσόµενη πηγή παραγωγής πρωτογενούς ενέργειας κατά τις προσεχείς δεκαετίες, η παγκόσµια κατανάλωση έως το 2030 αναµένεται να αυξηθεί περίπου κατά 40% σε σχέση µε τη σηµερινή (ΙΕΑ 2006). Κατά τα επόµενα χρόνια η κατανάλωση σε φυσικό αέριο αναµένεται να ξεπεράσει αυτή του άνθρακα, εποµένως θα αποτελεί το δεύτερο σηµαντικότερο καύσιµο σε παγκόσµια κλίµακα µετά το πετρέλαιο. ΕΝΘΕΜΑ 1 Τι είναι το φυσικό αέριο Το φυσικό αέριο είναι ένα ορυκτό καύσιµο το οποίο περιέχει ένα µίγµα από υδρογονανθρακικά αέρια, κυρίως µεθάνιο (CH4) γύρω στο 85%, µαζί µε διάφορες ποσότητες αιθανίου (C2H6), προπανίου (C3H8) και βουτανίου (C4H10). Επιπλέον συχνά περιέχει διοξείδιο του άνθρακα, οξυγόνο, άζωτο και υδρόθειο. Το φυσικό αέριο είναι ξηρό όταν αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από καθαρό µεθάνιο και δεν περιέχει κανένα από τα παραπάνω υδρογονανθρακικά αέριο, ενώ είναι υγρό όταν αυτά βρίσκονται σε αφθονία. Το φυσικό αέριο το οποίο εξορύσσεται µαζί µε πετρέλαιο ονοµάζεται σχετιζόµενο φυσικό αέριο (associated gas), ενώ όταν εξορύσσεται µόνο του ονοµάζεται µη σχετιζόµενο φυσικό αέριο (non-associated gas). Το φυσικό αέριο για να γίνει εµπορεύσιµο θα πρέπει να υποστεί µια διαδικασία επεξεργασίας έτσι ώστε να αποµακρυνθούν αέρια και τα υγρά που περιέχονται σε αυτό και δεν έχουν ενεργειακή χρησιµότητα. Το αέριο χρησιµοποιείται για µια σειρά χρήσεων όπως στην παραγωγή ηλεκτρισµού, στις µεταφορές, στη βιοµηχανία ως πρώτη ύλη για την παραγωγή χηµικών και λιπασµάτων, στην παραγωγή υδρογόνου, για θέρµανση/ψύξη και σε λοιπές οικιακές χρήσεις (µαγείρεµα) Το αέριο µεταφέρεται συνήθως µέσω αγωγών υψηλής συµπίεσης 31
  • 32. 3.1. Η ιστορία του φυσικού αερίου Οι άνθρωποι ήταν γνώστες της διαρροής φυσικών εύφλεκτων αερίων προερχόµενων από το εσωτερικό της γης εδώ και αρκετά χιλιάδες χρόνια. Συµφωνά µε αναφορές στην αρχαία Κινά το φυσικό αέριο χρησίµευε για τη θέρµανση σκευών που περιείχαν αλµυρό νερό για την παραγωγή αλατιού. Παρ όλα αυτά, το αέριο δεν είχε εκτεταµένη χρήση ως πηγή καυσίµου µέχρι τον 19ο αιώνα. Από το 1821, η µικρή πόλη Fredonia στις όχθες της λίµνης Ήρι στις Η.Π.Α. κάλυπτε τις ανάγκες της σε φωτισµό χάρη σε ένα γειτονικό φρεάτιο αερίου. Η ευρύτερη ανάπτυξη του φα άρχισε το 1859 µε την εύρεση του πρώτου κοιτάσµατος πετρελαίου στο Titusville της Πενσυλβάνια. Το σχετιζόµενο µε πετρέλαιο φα αρχικά συνιστούσε εφιάλτη για τους υπεύθυνους εξόρυξης πετρελαίου της περιοχής. Σύντοµα όµως οι εκεί επιχειρηµατίες αντιλαµβανόµενοι τη σηµασία του ως καύσιµο το µετέφεραν µέσω αγωγών στα κοντινά βιοµηχανικά κέντρα. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα το Pittsburgh αποτελούσε την καρδιά του φα για τις ΗΠΑ όπου χρησιµοποιούταν ως καύσιµο τόσο για βιοµηχανικούς όσο και για οικιακούς λόγους. Το αέριο κέρδισε έδαφος χάρη στην υψηλή θερµαντική ικανότητα και τη σχετική καθαρότητα σε σχέση µε τον άνθρακα., ένα περιβαλλοντικό προσόν το οποίο αποτελεί κλειδί για τη χρήση του σήµερα. Από το 1900 το φα χρησιµοποιούταν εκτεταµένα στην περιοχή των Απαλαχίων, όµως η ευρύτερη χρήση του περιορίστηκε εξαιτίας τεχνικών δυσκολιών σχετιζοµένων µε τη µεταφορά του διαµέσου µεγάλων αποστάσεων. Στις αρχές του 20ου αιώνα ανακαλύφθηκαν νέα κοιτάσµατα αερίου στο Τέξας, στα Απαλάχια όρη .Η πρόοδος στη µεταλλουργία, στις τεχνικές συγκόλλησης και στην τεχνολογίες συµπίεσης κατά τις δεκαετίες 1920 και 1930 έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη του τοµέα του φυσικού αερίου, µε την κατασκευή µεγάλου µήκους δικτύων µεταφοράς.24 Ιδιαίτερα κατά την µεταπολεµική εποχή η χρήση του αερίου αυξήθηκε µε ραγδαίους ρυθµούς αντικατοπτρίζοντας την αυξανόµενη ευρωστία της αµερικανικής οικονοµίας. Η παραγωγή αερίου στις ΗΠΑ αυξήθηκε από 112 το 1945, σε 627 εκατ. κ/µ το 1970 ενώ το 24 Victor, D.G., Jaffe, A.M., Hayes, M.H. (2006) Natural gas and geopolitics: From 1970 to 2040. New York: Cambridge University Press. σ. 32
  • 33. δίκτυο των αγωγών από 160.000 χµ το 1950 σε σχεδόν 400.000 χµ τη δεκαετία του 1970. Το αέριο την περίοδο 1945-70 αντιπροσώπευε το ένα τρίτο της πρωτογενούς ενέργειας στις ΗΠΑ. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ ως προς το αέριο άλλαξε, θέτοντας περιορισµούς στη χρήση και τιµολόγησή του. Αυτό, διότι υπήρχε ο φόβος ότι τα αποθέµατα άρχισαν να εξαντλούνται µε αποτέλεσµα η κατανάλωση να µειωθεί δραστικά και η εξερεύνηση για νέα κοιτάσµατα να µην προχωρήσει. Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973/74 και 1979 οι οποίες οδήγησαν στην κατακόρυφη αύξηση της τιµής του αργού πετρελαίου, µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του 1980 έδωσαν το έναυσµα σε αρκετές εκβιοµηχανισµένες χώρες κυρίως στη ∆υτική Ευρώπη και την Ιαπωνία να στραφούν στο φυσικό αέριο έτσι ώστε να µετριάσουν την πετρελαϊκή τους εξάρτηση. Κατά τα επόµενα χρόνια η χρήση του φυσικού αερίου διευρύνεται σηµαντικά σχεδόν σε όλες τις παραγωγικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Οι περιβαλλοντικές ανησυχίες οι οποίες ήρθαν στην επιφάνεια κατά τη δεκαετία του 1980 έκαναν πολλά κράτη να εισάγουν το αέριο το αέριο στο ενεργειακό τους µίγµα, καθώς θεωρείται το πλέον φιλικό και λιγότερο ρυπαντικό ορυκτό καύσιµο απέναντι στο περιβάλλον. Το 2000 το φυσικό αέριο κάλυπτε σχεδόν το 1/4 της παγκόσµιας πρωτογενούς κατανάλωσης. ΕΝΘΕΜΑ 2. Το Υγροποιηµένο Φυσικό Αέριο (ΥΦΑ) Το υγροποιηµένο φυσικό αέριο (Liquefied Natural Gas, LNG) είναι το φυσικό αέριο σε υγρή µορφή µέσω της µείωσης της θερµοκρασίας του στους -160 περίπου βαθµούς Κελσίου υπό ατµοσφαιρική πίεση. Μέσω αυτής της κρυογονικής διαδικασίας ο λόγος της πυκνότητας του όταν είναι σε υγρή µορφή µειώνεται κατά 600 προς 1, σε σχέση µε την αέρια. Η µειωµένη πυκνότητα του ΥΦΑ κάνει τη µεταφορά του µέσω πλοίων οικονοµικά βιώσιµη, ειδικά όταν µεταφέρεται σε µεγάλες αποστάσεις όπου η χρήση των αγωγών είναι αρκετά δαπανηρή. Το ΥΦΑ για να χρησιµοποιηθεί ως καύσιµο θα πρέπει να επιστρέψει εκ νέου σε αέρια µορφή. Αυτή η διαδικασία λαµβάνει χώρα σε εγκαταστάσεις επαναεριοποιήσης. 33
  • 34. 3.2 Η σηµερινή κατάσταση 3.2.1 Ζήτηση Η πρωτογενής ζήτηση για φυσικό αέριο σύµφωνα µε τις προβλέψεις του ∆.Ο.Ε. θα αυξάνεται κατά 2,1% φθάνοντας από τα 2854 εκατ. κ / µ του 2005 στα 4779 εκατ. κ / µ το 2030(ΙΕΑ, 2007).. Όπως και µε το πετρέλαιο, η ζήτηση για φυσικό αέριο αυξάνεται ταχύτερα στις αναπτυσσόµενες χώρες και ιδιαίτερα στις Κίνα και Ινδία, οι οικονοµίες των οποίων αναµένονται στο προσεχές µέλλον να σηµειώσουν ακόµη µεγαλύτερη µεγέθυνση και σηµασία για το παγκόσµιο οικονοµικό σύστηµα. Η περιοχή η οποία θα έχει τη µεγαλύτερη αύξηση σε απόλυτες τιµές θα είναι η Μέση Ανατολή όπου υπάρχει πληθώρα αποθεµάτων σε φυσικό αέριο. Παρόλα αυτά η Ευρώπη και η Βόρεια Αµερική θα παραµείνουν οι κορυφαίοι καταναλωτές έως το 2030 αφού η κατανάλωση τους θα αγγίζει το ένα τρίτο της παγκόσµιας σε σχέση µε λίγο κάτω του 50% που είναι σήµερα. Η συνολική συµµετοχή του αερίου στη συνολική κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας θα σηµειώσει µια οριακή αύξηση από 21% το 2005 σε 23% το 2030. Οι νέοι ηλεκτροπαραγωγικοί σταθµοί οι οποίοι χρησιµοποιούν συνδυασµένου – κύκλου τεχνολογία φυσικού αερίου, αναµένεται να απορροφήσουν περισσότερο από το µισό της ζήτησης κατά την προβλεπόµενη περίοδο. Σύµφωνα µε τις προβλέψεις η χρήση του φυσικού αερίου στον τοµέα παραγωγής ηλεκτρισµού αναµένεται να αυξηθεί κατά 3.1% ανά έτος µέχρι το 201525. Σε πολλές περιοχές του πλανήτη το φυσικό αέριο αποτελεί το προτιµώµενο καύσιµο για την ηλεκτροπαραγωγή για οικονοµικούς και περιβαλλοντικούς λόγους. Οι σταθµοί ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίοι λειτουργούν µε αέριο είναι πιο αποδοτικοί στην µετατροπή της πρωτογενούς ενέργειας σε ηλεκτρισµό, ενώ τα έξοδα κατασκευής τους είναι µικρότερα σε σχέση µε τους αντίστοιχους ανθρακικούς (λιγνιτικούς) και πυρηνικούς σταθµούς. Το φυσικό αέριο επίσης, προτιµάται από το πετρέλαιο και τον άνθρακα λόγω τον χαµηλότερων εκποµπών του σε αέρια του θερµοκηπίου και ιδιαίτερα σε διοξείδιο του άνθρακα. στόσο, η επιλογή του καυσίµου και της τεχνολογίας για την κατασκευή ηλεκτροπαραγωγικών σταθµών εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από την τιµή που έχει το αέριο σε σχέση µε τα άλλα καύσιµα π.χ. η ραγδαία αύξηση της τιµής του φυσικού αερίου κατά τα τελευταία χρόνια έχει 25 IEA, Natural Gas Market Review, Security In A Globalising Market To 2015, Paris: IEA/OECD, 2007, σ.58 34
  • 35. συντελέσει στο µετριασµό των επενδύσεων σε νέους ηλεκτρικούς σταθµούς που βασίζονται σε αέριο. Πίνακας 1: Η παγκόσµια πρωτογενής ζήτηση σε φυσικό αέριο, (σε εκατ. κ / µ). 1980 2000 2005 2015 2030 2005 – 2030 (%) ΟΟΣΑ 959 1409 1465 1726 2001 1,3% Βόρεια Αµερική 659 799 765 887 994 1,1% Ευρώπη 265 477 550 639 771 1,4% Ειρηνικός 35 133 149 201 237 1,9% Ρωσία -- 395 431 516 586 1,2% Αναπτυσσόµενα Κράτη 123 528 727 1174 1863 3,8% Κίνα 14 28 51 131 238 6,4% Ινδία 1 25 35 58 112 4,8% Αφρική 14 62 85 136 211 3,7% Λατ. Αµερική 36 100 118 193 302 3,8% Κόσµος 1521 2539 2854 3689 4779 2,1% Ε.Ε. -- 482 541 621 744 1,3% Πηγή: IEA World Energy Outlook, 2007 Η τελική κατανάλωση αναµένεται να αυξάνεται έως το 2015 κατά 2.3% ανά έτος στο δευτερογενή τοµέα (βιοµηχανία) και κατά 1,7% για την οικιακή χρήση, τον πρωτογενή και τριτογενή τοµέα της οικονοµίας. Στις χώρες του ΟΟΣΑ η αύξηση της κατανάλωσης σε αέριο θα έχει µειωµένη αύξηση επειδή η αγορά έχει φτάσει σε ένα σηµείο κορεσµού, η παραγωγή στην βαριά βιοµηχανία αναµένεται να παραµείνει στάσιµη, ενώ η δηµογραφική αύξηση θα είναι µικρή. Η κατανάλωση εύλογα, θα αυξηθεί πιο έντονα στα αναπτυσσόµενα κράτη και στις οικονοµίες των κρατών που βρίσκονται σε µετάβαση26 λόγω της αυξανόµενης βιοµηχανικής παραγωγής και της εµπορικής δραστηριότητας. Η κατανάλωση αερίου στον οικιακό τοµέα παραµένει σε µέτρια επίπεδα σε σχέση µε τη ∆ύση (ΟΟΣΑ) διότι τα εκεί εισοδήµατα είναι σχετικά χαµηλά για να δικαιολογηθούν επενδύσεις σε υποδοµές διανοµής αερίου. Αξίζει να σηµειωθεί ότι υπάρχουν κράτη πλούσια σε αποθέµατα υδρογονανθράκων (κυρίως κράτη της Μέσης Ανατολής, η Ρωσία) τα οποία ενθαρρύνουν τη µεταστροφή σε αέριο έτσι ώστε να απελευθερώσουν περισσότερο πετρέλαιο για εξαγωγές. 26 Τα κράτη τα οποία είτε προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣ∆ είτε βρίσκονται σε φάση µετάβασης από το κεντρικά οργανωµένο κοινωνικοοικονοµικό(σοσιαλιστικό) σύστηµα στο σύστηµα της οικονοµίας της ελεύθερης αγοράς. 35
  • 36. 3.2.2 Αποθέµατα Σύµφωνα µε εκτιµήσεις, τα παγκόσµια αποθέµατα αερίου έχουν τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν την επικείµενη ραγδαία αύξηση της ζήτησης. Τα αποδεδειγµένα αποθέµατα φυσικού αερίου σύµφωνα µε την ετήσια ανασκόπηση της εταιρίας BP για το 2008, ανέρχονταν κατά τα τέλη του 2007 σε 177,3 τρισεκατοµµύρια κ/µ. Ο λόγος «αποθέµατα προς παραγωγή», ο οποίος µετράει έως πότε θα επαρκέσουν τα αποθέµατα µε βάση τα σηµερινά επίπεδα παραγωγής είναι λίγο µικρότερος από 70 έτη, σε αντίθεση µε το πετρέλαιο όπου είναι περίπου 40 (Cedigaz, 2006). Τρείς χώρες, η Ρωσία, το Ιράν, και το Κατάρ κατέχουν σχεδόν το 55% των παγκόσµιων αποθεµάτων αερίου, ενώ οι χώρες του ΟΟΣΑ ελέγχουν µόλις σχεδόν το ένα δέκατο. Εικόνα 1: Τα αποδεδειγµένα παγκόσµια αποθέµατα φυσικού αερίου (τρις κυβικά πόδια) Πηγή: BP/IEA Τα ανακαλυφθέντα αποθέµατα φυσικού αερίου σε παγκόσµιο επίπεδο έχουν αυξηθεί κατά 80% σε σχέση µε δύο δεκαετίες πριν. Οι µεγαλύτερες προσθήκες έχουν καταγραφεί στη Ρωσία (κυρίως στη Σιβηρία, τις Αρκτικές περιοχές και τη Ρωσική Άπω Ανατολή), στη λεκάνη της Κασπίας Θάλασσας, στην Κεντρική Ασία και στη Μέση Ανατολή. Το µεγαλύτερο µέρος των νέων κοιτασµάτων ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια ερευνών για πετρέλαιο. Τα τελευταία χρόνια το µεγαλύτερο µέρος των νέων προσθηκών προέρχεται από αναθεωρηµένες προς τα πάνω εκτιµήσεις σε κοιτάσµατα τα οποία έχουν ήδη ανακαλυφθεί και τα οποία ήδη είναι υπό εκµετάλλευση ή αναµένεται να 36
  • 37. εκµεταλλευθούν. στόσο, όπως και στην περίπτωση του πετρελαίου το κοιτάσµατα τα οποία ανακαλύπτονται την παρούσα δεκαετία είναι σαφώς µικρότερα σε σχέση µε τα προηγούµενα. 3.2.3 Παραγωγή Η παραγωγή φυσικού αερίου αυξάνεται µε µεγαλύτερη ένταση σήµερα στην Αφρική (Αλγερία, Αίγυπτος, Λιβύη, Νιγηρία κλπ) και στη Μέση Ανατολή (Κατάρ, Ιράν κ.α.). Το µεγαλύτερο µέρος αυτής της αυξητικής παραγωγής αναµένεται να κατευθυνθεί σε εξαγωγές µε τη µορφή ΥΦΑ κατά κύριο λόγο προς τις αγορές της Βορείου Αµερικής, της Ευρώπης και τις αναδυόµενες Ασιατικές. Πίνακας 2: Οι µεγαλύτεροι παραγωγοί σε φυσικό αέριο το 2007 Μερίδιο Χώρα δις κ / µ (%) 1. Ρωσία 607.4 20.6 2. ΗΠΑ 545.9 18.8 3. Καναδάς 183.7 6.2 4. Ιράν 111.9 3.8 5. Νορβηγία 89.7 3.0 6. Αλγερία 83.0 2.8 7. Σαουδική Αραβία 75.9 2.6 8. Κίνα 69.3 2.4 9. Τουρκµενιστάν 67.4 2.3 10. Ινδονησία 66.7 2.3 TOP - 10 1940.9 64.8 ΣΥΝΟΛΟ 2940 100 Πηγή, BP Statistical Review of World Energy, 2008 Η αύξηση της παραγωγής στη Ρωσία προβλέπεται να είναι µικρότερη (θα παραµείνει µακράν η πρώτη παραγωγός σε παγκόσµιο επίπεδο), παρόλο που διαθέτει τα µεγαλύτερα αποθέµατα παγκοσµίως. Αυτό διότι ένα µεγάλο µέρος των αποθεµάτων της θα είναι εξαιρετικά δύσκολο από τεχνικής άποψης να γίνουν εκµεταλλεύσιµα και να µεταφερθούν προς στις αγορές. Για να επιτευχθεί αυτό θα χρειαστούν να γίνουν µεγάλες επενδύσεις. Αναφορικά µε την Ασία η αύξηση θα είναι ακόµη µικρότερη καθώς η κυριότερη παραγωγός αερίου της περιοχής η Ινδονησία (11η σε αποθέµατα και 10η σε παραγωγή) καταβάλλει προσπάθειες να αναπτύξει τα εναποµείναντα ανεκµετάλλευτα αποθέµατα της για εξαγωγή στην ευρύτερη περιοχή (Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ταιβάν). Η 37
  • 38. Ευρώπη αποτελεί τη µοναδική περιοχή στον κόσµο η οποία αναµένεται να βιώσει µια αναµφισβήτητη πτώση στην παραγωγή φυσικού αερίου. Αυτό διότι, στη Βόρεια θάλασσα την περιοχή µε τα σηµαντικότερα αποθέµατα αναµένεται να κορυφωθεί η παραγωγή στο άµεσα προσεχές µέλλον (στις αρχές της δεκαετίας του 2010) και εφεξής θα µειώνεται σταδιακά. Εικόνα 2: Τα αποθέµατα φυσικού αερίου ανά γεωγραφική περιοχή και η εξέλιξη της ζήτησης και της παραγωγής. Πηγή: International Gas Union (www.igu.org) 3.2.4 Επενδύσεις Για να µπορέσει να επιτευχθεί η µελλοντική ραγδαία αύξηση της ζήτησης θα πρέπει να πραγµατοποιηθούν σηµαντικές επενδύσεις στον κλάδο του φυσικού αέριου στον τοµέα της εξόρυξης και παραγωγής (upstream) και στον τοµέα της µεταφοράς και διανοµής (downstream). Οι επενδύσεις αυτές περιλαµβάνουν υποδοµές φυσικού αερίου όπως, εγκαταστάσεις υγροποίησης, πλοία µεταφοράς ΥΦΑ, τερµατικούς σταθµούς επαναεριοποιήσης, αγωγούς µεταφοράς, µονάδες αποθήκευσης και δίκτυα διανοµής, 38
  • 39. συµπεριλαµβανοµένων και των επενδύσεων για έρευνα και εξόρυξη Οι παραπάνω υποδοµές είναι αρκετά δαπανηρές για αυτό το λόγο η υλοποίηση τους απαιτεί µακροχρόνιο ορίζοντα όπως και προβλέψιµο οικονοµικό και πολιτικό πλαίσιο για τους πιθανούς ενδιαφερόµενους (κράτη, επιχειρήσεις) οι οποίοι θα επενδύσουν κεφάλαιο και τεχνογνωσία σε αυτά. Σύµφωνα µε αναλυτικούς υπολογισµούς του ∆.Ο.Ε. θα πρέπει να διατεθούν στον τοµέα του αερίου περίπου 4 τρις δολάρια Η.Π.Α. σε επενδύσεις έτσι ώστε να χρειαστεί να ανταποκριθούν στην αυξανόµενη ζήτηση έως το 2030. Το µεγαλύτερο µέρος από αυτές θα πρέπει να κατευθυνθεί προς περιοχές όπου το παρόν πολιτικό, θεσµικό και οικονοµικό περιβάλλον δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό. 3.2.5 Το διαπεριφερειακό εµπόριο Το εµπόριο φυσικού αερίου δεν χαρακτηρίζεται από την ευελιξία και ωριµότητα του αργού πετρελαίου. Οµολογουµένως, οι τεχνολογικοί φραγµοί οι οποίοι υπήρχαν κατά το παρελθόν για τη µεταφορά µεγάλων ποσοτήτων αερίου έχουν υποχωρήσει και σήµερα, περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσµιας κατανάλωσης σε φυσικό αέριο πραγµατοποιείται µε βάση εµπορικές ροές σε παγκόσµιο επίπεδο. Στο εµπόριο του φυσικού αερίου οι αγωγοί αντιπροσωπεύουν τα τρία τέταρτα, ενώ το υπόλοιπο πραγµατοποιείται µέσω ειδικών πλοίων τα οποία µεταφέρουν αέριο σε υγροποιηµένη µορφή (Υ.Φ.Α ή LNG). Πίνακας 2: Οι µεγαλύτεροι εξαγωγείς φυσικού αερίου το 2007 Χώρα δις κ / µ 1. Ρωσία 173 2. Καναδάς 107,3 3. Νορβηγία 85,7 4. Αλγερία 59,4 5. Ολλανδία 55,66 6. Τουρκµενιστάν 49,4 7. Κατάρ 39,3 8. Ινδονησία 32,6 9. Μαλαισία 31,6 10. Η.Π.Α. 23,28 11. Νιγηρία 21,2 12. Αυστραλία 19,91 13.Τρινιδαδ 18,1 Πηγή, CIA The World Factbook, 2008 39
  • 40. Το εµπόριο αερίου µέχρι πρόσφατα πραγµατοποιούταν σε πέντε περιφερειακές αγορές: της Βόρειας Αµερικής, Ευρώπης-Ρωσίας, Ασίας-Ειρηνικού (οι οποίες είναι οι µεγαλύτερες) και Μέσης Ανατολής και Λατινικής Αµερικής. Στις δύο πρώτες αγορές το µεγαλύτερο µέρος των εµπορικών ροών γίνεται µέσω αγωγών διαµετακόµισης, ενώ στην αγορά Ασίας-Ειρηνικού είναι κατεξοχήν αγορά ΥΦΑ. Οι πρόσφατες αναπτύξεις κοιτασµάτων στον Περσικό Κόλπο, Τρινιδάδ-Τοµπάγκο, Νιγηρία και Σαχαλίνη έχουν δώσει νέα ταυτότητα στη διεθνή βιοµηχανία φυσικού αερίου. Εικόνα 3: Οι ροές του παγκόσµιου εµπορίου φυσικού αερίου το 2007 Πηγή: BP Statistical Review of World Energy, 2008 Το εµπόριο µέσω ΥΦΑ ολοένα και σε µεγαλύτερο βαθµό συνδέει κράτη µε πιο αποµακρυσµένες αγορές. Μελλοντικά περισσότερο αέριο θα πραγµατοποιείται µεταξύ ηπείρων για να επιτευχθεί η αυξανόµενη ζήτηση σε αέριο. στόσο, η µεγαλύτερη πρόκληση έγκειται στο γεγονός ότι είναι αναπόφευκτο σε σύντοµο οι περιοχές οι οποίες θα παράγουν αέριο είτε θα βρίσκονται σε µεγάλη απόσταση από τις καταναλώτριες ώστε 40
  • 41. τα διαµετακοµιστικό εµπόριο να γίνεται µέσω αγωγών είτε το πολιτικό κλίµα δε θα χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ασφάλεια και σταθερότητα. 3.3 Το Υγροποιηµένο Φυσικό Αέριο (Υ.Φ.Α.) Η µείωση των τιµών του φυσικού αερίου ανάµεσα στο 1985 και το 2000 οδήγησε στην αύξηση του αριθµού των συµβολαίων µακροπρόθεσµης διάρκειας, αυτό είχε ως αποτέλεσµα την κατασκευή πολλών αγωγών που µετέφεραν φυσικό αέριο. Έτσι ώστε να υποστηριχθεί η είσοδος νεοεισερχόµενων προµηθευτών στην αγορά, ένας από τους κύριους στόχους της φιλελευθεροποίησης της αγοράς του φυσικού αερίου ήταν να διευκολύνει την εφαρµογή βραχυπρόθεσµων συµβολαίων. Εξαιτίας της ευελιξίας του, το ΥΦΑ είναι ιδανικό γι’ αυτού του είδους το συµβόλαια. Λόγω του µικρού του όγκου το ΥΦΑ µπορεί να µεταφερθεί µέσω ειδικών πλοίων (στο τέλος του 2005 υπήρχαν 191 τέτοιου είδους πλοία) – επίσης µπορεί να αποθηκευτεί µε µικρότερο κόστος. Το 2005, το 22% του εµπορίου φυσικού αερίου σε παγκόσµιο επίπεδο πραγµατοποιήθηκαν µε τη µορφή ΥΦΑ. Αυτό το ποσοστό είναι πιθανό να αγγίξει το 38% κατά το έτος 2020 και έτσι να αντιπροσωπεύει µια ετήσια αύξηση της τάξης του 7,2% σε αντίθεση µε 6,2% που υπολογίζεται για τις συναλλαγές που γίνονται µέσω αγωγών. Το µερίδιο του ΥΦΑ στην παγκόσµια αγορά αερίου έχει αυξηθεί λόγω µιας σειράς αποφασιστικών παραγόντων:27 1.Το ΥΦΑ επιτρέπει στους εισαγωγείς αερίου να διαφοροποιήσουν τις οδούς µεταφοράς και τους προµηθευτές, κατι το οποίο δεν είναι εφικτό µέσω των αγωγών. 2.Η χρήση του ΥΦΑ συµβάλλει στην οικονοµική βιωσιµότητα και ανάπτυξη περιοχών για τις οποίες η πρόσβαση δεν ήταν εφικτή µέσω αγωγών. 3. Το ΥΦΑ αποτελεί παράγοντα για τον ανταγωνισµό ανάµεσα στους εισαγωγές αερίου και εποµένως διευκολύνει τη σύγκλιση των παγκόσµιων τιµών. 4.Οι χώρες οι οποίες µελλοντικά θα αντιµετωπίσουν πρόβληµα τροφοδοσίας σε φυσικό αέριο είτε λόγω της µείωσης των αποθεµάτων τους (ΗΠΑ, ΕΕ) είτε των κοντινών 27 Reymond Μ., 2007. European key issues concerning natural gas: Dependence and vulnerability. Energy Policy 35 (2007). σ.4172. 41
  • 42. προµηθευτών τους (Καναδάς-ΗΠΑ, Νορβηγία-ΕΕ) θα είναι σε θέση να εισαγάγουν ΥΦΑ από µακρινές αποστάσεις. 5.Η αναµενόµενη ανάδυση των νέων Ασιατικών αγορών αερίου οι οποίες στερούνται πρόσβασης σε υπάρχοντες αγωγούς θα ευνοήσουν την εισαγωγή ΥΦΑ. Εάν λάβουµε υπόψη ότι τα µέσα κόστη για την υγροποίηση του φυσικού αερίου την περίοδο 1996-2000 ανέρχονταν σε 230$ ανά τόνο αερίου, συγκρινόµενα µε τα 560$ αντίστοιχα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Επίσης το µέσος κόστος για την κατασκευή ενός δεξαµενοπλοίου ειδικού για τη µεταφορά Υ.Φ.Α. µειώθηκε από 220 εκατ.$ σε 150 εκατ. κατά την τετραετία 1996-2000. Τα µεταφορικά κόστη έχουν µειωθεί λόγω της αύξησης της µεταφορικής ικανότητας και της ταχύτητας των πλοιών µεταφοράς ΥΦΑ. Οι δαπάνες για τις υποδοµές επαναεριοποίησης και αποθήκευσης εξαρτώνται από αρκετές παραµέτρους (τοποθεσία, νοµοθεσία κλπ) αν και δεν έχει παρατηρηθεί κάποια πτώση σε αυτές. Η επέκταση της βιοµηχανίας του Υ.Φ.Α. θα είναι σε θέση να αυξήσει την προσφορά σε φυσικό αέριο ξεκλειδώνοντας περισσότερα αποθέµατα παράλληλα θα προσδώσει µεγαλύτερη διαφοροποίηση στις ροές του αερίου αν και το µεγαλύτερο µέρος, θα προέρχεται από περιοχές όπου η πολιτική αστάθεια είναι δεδοµένη. Για τη ραγδαία ανάπτυξη του τοµέα του ΥΦΑ από το 2000-2030 ο ∆.Ο.Ε εκτιµά οτι θα πρέπει να επενδυθούν 250 δις δολάρια. Το 2007 υπήρχαν 14 εξαγωγείς (Κατάρ, Μαλαισία, Ινδονησία, Αλγερία, Αυστραλία και Τρινιδάδ-Τοµπάγκο οι σηµαντικότεροι) και 17 εισαγωγείς (Ιαπωνία, Νότιος Κορέα, Ισπανία, ΗΠΑ και Γαλλία οι σηµαντικότεροι). 42
  • 43. 4. Ευρωπαϊκή Ένωση και φυσικό αέριο 4.1 Ο Ενεργειακός τοµέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Η ενεργειακή κατανάλωση στα 27 κράτη-µέλη της ΕΕ αντιπροσωπεύει σχεδόν το 1/5 της παγκόσµιας πρωτογενούς κατανάλωσης ενέργειας.28 Το 2006, σύµφωνα µε την Eurostat η συνολική πρωτογενής ενεργειακή ζήτηση στην Ε.Ε. των 27 ανερχόταν σε 1825,2 εκατ. τ.ι.π. Το 80% της πρωτογενούς ενεργειακής κατανάλωσης προερχόταν από συµβατικά ορυκτά καύσιµα (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακας). Ο ρόλος των ανανεώσιµων πηγών ενέργειας (ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική, γεωθερµική κλπ) στο ενεργειακό µίγµα βρίσκεται σε πολύ περιορισµένο επίπεδο και θεωρείται απίθανο να επιτευχθεί ο στόχος που είχε τεθεί από την ΕΕ το 1997 ώστε να διπλασιαστεί το µερίδιο τους φθάνοντας το 12% της συνολικής πρωτογενούς κατανάλωσης ενέργειας το 2010. Γράφηµα 1: H πρωτογενής ενεργειακή κατανάλωση στην ΕΕ το 1991 και 2006 Πηγή: Eurostat 28 Country Analysis Briefs: European Union, Energy Information Administration, January 2006. 43
  • 44. Η πυρηνική ενέργεια καλύπτει το 15% σχεδόν των απαιτήσεων της ΕΕ σε ενέργεια, αν και µερικά ευρωπαϊκά κράτη (π.χ. Ιταλία) έχουν δηλώσει ότι δεν αποδέχονται τη χρήση της συγκεκριµένης µορφής ενέργειας και της λειτουργίας πυρηνικών αντιδραστήρων στο έδαφος τους. Η ενεργειακή κατανάλωση στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναµένεται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται µε ετήσιο ρυθµό της τάξης του 0.7%, έως το 2020. Σήµερα τα κράτη µέλη της ΕΕ στο σύνολο τους, εισάγουν περίπου το 55% των ενεργειακών τους αναγκών. Πάνω από τα 4/5 των αναγκών της σε πετρέλαιο και σχεδόν το 60% σε φυσικό αέριο. Η εξάρτηση της σε εισαγόµενους ενεργειακούς πόρους κατά τις προσεχείς δεκαετίες αναµένεται να αυξηθεί ακόµη περισσότερο. Εάν δε γίνουν σηµαντικές αλλαγές στην Ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική µέχρι το 2030 το µέγεθος αυτό αναµένεται να αυξηθεί και οι εισαγωγές θα αντιπροσωπεύουν άνω του 2/3 της συνολικής πρωτογενούς ενεργειακής ζήτησης.29 Οι µεγαλύτεροι προµηθευτές της ΕΕ σε ενέργεια κατά τα επόµενα χρόνια θα συνεχίσουν να είναι η Ρωσική Οµοσπονδία, η Νορβηγία και τα κράτη της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής. Το 2005 από τη Ρωσία προερχόταν το 42% των εισαγωγών της ΕΕ σε φυσικό αέριο και το 29% σε πετρέλαιο.30 29 Council of the European Commission, June 2006; An Energy Policy for Europe, Communication From the Commission to the European Council and the European Parliament. COM(2007) 1. January 10, 2007. 30 “EU Energy Policy Data,” European Commission Document SEC(2007)12, January 10, 2007; The European Commission’s Energy and Transport in Figures, Statistical Pocketν Book 2007, http://ec.europa.eu/dgs/energy_transport/figures/pocketbook/2006_en.htm 44
  • 45. Πίνακας 4: Κατανάλωση ανά τύπο καυσίµου στην ΕΕ το 2006 (σε εκατ. τ.ι.π.) Πετρέλαιο Φυσικό Αέριο Άνθρακας Πυρηνική Ανανεώσιµες Άλλες * Σύνολο Βέλγιο 23,7 39,2% 15 24,8% 5,2 8,6% 12 19,8% 1,8 2,9% 2,8 4,7% 60,4 100% - Βουλγαρία 5,1 24,9% 2,9 14,1% 7 34,1% 5 24,3% 1,1 5,3% -0,6 2,7% 20,5 100% - Τσεχία 10 21,6% 7,6 16,5% 20,9 45,2% 6,7 14,5% 2 4,3% -1 2,1% 46,2 100% - ∆ανία 8,2 39,2% 4,5 21,5% 5,5 26,3% 3,3 15,8% -0,6 2,8% 20,9 100% - Γερµανία 124,5 35,7% 79,5 22,8% 82,2 23,5% 43,1 12,3% 21,1 6% -1,4 0,3% 349 100% - Εσθονία 1,1 20,5% 0,8 14,9% 3 55,6% 0,5 9,2% -0,1 0,2% 5,4 100% Ιρλανδία 8,5 54,9% 4 25,8% 2,4 15,5% 0,4 2,6% 0,2 1,2% 15,5 100% Ελλάδα 18,2 57,8% 2,7 8,6% 8,4 26,7% 1,8 5,7% 0,4 1,2% 31,5 100% - Ισπανία 70,3 49% 31 21,5% 17,9 12,4% 15,5 10,7% 9,4 6,5% -0,3 0,1% 143,9 100% - Γαλλία 92,2 33,7% 39,6 14,5% 13,2 4,8% 116,1 42,5% 17,3 6,4% -5,4 1,9% 273,1 100% Ιταλία 83,2 44,7% 69,2 37,3% 16,7 8,9% 13,1 7% 4 2,1% 186,1 100% Κύπρος 2,5 96,1% 0 0,1 3,9% 0 2,6 100% Λετονία 1,5 32,6% 1,4 30,5% 0,1 2,1% 1,4 30,5% 0,2 4,3% 4,6 100% Λιθουανία 2,7 32,1% 2,5 29,8% 0,3 3,5% 2,2 26,2% 0,8 8,4% 0 8,4 100% |Λουξεµβούργο 3 63,8% 1,2 25,6% 0,1 2,1% 0,1 2,1% 0,3 6,4% 4,7 100% Ουγγαρία 7,8 28,1% 11,5 41,5% 3,1 11,1% 3,5 12,6% 1,3 4,6% 0,6 2,1% 27,8 100% Μάλτα 0,9 100% 0,9 100% Ολλανδία 32,7 40,6% 34,3 42,6% 7,9 9,8% 0,9 1,1% 2,9 3,6% 1,8 2,3% 80,5 100% Αυστρία 14,4 42,3% 7,5 22% 4 11,7% 7,3 21,4% 0,9 2,6% 34,1 100% - Πολωνία 24,2 24,6% 12,4 12,6% 57 58% 5 5% -0,4 0,2% 98,3 100% Πορτογαλία 13,6 52,2% 3,6 14,2% 3,3 13% 4,3 17% 0,5 3,6% 25,3 100% - Ρουµανία 10,9 26,7% 14,6 35,7% 9,5 23,2% 1,5 3,6% 4,8 11,7% -0,3 0,9% 40,9 100% Σλοβενία 2,7 36,7% 0,9 12% 1,6 21,5% 1,4 19% 0,8 10,8% 0 7,3 100% - Σλοβακία 3,7 19,7% 5,4 28,7% 4,4 23,4% 4,6 24,4% 0,9 4,7% -0,2 0,9% 18,8 100% Φινλανδία 11 29,1% 3,6 9,5% 7,4 19,5% 5,9 15,6% 8,6 22,7% 1 3,6% 37,8 100% Σουηδία 14,6 28,7% 0,9 1,7% 2,7 5,3% 17,3 34% 14,8 29,1% 0,6 1,2% 50,8 100% Η. Β. 82,3 35,8% 81,1 35,3% 41,3 18% 19,5 8,5% 4,4 1,9% 1 0,55 229,5 100% Ε.Ε. 27 673,5 36,9% 437,9 24% 325,2 17,8% 255,3 14% 129,2 7,1% 4,1 0,2% 1825,2 100% Πηγή Eurostat, 2008 * Ηλεκτρική ενέργεια και βιοµηχανικά απορρίµµατα 45
  • 46. 4.2 Ο τοµέας του φυσικού αερίου Το 2006, σύµφωνα µε την Eurostat η συνολική πρωτογενής ενεργειακή ζήτηση στην Ε.Ε. των 27 ανερχόταν σε 1825,2 εκατ. τ.ι.π., το ίδιο έτος η ζήτηση σε φυσικό αέριο αποτελούσε το 24% της συνολικής πρωτογενούς ζήτησης. Η ΕΕ αποτελεί σήµερα ένα από τους µεγαλύτερους καταναλωτές σε φυσικό αέριο παγκοσµίως, η κατανάλωση το 2007 άγγιξε τα 486 εκάτ. κ/µ.31 Σύµφωνα µε υπολογισµούς η πρωτογενής ζήτηση της ΕΕ σε φυσικό αέριο αναµένεται να αυξάνεται κατά 2% ανά έτος από το 2010 έως το 2030. Η ζήτηση θα αυξηθεί σε όλους τους τελικούς τοµείς της οικονοµίας αλλά κυρίως στην ηλεκτροπαραγωγή (ΙΕΑ, 2007). Ενώ το 1997 η κατανάλωση φυσικού αερίου ήταν περίπου 360 εκατ. τιπ, το 2007 αυτή άγγιξε τους 440 εκατ. τιπ. ∆ηλαδή, η αύξηση της κατανάλωσης φυσικού αερίου σε µια δεκαετία αυξήθηκε κατά 22.2% αναδεικνύοντας τη µείζονα σηµασία του καυσίµου αυτού για την ευρωπαϊκή οικονοµία, αλλά και την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια Γραφήµα 2: H εξέλιξή της κατανάλωσης φυσικού αερίου στην ΕΕ Πηγή: http://www.europe.the oildrum.com 31 European Commission Directorate-General for Energy and Transport (DG TREN), 2008, EU Energy In Figures 2007/2008, σ. 10 46
  • 47. Κατά την περίοδο 1995-2007 ο δείκτης ενεργειακής εξαρτήσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από τις εισαγωγές φυσικού αερίου αυξήθηκε από 43,6% σε 60,8%. Η εξέλιξη αυτή συνδεόταν τόσο µε την αύξηση της κατανάλωσης φυσικού αερίου σε πραγµατικούς αριθµούς, αλλά και µε την βαθµιαία εξάντληση των ευρωπαϊκών αποθεµάτων φυσικού αερίου. Πίνακας 5: Εξάρτηση από εισαγωγές στην ΕΕ των 27, το 2006 Φυσικό Σύνολο Πετρέλαιο Αέριο Άνθρακας Ε.Ε. 27 53,8% 83,6% 60,8% 41,1% Πηγή: Eurostat, 2008 Τα ευρωπαϊκά αποθέµατα σε φυσικό αέριο µειώνονται και δεν επαρκούν να καλύψουν την ζήτηση σε αέριο. Σύµφωνα µε την BP στα τέλη του 2007 τα αποδεδειγµένα αποθέµατα εντός ΕΕ ανέρχονταν σε 3,75 τρις κ/µ ενώ εάν συµπεριλάβουµε σε αυτές και τα αποθέµατα της Νορβηγίας η οποία ανήκει στον ενιαίο Ευρωπαϊκό Οικονοµικό Χώρο (ΕΟΧ) αγγίζουν τα 5,7 τρις κ/µ. Πίνακας 6: Τα αποθέµατα φυσικού αερίου στην ΕΕ, στα τέλη του 2007 Αποθέµατα Χώρα (τρις κ/µ) Γερµανία 0.14 ∆ανία 0.12 H. B. 0.41 Ιταλία 0.09 Νορβηγία 2.96 Ολλανδία 1.25 Πολωνία 0.11 Ρουµανία 0.63 Ε.Ο.Χ. 5.71 Ουκρανία 1.03 Ρωσία 44.25 Πηγή: BP Statistical Review of World Energy, 2008 Η Ευρώπη είναι η µόνη περιοχή παγκοσµίως στην οποία τα κράτη παραγωγοί και εξαγωγείς φυσικού αερίου (Ηνωµένο Βασίλειο, η Ολλανδία, η ∆ανία και η Νορβηγία) βρίσκονται σε µια περίοδο όπου το επίπεδο τους παραγωγής τους ήδη αγγίζει το µέγιστο, γεγονός το οποίο σηµαίνει ότι κατά τα επόµενα έτη θα αρχίσει σταδιακά να µειώνεται. Αυτό συνεπάγεται µείωση των εξαγωγών των κρατών µελών προς άλλα 47
  • 48. ευρωπαϊκά κράτη και εισαγωγή φυσικού αερίου από αυτά για να κάλυψη µέρους των ενεργειακών αναγκών τους. Γράφηµα 3 : H εξέλιξη της παραγωγής φυσικού αερίου στην Ευρώπη Πηγή: http://www.europe.the oildrum.com Παραδοσιακά, η Ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου εκτός από τα αποθέµατα τα οποία διαθέτει, προµηθευόταν φυσικό αέριο κατά κύριο λόγο από τρεις σηµαντικές χώρες εξαγωγείς· τη Ρωσία, τη Νορβηγία και την Αλγερία. Η Νορβηγία εφοδιάζει κυρίως τις χώρες της Βόρειας και ∆υτικής Ευρώπης, η Αλγερία τη Νότια Ευρώπη ενώ η Ρωσία όλα σχεδόν τα κράτη-καταναλωτές που εισαγάγουν αέριο (εκτός από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία ). Ιδιαίτερα τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης τα οποία ενσωµατώθηκαν στην ΕΕ κατά τις δύο τελευταίες διευρύνσεις Σλοβακία, Τσεχία, Βουλγαρία, Ουγγαρία και τα Βαλτικά κράτη (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία) όπως και η Φινλανδία εξαρτώνται σχεδόν εξολοκλήρου ή ακόµη και σε απόλυτο βαθµό από ρωσικές εισαγωγές σε φυσικό αέριο. 48
  • 49. Πίνακας 7: Βαθµός εξάρτησης των κρατών της ΕΕ σε εισαγωγές φυσικού αερίου, 2007 Χώρα Ρωσικές Εισαγωγές (δις κ/µ) Κατανάλωση (δις κ/µ) Ρωσικό αέριο/Κατανάλωση (%) Αυστρία 5,6 8,9 62,9 Βουλγαρία 3,1 3,1 100,0 Γαλλία 7,6 41,9 18,1 Γερµανία 35,55 82,7 42,9 Ελλάδα 2,89 4,0 72,2 Εσθονία 1,3 1,3 100,0 Λιθουανία 3,4 3,4 100,0 Λετονία 1,6 1,6 100,0 Ουγγαρία 7,85 11,8 66,5 Πολωνία 6,2 13,7 45,2 Σλοβακία 5,8 5,8 100,0 Τσεχία 6,43 8,9 72,2 Φινλανδία 4,3 4,3 100,0 Πηγή, BP Statistical Review of World Energy, 2008 Πίνακας 8: Οι ευρωπαϊκές εισαγωγές φυσικού αερίου ανά κράτος. το 2007 Από Προς ΕΕ* Ρωσία Νορβηγία Αλγερία** Αίγυπτος** Λιβύη** Νιγηρία** Κατάρ** Ιράν Άλλες*** Αυστρία 1,1 5,6 0,78 Βέλγιο 9,34 0,5 9,5 0,35 2,75 0,07 Βουλγαρία 3,1 Γαλλία 9,12 7,63 15,18 7,85 1,21 3,78 0,06 Ελβετία 1,8 0,35 0,18 0,65 Γερµανία 22,03 35,55 23,74 0,31 Ελλάδα 2,89 0,5 Η. Β. 9,8 16,4 0,64 0,27 0,39 Ιρλανδία 4,15 Ισπανία 2,22 13,12 4,04 0,76 8,33 4,45 2,21 Ιταλία 8,36 23,8 8,99 24,53 9,2 Κροατία 0,7 Λετονία 3,4 Λιθουανία 1,6 Λουξεµβούργο 1,4 Ολλανδία 7,32 2,3 7 Ουγγαρία 0,83 7,85 1,83 Πολωνία 0,8 6,2 Πορτογαλία 1,39 2,31 Ρουµανία 1,3 2,5 1 Σερβία 1,9 Σλοβακία 5,8 Σλοβενία 0,86 0,44 0,1 Σουηδία 0,15 0,95 Τσεχία 6,43 2,2 Τουρκία 23,15 4,45 0,08 1,42 6,16 1,34 Φινλανδία 4,3 Συνολικές Εξαγωγές 77,5 146,41 86,2 53,27 5,64 9,96 15,84 7,47 6,16 8,6 Πηγή, BP Statistical Review of World Energy, 2008 49
  • 50. * Περιλαµβάνει τις χώρες παραγωγούς της ΕΕ (ΗΒ, Ολλανδία και Γερµανία) ** Περιλαµβάνει και εµπόριο ΥΦΑ *** Αζερµπαϊτζάν, Οµάν, Τρίνιδαδ και Τοµπάγκο 4.2.1 Ο τοµέας του Υγροποιηµένου Φυσικού Αέριου (ΥΦΑ) Ο ρόλος του υγροποιηµένου φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή αγορά µπορεί να θεωρηθεί ως συµπληρωµατικός, όπου συµµετέχει σχεδόν στο 10% της συνολικής κατανάλωσης, εν τούτοις διαθέτει τεράστια περιθώρια ανάπτυξης. Σήµερα τα Ευρωπαϊκά κράτη τα οποία διαθέτουν τις απαραίτητες υποδοµές (τερµατικούς σταθµούς ΥΦΑ, εγκαταστάσεις επαναεριοποιήσης κλπ) για να είναι σε θέση τροφοδοτούνται µε ΥΦΑ είναι µόλις 8 (Βέλγιο, Γαλλία, Ελλάδα, ΗΒ, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία µαζι µε την Τουρκία). Η προµήθεια σε ΥΦΑ προέρχεται κυρίως από τις χώρες της Βορείου Αφρικής (κυρίως την Αλγερία και Αίγυπτο) αλλά και από τη Νιγηρία, το Κατάρ, το Τρίνιδαδ κ.α. Οι εισαγωγές της σε ΥΦΑ βασίζονται σε µακροχρόνια συµβόλαια και οι τιµές καθορίζονται σε σχέση µε την τιµή του πετρελαίου. Το ΥΦΑ σήµερα καλύπτει σχεδόν τα 2 / 3 της ζήτησης σε αέριο στην Ισπανία, ενώ περισσότερο από το 50% στην Πορτογαλία και σχεδόν το 1 / 5 της Τουρκίας. Στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης που χρησιµοποιούν το ΥΦΑ παίζει ένα πιο δευτερεύοντα ρόλο και ο τοµέας βρίσκεται σε φάση σταδιακής ανάπτυξης. Πίνακας 9: Το εµπόριο ΥΦΑ στην Ευρώπη, εισαγωγές, το 2007 Από Συνολικές Προς Νορβηγία Αλγερία Αίγυπτος Λιβύη Νιγηρία Κατάρ Οµάν Τρίνιδαδ Εισαγωγές Βέλγιο 0,35 2,75 0,07 3,17 Γαλλία 0,07 7,85 1,21 3,78 0,06 12,97 Ελλάδα 0,5 0,5 Η. Β. 0,64 0,27 0,39 1,3 Ισπανία 0,07 4,32 4,04 0,76 8,33 4,45 0,12 2,1 24,19 Ιταλία 2,43 2,43 Πορτογαλία 1,39 2,31 3,7 Τουρκία 4,45 0,08 1,42 0,06 6,01 ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ ΕΞΑΓ ΓΕΣ 0,14 21,93 5,33 0,76 15,84 7,47 0,12 2,68 54,27 Πηγή, BP Statistical Review of World Energy, 2008 50
  • 51. 4.3 Το Ευρωπαϊκό δίκτυο µεταφοράς φυσικού αερίου Ιστορικά οι ευρωπαϊκές εισαγωγές σε φυσικό αέριο εκτός ΕΕ πραγµατοποιούνται µέσω αγωγών κυρίως από τη Ρωσία, τη Νορβηγία και την Αλγερία. Οι πρώτοι αγωγοί οι οποίοι σύνδεσαν το εΕυρωπαϊκό δίκτυο µε ένα µη ευρωπαϊκό ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 µε τη σύνδεση µε το σοβιετικό σύστηµα αερίου. Πιο συγκεκριµένα η Αυστρία ήταν το πρώτο ευρωπαϊκό κράτος το οποίο τροφοδοτήθηκε µε σοβιετικό αέριο το 1968 ενώ το 1973 ακολούθησε η ∆υτική Γερµανία Εικόνα 4: Το Ευρωπαϊκό δίκτυο φυσικού αερίου το 1965 Πηγή: CERA 4.3.1 Οι Ρωσικοί αγωγοί προς την ευρωπαϊκή αγορά 4.3.1.1 Ο Ουκρανικός διάδροµος Η Ουκρανία ανέκαθεν αποτελούσε την περιοχή από την οποία διερχόταν το µεγαλύτερο µέρος των ρωσικών ( µέχρι πρότινος σοβιετικών) εξαγωγών φυσικού αερίου προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Οι ουκρανικοί αγωγοί κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου ώστε να ενώσουν τα κράτη της Ευρώπης µε τα πεδία φυσικού αερίου της περιοχής Orenburg και της ∆υτικής Σιβηρίας στη Ρωσία και αλλά για να καλύψουν τη ζήτηση της Ουκρανίας σε αέριο. Οι κύριοι αγωγοί είναι ο Brotherhood και ο Soyuz. 51
  • 52. Η µεταφορική ικανότητα του ουκρανικού δικτύου για ρωσικές εξαγωγές προς τη ∆υτική Ευρώπη είναι 155 δις κ/µ ετησίως. Ταυτόχρονα υπάρχει ένας άλλος αγωγός - ικανότητας 20 δις κ/µ ανά έτος- ο οποίος εφοδιάζει τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Μολδαβία, Ρουµανία, Βουλγαρία, Τουρκία Ελλάδα και µε µικρές ποσότητες την ΠΓ∆Μ). Το µεγαλύτερο µέρους του ρωσικού αερίου µέσω Ουκρανίας ρέει από τη Σλοβακία κατά µήκος του αγωγού Transgaz (ο οποίος διακλαδώνεται νότια εφοδιάζοντας τις Αυστρία, Ιταλία και δυτικά προς τη Τσεχία, τη Γερµανία, την Ελβετία και τη Γαλλία). Ένας άλλος αγωγός συνεχίζει στην Ουγγαρία εφοδιάζοντας επίσης τις Σερβία, Κροατία, Βοσνία Ερζεγοβίνη και Σλοβενία. Μέσω του ουκρανικού εδάφους διέρχεται σχεδόν το 80% των Ρωσικών εξαγωγών. Γραφήµα 4: Οι ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη (2004-2006) http://www.europe.the oildrum.com 4.3.1.2 Ο αγωγός Yamal-Europe Κατά τη διάρκεια του 1990 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του αγωγού Yamal- Europe ο οποίος διασχίζει τις Ρωσία, Λευκορωσία, Πολωνία και καταλήγει στα Γερµανικά σύνορα τροφοδοτόντας µε ρωσικό φυσικό αέριο τις αγορές της Λευκορωσίας, της Πολωνίας, της Γερµανίας και της Ολλανδίας. Παρόλο που το όνοµα 52
  • 53. του αγωγού αναφέρεται στα πλούσια αλλά ανεκµετάλλευτα µέχρι σήµερα κοιτάσµατα που βρίσκονται στη χερσόνησο Yamal στον Αρκτικό Κύκλο, ο αγωγός µεταφέρει φυσικό αέριο προερχόµενο από τα κοιτάσµατα της ∆υτικής Σιβηρίας. Αποτελεί τον πρώτο αγωγό ο οποίος διαφοροποιεί τη διαδροµή εφοδιασµού σε φυσικό αέριο της Ευρώπης γιατί δεν διασχίζει την επικράτεια της Ουκρανίας. Το λευκορωσικό τµήµα του αγωγού κατασκευάστηκε και λειτουργείται από τη Gazprom, ενώ το πολωνικό τµήµα κατασκευάστηκε µέσω της κοινοπραξίας EuRoPol Gaz στην οποία συµµετείχαν οι εταιρίες Gazprom και PGNiG (Πολωνία) µε 48% η καθεµία ενώ µερίδιο 4% κατέχει η εταιρία Gas-Trading. H µεταφορική ικανότητα του αγωγού στη Λευκορωσία είναι 33 δις κ/µ ανά έτος, ενώ στην Πολωνία είναι 20 δις κ/µ ετησίως. 4.3.1.3 Ο αγωγός Blue Stream Το 1998 η Gazprom µε την ιταλική εταιρία ΕΝΙ υπέγραψαν µια στρατηγικής σηµασίας συµφωνία. Αυτή προέβλεπε την κατασκευή ενός υποθαλάσσιου αγωγού µήκους 396 χµ ο οποίος θα διέρχεται από τη Μαύρη Θάλασσα ενώνοντας απευθείας το ρωσικό µε το τουρκικό δίκτυο φυσικού αερίου.32 Στην κοινοπραξία κατασκευής του αγωγού συµµετείχαν ισοµερώς οι δύο εταιρίες και η αποπεράτωση του έργου ολοκληρώθηκε το 2005. Η µέγιστη µεταφορική ικανότητα του αγωγού υπολογίζεται ότι θα ανέρχεται το 2010 στα 16 δις κ/µ ετησίως. Με την ολοκλήρωση του έργου επιτεύχθηκε η διαφοροποίηση της διαδροµής µεταφοράς ρωσικού αερίου από την παραδοσιακή διαδροµή Ουκρανίας, Μολδαβίας, Ρουµανίας, Βουλγαρίας µιας και περνά από την Τουρκία. Παράλληλα µε την αποφυγή διαµετακόµισης αερίου από τρίτες χώρες, επιτεύχθηκε η πιο ισχυρή παρουσία της Ρωσίας στην ραγδαία αναπτυσσόµενη τουρκική αγορά φυσικού αερίου, ενισχύοντας τη θέση της από ανταγωνιστές όπως το Ιράν και τις χώρες της Κασπίας και της Κεντρικής Ασίας.33 32 H Τουρκία ανήκει στην Ενεργειακή Αγορά της ΝΑ Ευρώπης (βλέπε κεφ. ) 33 Gazprom and ENI hold a 50% interest each in the joint venture. Gazprom, ‘Major Projects – Blue Stream’, http://gazprom.com/eng/articles/article8895.shtml (July 2008) 53
  • 54. 4.3.2 Οι Νορβηγικοί αγωγοί προς την Ευρωπαϊκή αγορά Τη δεκαετία του 1970 κατασκευάστηκαν οι αγωγοί φυσικού αερίου, Norpipe ο οποίος συνδέει τα Νορβηγικά κοιτάσµατα αεριού της Βόρειας Θάλασσας µε το Emden στη Γερµανία και ο Vesterled µε το St Fergus στο ΗΒ. Τη δεκαετία του 1990 κατασκευάστηκαν άλλοι τέσσερις αγωγοί ο Zeepipe ο οποίος καταλήγει στο Βέλγιο και πιο συγκεκριµένα στο λιµάνι Zeebruge, ο Frankpipe ο οποίος εφοδιάζει µε νορβηγικό αέριο τη Γαλλία (στο λιµάνι της ∆ουνκέρκης). Οι άλλοι δύο αγωγοί είναι οι Europipe 1 και 2 οι οποίοι ενώνονται µε το γερµανικό σύστηµα στην πόλη Dornum. Ενώ τα τελευταία έτη κατασκευάστηκε ο αγωγός Langeled ο οποίος τροφοδοτεί µε αέριο το ΗΒ (εισέρχεται στο βρετανικό σύστηµα στην πόλη Easington). Εικόνα 5: Οι Νορβηγικοί αγωγοί προς την Ευρώπη Πηγή: http://www.321energy.com 54
  • 55. Το 2007 η συνολική µεταφορική ικανότητα των νορβηγικών αγωγών ανά έτος προς την Ευρώπη ανερχόταν σχεδόν σε 127 δις κ/µ, εκ των οποίων τα 86 δις προς τις αγορές της ηπειρωτικής Ευρώπης ενώ τα 41 δις κ/µ κατέληγαν στο ΗΒ. 34 4.3.3 Οι Αλγερινοί αγωγοί προς την Ευρωπαϊκή αγορά Κατά τη δεκαετία του 1980 κατασκευάστηκε ο αγωγός TransMed ο οποίος τροφοδοτεί µε φυσικό αέριο την Ιταλία (καταλήγει στη Σικελία) µέσω Τυνησίας. Η µεταφορική ικανότητα του αυξήθηκε σε 27 δις κ/µ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του αγωγού Maghreb ο οποίος καταλήγει στην Ισπανία µέσω Μαρόκου και έχει χωρητικότητα 12 δις κ/µ ετησίως. Οι συνολικές εξαγωγές προερχόµενες από την Αλγερία µέσω αγωγών ανέρχονταν σε 39 δις κ/µ. Εικόνα 6: Οι Αλγερινοί αγωγοί προς την Ευρώπη Πηγή: http://www.mem-algeria.org 34 Clingendael International Energy Programme (CIEP), (2008) The Gas Supply Outlook for Europe: The Roles of Pipeline Gas and LNG. The Hague. σ. 38 55
  • 56. 4.3.4 Οι Λιβυκοί αγωγοί προς την Ευρωπαϊκή αγορά Η Λιβύη το 2004 κατασκεύασε τον αγωγό Greenstream o οποίος είναι ο πρώτος που εφοδιάζει την Ευρώπη και πιο συγκεκριµένα την Ιταλία µέσω Σικελίας. Η συνολική ικανότητα µεταφοράς του αγωγού ανέρχεται σε 8 δις κ/µ ετησίως, µε προοπτική επέκτασης στα 12 δις κ/µ. 4.3.5 Άλλοι αγωγοί προς την Ευρωπαϊκή αγορά Τρείς άλλοι αγωγοί συνδέονται µε την Ευρωπαϊκή αγορά. Ήδη από το 2003 λειτουργεί ένας αγωγός ο οποίος συνδέει το ιρανικό µε το τουρκικό δίκτυο φυσικού αερίου, ξεκινώντας από την Ταυρίδα στο Βορειοανατολικό Ιράν και καταλήγει στο Ερζερούµ στην Ανατολική Τουρκία. Την κατασκευή του ανέλαβαν η τουρκική εταιρία πετρελαίου και φυσικού αερίου BOTAS και η ιρανική NIOC. Ο αγωγός έχει µήκος 1170 περίπου χµ και η µέγιστη ικανότητα µεταφοράς του είναι 20 δις κ/µ ανά έτος. Ο αγωγός αερίου του Νοτίου Καυκάσου συνδέει τα υποθαλάσσια κοιτάσµατα του Αζερµπαϊτζάν στην Κασπία µε τη Γεωργία και την Τουρκία. Ο αγωγός λειτουργεί από το 2006 και τροφοδοτεί την Τουρκία µε 8,8 δις κ/µ ετησίως. Τα τέλη του 2007 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του ελληνοτουρκικού αγωγού φυσικού αερίου ο οποίος προµηθεύει µε αζέρικο φυσικό αέριο την ελληνική αγορά αερίου. Έχει µήκος 285 χµ, ξεκινώντας από το Καρατσάµπεϋ κοντά στην πόλη της Προύσας και καταλήγει στην Κοµοτηνή. Η µέγιστη χωρητικότητα του ανέρχεται στα 3,5 δις κ/µ ετησίως (βλέπε Παράρτηµα). Με την αποπεράτωση του έργου η Ελλάδα αποτελεί το πρώτο κράτος-µέλος της ΕΕ το οποίο προµηθεύεται φυσικό αέριο από την περιοχή της Κασπίας θάλασσας. 4.4 O Νότιος ενεργειακός διάδροµος Κασπίας – Ε.Ε. Οι παραπάνω αγωγοί διαµετακόµισης φυσικού αερίου αποτελούν στρατηγικής σηµασίας υποδοµές για την Ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου και αποτελούν το πρώτο κοµµάτι το ενεργειακού διαδρόµου Ανατολής – ∆ύσης (Νότιου Ενεργειακού ∆ιαδρόµου) που οραµατίζεται η ΕΕ. Η διασύνδεση του Ευρωπαϊκού δικτύου και των καταναλωτικών ενεργειακών κέντρων της Ευρώπης µε περιοχές οι οποίες διαθέτουν σηµαντικά αποθέµατα σε αέριο, όπως αυτές της Κασπίας θάλασσας, της Μέσης Ανατολής και της 56
  • 57. Κεντρικής Ασίας Ευρώπης δια µέσου της Τουρκίας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι δυνατόν να συµβάλει αποτελεσµατικά στις προσπάθειες της Ε.Ε. για διαφοροποίηση των οδών διαµετακόµισης φυσικού αερίου των πηγών τροφοδοσίας της ενισχύοντας έτσι την Ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, µειώνοντας παράλληλα την εξάρτηση της από εισαγωγές αερίου από τους παραδοσιακούς προµηθευτές της (Ρωσία, Νορβηγία, Αλγερία κλπ). Βασικός επίσης στόχος του εν λόγω διαδρόµου θα πρέπει να είναι τόσο η τροφοδοσία των τελικών αγορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και η βέλτιστη ανάπτυξη των ενδιάµεσων αγορών, που στο µεγαλύτερο µέρος τους βρίσκονται σχεδόν υπό την αποκλειστική εξάρτηση των Ρωσικών εισαγωγών. Μια ενδεικτική όδευση του ενεργειακού διαδρόµου παρουσιάζεται στο χάρτη του σχήµατος. Εικόνα 7: O Νότιος ενεργειακός διάδροµος Ανατολής – ∆ύσης. Πηγή: Μαυράκης, 2005 57
  • 58. 5. Η Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Πολιτική 5.1 Ιστορική Εξέλιξη Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (Ε.Κ.Α.Χ.) από τους «Έξι»35 τον Ιούλιο του 1952 αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια ευρωπαϊκής ενοποίησης και ουσιαστικά τον προποµπό της Ε.Ο.Κ.. Ήταν η πρώτη φορά όπου ευρωπαϊκά κράτη αποφάσισαν να εγκαταλείψουν ένα µέρος της εθνικής τους κυριαρχίας αν και σε περιορισµένο επίπεδο. Το 1955, οι φόβοι των Έξι για πρόωρη αποτυχία αυτής της πρώιµης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ύστερα από την κατάρρευση της Ευρωπαϊκής Αµυντικής Κοινότητας (Ε.Α.Κ.) το 1954, οδήγησε στη ∆ιάσκεψη της Μεσίνα η οποία αποτέλεσε την αρχή για τη δηµιουργία µιας κοινής ευρωπαϊκής διαδικασίας. Αυτή κατέληξε στην υπογραφή από τους «Έξι» των Συνθηκών της Ρώµης το Μάρτιο του 1957, οι οποίες προέβλεπαν τη δηµιουργία της Ε.Ο.Κ. και της Ευρωπαικής Κοινότητας Ατοµικής Ενέργειας γνωστή και ως Ευρατόµ, οι οποίες τέθηκαν σε εφαρµογή από το 1958. Η ίδρυση της Ευρατόµ αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια για την επίτευξη µιας κοινής ενεργειακής πολιτικής, µεταξύ άλλων επιδίωκε την αντιµετώπιση της γενικής έλλειψης συµβατικών µορφών ενέργειας κατά τη δεκαετία του 1950, ενώ η πυρηνική ενέργεια θεωρούταν ως ένα µέσο για την επίτευξη ενεργειακής ανεξαρτησίας. Για το λόγο όµως ότι οι δαπάνες σε επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια ήταν αδύνατον να καλυφθούν από ένα µοναδικό κράτος, τα συµβαλλόµενα κράτη συνέπραξαν στη δηµιουργία της Ευρατόµ. Ο αντικειµενικός σκοπός της Συνθήκης ήταν να συντελέσει στο σχηµατισµό και ανάπτυξη των Ευρωπαϊκών πυρηνικών βιοµηχανιών, ούτως ώστε όλα τα κράτη-µέλη να επωφεληθούν από την ανάπτυξη της ατοµικής ενέργειας, και συγχρόνως να εξασφαλιστεί η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασµού. 36 Η Πετρελαϊκή Κρίση του 1973 – 74 αποτέλεσε µια τραυµατική εµπειρία για τα κράτη της ∆ύσης, καθώς είδαν η ενεργειακή τους ασφάλεια να δέχεται σοβαρό πλήγµα λόγω της σηµαντικής εξάρτησης τους από εισαγόµενο πετρέλαιο προερχόµενο από κράτη του ΟΠΕΚ. Συν τοις άλλοις, η κατακόρυφη αύξηση στην τιµή του πετρελαίου σε 35 Γαλλία, Γερµανία, Ιταλία, Βέλγιο, Λουξεµβούργο και Ολλανδία 36 http://europa.eu/legislation_summaries/institutional_affairs/treaties/treaties_euratom_en.htm 58
  • 59. συνδυασµό µε την έναρξη µιας περιόδου ευρύτερης οικονοµικής ύφεσης µε στασιµοπληθωριστικά χαρακτηριστικά, δεν επέτρεπε το κοινό συντονισµό για την εφαρµογή µιας ενιαίας ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Οι πρώτες προσπάθειες κατά τη σύνοδο της Ε.Ο.Κ. στην Κοπεγχάγη το ∆εκέµβριο του 1973 και πιο συγκεκριµένα της Γαλλίας για την ανάπτυξη µιας συλλογικής ευρωπαϊκής προσπάθειας προς τη διαµόρφωση µια ενεργειακής πολιτικής στο πλαίσιο της Ε.Ο.Κ. αντί στη δηµιουργία του ∆.Ο.Ε. υπό τον Ο.Ο.Σ.Α. κατέληξε στο κενό. Οι Γερµανία, Η.Β. και Ολλανδία διαφώνησαν να παραδώσουν την κυριαρχία του ενεργειακού τοµέα τους, αντιπροτείνοντας µια διακρατική προσέγγιση, διατεινόµενοι ότι η οργανωτική ωριµότητα της νέο-διευρυµένης Ε.Ο.Κ. (9 µέλη ύστερα από την είσοδο της Ιρλανδίας, ΗΒ και ∆ανίας) εκείνη την περίοδο δεν ευνοούσε αυτή την εξέλιξη. Παρ όλα αυτά αποφασίστηκε να αναπτυχθεί ένα πρώτο πλέγµα στόχων και κριτηρίων αξιολόγησης της προσαρµοστικότητας των επιµέρους εθνικών πολιτικών, ώστε να αποκατασταθεί προοδευτικά σε κοινοτικό επίπεδο ένας συντονισµός (Γεννηµατάς, 2008). Οι στρατηγικοί στόχοι που ετέθησαν ήταν: - Η µείωση της ενεργειακής εξάρτησης από εισαγωγές πετρελαίου. - Η µείωση του ποσοστού συµµετοχής του πετρελαίου στην παραγωγή ηλεκτρισµού. - Η συνολική εξοικονόµηση ενέργειας στην ευρωπαϊκή οικονοµία.37 Η ενεργειακή πολιτική που ακολουθήθηκε ύστερα από τις Πετρελαϊκές Κρίσεις του 1973-74 και 1979, είχε ως βασικό παρανοµαστή τη διαφοροποίηση τόσο του ενεργειακού µίγµατος όσο και της προέλευσης των εισαγόµενων ενεργειακών πόρων. Οι εισαγωγές πετρελαίου πλέον, προέρχονταν κατά µεγάλο µέρος από κράτη τα οποία δεν συµµετείχαν στον ΟΠΕΚ. και όπου το πολιτικό περιβάλλον διεπόταν από σταθερότητα, π.χ. Η.Β., Νορβηγία κ.α. Εξαιτίας των υψηλών τιµών του πετρελαίου, διάφορα 37 Γεννηµατάς Π.(2008), Ενέργεια και Πολιτική στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στον κόσµο. Αθήνα: Πεδίο. σ. 117 59
  • 60. ευρωπαϊκά κράτη προσπάθησαν να εισαγάγουν στο ενεργειακό τους µίγµα µη συµβατικές πηγές ενέργειας, µε χαρακτηριστικότερο παράδειγµα τη Γαλλία όπου την περίοδο 1980 – 85 κατασκεύασε το µεγαλύτερο µέρος της πυρηνικής της ικανότητας. Η περίοδος ύστερα από το 1973 συνδέθηκε ακόµη µε µια εντυπωσιακή αύξηση των ενεργειακών επενδύσεων µέσα στην τότε Ευρώπη των ∆έκα (µε την είσοδο της Ελλάδας το 1981). Στα µέσα της δεκαετίας του 1980 οι σχετικές επενδύσεις είχαν σηµειώσει τη µεγαλύτερη έξαρση, υπερβαίνοντας κατά 60% το επίπεδο των επενδύσεων προ του 1973. Η κρατική αυτή παρέµβαση στόχευε στην ενίσχυση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασµού και τη σωστότερη και διαφανέστερη λειτουργία του ενεργειακού συστήµατος. Η επενδυτική αυτή έξαρση χαλάρωσε µετά το 1985, ακολουθώντας την δραστική µείωση του πετρελαίου που επήλθε εκείνη τη χρονιά (Γεννηµατάς, 2008). Επιπλέον, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες στράφηκαν στην ανάπτυξη του τοµέα φυσικού αερίου αξιοποιώντας τα εγχώρια κοιτάσµατα τους, µειώνοντας µε αυτό τον τρόπο τις εισαγωγές τους σε πετρέλαιο. Ύστερα από τη Πετρελαϊκή Κρίση του 1979-81, η Ιταλία,η Γαλλία το ΗΒ και η Γερµανία σύναψαν συµφωνίες µε την ΕΣΣ∆ για την εισαγωγή φυσικού αερίου και την κατασκευή υποδοµών για τη µεταφορά του (αγωγοί, σταθµοί συµπίεσης κλπ). Οι ΗΠΑ, επί κυβέρνησης Reagan έδειξαν τη σφοδρή αντίθεση τους µε την απαγόρευση της συµµετοχής των αµερικανικών εταιριών και των εν Ευρώπη θυγατρικών τους, στην κατασκευή των σοβιετικών αγωγών αερίου, απειλώντας την ίδια στιγµή τις ευρωπαϊκές εταιρίες σωληνώσεων και τουρµπίνων ότι στην περίπτωση που θα συµµετάσχουν στο έργο δε θα έχουν την οποιαδήποτε πρόσβαση στην αµερικανική αγορά και τεχνολογία. Η αµερικανική στάση έπεσε στο κενό, µε τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και Ιταλίας να αντιδρούν διατάσσοντας τις εγχώριες εταιρίες τους να αγνοήσουν τις αµερικανικές κυρώσεις απειλώντας µε τη σειρά τους ότι σε περίπτωση που δεν υπακούσουν, τότε θα διωχθούν νοµικά από το αντίστοιχο εθνικό δίκαιο, παρόµοιες πιέσεις δέχθηκε και η ελληνική κυβέρνηση τα µέσα της δεκαετίας του 1980, αναφορικά 60
  • 61. µε την ακύρωση των συµβολαίων εισαγωγής σοβιετικού αερίου που τελικά υπογράφηκαν το 1988.38 5.2 Η Συνθήκη του Ενεργειακού Χάρτη Η ιδέα για µια Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ενέργειας ανάγεται στο Ευρωπαϊκό Συµβούλιο του ∆ουβλίνου στις 25 Ιουνίου 1990 κατά το οποίο ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Lubbers είχε προτείνει τη θέσπιση συνεργασίας, στον τοµέα της ενέργειας, µε τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην ΕΣΣ∆, προκειµένου να ενισχυθεί η οικονοµική ανόρθωσή τους και να βελτιωθεί η ασφάλεια εφοδιασµού της ΕΕ. Κληθείσα από το Συµβούλιο να µελετήσει τις δυνατότητες υλοποίησης της εν λόγω συνεργασίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε, το 1991, την κατάρτιση Ευρωπαϊκού Χάρτη Ενέργειας. Οι διαπραγµατεύσεις για τον εν λόγω Χάρτη, ολοκληρώθηκαν µε την υπογραφή καταληκτικού εγγράφου στη Χάγη, στις 17 ∆εκεµβρίου 1991 από 51 κράτη (ΕΕ, ΟΟΣΑ, πρώην ΕΣΣ∆). Τα 51 υπογεγραµµένα µέρη του Ευρωπαϊκού Χάρτη Ενέργειας στη διακήρυξη τους, δεσµεύθηκαν να επιδιώξουν τους στόχους του Χάρτη και να τηρήσουν τις αρχές του, όπως επίσης και να εδραιώσουν τη συνεργασία τους στο πλαίσιο µιας νοµικά δεσµευτικής συµφωνίας βάσης, η οποία οδήγησε στη συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας, που σκοπό έχει να προαγάγει τη βιοµηχανική συνεργασία ∆ύσης-Ανατολής, προβλέποντας νοµικές εγγυήσεις σε τοµείς όπως οι επενδύσεις, η διαµετακόµιση ενεργειακών πόρων και το εµπόριο. Η συνθήκη για το Χάρτη Ενέργειας καθώς και το πρωτόκολλο για την ενεργειακή απόδοση και τα σχετικά περιβαλλοντικά ζητήµατα υπεγράφησαν στις 17 ∆εκεµβρίου 1994, στη Λισσαβόνα, από το σύνολο των υπογεγραµµένων µερών του Χάρτη, το 1991, µε εξαίρεση τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Ενώ εκκρεµεί η νοµοθετική επικύρωση από τις Αυστραλία, Ισλανδία, Λευκορωσία, 38 Τσακίρης, Θ., Η Γεωπολιτική Προϊστορία των Ενεργειακών Αντιπαραθέσεων Η.Π.Α.-Ρωσίας στην Ευρώπη και η Στρατηγική Σηµασία του Ρωσό-Βουλγαρό-Ελληνό-Ιταλικού Αγωγού (South Stream)? Κείµενα Ανάλυσης ΕΚΕΜ, 18/10/07 σ. 2-3 61
  • 62. Νορβηγία, Ρωσική Οµοσπονδία παρόλο που έχουν υπογράψει. Ο Χάρτης τέθηκε σε πλήρη ισχύ τον Απρίλιο του 1998.39 5.2.1 Το περιεχόµενο της Συνθήκης του Ενεργειακού Χάρτη Οι διατάξεις της Συνθήκης εστιάζονται κυρίως στα παρακάτω:40 • Η προώθηση και προστασία των επενδύσεων στον ενεργειακό τοµέα, µέσω της δηµιουργίας σταθερών ευνοϊκών, ισότιµων και διαφανών συνθηκών για την πραγµατοποίηση επενδύσεων από όλους τους επενδυτές είτε εγχώριους είτε ξένους. • Η εµπορία ενεργειακών υλών και προϊόντων όπως και σχετικού εξοπλισµού µεταξύ των αντισυµβαλλόµενων µερών διέπεται από τις διατάξεις της GATT και του ΠΟΕ. • Η διαµετακόµιση των ενεργειακών υλών και προϊόντων, να γίνεται σύµφωνα µε την αρχή της ελεύθερης διαµετακόµισης και χωρίς διακρίσεις όσον αφορά την καταγωγή, τον προορισµό ή την ιδιοκτησία των εν λόγω ενεργειακών υλών και προϊόντων, και χωρίς διαφορετική αντιµετώπιση όσον αφορά τη διαµόρφωση των τιµών βάσει τέτοιων διακρίσεων, όπως επίσης και χωρίς να επιβάλλονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, περιορισµοί ή φόροι. • Απαγόρευση της διακοπής ή του περιορισµού της ροής ενεργειακών υλών και προϊόντων σε περίπτωση που ανακύψουν διαφορές για τους τρόπους διαµετακόµισης, πριν από την ολοκλήρωση των διαδικασιών διευθέτησης των διαφορών, οι οποίες προβλέπονται για τέτοιες περιπτώσεις. • Η προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η δηµιουργία των συνθηκών που θα ενθαρρύνουν τους παραγωγούς και τους καταναλωτές σε οικονοµικότερη, αποδοτικότερη και φιλικότερη προς το περιβάλλον χρήση της ενέργειας. • Στην επίλυση των διαφορών ανάµεσα στα συµβαλλόµενα κράτη, όπως και στις εταιρίες οι οποίες εδρεύουν σε αυτά. 39 Andrey Konoplyanik, What is the Energy Charter? [Pipelines, Politics and Power, The Future of EU-Russia Relations] (London: Centre for European Reform (CER, 2008), σ. 103 40 European Energy Charter Conference, Energy Charter Treaty, Annex 1, 17/12/1994 62
  • 63. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Συνθήκη στοχεύει ώστε οι διεθνείς ροές των ενεργειακών επενδύσεων και τεχνολογιών να είναι επωφελείς για όλα τα συµµετέχοντα µέρη χωρίς να υποσκάπτεται η εθνική κυριαρχία κανενός από αυτά. Επιπλέον, κάθε κράτος-µέλος είναι ελεύθερο να αποφασίσει µε ποιο τρόπο θα αναπτυχθούν οι ενεργειακοί του πόροι και κατά ποιο τρόπο ο ενεργειακός του τοµέας θα είναι διαρθρωµένος. 5.3 Η Λευκή Βίβλος Η πρώτη επίσηµη καταγραφή µιας συγκροτηµένης ευρωπαϊκής πολιτικής της ΕΕ αποτυπώθηκε στη Λευκή Βίβλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 1996. Με τη Λευκή Βίβλο καθορίστηκαν τέσσερις νέοι κύριοι στρατηγικοί στόχοι που ανέπτυσσαν και εξειδίκευαν το συνεχές των ενεργειακών στοχεύσεων που ανέπτυσσαν και εξειδίκευαν τις ενεργειακές στοχεύσεις των που είχαν τεθεί από το 1973 και οι οποίοι είχαν ενσωµατωθεί στην Πρώτη Συνθήκη ενός Ευρωπαϊκού Χάρτη Ενέργειας του 1991. Αυτοί περιελάµβαναν: 1. Την υλοποίηση της εσωτερικής ενεργειακής αγοράς 2. Την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού 3. Την προώθηση της έρευνας και καινοτοµίας στον ενεργειακό τοµέα, όπως και την ανάπτυξη νέων ενεργειακών τεχνολογιών 4. Εντατικοποίηση της διεθνούς συνεργασίας σε ενεργειακά θέµατα. 5.4 Η Πράσινη Βίβλος του 2000 Το Νοέµβριο του 2000 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άνοιξε έναν ευρύτατο διάλογο πάνω στο µείζον ζήτηµα του Ευρωπαϊκού ενεργειακού εφοδιασµού, τα συµπεράσµατα του οποίου καταγράφηκαν στην επονοµαζόµενη Πράσινη Βίβλο «Προς µια Ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού». Σύµφωνα µε τις διαπιστώσεις της η 63
  • 64. µακροπρόθεσµη ενεργειακή στρατηγική της ΕΕ πρέπει να καλύπτει τα παρακάτω θέµατα:41 • Την εξισορρόπηση της στρατηγικής του ενεργειακού εφοδιασµού της έτσι ώστε να αντιµετωπιστεί η µελλοντική ραγδαία αύξηση της ενεργειακής ζήτησης ύστερα από την ευρωπαϊκή Οικονοµική και Νοµισµατική Ενοποίηση και την επικείµενη διερεύνηση της ΕΕ. • Την ριζική αναθεώρηση των καταναλωτικών συµπεριφορών και των µεθόδων εκµετάλλευσης των ενεργειακών πηγών • Θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα ενάντια στη µάχη εναντίον της εξάρτησης από ενεργειακές πηγές οι οποίες συµβάλλουν στην υπερθέρµανση του πλανήτη. • Στην ανάπτυξη νέων και ανανεώσιµων πηγών ενέργειας. • Στην συµβολή της ατοµικής ενέργειας στο ενεργειακό µίγµα, η οποία µεσοπρόθεσµα µπορεί να αναλυθεί και να συνεκτιµηθεί • Όσον αφορά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα πρέπει να σχεδιαστεί ένας ισχυρότερος µηχανισµός διασφάλισης στρατηγικών αποθεµάτων και να διασφαλιστούν νέες οδοί διέλευσης για την εισαγόµενη ενέργεια. Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι το αίτηµα της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασµού της ΕΕ βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων κατά τις αρχές του 21ου αιώνα. 5.5 Μια ενιαία Ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου Ο στόχος για τη δηµιουργία µια κοινής Ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου συνιστούσε µια αρχή η οποία ήταν ενσωµατωµένη κατά τη δηµιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 1992. Η Συνθήκη του Ενεργειακού Χάρτη καθορίζει επίσης την οικοδόµηση µιας κοινής ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς . Με αυτό τον τρόπο ο ενεργειακός τοµέας στην Ευρώπη θα γινόταν πιο ανταγωνιστικός και πιο αποδοτικός έτσι ώστε να αντιµετωπιστούν οι αυξανόµενες ανησυχίες αναφορικά µε την ανταγωνιστικότητα των Ευρωπαϊκού οικονοµικού και ενεργειακού τοµέα απέναντι σε ένα παγκοσµιοποιηµένο 41 European Commission: EU Green Paper, (2000) “Towards a European Strategy for the Security of Energy Supply”. COM (2000) 769 Final,) Brussels: European Commission. 64
  • 65. διεθνές σύστηµα. Η εισαγωγή του ανταγωνισµού στον τοµέα του φυσικού αερίου επιδίωκε τη διαµόρφωση ενός πιο κατάλληλου ανταγωνιστικού πλαισίου το οποίο θα έθετε τις βάσεις για αυξανόµενη ενεργειακή απόδοση και χαµηλότερες τιµές προς τους τελικούς καταναλωτές. Η σωστή λειτουργία µιας εσωτερικής ενεργειακής αγοράς θα προσέφερε σαφέστατα µεγαλύτερη ανθεκτικότητα και προσαρµοστικότητα σε ενδεχόµενη διαταραχή της τροφοδοσίας από οποιαδήποτε αιτία, παρέχοντας αυξηµένη ασφάλεια στον τοµέα και εφοδιασµό φυσικού αερίου. 5.5.1. Οι Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (EC Directives) Η αγορά του φυσικού αερίου στην ΕΕ µέχρι τη δεκαετία του 1990, είχε ένα κοινό χαρακτηριστικό. Σε κάθε κράτος ο τοµέας του φυσικού αερίου κυριαρχούταν από µία εθνική «κάθετα δραστηριοποιηµένη εταιρία» (vertical integrated company) η οποία είχε το απόλυτο δικαίωµα (µονοπώλιο) στην εισαγωγή, µεταφορά, διανοµή και πώληση αερίου, όντας παράλληλα ο διαχειριστής του εθνικού συστήµατος φυσικού αερίου. Οι διαπραγµατεύσεις ανάµεσα στις αρχές της ΕΕ, τα κράτη-µέλη και τις εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στην ενεργειακή αγορά κορυφώθηκαν κατά τη δεκαετία του 1990 και το αποτέλεσµα τους ήταν η Πρώτη Οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά µε την Ευρωπαϊκή Αγορά του Φυσικού Αερίου (98/30/EC). Βασική επιδίωξη της Οδηγίας του 1998 ήταν η δηµιουργία ενός νέου νοµικού πλαισίου το οποίο θα στόχευε στο άνοιγµα της Ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου ώστε να υπάρχει πρόσβαση σε αυτή από «τρίτα µέρη» (TPA, Third Party Access) τα οποία θα ενθάρρυναν τον ανταγωνισµό, µειώνοντας τον απόλυτο έλεγχο στην αγορά, τον οποίο µέχρι τότε κατείχαν οι εθνικές εταιρίες. Την εποπτεία του νέου αυτού συστήµατος θα αναλάµβαναν (ανεξάρτητα από το κράτος ή την αγορά) αρµόδια ρυθµιστικά όργανα. Η Οδηγία θα έπρεπε να είχε εφαρµοστεί στα 12 κράτη-µέλη της τότε ΕΕ-15 έως το 2000, εκτός από την Ελλάδα, την Πορτογαλία και τη Φινλανδία οι οποίες εκείνη τη χρονική περίοδο, θεωρούνταν αναπτυσσόµενες αγορές και η εφαρµογή σε αυτές θα ξεκινούσε από το 2006.42 42 International Energy Agency, (2008) Development of competitive gas trading in Continental Europe. How to achieve workable competition in European gas markets? Paris: OCDE/IEA, σ. 23 65
  • 66. Πριν ακόµη εφαρµοστεί πλήρως η 98/30/EC, το Συµβούλιο της ΕΕ το οποίο συγκλήθηκε το Μάρτιο του 2000 στη Λισαβόνα ζήτησε επιτακτικά την επιτάχυνση των διαδικασιών για την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. ∆ύο χρόνια αργότερα το 2002, το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο στη Βαρκελώνη αποφάσισε το πλήρες άνοιγµα της αγοράς του φυσικού αερίου για βιοµηχανική χρήση από το 2004 και της υπόλοιπης αγοράς µέχρι τον Ιούλιο του 2007. Θέτοντας την εκκίνηση των διαδικασιών για τη δηµιουργία µιας νέας νοµοθεσίας µε σκοπό να εφαρµοστούν οι παραπάνω αποφάσεις. Κατά αυτό τον τρόπο, το 2003 ακολούθησε η ∆εύτερη Οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2003/55/EC), της οποίας βασικός κανόνας ήταν η περαιτέρω ενίσχυση του ανταγωνισµού µέσω της TPA και η ενδυνάµωση της ανεξαρτησίας των ρυθµιστικών οργάνων. Η νέα Οδηγία συνοδευόταν και από µια βαθύτερη ανάλυση σχετικά µε τις υποχρεώσεις που είχε ο δηµόσιος τοµέας κάθε κράτους για την εφαρµογή του νέου νοµικού πλαισίου.43 Τον Απρίλιο του 2004 το Συµβούλιο της ΕΕ εξέδωσε άλλη µια Οδηγία η οποία δε στόχευε στη ρύθµιση των αγορών και την ενθάρρυνση του ανταγωνισµού µέσα σε αυτές. Η συγκεκριµένη Οδηγία (2004/67/EC) έθετε ένα πλαίσιο σχετικό µε µέτρα τα οποία έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν την ασφάλεια τροφοδοσίας της ΕΕ σε φυσικό αέριο, κάνοντας παράλληλα την Ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου ελκυστική απέναντι στους προµηθευτές της σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Η Οδηγία του 2004 δεν ήταν δεσµευτική για τα κράτη µέλη, όπως οι δύο προηγούµενες του 1998 και 2003. 5.6 Τα ∆ιευρωπαϊκά ∆ίκτυα Ενέργειας (ΤΕΝ-Ε) Τα δίκτυα ενέργειας, µεταφορών και τηλεπικοινωνιών αποτελούν από τα πλέον κοµβικά στοιχεία για την οικονοµική και κοινωνική ανάπτυξη. Όσον αφορά το ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχει νόηµα να µιλάµε για µια κοινή µεγάλη αγορά µε 43 Haase, N., (2008) European gas market liberalisation: Are regulatory regimes moving towards convergence?. Oxford: Oxford Institute for Energy Studies, σ. 26 66
  • 67. ελεύθερη διακίνηση αγαθών προσώπων και υπηρεσιών εάν τα διάφορα κέντρα είτε περιφερειακά είτε εθνικά που συγκροτούν αυτή την αγορά δεν είναι συνδεδεµένα µεταξύ τους µε σύγχρονες υποδοµές. Επίσης δεν είναι δυνατό να µιλάµε για µια αποτελεσµατική περιφερειακή πολιτική εάν οι πιο αποµακρυσµένες περιοχές δεν είναι ικανοποιητικά προσπελάσιµες και διασυνδεδεµένες µε τις κεντρικές περιοχές. Η ανταγωνιστικότητα, η απασχόληση, η ευηµερία και η αειφόρος ανάπτυξη βασίζονται στην ύπαρξη ενός αποτελεσµατικού συστήµατος δικτύων σε όλη την έκταση της Ε.Ε..44 Η ιδέα των ∆ιευρωπαϊκών ∆ικτύων (Trans European Networks ή TENs) εµφανίστηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και σχετίζεται µε τη δυναµική της δηµιουργίας µιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Μέχρι τότε τα µεταφορικά και ενεργειακά δίκτυα σχεδιάζονταν κυρίως µε βάση τις εθνικές ανάγκες. Το 1990 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάρτισε το πρώτο πρόγραµµα δράσης για τα διευρωπαϊκά δίκτυα µεταφορών ενέργειας και τηλεπικοινωνιών. Το 1992, τα διευρωπαϊκά δίκτυα απέκτησαν νοµική βάση µε την ένταξη τους ως πολιτική στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο Μάαστριχτ. Στη Λευκή Βίβλο του 1993, η προώθηση των µεγάλων διευρωπαϊκών δικτύων υποδοµών θεωρείται ως ένα ακόµη µέτρο για την αναθέρµανση της ευρωπαϊκής οικονοµίας. Η δηµιουργία των διευρωπαϊκών ενεργειακών δικτύων (εφεξής ∆.Ε.∆.) αποτελεί κεντρικό πυλώνα της Ε.Ε. για την εµπέδωση της κοινής ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής και την καταπολέµηση των διαφόρων διαστάσεων εσωτερικών και εξωτερικών προβληµάτων που εµποδίζουν αυτή την προοπτική. Η εσωτερική διάσταση αφορά την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, την ολοκλήρωση των διακρατικών συνδέσεων, τη διαφοροποίηση της σύνθεσης των ενεργειακών πηγών και την προώθηση καινοτόµων ενεργειακών τεχνολογιών. Η εξωτερική διάσταση περιλαµβάνει την εγγύηση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασµού µε την ταυτόχρονη σταθερή παροχή του, τη σύνδεση των εσωτερικών δικτύων µε τους εξωτερικούς παραγωγούς και η άσκηση κοινής εξωτερικής ενεργειακής πολιτικής. 44 Καµχής, Μ., (2007) Η ενοποίηση του Ευρωπαϊκού χώρου 1986-2006. Αθήνα: Kριτική. σ. 206 67
  • 68. Η προώθηση της ανάπτυξης, διασύνδεσης και διαλειτουργικότητας των διευρωπαικών δικτύων ενέργειας επιδιώκει να αντιµετωπίσει αυτά τα προβλήµατα. Οι στόχοι των ∆Ε∆ είναι: - Η ενθάρρυνση της αποτελεσµατικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και της ορθολογικής παραγωγής, διανοµής και χρησιµοποίησης των ενεργειακών πηγών. - Ο περιορισµός της αποµόνωσης των λιγότερο ευνοηµένων και νησιωτικών περιοχών της ΕΕ και κατ’ επέκταση η συµβολή στην ενίσχυση της οικονοµικής και κοινωνικής συνοχής. - Η ενίσχυση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασµού µέσω, µεταξύ άλλων, της ενίσχυσης των σχέσεων µε τρίτες χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο η ΕΕ χρηµατοδοτεί κυρίως έργα υποδοµών στον τοµέα του ηλεκτρισµού και του φυσικού αερίου τα οποία αποτελούν ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι διασυνοριακού χαρακτήρα εξυπηρετώντας περισσότερα από ένα κράτη-µέλη. Τα ∆Ε∆ όπως και τα αντίστοιχα των µεταφορών χρηµατοδοτούνται από διάφορες πηγές. Οι βασικές πηγές χρηµατοδότησης των ∆Ε∆ είναι το ΕΤΠΑ και η ΕΤΕπ κυρίως για τις λιγότερο ανεπτυγµένες περιοχές της Ενωσης. Πιο συγκεκριµένα σε ότι αφορά τα ηλεκτρικά δίκτυα τα σχετικά έργα περιλαµβάνουν τις γραµµές υψηλής τάσης και τις υποβρύχιες ζεύξεις διαπεριφερειακής ή διεθνούς µεταφοράς ή σύνδεσης και κάθε σχετικό εξοπλισµό, όπως τα συστήµατα προστασίας και ελέγχου. Όσον αφορά το φυσικό αέριο στα επιλέξιµα έργα περιέχονται οι αγωγοί αερίου υψηλής πίεσης, οι υπόγειοι χώροι αποθήκευσης που είναι συνδεδεµένοι µε τους αγωγούς, οι χώροι παραλαβής, αποθήκευσης και επαναεριοποιήσης του Υ.Φ.Α. και τα πλοία µεταφοράς Υ.Φ.Α. Τα προγράµµατα προτεραιότητας στον τοµέα του ηλεκτρισµού τα οποία έχουν ολοκληρωθεί είναι: - EL 1: ∆ιασυνοριακή σύνδεση Γαλλίας - Βελγίου, και αναβάθµιση των δικτύων σε Γερµανία και Ολλανδία 68
  • 69. - EL 2: ∆ιασυνοριακή σύνδεση Ιταλίας – Ελβετίας, Γαλλίας – Ιταλίας, Ιταλίας – Αυστρίας και Ιταλίας – Σλοβενίας - EL 3: ∆ιασυνοριακή σύνδεση Γαλλίας – Ισπανίας, Πορτογαλίας – Ισπανίας και σύνδεση των Βαλεαρίδων νήσων µε το Ισπανικό δίκτυο ηλεκτρισµού (υποβρυχίως) - EL 4: ∆ιασυνοριακή διασύνδεση Ελλάδας – Τουρκίας, Π.Γ∆.Μ. – Βουλγαρίας, Κροατίας – Βοσνίας, Μαυροβουνίου - Αλβανίας - EL 5: ∆ιασυνοριακή διασύνδεση Ολλανδίας – Βρετανίας, Ιρλανδίας - EL 6: ∆ιασυνοριακή διασύνδεση Ιρλανδίας – Ουαλίας (Η. Β.) - EL 7: ∆ιασυνοριακή διασύνδεση Γερµανίας – ∆ανίας – Νορβηγίας - Σουηδίας - EL 8: ∆ιασυνοριακή διασύνδεση Ουγγαρία – Σλοβακία και Αυστρία - Τσεχία - EL 9: ∆ιασυνοριακή διασύνδεση Μαρόκο – Ισπανίας, Μαρόκο – Αλγερίας, Αλγερίας – Τυνησίας - Όσον αφορά τον τοµέα του φυσικού αερίου µέχρι σήµερα έχουν ολοκληρωθεί τα εξής έργα προτεραιότητας: - NG 3: ∆ιασυνοριακή διασύνδεση Τουρκίας – Ελλάδας (Turkey-Greece Interconnector) - NG 4: Νέοι σταθµοί Υ.Φ.Α. (Βέλγιο, Ισπανία, Γαλλία). - Από το 2006, σύµφωνα µε την απόφαση 1364/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθορίστηκε ο νέος προσανατολισµός των ∆.Ε.∆. Οι νέες κατευθύνσεις δίνουν έµφαση στην ανάπτυξη των ενεργειακών σχέσεων της ΕΕ µε τα γειτονικά κράτη µη µέλη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου καθώς και µε τα πλούσια σε αποθέµατα σε φυσικό αέριο κράτη της Μέσης Ανατολής και της Κασπίας θάλασσας.45 45 http://europa.eu/legislation_summaries/energy/internal_energy_market/l27066_en.htm 69
  • 70. Εικόνα 8: Τα έργα διασύνδεσης φυσικού αερίου στη Λεκάνη της Μεσογείου (Μεσογειακός ∆ακτύλιος) Πηγή: DG-TREN Πιο συγκεκριµένα στον τοµέα της ηλεκτρικής ενέργειας στο προτείνονται έργα όπως: - Η διασύνδεση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης µε την υπόλοιπη ΕΕ µέσω της «Αδριατικής γραµµής», η οποία θα περιλαµβάνει υποσταθµούς στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη και στην Αλβανία. - Η διασύνδεση Ελλάδας – Τουρκίας - Αλγερίας – Ισπανίας - Ιταλίας – Τυνησίας - Ιταλίας – Λιβύης - Η ενίσχυση δυναµικότητας µεταξύ Μαρόκου – Ισπανίας. 70
  • 71. Όσον αφορά στις νέες κατευθύνσεις για τα έργα προτεραιότητας στον τοµέα του φυσικού αερίου περιλαµβάνονται:46 - NG 1: Ο αγωγός Ρωσίας – Γερµανίας, µέσω Βαλτικής θάλασσας (Nord Stream), διασύνδεση δικτύων Πολωνίας – Τσεχίας και Γερµανίας – Σουηδίας. - NG 2: Ο αγωγός Αλγερίας – Ισπανίας – Γαλλίας (Medgaz), Αλγερίας – Ιταλίας µέσω Σαρδηνίας (GALS) - NG 3: Ο αγωγός Τουρκίας – Βουλγαρίας – Ρουµανίας – Ουγγαρίας - Αυστρίας (Nabucco), ο ∆ιαβαλκανικός αγωγός (Ελλάδα, ΠΓ∆Μ, Σερβία, Βοσνία – Ερζεγοβίνη, Κροατία, Σλοβενία, Αυστρία.) - NG 4: Τερµατικοί σταθµοί ΥΦΑ (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Κροατία, Αίγυπτο) - NG 5: Υπόγειοι σταθµοί αποθήκευσης ( Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, ∆ανία, Πολωνία, Λιθουανία, Λετονία, Γαλλία) - NG 6: Ο ∆ακτύλιος της Ανατολικής Μεσογείου µε έξι τµήµατα αγωγών ( Αίγυπτος – Λιβύη, Αίγυπτος – Ιορδανία, Συρία, Λίβανος, Κύπρος, Τουρκία). 5.7 Το πρόγραµµά INOGATE Το πρόγραµµα INOGATE είναι ένα διεθνές πρόγραµµα συνεργασίας το οποίο έχει ως στόχο να προωθήσει την περιφερειακή ολοκλήρωση του συστήµατος των αγωγών και να διευκολύνει τη µεταφορά πετρελαίου και αερίου τόσο µέσα στην ευρύτερη περιοχή των νέων ανεξάρτητων κρατών που προέκυψαν ύστερα από τη διάλυση της ΕΣΣ∆ όσο και προς τις αγορές της Ευρώπης λειτουργώντας, παράλληλα και ως καταλύτης για την προσέλκυση επενδύσεων από ιδιώτες και χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα σε αυτούς τους αγωγούς. Η κύρια πηγή χρηµατοδότησης του µέχρι πρότινος ήταν το πρόγραµµα TACIS της ΕΕ.47 46 Ramboil Oil & Gas, (2008), TEN-Energy Corridors for Energy Transmission, Prepared for the European Comission. σ. 112-131 47 71
  • 72. 5.8 Το πρόγραµµα TACIS Το πρόγραµµα TACIS (Technical Assistance to the Commonwealth of Independent States) ξεκίνησε το 1991 και βασική επιδίωξη του ήταν η υποστήριξη της διαδικασίας της µετάβασης των χωρών της ΚΑΚ48 προς τις δοµές της οικονοµίας της αγοράς και των δηµοκρατικών κοινωνιών. Κατά τα δύο πρώτα χρόνια, το πρόγραµµα λειτουργούσε στη βάση της έκτατης βοήθειας. Από το 1993 εστίασε την προσοχή του σε στρατηγικούς τοµείς και θέµατα. Τα οποία από το 2002 ύστερα από απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δόθηκε έµφαση σε «έξι τοµείς προτεραιότητας»: 1. Υποστήριξη των θεσµικών, νοµοθετικών και διοικητικών µεταρρυθµίσεων. 2. Υποστήριξη του ιδιωτικού τοµέα και βοήθεια µε σκοπό την οικονοµική ανάπτυξη 3. Υποστήριξη για τον εντοπισµό των κοινωνικών επιπτώσεων κατά την περίοδο της µετάβασης 4. Ανάπτυξη των ενεργειακών δικτύων και υποδοµών 5. Προώθηση της περιβαλλοντικής προστασίας και της διαχείρησης των φυσικών πόρων 6. Πυρηνική ασφάλεια49 5.9 Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ιδρύθηκε το 1958, η δηµιουργία της είχε θεσµοθετηθεί το 1957 από τη Συνθήκη της Ρώµης. Η ΕΤΕπ αποτελεί το χρηµατοπιστωτικό όργανο της ΕΕ, αποστολή της είναι να δανείζεται χρήµατα και να τα επαναχορηγεί χωρίς να επιδιώκει το κέρδος µε σκοπό να προάγει τους στόχους της ΕΕ τόσο στα κράτη-µέλη της Ένωσης όσο και σε τρίτες χώρες, σήµερα δραστηριοποιείται σε περίπου 120 χώρες. 48 Ρωσία, Ουκρανία, Μολδαβία, Γεωργία, Αρµενία, Αζερµπαϊτζάν, Τουρκµενιστάν, Ουζµπεκιστάν, Καζακστάν, Κιργιζιστάν, Τατζικιστάν και Μογγολία 49 Alexander Frenz, The European Commission’s Tacis Programme 1991 – 2006 A Success Story, 2007 72
  • 73. Ένα µεγάλο µέρος των χορηγήσεων της ΕΤΕπ διατίθεται για τη διευκόλυνση της περιφερειακής πολιτικής της ΕΕ και την ενίσχυση της οικονοµικής και κοινωνικής συνοχής εντός της Ένωσης. Άλλος σηµαντικός τοµέας δραστηριοτήτων της ΕΤΕπ είναι η χρηµατοδότηση των διευρωπαϊκών δικτύων µεταφορών, τηλεπικοινωνιών και ενέργειας. 5.9.1 Χρηµατοδοτήσεις της ΕΤΕπ στον ενεργειακό τοµέα Ο τοµέας της ενέργειας είναι ένας σηµαντικός αποδέκτης χορηγήσεων από την ΕΤΕπ. Η ανάπτυξη των εγχώριων ενεργειακών πόρων στην ΕΕ, η ορθολογική χρήση της ενέργειας, η διανοµής της στο σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου και ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού αποτελούν πρωταρχικές επιδιώξεις για την ανάπτυξη των κρατών-µελών. Ήδη από τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 η ΕΤΕπ διαθέτει σηµαντικά πόσα που κατευθύνονται σε επενδύσεις στον ενεργειακό τοµέα. Πιο συγκεκριµένα, όλο αυτό το χρονικό διάστηµα η ΕΤΕπ έχει υποστηρίξει δράσεις για την παραγωγή ενέργειας, όπως η πυρηνική (δεκαετία του 1980), η αξιοποίηση κοιτασµάτων υδρογονανθράκων (Βόρεια Θάλασσα), η ανάπτυξη των ΑΠΕ. Όπως ανέφερα και παραπάνω υποστηρίζει ενεργά τα έργα προτεραιότητας των ∆Ε∆ στον τοµέα του ηλεκτρισµού και φυσικού αερίου. 5.10 Η Ενεργειακή Κοινότητα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης Η ίδρυση της Ενεργειακής Κοινότητας αφορά τη δηµιουργία µιας ενιαίας αγοράς ηλεκτρισµού και φυσικού αερίου µεταξύ των χωρών της Βαλκανικής χερσονήσου και της ευρύτερης περιοχής της Νοτιανατολικής Ευρώπης, µε απώτερο στόχο την ενσωµάτωση της στην εσωτερική αγορά ενέργειας της ΕΕ. Στις 25 Οκτωβρίου 2005 στην Αθήνα, υπογράφηκε η Συνθήκη για την ίδρυση της Ενεργειακής Κοινότητας, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την τότε Βρετανική προεδρία, από πέντε κράτη-µέλη της ΕΕ που είχαν αναλάβει εξαρχής θεσµικά ενεργό ρόλο για την προώθηση της Συνθήκης και από δέκα κράτη της περιοχής των Βαλκανίων στα οποία συµπεριλαµβάνονται όλες οι χώρες της περιοχής συµπεριλαµβανόµενης και της Τουρκίας. Με την υπογραφή της συνθήκης τα δέκα υπογράφοντα µέρη, δηλαδή η Αλβανία, η Π.Γ.∆.Μ., η Βουλγαρία, η Ρουµανία, η Τουρκία, η Σερβία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η 73
  • 74. Κροατία και η αποστολή του ΟΗΕ στο Κόσσοβο δεσµεύονται να υιοθετήσουν το «ευρωπαϊκό κεκτηµένο» σε θέµατα που αφορούν τη διακίνηση ενέργειας, τον ανταγωνισµό των ενεργειακών αγορών, περιβάλλοντος και ανανεώσιµων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ). 50 Η παραπάνω συνθήκη έχει ιδιαίτερη σηµασία καθώς είναι η πρώτη όπου το ευρωπαϊκό κεκτηµένο επεκτείνεται σε χώρες εκτός της ΕΕ. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει την υψηλή σηµασία σε γεωπολιτικό και γεωοικονοµικό επίπεδο που αποδίδει η ΕΕ στην περιοχή των Βαλκανίων. 5.10.1 Οι στόχοι της Ενεργειακής Κοινότητας Η δηµιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αποσκοπεί στην: • Ενσωµάτωση του κοινοτικού κεκτηµένου στον ενεργειακό τοµέα των χωρών της ΝΑ Ευρώπης οι οποίες δεν αποτελούν µέλη της ΕΕ. • ∆ιαφοροποίηση των πηγών ενέργειας της ΕΕ και της ευρύτερης περιοχής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. • Αναβάθµιση της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων σε ενεργειακό δίαυλο µεταξύ Ανατολής και ∆ύσης. • ∆ηµιουργία ενιαίου και σταθερού ρυθµιστικού πλαισίου και κατάλληλων συνθηκών ελευθέρου ανταγωνισµού στην αγορά ηλεκτρισµού και φυσικού αερίου. • Προώθηση πολιτικών εξοικονόµησης ενέργειας και αξιοποίησης των ΑΠΕ. 50 European Commission, (2005) Treaty Establishing the Energy Community of Southeastern Europe. Athens: European Commission. σ. 2 74
  • 75. 6. Η Ρωσία και η Ενεργειακή Ασφάλεια της ΕΕ 6.1 Ο Ρωσικό τοµέας φυσικού αερίου Η Ρωσία αποτελεί το κράτος µε τα µεγαλύτερα κοιτάσµατα φυσικού αερίου παγκοσµίως, τα οποία υπολογίζονται σε περισσότερα από 45 τρις κ/µ, δηλαδή γύρω το 26,6% περίπου των µέχρι σήµερα εντοπισµένων. Την ίδια στιγµή είναι η µεγαλύτερη παραγωγός και εξαγωγέας χώρα φυσικού αερίου στον κόσµο και ο δεύτερος καταναλωτής µετά τις ΗΠΑ. Το 2007, παρήγαγε 607 εκατ. κ/µ εκ των οποίων τα 430 εκατ. κ/µ κατευθύνθηκαν για την κάλυψη της ζήτησης στο εσωτερικό της (BP, 2008). Οι εξαγωγές άγγιξαν τα 170 δις κ/µ, περίπου το 28% της συνολικής παραγωγής της, µε κύριους αποδέκτες τα κράτη της ΕΕ για τις οποίες η Ρωσία είναι ο κύριος εξωτερικός προµηθευτής, το 2007 το 42% των εισαγωγών της ΕΕ-27 σε αέριο προέρχονταν από αυτή.51 Οι εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη συνεισφέρουν σηµαντικά τον κρατικό της προϋπολογισµό. Η µεταφορά του αερίου γίνεται µέσω δικτύων αγωγών τα οποία άρχισαν να αναπτύσσονται σε επίπεδο ΕΣΣ∆ από τη δεκαετία του 1960 και κατά τις επόµενες δεκαετίες συνδέθηκαν µε το τότε αντίστοιχο ευρωπαϊκό δίκτυο. Γράφηµα 5: H ρωσική παραγωγή φυσικού αερίου (1985-2006) Πηγή: http://www.europe.the oildrum.com 51 European Commission Directorate-General for Energy and Transport (DG TREN), 2008, EU Energy In Figures 2007/2008, σ. 14 75
  • 76. ΕΝΘΕΜΑ 3 O Ενεργειακός ∆ιάλογος ΕΕ-Ρωσίας Ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2000 σε µια συνάντηση κορυφής ΕΕ-Ρωσίας. Ο διµερής αυτός διάλογος αποτελούσε µια αναγκαιότητα και για τις δύο πλευρές. Εκτός από το γεγονός ότι οι δυο αυτές οντότητες µοιράζονται ένα κοινό γεωγραφικό χώρο µε τον οποίο συνδέονται ιστορικά, πολιτιστικά, πολιτικά και οικονοµικά. Η Ρωσία αποτελεί το µεγαλύτερο προµηθευτή της ΕΕ σε ενεργειακούς πόρους (υδρογονάνθρακες, άνθρακας, ουράνιο) ενώ αναλόγως, η ΕΕ είναι για τη Ρωσία είναι σηµαντικότερος οικονοµικός και εµπορικός εταίρος ο οποίος µέσω των στενών οικονοµικών (ενεργειακών) και πολιτικών σχέσεων θα ήταν δυνατόν να της παρέχει τα εχέγγυα για οικονοµική ανάπτυξη και βιωσιµότητα. Η σχέση τους κάλλιστα µπορεί να χαρακτηριστεί από ένα είδους αλληλεξάρτησης Βασικός στόχος του Ενεργειακού ∆ιαλόγου έτσι όπως αναφέρεται και στην Κοινή ∆ιακήρυξη των δύο πλευρών «αποτελεί η επίλυση όλων των ζητηµάτων κοινού ενδιαφέροντος τα οποία σχετίζονται µε τον τοµέα της ενέργειας». Ο Ενεργειακός ∆ιάλογος διαρθρώνεται από 4 θεµατικές οµάδες εργασίας (επενδύσεις, υποδοµές, εµπόριο, ενεργειακή αποδοτικότητα) στην οποία συµµετέχουν περισσότεροι από 100 Ρώσοι και Ευρωπαίοι ειδικοί προερχόµενοι από τις κυβερνήσεις και τον ιδιωτικό τοµέα και οποίοι προετοιµάζουν περαιτέρω προτάσεις για τον Ενεργειακό ∆ιάλογο. Στα πλαίσια του Ενεργειακού ∆ιαλόγου ιδρύθηκε το 2002 ένα κοινό Ευρώ-Ρωσικό Κέντρο Ενεργειακής Τεχνολογίας µε έδρα τη Μόσχα, ενώ προωθείται και η δηµιουργία ενός κοινού Παρατηρητηρίου για την ενεργειακή αγορά. Αποτελέσµατα του Ενεργειακού ∆ιαλόγου Μέσω του Ενεργειακού ∆ιαλόγου διευκολύνθηκε η συνεργασία µεταξύ των δυο µέρων στον τοµέα της ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας, µέσω της δροµολόγησης ενεργειακών έργων υποδοµών κοινού ενδιαφέροντος για τις δύο πλευρές όπως ο αγωγός φυσικού αερίου Nord Stream, η ανάπτυξη του Ρωσικού κοιτάσµατος φυσικού αερίου Shtokhman οι πετρελαιαγωγοί Yamal-Druzhba και Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και η διασύνδεση των δικτύων ηλεκτρισµού ΕΕ και Ρωσίας. Ένα ακόµη σηµαντικό επίτευγµα του Ενεργειακού ∆ιαλόγου ήταν η τελική επικύρωση του Πρωτοκόλλου του Κιότο από την Ρωσική ∆ούµα τον Οκτώβριο του 2004, το οποίο αποτελούσε ένα ακανθώδες ζήτηµα ανάµεσα στις σχέσεις της Ρωσίας µε την ΕΕ από τέλη της δεκαετίας του 1990. 76
  • 77. 6.2 Η Gazprom Η εξόρυξη, µεταφορά και διανοµή του φυσικού αερίου στη ρωσική επικράτεια ελέγχεται σχεδόν αποκλειστικά από την εταιρία Gazprom. Η Gazprom ελέγχει το 25% περίπου των παγκόσµιων κοιτασµάτων φυσικού αερίου ενώ παράγει το 94% του ρωσικού αερίου και το 16% της παγκόσµιας παραγωγής (ΙΕΑ, 2007). Σήµερα αποτελεί την τρίτη µεγαλύτερη εταιρία ενέργειας στον κόσµο (µετά την Petro-China και την Exxon-Mobil). Εκτός από διαχειριστής του ενοποιηµένου ρωσικού συστήµατος παροχής αερίου (Unified Gas Supply System, UGSS) το µεγαλύτερο δίκτυο φυσικού αερίου στον κόσµο (συνολικό µήκος 157.000 χµ), οι δραστηριότητες της Gazprom περιλαµβάνουν την πώληση αερίου σε 32 κράτη,52 έχοντας το αποκλειστικό δικαίωµα για την εξαγωγή ρωσικού φυσικού αερίου και του Κέντρο-Ασιατικού (κυρίως Τουρκµένικου) το οποίο διέρχεται µέσω του UGSS. Οι εξαγωγές φυσικού αερίου αποτελούν για την Gazprom σχεδόν το 60% των εσόδων της από την πώληση αερίου. Επιπλέον ασχολείται ενεργά στην εξόρυξη αερίου και πετρελαίου σε αρκετές χώρες του κόσµου, έχει στην κυριότητα της µερίδια εταιριών διανοµής και µεταφοράς αερίου στην Ευρώπη (Γερµανία, Σερβία κ.α.) και υποδοµές όπως δίκτυα αγωγών (Λευκορωσία) και χώρους αποθήκευσης φυσικού αερίου. Το 2004, η Gazprom εξήγαγε 150 δις κ/µ φυσικού αερίου σε 22 Ευρωπαϊκά κράτη.53 Για την Ευρώπη, το Ρωσικό φυσικό αέριο αντιστοιχεί σχεδόν στο 40% των συνολικών εισαγωγών και το 28% της ζήτησης για το ίδιο έτος.54 Για όλες τις ρωσικές εξαγωγές σε αέριο (εκτός από την παροχή στην Φινλανδία, ένα µέρος των εξαγωγών προς την Τουρκία πραγµατοποιούνται µέσω του αγωγού Blue Stream) η διέλευση πραγµατοποιείται µέσω τριών κρατών: τις Ουκρανία, Μολδαβία και Λευκορωσία. Η Ουκρανία κατέχει καίρια γεωγραφική θέση µε το περισσότερο από το 80% του Ρωσικού αερίου να διέρχεται µέσω αυτής το 2004. Σύµφωνα µε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη, η Gazprom θεωρείται ότι λειτουργεί περισσότερο ως όργανο της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, παρά ως ανεξάρτητη εταιρία, 52 http://www.gazprom.com/eng/articles/article8511.shtml, (19/3/2009) 53 Gazprom in figures 2004, σ. 29, www.gazprom.com 54 Cedigaz, Trends and Figures in 2004, Cedigaz/IFP: Rueil Malmaison, 2005. 77
  • 78. και έχει ως στόχο να αυξήσει την ρωσική πολιτική και οικονοµική επιρροή στον ευρωπαϊκό χώρο και σε περιφερειακό επίπεδο εκµεταλλευόµενη το συγκριτικό ενεργειακό πλεονέκτηµα που διαθέτει. 55 Το 51% των µετοχών της εταιρίας ανήκει στο ρωσικό δηµόσιο. Η ρωσική αγορά φυσικού αερίου µπορεί να χαρακτηριστεί ως ηµι-µονοπωλιακή αφού οι δραστηριότητες των υπόλοιπων εταιριών αερίου γνωστές και ως «Ανεξάρτητες»56 είναι περιορισµένου βαθµού και εξαρτώνται σε µεγάλο βαθµό από τη Gazprom. Αξίζει να αναφερθεί ότι το πολιτικό περιβάλλον έτσι όπως διαµορφώθηκε µετά τη ρωσική οικονοµική κρίση του 199857 δεν ευνοεί επενδύσεις ξένων εταιριών σε στρατηγικούς οικονοµικούς τοµείς όπως η εκµετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της και η δραστηριοποίηση τους στον ενεργειακό τοµέα. Ενδεικτικά. το 2007 το Ρωσικό κράτος ακύρωσε τις συµφωνίες µε την κοινοπραξία εκµετάλλευσης των κοιτασµάτων φυσικού αερίου στη νήσο Σαχαλίνη στη Ρωσική Άπω Ανατολή, στην οποία το πλειοψηφικό µερίδιο κατείχε η εταιρία Royal Dutch/Shell, θέτοντας επικεφαλής του σχήµατος την Gazprom (Krysiek, 2007). Αναµφισβήτητα, αυτή η πράξη υποδήλωνει ότι ο ενεργειακός τοµέας αποτελεί για τη Ρωσία ακρογωνιαίος λίθος για τη διατήρηση της ενεργειακής της κυριαρχίας. Η Ρωσία έχει δεχθεί κριτικές από την ΕΕ για τη µη επικύρωση της Συνθήκης για το Χάρτη Ενέργειας (Energy Charter Treaty) ο οποίος προβλέπει µεταξύ άλλων, την απελευθέρωση των αγορών ενέργειας και τη λειτουργία τους σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισµού, κάτι το οποίο σύµφωνα µε τις παρούσες συνθήκες αντιβαίνει στα Ρωσικά πολιτικά και οικονοµικά συµφέροντα. 6.3 Τα ρωσικά αποθέµατα µελλοντικά Παρόλο που η Ρωσία διαθέτει τα µεγαλύτερα αποθέµατα στον κόσµο και ταυτόχρονα αποτελεί τη µεγαλύτερη παραγωγό φυσικού αερίου, η προοπτική στο να αυξήσει την παραγωγή της θεωρείται εξαιρετικά αβέβαιη. Αυτή η εκτίµηση βασίζεται 55 56 57 Γνωστή και ως «κρίση του Ρουβλίου» ήταν αποτέλεσµα της Ασιατικής οικονοµικής κρίσης του 1997, η οποία συντέλεσε στην πτώση των τιµών προϊόντων όπως το πετρέλαιο, φυσικό αέριο, µεταλλεύµατα και η ξυλεία, τα οποία συνεισφέρουν τη µερίδα του λέοντος στο ΑΕΠ της Ρωσίας. Η κρίση το 1998 οδήγησε στη διόγκωση του εξωτερικού χρέους της Ρωσίας και στη δραστική υποτίµηση της ισοτιµίας του Ρουβλίου σε σχέση µε το ∆ολάριο ΗΠΑ. 78
  • 79. στους εξής λόγους: Πρώτον, τα κοιτάσµατα της ∆υτικής Σιβηρίας τα οποία κατά κύριο λόγο συνεισφέρουν στην ρωσική παραγωγή αερίου, είτε βρίσκονται σε µια φάση ωριµότητας είτε η παραγωγή τους αρχίζει σταδιακά να µειώνεται. ∆εύτερον, η ανάπτυξη πεδίων κυρίως στην αφιλόξενη περιοχή του Αρκτικού κύκλου όπως τα τεράστια κοιτάσµατα στη χερσόνησο Yamal και το υποθαλάσσιο Shtokman στη θάλασσα Μπάρεντς αναµένεται να συναντήσει εµπόδια. Τα συγκεκριµένα κοιτάσµατα θεωρούνται από τεχνικής άποψης, αρκετά δύσκολο να γίνουν εκµεταλλεύσιµα καθώς η Ρωσία υστερεί από τεχνολογικής άποψης και επιπρόσθετα θα πρέπει να επενδυθούν σηµαντικά κεφάλαια. Παροµοίως, τα πλούσια κοιτάσµατα στην Ανατολική Σιβηρία αντιµετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες ενώ θα πρέπει να κατασκευαστούν αγωγοί ώστε να συνδέονται µε το υπόλοιπο Ρωσικό δίκτυο αερίου. Εικόνα 8: Το ρωσικό δίκτυο και τα αποθέµατα φυσικού αερίου Πηγή: IEA, 2007 Η παραπάνω κατάσταση είναι εξαιρετικά πιθανόν να οδηγήσει στη µη περαιτέρω αύξηση της ρωσικής παραγωγής αερίου ή ακόµη και σε ενδεχόµενη µείωση, µε αποτέλεσµα η Ρωσία να µην είναι σε θέση να καλύψει τόσο την αυξανόµενη κατανάλωση αερίου όσο και τις υποχρεώσεις της απέναντι στις ευρωπαϊκές αγορές. 79
  • 80. 6.4 Οι Ρώσο-Ουκρανικές διαµάχες φυσικού αερίου Οι σχέσεις ΕΕ – Ρωσίας επιδεινώθηκαν µετά τη Ρώσο-Ουκρανική διαµάχη του 2006, όπου η διακοπή εφοδιασµού από την Gazprom της ουκρανικής αγοράς σε αέριο, δηµιούργησε σοβαρά προβλήµατα τροφοδοσίας σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες προµηθεύονταν ρωσικό φυσικό αέριο µέσω της Ουκρανίας. Αρκετά ευρωπαϊκά κράτη θεώρησαν τη στάση της Ρωσίας ως πράξη η οποία έθεσε σε κίνδυνο και υπονόµευε την ενεργειακή τους ασφάλεια. Εικόνα 9: Οι αγωγοί που διασχίζουν το ουκρανικό έδαφος Πηγή: Jonathan Stern, 2005 6.4.1 Σχέσεις Ρωσίας Ουκρανίας πριν από το 2006 Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 οι Ρώσο-Ουκρανικές σχέσεις σχετικά µε το φυσικό αέριο χαρακτηρίζονταν από: • Την αδυναµία της Ουκρανίας να καταβάλλει τα χρήµατα για εισαγωγή περισσοτέρων από 50 δις κ/µ από ρωσικού αερίου, η οποία οδήγησε σε υψηλά επίπεδα χρεών και απλήρωτα συµβόλαια προµήθειας προς τη Gazprom, µε αποτέλεσµα: • την ελάττωση των Ρωσικών προµηθειών στην Ουκρανία για µικρό χρονικό διάστηµα αποσκοπώντας στην συµµόρφωση της προς την καταβολή των συµφωνηθέντων χρηµατικών αντιτίµων, το οποίο οδήγησε µε τη σειρά του σε : 80
  • 81. • περιορισµένη εκτροπή της παροχής όγκων φυσικού αερίου προς την Ευρώπη (Stern, 2006a). Το 2004 αποφασίστηκε ένα µέρος των εισαγωγών της Ουκρανίας να αντικατασταθούν από τουρκµένικο αέριο (21-25 δις κ/µ) όπου η µεταφορά του µέχρι τα ουκρανικά σύνορα θα γινόταν από τη νεοϊδρυόµενη εταιρία RusUkrEnergo (RUE)58, µέσω του ρωσικού δικτύου, το οποίο διαχειρίζεται η Gazprom ενώ το υπόλοιπο θα το προµηθεύεται από τη Gazprom. Η τιµή η οποία συµφωνήθηκε να πληρώνει η Ουκρανία ήταν 45-50$ ανά 1000 κ/µ. Αυτές οι τιµές ήταν χαµηλότερες σε σχέση µε αυτές που πλήρωναν στη Gazprom άλλα ευρωπαϊκά κράτη (άνω των 200$ ανά εκατ. κ/µ) , οι υπόλοιπες χώρες της ΚΑΚ59 και τα βαλτικά κράτη. Η αύξηση των τιµών του πετρελαίου και κατά συνέπεια του αερίου από το 2005, οδήγησαν τη Ρωσία να ζητήσει από τις γειτονικές τις χώρες την καταβολή των προµηθειών τους σε ευρωπαϊκές τιµές (µεταξύ 160-230$) από το 2006 συµπεριλαµβανόµενης και της Ουκρανίας. Η ουκρανική πλευρά αρνήθηκε τη ρωσική πρόταση και αντιπρότεινε να πληρώνει 80$ ανά εκάτ. κ/µ. Οι Ρώσο-Ουκρανικές σχέσεις είχαν επιδεινωθεί σηµαντικά ήδη από τα τέλη του 2004 µε την άνοδο στην εξουσία του διδύµου Victor Yushchenko-Yulia Timoshenko και την επικράτηση της λεγόµενης «Πορτοκαλί Επανάστασης». Η πολιτική τους ήταν αντίθετη στην επιρροή της Ρωσίας στη χώρα και προσανατολισµένη προς τις Ευρώ-ατλαντικές δοµές. Το γεγονός το οποίο επιδείνωσε περαιτέρω τις σχέσεις των δύο κρατών ήταν η εξαφάνιση 7,8 δις κ/µ ρωσικού φυσικού αερίου το Μάιο του 2005, το οποίο είχε φυλάξει η Gazprom σε αποθηκευτικούς χώρους στην Ουκρανία. Η ρωσική πλευρά κατηγόρησε ευθέως την Ουκρανία ότι το αποθηκευµένο φυσικό αέριο εκλάπη κάτι το οποίο διαψεύστηκε από την πλευρά της. Κατά τα τέλη του 2005 οι σχέσεις των δύο κρατών είχαν επιδεινωθεί σοβαρά λόγω των χαοτικών διαφορών κατά τη διάρκεια των διαπραγµατεύσεων ανάµεσα στη Gazprom και την Ουκρανική Naftogaz ως προς : α) την τιµή πώλησης του φυσικού αεριόυ και β) των τελών διέλευσης που θα έπρεπε να 58 Κοινοπραξία ανάµεσα στις εταιρίες Gazprombank (θυγατρική της Gazprom) και µια θυγατρική της Austrian Raffeisen Bank 59 Ουκρανία, Μολδαβία, Λευκορωσία, Γεωργία και Αρµενία 81
  • 82. καταβάλει η ρωσική πλευρά στην ουκρανική για το αέριο το οποίο κατευθυνόταν προς την Ευρώπη.60 6.4.2 Η κρίση του Ιανουαρίου 2006 Η άρνηση της Ουκρανικής πλευράς να αποδεχτεί τους όρους που έθετε η Ρωσία οδήγησαν στη διακοπή της παροχής φυσικού αερίου προς την Ουκρανία στις 1 Ιανουαρίου 2006, 10.00 π.µ. ώρα Μόσχας. Ο αντίκτυπος στις ευρωπαϊκές αγορές ήταν άµεσος, αν και η Gazprom ισχυρίστηκε ότι διέκοψε την παροχή µόνο σε συγκεκριµένους αγωγούς οι οποίοι τροφοδοτούν αποκλειστικά την Ουκρανία, κατηγορώντας την ότι δεν επέτρεψε το αέριο να κατευθυνθεί προς την Ευρώπη για να το χρησιµοποιήσει για τις δικές της ανάγκες. Η διακοπή φυσικού αερίου προκάλεσε αντιδράσεις στην Ευρώπη. Στις 2 Ιανουαρίου η Ουγγαρία ανέφερε ότι απώλεσε το 40% των προµηθειών της σε ρωσικό αέριο, η Αυστρία, Σλοβακία και Ρουµανία σχεδόν το ένα τρίτο, η Γαλλία 25-30%, η Πολωνία 14% και η Ιταλία γύρω στο 25%. Στις 4 Ιανουαρίου η παροχή αποκαταστάθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές αγορές, µετά από την υπογραφή ενός συµβολαίου ανάµεσα στις Gazprom και Naftogaz. Η συµφωνία είχε διάρκεια πέντε χρόνια και καθόριζε : α) τα τέλη διέλευσης($1,60 ανά 1000 κ/µ ανά 100χλµ), β) τη τιµή πώλησης (95$ ανά 1000κ/µ για το 2006), γ) τα κράτη προµηθευτές αερίου (41δις από το Τουρκµενιστάν, µέχρι 7 δις κ/µ από το Ουζµπεκιστάν, έως 8 δις κ/µ από το Καζακστάν και έως 17 δις κ/µ από τη Ρωσία) και δ) τις υπεύθυνες εταιρίες για την προµήθεια και τη διανοµή (RUE για την προµήθεια , Ukrgaz-Energo61 και Naftogaz για τη διανοµή). Οι διαφορές ως προς τα χρέη της ουκρανικής πλευράς απέναντι στην εταιρία Gazprom δεν διευθετήθηκαν. (Stern, 2006). 6.4.3 H κατάσταση από το 2006-2008 Η ραγδαία αύξηση στις τιµές του πετρελαίου άρα και του αερίου επέβαλαν στη Gazprom να εισαγάγει ευρωπαϊκές τιµές για το αέριο που εξήγαγε στα κράτη της ΚΑΚ. 60 Stern J., (2006a) The Russian-Ukrainian gas crisis of January 2006. Oxford: Oxford Institute for Energy Studies. σ. 5-8 61 Θυγατρική της RusUkrEnergo (RUE) 82
  • 83. Η διαφορά για αυτό το θέµα προκάλεσε µια κρίση στις σχέσεις Ρωσίας Λευκορωσίας στις αρχές του 2007 η οποία επιλύθηκε µε την παραχώρηση στη Gazprom το 50% του λευκορωσικού δικτύου αερίου από το 2010. Στην Ουκρανία η επανεκλογή στην πρωθυπουργία του φιλορώσου πολιτικού Victor Yanukovich τον Σεπτέµβριου του 2006, εκτόνωσε κατά κάποιο τρόπο τις ταραγµένες σχέσεις µεταξύ των δύο κρατών. στόσο, η παραµονή του στην πρωθυπουργία είχε διάρκεια µόλις ένα έτος όπου και τον διαδέχτηκε η Timoshenko τον Σεπτέµβριο του 2007. Πριν την εκλογή της, είχε υποσχεθεί να εκδιώξει τις RUE και Ukrgaz-Energo από την ουκρανική αγορά και η προµήθεια του αερίου να γίνει µέσω διαπραγµατεύσεων µε τη Gazprom. Στις αρχές του 2008 οι πρόεδροι της Ρωσίας και Ουκρανίας, Putin και Yushchenko αποφάσισαν την αντικατάσταση των δύο εταιριών από µια κοινοπραξία µεταξύ της Gazprom και της Naftogaz για την προµήθεια πετρελαίου και από τη Naftogaz για τη διανοµή στην Ουκρανική αγορά µε ισχύ από τις αρχές του 2009. Κατά τον Οκτώβριο του 2008 επήλθε ανάµεσα στους πρωθυπουργούς Putin και Timoshenko µια αρχική συµφωνία για την τιµή που θα πληρώνει η Ουκρανία στη Ρωσία. Πιο συγκεκριµένα δόθηκε στην ουκρανική πλευρά µια τριετής µεταβατική περίοδος όπου µετά από αυτή θα πληρώνει ευρωπαϊκές τιµές. Το Νοέµβριο του 2008 υπογράφηκε ανάµεσα στις Gazprom και Naftogaz συµφωνία για την προµήθεια αερίου αποκλειστικά από τη Gazprom και την εισαγωγή και διανοµή αυτού από τη Naftogaz χωρίς να επέλθει συµφωνία για την τιµή και τα τέλη διέλευσης προς την Ουκρανία του ρωσικού αερίου που κατευθύνεται προς την Ευρώπη. Παράλληλα ανέκυψε και το ανεπίλυτο θέµα των χρεών που όφειλε η Naftogaz στην RUE (Gazprom). Η ρωσική εταιρία ισχυριζόταν ότι τα χρέη ανέρχονταν σε $2.4 δις. Τελικά δεν επήλθε κάποια συµφωνία στις διαπραγµατεύσεις όπου έλαβαν χώρα όλο το ∆εκέµβριο ούτε στο θέµα της τιµολόγησης του αέριου(η Gazprom αξίωνε $250 ανά 1000 κ/µ, η Ουκρανία ήταν διατεθειµένη να καταβάλλει $235), ούτε στα τέλη διέλευσης, ούτε φυσικά στις οφειλές της Naftogaz (αν και εξόφλησε ένα µέρος, συνέχισε να οφείλει άνω των $600 εκάτ.). Αυτό είχε ως αποτέλεσµα οι διαπραγµατεύσεις να καταρρεύσουν στις 31 ∆εκεµβρίου 2008 (Stern et al, 2009). 83
  • 84. 6.4.4 Η κρίση του 2009 Την πρώτη ηµέρα του 2009 η Gazprom διέκοψε την τροφοδοσία της Ουκρανίας σε φυσικό αέριο (περίπου 90 εκατ. κ/µ ηµερησίως), χωρίς όµως να περιστέλλει την παροχή φυσικού αερίου (300 εκατ. κ/µ ηµερησίως), µέσω του ουκρανικού εδάφους προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Η Ουκρανία δεν αντιµετώπισε ιδιαίτερα προβλήµατα αφού τα αποθέµατα της σε αέριο διαρκούσαν περί τις 100 ηµέρες. Η παροχή προς την Ευρώπη διακόπηκε στις 7 Ιανουαρίου, καθώς η Gazprom κατηγόρησε την ουκρανική πλευρά ότι υποκλέπτει το αέριο το οποίο προορίζεται προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Η κατάσταση η οποία ακολούθησε ήταν τραγική ιδιαίτερα για τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης τα οποία είναι σχεδόν εξολοκλήρου εξαρτηµένα από ρωσικές εισαγωγές σε αέριο. Πιο συγκεκριµένα η Μολδαβία, η Βουλγαρία, η Σερβία και η Βοσνία Ερζεγοβίνη βίωσαν συνθήκες έκτατης ανθρωπιστικής ανάγκης αφού σε πολλές περιοχές οι κάτοικοι δεν είχαν τη δυνατότητα να θερµάνουν τα σπίτια τους. Επίσης, άλλα κράτη τα οποία επλήγησαν ήταν κυρίως η Σλοβακία αλλά και η Ουγγαρία κυρίως στον οικονοµικό τοµέα. Οι υπόλοιπες χώρες αντιµετώπισαν αρχικά προβλήµατα αλλά κατάφεραν να αντισταθµίσουν τη ζήτηση από άλλες πηγές προέλευσης (Νορβηγία, Ολλανδία, εγχώρια αποθέµατα, βοήθεια από γειτονικά κράτη και έκτατες παραγγελίες ΥΦΑ από τη Βόρεια Αφρική). Η ΕΕ µέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατέβαλλε προσπάθειες ώστε να φέρει στο ίδιο τραπέζι τις δύο πλευρές. Αυτό επετεύχθη στις 17 Ιανουαρίου σε µια συνάντηση στη Μόσχα ανάµεσα στον Επίτροπο για θέµατα ενέργειας της ΕΕ, τον υπουργό Ενέργειας της Τσεχίας(τότε προεδρεύουσα της ΕΕ), και τους πρωθυπουργούς Ρωσίας και Ουκρανίας, χωρίς όµως να επιτευχθεί συµφωνία. Κάτι το οποίο επετεύχθη δυο ηµέρες αργότερα στις 19 Ιανουαρίου. Η συµφωνία η οποία υπογράφηκε ανάµεσα στους πρωθυπουργούς των δύο κρατών και τους επικεφαλής των Gazprom και Naftogaz. Αυτή ήταν 10-ετούς διάρκειας και προέβλεπε: α) οι τιµές του αερίου για την Ουκρανία θα είναι στο επίπεδο 80% σε σχέση µε τις Ευρωπαϊκές τιµές για το 2009 και στο 100% από το επόµενο έτος, β) οι κανόνες σχετικά µε την πληρωµή θα είναι αυστηρότεροι, γ) τα τέλη διέλευσης θα είναι $2,04 ανά 1000 κ/µ ανά 100χλµ για το 2010.62 62 .http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/7834796.stm. (18/01/2009) 84
  • 85. Η αβεβαιότητα που κυριάρχησε στην Ευρώπη για µια ενδεχόµενη επανάληψη παρόµοιων γεγονότων είναι προφανές ότι έχει οδηγήσει σε ολοένα και µεγαλύτερο βαθµό την επιθυµία ΕΕ να µειώσει την εξάρτηση της από τις ρωσικές εισαγωγές. ∆εδηλωµένη επιδίωξη της είναι η διαφοροποίηση των οδών διαµετακόµισης µακριά από τη Ρωσία µέσω της δηµιουργίας εναλλακτικών διαδροµών µεταφοράς αερίου, προερχόµενο κυρίως από χώρες της Κασπίας θάλασσας, της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. 7. Η ενεργειακή σηµασία της περιοχής της Κασπίας θάλασσας Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο πόλεµος κατά της τροµοκρατίας εξαγγέλθηκε ως µια µακροχρόνια µάχη η οποία θα διαδραµατιζόταν σε διάφορα επίπεδα και µε διαφορετικούς τρόπους. Η ενεργειακή ασφάλεια αποτελούσε ένα βασικό και αναπόσπαστο τµήµα αυτής της µάχης διότι σε πολλές από τις εστίες ανωµαλιών εµπλέκονταν κράτη-παραγωγοί στον Περσικό Κόλπο και στην ευρύτερη περιοχή της Κασπίας. Οι ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσική Οµοσπονδία και Κίνα είχαν ήδη συµµετάσχει στο ευρέως αποκαλούµενο ως «νέο µεγάλο παίγνιο» στην περιοχή της Κασπίας θάλασσας όπου ύστερα από τη διάλυση της ΕΣΣ∆ η εξερεύνηση και παραγωγή φυσικού αερίου και πετρελαίου είχε ανοίξει για ΞΑΕ και µια στρατηγική πάλη πάνω στις νέες διαδροµές διαµετακόµισης υδρογονανθράκων µέσω αγωγών είχε αρχίσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η περιοχή της Κασπίας, θεωρούταν από τις µεγάλες καταναλώτριες χώρες ως µια καλή ευκαιρία για την αντικατάσταση των ήδη ώριµων πετρελαϊκών κοιτασµάτων στις χώρες του ΟΟΣΑ (Βόρεια θάλασσα, Αλάσκα κ.α.) και για τον έλεγχο της σηµαντικής σε αποθέµατα πετρελαίου Μέσης Ανατολής και περιοχής του Κόλπου. Επιπροσθέτως, οι χώρες της περιοχής της Κασπίας διαθέτουν τεράστιο εξαγωγικό δυναµικό και σε φυσικό αέριο το οποίο είναι σε θέση να αµβλύνει την ευρωπαϊκή εξάρτηση από ρωσικές εισαγωγές σε αέριο. Ενώ, η ΕΕ θα είναι σε θέση να έχει υπό τον έλεγχο της ένα µέρος από αυτά τα κοιτάσµατα συµβάλλοντας µέσω επενδύσεων και τεχνογνωσίας στον τοµέα της εξόρυξης. Παρόλα αυτά οι ενεργειακοί πόροι της Κασπίας δεν µπορούν να χαρακτηριστούν από υψηλή αξιοπιστία λόγω της πολιτικής 85
  • 86. αβεβαιότητας των κρατών που γειτνιάζουν στην περιοχή. Η πολιτική αστάθεια στην περιοχή της Υπερκαυκασίας σε συνδυασµό µε τα εύθραυστα µετά-σοβιετικά πολιτικά συστήµατα των Κέντρο-ασιατικών κρατών και τις φιλοδοξίες των γειτονικών κρατών όπως η Ρωσική Οµοσπονδία και το Ιράν θέτουν µεγάλα εµπόδια στην εκµετάλλευση αυτών των ενεργειακών πόρων.63 Ο τοµέας του φυσικού αερίου στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας και της ευρύτερης Κασπίας θάλασσας αποτελεί στρατηγικής σηµασίας ενδιαφέρον για την ΕΕ όσο και για τις Ρωσία, Κίνα και ΗΠΑ. Το Καζακστάν, το Τουρκµενιστάν και ως µέχρι ένα βαθµό το Ουζµπεκιστάν διαθέτουν σηµαντικά αποθέµατα σε φυσικό αέριο. Το µεγαλύτερο µέρος (πάνω από 90%) των εξαγωγών σε φυσικό αέριο των κρατών της Κεντρικής Ασίας κατευθύνονται προς τη Ρωσία, είτε για την εγχώρια Ρωσική κατανάλωση είτε µεταπωλούνται από αυτή προς τις Ευρωπαϊκές αγορές. Τον πλήρη έλεγχο σχετικά µε την αγορά Κέντρο-Ασιατικού αερίου, τον κατέχει η Gazprom, η οποία σχεδιάζει να κατασκευάσει ένα νέο αγωγό αερίου, ο οποίος θα µεταφέρει αέριο προερχόµενο από το Τουρκµενιστάν και το Καζακστάν προς τη Ρωσία (βλέπε Παράρτηµα). Από εκεί και πέρα, το Τουρκµενιστάν εξαγάγει µικρές ποσότητες φυσικού αερίου προς το Ιράν, ενώ το Καζακστάν και το Ουζµπεκιστάν προµηθεύουν την Κιργισία και το Τατζικιστάν. Η δηµιουργία ενός νέου ενεργειακού διαδρόµου εφοδιασµού των ευρωπαϊκών αγορών από την ευρύτερη περιοχή της λεκάνης της Κασπίας αποτελεί τη µόνη σοβαρή δυνατότητα της Ε.Ε. να διαφοροποιήσει τις πηγές τροφοδοσίας της µε φυσικό αέριο µέσω αγωγών. 7.1 Φυσικό αέριο στην ευρύτερη περιοχή της Κασπίας – Μ. Ανατολής Τα συνολικά αποδεδειγµένα κοιτάσµατα φυσικού αερίου των κρατών (Αζερµπαϊτζάν, Ιράν, Τουρκµενιστάν, Καζακστάν και Ουζµπεκιστάν) τα οποία θα ήταν πιθανό να εφοδιάσουν το Νότιο Ενεργειακό ∆ιάδροµο, κυµαίνονταν κατά τα τέλη του 2007 σε 39,34 τρις κ/µ (BP) . 63 Fusaro, P.C., (2002) “The Future Importance of Oil, Geopolitical Lynchpin or Common Commodity?” , in Bloomfield L.P. (ed), Global Markets and National Interst, the new geopolitics of energy, capital and information, Significant Issuew Seriew, Vol. 24, no. 3, Washingoin D.C.: Center for Strategic and International Studies (CSIS), σ.47 86
  • 87. 7.1.1 Αζερµπαϊτζάν Το Αζερµπαϊτζάν διαθέτει αποδεδειγµένα κοιτάσµατα που ανέρχονται στα 1.28 τρις κ/µ (BP, 2008). Περίπου το 90% των αποδειγµένων κοιτασµάτων εντοπίζονται στην νότια περιοχή της Κασπίας Θάλασσας. Η ανακάλυψη, του πεδίου Shah Deniz το 1999 και η έναρξη της εκµετάλλευσης του από τα τέλη του 2006 µετέτρεψε το Αζερµπαϊτζάν το 2007 σε εξαγωγέα αερίου, παύοντας έτσι τις εισαγωγές από τη Ρωσία. Το Shah Deniz, που βρίσκεται στη νότια Κασπία Θάλασσα περίπου 100χµ περίπου νοτιοανατολικά της πρωτεύουσας Μπακού, διαθέτει 0.42 τρίς κ/µ αερίου και η εκµετάλλευση του πεδίου αναµένεται να διαρκέσει περισσότερο από 30 έτη. Το πεδίο το διαχειρίζονται η εθνική πετρελαϊκή εταιρία του Αζερµπαϊτζάν SOCAR και η νορβηγική Statoil Hydro. Με την κατασκευή του αγωγού South Caucasus Pipeline το 2006 και του Ελληνοτουρκικού (TGI) τα τέλη του 2007 το Αζερµπαϊτζάν εξάγει φυσικό αέριο στις Γεωργία, Τουρκία και Ελλάδα, ενώ από το 2013/14 µε την αποπεράτωση του Ελληνο- Ιταλό-Τουρκικού αγωγού (TGII) θα προµηθεύει και την ιταλική αγορά. Η παραγωγή το 2007 άγγιξε τα 10,3 δις κ/µ. 7.1.2 Το Καζακστάν Τα αποθέµατα του Καζακστάν σε φυσικό αέριο σύµφωνα µε την BP άγγιζαν τα 1,9 τρις κ/µ (1,1% των συνολικών παγκοσµίων). Κατά την προηγούµενη δεκαετία, ο τοµέας φυσικού αερίου του Καζακστάν κατάφερε να επιτύχει σηµαντική αύξηση της παραγωγής, από 4,34 εκατ. κ/µ το 1994 σε 29,63 δις κ/µ το 2007. Σύµφωνα µε επίσηµες Καζάκικες προβλέψεις, η παραγωγή αερίου το 2015 έχει τη δυνατότητα να αγγίξει τα 60- 80 δις κ/µ ετησίως. Από το 2006 η παραγωγή του Καζακστάν αυξάνεται κατά 4-5 δις κ/µ ανά έτος. Το Καζακστάν από το 2013 αναµένεται να ξεκινήσει την εκµετάλλευση του πεδίου Kashagan το οποίο θα δώσει σηµαντική ώθηση στην αύξηση της παραγωγής. στόσο ένα µεγάλο µειονέκτηµα αποτελεί το γεγονός ότι το µεγαλύτερο µέρος του παραγόµενου αερίου είναι σχετιζόµενο µε πετρέλαιο περιέχοντας υψηλές ποσότητες σε CO2 και θειούχο υδρογόνο θέτοντας εµπόδια στην εξόρυξη του. Το 2007 το Καζακστάν εξήγαγε 15,2 δις κ/µ φυσικού αερίου, όπου οι κύριοι αποδέκτες ήταν η Ρωσία και η Ουκρανία (Yenikeyeff, 2008). 87
  • 88. 7.1.3 Ουζµπεκιστάν Μια ακόµα χώρα της ευρύτερης περιοχής της Κασπίας που δύναται να τροφοδοτήσει τον νότιο ενεργειακό διάδροµο είναι το Ουζµπεκιστάν, µέσω του Τουρκµενιστάν. Το Ουζµπεκιστάν διαθέτει 1.74 τρις κ/µ αποδεδειγµένα και περίπου Με παραγωγή 55,4 και κατανάλωση 38,9 εκατ. κ/µ το 2007, η χώρα είναι εξαγωγέας αερίου προς την Ευρωπαϊκή ένωση µέσω Ρωσίας ενώ τροφοδοτεί και τα γειτονικά κράτη Κιργιζσταν, Τατζικιστάν και Καζακστάν (BP, 2008). 7.1.4 Τουρκµενιστάν Σύµφωνα µε στοιχεία της ΒΡ, τα αποδεδειγµένα κοιτάσµατα του Τουρκµενιστάν είναι 2.67 τρις κ/µ. Εν τούτοις οι εκτιµήσεις σχετικά µε τα αποθέµατα της χώρας σε φυσικό αέριο διαφέρουν σηµαντικά. Σύµφωνα µε τις κυβερνητικές απόψεις τα κοιτάσµατα του Τουρκµενιστάν είναι πιθανό να ανέρχονται σε 20 τρις κ/µ, ένα µέγεθος το οποίο προσεγγίζει τα αποδεδειγµένα αποθέµατα του Ιράν και του Κατάρ 2ο και 3ο αντίστοιχα σε αποθέµατα φυσικού αερίου παγκοσµίως. Το 2006 το Τουρκµενιστάν ανακοίνωσε ότι έχει ανακαλύψει δύο νέα πεδία φυσικού αερίου στα Νοτιοανατολικά της χώρας το South Yolotan και το Osman, ενώ τον Αύγουστο του 2008 ανακοίνωσε την ανακάλυψη ενός νέου του South Gutlyayak. Το Τουρκµενιστάν είναι η µεγαλύτερη παραγωγός χώρα της Κεντρικής Ασίας, το 2007, παρήγαγε 67,4 δις κ/µ µε την εγχώρια κατανάλωση να ανέρχεται σε περίπου 18 δις κ/µ για περίπου 6,7 εκατ. κατοίκους κατά το 2007, η οποία είναι µια από τις µεγαλύτερες κατά κεφαλήν καταναλώσεις φυσικού αερίου στον κόσµο. Κάτι το οποίο δεν είναι εξωπραγµατικό εάν ληφθεί υπόψη ότι το φυσικό αέριο το οποίο χρησιµοποιείται για οικιακή χρήση διανέµεται δωρεάν, ενώ αυτό το οποίο κατευθύνεται για βιοµηχανική επιχορηγείται από το κράτος.64 Η χώρα εξάγει το µεγαλύτερο µέρος της παραγωγής της στη Ρωσία (γύρω στα 48 δις κ/µ) µέσω του Ρωσικού δικτύου. Το 2003, η εθνική εταιρία αερίου Turkmeneftgaz συµφώνησε µε τη Gazprom να της παρέχει αέριο για 25 έτη από το 2004 έως το 2028. 64 IEA Directorate of Global Energy Dialogue, (2008) Perspectives on the Caspian Oil and Gas Development. Paris: OCDE/IEA. σ. 11 88
  • 89. Κατά πολλούς, αυτή η συµφωνία έχει ως στόχο να αποκλείσει την πιθανότητα εξαγωγών Τουρκµένικου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη µέσω οδεύσεων που δε διασχίζουν το Ρωσικό έδαφος ή δεν ελέγχονται από τη Ρωσία. Επιπροσθέτως, αρκετοί θεωρούν ότι το αέριο που εισάγει η Ρωσία θα χρησιµοποιείται για να το επανεξάγει προς τις Ευρωπαϊκές αγορές έως ότου καταφέρει να αξιοποιήσει τα µέχρι σήµερα ανεκµετάλλευτα πεδία στον Αρκτικό κύκλο και στην Ανατολική Σιβηρία. Απειλή για τα Ρωσικά ενεργειακά συµφέροντα στην περιοχή αποτελεί το ενδιαφέρον της Κίνας για την εισαγωγή φυσικού αερίου από τα κράτη της Κεντρικής Ασίας. Πιο συγκεκριµένα, το 2007 το Τουρκµενιστάν υπέγραψε µια συµφωνία για την κατασκευή ενός αγωγού ο οποίος θα ενώνει τα δύο κράτη (µέσω Ουζµπεκιστάν και Καζακστάν) και προµηθεύει την Κίνα µε 30 δις κ/µ(ετησίως) Τουρκµένικου αερίου για 30 έτη. Το Τουρκµενιστάν εξάγει φυσικό αέριο στο Βόρειο Ιράν µέσω του αγωγού Korpezhe – Kurt Kui (µε µήκος 200 χµ, διάµετρο 40 ίντσες και χωρητικότητα 8 δις κ/µ ανά έτος), αυτός ο αγωγός ενδέχεται µελλοντικά να ενωθεί µε το υπόλοιπο Ιρανικό δίκτυο φυσικού αερίου και πιο συγκεκριµένα µε τον Ιρανο-Τουρκικό αγωγό και έτσι να τροφοδοτεί την Τουρκική αγορά µε φυσικό αέριο (εφαρµόζοντας τη συµφωνία Τουρκίας-Τουρκµενιστάν του 1999 για την παροχή 16 δις κ/µ ετησίως η οποία εκκρεµεί έως σήµερα) και στη συνέχεια την Ευρωπαϊκή αγορά. 7.1.5 Ιράν Το Ιράν διαθέτει τα µεγαλύτερα αποθέµατα φυσικού αερίου παγκοσµίως µετά την Ρωσία, µε αποδεδειγµένα κοιτάσµατα να ανέρχονταν σε περίπου 27,8 τρις κ/µ το 2007 (ΙΕΑ, 2008). Η παραγωγή και κατανάλωση αερίου της χώρας έχει αυξηθεί σηµαντικά τα τελευταία χρόνια. Η ακαθάριστη παραγωγή αερίου ανέρχεται σε σχεδόν 145 δις κ/µ ετησίως, ενώ η αύξηση της κατανάλωσης κατά την περίοδο 2000-2007 ήταν 8,2%. Παρά τα τεράστια αποθέµατα, το Ιράν, για τις ανάγκες του στις βορειοανατολικές περιοχές, εισάγει φυσικό αέριο από το Τουρκµενιστάν, καθώς δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδοµές για τη µεταφορά του από τα πεδία στα νοτιοδυτικά και τον Περσικό Κόλπο. 89
  • 90. Το µεγαλύτερο πεδίο του Ιράν το οποίο είναι την ίδια στιγµή το µεγαλύτερο στον κόσµο είναι το South Pars, βρίσκεται στον Περσικό Κόλπο, µε αποθέµατα 12.3 τρις κ/µ. Η εκµετάλλευσή του σχεδιάζεται να ολοκληρωθεί σε 30 φάσεις (ΙΕΑ, 2008). Η Ιρανική κυβέρνηση είχε θέσει κατά το πρόσφατο παρελθόν ως στόχο η παραγωγή το 2010 να αγγίζει τα 290 δις κ/µ. Αυτό µε τα σηµερινά δεδοµένα θεωρείται απίθανο, καθώς οι ξένες εταιρίες στην παρούσα φάση δεν σκοπεύουν να επενδύσουν στην εκµετάλλευση των Ιρανικών πεδίων αερίου. ∆εν είναι τυχαίο ότι το 2008 οι Total, StatoilHydro, Shell και Repsol οι οποίες εµπλέκονται στην εκµετάλλευση του South Pars, ανακοίνωσαν ότι δεν είναι είναι ανάµεσα στις προτεραιότητες τους να επενδύσουν περαιτέρω στο Ιράν, λόγω της πολιτικής αστάθειας που επικρατεί.65 Παρόλο που το Ιράν είναι 2η χώρα σε αποθέµατα φυσικού αερίου στον κόσµο και 4η σε παραγωγή, δεν αποτελεί σηµαντικό εξαγωγέα φυσικού αερίου, προµηθεύοντας µε αέριο µόνο την Τουρκία από το 2003 µέσω του αγωγού Ταυρίδας – Άγκυρας., ως µια απόπειρα της Τουρκίας να απεξαρτηθεί από τις Ρωσικές εισαγωγές. Ο συγκεκριµένος αγωγός ο οποίος σήµερα υπολειτουργεί λόγω διακοπών ανά τακτά χρονικά διαστήµατα, αναµένεται να αποτελέσει ρόλο κλειδί κατά το µέλλον για την τροφοδοσία της ΕΕ, εφόσον φυσικά αρθεί η διεθνής αποµόνωση που υφίσταται το Ιράν. Αν και ένα µεγάλο µειονέκτηµα του είναι ότι διασχίζει τις εξαιρετικά εύθραυστες κουρδικές περιοχές της Νοτιοανατολικής Τουρκίας. Από τα τέλη του 2008 άρχισε να εφαρµόζεται η συµφωνία που είχε συνάψει το Ιράν µε την Αρµενία για την προµήθεια 1 δις κ/µ προς τη δεύτερη σε ετήσια βάση. Το Ιράν έχει υπογράψει για την εξαγωγή φυσικού αερίου τις εξής συµφωνίες: α) Οµάν (10 δις κ/µ), β. ΗΑΕ (6 δις κ/µ), γ. Μπαχρέιν(10 δις κ/µ), δ.( Συρία 3 δις κ/µ) και ε. µε την EGL για την παροχή µε 5,5 δις κ/µ ετησίως στον Αδριατικό αγωγό ο οποίος θα κατευθύνεται στην Ιταλία. Πολλές διεθνείς ενεργειακές εταιρίες διστάζουν να επενδύσουν στην ανάπτυξη των ενεργειακών υποδοµών του Ιράν, λόγω των ιδιαίτερων πολίτικων συνθηκών που 65 IEA Directorate of Global Energy Dialogue, (2008) Perspectives on the Caspian Oil and Gas Development. Paris: OCDE/IEA. σ. 27 90
  • 91. επικρατούν στη χώρα λόγω των κατηγοριών της ∆ύσης και της ∆ιεθνής Κοινότητας για την ανάπτυξη του πυρηνικού της προγράµµατος. Γι’ αυτό το λόγο έχει δεχθεί µια σειρά κυρώσεων από το Συµβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και τις ΗΠΑ. Ήδη από το 1996 το αµερικανικό κοινοβούλιο εξουσιοδότησε τον Πρόεδρο για επιβολή κυρώσεων σε όποιες αµερικανικές ή µη επιχειρήσεις πραγµατοποιούσαν επενδύσεις άνω των 20 εκατοµµυρίων δολαρίων για την ανάπτυξη της ιρανικής και λιβυκής ενεργειακής υποδοµής (Iran-Libya Sanctions Act-ILSA). Οι συγκεκριµένες κυρώσεις έχουν αποσυρθεί για τη Λιβύη από το 2006 ύστερα από την πρόσφατη εξοµάλυνση των αµερικανό-λιβυκών σχέσεων. 7.2 Κίνδυνοι στην ευρύτερη περιοχή της Κασπίας και του Καυκάσου Η περιοχή της Κασπίας Θάλασσας χαρακτηρίζεται από τοπικές συγκρούσεις, εθνικές αντιπαλότητες και νοµικές ασάφειες σε διακρατικές συµφωνίες και συνθήκες, που διαµορφώνουν ένα περιβάλλον εθνικών διενέξεων και συγκρούσεων όπου τα εµπλεκόµενα µέρη χρησιµοποιούνται ως όργανα προώθησης στρατηγικών ισχυροποίησης των ερεισµάτων των µεγάλων παικτών και των συµµάχων τους. Οι περισσότερες από τις διενέξεις αναπτύσσονται στην περιοχή της Υπέρ- καυκασίας όπου αναπτύσσονται και οι ενεργειακοί διάδροµοι της νότιας λεκάνης της Κασπίας. Χαρακτηριστικά ήταν τα γεγονότα του Αυγούστου του 2008 µε την επίθεση της Γεωργίας εναντίον της αυτόνοµης δηµοκρατίας της Νότιας Οσετίας, η οποία οδήγησε στην Ρωσική επίθεση στη Γεωργία και την επακόλουθη µονοµερή διακήρυξη ανεξαρτησίας από τις αποσχισθέντες από τη Γεωργία δηµοκρατίες, Νότια Οσετία και Αµπχαζία ύστερα από ρωσική υποστήριξη. Οι συγκρούσεις στο Ναγκόρνο-Καραµπάχ µεταξύ Αζέρων και Αρµενίων. αποτελούν βασικά εµπόδια στην εξοµάλυνση και ανάπτυξη των οδών µεταφοράς υδρογονανθράκων προς τις δυτικές αγορές και εξ αντικειµένου διευκολύνουν τους Ρωσικούς σχεδιασµούς. Αντίθετα, η συνεχιζόµενη αστάθεια στη ∆ηµοκρατία της Τσετσενίας στη νότια Ρωσία εξ αντικειµένου δυσχεραίνει τους Ρωσικούς σχεδιασµούς και ενισχύει τους σχεδιασµούς παράκαµψης των βόρειων οδεύσεων. 91
  • 92. Η ίδια η Κασπία και η αδυναµία επίτευξης συµφωνίας µεταξύ των παράκτιων χωρών (Ρωσία, Αζερµπαϊτζάν, Ιράν, Τουρκµενιστάν και Καζακστάν) για το νοµικό καθεστώς που την διέπει και τον τρόπο εκµετάλλευσης του ορυκτού της πλούτου, αποτελεί σοβαρό παράγοντα αστάθειας που υπό ορισµένες συνθήκες είναι δυνατόν να οδηγήσει σε “θερµά” επεισόδια κλιµακούµενης έντασης 7.2.1 Το νοµικό καθεστώς της Κασπίας θάλασσας Η ίδια η Κασπία και η αδυναµία επίτευξης συµφωνίας µεταξύ των παράκτιων χωρών (Ρωσία, Αζερµπαϊτζάν, Ιράν, Τουρκµενιστάν και Καζακστάν) για το νοµικό καθεστώς που την διέπει και τον τρόπο εκµετάλλευσης του ορυκτού της πλούτου, αποτελεί σοβαρό παράγοντα αστάθειας που υπό ορισµένες συνθήκες είναι δυνατόν να οδηγήσει σε “θερµά” επεισόδια κλιµακούµενης έντασης. Το µέχρι σήµερα ανεπίλυτο νοµικό καθεστώς της Κασπίας θάλασσας έχει επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη του περιφερειακού ενεργειακού εµπορίου και επενδύσεων για δύο βασικούς λόγους: α) Οι υπάρχουσες συνθήκες σχετικές µε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Κασπίας ανάµεσα στη Ρωσία (µετέπειτα ΕΣΣ∆) και την Περσία (κατόπιν Ιράν) δεν αποσαφηνίζουν δικαιώµατα σχετικά µε τον ενεργειακό τοµέα π.χ. για έρευνα σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, και ακόµη δεν οριοθετούν τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης της Κασπίας. Συγκεκριµένα την Κασπία θάλασσα προέβλεπαν οι ακόλουθες συµφωνίες:66 – Η Συνθήκη του Τουρκµανστάϊ (21 Φεβρουαρίου 1828): προέβλεπε ότι το χερσαίο σύνορο µεταξύ Ρωσίας και Περσίας τελείωνε στην Κασπία θάλασσα εποµένως τότε η Κασπία δε διαιρείται. Επίσης προέβλεπε ελευθερία ναυσιπλοΐας των εµπορικών πλοίων των δύο µερών, επιτρέποντας όµως µόνο στην Ρωσία να διαθέτει πολεµικό στόλο. – Η σοβιέτο-περσική Συνθήκη Φιλίας (26 Φεβρουαρίου 1921) : επέτρεπε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα όλων των σοβιετικών και περσικών πλοίων. 66 Θ. Μαρκέτος, 2008, Η Γεωπολιτική Πρακτική της Ρωσίας στη Μετασοβιετική Κεντρική Ασία, ∆ιδακτορική ∆ιατριβή, σ. 98-99 92
  • 93. – Η Συνθήκη Εµπορίου και Ναυσιπλοΐας ΕΣΣ∆ και Ιράν (25 Μαρτίου 1940): διατηρώντας τα δικαιώµατα της προηγούµενης συµφωνίας προέβλεπε αποκλειστική ζώνη αλιείας 10 ν. µ.. Η εγκυρότητα των παραπάνω συνθηκών έχουν αµφισβητηθεί ύστερα από το 1991 από το Αζερµπαϊτζάν, το Καζακστάν και το Τουρκµενιστάν. Από την άλλη, η Ρωσική Οµοσπονδία υποστηρίζει ότι εφόσον αυτές ποτέ δεν καταργήθηκαν τυπικά εξακολουθούν να παραµένουν σε ισχύ. β) Το νοµικό καθεστώς της Κασπίας θάλασσας δεν προσαρµόζεται σε καµία από τις υπάρχουσες κατηγορίες συνθηκών που παρέχονται από το διεθνές δίκαιο. Το θέµα είναι εάν µπορεί να αναγνωριστεί ως θάλασσα και να αποτελεί αντικείµενο της Συνθήκης του Ο.Η.Ε. για το ∆ίκαιο της Θάλασσας (µόνο η Ρωσία από τα πέντε παραλίµνια κράτη έχει επικυρώσει τη Συνθήκη), ή αντίθετα να χαρακτηριστεί ως εσωτερική διεθνής λίµνη. Η νοµική απροσδιοριστία έχει δηµιουργήσει εµπλοκές στην ανάπτυξη της εκµετάλλευσης των υποθαλάσσιων κοιτασµάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου, αφού δεν γίνεται σαφές ύστερα από το 1991 σε ποιες περιοχές και έως σε πιο σηµείο τα παραλίµνια κράτη µπορούν να επικαλεστούν κυριαρχία πάνω στους υποθαλάσσιους ενεργειακούς πόρους. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε αντιπαραθέσεις για την εκµετάλλευση περιοχών µε αποθέµατα σε υδρογονάνθρακες, οι οποίες διεκδικούνται από περισσότερα από ένα κράτη. Με πιο χαρακτηριστικά παραδείγµατα το κοίτασµα Kerdar / Kyapaz το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της Κασπίας θάλασσας µεταξύ Αζερµπαϊτζάν και Τουρκµενιστάν και τα πεδία υδρογονανθράκων στη νότια Κασπία µεταξύ Ιράν και Αζερµπαϊτζάν µε κυριότερο το Alov / Alborz. Επιπλέον, το Τουρκµενιστάν ισχυρίζεται ότι µέρη του πεδίου ACG τα οποία αναπτύσσονται από την Azerbaijan International Oil Company θυγατρική της BP εκτείνονται στα χωρικά ύδατα του.67 ∆ιαπραγµατεύσεις για την επίτευξη µιας πενταµερής συµφωνίας για τον καθορισµό του νοµικού καθεστώτος της Κασπίας έχουν ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 όµως µέχρι σήµερα δεν έχουν καρποφορήσει. Τα µέρη το Νοέµβριο του 2003 κατέληξαν σε µια Συνθήκη Πλαίσιο για την Προστασία του Θαλασσίου Περιβάλλοντος της Κασπίας η οποία τέθηκε σε εφαρµογή το 2006. 67 IEA Directorate of Global Energy Dialogue , Perspectives on The Caspian Oil and Gas Development , Paris: IEA/OECD, 2008, σ. 66 93
  • 94. Το ενδεχόµενο να επιτευχθεί µια ξεκάθαρη πενταµερής συµφωνία εµποδίζεται από την επιµονή του Ιράν, στο να θεωρεί την Κασπία ως «εσωτερική λίµνη» και να υποστηρίζει ότι οι ενεργειακοί πόροι της θα πρέπει να χρησιµοποιούνται από κοινού, προβάλλοντας την ανάγκη προστασίας του θαλάσσιου οικοσυστήµατος από την σοβαρή βλάβη που θα επιφέρει η ταχεία ανάπτυξη των υποθαλάσσιων κοιτασµάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Ρωσία αν και έχει υπογράψει συµφωνίες για το διαχωρισµό των χωρικών της υδάτων µε το Αζερµπαϊτζάν και το Καζακστάν, όπως και οι τελευταίες δυο µεταξύ τους, έχει εκφράσει αντιρρήσεις σε περίπτωση που κατασκευαστεί ένα υποθαλάσσιος αγωγός στον πυθµένα της Κασπίας ο οποίος θα αντιβαίνει ως προς τα γεω-στρατηγικά και ενεργειακά συµφέροντά της, δείχνοντας έτσι ότι συντάσσεται µε το Ιράν. Όσον αφορά το Τουρκµενιστάν, δεν έχει πάρει ακόµη θέση σε αυτό το ζήτηµα και αρνείται να διαπραγµατευθεί την κυριαρχία του στα χωρικά ύδατα της Κασπίας. 7.2.2 Αµπχαζία Το 1988 µια οργάνωση επονοµαζόµενη «Αµπχαζικό Φόρουµ» ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Αµπχαζίας από τη Γεωργία, προκαλώντας στρατιωτικές συγκρούσεις. Η αµπχαζική εξέγερση κλιµακώθηκε κατά το φθινόπωρο και το χειµώνα του 1992-93, όπου κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου ο Eduard Shevardnadze εκλέχθηκε µε σαρωτική νίκη στην προεδρία της Γεωργίας. Η σύγκρουση εκτόπισε περίπου 250.000 κατοίκους από την περιοχή της Αµπχαζίας (περίπου το 70% του πληθυσµού της) οι περισσότεροι εκ των οποίων Γεωργιανοί, και προκάλεσε το θάνατο 10.000-20.000 ανθρώπων. Το 1994 επετεύχθη εκεχειρία, παρόλα αυτά η ένταση παρέµεινε µε αρκετά ξεσπάσµατα συγκρούσεων να λαµβάνουν χώρα έκτοτε. Το 2001 η δραστηριότητα Γεωργιανών παραστρατιωτικών στην Αµπχαζία προκάλεσε ένταση στην περιοχή, η οποία βρέθηκε πάλι στα πρόθυρα πολέµου. 7.2.3 Ναγκόρνο Καραµπάχ Η περιοχή του Ναγκόρνο Καραµπάχ θεωρείται και από τους Αρµένιους και τους Αζέρους ως η ιστορική τους κοιτίδα. Γι’ αυτό το λόγο κατά τη διάρκεια της Σοβιετικής περιόδου ήταν αυτόνοµη περιοχή εντός της ΣΣ∆ Αζερµπαϊτζάν, στην οποία η πλειοψηφία του πληθυσµού αποτελούταν από Αρµενιους. Το 1987 το τοπικό συµβούλιο 94
  • 95. στο οποίο κυριαρχούσαν Αρµένιοι ζήτησαν το Ναγκόρνο Καραµπάχ να µεταβιβαστεί στην Αρµενία, κάτι το οποίο δεν έγινε δεκτό από τη Μόσχα. Στις 11 Σεπτεµβρίου 1989 το Αρµενικό Κοινοβούλιο διακήρυξε ότι το αυτόνοµο Ναγκόρνο Καραµπάχ άνηκε στην Αρµενία. Ένοπλες συγκρούσεις προκάλεσαν τη µαζική φυγή Αζέρων από την Αρµενία και Αρµένιων από το Αζερµπαϊτζάν. Στις αρχές του 1989 εστάλησαν στην περιοχή του Ναγκόρνο Καραµπάχ 5.000 Σοβιετικοί στρατιώτες, κατέχοντας τον πλήρη έλεγχο της περιοχής το µεγαλύτερο µέρος του έτους. Από εκείνη τη στιγµή η σύγκρουση µετατράπηκε σε πόλεµο ευρείας κλίµακας. Με αποτέλεσµα 80.000 Αζέροι να γίνονται πρόσφυγες µετακινούµενοι στο υπόλοιπο Αζερµπαϊτζάν, ενώ το 20% σχεδόν της επικράτειας του να καταλαµβάνεται από την Αρµενία. Το ίδιο έτος ο στρατός της Αρµενίας ενεπλάκη στον πόλεµο. Η σύρραξη συνεχίστηκε µέχρις ότου µια κατάπαυση του πυρός συµφωνήθηκε µε Ρωσική διαµεσολάβηση το Μάιο του 1994. Τουλάχιστον 25.000 θύµατα ήταν το αποτέλεσµα αυτού του πολέµου. Η διαµάχη παραµένει ακόµη ανεπίλυτη έως σήµερα. 7.2.4 Τσετσενία Η Ρωσική αυτόνοµη δηµοκρατία της Τσετσενίας κήρυξε µονοµερώς την ανεξαρτησία της το 1991. Το 1994 η Ρωσία έστειλε στρατιωτικές δυνάµεις στην περιοχή ώστε να επανακτήσει τον έλεγχο στην περιοχή και να καταστείλει το κίνηµα ανεξαρτησίας που είχε δηµιουργηθεί. Η άρνηση της Ρωσία να παραχωρήσει ανεξαρτησία θεωρείται ότι σχετίζεται µε την επιθυµία της να ελέγξει τον αγωγό πετρελαίου Μπακού- Νοβοροσίσκ, ο οποίος διέρχεται από την περιοχή και έχει µεγάλη σηµασία για τα Ρωσικά πολιτικά και οικονοµικά συµφέροντα. Οι Τσετσένοι αυτονοµιστές αντεπιτέθηκαν και κατάφεραν την υποχώρηση του Ρωσικού στρατού. Κατά τη διάρκεια του πολέµου τα θύµατα ανέρχονται µεταξύ 60.000-100.000 πολλά εξ αυτών να είναι αθώοι πολίτες. Κατά τη διάρκεια του πρώτου πολέµου της Τσετσενίας, πολλοί πολεµιστές από τη γειτονική αυτόνοµη δηµοκρατία του Νταγκεστάν, οι περισσότεροι µουσουλµάνοι εξτρεµιστές υποστήριξαν την τσετσένικη πλευρά. Επηρεαζόµενοι από τα γεγονότα στη γειτονική δηµοκρατία, το 1999 µε τη βοήθεια Τσετσένων πολεµάρχων προσπάθησαν µετατρέψουν το Νταγκεστάν σε ανεξάρτητη ισλαµική δηµοκρατία. Ο Ρωσικός στρατός συνέτριψε τον ξεσηκωµό σε µερικές µόλις εβδοµάδες. Η Ρωσία θεώρησε την Τσετσενία 95
  • 96. υπεύθυνη γι’ αυτή την εξέγερση και επιτέθηκε ξανά. Η Ρωσία υποστηρίζει ότι κέρδισε τον πόλεµο αλλά οι συγκρούσεις συνεχίζονται µέχρι σήµερα αν και είναι σαφώς µικρότερης κλίµακας. Σύµφωνα µε επίσηµα Ρωσικά στοιχεία κατά τη διάρκεια του δεύτερου πολέµου της Τσετσενίας σκοτώθηκαν 13.000 Τσετσένοι και 3.000 Ρώσοι στρατιώτες, ενώ οι απώλειες των απλών πολιτών εκτιµώνται ανάµεσα σε 9.000-14.000. 7.2.5 Οσετία Κατά τη διάρκεια της διάλυσης της ΕΣΣ∆ την περίοδο 1989/90, υπήρχε το αίτηµα της Νότιας Οσετίας η οποία κατά τη διάρκεια της Σοβιετικής περιόδου άνηκε στη ΣΣ∆ Γεωργίας να συνενωθεί µε τη γειτονική Βόρεια Οσετία η οποία άνηκε στη Ρωσία. Αυτό οδήγησε σε µια διετή σύγκρουση µε τη Γεωργιανή κυβέρνηση κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους περίπου 1000 άνθρωποι. Η Νότια Οσετία παρέµεινε έκτοτε αυτόνοµη δηµοκρατία στα πλαίσια της Γεωργίας. Στις 8 Αυγούστου 2008 ο Γεωργιανός στρατός ξεκίνησε απροσδόκητα µια µεγάλης κλίµακας επίθεση κατά της Ν. Οσετίας βοµβαρδίζοντας την πρωτεύουσα της Τσχινβάλι. Η Ρωσία αντέδρασε, στέλνοντας ισχυρές στρατιωτικές δυνάµεις και επιτέθηκε στις αντίστοιχες Γεωργιανές καταλαµβάνοντας τη Ν. Οσετία και εν συνεχεία εισήλθε στο Γεωργιανό έδαφος τόσο από τη Ν. Οσετία όσο και από την αυτόνοµη δηµοκρατία της Αµπχαζίας απωθόντας τους Γεωργιανές δυνάµεις βαθιά στο έδαφος τους. Η σύγκρουση έληξε µε την αναγνώριση από τη Ρωσική πλευρά της ανεξαρτησίας από τη Γεωργία των αυτόνοµων δηµοκρατιών της Ν. Οσετίας και της Αµπχαζίας στις 25 Αυγούστου 2008. 96
  • 97. 8.Συµπεράσµατα Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η µόνη περιοχή παγκοσµίως η οποία βρίσκεται στο µέγιστο επίπεδο παραγωγής φυσικού αερίου, το οποίο κατά τις επόµενες δεκαετίες θα αρχίσει σταδιακά να µειώνεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσµα να µην είναι δυνατόν να καλύψει την ήδη αυξανόµενη ζήτηση, η οποία κατά το προσεχές µέλλον σύµφωνα µε τις προβλέψεις θα συνεχίζει να έχει ανοδικές τάσεις. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε περαιτέρω εξάρτηση από εισαγόµενο φυσικό αέριο µε αποτέλεσµα οι προµήθειες από τη Ρωσία, τη Βόρεια Αφρική και ενδεχοµένως τη Μέση Ανατολή και την περιοχή της Κασπίας να αυξηθούν σηµαντικά. Οι παραπάνω περιοχές χαρακτηρίζονται σήµερα από πολιτική αστάθεια ενώ υπάρχουν και λανθάνοντες γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι οποίοι θα είναι σε θέση να διαταράξουν την ασφάλεια του εφοδιασµού της ΕΕ σε φυσικό αέριο. Από την άλλη πλευρά, τα κράτη-παραγωγοί σε φυσικό αέριο (κυρίως κράτη της Μέσης Ανατολής, της Κασπίας ) τα οποία αναµένεται κατά το µέλλον να τροφοδοτήσουν την Ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά µέσω αγωγών, ίσως να µην είναι σε θέση να καλύψουν την υψηλή ζήτηση. Οι κυριότεροι λόγοι είναι: • Η καθυστέρηση στην κατασκευή απαραίτητων υποδοµών µεταφοράς φυσικού αερίου (αγωγοί) λόγω πιθανών συγκρούσεων (Καύκασος, Μέση Ανατολή) ή αναταραχών (Ιράν, Κεντρική Ασία). ∆εν είναι τυχαίο ότι αρκετά σχέδια αγωγών των οποίων η κατασκευή τους έχει δροµολογηθεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ή και ακόµη νωρίτερα, δεν έχουν αποπερατωθεί ή η κατασκευή τους δεν έχει ξεκινήσει ακόµη. • Πολλά κράτη-παραγωγοί ίσως δεν θα είναι σε θέση να καλύψουν την αυξανόµενη Ευρωπαϊκή ζήτηση εξαιτίας της υψηλής εγχώριας κατανάλωσης και την αδυναµία τους να εκµεταλλευθούν νέα κοιτάσµατα λόγω ανεπαρκών επενδύσεων και τεχνογνωσίας (Ρωσία, Ιράν). • Η αυξηµένη ζήτηση στις αναδυόµενες Ασιατικές οικονοµίες της Κίνας, της Ινδίας και των υπολοίπων κρατών (Ιαπωνία, Νότιος Κορέα, κλπ), ίσως αναστρέψουν τις χερσαίες οδούς διαµετακόµισης αερίου από τη ∆ύση (εννοώντας την Ευρώπη) προς την Ανατολή, Ήδη η Κίνα έχει υπογράψει µακροχρόνια συµφωνία µε το Τουρκµενιστάν για τον εφοδιασµό της σε φυσικό αέριο, ενώ 97
  • 98. ενδιαφέρεται να έχει πρόσβαση στα Ρωσικά κοιτάσµατα της Ανατολικής Σιβηρίας όπου η εκµετάλλευση τους θα ξεκινήσει κατά τα επόµενα έτη. Ας µην ξεχνάµε ότι το µεγαλύτερο µέρος του εµπορίου φυσικού αερίου προς τις Ασιατικές αγορές γίνεται µε τη µορφή ΥΦΑ, κάτι το οποίο σηµαίνει ότι θα είναι σε θέση να εισάγουν αέριο από µακρινότερους παραγωγούς όπως π.χ. τους εξαγωγείς ΥΦΑ της Μέσης Ανατολής (Κατάρ, Οµάν, Ιράν) και της Βορείου Αφρικής (Αίγυπτος, Αλγερία), αποσπώντας έτσι ποσότητες οι οποίες πιθανώς κατευθύνονταν προς την Ευρωπαϊκή αγορά. Λόγω των παραπάνω λόγων τα ευρωπαϊκά κράτη θα πρέπει να στραφούν και στη λύση του υγροποιηµένου φυσικού αερίου (LNG) το οποίο θα είναι σε θέση να τροφοδοτήσει την Ευρωπαϊκή αγορά µε φυσικό αέριο προερχόµενο από κράτη παραγωγούς τα οποία βρίσκονται σε µεγάλη απόσταση (>4000 χµ) όπως τη ∆υτική Αφρική (Νιγηρία), τη Λατινική Αµερική (Βενεζουέλα) κλπ. Αν και τα 27 κράτη-µέλη της ΕΕ έχουν παραχωρήσει µερικά στοιχεία της εθνικής τους κυριαρχίας σε διάφορα πεδία, στους θεσµούς της ΕΕ συµπεριλαµβανοµένης της οικονοµικής και εµπορικής πολιτικής, η ενεργειακή πολιτική παραµένει σε µεγάλο βαθµό στη δικαιοδοσία τους. Αποφάσεις όπως ο µελλοντικός τους εφοδιασµός σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η ανάπτυξη και αναβάθµιση υποδοµών σχετικών µε την ενέργεια και η χρήση συγκεκριµένων καυσίµων συνεχίζονται να λαµβάνονται κατά κύριο λόγο σε εθνικό επίπεδο. Η ΕΕ µέσω των αρµόδιων οργάνων της έχει αναλάβει τα τελευταία έτη σηµαντικές πρωτοβουλίες ώστε να δηµιουργηθεί µια κοινή ενεργειακή πολιτική η οποία θα είναι ικανή να δηµιουργήσει έναν βιώσιµο ενεργειακό τοµέα ο οποίος θα έχει ως βασικό χαρακτηριστικό του την αειφορία και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού. Όσον αφορά τον τοµέα του φυσικού αερίου, πρωταρχικός στόχος ούτως ώστε να επιτευχθεί ο απρόσκοπτος και ασφαλής εφοδιασµός αποτελεί ο σχηµατισµός µιας ενιαίας και απελευθερωµένης Ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου η οποία θα διέπεται από διαφανή λειτουργία και στην οποία οι εταιρίες που θα δραστηριοποιούνται θα προάγουν τον ελεύθερο ανταγωνισµό εξασφαλίζοντας τις καλύτερες δυνατές τιµές για τους τελικούς καταναλωτές και τις επιχειρήσεις., αυτό θα έχει σαν αποτέλεσµα την αύξηση των επενδύσεων σε υποδοµές που θα διασφαλίζουν την ασφάλεια της τροφοδοσίας σε αέριο 98
  • 99. (δίκτυα αγωγών, αποθηκευτικοί χώροι, υποδοµές και πλοία ΥΦΑ) και της ενίσχυσης της αποδοτικότητας του ενεργειακού συστήµατος. Παράλληλα, καταβάλλονται σηµαντικές προσπάθειες για τη διασύνδεση των εθνικών δικτύων φυσικού αερίου ανά την Ευρώπη και την κατασκευή καινούριων, µέσω του προγράµµατος των ∆ιευρωπαϊκών ∆ικτύων Ενέργειας, τα οποία λειτουργούν ως καταλύτης για την εµπέδωση της ενιαίας Ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου συµβάλλοντας την ίδια στιγµή στην ενίσχυση της ασφάλειας από δυνητικούς κινδύνους. Όσον αφορά την εξωτερική διάσταση της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ, προτεραιότητα της θα πρέπει να αποτελεί η ένταξη στους µηχανισµούς της Ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς κρατών τα οποία δεν αποτελούν µέλη της. Ιδιαίτερη σηµασία θα πρέπει να δοθεί στα γειτονικά κράτη όπως η Ουκρανία, η Λευκορωσία και η Τουρκία µέσω των οποίων γίνεται η διαµετακόµιση σηµαντικών ποσοτήτων φυσικού αερίου προς την Ευρώπη παίζοντας στρατηγικό ρόλο για την ενεργειακή ασφάλεια της. Ήδη ένα θετικό βήµα ήταν η δηµιουργία της ενεργειακής αγοράς της ΝΑ Ευρώπης. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να ενδυναµωθεί σε µεγαλύτερο βαθµό η συνεργασία µε τα κράτη- παραγωγούς τα οποία βρίσκονται σε εγγύτητα από τον Ευρωπαϊκό χώρο όπως η Ρωσία και τα κράτη της Βορείου Αφρικής. Για αυτό το λόγο θα πρέπει να ενισχυθούν σε µεγαλύτερο βαθµό τα θεσµοθετηµένα όργανα ενεργειακής συνεργασίας όπως ο Ενεργειακός ∆ιάλογος ΕΕ-Ρωσίας και το Ευρώ-µεσογειακό ενεργειακό φόρουµ. Επίσης αναγκαιότητα της ΕΕ αποτελεί η διαφοροποίηση των οδών διέλευσης οι οποίες την τροφοδοτούν φυσικό αέριο. Εποµένως, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έµφαση στην προοπτική δηµιουργίας του Νότιου Ενεργειακού ∆ιαδρόµου ο οποίος θα συνδέει την Ευρωπαϊκή αγορά µε τις πλούσιες σε αποθέµατα της Κασπίας θάλασσας και της Μέσης Ανατολής. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες οι οποίες θα αποσκοπούν στην σύσφιξη των διµερών σχέσεων µε τα κράτη της Κεντρικής Ασίας (Τουρκµενιστάν, Καζακστάν και Ουζµπεκιστάν) µέσω οικονοµικής βοήθειας και επενδύσεων στον ενεργειακό τοµέα. Επιπροσθέτως, η ΕΕ θα πρέπει να επιδιώξει την βελτίωση των σχέσεις της µε το Ιράν το οποίο διαθέτει το σχεδόν το 1/4 των παγκοσµίων αποθεµάτων φυσικού αερίου σε παγκόσµιο επίπεδο. Την ίδια στιγµή η Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική απαιτεί να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο ως διαµεσολαβητής για την διευθέτηση των χρόνιων ζητηµάτων στην περιοχή του Καυκάσου και της Μέσης 99
  • 100. Ανατολής και τα οποία δεν ευνοούν την ανάπτυξη οικονοµικών και ενεργειακών δεσµών µε τα κράτη της περιοχής. Βιβλιογραφία Bochi, D.R., Toman, M.A., ( 1993) Energy Security Externalities and Policies. Energy Policy, Vol 21 No 11. BP, (2008) BP Statistical Review of World Energy, Clingendael International Energy Programme (CIEP), (2004) Study on Energy and Geopolitics. The Hague. Clingendael International Energy Programme (CIEP), (2008) The Gas Supply Outlook for Europe: The Roles of Pipeline Gas and LNG. The Hague. European Commission: EU Green Paper, (2000) “Towards a European Strategy for the Security of Energy Supply”. COM (2000) 769 Final,) Brussels: European Commission. European Commission (2004) EU Security of Gas Supply Directive 2004: Council Directive 2004/67/EC of 26 April2004 concerning measures to safeguard security of natural gas supply, Brussels: Official Journal of the European Union. European Commission, (2004) Trans – European Networks: TEN – E priority projects. Brussels: European Commission. European Commission, (2005) Treaty Establishing the Energy Community of Southeastern Europe. Athens: European Commission. European Commission, (2006) EU Green Paper: A European Strategy for Sustainable, Competitive and Secure Energy. Brussels: European Commission. European Commission, (2007) EU Green Paper: A European Strategy for Sustainable, Competitive and Secure Energy. Brussels: European Commission. European Commission Directorate-General for Energy and Transport (DG TREN) (2008), EU Energy In Figures 2007/2008, Brussels: European Commission. Finon D., Locatelli C., (2007) Russian and European gas interdependence: Could contractual trade channel geopolitics? Energy Policy 36 (2008) σελ. 423–442. Fukuyama, F., (1993) The End of History and the Last Man. London: Penguin Books. 100
  • 101. Fusaro, P.C., (2002) “The Future Importance of Oil, Geopolitical Lynchpin or Common Commodity?” , in Bloomfield L.P. (ed), Global Markets and National Interst, the new geopolitics of energy, capital and information, Significant Issues Series, Vol. 24, no. 3, Washington D.C.: Center for Strategic and International Studies (CSIS). Gnansounou, Ε., (2008)Assessing the energy vulnerability: Case of industrialised countries. Laussane: Energy Policy Vol. 36, Issue 10. σ. 3734-3744 Gazprom (2006) Gazprom, Annual Report 2005. http://www.gazprom.com/documents/Annual_Report_Eng_2005.pdf. Haase, N., (2008) European gas market liberalisation: Are regulatory regimes moving towards convergence?. Oxford: Oxford Institute for Energy Studies Horsnell, P., (2000) The Probability of Oil Market Disruptions: with an Emphasis on the Middle East. Houston: Rice University/James Baker III Institute for Public Policy. Huntington, S.P. (1993) The Clash of Civilizations. Foreign Affairs, Volume 72, Number 3, International Energy Agency, (2006) World Energy Outlook 2006. Paris: OCDE/IEA. International Energy Agency, 2007. Natural Gas Market Review, Security in a Globalising Market to 2015. Paris: OCDE/IEA. International Energy Agency, (2007) World Energy Outlook 2007 Paris: OCDE/IEA. International Energy Agency, (2008) Development of competitive gas trading in Continental Europe. How to achieve workable competition in European gas markets? Paris: OCDE/IEA. IEA Directorate of Global Energy Dialogue, (2008) Perspectives on the Caspian Oil and Gas Development. Paris: OCDE/IEA. Jaffe, A.M., Soligo, R., (2002) The Role of inventories in oil market stability. The Quarterly Review In Economics and Finance, Vol 42, σ. 401-415 Krysiek, T. F. (2007) Agreements from Another Era: Production Sharing Agreements in Putin’s Russia, 2000-2007. Oxford: Oxford Institute for Energy Studies. 101
  • 102. Lund, H., (2003) Flexible energy systems: integration of electricity production from CHP and fluctuating renewable energy. Aalborg: International Journal of Energy Technology and Policy, Volume 1, Number 3. σ. 250 - 261 Łoskot-Strachota Α., (2008) Nabucco vs. South Stream– Rivalry over Balkan Gas Pipelines, Warzaw: Centre For Eastern Studies Commentary-Issue 3. Midkhatovich Yenikeyeff, S., (2008) Kazakhstan’s Gas: Export Markets and Export Routes. Oxford: Oxford Institute for Energy Studies. Pirani, S., Stern, J., Yafimava, K., (2009) The Russo-Ukrainian gas dispute of January 2009: a comprehensive assessment. Oxford: Oxford Institute for Energy Studies. Reymond Μ., (2007) European key issues concerning natural gas: Dependence and vulnerability. Energy Policy 35 (2007). σελ.4169–4176. Spanjer, A., (2006) Russian gas price reform and the EU-Russia gas relationship: incentives, consequence and European security of supply. Energy Policy 35 (2007) σελ. 2889-2898. Stern J., (2006a) The Russian-Ukrainian gas crisis of January 2006. Oxford: Oxford Institute for Energy Studies. Stern J., (2006b) Natural Gas Security Problems in Europe: The Russian- Crisis of 2006. Asia-Pacific Review, Vol 13, no 1, pp.32-59. Stern J., (2006c) The new security environment for European Gas: Worsening geopolitics and increasing global competition for LNG. Oxford: Oxford Institute for Energy Studies. Victor, D.G., Jaffe, A.M., Hayes, M.H. (2006) Natural gas and geopolitics: From 1970 to 2040. New York: Cambridge University Press. Γεννηµατάς Π.(2008), Ενέργεια και Πολιτική στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στον κόσµο. Αθήνα: Πεδίο. Γρηγοριάδης. Ι., (2008b). Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Ασφάλεια & Αγωγοί Φυσικού Αερίου στη Ν.Α. Ευρώπη:Ένα Νέο Πεδίο Ελληνοτουρκικής Συνεργασίας [ELIAMEP Thesis No. 2]. Athens: Hellenic Foundation for European and Foreign Policy(ELIAMEP. Καµχής, Μ., (2007) Η ενοποίηση του Ευρωπαϊκού χώρου 1986-2006. Αθήνα: Kριτική. 102
  • 103. Μαρκέτος, Θ., (2008) Η Γεωπολιτική Πρακτική της Ρωσίας στη Μετασοβιετική Κεντρική Ασία. Αθήνα: Σύλλογος Προς ∆ιάδοσιν φέλιµων Βιβλίων Τσακίρης, Θ., (2007) Η Γεωπολιτική Προϊστορία των Ενεργειακών Αντιπαραθέσεων Η.Π.Α.-Ρωσίας στην Ευρώπη και η Στρατηγική Σηµασία του Ρωσό-Βουλγαρό-Ελληνό- Ιταλικού Αγωγού (South Stream)?. Αθήνα: Κείµενα Ανάλυσης ΕΚΕΜ. Ιστοσελίδες http://www.iea.org/ http://ec.europa.eu/energy/index_en.htm www.elsevier.com/locate/energy http://www.rae.gr/ http://www.eia.doe.gov/ http://www.bp.com/ http://www.energy.eu/ http://www.euractiv.com/en http://www.gazprom.com/ http://www.opec.org/home/ http://www.energyforum.com/ http://www.energia.gr/ http://www.cedigaz.org/ http://www.ogj.com/index.html http://www.oxfordenergy.org/ http://www.cer.org.uk/ http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/eurostat/home/ http://www.gas-matters.com/ http://www.ensec.org/ http://www.theoildrum.com/node/3959 http://cordis.europa.eu/opet/ http://www.nabucco-pipeline.com/ http://www.nord-stream.com/en/ http://www.bbc.co.uk/ https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/ 103
  • 104. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Μεταφορά φυσικού αερίου – Προτεινόµενα έργα Ι) Αγωγοί φυσικού αερίου προερχόµενοι από την περιοχή της Κασπίας Θάλασσας και την Κεντρική Ασία. Ναµπούκο (Nabucco) ∆ιαδροµή: Τουρκία – Βουλγαρία – Ρουµανία _ Ουγγαρία – Αυστρία Απόσταση: 3300 χλµ Ικανότητα Μεταφοράς: 8 δις κ/µ ετησίως αρχικά, έως 31 δις κ/µ Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: 7,9 δις Ευρώ Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: 2013 (το νωρίτερο) Ο αγωγός Nabucco αποτελεί στρατηγικής σηµασίας έργο για την ΕΕ και τη διαφοροποίηση των οδών διαµετακόµισης αερίου και των πηγών προέλευσης του, ενισχύοντας την ασφάλεια εφοδιασµού της. Ο συγκεκριµένος αγωγός αποτελεί ένα στοιχείο της ευρύτερης επιδίωξης της ΕΕ, ώστε να δηµιουργηθεί ένας ενεργειακός διάδροµος Ανατολής-∆ύσης ο οποίος θα συνδέει τις πλούσιες σε φυσικό αέριο περιοχές της Κασπίας (Αζερµπαϊτζάν και κράτη της Κεντρικής Ασίας) και Μέσης Ανατολής (Ιράν, Ιράκ, Αίγυπτος) µε τις αγορές της Ευρώπης, µια ιδέα η οποία υποστηρίζεται ένθερµα από τις ΗΠΑ. Ο αγωγός θα ξεκινάει από την Ανατολική Τουρκία (κοντά στα ιρανό-τουρκικά ή τούρκο-γεωργιανά σύνορα) και θα καταλήγει διανύοντας περισσότερα από 3000 χµ στο Baumgarten της Αυστρίας στρατηγικής σηµασίας κόµβος αερίου της Κεντρικής Ευρώπης. 68 Το έργο έχει προταθεί ήδη από το 2003 από την Αυστρία ως ένας τρόπος για να µεταφερθεί αέριο από το πλούσιο σε αποθέµατα Ιράν, το 2004 ιδρύθηκε η εταιρία Nabucco Pipeline Company η οποία θα είναι υπεύθυνη για την κατασκευή και τη 68 http://www.nabucco-pipeline.com/company/mission-statement-strategic-goals/index.html, (28/5/2009) 104
  • 105. λειτουργία του αγωγού. Η εταιρία αποτελεί κοινοπραξία από έξι ενεργειακές εταιρίες οι οποίες συµµετέχουν ισοµερώς σε αυτήν, τις OMV (Αυστρία), MOL (Ουγγαρία), Transgaz (Ρουµανία), Bulgargaz (Βουλγαρία), BOTAS (Τουρκία), και από τον Φεβρουάριο του 2008 την RWE (Γερµανία). Ο Nabucco βρίσκεται ανάµεσα στα έργα προτεραιότητας των ∆Ε∆-Ε από το 2003, ενώ η σηµασία του αναβαθµίστηκε σηµαντικά το 2006 ύστερα από τη διαµάχη ανάµεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία και την επακόλουθη διακοπή παροχή σε φυσικό αέριο η οποία έπληξε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη. Η κατασκευή του αγωγού δεν έχει ξεκινήσει ακόµη, για το λόγο ότι αντιµετωπίζει διάφορα προβλήµατα τα οποία δεν έχουν διευθετηθεί µέχρι σήµερα. Η κοινοπραξία του Nabucco δεν έχει ακόµη υπογράψει κάποιο συµβόλαιο προµήθεια αερίου από κάποια χώρα παραγωγό.69 Είναι εξαιρετικά αβέβαιο εάν, πότε και µε ποιο τρόπο θα µπορέσει να φθάσει αέριο από την περιοχή της λεκάνης της Κασπίας και την Κεντρική Ασία στο Nabucco. Η µόνη χώρα η οποία είναι διατεθειµένη να εφοδιάσει τον αγωγό µε φυσικό αέριο δείχνει να είναι το Αζερµπαϊτζάν, το οποίο σε καµία περίπτωση δεν είναι ικανό να εξασφαλίσει εξολοκλήρου την προβλεπόµενη µεταφορική ικανότητα του Nabucco (8 δις κ/µ αρχικά και έως 31 δις κ/µ κατά τη δεύτερη φάση επέκτασης του) σύµφωνα µε τα τωρινά και προβλεπόµενα επίπεδα παραγωγής του. Όσον αφορά το Ιράν, το οποίο ίσως είναι η µόνη χώρα που έχει τη δυνατότητα να προµηθεύσει τον αγωγό µε αέριο αν και έχει δείξει προθυµία στο να συµβάλλει µε αέριο τον αγωγό ύστερα από συζητήσεις που έγιναν µε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2007, οι άσχηµες σχέσεις του µε τις ΗΠΑ και κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες σχετικά µε το πυρηνικό πρόγραµµά του αποτελούν σύµφωνα µε τις σηµερινές συνθήκες ανυπέρβλητο εµπόδιο προς αυτή την προοπτική.70 Άλλα προβλήµατα αποτελούν η απροθυµία της Τουρκίας να συµµετέχει στον αγωγό απλά ως µια χώρα διέλευσης, αντιθέτως επιθυµεί να επανεξάγει το φυσικό αέριο το οποίο θα διαπερνά από το έδαφος της. Επίσης αµφιβολίες έχουν ανακύψει σχετικά µε την πραγµατική ζήτηση σε αέριο από το Nabucco στα κράτη της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης καθώς οι αγορές τους βρίσκονται σε σηµείο κορεσµού εξαιτίας της 69 Łoskot-Strachota Α., 2008, Nabucco vs. South Stream– Rivalry over Balkan Gas Pipelines, Centre For Eastern Studies Commentary-Issue 3. 70 Vladimir Socor, “Strategic Issues Facing the Nabucco Project,” Eurasia Daily Monitor September 20 2007. 105
  • 106. υπάρχουσας τροφοδοσίας (κυρίως από τη Ρωσία). Όλα τα παραπάνω, έχουν προκαλέσει ουκ ολίγες καθυστερήσεις στην κατασκευή του αγωγού, κάνουν δε την εκπλήρωση του έργου εξαιρετικά δύσκολη. Υποβρύχιος Αγωγός της Κασπίας (Trans-Caspian Pipeline, TCP) ∆ιαδροµή: Τουρκµενιστάν – Αζερµπαϊτζάν - Τουρκία Απόσταση: 650 χλµ Ικανότητα Μεταφοράς: 30 δις κ/µ Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: Άγνωστο Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: Αβέβαιο Η κατασκευή ενός υποθαλάσσιου αγωγού ο οποίος θα µεταφέρει φυσικό αέριο από τα πλούσια κοιτάσµατα του Τουρκµενιστάν προς την Τουρκική και στη συνέχεια στην Ευρωπαϊκή αγορά ανάγεται από τα µέσα της δεκαετίας του 1990, όπου και το συγκεκριµένο σχέδιο προτάθηκε και υποστηρίχτηκε ενεργά από τις ΗΠΑ. Τελικά το Μάιο του 1999 υπογράφηκε µια συµφωνία ανάµεσα στην Τουρκία και το Τουρκµενιστάν για την παροχή 16 δις κ/µ φυσικού αερίου ανά έτος (δεν έχει εφαρµοστεί έως σήµερα), το ίδιο έτος οι παραπάνω χώρες µαζί µε το Αζερµπαϊτζάν και τη Γεωργία υπέγραψαν µια διακυβερνητική διακήρυξη για την κατασκευή ενός αγωγού ο οποίος θα διασχίζει υποβρυχίως την Κασπία θάλασσα και στη συνέχεια µέσω του Νοτίου Καυκάσου θα καταλήγει στην Τουρκία. Η διεθνής κοινοπραξία η οποία θα αναλάµβανε την κατασκευή του αγωγού ονοµάστηκε PSG και σε αυτή συµµετείχαν οι εταιρίες Shell, Bechtel Group και η General Electric. Το σχέδιο παρ όλα αυτά, εγκαταλείφτηκε λόγω διαφωνιών µεταξύ του Τουρκµενιστάν και Αζερµπαϊτζάν για το µερίδιο σε φυσικό αέριο που θα εφοδίαζε η καθεµία τον αγωγό, όπως επίσης και εξαιτίας των διαφωνιών τους πάνω στο διαχωρισµό των χωρικών τους υδάτων στην Κασπία λόγω των κοιτασµάτων σε υδρογονάνθρακες που βρίσκονται σε αυτά. Από το 2006, το Τουρκµενιστάν µετά το θάνατο του και την ανάληψη της προεδρίας από τον Berdymukhammedov άλλαξε στάση και αναθέρµανε το ενδιαφέρον 106
  • 107. του για τον αγωγό αποσκοπώντας έτσι να διαφοροποιήσει τις εξαγωγές του και προς τα δυτικά και κυρίως την Ευρώπη. οποία εκείνη την χρονική περίοδο αντιµετώπιζε πρόβληµα ασφαλούς εφοδιασµού σε αέριο λόγω της ρώσο-ουκρανικής διένεξης και έτσι αναθερµάνθηκε το ενδιαφέρον για την κατασκευή του Nabucco, ο οποίος θα µπορεί να προµηθεύεται αέριο µέσω του υποθαλάσσιου αγωγού και του αγωγού του Νοτίου Καυκάσου. Η Τουρκία και το Αζερµπαϊτζάν έδειξαν και αυτές µε τη σειρά τους υποστήριξη για την κατασκευή. Το 2007 το πρόγραµµα INOGATE της ΕΕ χρηµατοδότησε µια προµελέτη εφικτότητας όσον αφορά τη δυνατότητα µεταφοράς φυσικού αερίου στην Ευρώπη µέσω της Κασπίας, ενώ από το 2008 η Υπηρεσία Ανάπτυξης και Εµπορίου των ΗΠΑ πραγµατοποιούν µαζί µε την Αζέρικη ενεργειακή εταιρία SOCAR µια µελέτη για τις πιθανές ενεργειακές διαδροµές µέσω της Κασπίας θάλασσας. Αδριατικός Αγωγός (Trans Adriatic Pipeline, TAP) ∆ιαδροµή: Ελλάδα – Αλβανία - Ιταλία Απόσταση: 385 χλµ, 115χµ υποθαλάσσιος Ικανότητα Μεταφοράς: 10 δις κ/µ ετησίως αρχικά, έως 20 δις κ/µ Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: 1,5 δις Ευρώ Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: 2012 Ο Αδριατικός αγωγός είναι ένα έργο το οποίο προωθείται από την Ελβετική εταιρία EGL και τη Νορβηγική Statoil Hydro. H EGL, τον Απρίλιο του 2008 υπέγραψε µια συµφωνία µε τη Statoil Hydro ώστε να συστήσουν µια 50 / 50 κοινοπραξία για την ανάπτυξη, κατασκευή και λειτουργία του TAP. Η τελική απόφαση σχετικά µε τη χρηµατοδότηση του συγκεκριµένου έργου αναµένεται περί τα τέλη του 2009, ενώ η ολοκλήρωση της κατασκευής του αγωγού δεν αναµένεται πριν το 201371. Ο ΤΑP 71 EGL Media Release, EGL, StatoilHydro Complete Trans Adriatic Pipeline Joint-Venture Setup, 25 April 2008 107
  • 108. αποσκοπεί στη σύνδεση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης µε την Νότια Ιταλία, όπου η EGL λειτουργεί µεγάλες µονάδες ηλεκτροπαραγωγής οι οποίες χρησιµοποιούν φυσικό αέριο. Η επιλεγόµενη διαδροµή που θα ακολουθήσει ο αγωγός είναι να ξεκινάει από την περιοχή της Θεσσαλονίκης ακολουθώντας παράλληλα για περίπου 200 χλµ το υπό κατασκευή σήµερα δίκτυο στη Βόρεια Ελλάδα και στη συνέχεια να διακλαδώνεται προς τα Αλβανικά σύνορα. Θα εισέρχεται στην Αλβανία, όπου σχεδιάζεται να κατασκευαστούν µελλοντικά χώροι αποθήκευσης φυσικού αερίου και στη συνέχεια θα διασχίζει την Αδριατική θάλασσα καταλήγοντας στην Ιταλία µέσω της κοντινότερης απόστασης µεταξύ των ακτών των δύο κρατών, µεταξύ Φιέρι και Λέτσε. Στόχος του ΤΑP αποτελεί η ενίσχυση της διαφοροποίησης της ΕΕ σε εφοδιασµό αερίου, παράλληλα θα συµβάλλει στην ανάπτυξη της Αλβανικής οικονοµίας µέσω της αεριοποίησης της. Υπάρχει επίσης το ενδεχόµενο ο παρών αγωγός να επεκταθεί µελλοντικά προς βορρά διασχίζοντας τις δυτικές ακτές της Βαλκανικής χερσονήσου µέχρι την Κροατία (Αγωγός Αδριατικής – Ιονίου) υποστηρίζοντας έτσι τη δηµιουργία µια αγοράς φυσικού αερίου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η µελέτη σκοπιµότητας του αγωγού η οποία περιελάµβανε τεχνική, περιβαλλοντική και κοινωνική µελέτη ολοκληρώθηκε το 2007. Παρόλα αυτά το έργο χαρακτηρίζεται από µια σειρά αδιαλεύκαντων ζητηµάτων, µε το πιο σηµαντικό να είναι η ασάφεια ως προς το κατά πόσο ο αγωγός θα έχει επαρκή εφοδιασµό σε φυσικό αέριο. Μέχρι σήµερα, η µόνη συµφωνία για παροχή του ΤΑP µε φυσικό αέριο αποτελεί η 25- ετής σύµβαση που υπογράφηκε ανάµεσα στην EGL και την ιρανική δηµόσια εταιρία αερίου NIOC για την προµήθεια έως 5.5 δις κ/µ ετησίως, µέσω του Ιρανό-τουρκικού αγωγού. Το υπόλοιπο µέρος για το γέµισµα του αγωγού ίσως καλυφθεί είτε µέσω του Ρώσο-τουρκικού αγωγού Blue Stream αν και η Τουρκία δεν έχει το δικαίωµα να επαναεξαγάγει το ρωσικό φυσικό αέριο, είτε από άλλες πηγές της Κασπίας θάλασσας µε πιο πιθανή το κοίτασµα Shah Deniz στο Αζερµπαϊτζάν στο οποίο η Statoil κατέχει το 25,5% των δικαιωµάτων εκµετάλλευσης72. 72 Upstream Online, 16/2/2008 108
  • 109. Αγωγός ∆ιασύνδεσης Ελλάδας – Ιταλίας (δεύτερη φάση του TGII) ∆ιαδροµή: Ελλάδα – Ιταλία Απόσταση: 590 χλµ, 212 χλµ υποθαλάσσιος Ικανότητα Μεταφοράς: 11 δις κ/µ ετησίως, (8 δις κ/µ προς την Ιταλία) Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: 1 δις Ευρώ ( 0,35 δις Ευρώ, υποθαλάσσια κατασκευή) Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: 2012 Ο αγωγός διασύνδεσης Τουρκίας – Ελλάδας – Ιταλίας (Turkey – Greece – Italy Interconnector, TGII) αποτελεί ένα έργο µεταφοράς φυσικού αερίου το οποίο σκοπεύει να συνδέσει τα δίκτυα φυσικού αερίου των τριών κρατών, το αέριο θα προέρχεται από το Αζέρικο κοίτασµα Shah Deniz στην Κασπία. Αποτελεί έργο µεγάλης στρατηγικής σηµασίας για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού της ΕΕ, αφού όταν ολοκληρωθεί θα συνδέει το ευρωπαϊκό δίκτυο φυσικού αερίου µε τις πλούσιες περιοχές σε φυσικό αέριο της Κασπίας θάλασσας. Ο παρών αγωγός περιλαµβάνεται στα έργα προτεραιότητας του Ευρωπαϊκού Προγράµµατος ∆ιευρωπαϊκών ∆ικτύων και ένα µέρος της κατασκευής του χρηµατοδοτείται από την ΕΕ. Το 2003 οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας επιβεβαίωσαν µε µια ∆ιακρατική Συµφωνία το Μνηµόνιο Συνεργασίας ανάµεσα στην Ελληνική εταιρία ∆ΕΠΑ και την Τουρκική BOTAS για την κατασκευή ενός αγωγού ο οποίος θα συνδέει τα δίκτυα φυσικού αερίου των δύο κρατών. Το 2005 ακολούθησε µια ακόµη διακρατική συµφωνία µεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας και µια ακόµη συµφωνία ανάµεσα στη ∆ΕΠΑ και την Ιταλική Edison για την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου ο οποίος θα διασχίζει το Ιόνιο Πέλαγος και θα συνδέει τον Σταυρολιµένα Θεσπρωτίας µε την πόλη του Οτράντο στην Απουλία73. Στις 26 Ιουλίου του 2007 υπογράφηκε τριµερής διακρατική σύµβαση µεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Ιταλίας η οποία καθόριζε το οικονοµικό και νοµικό πλαίσιο του αγωγού TGII. Ο όγκος του αερίου που θα 73 Ioannis N. Grigoriadis, Natural Gas Corridors in Southeastern Europe and European Energy Security [ELIAMEP Thesis No. 2] (Athens: Hellenic Foundation for European and Foreign Policy (ELIAMEP), 2008b), σ. 1 109
  • 110. µεταφέρεται µέσω του αγωγού θα αγγίζει τα 11 δις κ/µ εκ των οποίων τα 8 θα κατευθύνονται στην Ιταλία ενώ τα υπόλοιπα στην Ελλάδα η έναρξη λειτουργίας του τοποθετείται το νωρίτερο το 2012. Η πρώτη φάση του αγωγού ολοκληρώθηκε το Νοέµβριο του 2007 και εγκαινιάσθηκε από τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας, της Τουρκίας και του Αζερµπαϊτζάν. Αυτός είναι ένας αγωγός διαµέτρου 36 ιντσών και συνολικού µήκους 296 χλµ (τα 210 χλµ βρίσκονται επί τουρκικού εδάφους) και ξεκινά από την πόλη Καρατσάµπεη στη Βορειοδυτική Τουρκία καταλήγοντας στην Κοµοτηνή. Η αρχική µεταφορική ικανότητα του αγωγού ανέρχεται σε 0.75 δις κ/µ ανά έτος µε την προοπτική να αγγίξει τα 12 δις από το 2012. Το κόστος κατασκευής του αγωγού ανήλθε στα 250 εκατ. ευρώ και χρηµατοδοτήθηκε από την BOTAS, τη ∆ΕΠΑ και κονδύλια της ΕΕ (29% του συνολικού κόστους). Η δεύτερη φάση του αγωγού περιλαµβάνει τον αγωγό διασύνδεσης Ελλάδας – Ιταλίας, ο οποίος θα συνδέει την Κοµοτηνή µε το Οτράντο διασχίζοντας τη Βόρεια Ελλάδα και µέσω ενός υποθαλάσσιου αγωγού θα καταλήγει στη Νότια Ιταλία. Το χερσαίο κοµµάτι του αγωγού που θα βρίσκεται στην Ελληνική επικράτεια και θα έχει µήκος περίπου 590 χµ και διάµετρο 42 ίντσες, θα κατασκευαστεί από το ∆ΕΣΦΑ.74 Τον Ιούνιο του 2008 η ∆ΕΠΑ και η Edison ανακοίνωσαν την σύσταση της 50 / 50 κοινοπραξίας IGI Poseidon SA, η οποία θα αναλάµβανε την κατασκευή του Ελληνοϊταλικού υποθαλασσίου τµήµατος του αγωγού, γνωστό και ως «Ποσειδώνας». Η κατασκευή του αγωγού µήκους 212 χιλιοµέτρων και προϋπολογιζοµένου κόστους περίπου 500 εκατ. ευρώ, θα ξεκινούσε το 2008, ενώ η αποπεράτωση του έργου υπολογιζόταν για το 2012. 74 Konstantinos E. Maroulis, Greece’s Role as the Emerging Energy Hub of South- Eastern Europe: DESFA’s Role and Perspectives [Ηellenic Gas Transmission System Operator (DESFA) S.A], 2008) σ. 5-6 110
  • 111. Επέκταση Αγωγού Νότιου Καυκάσου ∆ιαδροµή: Αζερµπαϊτζάν – Γεωργία – Τουρκία Απόσταση: 692 χµ (έως τα σύνορα Γεωργίας-Τουρκίας) Ικανότητα Μεταφοράς: Σήµερα 8 δις κ/µ ετησίως, επέκταση έως 16-20 δις κ/µ) Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: Άγνωστο Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: 2012 Ο αγωγός του Νοτίου Καυκάσου (ή αγωγός Μπακού-Τιφλίδας-Τσεϋχάν) µεταφέρει φυσικό αέριο από το υποθαλάσσιο κοίτασµά Shah Deniz του Αζερµπαϊτζάν στην Κασπία θάλασσα στην Τουρκία και διέρχεται παράλληλα του αγωγού πετρελαίου Μπακού- Τιφλίδας-Τσεϋχάν. Η προµήθεια φυσικού αερίου ξεκίνησε το ∆εκέµβριο του 2006 και η σηµερινή ικανότητα µεταφοράς του αγωγού έχει σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί την πρώτη φάση εκµετάλλευσης του κοιτάσµατος Shah Deniz (η παραγωγή του θα αγγίζει τα 8.6 δις κ/µ από το 2009, εκ των οποίων τα 6.6 διανέµονται στην Τουρκία και ένα µικρό µέρος στην Ελλάδα). Η απόφαση για την επέκταση του αγωγού πάρθηκε κατά τα τέλη του 2008 και αναµένεται να µεταφέρει 16-20 δις κ/µ φυσικού αερίου ετησίως. Η συγκεκριµένη απόφαση συνδέεται µε την έναρξη της δεύτερης φάσης εκµετάλλευσης του Shah Deniz κατά το 2012, όπου η παραγωγή θα είναι σαφώς µεγαλύτερη. Αξίζει να σηµειωθεί ότι η λειτουργία του αγωγού σταµάτησε από τις 12-14 Αυγούστου του 2008, λόγω φόβων για πιθανή δολιοφθορά. Ο αγωγός του Νοτίου Καυκάσου αποτελεί την κύρια διαδροµή µεταφοράς αερίου προερχόµενου από την Κασπία προς τη Γεωργία, την Τουρκία και από εκεί προς τις Ευρωπαϊκές αγορές θεωρείται δε από την ΕΕ αγωγός υψηλής στρατηγικής σηµασίας καθώς αποτελεί ένα σηµαντικό κοµµάτι του λεγόµενου «Νότιου Ενεργειακού ∆ιαδρόµου», ο οποίος θα ενώνει την Ευρωπαϊκό δίκτυο αερίου µε τη Λεκάνη της Κασπίας και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας. 111
  • 112. Λευκό Ρεύµα (White Stream) ∆ιαδροµή: Γεωργία – Ουκρανία – Ρουµανία (επίσης εναλλακτική για απευθείας Γεωργία – Ρουµανία) Απόσταση: 1355 χµ (1235 χµ εάν είναι απευθείας) Ικανότητα Μεταφοράς: 8 δις κ/µ ετησίως - 1ο στάδιο (έως 32 δις κ/µ) Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: 3,8 δις Ευρώ (1ο στάδιο) Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: Αβέβαιο Ο αγωγός φυσικού αερίου Λευκό Ρεύµα γνωστός παλαιότερα ως GUEU (Georgia- Ukraine-European Union gas pipeline) αποτελεί µια πρωτοβουλία η οποία αποσκοπεί στη µεταφορά φυσικού αερίου από τη Λεκάνη της Κασπίας στην Ευρώπη διασχίζοντας υποθαλάσσια τον Εύξεινο Πόντο, παρακάµπτοντας τη Ρωσία και την Τουρκία. Πιο συγκεκριµένα το σηµείο εκκίνησης του αγωγού θα είναι η περιοχή της Τιφλίδας στη Γεωργία όπου θα συνδέεται µε το αγωγό Νότιου Καυκάσου (Αζερµπαϊτζάν – Γεωργία – Τουρκία) και θα καταλήγει κοντά στην πόλη Σούπσα στις γεωργιανές ακτές της Μαύρης θάλασσας. Από εκεί θα διασχίζει υποθαλάσσια τον Εύξεινο Πόντο όπου και θα καταλήγει στην Κριµαία της Ουκρανίας και από εκεί στη Ρουµανία µέσω χερσαίου αγωγού. Υπάρχει και µια επιλογή ο αγωγός να καταλήγει απευθείας µέσω υποθαλάσσιας ζεύξης από τη Γεωργία στο λιµάνι της Κωστάντζας στη Ρουµανία. Η µεταφορική ικανότητα του αναµένεται αρχικά να αγγίζει τα 8 δις κ/µ ετησίως µε προοπτική επέκτασης έως τα 32 κ/µ. Ο αγωγός τυγχάνει ιδιαίτερης υποστήριξης από την Ουκρανία ιδιαίτερα ύστερα από τα γεγονότα του 2006 και τη διακοπή προµήθειας ρωσικού αερίου. Όµως, στερείται σαφήνειας όσον αφορά τις πηγές εφοδιασµού του και την οικονοµική και επιχειρηµατική χρηµατοδότηση. Η βιωσιµότητα της κατασκευής του Λευκού Ρεύµατος ήρθε στην επιφάνεια περισσότερο από κάθε άλλο σχέδιο µεταφοράς αερίου ύστερα από τη Ρώσο – γεωργιανή σύγκρουση του Αυγούστου του 2008. 112
  • 113. Παράκτιος Αγωγός της Κασπίας ∆ιαδροµή: Τουρκµενιστάν – Καζακστάν - Ρωσία Απόσταση: 1700 χµ (500χµ στο Τουρκµενιστάν, 1200χµ στο Καζακστάν) Ικανότητα Μεταφοράς: 20 δις κ/µ Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: Άγνωστο Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: 2011 (το νωρίτερο) Οι πρόεδροι της Ρωσίας του Καζακστάν και του Τουρκµενιστάν υπέγραψαν το Μάιο του 2007 µια κοινή ∆ιακήρυξη για την κατασκευή του Παράκτιου αγωγού της Κασπίας, αυτή συµπληρώθηκε µε µια τριµερή συµφωνία σχετικά µε την κατασκευή του αγωγού. Ο στόχος του παραπάνω αγωγού είναι να µεταφέρει φυσικό αέριο από το ∆υτικό Τουρκµενιστάν και διασχίζοντας το Καζακστάν, θα ενώνεται εκεί, µε το κεντρικό σύστηµα αγωγών που ενώνει τη Ρωσία µε τα κράτη της Κεντρικής Ασίας. Στην κατσκευή του έργου συµµετέχουν οι εταιρίες Gazprom (Ρωσία), Turkmengaz(Τουρκµενιστάν) και KazMunaiGaz(Καζακστάν). Η ολοκλήρωση αυτού του αγωγού θα ενισχύσει περαιτέρω τις διαρκώς ανεπτυγµένες ενεργειακές σχέσεις των κρατών αυτών µε τη Ρωσία, αυξάνοντας παράλληλα την πολιτική και οικονοµική της επιρροή στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας και της ευρύτερης Κασπίας θάλασσας. ∆ιαβαλκανικός Αγωγός (Trans – Balkan Pipeline) ∆ιαδροµή: Ελλάδα – ΠΓ∆Μ – Σερβία - Βοσνία Ερζεγοβίνη – Κροατία - Σλοβενία – Αυστρία Απόσταση: 4128 χµ Ικανότητα Μεταφοράς: Άγνωστο Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: Άγνωστο Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: Άγνωστο 1 Ο Trans – Balkan Pipeline θα µεταφέρει φυσικό αέριο προερχόµενο από τις περιοχές της Κασπίας θάλασσας και της Μέσης Ανατολής µέσω Ελλάδος στην ∆υτική 113
  • 114. Βαλκανική και στη συνέχεια στην Αυστρία. Ο αγωγός αυτός είχε προταθεί στο πρόσφατο παρελθόν από την Ελληνική κυβέρνηση και είχε γίνει πολιτικά δεκτός από τις ενδιαφερόµενες χώρες, µε την υπογραφή πρωτοκόλλου συνεργασίας στην Θεσσαλονίκη του Απρίλιο του 2003. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποδεχθεί αυτή την πρόταση, η οποία συµπεριλαµβάνεται στα έργα προτεραιότητας των διευρωπαϊκών δικτύων ενέργειας.75 στόσο µέχρι σήµερα καµία πρόοδος σχετικά µε το έργο δεν έχει επιτευχθεί. ΙΙ) Σχεδιαζόµενοι αγωγοί φυσικού αερίου προερχόµενοι από τη Ρωσία Νότιο Ρεύµα (South Stream) ∆ιαδροµή: Ρωσία, µέσω υποθαλάσσιου αγωγού που θα διέρχεται από τον Εύξεινο Πόντο προς: 1) Βουλγαρία – Ελλάδα – Ιταλία [Νότια ∆ιακλάδωση] (το τµήµα Ελλάδας-Ιταλίας θα διέρχεται υποθαλάσσια µέσω Ιονίου Πελάγους) 2) Βουλγαρία – Σερβία – Ουγγαρία [Βόρεια ∆ιακλάδωση] Απόσταση: 900 χµ ( o υποθαλάσσιος µέσω Εύξεινου Πόντου) (1235 χλµ εάν είναι απευθείας) Ικανότητα Μεταφοράς: 8 δις κ/µ ετησίως - 1ο στάδιο (έως 32 δις κ/µ) Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: 15δις Ευρώ (η µικρότερη εκτίµηση) Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: 2015 (το νωρίτερο) Στις 23 Ιουλίου 2007 υπογράφηκε στη Ρώµη ανάµεσα στις εταιρίες Gazprom (Ρωσία) και ENI (Ιταλία) ένα µνηµόνιο συνεργασίας για την κατασκευή του αγωγού South Stream. Το Νοέµβριο του 2007 αποφασίστηκε από τις δύο εταιρίες η δηµιουργία µιας κοινοπραξίας για την ανάθεση των σχετικών τεχνικών και οικονοµικών µελετών εφικτότητας του αγωγού. Η κοινοπραξία συστάθηκε τον Ιανουάριο του 2008 µε το όνοµα South Stream AG, στην οποία συµµετέχουν από κοινού µε ποσοστά 50%-50% οι εταιρίες Gazprom και ΕΝΙ, οι σχετικές µελέτες ανατέθηκαν στην Saipem θυγατρική 75 European Commission (EC), 2004. Trans – European Networks: TEN – E priority projects, σ. 31 114
  • 115. εταιρία της ENI, οι οποίες αναµένεται να ολοκληρωθούν εντός του 2009, το κόστος κατασκευής εκτιµάται στα 15-20 δις ευρώ. Το έτος 2008 αποτέλεσε ιδιαίτερα σηµαντικό για την προώθηση του έργου, καθώς τον Ιανουάριο η Ρωσία συµφώνησε µε τη Βουλγαρία για την συµµετοχή της στην κατασκευή και λειτουργία του βουλγάρικου τµήµατος του αγωγού. Επίσης τον ίδιο µήνα επετεύχθησαν αντίστοιχες συµφωνίες µε τη Σερβία και την Ουγγαρία, ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους ακολούθησε και η Ελλάδα. Οι εταιρίες που θα συµµετέχουν εκτός από τις προαναφερθείσες, είναι οι Bulgargaz (Βουλγαρία), Srbijagas (Σερβία), η τράπεζα MFB (Ουγγαρία) και ∆ΕΠΑ (Ελλάδα). Η κάθε εταιρία θα σχηµατίσει κοινοπραξία (50%-50%) µε τη Gazprom για την κατασκευή του τµήµατος του αγωγού που θα διασχίζει την χώρα. Στις 15 Μάιου 2009 στο Σότσι υπεγράφη µια τε Ο αγωγός θα ξεκινά από το ρωσικό λιµάνι Beregovaya στις ακτές της Μαύρης θάλασσας όπου θα βρίσκεται ένας σταθµός συµπίεσης φυσικού αερίου, και διανύοντας περίπου 900 χλµ στον πυθµένα του Ευξείνου Πόντου, θα καταλήγει στη Βάρνα στην Βουλγαρία, ο χερσαίος αγωγός θα διασχίζει τη Βουλγαρία όπου θα χωρίζεται σε δύο διακλαδώσεις, η βόρεια θα διασχίζει τη Σερβία καταλήγοντας στην Ουγγαρία ενώ η νότια διακλάδωση θα συνεχίζει στην Ελλάδα διαπερνόντας το βόρειο τµήµα της και από εκεί θα καταλήγει στην Ιταλία µέσω ενός άλλου υποθαλάσσιου αγωγού. Βόρειο Ρεύµα (Nord Stream) ∆ιαδροµή: Ρωσία – Γερµανία (υποθαλάσσια µέσω Βαλτικής) Απόσταση: 1220 χµ Ικανότητα Μεταφοράς: 55δις κ/µ ετησίως (δύο αγωγοί µε µεταφορική ικανότητα Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: 7.4 δις Ευρώ (1ο στάδιο) Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: 2011 (το πρώτο τµήµα) Ο Nord Stream αποτελεί ένα σηµαντικό έργο για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ σε φυσικό αέριο, καθώς θα αποτελεί τον πρώτο αγωγό ο οποίος θα τροφοδοτεί απευθείας µε Ρωσικό αέριο τη ∆υτική Ευρώπη, χωρίς να διέρχεται από κάποια τρίτο κράτος. Εφόσον κατασκευαστεί θα αποτελεί το µεγαλύτερο υποθαλάσσιο αγωγό µεταφοράς φυσικού αερίου σε παγκόσµιο επίπεδο. 115
  • 116. Η κατασκευή του Nord Stream ανάγεται από τα µέσα της δεκαετίας του 1990 όπου και υποστηρίχθηκε από τη Γερµανική κυβέρνηση. Το 1999 ολοκληρώθηκαν οι πρώτες µελέτες εφικτότητας του έργου και από το 2000 ανήκει στα έργα προτεραιότητας των ∆Ε∆-Ε. Κατά τα τέλη του 2005 συστάθηκε µια ρώσο-γερµανική κοινοπραξία µε το όνοµα Nord Stream AG στην οποία συµµετέχουν οι εταιρίες, Gazprom (51%), Wintershall Holding (20%), E.ON Ruhrgas AG (20%) και από το 2007 η Ολλανδική Nederlandse Gasunie (9%).76 Το 2009 ολοκληρώθηκαν και οι σχετικές τεχνικές και οικονοµικές µελέτες καθώς και διασυνοριακές µελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ο αγωγός θα ξεκινάει από το Ρωσικό λιµάνι Vyborg και µέσω της Βαλτικής θα καταλήγει στο Greifswald της Γερµανίας. Ο Nord Stream θα αποτελείται από δύο παράλληλους αγωγούς µεταφορικής ικανότητας 27.5 δις κ/µ ο καθένας. Η κατασκευή του έργου αναµένεται να ξεκινήσει στις αρχές του 2010 µε το πρώτο τµήµα να ολοκληρώνεται το 2011 και το δεύτερο το 2011. Η κατασκευή του αγωγού χαρακτηρίζεται από προβλήµατα καθώς η Σουηδία έχει εκφράσει ανησυχίες ότι ο αγωγός θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ευαίσθητη χλωρίδα και πανίδα της Βαλτικής. Η Φινλανδία, ∆ανία και η Εσθονία φοβούνται ότι τα έργα κατασκευής του αγωγού θα αναταράξουν το βυθό µε κίνδυνό να ενεργοποιηθούν χηµικά όπλα από τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο που δεν έχουν εκραγεί. Από γεωπολιτικής άποψης η Πολωνία αλλά και οι Βαλτικές χώρες θεωρούν ότι ο αγωγός απειλεί την ενεργειακή τους ασφάλεια, εφόσον η Ρωσία θα µπορεί να πωλεί το φυσικό της αέριο δίχως να έχει την ανάγκη της διέλευσης του από το έδαφος τους. 76 http://www.nord-stream.com/en/the-pipeline/facts-figures.html, (6/6/2009) 116
  • 117. III) Σχεδιαζόµενοι αγωγοί φυσικού αερίου προερχόµενοι από την Αφρική GALSI (Gasdotto Algeria Sardegna Italia) ∆ιαδροµή: Αλγερία – Ιταλία (µέσω Σαρδηνίας) Απόσταση: 640χµ από το πεδίο φυσικού αερίου Hassi R'mel ως τις ακτές της Αλγερίας στη Μεσόγειο 285 χµ Αλγερία-Σαρδηνία (υποθαλασσια) 300 χµ στη Σαρδηνία από Νότο προς Βορά 280 χµ Σαρδηνία-ηπειρωτική Ιταλία (Τοσκάνη) Ικανότητα Μεταφοράς: 8 δις κ/µ ετησίως Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: 2 δις Ευρώ Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: 2012 (το νωρίτερο) Στις αρχές του 2003 αποφασίστηκε η κατασκευή του αγωγού GALSI o οποίος θα τροφοδοτεί την Ιταλία µε Αλγερινό φυσικό αέριο. Στην κοινοπραξία κατασκευής του έργου συµµετέχουν η Αλγερινή εταιρία Sonatrach µε µερίδιο 41.6% και οι Ιταλικές Edison (20.8%), Enel (15.6%) Sfirs (11.6%) Hera Trading (10.4%).77 Το 2005 ολοκληρώθηκαν οι σχετικές µελέτες εφικτότητας κατασκευής του έργου. Αγωγός φυσικού αερίου Σαχάρας (NIGAL) ∆ιαδροµή: Νιγηρία – Νίγηρας - Αλγερία Απόσταση: 4128 χµ Ικανότητα Μεταφοράς: 18-30 δις κ/µ ετησίως Εκτιµώµενο Κόστος Κατασκευής: άνω των 10 δις Ευρώ Ηµεροµηνία Ολοκλήρωσης: 2017 Στις αρχές του 2002 υπογράφηκε ένα µνηµόνιο κατανοήσεως µεταξύ της κρατικής Νιγηριανής εταιρίας πετρελαίου (NNPC) και της Sonatrach η κατασκευή ενός αγωγού ο οποίος θα συνδέει τα δύο κράτη και όπου θα έχει τη δυνατότητα να τροφοδοτεί την Ευρωπαϊκή αγορά µε Νιγηριανό φυσικό αέριο µέσω των υπαρχόντων υποδοµών µεταξύ της Αλγερίας και των Ευρωπαϊκών κρατών. Μέχρι σήµερα η κατασκευή του έργου 77 http://www.mem-algeria.org/actu/comn/galsi.htm, (17/6/2009) 117
  • 118. παραµένει σε θεωρητικό επίπεδο, αν και έχει εκφραστεί ενδιαφέρον από διάφορες εταιρίες ώστε να συµµετάσχουν στην εκτέλεση του.78 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ - Χάρτες Εικόνα 1: Η παγκόσµια αγορά φυσικού αερίου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 Πηγή: BG Group 78 http://www.remep.org/energy-projects/projects-currently-being-developed/gas/nigal-pipeline 118
  • 119. Εικόνα 2: Η παγκόσµια αγορά φυσικού αερίου, όπως προβλέπεται γύρω στο 2015 Πηγή: BG Group Εικόνα 3: Οι ροές του ευρωπαικού εµπορίου φυσικού αερίου Πηγή: IEA 119
  • 120. Εικόνα 4: O αγωγός Νότιο Ρεύµα (South Stream) Πηγή:uuseesti.ee Εικόνα 5: Οι αγωγοί στην ευρύτερη περιοχή της Κασπίας Θάλασσας και της Υπερκαυκασίας Πηγή:yellowcakewalk.net 120
  • 121. Εικόνα 6: Οι αγωγοί φυσικού αερίου στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης Πηγή: Mojciech Mankowsi Εικόνα 7: Ο Αδριατικός αγωγός φυσικού αερίου (Trans Adriatic Pipeline) Πηγή: EGL 121
  • 122. Εικόνα 8: Ο αγωγός φυσικού αερίου Βόρειο Ρεύµα (Nord Stream) Πηγή: http://www.nord-stream.com Εικόνα 9: Η ευρωπαική κατανάλωση και οι εισαγωγές φυσικού αερίου, 2007 Πηγή: Le Monde Diplomatique 122
  • 123. Εικόνα 10: To δίκτυο των αγωγών φυσικού αερίου και τα έργα αγωγών πανευρωπαϊκού ενδιαφέροντος στην περιοχή της Ευρασίας Πηγή: INOGATE 123
  • 124. Εικόνα 11: Οι τερµατικοί σταθµοί ΥΦΑ στην Ευρώπη Πηγή: Jonathan Stern Εικόνα 12: Οι ανταγωνισµοί αγωγών φυσικού αερίου στην Ευρώπη Πηγή: Le Monde Diplomatique 124