ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ [1]

988 views
784 views

Published on

Published in: Education
0 Comments
0 Likes
Statistics
Notes
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

No Downloads
Views
Total views
988
On SlideShare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
29
Actions
Shares
0
Downloads
0
Comments
0
Likes
0
Embeds 0
No embeds

No notes for slide

ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ [1]

  1. 1. Η ελληνική γλώσσα ως δανειολήπτρια Δημητροπούλου Αθανασία & Δημητροπούλου Βάσια 3 Ο Γυμνάσιο Ναυπάκτου Τμήμα Γ1΄ Σχολικό Έτος 2011-2012
  2. 2. Ο Γλωσσικός Δανεισμός της Ελληνικής <ul><li>Θα αποτελούσε κοινοτοπία να υποστηριχθεί ότι ο ελληνικός πολιτισμός, τουλάχιστον τους τελευταίους αιώνες, ενέχει στοιχεία τόσο από πολιτισμούς της Ανατολής όσο και της Δύσης . Πρόκειται για μια πραγματικότητα, η οποία γίνεται εμφανής στην καθημερινή ζωή και στη συμπεριφορά των Ελλήνων πολιτών, καθώς επίσης και στη νεοελληνική Τέχνη, στη θρησκευτική λατρεία και σε μια σωρεία άλλων εκδηλώσεων. Οι ομιλητές της ήρθαν σε επαφή, είτε ως κατακτητές είτε ως κατακτημένοι είτε ως έμποροι είτε ως διανοούμενοι είτε απλώς ως αποδέκτες μιας διαφορετικότητας, με διάφορους πολιτισμούς τόσο της Δύσης όσο και της Ανατολής. </li></ul>
  3. 3. Ο Γλωσσικός Δανεισμός της Ελληνικής <ul><li>Δάνεια από την τουρκική </li></ul><ul><li>Η τουρκική γλώσσα δάνεισε στην ελληνική πάρα πολλά γλωσσικά στοιχεία, τα περισσότερα από τα οποία έχουν προσαρμοστεί σήμερα στη φωνητική και τη μορφολογία της ελληνικής. Στον τομέα της Φωνητικής παραμένουν ορισμένοι φθόγγοι, </li></ul><ul><li>στον τομέα της Μορφολογίας η τουρκική δάνεισε στην ελληνική ορισμένα επιθήματα, </li></ul><ul><li>στον τομέα της Σύνταξης η επίδραση της τουρκικής, λόγω προφανώς της εντελώς διαφορετικής συντακτικής δομής των δύο γλωσσών, υπήρξε μηδαμινή. </li></ul>
  4. 4. ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ [ ενδεικτικά ] <ul><li>καβουρντίζω: 1α. ψήνω σε δυνατή φωτιά, χωρίς νερό ή λιπαρές ουσίες και ανακατεύοντας συνεχώς, σπόρους δημητριακών, κόκκους καφέ κτλ.: Kαφές καβουρντισμένος. Mας καβούρντισε ο ήλιος, μας έκαψε πολύ, μας έψησε. β. (μαγειρ.) βάζω στην κατσαρόλα, σε καυτό λάδι ή λίπος, κρέας ή λαχανικά και τα αφήνω να ροδίσουν σε δυνατή φωτιά, ενώ συγχρόνως τα ανακατεύω· τσιγαρίζω1. 2. τσιγαρίζω </li></ul>
  5. 5. ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ [ ενδεικτικά ] <ul><li>κεμπάπ το : (μαγειρ.) είδος φαγητού από μικρά κομματάκια υπερβολικά καρυκευμένου κρέατος που ψήνεται συνήθ. στο φούρνο. </li></ul><ul><li>κεφτές ο : (μαγειρ.) είδος φαγητού που παρασκευάζεται από κιμά, ο οποίος ζυμώνεται με διάφορα καρυκεύματα και πλάθεται σε μικρές μπαλίτσες που τηγανίζονται σε καυτό λάδι . Kεφτέδες || κεφτεδάκι το υποκορ. </li></ul>
  6. 6. Ο Γλωσσικός Δανεισμός της Ελληνικής <ul><li>Δάνεια από τη γαλλική </li></ul><ul><li>Η απελευθέρωση του 1821 και η επακολουθήσασα ίδρυση του νεοελληνικού κράτους συνέπεσε με την κυριαρχία της γαλλικής γλώσσας σε διεθνές επίπεδο , με αποτέλεσμα η διαμορφούμενη επίσημη κρατική ελληνική γλώσσα να δανειστεί γλωσσικά στοιχεία από τη γαλλική για να επενδύσει έννοιες και αντικείμενα του υλικού πολιτισμού , για τα οποία η αρχαία ελληνική δε διέθετε αντίστοιχους όρους. Έτσι, καταρχήν η εισβολή δανείων από τη γαλλική έγινε για εξυπηρέτηση κάποιων αναγκών επικοινωνίας. </li></ul>
  7. 7. Ο Γλωσσικός Δανεισμός της Ελληνικής <ul><li>Δάνεια από τη γαλλική </li></ul><ul><li>Παράλληλα, έγινε η δεύτερη γλώσσα των μορφωμένων . Στον τομέα της Μορφολογίας η γαλλική άσκησε κάποια επίδραση στη νέα ελληνική, προφανώς λόγω της πολύχρονης σχέσης των δύο γλωσσών, δανείζοντας ορισμένα επιθήματα στην ελληνική, τα οποία χρησιμοποιούνται και σε λέξεις με βάση ελληνική λέξη. Τέλος, η ελληνική πήρε κάποιες φράσεις της γαλλικής, τις οποίες προσάρμοσε μεταφράζοντάς τες στην ελληνική. </li></ul>
  8. 8. ΓΑΛΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ [ ενδεικτικά ] <ul><li>νουά το (μαγειρ.) τμήμα από το μπούτι μοσχαριού. </li></ul><ul><li>ογκρατέν (μαγειρ.) μέθοδος μαγειρέματος ορισμένων φαγητών, τα οποία καλύπτονται ιδίως με κρέμα ή τυρί, και ψήνονται στο φούρνο: Mακαρόνια / κουνουπίδι </li></ul>
  9. 9. ΓΑΛΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ [ ενδεικτικά ] <ul><li>ρολό το : 1. ό,τι είναι τυλιγμένο με τέτοιον τρόπο που να δίνει ένα σχήμα κυλίνδρου: Ένα χαρτί· 2. κατασκευή από πλέγμα που μπορεί να τυλίγεται σε ρολό και να ξετυλίγεται, και που χρησιμοποιείται για να κλείνει, εξωτερικώς, μια πόρτα ή ένα παράθυρο: Ανεβάζω τα ρολά (του παράθυρου), τα ανοίγω. Τα μαγαζιά ήταν κλειστά, με τα ρολά κατεβασμένα. Κατεβάζω τα ρολά, και ως έκφραση, για επιχείρηση που κλείνει οριστικά. 3. μικρό κυλινδρικό αντικείμενο για την περιποίηση των μαλλιών· ρόλεϊ. 4. ειδικός κύλινδρος με επιφάνεια από απορροφητικό υλικό και λαβή, που περιστρέφεται γύρω από άξονα και χρησιμοποιείται για το βάψιμο τοίχων ή άλλων μεγάλων επιφανειών. 5. είδος φαγητού από κιμά ή κρέας, που του δίνουν στενόμακρο σχήμα, το ψήνουν στο φούρνο και το σερβίρουν σε φέτες. </li></ul>
  10. 10. ΕΠΙΛΟΓΟΣ <ul><li>Η διαδικασία αναζήτησης δάνειων λέξεων που προέρχονται από μια γλώσσα, όπως η γαλλική ή η τουρκική, και κατάταξής τους σε διάφορα θεματικά πεδία, αποδεικνύουν ποιοι τομείς της κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας των Ελλήνων επηρεάστηκαν από τους αντίστοιχους λαούς. </li></ul>
  11. 11. ΠΗΓΗ <ul><li>http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/advsearch.html </li></ul>

×