• Like
¨ΕΡΩ¨ - 10ο ΤΕΥΧΟΣ - (ΑΠΡΙΛΙΟΣ -ΙΟΥΝΙΟΣ 2012)
Upcoming SlideShare
Loading in...5
×

¨ΕΡΩ¨ - 10ο ΤΕΥΧΟΣ - (ΑΠΡΙΛΙΟΣ -ΙΟΥΝΙΟΣ 2012)

  • 922 views
Uploaded on

Η ¨ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ¨ ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ¨ΕΡΩ¨ – ( ΑΠΡΙΛΙΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 2012). …

Η ¨ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ¨ ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ¨ΕΡΩ¨ – ( ΑΠΡΙΛΙΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 2012).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΩΡΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ.

ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ - ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γραφεῖα Θεσσ/νίκης:
Μοναστηρίου 225, Μενεμένη, 54628
τηλ: 2310552207, τηλεομοιότυπο: 2310552209

Γραφεῑα Ἀθηνῶν:
Πανεπιστημίου 34 καί Ἱπποκράτους γωνία, Στοά Παλλάδος
10679, 2ος ὄροφος, τηλ.2105227967
καί
Πανεπιστημίου 39, Στοά Πεσματζόγλου
10679, 5ος ὄροφος, τηλ.2106930355

http://www.enromiosini.gr/

More in: Education
  • Full Name Full Name Comment goes here.
    Are you sure you want to
    Your message goes here
    Be the first to comment
    Be the first to like this
No Downloads

Views

Total Views
922
On Slideshare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
10

Actions

Shares
Downloads
6
Comments
0
Likes
0

Embeds 0

No embeds

Report content

Flagged as inappropriate Flag as inappropriate
Flag as inappropriate

Select your reason for flagging this presentation as inappropriate.

Cancel
    No notes for slide

Transcript

  • 1. ΑΠΡΙΛΙΟΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ 2012 / ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗς-ΠΡΟΒΟΛΗς ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ / ΤΕΥΧΟΣ 10 ΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΑΥΤΟ ΓΡΑΦΟΥΝ: ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΡΟΥΤΟΓΛΟΥ, ΑΡΧΙΜ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΕΦΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, π. ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΑΟΥΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΔΗΜΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΔΡΕΤΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ, ΔΡΟΥΓΚΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΖΑΡΤΑΛΟΥΔΗΣ ΖΩΗΣ, ΖΗΡΙΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΚΕΣΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΕΣΤΗΣ, ΚΟΝΤΑΞΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ, ΛΙΑΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΜΑΣΤΟΡΟΚΩΣΤΑ-ΖΕΛΛΙΟΥ ΕΡΑΤΤΩ, ΜΑΧΙΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, ΜΠΟΥΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡIOΣ, ΝΑΤΣΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΡΑΚΟΒΑΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, ΣΑΜΑΡΑΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ, ΣΑΠΡΑΝΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, ΣΙΑΣΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΣ, ΣΙΩΜΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ΤΖΙΝΙΚΟΥ ΑΘΗΝΑ, ΧΑΤΖΗΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Ἑπιστροφὴ στὴν ὕπαιθρο ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ, ΣΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ, ΣΤΗΝ ΦΥΤΙΚΗ - ΥΓΙΕΙΝΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ, ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ:
  • 2. 1 ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ - ΕΚΔΟΤΗΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ -ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ KATA TON ΝΟΜΟ Παπαδόπουλος Θεόφιλος, Πρόεδρος Τηλ.: 6985 085 012 ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ Βιλλιώτης Γεώργιος Θανάσουλας Δῆμος Παπαδόπουλος Θεόφιλος ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ ΤΕΥΧΟΥΣ Δρούγκας Ἰωάννης ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ Βιλλιώτης Γεώργιος Τζίκα Δήμητρα ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ Ἀνανιάδης Γεώργιος gmjv2012@gmail.com ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ & ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ Ἰωαννίδου Μαρία, Τηλ.: 2310 552 207 EΤΗΣΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ Ἐσωτερικοῦ: 20 Εὐρώ, Ἐξωτερικοῦ: 40 Εὐρώ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ Eurobank, BIC: EFGBGRAA IBAN: GR4002603220000140200352972 Γραφεῖα Θεσσ/νίκης: Μοναστηρίου 225, Μενεμένη, 54628 τηλ: 2310552207, τηλεομοιότυπο: 2310552209 Γραφεῖα Ἀθηνῶν: Πανεπιστημίου 34 & Ἱπποκράτους γωνία, Στοά Παλλάδος, 10679, 2ος ὄροφος, τηλ.2105227967 & Πανεπιστημίου 39, Στοά Πεσματζόγλου 10679, 5ος ὄροφος, τηλ.2106930355 Ἱστοσελίδα: www.enromiosini.gr Ἠλεκτρ.ταχυδρομεῖο:contact@enromiosini.gr Οἱ συγγραφεῖς τῶν ἄρθρων φέρουν τὴν εὐθύνη γιὰ τὶς ἀπόψεις τους. ISSN: 1792-2828 ΤΕΥΧΟΣ ΑΡ. 10/ ΑΠΡΙΛΙΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 2012 ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ TOY ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ-ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ Ὁ Θεὸς πλάθοντας τὸν ἄνθρωπο κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν αὐτοῦ ἔθεσε αὐτὸν στὸν νοητὸ καὶ αἰσθητὸ Παράδεισο, προκειμένου ἐντὸς αὐτοῦ νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ τὸν φυλάσσει. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς Δημιουργίας του, τέθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐντὸς τῆς φύσεως. Ἡ ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸν Παράδεισο λόγῳ τῆς παρακοῆς του, τὸν ὁδήγησε σιγὰ σιγὰ καὶ στὴν ἀποξένωσή του ἀπὸ τὴ φύση καὶ τὸν φυσικὸ τρόπο ζωῆς. Ἡ φύση ἀποτελοῦσε πιὰ ἐχθρὸ γιὰ αὐτὸν μὲ τελικὸ ἀποτέλεσμα σήμερα νὰ εἶναι ἐγκλωβισμένος σὲ τσιμεντένιες φυλακὲς ἀπάνθρω- πων πόλεων, μακριὰ ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωὴ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἡ Ἑλλάδα μας δυστυχῶς, παρὰ τὴν ὀρθόδο- ξη πίστη μας, δὲν ἀποτέλεσε ἐξαίρεση σὲ αὐτὴν τὴ στρεβλὴ πορεία τῆς ἀνθρωπότητας. Μὲ ταχεῖς ρυθ- μούς, ἰδίως μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ἐπιχειρή- θηκε συνειδητὰ ἡ μείωση τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἡ ἐγκατάλειψη τῆς ὑπαίθρου. Οἱ πολιτικοί μας, μὲ σειρὰ ἀντιαγροτικῶν μέτρων, ὤθησαν τὸν κόσμο νὰ ἐγκαταλείψει τὰ χωριά του καὶ νὰ στιβαχθεῖ σὲ κα- κοχτισμένες πόλεις μὲ ὑποβαθμισμένη ἕως ἀνύπαρ- κτη ποιότητα ζωῆς. Χωράφια καὶ καλλιέργειες στὴν ὕπαιθρο ἐγκαταλείφθηκαν καὶ χάθηκαν καλυπτόμε- να ἀπὸ τὴ δασικὴ βλάστηση ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ δα- σικὲς περιοχὲς πέριξ τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων κατακάηκαν καὶ οἰκοπεδοποιήθηκαν ἐπιτείνοντας τὴν ὑποβάθμιση τοῦ ἀστικοῦ τρόπου ζωῆς. Ἔθιμα καὶ παραδόσεις ποὺ σὲ μοναδικὸ πλοῦτο καὶ ποικι- λία πλαισίωναν καὶ νοηματοδοτοῦσαν τὴν καθημε- ρινότητα τῶν Ἑλλήνων χάθηκαν ἢ ἀποστεώθηκαν ὡσὰν νὰ ἦταν τουριστικὸ θέαμα μὲ ἀποτέλεσμα σή- μερα νὰ ἔχουμε ὡς πλειοψηφία τοῦ πληθυσμοῦ μία ψευδοαστικὴ τάξη, γκρίζα καὶ ὁμογενοποιημένη ποὺ μιμεῖται τὸν παγκοσμιοποιημένο ἀστικὸ τρόπο ζωῆς χωρὶς ἀξίες, παράδοση, ταυτότητα καὶ αἴσθηση κοινό- τητας. Ὁ πρωτογενὴς τομέας παραγωγῆς συρρικνώ- θηκε σὲ ἐπικίνδυνα γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ Ἔθνους ἐπίπεδα καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἀναγκαστικὰ αὐξήθηκαν οἱ εἰσαγωγὲς ἀκόμη καὶ βασικῶν ἀγροτικῶν ἀγαθῶν μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται σὲ ἐπιδείνωση τῶν οἰκονο- μικῶν μεγεθῶν τῆς χώρας. Ἀπὸ ὅλα τὰ παραπάνω ἀβίαστα καταλήγει κανεὶς στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀντιαγροτικὴ πολιτικὴ ποὺ ἐφαρμόστηκε ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια εἶναι μία ἀπὸ τὶς βασικὲς αἰτίες τῆς κρίσεως ποὺ ἀντιμετωπίζει ὁ τόπος μας. Ἡ «Ἑνωμένη Ρωμηοσύνη» μὲ τὸ παρὸν τεῦχος- ἀφιέρωμα ἔρχεται νὰ βοηθήσει καὶ νὰ ὠθήσει τὴν ἐπι- στροφὴ τῶν Ἑλλήνων στὴν ὕπαιθρο, τὸ φυσικὸ τρόπο ζωῆς καὶ κατ' ἐπέκταση στὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ὁ εὐλογη- μένος κόπος, ὁ τόπος μας καὶ ἡ Θεία Πρόνοια μποροῦν νὰ μᾶς παράσχουν ὅλα τὰ ἐφόδια ποὺ χρειαζόμαστε γιὰ τὸ αὔριο τοῦ Γένους μας. Ἂς δουλέψουμε. EΚΔΟΤΙΚO ΣΗΜΕΙΩΜΑ
  • 3. 2ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Α Π Ρ Ι Λ Ι Ο Υ - Ι Ο Υ Ν Ι Ο Υ 2 0 1 2 ΑΝΑΒΡΑ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ σ. 7 ΚΤΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑΠΕΙΝΑ ΥΛΙΚΑ Λουκόπουλου Κώστα σ. 10 ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ- ΑΞΙΕΣ - ΦΥΣΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ Μπούρα Δημητρίου σ. 28 ΣΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΗΡΩΙΔΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Σαΐτη Χαρᾶς σ. 48 ΤΟΠΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΤΟΠΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ Δαουτόπουλου Γεωργίου σ. 56 ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΤΡΙΜΗΝΟΥ σ. 4 σ. 5 σ. 5 σ. 7 σ. 10 σ. 13 Η ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΑΓΡΟΤΕΣ ΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ ΞΑΝΑΖΩΝΤΑΝΕΥΟΥΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ 1,5 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΝΕΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ Πα­νά­γου Γιά­ννη ΑΝΑΒΡΑ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΚΤΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑΠΕΙΝΑ ΥΛΙΚΑ Λουκόπουλου Κώστα ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ Σα­μα­ρᾶ Κωνσταντίνου, Χατζηα­πο­στό­λου Χρυ­σό­στο­μου ΡΕΥΜΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ ΟΡΘΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ σ. 45 σ. 48 σ. 50 σ. 16 σ. 21 σ. 25 σ. 28 σ. 30 σ. 35 σ. 38 σ. 42 ΗΚΡΙΣΗΕΥΚΑΙΡΙΑΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟΚΑΙΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ Δρεττάκη Γ. Μανόλη Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ Σιώμου Αναστασίου Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ Δρούγκα Ἰωάννη ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ- ΑΞΙΕΣ - ΦΥΣΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ Μπούρα Δημητρίου ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ. ΑΛΛΑ ΠΩΣ; Κατσιαβριᾶ Νικολάου ΗΕΠΑΝΟΔΟΣΤΩΝΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΙΔΕΩΔΩΝΣΤΗΝΠΑΤΡΩΑΓΗ Ζηρίνη Παναγιώτη Η ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, ΚΙΝΗΤΡΟ Ἤ ΕΜΠΟΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ; Κονταξῆ Δημ. Κων/νου ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ Ἀποστόλου Παπαδημητρίου ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ Σαπρανίδη Χρήστου ΤΟΠΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΤΟΠΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ Δαουτόπουλου Γεωργίου ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΖΕΟΛΙΘΟΥ ΣΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ Ζαρ­τα­λού­δη Ζώ­η ΤΟ ΙΠΠΟΦΑΕΣ Γάτσιου Κάσσανδρου ΣΤΕΒΙΑ, Η ΖΑΧΑΡΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ Κυριακίδου Μπέττυς ΣΥΓΧΡΟΝΗ «ΚΙΒΩΤΟΣ» ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ Δήμου Δημητρίου ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΑΙ Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΤΟΥΣ ΓΛΩΣΣΑ Τζινίκου Ἀθηνᾶς ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΑ ΔΑΣΗ Ζέλλιου-Μαστοροκώστα Ἐραττῶς ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ Ζαρ­τα­λού­δη Ζώ­η Η ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Μαχιᾶ Ἀθανασίου ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΠΙΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΤΡΟΦΩΝ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΞΟΥΣΙΑ Ρακοβαλῆ Ἀθανασίου σ. 52 σ. 56 σ. 64 σ. 65 σ. 68 σ. 71 σ. 73 σ. 77 σ. 83 σ. 88 σ. 91 σ. 92 ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΤΟΜΕΑ Λιάου Δημητρίου ΣΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΗΡΩΙΔΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Σαΐτη Χαρᾶς ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΙΣΗ; ΚΙ ΑΝ ΝΑΙ, ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΚΡΙΣΗ; Καλαβρουζιώτη Γεωργίου ΦΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΖΩΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
  • 4. 3 ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ: ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΠΟΥ ΨΑΧΝΟΥΜΕ Τορτοκᾶ Ἄνθιμου σ. 96 ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ: ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ Χατζηνικολάου Ἰωάννη σ. 102 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΤΑ Παρασκευᾶ Γεωργίου σ. 108 ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ & ΝΗΣΤΕΙΑ Δρούγκα Χριστίνας σ. 122 ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥ- ΚΛΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙ- ΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ Σεβ. Μητρ. Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας κ. Κοσμᾶ σ. 159 σ. 132 σ. 137 ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ σ. 164 σ. 170 σ. 175 σ. 176 σ. 177 σ. 180 σ. 181 AGRINO-ΠΡΟΪΟΝΟΡΘΗΣΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ-ΦΥΤΙΚΗΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΤΡΑΠΕΖΑΓΕΝΕΤΙΚΟΥΥΛΙΚΟΥ ΝΕΡΟΜΑΝΕΣΤΟΥΒΕΡΤΙΣΚΟΥ ΤΙΠΑΡΑΓΕΙΚΑΙΤΙΕΞΑΓΕΙΗΧΩΡΑΜΑΣ ΗΚΑΥΣΗΤΩΝΝΕΚΡΩΝ ΑΠΟΜΙΑΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣΚΟΠΙΑ ΜΠΟΫΚΟΤΑΖ ΗΚΡΙΣΗΣΤΡΕΦΕΙΤΟΥΣΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟNΘΕΟ σ. 94 σ. 96 σ. 100 σ. 102 σ. 108 σ. 112 σ. 114 σ. 115 σ. 116 σ. 118 σ. 120 σ. 121 σ. 122 σ. 128 ΦΥΤΙΚΗ-ΥΓΙΕΙΝΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΟΑΓΑΜΕΜΝΩΝΚΑΙΗΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ Καλαντζῆ Γεωργίου ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ: ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΠΟΥ ΨΑΧΝΟΥΜΕ Τορτοκᾶ Ἄνθιμου Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΗΛΕΣΙΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ: ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ Χατζηνικολάου Ἰωάννη ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΤΑ Παρασκευᾶ Γεωργίου ΤΟ ΜΕΛΙ ΩΣ ΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΟ Φυ­σι­κού­δη Ἀ­θα­νασίου Η ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΣΟΥΣΑΜΙΟΥ ΓΕΡΝΑΕΙ ΠΡΟΩΡΑ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΤΡΩΜΕ ΨΑΡΙΑ ΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ Λαμπρινάκη Δημοσθένη ΤΑ ΑΓΑΘΑ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΑ ΡΑΝΤΙΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ Γέροντος Παϊσίου ΑΡΤΟΣΜΕΠΡΟΖΥΜΙ«ΤΙΜΙΟΥΣΤΑΥΡΟΥ» Χαραβόπουλου Σπυρίδωνος ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΔΙΑΤΡΟΦΗ &ΝΗΣΤΕΙΑ Δρούγκα Χριστίνας ΥΓΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ Α ΩΣ ΤΟ Ω Κατσανοπούλου Μαίρης βιβλιοπαρουσιαση Πίσωστὸχωριό... ΘεοδωράκηἈθανασἰου ΕΙΔΗΣΕΙΣ σ. 182 σ. 187 σ. 190 σ. 191 ΔΙΑΦΟΡΑ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ Κεσελόπουλου Ἀνέστη ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Πρωτοπρεσβ. Ἀναστάσιου Παρούτογλου ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ σ. 142 σ. 145 σ. 150 σ. 154 σ. 159 σ. 162 ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ Μαντζαρίδη Γεωργίου ΜΕ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΑΣ Σιάσιου Λάμπρου ΣΥΝΑΞΑΡΙ Ἐ­πι­μ. Ἰ­ω­άν­νου Δρούγ­κα, Ἄννας Κωστάκου Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ  ΣΥΜΒΟΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ Ἀρχιμ. Κυρίλλου (Κεφαλόπουλου) ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ Σεβ. Μητρ. Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας κ. Κοσμᾶ ΝΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΕΣΘΕ ΤΙΣ ΩΡΑΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ Γέροντος Πορφυρίου ΠΑΡΑΔΟΣΗ Ἐγ­γλέ­ζου-Δε­λη­γι­αν­νά­κηΜα­νό­λη ΠΑΡΑΔΟΣΗ:ΤΡΟΦΟΣΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΝατσιοῦΔημήτρη ΧΩΡΙΚΟΙΤΩΝΑΝΔΕΩΝΔΕΝΠΡΟΣΒΑΛ- ΛΟΝΤΑΙΑΠΟΤΟΝΚΑΡΚΙΝΟ
  • 5. 4 ΡΕΥΜΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ Σ ΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ ἐ­πι­στρέ­φουν οἱ νέ­οι στὴν προ­σπά­θει­ά τους νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σουν, πα­ρα­τών­τας τὶς κα­τα­σκευ­ὲς καὶ τὸν του­ρι­σμὸ ποὺ ἐν μέ­σῳ κρί­σης ἔ­χουν πα­γώ­σει. Ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὰ στοι­χεῖ­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Στα­τι­στι­κῆς Ἀρ­χῆς, τὸ 2011 κα­τα­γρά­φη­κε αὔ­ξη­ση 8% τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ πλη­θυ­σμοῦ ἔ­πει­τα ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νι­α, μὲ τοὺς νέ­ους ἀ­γρό­τες νὰ προ­έρ­χον­ται κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν του­ρι­στι­κὸ καὶ τὸν κα­τα­σκευ­α­ στι­κὸ κλά­δο. Πρό­κει­ται γι­ὰ μί­α ἐλ­πι­δο­φό­ ρα ἐ­ξέ­λι­ξη στὸν ἀ­γρο­τι­κὸ χῶ­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σελ­κύ­ει πλέ­ον ἀν­θρώ­ πους ὑ­ψη­λοῦ μορ­φω­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­ δου, ἀ­κό­μη καὶ μὲ με­τα­πτυ­χι­α­κοὺς τί­τλους, ποὺ ἔ­χουν ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ κά­νουν μί­α μον­τέρ­να ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν πα­ρά­δο­ση ὅ­πως οἱ βι­ο­λο­γι­κὲς καλ­λι­έρ­γει­ες. Σὲ ἀ­πό­λυ­τους ἀ­ριθ­μούς, ὑ­πο­λο­ γί­ζε­ται πὼς ὅ­σοι ἀ­σκοῦν τὸ ἀ­γρο­τι­ κὸ ἐ­πάγ­γελ­μα αὐ­ξή­θη­καν κα­τὰ πε­ ρί­που 60.000._ Ἐ­φημερίδα «Δη­μο­κρα­τί­α» Η ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΑΓΡΟΤΕΣ
  • 6. 5 Ο ἱ πο­λί­τες δεί­χνουν ἐ­νερ­γο­ποι­ η­μέ­νοι, δὲν ὑ­πο­κύ­πτουν στὰ κύ­μα­τα τῆς μοι­ρο­λα­τρί­ας, ἀ­να­ ζη­τοῦν εὐ­και­ρί­ες, ἀ­ξι­ο­ποι­οῦν ξε­χα­σμέ­ να πε­ρι­ου­σι­α­κὰ στοι­χεῖ­α, ἐ­πι­στρέ­φουν στὴν ὕ­παι­θρο χώ­ρα, ψά­χνουν καὶ ψά­ χνον­ται, νι­ώ­θουν δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ ἀν­ τι­δρά­σουν σ᾿ αὐ­τὸ τὸ κλίμα γε­νι­κευ­ μέ­νης κα­τάρ­ρευ­σης. Δεί­χνουν σι­γὰ-σι­γὰ νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ ρώ­νον­ται, κα­θὼς ξέ­ρουν πι­ὰ ὅ­τι τὸ κρά­τος δὲν ἔ­χει καὶ δὲν μπο­ρεῖ καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται πὼς θὰ πρέ­πει νὰ στη­ρι­χθοῦν σὲ ἴ­δι­ες δυ­νά­μεις. Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴ Στε­ρε­ά, τὴ Θεσ­σα­λί­α, τὴν Ἤ­πει­ρο, τὴν Πε­ λο­πόν­νη­σο, τὴ Μα­κε­δο­νί­α, τὴ Θρά­ κη καὶ τὰ νη­σι­ὰ θέ­λουν τοὺς ἀ­γρό­τες ἐ­νερ­γοὺς γι­ὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­πει­τα ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νι­α. «Οἱ ἀ­γρό­τες μας δου­λεύ­ουν οἱ ἴ­δι­ οι τὰ χω­ρά­φι­α τους ἔ­πει­τα ἀ­πὸ σχε­δὸν δύ­ο δε­κα­ε­τί­ες» λέ­νε ὅ­σοι ζοῦν ἐ­κεῖ καὶ βλέ­πουν τὴν κί­νη­ση καὶ τὸ ἔρ­γο. _ www.tovima.gr Μ ὲ τὴν ἀ­νερ­γί­α νὰ σκαρ­φα­λώ­νει στὸ 21% καὶ ἕ­ναν στοὺς νέ­ους νὰ εἶ­ναι ἄ­νερ­γος, ἡ γε­ωρ­γί­α γί­νε­ται πλέ­ον… πο­λὺ ἑλ­κυ­στι­κή. Κυ­ρί­αρ­χη ἐ­πι­λο­γὴ τῶν νέ­ων εἶ­ναι ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὸ ἀ­γρο­τι­κὸ ἐ­πάγ­γελ­ μα. Τὰ πρῶ­τα στοι­χεῖ­α σχε­τι­κῆς με­λέ­της τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χει πα­ραγ­γεί­λει ἀ­ξι­ό­πι­στος δη­μό­σιος φο­ρέας, καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α σύν­το­μα θὰ δοῦν τὸ φῶς τῆς δη­μο­σι­ό­τη­τας, κα­τα­ δει­κνύ­ουν ὅ­τι πά­νω ἀ­πὸ 1,5 ἑ­κα­τομ­μύ­ ριο ἄν­θρω­ποι δρο­μο­λο­γοῦν ἤ­δη τὴν ἐ­πι­ στρο­φή τους ἀ­πὸ τὶς με­γα­λου­πό­λεις στὰ χω­ριά, ἀ­να­ζη­τών­τας ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς λύ­ σεις καὶ δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ποὺ ἔ­χουν ἄ­με­ ση σχέ­ση μὲ τὸν πρω­το­γε­νῆ το­μέ­α. Σύμ­φω­να μὲ τὸ δη­μο­σί­ευ­μα τῆς ἐ­φη­ με­ρί­δας Agrenda, εἶ­ναι σα­φὲς ὅ­τι οἱ πα­ ρα­πά­νω ἐ­πι­λο­γὲς βρί­σκον­ται σὲ ἄ­με­ση συ­νάρ­τη­ση μὲ τὶς συν­θῆ­κες οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης ποὺ βι­ώ­νουν ἐν­το­νό­τε­ρα αὐ­τὸ τὸν και­ρὸ οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν πό­λε­ων, βα­ σί­ζον­ται ὡ­στό­σο καὶ στὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι τὰ ἑ­πό­με­να χρό­νια σο­βα­ρὴ ἀ­ξί­α θὰ ἔ­χει μό­νο ὅ­τι σχε­τί­ζε­ται ἄ­με­σα μὲ τὴν πα­ρα­ γω­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α καὶ ὑ­π᾿ αὐ­τὴν τὴν ἔν­ νοι­α ὁ ἀ­γρο­τι­κὸς το­μέ­ας ἔ­χει με­γά­λο ἐν­ δι­α­φέ­ρον. Ἄλ­λω­στε, ἡ δο­μὴ τοῦ κλή­ρου στὴ χώ­ρα μας εἶ­ναι τέ­τοι­α, ποὺ οἱ πε­ρισ­ σό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς «πα­λιν­νο­στοῦν­τες» δι­ α­τη­ροῦν κά­ποι­α σχέ­ση μὲ τὰ χω­ριά τους καὶ δι­α­θέ­τουν μὲ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­ πο πρό­σβα­ση σὲ ὁ­ρι­σμέ­να μι­κρὰ ἢ με­ γά­λα κομ­μά­τια γῆς. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο τὸ ΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ ΞΑΝΑ- ΖΩΝΤΑΝΕΥΟΥΝ! ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ 1,5 ΕΚΑΤ. ΝΕΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ Γιά­ννη Πα­νά­γου
  • 7. 6 γε­γο­νὸς ὅ­τι στὴν ἐ­πι­λο­γὴ τῆς Ἐπαρ­χί­ας στρέ­φον­ται ὄ­χι μό­νο φοι­τη­τὲς καὶ ἄ­νερ­ γοι, ἀλ­λὰ καὶ νέ­οι ἄν­θρω­ποι μὲ στα­θε­ρὴ ἀ­πα­σχό­λη­ση (σὲ Τρά­πε­ζες, δη­μό­σιους ὀρ­ γα­νι­σμούς, κα­τα­στή­μα­τα κ.ἄ.) βλέ­πουν ὡ­στό­σο τὸ εἰ­σό­δη­μά τους νὰ μει­ώ­νε­ται καὶ τὴν ποι­ό­τη­τα τῆς ζω­ῆς τους νὰ χει­ ρο­τε­ρεύ­ει. Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ χω­ριοῦ ποὺ δεί­χνει νὰ εἶ­ναι «ἀ­πό­φα­ση ζω­ῆς» γιὰ ἑ­κα­ τον­τά­δες χι­λιά­δες οἰ­κο­γέ­νει­ες, τεί­νει νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ κῦ­μα φυ­γῆς ἀ­νά­λο­γο (ἢ μᾶλ­ λον ἀν­τί­στρο­φο) μ᾿ αὐ­τὸ τῆς ἀ­στυ­φι­λί­ας ποὺ εἶ­χε ἀ­να­πτυ­χθεῖ τὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ ᾿50 καὶ τοῦ ᾿60. Ἡ πρώ­τη κα­τα­γρα­φὴ τῶν δι­α­θέ­σε­ ων τῶν πο­λι­τῶν στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο θέ­μα κρί­νε­ται ἀ­ναγ­καί­α ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴν ἀ­νά­ λυ­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ δι­α­μόρ­φω­ση μί­ας «νέ­ας στρα­τη­γι­κῆς» ἡ ὁ­ποί­α ἀ­φε­νό­ς  θὰ δι­ευ­κο­λύ­νει τὴν ἐγ­κα­ τά­στα­ση αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων στὰ «πά­ τρια ἐ­δά­φη», ἀ­φε­τέ­ρου θὰ τοὺς κα­τα­στή­ σει κρί­σι­μους μο­χλοὺς στὸ νέ­ο ἀ­να­πτυ­ ξια­κὸ μον­τέ­λο ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ ἡ χώ­ρα. Κοι­ νω­νι­ο­λό­γοι καὶ οἰ­κο­νο­μι­κοὶ ἀ­να­λυ­τὲς δη­λώ­νουν ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σι­ό­δο­ξοι γιὰ τὴν «προ­στι­θέ­με­νη ἀ­ξί­α» ποὺ μπο­ροῦν νὰ δώ­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν πό­λε­ων στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο, το­νί­ζουν, τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ση­ μαν­τι­κὲς πρω­το­βου­λί­ες ποὺ ἔ­χουν ἀ­να­ λη­φθεῖ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ά­στη­μα γιὰ τὴ δη­ μι­ουρ­γί­α νέ­ων Ὁ­μά­δων Πα­ρα­γω­γῶν, βα­ σί­ζον­ται στὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ποὺ ἔ­χουν ἀ­να­πτύ­ξει οἱ «ξε­νό­φερ­τοι», ὅ­πως ἀ­πο­κα­ λοῦν­ται, τῶν με­γά­λων πό­λε­ων. Ἡ «ζύ­μω­ση» αὐ­τή, ντό­πι­ων καὶ πα­ λιν­νο­στούν­των, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν οἱ εἰ­δι­ κοί, ἐ­φό­σον ἐ­ξε­λι­χθεῖ μὲ ὁ­μα­λὸ τρό­πο μπο­ρεῖ νὰ φέ­ρει θε­α­μα­τι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­ τα τό­σο στὴν ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση τῶν πα­ρα­ γω­γι­κῶν δο­μῶν, ὅ­σο καὶ στὶς ἐ­πι­λο­γὲς τῶν προ­ϊ­όν­των ποὺ θὰ συμ­πε­ρι­λη­φθοῦν στὸ «κα­λά­θι» τῶν ἀ­γρο­τι­κῶν ἐκ­με­ταλ­ λεύ­σε­ων. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ βέ­βαι­α δὲν λεί­πει ὁ κίν­δυ­νος σὲ κά­ποι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ νὰ προ­κα­λέ­σει καὶ κοι­ νω­νι­κὲς ἐν­τά­σεις, σὲ το­πι­κὸ τουλά­χι­στον ἐ­πί­πε­δο, κα­θὼς ἀρ­ κε­τοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ οἱ ὁ­ποῖ­οι θὰ «ξε­βο­λευ­τοῦν» σὲ σχέ­ση μὲ τὰ ση­με­ρι­νὰ δε­δο­μέ­να. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ εἶ­ ναι τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῶν δη­μο­σί­ων κτη­μά­ των ποὺ θέ­λη­σε νὰ μοι­ρά­σει τὸν τε­λευ­ ταῖ­ο και­ρὸ ὁ ὑ­πουρ­γὸς Κώ­στας Σκαν­δα­ λί­δης, κί­νη­ση γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πῆρ­ξε «ἐμ­ φύ­λιος πό­λε­μος» σὲ κά­ποι­ες πε­ρι­ο­χές, μὲ τοὺς «ντό­πιους» νὰ μὴ θέ­λουν τοὺς «ξέ­νους» καὶ τοὺς κτη­νο­τρό­φους νὰ μὴ θέ­λουν τὴ γε­ωρ­γι­κὴ ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση αὐ­τῶν τῶν ἐ­κτά­σε­ων. Προ­βλή­μα­τα ἀ­να­μέ­νε­ ται νὰ ὑ­πάρ­ξουν καὶ ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὰ σὲ κά­ποι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, κα­θὼς τὰ ξε­χα­ σμέ­να κτή­μα­τα τῶν ἀ­στῶν ἰ­δι­ο­κτη­τῶν ποὺ ἀ­ξι­ο­ποι­οῦν­ταν μέ­χρι τώ­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἐ­να­πο­μεί­ναν­τες τῶν χω­ρι­ῶν, θὰ πρέ­πει νὰ πε­ρι­έλ­θουν ἐκ νέ­ου στὰ χέ­ρια τῶν ἰ­δι­ ο­κτη­τῶν, ἀ­να­τρέ­πον­τας τὰ σχέ­δια τῶν ση­με­ρι­νῶν καλ­λι­ερ­γη­τῶν. _ www.agronews.gr/diatrofi- agrotourismos/politismos-tis-upaithrou
  • 8. 7 Π ρόκειται γιὰ ἕνα ἀπομακρυσμένο ὀρεινὸ χωριὸ ποὺ κατάφερε μετὰ ἀπὸ συστηματικὴ προσπάθεια, ὄχι μόνο νὰ σταθεῖ ὄρθιο, ἀλλὰ νὰ γίνει πρό- τυπο ἀνάπτυξης. Στὶς δυτικὲς πλαγιὲς τῆς Ὄθρυος, σὲ ὑψόμετρο 1.000 μέτρων καὶ σὲ ἀπόστα- ση 40 χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν κοντινότε- ρη κωμόπολη (τὸν Ἁλμυρό), οἱ 700 κά- τοικοι, ὅλοι τους κτηνοτρόφοι, ἀπολαμ- βάνουν εἰσοδήματα ἀπὸ 30 ἕως 100 χι- λιάδες εὐρὼ καὶ μία ποιότητα ζωῆς ποὺ μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μόνο μὲ τὴν πλού- σια Ἐλβετία. Ἐδῶ ὁ κόσμος δὲν φεύγει πρὸς τὰ ἀστικὰ κέντρα, ἀλλὰ ἐπιστρέφει στὸ χω- ριό του. Μὲ ποσοστὸ ἀνεργίας στὸ μηδὲν καὶ μὲ μέσο ὅρο ἡλικίας τὰ 40 ἔτη, ὁ πληθυσμὸς διπλασιάστηκε τὰ τελευταῖα 15 χρόνια. Οἱ ὑποδομές του ὑποδειγματικές: Τὸ αἰολικὸ πάρκο, ποὺ δίνει ἔσοδα 100.000 εὐρὼ ἐτησίως στὴν κοινότητα, τὰ τρία ὑπερσύγχρονα κτηνοτροφικὰ πάρκα ποὺ στεγάζουν τὸ χειμώνα (ὅταν ἡ Ἀνά- βρα ἀποκλείεται ἀπὸ τὰ χιόνια) 25.000 ζῶα, τὸ πρότυπο σφαγεῖο, ποὺ θυμίζει χειρουργεῖο, ὁ διώροφος χῶρος στάθ- μευσης, τὸ γυμναστή- ριο μὲ τὰ τελευταίας τεχνολογίας μηχανή- ματα, τὰ γήπεδα ποδο- σφαίρου καὶ μπάσκετ, τὸ λαογραφικὸ μουσεῖο καὶ φυσικὰ τὸ περιβαλ- λοντικὸ-πολιτιστικὸ πάρκο, ἐκτάσεως 240 στρεμμάτων. Ἡ κοινωνικὴ μέρι- μνα κατέχει πρώτιστη θέση: νηπιαγωγεῖο καὶ δημοτικό του «κουτιοῦ», ἀγροτικὸ ἰατρεῖο (πάντοτε στελεχωμένο), δωρεὰν στέγαση γιὰ τοὺς δασκάλους καὶ τοὺς γιατρούς, «Βοήθεια στὸ σπίτι», σχεδιασμὸς γιὰ γηροκομεῖο, ἀκόμα καὶ γιὰ πισίνα! Πoιο εἶναι ἄραγε τὸ μυστικὸ τῆς ἐπι- τυχίας; Πῶς μία μειονεκτικὴ περιοχὴ κατάφερε τὸ «θαῦμα»; Ἡ μάχη μὲ τὴ μιζέρια ἄρχισε στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ '90, ὅταν τὰ ἡνία τῆς κοινότητας πῆρε ὁ Δημήτρης Τσουκαλᾶς, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἄφησε τὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ γυρίσει στὸ χωριό του καὶ νὰ προσφέρει στὴ γενέτειρά του. Μὲ ΑΝΑΒΡΑ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΕΝΑ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΧΩΡΙΟ ΠΡΟΤΥΠΟ
  • 9. 8 ἕνα διάλειμμα 4 χρόνων, εἶναι ἀπὸ τότε κοινοτάρχης τῆς Ἀνάβρας. Ἡ κατάσταση ποὺ συνάντησε ἦταν ἀπελπιστική. Τὰ γελάδια, οἱ χοῖροι καὶ τὰ πρόβατα κυκλοφοροῦσαν ἐλεύθερα στὸ χωριό. Στοὺς χωματόδρομους. Δὲν ὑπῆρχε πουθενὰ ἄσφαλτος. Τὸν χειμώ- να περπατοῦσες μέσα στὴ λάσπη, τὸ κα- λοκαίρι ἡ σκόνη σὲ ἔπνιγε. «Προτεραιό- τητά μας ἦταν ἡ κα- τασκευὴ κτηνοτρο- φικῶν πάρκων, γιὰ νὰ μπεῖ τέλος στὴν ἀναρχία ποὺ ἐπι- κρατοῦσε. Μὲ φῶς, νερὸ καὶ σωστὴ δό- μηση, σταβλίζουν τὰ ζῶα τους τὸν χει- μώνα. Τοὺς ὑπόλοι- πους μῆνες βόσκουν ἐλεύθερα στὰ βου- νά. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ τὸ κρέ- ας τους φημίζεται γιὰ τὴν ξεχωριστὴ γεύση του. Ἡ κτη- νοτροφία εἶναι ἡ πηγὴ τῶν εἰσοδημά- των στὴν Ἀνάβρα», λέει στὸ ΕΤ.Κ ὁ πρό- εδρος τῆς κοινότη- τας. «Ἴσως ἐγὼ εἶμαι ὁ πιὸ φτωχὸς τοῦ χωριοῦ, ἀφοῦ ἡ σύνταξη ποὺ παίρνω ἀπὸ τὴ ΔΕΗ, ὅπου ἔφυγα μὲ τὸ βαθμὸ τοῦ ἐπιθεωρητῆ, κυμαίνεται στὰ 2.500 εὐρώ». Βάσεις ἀνάπτυξης Ἡ πρόοδος συνεχίστηκε μὲ τὴν κατα- σκευὴτοῦσφαγείουβιολογικῆςγραμμῆς, τὸ μοναδικὸ δημόσιο στὴν Ἑλλάδα, μὲ πιστοποίηση ἀπὸ τὴ ΔΗΩ. Ἔτσι μπῆκε τάξη καὶ δημιουργήθηκε ἡ βάση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς βιοκτηνοτροφίας, μὲ συ- νέπεια οἱ παραγωγοὶ νὰ κερδίζουν ση- μαντικὰ ποσὰ ἀπὸ τὶς ἐπιδοτήσεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, μὲ χρήματα τῆς ὁποίας ἔγιναν οἱ παραπάνω ὑποδομές. Ξύπνιος, σχολαστικὸς καὶ μὲ ὅρα- μα ὁ πρόεδρος παρακολουθεῖ ἀνελλιπῶς κάθε κοινοτικὸ πρόγραμμα καὶ τὸ ἐκμε- ταλλεύεται δεόντως. Τὸ μεγαλύτερο ἐπί- τευγμά του, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, εἶναι ὅτι κατάφερε νὰ ἀλλάξει τὴ νοοτροπία τῶν συγχωριανῶν του. Στὴν ἀρχὴ ἔφεραν ἀντιρρήσεις στὰ σχέδιά του, ἀλλὰ μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπο- μονὴ τοὺς ἔπεισε. Τώρα τοὺς κα- λεῖ νὰ δημιουργή- σουν τυποποιη- τήρια γιὰ τὰ προ- ϊόντα τους, ὥστε νὰ ὁλοκληρωθεῖ τὸ φάσμα τῆς βι- ολογικῆς παρα- γωγῆς.Ἡ Ἀνάβρα δὲν βάσισε τὴν ἀνά- πτυξή της στὸ κρά- τος. Ἤθελε ἔσο- δα δικά της. Ἔτσι, πρὶν ἀπὸ τρία χρό- νια ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τοῦ αἰολικοῦ πάρκου, μὲ τὶς 20 ἀνεμογεννήτρι- ες καὶ ἀνάδοχο τὴν ἰσπανικὴ ἐταιρία Gamesa. Ἔσοδα Τὸ ρεῦμα τὸ ἀγοράζει ἡ ΔΕΗ, ἐνῷ ἡ κοινότητα γιὰ τὴ χρήση τοῦ χώρου, ποὺ τῆς ἀνήκει, εἰσπράττει ἕως καὶ 100.000 εὐρὼ τὸ χρόνο.Ὑπὸ δημοπράτηση βρί- σκεται καὶ ἡ ἀνάπτυξη ὑδροηλεκτρικοῦ ἐργοστασίου, ἀπὸ τὸ νερὸ τῶν πηγῶν τῆς Ἀνάβρας. Ἀπὸ ἐκεῖ θὰ εἰσπράττονται ἄλλα 100.000 εὐρώ. Ἡ ἐπιστροφὴ στὶς ρίζες εἶναι μία σταθερὴ πολιτικὴ γιὰ τὸν κ. Τσουκα- λά. Γιὰ νὰ ἐνισχυθεῖ κι ἄλλο ὁ πληθυ- σμός, ἔκανε ἐπέκταση τοῦ οἰκισμοῦ καὶ δίνει οἰκόπεδα σὲ ἄστεγους δημότες στὸ
  • 10. 9 μισὸ τῆς ἀντικειμενικῆς τους ἀξίας καὶ μὲ ἀποπληρωμὴ σὲ 5 δόσεις. Μετανάστες σέ... ὀρεινὸ παράδεισο «Δὲν μᾶς λείπει τίποτα. Ἐγώ, παρόλο ποὺ γεννήθηκα στὴν Ἀθήνα, ἦρθα στὸ χωριὸ τῶν γονιῶν μου, μόλις γνώρισα ἐδῶ, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν διακοπῶν, τὸ σύζυγό μου τὸν Παναγιώτη. Κάναμε τρία παιδιά. Δουλεύουμε μὲ τὸν ἄνδρα μου φροντίζοντας τὰ 100 γελάδια ποὺ ἔχουμε. Πηγαίνουμε γυμναστήριο, πί- νουμε τὰ τσιπουράκια μας στὶς 5 ταβέρ- νες τοῦ χωριοῦ καὶ ἂν θέλουμε νυχτε- ρινὴ ζωὴ πεταγόμαστε μέχρι τὸν Δομοκὸ ἢ τὸν Ἁλμυ- ρό», λέει στὸν ΕΤ.Κ ἡ Νίκη Μηλιώνη. Οἱ ἡλικιω- μένοι αἰσθάνο- νται ἀσφάλεια μὲ τὴ μόνιμη παρουσία τῆς ἀγροτικῆς για- τροῦ. Ἡ Ἑλένη Τριανταφύλ- λου δέχεται 8 μὲ 9 ἄτομα κα- θημερινὰ στὸ ἰατρεῖο. Πῆγε στὴν Ἀνά- βρα στὶς 5 Αὐγούστου καὶ γιὰ τοὺς ἑπό- μενους 9 μῆνες ποὺ θὰ μείνει ἐκεῖ νιώθει τυχερὴ ποὺ βρέθηκε σὲ ἕνα τόσο φιλικὸ περιβάλλον. Μάλιστα, δὲν ἐπιβαρύνεται ἀπὸ τὴν τσέπη της, γιατί μένει σὲ διαμέ- ρισμα ποὺ τῆς παραχώρησε ἡ κοινότητα (ὅπως καὶ οἱ τρεῖς δάσκαλοι). Ὁ Ἀποστόλης Καπέλος καὶ ὁ Πολύζος Κανατούλης εἶναι δύο νέοι κτηνοτρόφοι. Παῖκτες στὴν ποδοσφαιρικὴ ὁμάδα τοῦ χωριοῦ (Α.Ο. ΟΘΡΥΣ), κάθονται στὸ κα- φενεῖο καὶ συζητοῦν πῶς θὰ ἀντιμετω- πίσουν τὸν ΔΟΜΟΚΟ, τὴν ἰσχυρότερη ὁμάδα τῆς περιοχῆς. Περηφανεύονται γιὰ τὴν ἄνοδό τους στὴν Α΄ Ἐρασιτεχνικὴ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἐπιτεύγματα τοῦ χωριοῦ τους. «Νὰ πάτε νὰ δεῖτε τὸ περιβαλλο- ντικὸ πάρκο», μᾶς λένε. Συναντᾶμε ἕναν παράδεισο. Αἰωνόβια πλατάνια, σὲ μία διαδρομὴ πέντε χιλιομέτρων, μὲ γεφύ- ρια, παιδικὲς χαρές, πετροκτίστη διακό- σμηση καὶ μὲ τοὺς λαγοὺς καὶ τὰ ἐλάφια νὰ ξεπετάγονται μέσα ἀπὸ τὰ ξέφωτα, μὲ φόντο τὸν ὑδάτινο κόσμο τοῦ Ἐνιππέα (παραπόταμου τοῦ Πηνειοῦ). Ἐδῶ κρα- τάει ἀκόμα τὸ ἔθιμο τῆς δρυστέλας, ὅπου οἱ νοικοκυραῖοι πλένουν ροῦχα καὶ χα- λιὰ μὲ τὰ ὁρμητικὰ νερὰ τῶν πηγῶν. Μία περιφραγμένη ἔκταση, συνολικοῦ ἐμβαδοῦ 240 στρεμμάτων, ποὺ ἀποτε- λεῖ ταυτόχρονα καὶ μουσεῖο παράδο- σης. Ἄλλη μία εὐκαιρία γιὰ νὰ εἰσπράττει ἡ κοινότητα ἔσοδα, καθὼς πολλὰ σχολεῖα ἐκδηλώνουν ἐνδιαφέρον γιὰ ἐπίσκεψη καὶ ἀναμένεται νὰ μπεῖ συμβολικὸ εἰσιτήριο γιὰ τὰ ἔξοδα συντή- ρησής του. Τὸ πλέον μεγαλόπνοο σχέδιο, αὐτὴ τὴν πε- ρίοδο, εἶναι ἡ ἐπικείμενη ἐγκατάσταση συστήματος τηλεθέρμανσης. Μὲ προϋ- πολογισμὸ 1.700.000 εὐρὼ (ἀπὸ εὐρωπα- ϊκὰ κονδύλια) καὶ μὲ μελέτη ἀπὸ τὸ ΤΕΙ Κοζάνης ἡ Περιφέρεια ἔχει πεῖ ἤδη τὸ «ναί». Ἕνας κεντρικὸς λέβητας θὰ το- ποθετηθεῖ στὸ πάνω μέρος τοῦ χωριοῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ διοχετεύονται ὑπόγειοι ἀγωγοὶ ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς Ἀνάβρας μὲ καυτὸ νερό. Τὸ κάθε σπίτι θὰ συνδέ- εται μὲ τὸ σύστημα καὶ θὰ ἔχει ὁλόκλη- ρο τὸν χειμώνα ζεστὸ νερὸ καὶ θέρμαν- ση, μὲ μία ἐλάχιστη ἐπιβάρυνση. Θὰ λει- τουργεῖ μὲ τὴν καύση βιομάζας (κοπριὲς τῶν ζώων, ξερὰ φύλλα, ἄχυρο κ.ἄ). _   http://www.kalanea.gr
  • 11. 10 Ὁ οἰκονομολόγος Κώστας Κοντο- μάνος ξεκίνησε πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια νὰ χτίζει σπίτια μὲ τὴν τεχνικὴ κόμπ. Σήμερα θεωρεῖται ὁ πρω- τοπόρος μίας ἰδέας ποὺ κερδίζει διαρκῶς ἔδαφος καὶ θέλει τὸν πηλό, τὸ ἄχυρο καὶ τὴν ἄμμο νὰ ἀποτελοῦν τὰ βασικὰ ὑλικὰ γιὰ τὴν κατασκευὴ οἰκονομικῶν, περι- βαλλοντικὰ φιλικῶν, ἄνετων καὶ βιοκλι- ματικῶν σπιτιῶν. Δόμηση. Πολλὰ εἶναι τὰ πλεονεκτή- ματα τῶν ἐναλλακτικῶν τρόπων φυ- σικῆς δόμησης. Μπορεῖ ἕνα μικρὸ σπί- τι νὰ εἶναι ἄνετο, φτηνὸ καὶ ὄμορφο;» ἀναρωτήθηκε κάποια στιγμὴ ὁ οἰκονο- μολόγος Κώστας Κοντομάνος. Ἀντὶ γιὰ ἀπάντηση, ἀναπτύσσουμε στὶς ἑπόμενες παραγράφους τὴ φιλοσοφία πίσω ἀπὸ τὶς ἐναλλακτικὲς μεθόδους δόμησης ποὺ βρίσκονται στὴ διάθεση τοῦ κοινοῦ. Τὰ συγκριτικὰ πλεονεκτήματά τους εἶναι πολλά, ἀλλὰ ἡ ἐπικράτηση τοῦ ὁπλισμέ- νου σκυροδέματος ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει περίπου ἀπόλυτο χαρακτήρα. «Στὶς ἡμέρες μας ἡ τάση εἶναι νὰ ἀποκτοῦμε πολὺ περισσότερα τετραγω- νικὰ μέτρα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐπιτρέπουν τὰ οἰκονομικά μας. Τὰ μεγάλα σπίτια ἀπαιτοῦν ὑψηλὲς καταναλώσεις ἐνέρ- γειας γιὰ ψύξη καὶ θέρμανση, μὲ τὶς ἀνάλογες ἐπιπτώσεις στὸν προϋπολογι- σμό μας καὶ στὸ περιβάλλον. Τὸ κὸμπ εἶναι μία ἀρχαία τεχνικὴ χτισίματος μὲ γήινα, φυσικὰ ὑλικά. Τὸν ρόλο τῆς «μπετονιέρας» ἀναλαμβάνουν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια μας ποὺ δημιουργοῦν μά- ζες πηλοῦ ἀναμεμειγμένου μὲ ἄμμο καὶ ἄχυρο, οἱ ὁποῖες τοποθετοῦνται ἡ μία πάνω στὴν ἄλλη, διαμορφώνοντας ἔτσι σταθερὲς μονολιθικὲς κατασκευές. Ἡ λέξη κὸμπ εἶναι ἀγγλικὴ (cob) καὶ ση- μαίνει σβῶλος. Ἐξαιτίας τῆς ἐλευθερί- ας τοῦ σχεδιασμοῦ ποὺ δὲν ἀπαιτεῖ ἴσιες φόρμες ἢ καλούπια, τὸ ὑλικὸ ἐπιτρέπει τὴν κατασκευὴ καμπυλόγραμμων τοί- χων, θόλων καὶ ἁψίδων. Τὸ χτίσιμο μὲ κὸμπ θυμίζει γλυπτικὴ μὲ πηλό», ἐξη- γεῖ ὁ κ. Κοντομάνος. Τὰ γήινα σπίτια εἶναι δροσερὰ τὸ καλοκαίρι καὶ ζεστὰ τὸν χειμώνα. Ἀπαιτεῖται ἐλάχιστη πρό- σθετη θέρμανση τοὺς χειμερινοὺς μῆνες καὶ καθόλου ψύξη ἀκόμη καὶ μὲ καύσω- να. Χιλιάδες ἄνετα καὶ γραφικὰ σπίτια ἀπὸ κὸμπ κατοικοῦνται συνέχεια ἐδῶ καὶ αἰῶνες στὴν Ἀγγλία, ἔχοντας μάλι- ΚΤΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑΠΕΙΝΑ ΥΛΙΚΑ Κώστα Λουκόπουλου
  • 12. 11 στα μεγάλη ἐμπορικὴ ἀξία. Ἡ ἀναγέν- νηση τῆς μεθόδου ξεκίνησε στὴν Ἀμε- ρική, ὅπου προτιμᾶται ἀπὸ πολὺ κόσμο ἐξαιτίας τῆς ἀποφυγῆς τοῦ κόστους τῶν παραδοσιακῶν κατασκευῶν ἀπὸ σκυρό- δεμα. Αὐτὴ ἡ ἁπλὴ τεχνικὴ δὲν ὁδηγεῖ στὴν καταστροφὴ τῶν δασῶν ἢ στὴν κατασπατάληση τῶν ὀρυκτῶν πόρων. «Μερικὲς ἀπὸ τὶς δράσεις μας εἶναι τὸ κτίσιμο σπιτιῶν ἀπὸ ὁμάδες, ποὺ ἔχει καὶ τὸν χαρακτήρα σεμιναρίου γιὰ τὴν ἐκμάθηση τῶν διαφορετικῶν τεχνικῶν. Περνᾶμε καλὰ καὶ βελτιώνουμε τὴν τε- χνογνωσία μας». Πλιθιά.Χτίζονταςμὲπλιθιὰστὸπλαί- σιο ἑνὸς ἐργαστηρίου φυσικῆς δόμησης. Στὸν δικτυακὸ τόπο www.cob.gr ἀνα- καλύπτει κάποιος ἔννοιες ὅπως ἡ φυ- σικὴ δόμηση καὶ ἡ βιοκλιματικὴ ἀρχι- τεκτονική, πρακτικὲς ποὺ ἐξοικονομοῦν πόρους καὶ ἐνέργεια, ἡ πρώτη στὴν κα- τασκευὴ καὶ ἡ δεύτερη στὴ διατήρηση σταθερῶν συνθηκῶν διαβίωσης. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἔχουμε σημαντικὸ περιβαλλοντικὸ καὶ οἰκονομικὸ ὄφελος. Ἡ φυσικὴ δόμηση ἀφορᾶ σὲ μία δομικὴ προσέγγιση προσανατολισμένη στὴ χρήση τοπικῶν ἢ καὶ ἀνακυκλωμένων ὑλικῶν. Σὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς τόπους, ἡ φύση ἐξασφαλίζει τὰ δομικὰ ὑλικὰ ποὺ χρειαζόμαστε. Μερικὰ εἶναι ἀνανεώσι- μα, ὅπως τὰ δένδρα ἢ τὸ ἄχυρο, ἐνῷ οἱ πέτρες καὶ τὸ χῶμα εἶναι ἀνεξάντλητα. Σεμινάριο. Πιτσιρίκια ποὺ παίζουν μὲ τὸν πηλὸ σὲ κάποια ἐκπαιδευτικὴ διοργάνωση. Ἂς δοῦμε ὅμως καὶ ἄλλες ἐνδιαφέ- ρουσες μεθόδους κτισίματος. Τὰ πλιθιὰ εἶναι ἐπίσης ἀπὸ τὰ πιὸ παλιὰ δομικὰ ὑλικά. Κατασκευάζονται ἀπὸ ἀργιλῶδες χῶμα ποὺ ἔχει ὑγρανθεῖ μὲ νερό, προ- σθέτοντας γιὰ ἐνίσχυση κομμένο ἄχυρο, τρίχες κατσίκας ἢ ἄλλες ἴνες. Τὸ μεῖγμα ἀφήνεται νὰ στεγνώσει στὸ ἐπιθυμητὸ σχῆμα. Τὰ πλιθιὰ ἔχουν συνήθως σχῆμα παραλληλεπίπεδου καὶ κτίζονται ὅπως τὰ τοῦβλα. «Στὴν Ἑλλάδα, τὰ σπίτια μὲ πλιθιὰ θεωροῦνται τριτοκοσμικά, κάτι ποὺ ἀποτελεῖ προκατάληψη. Τὸ cob.gr βρίσκεται πέντε χρόνια στὸν ἀέρα, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κόσμου εἶναι μεγά- λο. Ἂς σημειωθεῖ ὅτι μεγάλος δῆμος τῆς Θεσσαλίας προσέφερε ἔκταση 150 στρεμ- μάτων γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῶν ἐναλλα- κτικῶν οἰκοδομικῶν δραστηριοτήτων ποὺ προωθοῦμε, ἀλλὰ τὸ «τέρας» τῆς γραφειοκρατίας πάγωσε τὴ διαδικασία γιατί ἔπρεπε πρῶτα νὰ ἀλλάξει ἡ χρήση γῆς», ἐξηγεῖ ὁ κ. Κοντομάνος. Ἐσωτερικό. Σπίτι ἀπὸ cob. Ἡ τεχνο- τροπία ἐπιτρέπει πλαστικότητα στὶς μορφὲς καὶ ὀργανικὰ σχήματα δανεισμέ- να ἀπὸ τὴ φύση. Τεχνικὲς καὶ κόστη Συλλογικότητα. Ὁμαδικὴ συμμε- τοχὴ στὸ χτίσιμο. Οἱ ἰδιοκτῆτες τοῦ σπι-
  • 13. 12 τιοῦ, ἡ οἰκογένεια, οἱ φίλοι τους ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ ἐθελοντές. Τὸ ἄχυρο μὲ πηλὸ χρησιμοποιεῖται γιὰ τοιχοποιίες ποὺ δὲν φέρουν φορ- τία. Κατασκευάζεται ἀπὸ ἄχυρα, κατὰ προτίμηση μὲ μακριὰ ἴνα, ποὺ ἀναμει- γνύονται μὲ διάλυμα πηλοῦ, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ συνεκτικά. Πλεονεκτήματα αὐτῆς τῆς μεθόδου εἶναι ἡ ταχύτητα κα- τασκευῆς καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ θερμομόνω- ση. Τὰ σπίτια ἀπὸ ἀχυρόμπαλες εἶναι πολὺ τῆς μόδας στὴν Ἀγγλία καὶ στὶς νοτιοδυτικὲς πολιτεῖες τῶν ΗΠΑ, ὅπου ὑπάρχουν ἐξειδικευμένοι πολεοδομικοὶ κανονισμοὶ καὶ δυνατότητες ἀντίστοι- χων στεγαστικῶν δανείων ἀπὸ τράπε- ζες. Τὰ τσουβάλια μὲ χῶμα εἶναι ἄλλη μία τεχνική. Ἡ τοιχοποιία εἶναι γερὴ καὶ ἀντέχει ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς καταπο- νήσεις. Τὴ μέθοδο ἐπανέφερε ὁ Ἰρανοα- μερικανὸς ἀρχιτέκτονας Nader Khalili ποὺ χρησιμοποίησε, ὡς δομικὸ ὑλικό, σάκους γεμάτους πηλὸ δημιουργώντας ἔτσι θόλους καὶ ἁψίδες. Ο Khalili ἦταν ἐξοικειωμένος μὲ τεχνικὲς ἀπὸ τὴ Μέση Ἀνατολὴ ποὺ χρησιμοποιοῦν πλιθιὰ καὶ ἀντιλήφθηκε εὔκολα ὅτι οἱ σάκοι μὲ χῶμα εἶναι ἰδανικοὶ γιὰ θολωτὰ σπίτια. Ἡ μέθοδος μὲ τὸ χῶμα σὲ καλούπια εἶναι τουλάχιστον τόσο παλιὰ ὅσο καὶ τὸ Σι- νικὸ Τεῖχος: Μοιάζει μὲ τὰ πλιθιὰ καὶ τὸ κόμπ, ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ μεῖγμα ἀποτελεῖται κυρίως ἀπὸ ἄμμο καὶ πηλό. Ἡ ρευστὴ γῆ εἶναι ὅμοια μὲ τὸ κοινὸ μπετὸν γιατί τὰ ὑλικὰ ἀναμειγνύονται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, χρησιμοποιώντας τσι- μέντο ὡς συνεκτικὸ ὑλικό. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι, ἀντὶ γιὰ τὴν ἄμμο καὶ τὰ χαλί- κια ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὸ μπετόν, ἀξιοποιεῖται ἐδῶ τὸ κοινὸ χῶμα ποὺ δι- αθέτει κάποιες συγκεκριμένες ἐξαιρε- τικὲς ἰδιότητες. Ὀραματιστής. Ὁ κ. Κοντομάνος, ἕνας ἀπόστολος τῆς φυσικῆς δόμησης. «Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ κόστη τῶν κατα- σκευῶν μὲ ὅλες τὶς παραπάνω μεθόδους, σπάνια ὑπερβαίνουμε τὰ 800 - 900 εὐρὼ ἀνὰ τετραγωνικὸ μέτρο, ἐνῷ, στὴν περί- πτωση ποὺ χρησιμοποιηθοῦν τοπικὰ ἢ ἀνακυκλωμένα ὑλικά, μποροῦμε νὰ τὰ καταφέρουμε μία χαρὰ μὲ 150 - 200 εὐρὼ τὸ μέτρο», τονίζει ὁ κ. Κοντομάνος. Σύμφωνα μὲ τὴ νομοθεσία μας, τοιχο- ποιίες ἀπὸ πλιθιὰ ἢ cob δὲν μποροῦν νὰ φέρουν φορτία, γιατί δὲν ὑπάρχει τρό- πος νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ στατική τους ἐπάρ- κεια. Μπορεῖ, ὡστόσο, νὰ ἐκδοθεῖ οἰκοδο- μικὴ ἄδεια στὴν περίπτωση ποὺ ὑπάρχει ἄλλη κατασκευὴ ποὺ θὰ φέρει τὰ φορ- τία, ἐνῷ ὁ πηλὸς θὰ χρησιμοποιεῖται ὡς μέσο πλήρωσης. Ἔχουν ἤδη ἀδειοδοτη- θεῖ ἀρκετὲς κατοικίες μὲ αὐτὸν τὸν τρό- πο. «Τὸ ἰδανικὸ βέβαια θὰ ἦταν νὰ ἀσχο- ληθεῖ ἡ πολιτεία καὶ ὁ τεχνικὸς κόσμος μὲ τὰ σχετικὰ θέματα, γιὰ νὰ μπορέσου- με κάποτε νὰ ἔχουμε καὶ πρότυπα γιὰ τὰ χωμάτινα σπίτια», καταλήγει ὁ καινοτό- μος κατασκευαστής. _ www.ethnos.gr look@pegasus.gr Τὰ γήινα σπίτια εἶναι δροσερὰ τὸ καλοκαίρι καὶ ζεστὰ τὸν χειμώνα. Ἀπαιτεῖται ἐλάχιστη πρόσθετη θέρμανση τοὺς χειμερινοὺς μῆνες καὶ καθόλου ψύξη ἀκόμη καὶ μὲ καύσωνα.
  • 14. 13 Ὁ χει­μώ­νας κρύ­ος σὰν τὸν φε­τει­νό. Τὰ χρό­νι­α δύ­σκο­λα σὰν τὰ τω­ ρι­νά. Οἱ ἀ­νάγ­κες φαν­τα­ζό­μα­στε πολ­λές, οἱ δυ­σκο­λί­ες με­γά­ λες. Πῶς ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­γέ­νει­α, καὶ ὁ ἄν­θρω­πος γε­νι­κό­τε­ρα, τὸ κρύ­ο στὸν 20ο αἰ­ώνα καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα; Ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ προ­σεγ­γί­σου­με πα­ρα­κά­τω, τοὺς τρό­πους καὶ τὶς με­ θό­δους ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε στὸ πα­ρελ­θὸν ὁ ἄν­θρω­πος, γι­ὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὸ κρύ­ο στὸ μέ­ρος ὅ­που ζοῦ­ σε καὶ τὰ «ἐρ­γα­λεῖ­α» ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε καὶ μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μο­ ποι­ή­σει ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα. Ἡ λέ­ξη θέρ­μαν­ση ἔ­χει δύ­ο ἔν­νοι­ες. Πρῶ­τον, τὴν ἄ­νο­δο τῆς θερ­μο­κρα­σί­ας σ᾿ ἕ­να σῶ­μα καὶ δεύ­τε­ρον τὴ χρή­ση θερ­μό­ τη­τας ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο γι­ὰ ν᾿ ἀν­τι­με­τω­ πί­σει τὸ κρύ­ο στὸ μέ­ρος ποὺ ζεῖ καὶ ἐρ­ γά­ζε­ται. Ὡς πρω­ταρ­χι­κοὺς τρό­πους, ποὺ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὸ ὀ­νο­μά­σου­με «ἀρ­χι­ τε­κτο­νι­κὰ μυ­στι­κὰ τῶν ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­ νων» τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­τυ­πω­σι­ά­ζουν ἀ­κό­μη μέ­ χρι καὶ σή­με­ρα, εἶ­ναι τὰ ἑ­ξῆς: Θερ­μο­μό­νω­ση: Οἱ τοῖ­χοι τῶν σπι­τι­ῶν φτει­ά­χνον­ταν συ­νή­θως ἀ­πὸ λά­σπη καὶ ἀ­πὸ πέ­τρες. Μιᾶς καὶ δὲν εἶ­χε ἀ­να­κα­λυ­ φθεῖ ἀ­κό­μα τὸ τσι­μέν­το (ὁ­πλι­σμέ­νο σκυ­ ρό­δε­μα) γι­ὰ μα­ζι­κὴ χρή­ση, χρη­σι­μο­ποι­ οῦ­σαν γι­ὰ κα­λύ­τε­ρο «δέ­σι­μο» καὶ ἀν­το­ χὴ τῆς λά­σπης, ἄ­χυ­ρο, ἀβ­γὰ καὶ μαλ­λι­ὰ ἀ­πὸ κατ­σί­κες. Σή­με­ρα μπο­ροῦν καὶ κα­ τα­σκευ­ά­ζον­ται οἱ τοῖ­χοι μὲ τοῦ­βλα καὶ μο­νω­τι­κὸ ὑ­λι­κό, ἀλ­λὰ καὶ μὲ ἐ­πέν­δυ­ση ἀ­πὸ πέ­τρα γι­ὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­ κό­τη­τα θερ­μο­μό­νω­σης. Ὁ βό­ρει­ος τοῖ­χος γι­νό­ταν πα­ χύ­τε­ρος καὶ μὲ τὰ ἐ­λά­χι­στα δυ­να­τὰ ἀ­νοίγ­μα­τα. Ἡ εἴ­ σο­δος συ­νή­θως βρι­σκό­ταν στὴν ἀνα­το­λι­κὴ καὶ σπα­νι­ ό­τε­ρα στὴ νό­τι­α πλευ­ρά. Χρή­ση φυ­τῶν γι­ὰ κλι­ μα­τι­σμό: Στὴ βό­ρει­α πλευ­ ρὰ τοῦ σπι­τι­οῦ συ­νή­θως φύ­τευ­αν κά­ποι­α ἀ­ει­θα­ λῆ δέν­τρα, ὅ­πως ἐ­λι­ές, ὥ­στε μὲ τὸ φύλ­ λω­μά τους νὰ ἐμ­πο­δί­ζουν τὸ χει­μω­νι­ά­τι­ κο κρύ­ο, βό­ρει­ο ἄ­νε­μο νὰ πέ­σει ἀ­π᾿ εὐ­θεί­ ας πά­νω στὸ σπί­τι. Στὴ νό­τι­α πλευ­ρὰ συ­ νή­θως ὑ­πῆρ­χαν φυλ­λο­βό­λα δέν­δρα, ποὺ τὸν χει­μῶνα χω­ρὶς φύλ­λα δὲν ἐμ­πό­δι­ζαν τὸν ἥ­λι­ο ἀ­πὸ τὸ νὰ ζε­στά­νει τὸ σπί­τι, ἀλ­ λὰ τὸ κα­λο­καί­ρι ὅ­μως, προ­σφέ­ρα­νε ὅ­λη τους τὴ σκι­ά. Μί­α ἄλ­λη ἔ­ξυ­πνη ἐ­ναλ­λα­ κτι­κὴ κί­νη­σή τους ἦ­ταν ἡ χρή­ση κλη­μα­ τα­ρι­ᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νου ὕ­ψους καὶ πλά­ τους. Ἔτ­σι, πε­τύ­χαι­ναν σχε­δὸν τὰ ἴ­δι­α ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα καὶ τρώ­γα­νε καὶ τὰ στα­ φύ­λι­α! Μό­νο ὅ­σος ἥ­λι­ος χρει­ά­ζον­ταν: Χρη­σι­ μο­ποι­οῦ­σαν πά­νω ἀ­πὸ τὶς νό­τι­ες πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα μί­α προ­έ­κτα­ση τῆς σκε­πῆς μὲ προ­σε­κτι­κὰ σχε­δι­α­σμέ­νο μέ­γε­θος. Τὸ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ Σα­μα­ρᾶ Κωνσταντίνου Χατζη­πο­στό­λου Χρυ­σό­στο­μου Ἀρχιτεκτόνων – Μηχανικῶν
  • 15. 14 μέ­γε­θος αὐ­τῆς τῆς προ­έ­κτα­σης ἦ­ταν ὑ­πο­ λο­γι­σμέ­νο μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ποὺ τὸ κα­λο­ καί­ρι ὁ ἥ­λι­ος ἐμ­πο­δι­ζό­ταν ἀ­πὸ τὸ νὰ πέ­ σει μέ­σα στὸ σπί­τι, ἀλ­λὰ τὸ χει­μώνα ποὺ ἔ­χει χα­μη­λό­τε­ρη τρο­χι­ά, αὐ­τὴ ἡ προ­έ­ κτα­ση δὲν τὸν ἐμ­πό­δι­ζε ἀ­π᾿ τὸ νὰ ζε­σταί­ νει καὶ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ σπι­τι­οῦ. Θερ­μο­α­να­κλα­στι­κὸ χρῶ­μα: Φυ­σι­κά, ὅ­πως μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με μέ­χρι καὶ σή­ με­ρα στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρα­δο­σι­α­κὰ ἑλ­ λη­νι­κὰ σπί­τι­α, τὸ χρῶ­μα πα­ρα­μέ­νει λευ­ κό! Αὐ­τὸ συ­ναν­τᾶ­ται κυ­ρί­ ως στὰ ἡ­λι­ό­λου­στα νη­σι­ὰ καὶ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γι­ὰ νὰ ἐ­λα­χι­στο­ποι­ή­σει τὴ ζέ­ στη ἀ­π᾿ τὸν ἥ­λι­ο. Στὴ συ­νέ­χει­α θὰ προ­ σεγ­γί­σου­με ἀ­πὸ μί­α ἄλ­λην πλευ­ρὰ τὸ θέ­μα κά­νον­τας μί­αν ἀ­να­δρο­μὴ καὶ κα­τα­ γρα­φὴ πη­γῶν θέρ­μαν­σης καὶ καύ­σι­μης ὕ­λης. Φω­τι­ά εἶ­ναι ἡ ταυ­τό­ χρο­νη ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ πα­ ρα­γω­γὴ θερ­μό­τη­τας καὶ φλό­γας-φω­τὸς κα­τὰ τὴν καύ­ση. Τὶς κρύ­ες μέ­ρες καὶ νύχ­τες τοῦ χει­μῶνα, ὅ­λη ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α μα­ζευ­ό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο τζά­κι. Ἀ­πὸ τὸν Σε­πτέμ­βρι­ο μέ­χρι τὸν Ἀ­πρί­λι­ο τὸ τζά­κι ἦ­ταν ἀ­ναμ­μέ­νο καὶ δὲν ἔ­σβη­ νε σχε­δὸν πο­τέ. Χον­τρὰ με­γά­λα ξύ­λα ἀ­πὸ κορ­μοὺς δέν­δρων ἔ­και­γαν ὅ­λη μέ­ρα. Στὴν ἑ­στί­α τοῦ τζα­κι­οῦ ὑ­πῆρ­χε ὁ τρί­πο­ δας ἢ πυ­ρο­σι­ὰ ὅ­που πά­νω σ᾿ αὐ­τὴν ἔβα­ ζαν τὴν κατ­σα­ρό­λα τοῦ φα­γη­τοῦ ἢ τὴν τσα­γι­έ­ρα ἢ τὸ τσου­κά­λι. Δί­πλα ἀ­πὸ τὸ τζά­κι κρε­μό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να καρ­φί, τὸ γκα­ ζο­κάν­τη­λο (μι­κρὴ τε­νε­κε­δέ­νι­α λάμ­πα χω­ρὶς λαμ­πο­γυ­ά­λι), ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο κά­πνι­ζε, πα­ρὰ ἔ­φεγ­γε. Αὐ­τὸ ἐχρησιμο- ποιεῖτο γι­ὰ νὰ φω­τί­ζε­ται τὸ σπί­τι καὶ νὰ κι­νοῦν­ται μέ­σα στὴ νύχ­τα χω­ρὶς νὰ σπά­ σει. Τὸ τζά­κι ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴ Δυ­τι­κὴ Εὐ­ρώ­πη τὸν 12ο αἰ­ῶνα. Ἐμ­ φα­νί­ζον­ται λοι­πὸν τὰ τζά­κι­α ἡ­μι­κυ­κλι­ κοῦ σχή­μα­τος, κτι­σμέ­να μέ­σα στὸν τοῖ­χο ποὺ πλαι­σι­ω­νό­ταν ἀ­πὸ μί­α λι­τὴ δι­α­κό­ σμη­ση. Τὸν 13ο αἰώ­να οἱ δι­α­στά­σεις τῶν τζα­κι­ῶν αὐ­ξά­νον­ται, γι­ὰ νὰ μπο­ροῦν νὰ ζε­σταί­νουν με­γα­λύ­τε­ρους χώ­ρους. Ἀ­πὸ τὸν 15ο ἕ­ως τὸν 18ο αἰ­ώνα τὸ τζά­κι στὴν Εὐ­ρώ­πη ἀ­κο­λου­θεῖ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς Ἀρ­χι­ τε­κτο­νι­κῆς τῆς ἑ­κά­στο­τε ἐ­πο­χῆς. Τὸν 19ο αἰώνα στὰ σπί­τι­α τῆς Δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης κα­τὰ κα­νό­να ὑ­πάρ­χει καὶ ἕ­να τζά­κι. Αὐ­ τὴ ἡ τά­ση ὅ­μως στα­δι­α­κὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται, κα­θὼς ἀρ­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­ οῦν­ται, οἱ ξυ­λό­σομ­πες καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ἡ κεν­τρι­κὴ θέρ­μαν­ση λό­γῳ τῆς ἀ­νά­ πτυ­ξης τοῦ με­ταλ­λουρ­γι­ κοῦ το­μέ­α. Ἔτ­σι λοι­πὸν με­τὰ τὸ 1965 εἰ­σέ­βα­λαν στὸ ἐμ­ πό­ρι­ο οἱ σόμ­πες, γι­ὰ νὰ πά­ρουν σύν­το­μα τὴν θέ­ ση τῶν τζα­κι­ῶν. Σόμ­πες μὲ ξύ­λα, μό­νο γι­ὰ θέρ­ μαν­ση ἢ καὶ πα­ρα­σκευ­ὴ φα­γη­τοῦ, ὅ­πως οἱ λε­γό­ με­νες μα­σί­νες, οἱ ὁ­ποῖ­ ες εἶ­χαν τὴν ἑ­στί­α τῆς φω­τι­ᾶς καὶ δί­πλα τὸν φοῦρ­νο γι­ὰ τὴν πα­ρα­σκευ­ὴ τοῦ φα­ γη­τοῦ. Αὐ­τὲς τὶς το­πο­θε­τοῦ­σαν κυ­ρί­ως στὴν κου­ζί­να-κα­θι­στι­κὸ καὶ στὸ ὑ­πό­λοι­ πο σπί­τι θὰ ὑ­πῆρ­χε καὶ μί­α ἄλ­λη σόμ­πα, μό­νο γι­ὰ τὴ θέρ­μαν­ση τοῦ χώ­ρου. Ἡ θέρ­ μαν­ση τῶν ἀρ­χαί­ων οἰ­κι­ῶν γι­νό­ταν μὲ τὸ μαγ­κά­λι. Μί­α συ­σκευ­ὴ ἀ­πὸ σί­δε­ρο καὶ χαλ­κὸ ὅ­που το­πο­θε­τοῦν­ται ξυ­λάν­θρα­κες γι­ὰ θέρ­μαν­ση μι­κρῶν χώ­ρων. Στη­ρι­ζό­ ταν στὴν κα­τά­κτη­ση τῆς ἀρ­χῆς γι­ὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ρεύ­μα­τος ἀ­έ­ρα. Τὰ φο­ρη­τὰ μαγ­κά­λι­α μὲ ξυ­λο­κάρ­βου­να ἦ­ταν ἡ βα­ σι­κὴ συ­σκευ­ὴ θέρ­μαν­σης τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­ τας. Τὰ μαγ­κά­λι­α αὐ­τὰ τὰ ἀ­νάβα­νε ἔ­ξω καὶ με­τα­φέ­ρον­ταν στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τῆς οἰ­ κί­ας, ἀ­φοῦ ἡ φω­τι­ὰ ἄ­να­βε πρῶ­τα γι­ὰ τὰ κα­λά.
  • 16. 15 Τό ταν­τού­ρι. Ταν­τού­ρι «κα­λεῖ­ται οὕ­ τω, ἴ­δι­α ἐν Ἀ­να­το­λῇ, τρά­πε­ζα κα­λυ­πτο­ μέ­νη μέ­χρι τοῦ ἀρ­κού­των, ὑ­πὸ πα­χέ­ ος σκε­πά­σμα­τος συ­νή­θως ἐ­φα­πλώ­μα­τος καὶ ἔ­χου­σα κάτω­θεν αὐ­τῆς μαγ­γά­λι­ον. Πε­ρὶ τὴν τρά­πε­ζαν ταύ­την κά­θην­ται συ­ νή­θως αἱ γυ­ναῖ­κες θερ­μαί­νου­σαι τοὺς πό­δας καὶ τὰς χεῖ­ρας των». Τὸ μαγ­κά­λι καὶ τὸ ταν­τού­ρι τὸ συ­ναν­τᾶ­με στὶς πό­ λεις, ὅ­που ἡ ἔλ­λει­ψη τῆς καύ­σι­μης ὕ­λης καὶ ἡ ἀ­κρί­βει­α δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν τὸν λα­ὸ νὰ καί­ει τζά­κι ἢ σόμ­πα. Τὸ πο­δα­ρού­λι. Πο­δα­ρού­λι «Σι­δη­ροῦν κοῖ­λον δι­ὰ τὸ ζέ­ στα­μα τῶν στρω­ μά­των, γι­ὰ τὸ ζέ­ στα­μα τῶν πο­δι­ῶν, αἴ­θρο­νος καὶ σι­δε­ ρω­τή­ρι­ον τῶν βε­ λού­δων». Ἡ φου­φού. Φο­ ρη­τὴ με­ταλ­λι­κὴ ἢ πή­λι­νη κυ­λιν­δρι­ κὴ συ­νή­θως κα­ τα­σκευ­ὴ μὲ τρί­α ἢ τέσ­σε­ρα στη­ρίγ­μα­ τα μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α βά­ζουν κάρ­βου­να. Ἡ ἐν­δο­δα­πέ­δι­α θέρ­μαν­ση. Στὴν ἐν­ δο­δα­πέ­δι­α θέρ­μαν­ση τὸ δά­πε­δο εἶ­ναι τὸ θερ­μαν­τι­κὸ σῶ­μα τοῦ χώ­ρου καὶ ἡ θερ­ μό­τη­τα ἐκ­πέμ­πε­ται πρὸς τὰ ἄ­νω, δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὸ δά­πε­δο πρὸς τὸν χῶ­ρο. Ἕ­να σύ­ στη­μα ἐν­δο­δα­πέ­δι­ας θέρ­μαν­σης ἀ­να­πτύ­ χθη­κε ἐ­πί­σης γι­ὰ τὴ θέρ­μαν­ση δη­μό­σι­ων χώ­ρων στη­ρι­ζό­με­νο στὸ φαι­νό­με­νο ὅ­τι ὁ θερ­μὸς ἀ­έ­ρας ἀ­νέρ­χε­ται πρὸς τὰ ἄ­νω. Ἔτ­σι λοι­πὸν ζε­σταί­νον­τας σὲ μί­α πη­γὴ τὸν κρύ­ο ἀ­έ­ρα τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος καὶ δι­ ο­χε­τεύ­ον­τάς τον μὲ σω­λῆ­νες κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να ξύ­λι­νο ἢ μαρ­μά­ρι­νο δά­πε­δο, ἀ­νά­λο­γα δι­α­μορ­φω­μέ­νο, ἐ­πι­τυγ­χά­νου­με τὴν θέρ­ μαν­ση αὐ­τοῦ τοῦ χώ­ρου. Ἕ­να τέ­τοι­ο δά­ πε­δο εἶ­ναι τὸ δά­πε­δο τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­δρέ­α (Σα­ρά­ι) στὶς Κα­ρυ­ὲς τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, κα­θὼς καὶ σὲ πολ­λὰ ἄλ­λα κτήρι- ­α ἀ­νὰ τὸν κό­σμο. Ἀ­πὸ τὰ κλασ­σι­κὰ χρό­ νι­α οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­πο­λάμ­βα­ναν ζε­στὸ μπά­ νι­ο σὲ δη­μό­σι­α λου­τρά. Οἱ Ρω­μαῖ­οι ὅ­μως ἦ­ταν αὐ­τοὶ ποὺ ἐ­πι­νό­η­σαν τὰ ὑ­πό­καυ­ στα, ἕ­να προ­ηγ­μέ­νο καὶ ἔ­ξυ­πνο σύ­στη­μα θέρ­μαν­σης τῶν λου­τρῶν. Τὰ ὑ­πό­καυ­στα ἦ­ταν χα­μη­λοί, ὑ­πό­γει­οι χῶ­ροι κά­τω ἀ­πὸ τὰ δά­πε­δα τῶν λου­τρῶν, ὅ­που κυ­κλο­φο­ ροῦ­σαν τὰ καυ­τὰ ἀ­έ­ρι­α ποὺ πα­ρά­γον­ταν ἀ­πὸ μί­α φω­τι­ὰ ποὺ ἔ­και­γε στὴν ἑ­στί­α. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Βε­τρού­βι­ο τὰ ὑ­πό­καυ­ στα δη­μι­ουρ­γοῦν­ταν μὲ τὴν ὑ­πε­ρύ­ψω­ση τῶν δα­πέ­δων κα­τὰ τὴν ἕ­δρα­σή τους πά­ νω σὲ στυ­λί­σκους, τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἰ­δα­ νι­κὸ ὕ­ψος ἦ­ταν 0,60 μ. Τὸ σύ­στη­ μα θέρ­μαν­σης τῶν δω­μα­τί­ων συμ­πλή­ ρω­σαν στὸ 2ο μι­σό τοῦ 1ου π.Χ. αἰ­ώ­ να οἱ θερ­μαι­νό­με­ νοι θό­λοι, ὅ­που τὰ θερ­μὰ ἀ­έ­ρι­α κυ­κλο­ φο­ροῦ­σαν μέ­σα σὲ πή­λι­νους σω­λῆ­νες κυ­κλι­κῆς ἢ τε­τρά­ γω­νης δι­α­το­μῆς, ποὺ ἐ­φά­πτον­ταν στοὺς τοί­χους, ἢ μέ­σα ἀ­πὸ κε­νὰ ποὺ δη­μι­ουρ­ γοῦν­ταν μὲ πή­λι­να πλα­κί­δι­α στε­ρε­ω­μέ­να σὲ ἀ­νά­λο­γη ἀ­πό­στα­ση ἐμ­πρὸς ἀ­πὸ τοὺς τοί­χους. Ἡ κα­τα­σκευ­ὴ κα­λυ­πτό­ταν συ­ νή­θως ἀ­πὸ ὀρ­θο­μαρ­μά­ρω­ση, ἐ­νῷ μὲ μάρ­ μα­ρο ἦ­ταν στρω­μέ­να καὶ τὰ δά­πε­δα. Μή­πως ἐν τέ­λει δὲν εἶ­ναι ἡ ζέ­στη πού λεί­πει ἀ­πὸ τὴν ση­με­ρι­νὴ ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­ νω­νί­α; Μή­πως μᾶς λεί­πει ἡ ζε­στα­σι­ὰ τῆς ψυ­χῆς μας; Καὶ πῶς θὰ ἔλ­θει αὐ­τή; Θὰ ἔλ­θει μὲ ἁ­πλό­τη­τα στὶς ἀ­νάγ­κες μας, στὴ σκέ­ψη μας. Μὲ τὴν ἐ­πα­να­δη­μι­ουρ­γί­α τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας. Σόμ­πα θὰ πρέ­πει νὰ γί­νου­ με ὅ­λοι μας γο­νεῖς, ἱ­ε­ρεῖς, δι­δά­σκα­λοι... Ὅ­ταν ἡ ψυ­χή μας βγά­λει ἀ­γά­πη, τό­τε θὰ ζε­στα­θεῖ ὅ­λη ἡ Ἑλ­λά­δα μας καὶ θὰ ξα­να­ βρεῖ τὸν δρό­μο της, μὲ ἕ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ μυ­στη­ρι­α­κὸ τρό­πο. _
  • 17. 16 ΟΡΘΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ Τ ὰ τε­λευ­ταῖ­α 60 χρό­νια ἔ­χουν ση­ μει­ω­θεῖ πο­λὺ με­γά­λες ἀλ­λα­γὲς σὲ ὅ­λους τούς το­μεῖς τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς, κοι­νω­νι­κῆς καὶ πο­λι­τι­στι­κῆς ζω­ῆς τοῦ τό­που, χω­ρὶς δυ­στυ­χῶς νὰ εἶ­ναι ὅ­λες πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο. Ἰ­δι­αί­τε­ρα με­γά­λες ἦ­ταν οἱ με­τα­κι­νή­σεις τοῦ πλη­θυ­σμοῦ καὶ οἱ με­τα­βο­λὲς στὴν ἀ­πα­σχό­λη­σή του. Με­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο καὶ τὸν Ἐμ­ φύ­λιο Πό­λε­μο καὶ στὴ διά­ρκεια τῆς δε­ κα­ε­τί­ας τοῦ ᾿50 λό­γῳ ἔλ­λει­ψης ὁ­ποι­ασ­ δή­πο­τε πο­λι­τι­κῆς πε­ρι­φε­ρεια­κῆς ἀ­νά­ πτυ­ξης, ἕ­νας με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς κα­τοί­κων τῆς ὑ­παί­θρου συ­νέρ­ρευ­σε στὶς πό­λεις καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴν Ἀτ­τι­κὴ καὶ στὴ Θεσ­ σα­λο­νί­κη. Στὴν ἴ­δια δε­κα­ε­τί­α ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­να­ζή­τη­σαν τὴν τύ­χη τους στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­ κό, με­τα­να­στεύ­ον­τας στὶς Η.Π.Α., τὸν Κα­να­δᾶ, τὴν Αὐ­στρα­λί­α καὶ τὸ Βέλ­γιο. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ᾿60 λό­γῳ τῆς με­γά­ λης ἀ­νερ­γί­ας ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες νέ­οι μὲ τὶς οἰ­κο­γέ­νει­ές τους με­τα­νά­στευ­σαν Η ΚΡΙΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ ΚΑΙ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ Μανόλη Δρεττάκη Ἀν­τι­προέ­δρου τῆς Βου­λῆς, Ὑ­πουρ­γοῦ, Κα­θη­γη­τοῦ ΑΣΟΕΕ
  • 18. 17 στὴ Δυ­τι­κὴ Εὐ­ρώ­πη (κυ­ρί­ως στὴν τό­ τε Γερ­μα­νί­α). Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ᾿70 ἄρ­χι­σε ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ ὁ­ρι­σμέ­νων με­τα­να­στῶν, ἀλ­λὰ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ αὐ­τούς, ἀν­τὶ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν στὰ χω­ ριά τους, ἀ­π᾿ ὅ­που εἶ­χαν φύ­γει, ἐγ­κα­τα­ στά­θη­καν στὰ ἀ­στι­κὰ κέν­τρα (στὴ Γερ­ μα­νί­α πα­ρέ­μει­νε μό­νι­μα ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ πο­σο­στὸ ἐ­κεί­νων ποὺ εἶ­χαν πά­ει ἐ­κεῖ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ᾿60). Ταυ­τό­χρο­να συ­νε­χί­ στη­κε καὶ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ με­τα­νά­στευ­ση ἀ­πὸ τὰ χω­ριὰ πρὸς τὰ ἀ­στι­κὰ κέν­τρα, δε­ δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ἀ­που­σί­α πο­λι­τι­κῆς πε­ρι­ φε­ρεια­κῆς ἀ­νά­πτυ­ξης συ­νε­χί­στη­κε καὶ γιὰ ὅ­σους εἶ­χαν παι­διὰ σχο­λι­κῆς ἡ­λι­κί­ ας, δὲν ὑ­πῆρ­χαν σχο­λεῖ­α, κυ­ρί­ως δευ­τε­ ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης, κον­τὰ στὰ χω­ ριά τους. Στὴ διά­ρκεια τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ᾿80 ση­μει­ώ­θη­κε δρα­μα­τι­κὴ μεί­ω­ση τῶν γεν­νή­σε­ων τό­σο στὶς πό­λεις ὅ­σο καὶ στὰ χω­ριά, γε­γο­νὸς τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε καὶ συ­νε­χί­ ζει νὰ ἔ­χει σο­βα­ρὲς ἐ­πι­πτώ­σεις σὲ ὅ­λους τοὺς το­μεῖς τῆς ζω­ῆς τοῦ Τό­που. Ὅ­σοι ἔ­μει­ναν στὰ χω­ριὰ πα­ρό­τρυ­ ναν τὰ παι­διά τους νὰ σπου­δά­σουν καὶ νὰ στα­δι­ο­δρο­μή­σουν στὶς πό­λεις. Ἔ­τσι ἔ­μει­ναν ἐ­κεῖ οἱ με­γα­λύ­τε­ροι στὴν ἡ­λι­ κί­α, κα­θὼς καὶ λί­γοι νέ­οι ποὺ θέ­λη­σαν νὰ συ­νε­χί­σουν νὰ καλ­λι­ερ­γοῦν τὴ γῆ καὶ νὰ ἔ­χουν κο­πά­δια. Τό­σο, ὅ­μως, ἐ­ξαι­ τί­ας τῆς γή­ραν­σης τῶν με­γα­λύ­τε­ρων στὴν ἡ­λι­κί­α ὅ­σο καὶ τοῦ μι­κροῦ ἀ­ριθ­ μοῦ τῶν νέ­ων Ἑλ­λή­νων ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ ταν μὲ τὴ γε­ωρ­γί­α καὶ τὴν κτη­νο­τρο­φί­α, ἕ­να με­γά­λο πο­σο­στὸ τῶν ἐρ­γα­σι­ῶν στὴν ὕ­παι­θρο (ἀλ­λὰ καὶ ἐρ­γα­σι­ῶν στὶς πό­ λεις) ἀ­νέ­λα­βαν οἱ ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες με­τα­να­στῶν καὶ λα­θρο­με­τα­να­στῶν ποὺ εἰ­σῆλ­θαν στὴ χώ­ρα τὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ ᾿90 καὶ τοῦ 2000. Ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χαν οἱ με­τα­ νά­στες, ἡ συρ­ρί­κνω­ση τῆς ἀ­πα­σχό­λη­σης στὸν πρω­το­γε­νῆ το­μέ­α θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρη. Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἐ­ξε­λί­ξεις στὴν ἀ­πα­ σχό­λη­ση, τό­σο στὸν ἀ­γρο­τι­κὸ ὅ­σο καὶ στοὺς ἄλ­λους δύ­ο το­μεῖς τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας τῆς χώ­ρας μας, ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ται στὸν πί­ να­κα ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ. Στὸ πρῶ­το μέ­ρος τοῦ πί­να­κα δί­νε­ται ἡ ἀ­πα­σχό­λη­ση σὲ χι­ λιά­δες στοὺς το­μεῖς: πρω­το­γε­νῆ (γε­ωρ­ γί­α, κτη­νο­τρο­φί­α, ἁ­λι­εί­α, δά­ση), δευ­τε­ ρο­γε­νῆ (βι­ο­μη­χα­νί­α, ὀ­ρυ­χεῖ­α, ἠ­λε­κτρι­ σμός, ὕ­δρευ­ση καὶ κα­τα­σκευ­ὲς στὸ δη­ μό­σιο καὶ ἰ­δι­ω­τι­κὸ το­μέ­α) καὶ τρι­το­γε­νῆ (ὅ­λες τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες, δη­λα­δὴ τὸν του­ρι­ σμό, τὸ ἐμ­πό­ριο, τὶς με­τα­φο­ρές, τὴν ἐκ­ παί­δευ­ση, τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ὑ­γεί­ας, τὴ δη­ μό­σια δι­οί­κη­ση, τὶς τρά­πε­ζες κ.λπ.) τὰ ἔ­τη 1961, 1971,1981 καὶ 1991 (στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­πο­γρα­φὲς τοῦ πλη­θυ­σμοῦ τῶν Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση, θὰ προ­σφέ­ρει –ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­σα ἐ­πι­βί­ω­σης καὶ μέ­ρος τῶν τρο­φί­μων ποὺ θὰ κα­τα­να­λώ­νουν– καὶ ἕ­να πιὸ φυ­σι­κὸ τρό­πο ζω­ῆς μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ θό­ρυ­βο καὶ τὸ ἄγ­χος τῶν κέν­τρων, ἀν­θρώ­πι­νες ἐ­πα­φὲς καὶ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν πα­ρά­δο­ση καὶ γιὰ ὅ­σους δὲν με­τεῖ­χαν ἐ­νερ­γὰ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τὸ ἔ­ναυ­σμα νὰ τὴν πλη­σιά­σουν.
  • 19. 18 ἐ­τῶν αὐ­τῶν) καὶ τὰ ἔ­τη 2001 καὶ 2010 (στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὶς τρι­μη­νια­ῖες ἔ­ρευ­νες τῆς ἀ­γο­ρᾶς ἐρ­γα­σί­ας). Πη­γὴ ὅ­λων τῶν στοι­χεί­ων εἶ­ναι ἡ Ἐ­θνι­κὴ Στα­τι­στι­κὴ Ὑ­πη­ρε­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος (ποὺ με­το­νο­μά­ στη­κε πρό­σφα­τα σὲ Ἑλ­λη­νι­κὴ Στα­τι­στι­ κὴ Ἀρ­χή). Στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ πί­να­ κα δί­νε­ται ἡ πο­σο­στια­ία κα­τα­νο­μὴ τῶν ἀ­πα­σχο­λου­μέ­νων στοὺς τρεῖς το­μεῖς τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἀ­πὸ τὸν πί­να­κα αὐ­τὸν φαί­νε­ται ἡ κα­ τάρ­ρευ­ση τῆς ἀ­πα­σχό­λη­σης στὸν πρω­το­ γε­νῆ το­μέ­α. Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη μεί­ω­ση ση­ μει­ώ­θη­κε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ᾿60. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς λό­γους ἦ­ταν ἡ μα­ ζι­κὴ με­τα­νά­στευ­ση ἀ­πὸ τὰ χω­ριὰ στὴ Γερ­μα­νί­α τὴ δε­κα­ε­τί­α αὐ­τή. Τὴ δε­κα­ ε­τί­α τοῦ ᾿70 πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μί­α μι­κρὴ αὔ­ξη­ση, ἴ­σως λό­γῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς ἑ­νὸς μι­κροῦ ἀ­ριθ­μοῦ τῶν πα­λιν­νο­στούν­των στὰ χω­ριά τους. Τὶς δύ­ο ἑ­πό­με­νες δε­κα­ ε­τί­ες ση­μει­ώ­θη­κε πα­ρα­πέ­ρα μεί­ω­ση μὲ τε­λι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἡ ἀ­πα­σχό­λη­ση στὸν πρω­το­γε­νῆ το­μέ­α τὸ 2010 νὰ εἶ­ναι κα­τὰ 70%! χα­μη­λό­τε­ρη ἀ­π᾿ ὅτι τὸ 1961 (μεί­ω­ ση κα­τὰ 1.396.000). Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δρα­μα­ τι­κῆς αὐ­τῆς μεί­ω­σης, ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ πρω­το­γε­νοῦς το­μέ­α στὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­πα­ σχό­λη­ση ἀ­πὸ πά­νω ἀ­πὸ 50% τὸ 1961 μει­ ώ­θη­κε σὲ κά­τω ἀ­πὸ 13% τὸ 2010. Στὸ δευ­τε­ρο­γε­νῆ το­μέ­α με­τὰ ἀ­πὸ αὔ­ξη­ση τὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ ᾿60 καὶ τοῦ ᾿70 πα­ρου­σι­ ά­ζε­ται κά­ποι­α στα­θε­ρό­τη­τα, ἐ­νῷ στὸν τρι­το­γε­νῆ το­μέ­α ση­μει­ώ­νε­ται συ­νε­χὴς αὔ­ξη­ση (τρι­πλα­σια­σμὸς στὸ δι­ά­στη­μα τῆς 50ετίας). Ἐ­ξαι­τί­ας τό­σο τῆς με­γά­λης μεί­ω­σης τῆς ἀ­πα­σχό­λη­σης στὸν πρω­το­γε­νῆ το­μέ­α ὅ­σο καὶ τῶν χα­μη­λῶν τι­μῶν τῶν εἰ­σα­γό­ με­νων τρο­φί­μων σὲ σχέ­ση μὲ τὶς τι­μὲς τῶν πα­ρα­γό­με­νων στὴ χώ­ρα, ἡ συμ­με­ το­χὴ τοῦ πρω­το­γε­νοῦς το­μέ­α στὸ Ἀ­κα­ θά­ρι­στο Ἐγ­χώ­ριο Προ­ϊ­ὸν συρ­ρι­κνώ­θη­ κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π᾿ ὅτι ἡ ἀ­πα­σχό­λη­ση στὸν το­μέ­α αὐ­τό. Ἡ κύ­ρια αἰ­τί­α τῶν μὴ ἀν­τα­γω­νι­στι­κῶν τι­μῶν τῶν ἐγ­χώ­ρι­ων γε­ωρ­γι­κῶν καὶ κτη­νο­τρο­φι­κῶν προ­ϊ­ όν­των δὲν εἶ­ναι τὸ ὑ­ψη­λὸ ἐρ­γα­τι­κὸ κό­ στος. Οἱ ὑ­ψη­λό­τε­ρες τι­μές τους ὀ­φεί­λον­ ται σὲ ἕ­να πλῆ­θος πα­ρα­γόν­των, ἀ­νά­με­σα στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­ναι: οἱ ἐ­πι­βα­ρύν­σεις (τὰ κέρ­δη) τῶν με­σα­ζόν­των, ὁ μὴ ἐκ­συγ­χρο­ νι­σμὸς τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ το­μέ­α, ἡ ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς βο­ή­θειας στοὺς ἀ­γρό­τες, ΠΙΝΑΚΑΣ Απασχολουμενοι σε χιλιάδες και ποσοστιαία κατανομή τους στους τρεις τομείς της οικονομίας τα έτη 1961,1971,1981,1991,2001 και 2010 ΤΟΜΕΙΣ ΤΗΣ 1961 1971 1981 1991 2001 2010 ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΕ ΧΙΛΙΑΔΕΣ Πρωτογενής 1.960 834 972 671 599 564 Δευτερογενής 697 701 1.039 874 963 865 Τριτογενής 981 794 1.533 2.341 3.052 2.960 ΣΥΝΟΛΟ 3.639 2.330 3.544 3.886 4.614 4.389 ΠΟΣΟΣΤΙΑΙΑ KATANOMΗ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΤΟΜΕΙΣ Πρωτογενής 53,9 35,8 27,4 17,3 13,0 12,9 Δευτερογενής 19,2 30,1 29,3 22,5 20,9 19,7 Τριτογενής 27,0 34,1 43,2 60,2 66,1 67,4 ΣΥΝΟΛΟ 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0
  • 20. 19 ἡ ἀ­πα­ξί­ω­ση τοῦ συ­νε­ται­ρι­στι­κοῦ κι­νή­ μα­τος κ.λπ. Γιὰ ὅ­λους τους πα­ρα­πά­νω λό­γους πολ­λὲς καλ­λι­έρ­γει­ες ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­καν ὡς μὴ συμ­φέ­ρου­σες (δυ­στυ­χῶς οἱ ἀλ­ λα­γὲς ποὺ ἔ­γι­ναν τε­λευ­ταῖ­α στὴν κοι­ νὴ ἀ­γρο­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης ἐ­πέ­τει­ναν τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη αὐ­τή), μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ αὐ­ξη­θεῖ δρα­μα­ τι­κὰ ἡ ἐ­ξάρ­τη­ση τῆς χώ­ρας μας ἀ­πὸ εἰ­ σα­γω­γὲς τρο­φί­μων (ἀ­πὸ κρέ­α­τα καὶ γα­λα­κτο­κο­ μι­κὰ προ­ϊ­όν­τα καὶ λα­ χα­νι­κά), πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖα εἰ­σά­γον­ται ἀ­πὸ πο­ λὺ μα­κρι­νὲς χῶ­ρες, ὅ­πως ἡ Χι­λή, ἡ Νό­τια Ἀ­φρι­κὴ ἤ, ἀ­κό­μα, καὶ ἡ Νέ­α Ζη­ λαν­δί­α, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα κα­λύ­τε­ρης ποι­ό­τη­τας ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ πα­ρά­γον­ται στὴ χώ­ρα μας. Ἴ­σως, μά­λι­στα, νὰ εἶ­ναι καὶ κα­τώ­τε­ρης ποι­ ό­τη­τας. Ἡ παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­ μι­κὴ κρί­ση ποὺ ξέ­σπα­σε τὸ 2008 καὶ ποὺ κο­ρυ­φώ­ θη­κε στὴ χώ­ρα μας τὸ 2009 καὶ ἡ πο­λι­ τι­κὴ ποὺ ἐ­πι­βλή­θη­κε στὴ χώ­ρα μας ἀ­πὸ τὴν τρό­ι­κα τῶν δα­νει­στῶν της καὶ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­φαρ­μό­ζει ἡ κυ­βέρ­νη­ση, εἶ­χαν ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ἐ­πι­δει­νω­θοῦν δρα­μα­τι­κὰ τὰ κοι­νω­νι­κὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ὑ­πῆρ­χαν τὰ προ­η­γού­με­να χρό­νια, μὲ δι­πλα­σια­σμὸ τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ τῶν ἀ­νέρ­γων (πλη­σιά­ζουν τὸ 1.000.000), τὴ δρα­στι­κὴ μεί­ω­ση τῶν εἰ­σο­δη­μά­των τῶν ἐρ­γα­ζο­μέ­νων καὶ τῶν συν­τα­ξι­ού­χων, λό­γῳ τῶν πε­ρι­κο­πῶν ποὺ ἔ­γι­ναν σ᾿ αὐ­τὰ καὶ τὴ με­γά­λη αὔ­ξη­ ση τῶν φο­ρο­λο­γι­κῶν βα­ρῶν κ.λπ. Ὅ­λες οἱ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­πτώ­σεις τῆς οἰ­ κο­νο­μι­κῆς κρί­σης καὶ τῆς ἐ­φαρ­μο­ζό­με­ νης πο­λι­τι­κῆς, καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα ἡ ἀ­νερ­γί­α, ἔ­χουν προ­κα­λέ­σει ἤ­δη μί­α τά­ση ἐ­πι­στρο­ φῆς καὶ ἐγ­κα­τά­στα­σης στὴν ὕ­παι­θρο τῶν ἀ­νέρ­γων ποὺ δι­α­θέ­τουν σπί­τια καὶ κτή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀρ­χί­ζουν νὰ καλ­λι­ερ­ γοῦν. Ἡ μεί­ω­ση, ἐ­ξάλ­λου, τῶν εἰ­σο­δη­ μά­των ἔ­χει ὁ­δη­γή­σει ὁ­ρι­σμέ­νους κα­τοί­ κους πό­λε­ων ποὺ ἔ­χουν καλ­λι­ερ­γή­σι­μες ἐ­κτά­σεις καὶ δι­α­θέ­τουν τὸν ἀ­παι­τού­με­ νο ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο, νὰ ξα­ναρ­χί­σουν τὴν καλ­λι­έρ­γεια τῶν κτη­μά­των τους. Προ­κει­μέ­νου οἱ τά­σεις αὐ­τὲς νὰ συ­ νε­χι­στοῦν, ὥ­στε νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­να­ζω­ο­γό­ νη­ση τῆς ὑ­παί­θρου καὶ αὔ­ξη­ση τῆς πα­ ρα­γω­γῆς προ­ϊ­όν­των προ­κει­μέ­νου νὰ κα­λυ­φθεῖ ἕ­να με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στὸ τῶν ἀ­ναγ­κῶν μας σὲ τρό­φι­μα ἀ­πὸ τὴ ντό­πια πα­ρα­γω­γὴ καὶ νὰ ἐ­νι­σχυ­θεῖ ἡ ἐ­ξα­γω­γὴ προ­ϊ­όν­των τὰ ὁ­ποῖα εἶ­ναι ἀν­τα­γω­νι­στι­ κά, εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ὑ­πάρ­ξει ἐ­πι­τέ­λους καὶ νὰ ἐ­φαρ­μο­στεῖ μί­α συγ­κρο­τη­μέ­νη πε­ρι­φε­ρεια­κὴ καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα ἀ­γρο­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ τῆς Πο­λι­τεί­ ας. Γιὰ τὸν σκο­πὸ αὐ­τὸ θὰ πρέ­πει ὅ­σοι ἐ­πι­στρέ­φουν στὴν ὕ­παι­θρο νὰ κα­θο­δη­ γη­θοῦν ἀ­πὸ εἰ­δι­κευ­μέ­να στε­λέ­χη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Γε­ωρ­γί­ας νὰ ἀ­σχο­λη­θοῦν μὲ καλ­λι­έρ­γει­ες προ­ϊ­όν­των στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ χώ­ρα μας ἔ­χει συγ­κρι­τι­κὰ πλε­ο­νε­κτή­ μα­τα. Ταυ­τό­χρο­να θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­ξει ἐκ­συγ­χρο­νι­σμὸς τῶν καλ­λι­ερ­γη­τι­κῶν
  • 21. 20 με­θό­δων (π.χ. μὲ ἐ­νί­σχυ­ση τῶν βι­ο­λο­ γι­κῶν καλ­λι­ερ­γει­ῶν), μεί­ω­ση τῆς φο­ρο­ λο­γί­ας τῶν πρώ­των ὑ­λῶν ποὺ χρη­σι­μο­ ποι­οῦν­ται στὸν ἀ­γρο­τι­κὸ το­μέ­α, ἐ­ξυ­γί­ αν­ση καὶ ἐ­νί­σχυ­ση τῶν Συ­νε­ται­ρι­σμῶν καὶ τῶν ὁ­μά­δων καλ­λι­ερ­γη­τῶν ὥ­στε νὰ τοὺς δο­θεῖ ἡ δυ­να­τό­τη­τα δι­ά­θε­σης τῶν προ­ϊ­όν­των τους ἀ­πευ­θεί­ας στοὺς κα­τα­ να­λω­τὲς χω­ρὶς δι­α­με­σο­λά­βη­ση τῶν με­ σα­ζόν­των κ.λπ. Πο­λὺ θὰ βο­η­θή­σει στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν ὕ­παι­θρο καὶ ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν πα­ ρα­δο­σια­κὴ ἑλ­λη­νι­κὴ κου­ζί­να, τὴν ὁ­ποί­α ἤ­δη ἀ­ξι­ο­ποι­οῦν οἱ ξέ­νοι. Μὲ κα­τάλ­λη­λη ἐ­νη­μέ­ρω­ση γιὰ τὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν φα­γη­τῶν, πα­ρα­σκευ­α­ σμέ­νων μὲ ντό­πια ὑ­λι­κὰ καὶ πα­ρό­τρυν­ ση τοῦ κοι­νοῦ νὰ ἀ­γο­ρά­ζει τρό­φι­μα ποὺ πα­ρά­γον­ται στὴ χώ­ρα (σ᾿ αὐ­τὸ θὰ βο­η­θή­ σουν οἱ ἀν­τα­γω­νι­στι­κὲς τι­μὲς στὶς ὁ­ποῖ­ ες θὰ προ­σφέ­ρον­ται τὰ προ­ϊ­όν­τα αὐ­τά), θὰ ὑ­πάρ­ξει αὔ­ξη­ση τῆς πα­ρα­γω­γῆς τους καὶ ταυ­τό­χρο­να θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει κί­νη­τρο γιὰ ἐ­πι­στρο­φὴ καὶ ἄλ­λων στὴν ὕ­παι­θρο. Στὴν προ­σπά­θεια αὐ­τὴ πο­λὺ θὰ βο­η­θή­ σει καὶ ἡ ἐκ­παί­δευ­ση, ἂν στὰ σχο­λεῖ­α γί­ νον­ται σχε­τι­κὰ ἐ­νη­με­ρω­τι­κὰ μα­θή­μα­τα καὶ ἄν, στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ προ­σφέ­ρε­ ται φα­γη­τὸ σ᾿ αὐ­τά, αὐ­τὸ ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ ται στὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ ἑλ­λη­νι­κὰ φα­γη­τά. Εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­ χει συ­νε­χὴς ἔ­λεγ­χος τῶν πα­ρα­γό­με­νων στὴ χώ­ρα προ­ϊ­όν­των ὥ­στε νὰ εἶ­ναι ὑ­ψη­ λῆς ποι­ό­τη­τας. Προ­κει­μέ­νου νὰ ἐγ­κα­τα­στα­θοῦν καὶ νὰ ζή­σουν νέ­ες οἰ­κο­γέ­νει­ες στὰ χω­ριὰ ποὺ θὰ ἀ­σχο­λη­θοῦν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴ γε­ωρ­γί­α καὶ τὴν κτη­νο­τρο­φί­α θὰ πρέ­πει νὰ βελ­τι­ω­θοῦν οἱ συν­θῆ­κες δι­α­βί­ω­σής τους. Π.χ. μὲ τὴν πα­ρο­χὴ χα­μη­λό­το­κων δα­ νεί­ων γιὰ νὰ ἀ­να­και­νί­σουν τὰ σπί­τια τους ἢ νὰ χτί­σουν και­νούρ­για, τὴ συν­τή­ρη­ση τοῦ ὁ­δι­κοῦ δι­κτύ­ου, ὥ­στε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν δυ­σκο­ λί­ες πρό­σβα­σης στὰ χω­ριά, τὴ λει­τουρ­γί­α σχο­λεί­ων κα­ θὼς καὶ κοι­νο­τι­κῶν ἰ­α­τρεί­ ων ποὺ δὲν θὰ βρί­σκον­ται μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ χω­ριά, τὴν ὀρ­γά­νω­ση πο­λι­τι­στι­κῶν ἐκ­ δη­λώ­σε­ων ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νων στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση κ.λπ. Ἂν ἐ­φαρ­μο­στοῦν ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω, θὰ ἐ­νι­σχυ­θεῖ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν ὕ­παι­θρο. Μὲ δε­δο­μέ­νες ὅ­μως τῆς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες συ­νή­θει­ες καὶ τὸν τρό­πο ζω­ῆς στὶς πό­λεις, ἡ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τὴ θὰ ἀ­παι­τή­σει χρό­νο, ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἐ­πι­μο­νή. Γιὰ ὅ­σους μποῦν σ᾿ αὐ­τήν ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση, θὰ προ­σφέ­ρει –ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­σα ἐ­πι­βί­ω­σης καὶ μέ­ρος τῶν τρο­φί­μων ποὺ οἱ ἴ­διοι θὰ κα­τα­να­ λώ­νουν– καὶ ἕ­να πιὸ φυ­σι­κὸ τρό­πο ζω­ῆς μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ θό­ρυ­βο καὶ τὸ ἄγ­χος τῶν κέν­τρων, ἀν­θρώ­πι­νες ἐ­πα­φὲς καὶ ἐ­πι­ στρο­φὴ στὴν πα­ρά­δο­ση καί, γιὰ ὅ­σους δὲν με­τεῖ­χαν ἐ­νερ­γὰ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, τὸ ἔ­ναυ­σμα νὰ τὴν πλη­σιά­σουν. _
  • 22. 21 Τ ὸ πρό­τυ­πο ἀ­νά­πτυ­ξης ποὺ ἀ­κο­λου­ θή­θη­κε στὴ χώ­ρα μας με­τα­πο­λι­τευ­ τι­κὰ εἶ­χε ὡς κυ­ρί­αρ­χο χα­ρα­κτη­ρι­ στι­κό του τὴν ἀ­στυ­φι­λί­α, ποὺ γρή­γο­ρα πῆ­ρε ἀ­νη­συ­χη­τι­κὲς δι­α­στά­σεις καὶ σή­με­ ρα ἀ­πο­τε­λεῖ πιὰ ἕ­να ἔν­το­νο κοι­νω­νι­κο­οι­ κο­νο­μι­κὸ πρό­βλη­μα. Ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τὴν ὕ­παι­θρο, ποὺ τό­τε ἔ­σφυ­ζε ἀ­πὸ ζω­ὴ καὶ μα­ζευ­τή­κα­με στὶς πό­λεις, ἀ­να­ζη­τών­τας μί­α πιὸ ἐ­πι­κερ­δῆ ἀ­πα­σχό­λη­ση, κα­λύ­τε­ρη ποι­ό­τη­τα ζω­ῆς, μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­νέ­σεις καὶ εὐ­κο­λί­ες. «Νὰ φύ­γεις, παι­δί μου, νὰ φύ­γεις ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, νὰ μὴν τυ­ραν­νη­θεῖς καὶ ἐ­σὺ σὰν ἐ­μᾶς...» ἔ­λε­γαν τό­τε οἱ πε­ρισ­ σό­τε­ροι γο­νεῖς στὰ παι­διά τους. Καὶ ἐ­μεῖς φύ­γα­με γιὰ τὴν πό­λη… Ἐ­κεῖ, ἀλ­λά­ξα­με γρή­γο­ρα τρό­πο ζω­ ῆς, τὰ πρό­τυ­πά μας σι­γὰ-σι­γὰ ἄρ­χι­σαν νὰ ἐκ­φυ­λί­ζον­ται καὶ μα­ζὶ ἡ φω­νὴ καὶ ἡ ταυ­τό­τη­τα τοῦ κα­θε­νός μας. Οἱ ὅ­ποι­ ες προ­σπά­θει­ες δι­α­τή­ρη­σης ἢ ἀ­να­βί­ω­σής τους, ποὺ ἔ­γι­ναν ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἀ­πο­τυ­χη­μέ­ νες, πο­λὺ ἁ­πλᾶ για­τί ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν δι­δά­ σκον­ται, ἀλ­λὰ ἐμ­πνέ­ον­ται. Κερ­δί­ζα­με πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα, γί­να­με πε­ρισ­σό­ τε­ρο κα­τα­να­λω­τι­κοὶ καὶ χρει­α­ζό­μα­σταν δια­ρκῶς ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­ θά, τὰ ὁ­ποῖ­α τὰ ἀ­πο­κτή­σα­με, σὲ με­γά­λο βαθ­μό, μὲ δα­νει­κὰ ἀ­πὸ τὶς Τρά­πε­ζες. Δη­ μι­ουρ­γή­σα­με ὑ­πε­ρα­ξί­ες. Ἡ δι­α­φθο­ρὰ καὶ ἡ δι­α­πλο­κὴ δὲν ἄρ­γη­σαν νὰ γί­νουν κυ­ ρί­αρ­χες ἀ­ξί­ες στὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας. Ἀ­γο­ρά­ζα­με πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα χρει­α­ ζό­μα­σταν μὲ συ­νέ­πεια ἀρ­κε­τὰ νὰ κα­τα­ λή­γουν στοὺς κά­δους. Τὰ σκου­πί­δια αὐ­ ξή­θη­καν δρα­μα­τι­κά, σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ νὰ μὴ μπο­ροῦ­με νὰ τὰ δι­α­χει­ρι­στοῦ­με. Γί­ να­με πα­ρα­γω­γοὶ σκου­πι­δι­ῶν καὶ μὲ τὴν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κή, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴ με­τα­φο­ρι­ κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου. Ἀλ­λά­ξα­με τὰ δι­α­τρο­φι­κά μας πρό­τυ­ πα, κα­τα­να­λώ­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα τρό­φι­ μα καὶ μά­λι­στα τυ­πο­ποι­η­μέ­να καὶ ἐ­πε­ ξερ­γα­σμέ­να, τὰ ὁ­ποῖ­α καὶ πλη­ρώ­νου­με πο­λὺ ἀ­κρι­βό­τε­ρα, χω­ρὶς νὰ μᾶς νοιά­ζει καὶ πο­λὺ γι᾿ αὐ­τό. Ἀ­να­κα­λύ­ψα­με μὴ με­ τα­δι­δό­με­νες ἀ­σθέ­νει­ες, ὅ­πως ἡ πα­χυ­σαρ­ κί­α καὶ ὁ δι­α­βή­της καὶ με­τὰ τρέ­ξα­με στὰ γυ­μνα­στή­ρια καὶ τὶς δί­αι­τες. Ὅ­λες οἱ δρα­στη­ρι­ό­τη­τές μας γί­να­νε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­νερ­γο­βό­ρες καὶ οἱ τι­μὲς τοῦ πε­τρε­λαί­ου δια­ρκῶς σὲ ἀ­νο­δι­κὴ πο­ρεί­α. Ὡς ἀ­στοὶ πλέ­ον, δὲν πα­ρά­γου­με κα­ νέ­να ἀ­πο­λύ­τως ἀ­γα­θό, χά­σα­με καὶ τὸν ὅ­ποι­ο βαθ­μὸ αὐ­τάρ­κειας εἴ­χα­με στὴν ὕ­παι­θρο καὶ τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χου­με εἶ­ναι τὰ χρή­μα­τα καὶ αὐ­τά, ὅ­πως συ­νει­δη­το­ποι­ή­ σα­με πλέ­ον, ἦ­ταν δα­νει­κά. Ἀ­πο­δεί­χθη­κε ὅ­τι γί­να­με τό­σο φτω­χοί, ποὺ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ χρή­μα­τα δὲν εἴ­χα­με τί­πο­τε ἄλ­λο. Χά­σα­με τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­πα­φή, στα­ μα­τή­σα­με νὰ σμί­γου­με στὰ σπί­τια καὶ γί­να­με ξέ­νοι μέ­σα στὸ πλῆ­θος, χω­ρὶς νὰ μοι­ρα­ζό­μα­στε τὶς χα­ρὲς καὶ τὶς λύ­ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ Ἀ­να­στασίου Σ. Σι­ώ­μου Κα­θη­γη­τοῦ Γε­ω­πο­νι­κῆς Σχο­λῆς ΑΠΘ
  • 23. 22 πες. Οἱ ρυθ­μοὶ πιὸ γρή­γο­ροι, τρέ­χου­με ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ μέ­χρι τὸ βρά­δυ καὶ ζοῦ­με τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ ἄγ­χος. Οἱ νέ­οι τὸν ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο τους τὸν περ­νᾶ­νε στὸ διαδίκτυο, ὡς gamers, εἴ­τε συμ­με­ τέ­χον­τας εἴ­τε πα­ρα­κο­λου­θών­τας με­γά­λη ποι­κι­λί­α παι­χνι­δι­ῶν. Σή­με­ρα, οἱ εἰ­δι­κοὶ ἀ­πο­φαί­νον­ται ὅ­τι οἱ δρα­στη­ρι­ό­τη­τες αὐ­ τὲς μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χουν δυ­σμε­νεῖς ἐ­πι­δρά­ σεις στὴν ψυ­χι­κή τους ὑ­γεί­α. Ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα, ἡ πρω­το­γε­ νὴς πα­ρα­γω­γὴ καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα ἡ ἐ­να­σχό­ λη­ση μὲ τὴ γε­ωρ­γί­α καὶ τὴν κτη­νο­τρο­ φί­α ὑ­πο­τι­μή­ θη­κε καὶ σχε­ δὸν ἀ­πα­ξι­ώ­θη­ κε. Ἀ­πὸ τὴν αὐ­τάρ­κεια στὰ ἀ­γρο­τι­κὰ προ­ ϊ­όν­τα ποὺ εἴ­ χα­με, φτά­σα­ με σή­με­ρα νὰ ἐ­ξαρ­τό­μα­στε σὲ πο­λὺ με­ γά­λο πο­σο­στὸ ἀ­πὸ τὶς εἰ­σα­ γω­γὲς αὐ­τῶν τῶν προ­ϊ­όν­ των καὶ μά­λι­στα νὰ πλη­ρώ­νου­με πο­σὰ με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ πλη­ρώ­νου­ με γιὰ τὶς εἰ­σα­γω­γὲς πε­τρε­λαί­ου. Στὴν ὕ­παι­θρο ἀ­πέ­μει­νε κυ­ρί­ως ὁ γε­ ρα­σμέ­νος πλη­θυ­σμός, χω­ρὶς πολ­λὲς δυ­ να­τό­τη­τες καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα. Στὸ δι­ά­ στη­μα αὐ­τὸ ὅ­μως καὶ ἡ Πο­λι­τεί­α φρόν­ τι­σε νὰ ἐ­φαρ­μό­σει δι­οι­κη­τι­κὰ πρό­τυ­ πα ποὺ δὲν ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται οὔ­τε στὶς ἀ­νάγ­κες μας, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ στὴν ἰ­δι­ο­ συγ­κρα­σί­α μας καὶ ἀ­πὸ πε­ρί­που 6.000 χω­ριὰ-Κοι­νό­τη­τες νὰ τὰ πε­ρι­ο­ρί­σει ἀρ­ χι­κὰ στὰ 1.000 καὶ πρό­σφα­τα στὰ 325, ἐ­νι­σχύ­ον­τας ἔ­τσι ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ συγ­κεν­τρω­τι­κὸ πρό­τυ­πο. Πα­ράλ­λη­λα προ­χώ­ρη­σε μὲ προ­χει­ρό­τη­τα καὶ χω­ρὶς σχέ­διο στὶς συγ­χω­νεύ­σεις σχο­λεί­ων, ποὺ εἶ­χαν ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν κα­τάρ­γη­ση καὶ τὸ κλεί­σι­μο τῶν σχο­λεί­ων στὰ μι­κρὰ χω­ριά. Ἔ­τσι, ἀ­πὸ τὸ τρί­πτυ­χο ποὺ ξέ­ρα­ με (τὸν Κοι­νο­τάρ­χη, τὸ δά­σκα­λο καὶ τὸν πα­πά), ποὺ ἔ­δι­νε λύ­σεις στὰ μι­κρὰ καὶ κα­θη­με­ρι­νὰ προ­βλή­μα­τα καὶ δι­α­σφά­λι­ ζε τὴν κοι­νω­νι­κὴ συ­νο­χή, τὸ μό­νο ποὺ ἀ­πέ­μει­νε στὰ χω­ριὰ αὐ­τά, ὅ­που καὶ αὐ­ τὸς ἀ­πέ­μει­νε, εἶ­ναι ὁ πα­πᾶς. Ταυ­τό­χρο­να καὶ οἱ ὑ­πο­δο­μὲς ὑ­γεί­ας, με­τα­φο­ρῶν καὶ κοι­νω­νι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα ὑ­πο­βαθ­μί­σθη­ καν ση­μαν­τι­κά. Σή­με­ρα, φαί­νε­ται πὼς ἄρ­χι­σαν τὰ δύ­ σκο­λα καὶ εἴ­μα­στε ἐν­τε­λῶς ἀ­προ­ε­τοί­μα­ στοι γιὰ αὐ­ τά. Τὰ φροῦ­ τα ποὺ κρέ­ μον­ταν στὰ χα­μη­λὰ κλα­ διὰ τοῦ δέν­ δρου τὰ κό­ ψα­με καὶ τὰ φά­γα­με… Μᾶς λέ­νε σὲ δρα­μα­τι­ κοὺς τό­νους ὅ­τι οὐ­σι­α­στι­ κὰ ἔ­χου­με χρε­ο­κο­πή­σει οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιὰ τὸ μέλ­λον προ­βάλ­λει. Δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται ὅ­μως κα­νέ­νας μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ χρε­ο­κο­πί­α συ­νο­δεύ­τη­κε καὶ μὲ τὴ χρε­ ο­κο­πί­α στὶς ἀρ­χές, τὶς ἀ­ξί­ες, τὴν ἠ­θι­κή, τὰ ἤ­θη καὶ τὶς πα­ρα­δό­σεις. Μὲ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση ποὺ ἐ­νέ­ σκη­ψε, σχε­δὸν 1 ἑ­κα­τομ­μύ­ριο ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι ἤ­δη ἄ­νερ­γοι καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­να ψά­ χνουν δι­έ­ξο­δο γιὰ νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὸ λα­βύ­ ριν­θο καὶ νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­πὸ τοὺς σύγ­χρο­νους πύρ­γους τῆς Βα­βέλ. Πολ­λοὶ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ἄρ­χι­σαν νὰ σκέ­φτον­ται ἤ­δη νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τὴν πό­λη καὶ νὰ ἐ­πι­ στρέ­ψουν στὴν ὕ­παι­θρο. Δύ­σκο­λη εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­φα­ση. Ἀλ­λὰ καὶ πό­σοι ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴ δυ­να­τό­τη­τα; Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν ὕ­παι­θρο ἀ­πο­τε­λεῖ
  • 24. 23 ἤ­δη ἐ­πι­λο­γὴ ζω­ῆς γιὰ τοὺς συν­τα­ξι­ού­ χους, νο­σταλ­γοὺς τῆς ζω­ῆς, ποὺ ἔ­ζη­σαν ἐ­κεῖ στὰ παι­δι­κά τους χρό­νια, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἀ­να­μέ­νε­ται ὅ­τι θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει καὶ ἀ­νάγ­ κη γιὰ ἐ­πι­βί­ω­ση ἢ καὶ δι­έ­ξο­δο γιὰ τοὺς νέ­ους ποὺ εἶ­ναι ἄ­νερ­γοι στὴν πό­λη. Κά­ποι­οι ἐ­πι­στρέ­φουν γιὰ νὰ ἐ­πεν­ δύ­σουν σὲ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὲς δρα­στη­ρι­ ό­τη­τες, ἄλ­λοι νὰ γί­νουν νέ­οι ἀ­γρό­τες ἢ νὰ ἐρ­γα­σθοῦν ὡς ἐρ­γά­τες γῆς καὶ ἄλ­ λοι ἁ­πλᾶ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σουν ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ τρό­πο ζω­ῆς ἢ νὰ πα­ρά­γουν ἀ­γα­θὰ γιὰ νὰ κα­λύ­ψουν τὶς ἀ­νάγ­κες τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους, καλ­λι­ερ­γών­τας τὴ γῆ ποὺ ἔ­χουν κλη­ρο­νο­μή­σει ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὴν εἶ­χαν ἐγ­κα­τα­λεί­ψει φεύ­γον­ τας γιὰ τὴν πό­λη. Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ 60.000 νέ­ων ἀ­τό­μων τὸ 2010 καὶ ἡ ἐ­να­σχό­λη­σή τους μὲ τὴ γε­ ωρ­γία­ κα­τα­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἡ πρω­το­γε­νὴς πα­ρα­γω­γὴ βρί­σκει τὴ χα­μέ­νη ἀ­ξί­α της καὶ τοὐλά­χι­στον μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει ἀ­πα­σχό­λη­ση, ἡ ὁ­ποί­α σή­με­ρα σπα­νί­ζει στὶς πό­λεις καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ὕ­παι­θρο. Ἔ­τσι, τὴν τε­λευ­ταί­α δι­ε­τί­α, ὁ μό­νος το­μέ­ας ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει αὔ­ξη­ση τῆς ἀ­πα­σχό­λη­σης εἶ­ναι ὁ ἀ­γρο­τι­κός. Εὐ­και­ρί­ες θε­ω­ρη­τι­κὰ ὑ­πάρ­χουν πολ­λές: Τὰ προ­γράμ­μα­τα γιὰ τοὺς νέ­ ους ἀ­γρό­τες καὶ τὰ σχέ­δια βελ­τί­ω­σης, οἱ βι­ο­λο­γι­κὲς καλ­λι­έρ­γει­ες, τὸ πρό­γραμ­ μα γιὰ τὴν ἐ­νοι­κί­α­ση γῆς ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­φαρ­μό­ζε­ται πι­λο­τι­κά, ἡ με­λισ­σο­κο­μί­α, ὁ ἀ­γρο­του­ρι­σμός, ἡ κτη­νο­τρο­φί­α κ.ἄ. Ὅ­μως ὁ δρό­μος δὲν εἶ­ναι εὐ­κο­λο­δι­ά­βα­ τος οὔ­τε καὶ στρω­μέ­νος μὲ ρο­δο­πέ­τα­λα. Ἡ γρα­φει­ο­κρα­τί­α κα­ρα­δο­κεῖ σὲ ὅ­λο της τὸ με­γα­λεῖ­ο, τὸ κό­στος τῶν με­λε­τῶν γιὰ τὴν ἔν­τα­ξη σὲ αὐ­τὲς τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες δὲν εἶ­ναι εὐ­κα­τα­φρό­νη­το, ἐ­νῷ ἀ­να­μέ­ νε­ται φο­ρο­ε­πι­δρο­μὴ καὶ στὰ ἀ­γρο­τε­μά­ χια... Πρὶν ὅ­μως νὰ ἐν­θαρ­ρυν­θεῖ ἡ ἐ­πι­ στρο­φὴ στὴν ὕ­παι­θρο καὶ πά­ρει ὁ κό­ σμος τὰ βου­νὰ, θὰ πρέ­πει νὰ δοῦ­με κά­τω ἀ­πὸ ποι­οὺς ὅ­ρους καὶ προ­ϋ­πο­θέ­σεις θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει αὐ­τό. Θὰ πρέ­πει ἐ­πί­ σης νὰ κα­τα­στεῖ σα­φὲς ὅ­τι οἱ ἀ­παι­τή­σεις γιὰ ὅ­λες τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες στὴν ὕ­παι­ θρο ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει ρι­ζι­κὰ καὶ ἂν μὴ τί ἄλ­λο κα­θι­στοῦν ἐ­πι­τα­κτι­κὴ τὴν ἀ­νάγ­κη γιὰ μί­α κα­τ᾿ ἀρ­χὴν ἐ­νη­μέ­ρω­ση καὶ κα­ θο­δή­γη­ση του­λά­χι­στον γιὰ τὸ ξε­κί­νη­μα. Ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ πολ­λὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες γι­ νόταν ἐμ­πει­ρι­κὰ ἔ­χει πα­ρέλ­θει ὁ­ρι­στι­κὰ καὶ ἀ­με­τά­κλη­τα. Πό­τε ὅ­μως καὶ κυ­ρί­ως ποι­ός θὰ δώ­σει αὐ­τὴ τὴ δι­έ­ξο­δο σὲ ὅ­λους ὅ­σους τὴν ἐ­πι­ζη­τοῦν; Προ­φα­νῶς κα­νέ­ νας ἀ­πὸ ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ μέ­χρι σή­ με­ρα ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι σχε­δί­α­ζαν τὴν ἀ­νά­ πτυ­ξη. Πρω­ταρ­χι­κὸς στό­χος θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ ναι ἡ δι­α­φύ­λα­ξη τῆς ὅ­ποι­ας ἰ­δι­αί­τε­ρης ταυ­τό­τη­τας ἔ­χει ἀ­πο­μεί­νει καὶ ταυ­τό­ χρο­να ἡ προ­σπά­θεια γιὰ ἀ­να­βί­ω­ση τῶν πα­ρα­δό­σε­ων, ποὺ τεί­νουν νὰ ἐ­ξα­φα­νι­ στοῦν, στὸν τό­πο ὅ­που αὐ­τὲς ἐμ­πνέ­ον­ ται καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς δι­δά­σκον­ται. Τὰ πιὸ μι­κρά, ἁ­πλὰ καὶ κα­θη­με­ρι­νὰ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ βι­ώ­σει κα­νεὶς μό­νο στὴν ὕ­παι­θρο καὶ τὰ ὁ­ποῖα ἔ­χουν κα­θο­ρι­στι­κὴ ση­μα­σί­α στὴ δι­α­μόρ­φω­ση μί­ας δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ψυ­ χο­λο­γί­ας καὶ ψυ­χι­κῆς ὑ­γεί­ας σὲ σχέ­ση μὲ ἐ­κεί­νη τῆς τυ­πο­ποι­η­μέ­νης κα­θη­με­ρι­νό­ τη­τας στὴν πό­λη. Αὐ­τὰ ποὺ μέ­χρι σή­με­ ρα ἀ­να­ζη­τού­σα­με οἱ ἀ­στοὶ μὲ τὴν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α στὶς ἐ­ξορ­μή­σεις μας, ἔ­στω καὶ γιὰ ἕ­να δι­ή­με­ρο ἢ τρι­ή­με­ρο. Τὸν κα­φὲ στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ μὲ τὶς ψά­θι­νες κα­ρέ­κλες κά­τω ἀ­πὸ τὸν πλά­τα­νο στὴν πλα­τεία, τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πό­στα­ξης τσί­που­ρου στὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ κα­ζά­νια, τὸ πα­νη­γύ­ρι στὸ ἐ­ξωκκλή­σι, τὴν κα­τα­νυ­ κτι­κὴ Κυ­ρι­α­κά­τι­κη Λει­τουρ­γί­α στὸ Μο­ να­στή­ρι στὸ βου­νό, τὰ Χρι­στού­γεν­να, τὴν Πρω­το­χρο­νιὰ καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­ση, τὸ πέ­τα­μα τοῦ χαρ­τα­ε­τοῦ, τὰ καρ­να­βά­λια, τὸν πα­ρα­δο­σια­κὸ γά­μο καὶ τό­σα ἄλ­λα. Μί­α προ­σε­κτι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὶς ὀ­ρει­νὲς πε­ρι­ο­χὲς κα­τα­δει­κνύ­ει ὅ­τι αὐ­ τὲς κρύ­βουν μί­α δυ­να­μι­κὴ ποὺ δυ­στυ­ χῶς δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μη ἀ­να­δει­χθεῖ πλή­ρως,
  • 25. 24 μὲ πλη­θώ­ρα πα­ρα­γω­γι­κῶν δρα­στη­ρι­ο­ τή­των ποὺ μπο­ροῦν νὰ στη­ρί­ξουν οἰ­κο­ νο­μι­κὰ τοὺς κα­τοί­κους τους. Ὅ­μως, οἱ προ­σπά­θει­ες θὰ πρέ­πει νὰ ἑ­στια­σθοῦν στὴν ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ κα­τάλ­λη­λου συ­στή­ μα­τος χρή­σης γῆς, στὴν προ­σαρ­μο­στι­ κό­τη­τα τῶν δι­α­φό­ρων δρα­στη­ρι­ο­τή­ των ποὺ θὰ κα­θο­ρί­σουν τὴν κύ­ρια καὶ τὶς συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες καὶ στὴν ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση τοῦ μι­κρο­πε­ρι­βάλ­ λον­τος τῆς κά­θε πε­ρι­ο­χῆς. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, ἡ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἕ­νω­ση ἀ­να­γνώ­ ρι­σε ὅ­τι ἡ ἀ­γρο­τι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­φυ­λα­χθεῖ τὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον στὶς ὀ­ρει­νὲς καὶ μει­ο­νε­κτι­κὲς πε­ρι­ο­χές. Ἀ­ξί­ζει νὰ ση­μει­ ω­θεῖ ὅ­τι τὸ 70% πε­ρί­που τῆς χώ­ρας κα­ λύ­πτουν οἱ ὀ­ρει­νὲς πε­ρι­ο­χὲς καὶ ἡ Ἑλ­ λά­δα θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἡ πιὸ ὀ­ρει­νὴ χώ­ρα τῆς Εὐ­ρώ­πης. Ἀ­σφα­λῶς, σὲ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς δρα­στη­ ρι­ό­τη­τες θὰ πρέ­πει νὰ υἱ­ο­θε­τη­θεῖ ἡ ἀ­ει­ φο­ρι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση τῆς ὑ­παί­θρου, ἡ ὁ­πο- ί­α ἀ­παι­τεῖ τὴν ὀρ­θὴ ἐκ­με­τάλ­λευ­ση τῶν φυ­σι­κῶν πό­ρων, χω­ρὶς νὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­νάγ­ κη γιὰ προ­σφυ­γὴ σὲ αὐ­ξη­μέ­νες εἰσ­ρο­ὲς ἐ­νέρ­γειας, νε­ροῦ, λι­πα­σμά­των καὶ λοι­ πῶν ἀ­παι­τού­με­νων ἐ­φο­δί­ων. Τὰ ἀ­γρο­οι­ κο­συ­στή­μα­τα τῶν πε­ρι­ο­χῶν αὐ­τῶν πα­ ρὰ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­ση ποὺ ἔ­χουν ὑ­πο­στεῖ μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­πὸ τὶς ἀν­θρω­πο­γε­νεῖς ἐ­πι­δρά­σεις, σί­γου­ρα πα­ρου­σιά­ζουν πε­ρι­ ο­ρι­σμέ­νη ρύ­παν­ση ἢ μό­λυν­ση, κα­θὼς οἱ ὅ­ποι­ες ρυ­πο­γό­νες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­ νες ἢ ἀ­που­ σιά­ζουν τε­ λεί­ως σὲ ὁ­ρι­ σμέ­νες πε­ ρι­πτώ­σεις, ὅ­που οἱ πε­ ρι­ο­χὲς αὐ­τὲς θὰ μπο­ροῦ­ σαν νὰ χα­ρα­ κτη­ρι­σθοῦν π α ρ ­θ έ ­ν ε ς καὶ γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ προ­σφέ­ρον­ ται ἄ­ρι­στα γιὰ ἀ­ει­φο­ρι­ κὴ δι­α­χεί­ρι­ ση. Πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­ση αὐ­τὴ κα­θο­ρι­ στι­κῆς ση­μα­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ πλη­ρο­φό­ρη­ ση καὶ ἡ κα­τάρ­τι­ση ὅ­λων τῶν ἐν­δι­α­φε­ ρό­με­νων σὲ θέ­μα­τα ἀ­ει­φο­ρι­κῆς ἀ­ξι­ο­ποί­η­ σης τῶν δι­α­θέ­σι­μων φυ­σι­κῶν πό­ρων καὶ ἀ­νά­πτυ­ξης. Κά­νον­τας μί­α ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­να­δρο­μὴ, θὰ δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι ἡ ὕ­παι­θρος καὶ ἰ­δι­ αί­τε­ρα οἱ ὀ­ρει­νὲς πε­ρι­ο­χὲς ἀ­πο­τέ­λε­σαν ἀ­σφα­λὲς κα­τα­φύ­γιο γιὰ ση­μαν­τι­κὸ μέ­ ρος τοῦ πλη­θυ­σμια­κοῦ δυ­να­μι­κοῦ τῆς χώ­ρας, ἰ­δι­αί­τε­ρα σὲ πε­ρι­ό­δους μὲ δύ­σκο­ λες συν­θῆ­κες ἐ­πι­βί­ω­σης, ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ ο­δο τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας μέ­χρι καὶ τὴν πρό­σφα­τη Γερ­μα­νι­κὴ Κα­το­χή. Ἡ Ἑλ­λά­ δα θὰ ζή­σει καὶ θὰ ἔ­χει προ­ο­πτι­κὴ μό­νο ἂν ἡ ὕ­παι­θρος μὲ τὰ χω­ριὰ της πα­ρα­μεί­ νει ζων­τα­νὴ. _ Φω­το­γρα­φί­ες: τοῦ συγ­γρα­φέ­α.
  • 26. 25 Π ολ­λὲς δε­κα­ε­τί­ες πρὶν ἡ ὕ­παι­θρος ἔ­σφιζε ἀ­πὸ ζω­ή. Οἱ κα­τα­πρά­σι­νες πλα­γι­ὲς ἦ­ταν γε­μά­τες ἀ­πὸ αἰ­γο­ πρό­βα­τα. Τὸ θρὸ­ισμα τῶν φύλ­λων τῶν δέν­τρων ἀ­να­μει­γνύ­ε­το μὲ τὸ γαύ­γι­σμα τῶν σκύ­λων, τὰ βε­λά­σμα­τα τῶν αἰ­γο­προ­ βά­των καὶ ἡ φλο­γέ­ρα τοῦ τσο­πά­νη δη­μι­ ουρ­γοῦ­σαν μί­α, κα­τὰ φαν­τα­σί­α, με­λω­δι­κὴ χο­ρω­δί­α. Στὰ χω­ριὰ οἱ κά­τοι­κοι, ζών­τας πιὸ φτω­χι­κὰ ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ ταῖα χρό­νια, ποὺ ζοῦ­σαν μὲ δα­νει­κά, ἦσαν ἀ­γα­πη­ μέ­νοι με­τα­ξύ τους. Πα­ρόν­ τες ὅ­λοι στὶς χα­ρὲς καὶ τὶς λύ­πες τῶν συγ­χω­ρια­νῶν τους. Στὶς γι­ορ­τὲς, στὶς πλα­ τεῖ­ες τῶν χω­ρι­ῶν πα­ρέ­ες– πα­ρέ­ες ἔ­πι­ναν τὸ ἀ­νό­θευ­ το, κρα­σὶ καὶ σχε­δί­α­ζαν τὸ αὔ­ριο, ἐ­νῷ οἱ νέ­ες καὶ οἱ νέ­οι ἔ­σερ­ναν τὸν χο­ρὸ συ­νο­δείᾳ λαϊκῶν ὀρ­γά­νων καί, ὅ­ταν αὐ­τὰ δὲν ὑ­πῆρ­ χαν, χό­ρευ­αν τρα­γου­δών­ τας το­πι­κὰ τρα­γού­δια. Ἡ κά­θε οἰ­κο­γέ­νεια πα­ρή­γα­γε ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χεἀ­νάγ­κη(σι­τά­ρι,κη­πευ­τι­κά,φα­σό­λια, ρε­βύ­θια, φα­κὴ, σου­σά­μι, μέ­λι), προϊόν­τα γιὰ τὰ ζῶ­α (κα­λαμ­πό­κι, κρι­θά­ρι κ.λπ.). Εἶ­χε 8-10 πρό­βα­τα γιὰ τὸ γά­λα, τὸ τυ­ρί, τὸν τρα­χα­νὰ καὶ τὸ κρέ­ας καὶ γιὰ συμ­ πλή­ρω­μα σὲ κρέ­ας δι­α­τη­ροῦ­σε ἕ­ναν χοῖ­ ρο καὶ 10-20 κο­τό­που­λα. Οἱ πό­λεις τῆς ὑ­παί­θρου μὲ τὰ κτή­ρια ποὺ θε­ω­ροῦν­ταν ἔρ­γα τέ­χνης καὶ μον­τέ­ λα ἀρ­χι­τε­κτον­κής, ὅ­πως ἡ Βέ­ροι­α, ἡ Νά­ ου­σα, ἡ Ἔ­δεσ­σα, τὰ Ἰ­ω­άν­νι­να καὶ ὄ­χι μό­ νο πα­ρεῖ­χαν στοὺς κα­τοί­κους ποιοτικὴ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή, μὲ τὴν ὕ­παρ­ξη κή­πων, παρ­τε­ρι­ῶν, ἐ­λά­χι­στο τσι­μέν­το καὶ ὁ κα­ θέ­νας ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό του, τὶς ἀ­νέ­φε­ λες νύ­χτες, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὶς κι­νή­ σεις τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ δε­κα­ε­τί­ες 1960- 2000. Ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη τῆς ὑ­παί­θρου ἄρ­ χι­σε στα­δια­κὰ μέ τὴ με­τα­νά­στευ­ση στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ πα­ράλ­λη­λα, σὲ μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα, στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Σι­γὰ -σι­γὰ τὰ χω­ριὰ ἐ­ρή­μω­σαν, οἱ ἐ­παρ­χια­κὲς πό­λεις, γιὰ νὰ χω­ρέ­σουν ὅ­λοι αὐ­τοὶ ἄρ­χι­σαν τὴν ἄ­ναρ­χη τσι­μεν­το­ποί­ησ­η. Τὰ ἀρ­χι­τε­κτο­ νι­κὰ στο­λί­δια, γιὰ νὰ γί­νουν δι­α­με­ρί­σμα­ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ Ἰωάννη Δρούγκα Ἀντιστράτηγου ἐ.ἀ.
  • 27. 26 τα, κα­τε­δα­φί­στι­καν, ἡ κον­σερ­βο­ποί­η­ση τῶν ἀν­θρώ­πων ἄρ­χι­σε. Ὅ­ταν καὶ αὐ­τὲς γέ­μι­σαν, ἄρ­χι­σε ἡ με­τα­κί­νη­ση πρὸς τὶς με­γα­λο­πό­λεις. Προ­τι­μοῦ­σαν νὰ ἐρ­γά­ζον­ ται στὶς οἰ­κο­δο­μὲς στὰ ἐρ­γο­στά­σια, ἀρ­κεῖ νὰ μὴ γυ­ρί­σουν στὸ χω­ριό. Δὲν τοὺς στε­ να­χω­ροῦ­σε πού δι­έ­με­ναν στὰ ὑ­πό­γεια ἢ ἰ­σό­γεια καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς στὸν 1ο ὄ­ρο­φο τῶν πο­λυ­κα­τι­κι­ῶν, ἀρ­κεῖ νὰ ζοῦν σὲ πό­ λη. Θε­ω­ροῦ­σαν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους «ΙΝ» καὶ μει­ω­νε­κτι­κὸ νὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται χω­ριά­ τες, γε­ωρ­γοὶ κτη­νο­τρό­φοι. Μί­α ἄλ­λη αἰ­τί­α ἐ­ρή­μω­σης τῆς ὑ­παί­ θρου, ἦ­ταν ὅ­τι ὅ­σοι πα­ρέ­μει­ ναν στὴν ὕ­παι­θρο ἠ­σχο­λοῦν­ το μὲ μο­νο­καλ­λι­έρ­γει­ες συγ­ κε­κρι­μέ­νων προϊόν­των, ὅ­πως βαμ­βά­κι, κα­λαμ­πό­κι, τεῦ­τλα, ἐ­λι­ὲς, λά­δι, κα­πνό, ἑ­σπε­ρι­δο­ ει­δῆ, ρο­δά­κι­να. Ἡ μο­νο­καλ­λι­ έρ­γεια αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν ὁ­λο­κλη­ ρώ­θη­κε, οὔ­τε ἐν­σω­μα­τώ­θη­κε σὲ ποι­ο­τι­κὰ, το­πι­κὰ ἀ­γρο­το­βι­ ο­μη­χα­νι­κὰ προϊόν­τα ἢ ἀ­γρο­ του­ρι­στι­κὰ συ­στή­μα­τα. Οἱ δι­οι­κοῦν­τες τὸ κρά­τος, ἀν­τὶ νὰ βελ­τι­ώ­σουν τὴ ζω­ὴ τῶν νέ­ων τῆς ὑ­παί­θρου, ἐκ­ παι­δεύ­ον­τάς τους σὲ νέ­ες καὶ πιὸ ἀ­πο­δο­τι­κὲς καλ­λι­έρ­γει­ες, ἀν­τὶ νά δη­ μι­ουρ­γή­σουν ἀ­νά­λο­γες ὑ­πο­δο­μὲς, ὥ­στε ἐκ τῶν πραγ­μά­των νὰ πα­ρα­μεί­νουν στὰ μέ­ρη τους, τοὺς προ­έ­τρε­παν, γιὰ τοὺς σὲ ὅ­λους μας γνω­στοὺς λό­γους, νὰ γί­νουν στρα­τι­ω­τι­κοὶ πεν­τα­ε­τοῦς διά­ρκειας, φύ­ λα­κες συ­νό­ρων, λι­με­νο­φύ­λα­κες κ.λπ. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο πέ­τυ­χαν νὰ δη­μι­ ουρ­γή­σουν τὴν πιὸ ἀ­κα­τοί­κη­τη ὕ­παι­θρο στὴν Εὐ­ρώ­πη. Ποι­οί ἔ­μει­ναν­στά χω­ριά; Οἱ γέ­ροι. Τὰ σπί­τια ἐ­ρή­μω­σαν, τὰ σχο­ λεῖ­α ἔ­κλει­σαν, λό­γῳ ἐλ­λεί­ψε­ως παι­δι­ῶν. Ἐ­ὰν ἐ­πι­σκε­φθεῖς τὴν ὕ­παι­θρο δι­α­κρί­νεις κα­τή­φεια καὶ θλί­ψη. Ἡ θλί­ψη αὐ­τὴ τῆς ὑ­παί­θρου ἐκ­φρά­ζε­ται στὸ πρό­σω­πο τῶν μαυ­ρον­τυ­μέ­νων γυ­ναι­κῶν, ποὺ σή­με­ρα τὴν κα­τοι­κοῦν. Ἡ πα­τρί­δα μας, μί­α κυ­ρί­ως ἀ­γρο­τι­κὴ χώ­ρα, ἀν­τὶ νὰ ἐ­ξά­γει γε­ωρ­γι­κὰ προϊόν­ τα, δυ­στυ­χῶς τὰ εἰ­σά­γει. Ἡ μα­ζι­κὴ ἀ­νε­ ξέ­λεγ­κτη εἰ­σα­γω­γὴ προϊό­ν­των δι­α­τρο­φῆς μᾶς ὁ­δή­γη­σε νὰ τρῶ­με κο­τό­που­λα μὲ ὁρ­ μό­νες, μὲ δι­ο­ξί­νες. Σαρ­κο­φά­γες ἀ­γε­λά­ δες, ποὺ εἶ­ναι θα­να­τη­φό­ρες γιὰ τοὺς ἀν­ θρώ­πους κα­τα­να­λω­τές. Νὰ τρῶ­με ἴ­σως προϊόν­τα με­ταλ­λαγ­μέ­να καὶ ἐ­πι­κίν­δυ­να. Στὰ χω­ριά ἀν­τὶ νὰ πα­ρά­γουν ἔ­στω καὶ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα εἴ­δη μα­να­βι­κῆς, νὰ ζη­μώ­ σουν τὸ βι­ο­λο­γι­κό τους ψω­μὶ πε­ρι­μέ­νουν τὸ μα­νά­βη καὶ τὸν ἀρ­το­ποι­ὸ τῆς δι­πλα­νῆς πό­λε­ως γιὰ νὰ «ἀ­κουμ­πή­σουν» τὴν πε­νι­ χρὴ συν­τα­ξή τους. Ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση, ποὺ τα­λα­νί­ζει τὴ χώ­ρα μας τὰ τε­λευ­ταῖα­ δύο χρό­νια, δει­λὰ-δει­λά, ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη καὶ ἔλ­λει­ψη ἐρ­ γα­σί­ας, ἀ­νάγ­κα­σε πολ­λοὺς, πρώ­ην κα­τοί­ κους τῆς ὑ­παί­θρου, νὰ ξα­να­γυ­ρί­σουν σὲ αὐ­τὴν ἢ νὰ τὸ σκέ­πτον­ται σο­βα­ρὰ νὰ ξα­ να­γυ­ρί­σουν. Γεν­νᾶ­ται τὸ ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τοὶ ποὺ γύ­ρι­σαν ἢ καὶ οἱ ἄλ­λοι ποὺ θὰ γυ­ρί­ σουν, ἔ­χουν προ­ο­πτι­κὴ ἀ­πα­σχό­λη­σης, οἰ­ κο­νο­μι­κῆς ἐ­ξα­σφά­λι­σης, προ­ο­πτι­κὴ ἐ­παγ­ γελ­μα­τι­κῆς ἀ­νέ­λι­ξης; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ΝΑΙ. Ὁ δρό­μος ποὺ πρέ­πει νὰ ἀ­κο­λου­θη­θεῖ λέ­γε­ται ἀ­να­γέν­νη­ση τῆς ὑ­παί­θρου, ἀ­γρο­ τι­κὴ ἀ­να­γέν­νη­ση. Ὁ ἀ­γρο­τι­κὸς χῶ­ρος δὲν εἶ­ναι μό­νο γε­ωρ­γι­κὸς ἢ κτη­νο­τρο­φι­ κὸς, ἀλ­λὰ βι­ο­τε­χνι­κός, ἀ­γρο­του­ρι­σμοῦ,
  • 28. 27 θρη­σκευ­τι­κοῦ του­ρι­σμοῦ, γα­στρο­νο­μί­ας, ἀ­να­ψυ­χῆς, πε­ρι­βάλ­λον­τος, βι­ο­τε­χνι­κοῦ μου­σεια­κοῦ του­ρι­σμοῦ. Ἔχου­με ἀλ­λη­ λο-ἐ­ξάρ­τη­ση πολ­λῶν το­μέ­ων σ᾿ ἕ­να ὁ­λο­ κλη­ρω­μέ­νο καὶ ποι­ο­τι­κὸ το­πι­κὸ ἀ­γρο­τι­ κὸ ἀ­να­πτυ­ξια­κὸ σύ­στη­μα. Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ὕ­παι­θρος ἔ­χει ἀ­νάγ­κη μί­ ας δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης. Μπο­ροῦ­ με νὰ «κτί­σου­με» τὴν ὕ­παι­θρο, νὰ ἔ­χου­ με ἀ­γρό­τες -ἑ­στι­ά­το­ρες, ἑ­στι­ά­το­ρες- ἀ­γρό­ τες, ἀ­γρό­τες–ξε­νο­δό­χους, στὰ πλαί­σια ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ ἀ­γρο­του­ρι­σμοῦ. Στὸ νέ­ο ἀ­γρο­τι­κὸ χῶ­ρο τὸ το­πί­ο θὰ προ­ω­θεῖ καὶ θὰ που­λᾶ προϊόν­τα καὶ τὰ προϊόν­τα το­ πί­ο. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης–του­ρί­στας ἐρ­χό­με­νος στὴν ὕ­παι­θρο νὰ συμ­με­τέ­χει σὲ ἀ­νά­λο­γες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐν­δει­κτι­κὲς εἶ­ναι: α. Πα­ρα­τή­ρη­ση οἰ­κο­συ­στή­μα­τος που­ λι­ῶν, πα­νί­δας, χλω­ρί­δας, ἐ­πι­σκέ­ψεις σὲ ὑ­δρο­βι­ό­το­πους. β. Ἀ­θλή­μα­τα πε­ρι­πέ­τειας (ρά­φτιν, πε­ζο­ πο­ρί­α, ἱπ­πα­σί­α). γ. Πο­λι­τι­στι­κὲς πε­ρι­η­γή­σεις (ἐ­πι­σκέ­ψεις σὲ μο­να­στή­ρια, ἐκ­κλη­σί­ες, λα­ο­γρα­φι­κὰ μου­σεῖ­α, βι­ο­τε­χνι­κὰ μου­σεῖ­α, πα­ρα­δο­ σια­κοὺς οἰ­κι­σμοὺς, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοὺς χώ­ ρους). δ. Γα­στρο­νο­μί­α, ἑλ­λη­νι­κὴ κου­ζί­να, οἰ­νο­ ποι­εῖ­α, το­πι­κὰ προϊόν­τα. Σὲ αὐ­τὸ τὸν συν­δυα­σμὸ ἔ­χουν στρα­τη­γι­ κὸ ρό­λο οἱ δρό­μοι τοῦ κρα­σιοῦ, τοῦ λα­ διοῦ, τῶν θερ­μῶν λου­τρῶν ἀ­να­ψυ­χῆς γιὰ νέ­ους καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους. Ἔ­ξυ­πνες μορ­ φὲς του­ρι­σμοῦ ποὺ προ­σφέ­ρουν πα­ρα­μο­ νὴ σὲ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὰ κα­τα­λύ­μα­τα σ᾿ ἕ­να ἤ­ρε­μου τύ­που ἀ­γρο­τι­κὸ το­πί­ο. Στὸν το­μέ­α τῆς βι­ο­λο­γι­κῆς καλ­λι­έρ­ γειας εἴ­μα­στε πο­λὺ πί­σω. Ὑ­πάρ­χουν πολ­ λὰ πε­ρι­θώ­ρια, σὲ σύγ­κρι­ση μὲ ἄλ­λες εὐ­ ρω­πα­ϊκὲς χῶ­ρες. Στὴν Αὔ­ρα Τρι­κά­λων, ἕ­νας ἀ­πό­φοι­τος πα­νε­πι­στη­μί­ου ποὺ ἀ­σχο­ λή­θη­κε μὲ τὴ βι­ο­λο­γι­κὴ ἐ­κτρο­φὴ ἀ­γε­λά­ δων καὶ προ­βά­των ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­κτή­σει τὴν ἰτα­λι­κὴ ἀ­γο­ρὰ κρέ­α­τος. Μί­α ἄλ­λη πε­ ρί­πτω­ση, ἀ­πὸ πολ­λὲς ποὺ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­να­φέ­ρει, εἶ­ναι δύ­ο ἀ­δέλ­φια ἀ­πὸ τὴ Βό­ ρεια Ἑλ­λά­δα κα­τέ­κτη­σαν τὴν παγ­κό­σμια ἀ­γο­ρὰ μὲ πα­ρα­δο­σια­κὰ οἰ­κο­λο­γι­κά, σπι­τι­ κὰ προϊόν­τα (γλυ­κὰ τοῦ κου­τα­λιοῦ, μαρ­ με­λά­δες, ζυ­μα­ρι­κὰ κ.λπ). Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἡ ἀ­ξί­α τῶν πα­ ρα­δο­σια­κῶν βι­ο­λο­γι­κῶν τυ­πι­κῶν προϊόν­ των ἑ­νὸς τό­που, μί­ας πε­ρι­φέ­ρειας π.χ. ἡ Σπι­ρου­λί­να τῶν Σερ­ρῶν (λέ­γε­ται ὅ­τι τρο­ φο­δο­τεῖται ἡ ΝΑΣΑ, γιὰ τοὺς ἀ­στρο­ναῦ­ τες), τὰ μα­νι­τά­ρια τῆς Πι­ε­ρί­ας, ὁ κρό­κος τῆς Κο­ζά­νης κ.λπ. Ἕ­να ἄλ­λο φυ­τό, ποὺ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἀ­πὸ πολ­λοὺς πα­ρα­γω­γοὺς στὴν Ἑλ­λά­δα εἶ­ναι τὸ ἱπ­πο­φα­ές, ἕ­να φυ­τὸ ποὺ οἱ καρ­ποὶ του ἔ­χουν φαρ­μα­κευ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες. Ὅ­σοι ἀ­σχο­λοῦν­ται ἢ θὰ ἀ­σχο­λη­θοῦν μὲ τὴ γε­ωρ­γί­α θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκέ­πτον­ ται τὰ ἁρ­μό­δια ὄρ­γα­να καὶ ὑ­πη­ρε­σί­ες, προ­κει­μέ­νου νὰ βελ­τι­ώ­σουν τὶς γνώ­σεις τους γιὰ κα­λύ­τε­ρη πα­ρα­γω­γή. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες ἀ­πέ­δει­ξαν, ὅ­τι οἱ γε­ωρ­γοὶ καὶ οἱ ἀ­γρό­τες δὲν μπο­ροῦν νὰ κι­νη­θοῦν μὲ ἀ­πόλ­υ­τη ἐ­πι­τυ­χία στὸ νέ­ο παγ­κό­σμιο πε­ρι­βάλ­λον, οὔ­τε ὡς σύ­νο­λα οὔ­τε ὡς ἰ­δι­ῶ­τες. Νέ­ες μορ­φὲς ἀλ­λη­λεγ­γύ­ ης καὶ συ­νερ­γα­σί­ας συλ­λο­γι­κῶν ὁ­μά­δων καὶ ἰ­δι­ω­τῶν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρο­τήσουν ἕ­να νέ­ο πε­ρι­βάλ­λον καὶ μί­α ἄλ­λη ἀ­τμό­ σφαι­ρα κοι­νό­τη­τας. Ὁ ἀν­τα­γω­νι­σμὸς καὶ ἡ συ­νερ­γα­σί­α πρέ­πει νὰ ἐ­ξε­λίσ­σον­ται σὲ ἕ­να δη­μι­ουρ­γι­κὸ πε­δί­ο, σὲ ἕ­να πε­δί­ο ἀλ­ λη­λεγ­γύ­ης. Νὰ ἀ­να­τρα­πεῖ ἡ τά­ση ἀ­να­ζή­ τη­σης ἐρ­γα­σί­ας στὶς πό­λεις καὶ νὰ δι­ο­χε­ τευ­τεῖ αὕτη πρὸς τὴν ὕ­παι­θρο. Νὰ βγεῖ ὁ ἀ­γρό­της ἀ­πὸ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ὑ­πο­βάθ­μι­ ση καί τὴν πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση. Στὸ μέλ­λον κύ­ρος θὰ ἔ­χει καὶ αὐ­τὸς ποὺ πα­ρά­γει κα­ λὸ κρα­σί, κα­λὸ λά­δι, κα­λὸ τυ­ρί. _ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ζα­χα­ρής Εὐ­στάθι­ος. Γε­ωρ­γι­κὴ καὶ συ­νε­ται­ρι­ στι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α. Ἀ­θή­να 1995. Με­σο­γεια­κὸ Ἀ­γρο­νο­μι­κὸ ἰν­στι­τοῦ­το Μον­πε­λι­έ. Δι­α­τρο­φὴ καὶ γε­ωρ­γί­α στὴ Με­σό­γει­ο. Ἀ­θή­να 1986. Προ­βα­τᾶς Δη­μή­τριος. Ἐγ­χει­ρί­διο ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­ κῆς γε­ωρ­γί­ας. Ἀ­θή­να 2007. Χα­ρα­λαμ­πί­δης Μι­χα­ήλ. Ἀ­γρο­φι­λί­α. Ἀ­θή­να 2002.
  • 29. 28 Γ ι­ὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­θρώ­πους ἡ λέ­ξη Πα­ρά­δο­ση συν­δέ­ε­ται στὸ μυα­­λό τους μὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φὲς προ­σέγ­γι­ σης ἑ­νὸς τρό­που ζω­ῆς ποὺ εἶ­ναι συν­δε­ δε­μέ­νος μὲ τὸ πα­ρελ­θόν. Ἀ­κο­λου­θών­τας μί­α ἡ­λι­κι­α­κὴ κλι­μά­κω­ση ἀ­πὸ τοὺς πρε­σβύ­τε­ρους πρὸς τοὺς νε­ώ­τε­ρους, ἡ Πα­ρά­δο­ση μπο­ ρεῖ νὰ ση­μαί­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων κά­ποι­ες μνῆ­μες ἀ­πὸ τὸ μέ­ρος ποὺ γεν­νή­θη­καν, τὴν παι­δι­κή τους ἡ­λι­κί­α, δι­η­γή­σεις γο­νι­ ῶν ἢ παπ­πού­δων, συμ­με­το­χὴ σὲ ἐκ­δη­λώ­σεις πα­ρα­δο­σι­α­κῆς μου­σι­κῆς καὶ χο­ρῶν. Ὅ­λα αὐ­τὰ μοι­ά­ζουν μὲ μί­α λε­πτὴ κλω­στὴ ποὺ μὲ δυ­σκο­λί­α μπο­ ρεῖ νὰ συν­δέ­σει τὸ βί­αι­α ἀ­στι­ κο­ποι­η­μέ­νο πα­ρὸν μὲ μί­α κα­ θη­με­ρι­νό­τη­τα λη­σμο­νη­μέ­νη. Γι­ὰ τοὺς πα­λαι­ό­τε­ρους, ἡ λή­θη ἔ­χει ἤ­δη φιλ­τρά­ρει με­γά­λο κομ­μά­τι τῆς ἐ­πί­πο­νης πλευ­ρᾶς τῆς ζω­ῆς. Γι­ὰ τοὺς δὲ νε­ώ­τε­ρους, ἀ­κό­μα καὶ ἡ φαν­τα­σί­α τους, στρι­μωγ­μέ­ νη σὲ μί­ζε­ρα παγ­κό­σμι­α πρό­τυ­πα γι­ὰ τὸ πῶς πρέ­πει νὰ ζοῦ­νε, δὲν ἐ­παρ­κεῖ γι­ὰ νὰ τοὺς ἀ­φή­σει νὰ γευ­τοῦν ἀ­ξί­ες καὶ τρό­πο ζω­ῆς ποὺ ζυ­μώ­θη­καν μὲ αὐ­τὸ τὸν τό­πο στὸ πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων. Ἴ­σως τὸ κομ­ μά­τι τὸ πι­ὸ λη­σμο­νη­μέ­νο τῆς Πα­ρά­δο­σης, εἶ­ναι ὁ κό­πος. Κά­τι τέ­τοι­ο φαν­τά­ζει λο­γι­ κό, ἂν σκεφ­τεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ὅ­λος ὁ σύγ­χρο­ νος πο­λι­τι­σμὸς μὲ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ ὁ­ποί­ου γα­λου­χη­θή­κα­με εἶ­ναι στραμ­μέ­νος πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­ση ἀ­πο­φυ­γῆς τοῦ κό­που. Ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­ση τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πὸ τὴ γῆ ἀ­πὸ τὴ μί­α πλευ­ρὰ καὶ ἡ μὲ κά­θε τρό­πο ἐ­πι­δί­ω­ξη ἀ­νέ­σε­ων ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ὁ­δή­γη­ σαν σὲ μί­α ψευ­δαί­σθη­ση τρυ­φῆς καὶ ἐ­ξα­ φά­νι­σαν τὴ χα­ρὰ καὶ τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὴν ἄ­με­ση σύν­δε­ση τοῦ κό­που, μὲ «τὸν ἄρ­τον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­ σι­ον». Ἡ λέ­ξη «ἄ­με­ση» εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν πα­ρα­πά­νω φρά­ση. Δυ­ στυ­χῶς, ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τοὶ ποὺ μο­χθοῦν σή­με­ρα (καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γοι), δὲν μπο­ροῦν νὰ αἰ­σθαν­θοῦν τὴ χα­ρὰ τοῦ μό­χθου τους, κα­θὼς ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ ρεῦ­μα τοῦ και­ ροῦ, ἀ­να­λώ­νουν τὴν πε­νι­χρὴ ἀν­τι­μι­σθί­α ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΑΞΙΕΣ - ΦΥΣΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ Μπού­ρα Δη­μη­τρί­ου Γεωπόνου -᾿Εντομολόγου
  • 30. 29 τους στὴν ἀ­τέρ­μο­νη πα­γί­δα τῆς ἱ­κα­νο­ποί­ η­σης ἐ­πί­πλα­στων ἀ­ναγ­κῶν. Ἡ δι­α­βί­ω­ση στοὺς πυ­κνο­δο­μη­μέ­νους ἀ­στι­κοὺς ἱ­στοὺς τῆς Ἑλ­λά­δας δὲν ἀ­φή­νει πολ­λὰ πε­ρι­θώ­ ρι­α ἐ­πι­λο­γῆς γι­ὰ κά­ποι­ον ποὺ θὰ θε­λή­σει νὰ μπο­λι­ά­σει τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του μὲ ἔ­στω λί­γα ψήγ­μα­τα ζω­ῆς πι­ὸ κον­τὰ στὴ φύ­ση. Ἀ­παι­τοῦν­ται ἀ­πο­φά­σεις καὶ κι­νή­σεις ποὺ ἀ­να­τρέ­πουν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­ κὰ τὴ μέ­χρι τώ­ρα οἰ­κεί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὡς ἐκ τού­του σπά­νι­α φτά­νει κά­ποι­ ος στὴν ὑ­λο­ποί­η­σή τους. Αὐ­τὸ ὅ­μως δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν θὰ πρέ­πει νὰ γί­νον­ται οἱ ἀν­τί­στοι­χες προ­σπά­θει­ες κα­θὼς ἡ ζω­ὴ χω­ρὶς τὸ βί­ω­μα καὶ τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῆς γεν­ναι­ο­δω­ρί­ας τῆς φύ­σης θὰ πα­ρα­ μέ­νει λει­ψή. Ὁ σύγ­χρο­νος τρό­πος ζω­ῆς μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει οὐ­σι­α­στι­κὰ νὰ συ­νει­δη­ το­ποι­ή­σου­με τὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α τῆς φύ­ σης. Γι­ὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ση­μαν­τι­κὸ κομ­μά­τι τῆς δι­α­τρο­φῆς μας, τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ λα­χα­νι­κά, εἶ­ναι κά­τι ποὺ τὸ βρί­σκου­με σὲ κά­ποι­ο κα­τά­στη­μα καὶ μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἀ­πο­κτή­σου­με ἔ­ναν­τι κά­ποι­ου χρη­μα­τι­κοῦ ἀν­τι­τί­μου. Ἀ­γνο­οῦ­ με, ἢ στὴν κα­λύ­τε­ρη τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων ξε­χνᾶ­με τὴ δι­α­δι­κα­σί­α πα­ρα­γω­γῆς τους, μὲ ποιό τρό­πο δη­λα­δὴ δη­μι­ουρ­γοῦν­ται τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ λα­χα­νι­κὰ καὶ θε­ω­ροῦ­ με τὴν ὕ­παρ­ξή τους δε­δο­μέ­νη, σὰν νὰ ὀ­φεί­λουν νὰ εἶ­ναι στοὺς πάγ­κους τῶν μα­νά­βι­κων ἢ τῆς λα­ϊ­κῆς ἀ­γο­ρᾶς, σὰν κά­ ποι­ος νὰ μᾶς τὰ χρω­στά­ει. Ἂς σκεφ­τοῦ­με ὅ­μως πό­σο γεν­ναι­ό­δω­ρο πρᾶγ­μα εἶ­ναι γι­ὰ πα­ρά­δειγ­μα ἕ­να καρ­πού­ζι. Ὅ­λα ξε­κι­νᾶ­ νε ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ σπο­ρά­κι ποὺ θὰ βρε­ θεῖ στὸ χῶ­μα, κά­τω ἀ­πὸ τὶς κα­τάλ­λη­λες συν­θῆ­κες θὰ βλα­στή­σει, θὰ δώ­σει ὅ­πως εἶ­ναι «προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο» ἕ­να φυ­τό, καὶ τὸ φυ­τὸ μὲ τὴ σει­ρά του, χρη­σι­μο­ποι­ών­ τας τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, θρε­πτι­κὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, καὶ ἐ­νέρ­γει­α ἀ­πὸ τὸν ἥ­λι­ο, θὰ δη­μι­ουρ­γή­σει ἕ­να εὐ­με­γέ­θες, γλυ­κὸ καὶ δρο­σε­ρὸ φροῦ­το, ποὺ ὄ­χι μό­νο εἶ­ναι ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ γι­ὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ πε­ ρι­έ­χον­τας καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα σπο­ρά­κι­α, δι­ α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­να­πα­ρά­γε­ται καὶ νὰ πολ­λα­πλα­σι­ά­ζε­ται ἀ­ε­νά­ως. Ἡ πα­ ρα­πά­νω ὑ­πε­ρα­πλου­στευ­μέ­νη πε­ρι­γρα­φὴ κρύ­βει μί­α ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­πλο­κη δι­α­δι­ κα­σί­α, ποὺ με­λε­τών­τας την δὲν μπο­ρεῖς πα­ρὰ νὰ θαυ­μά­σεις τὴ σο­φί­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α ὁ Θε­ὸς ἔ­χει βά­λει σὲ τά­ξη τὴ φύ­ση πρὸς ὄ­φε­λός μας. Ὅ­μως, ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν ἐμ­ βα­θύ­νου­με στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν κυτ­τά­ρων, καὶ μό­νο μὲ τὴν ἐ­πι­φα­νει­α­κὴ ἐμ­πλο­κή μας στὴ φρον­τί­δα καὶ τὴν καλ­λι­έρ­γει­α τῶν φυ­τῶν, συ­νε­πι­κου­ρού­με­νου καὶ τοῦ κό­που ποὺ κα­τα­βά­λου­με, πλη­σι­ά­ζου­με ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἴ­σως στὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἄ­νω­θεν μέ­ρι­μνας γι­ὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­σή μας. Πλη­σι­ά­ζου­με στὸν Θε­ό. _ Γι­ὰ τοὺς πα­λαι­ό­τε­ρους ἡ λή­θη ἔ­χει ἤ­δη φιλ­τρά­ρει με­γά­λο κομ­μά­τι τῆς ἐ­πί­πο­νης πλευ­ρᾶς τῆς ζω­ῆς. Γι­ὰ τοὺς δὲ νε­ώ­τε­ρους, ἀ­κό­μα καὶ ἡ φαν­τα­σί­α τους, στρι­μωγ­μέ­νη σὲ μί­ζε­ρα παγ­κό­σμι­α πρό­τυ­πα γι­ὰ τὸ πῶς πρέ­πει νὰ ζοῦ­νε, δὲν ἐ­παρ­κεῖ γι­ὰ νὰ τοὺς ἀ­φή­σει νὰ γευ­τοῦν ἀ­ξί­ες καὶ τρό­πο ζω­ῆς ποὺ ζυ­μώ­θη­καν μὲ αὐ­τὸ τὸν τό­πο στὸ πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων. Ἴ­σως τὸ κομ­μά­τι, τὸ πι­ὸ λη­σμο­νη­μέ­νο τῆς Πα­ρά­δο­σης, εἶ­ναι ὁ κό­πος.
  • 31. 30 Κ α­λο­καί­ρι 2002. Μὲ τὰ τρί­α πρῶ­τα μας παι­διὰ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­με τοὺς γο­ νεῖς τῆς συ­ζύ­γου μου στὸ χω­ριό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πέ­χει πε­ρὶ τὰ 20 χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ τὸν Βό­λο. Ἐ­κεῖ οἱ γο­νεῖς εἶ­χαν, καὶ ἔ­χουν ἀ­κό­μα, κό­τες, κο­τό­που­λα, χῆ­νες, πά­πι­ες, πε­ρι­στέ­ρια καὶ λοι­πά. Ἡ για­γιὰ πῆ­ρε τὰ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, τὰ ὁ­ποῖα ἦ­ταν γύ­ρω στὰ 5 χρό­νια τους καὶ πῆ­γαν στὸν κῆ­πο. Τὰ μι­κρά, βλέ­πον­τας τὶς ντο­μά­τες, τὶς πι­πε­ρι­ὲς καὶ τὰ κο­λο­κυ­θά­κια στὰ φυ­ τά, ἀ­να­φώ­νη­σαν: Πώ, Πώ, Ψώ­νια!!! 50 χρό­νια πρίν, τὸ 1952, οἱ δι­κοί μου γο­νεῖς, νο­μά­δες Σα­ρα­κα­τσα­ναῖ­οι, ἐγ­κα­ τέ­λει­ψαν τὴ νο­μα­δι­κὴ ζω­ὴ καὶ ἐγ­κα­τα­ στά­θη­καν σὲ χω­ριὰ στὸν κάμ­πο. Ἕ­ως τό­τε ζοῦ­σαν σὲ κα­λύ­βες, τὸν χει­μῶ­να στὰ χει­μα­διὰ καὶ τὰ κα­λο­καί­ρια στὰ ψη­ λὰ βου­νά. Σὰν τὰ πε­τει­νὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ σὰν τὰ ἀ­γρί­μια τοῦ δά­σους. Μὲ ἐ­λά­ χι­στες ἀ­νάγ­κες, κα­λὴ παι­δεί­α καὶ μόρ­ φω­ση καὶ με­γά­λη ἀ­γά­πη στὰ γράμ­μα­τα. Ἐ­γὼ γεν­νή­θη­κα τὴν πρώ­ τη δε­κα­ε­τί­α τῆς μό­νι­μης ἐγ­κα­ τά­στα­σης. Με­γά­λω­σα σὲ χω­ριό. Οἱ γο­νεῖς μου ἦ­ταν γε­ωρ­γοὶ καὶ κτη­νο­τρό­φοι. Χαί­ρον­ταν τὴ δου­ λειά τους, ἀλ­λὰ ἐ­μᾶς μᾶς προ­ω­ θοῦ­σαν, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ Σα­ρα­κα­ τσα­ναῖ­οι, στὰ γράμ­μα­τα. Ἔ­τσι ἀ­πὸ 10 ἐ­τῶν βρέ­θη­κα στὴν πό­ λη... Θαύ­μα­ζατοὺςπαπ­ποῦ­δεςμου καὶ τὸν πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἔ­στρω­ ναν μί­α κά­πα καὶ ξά­πλω­ναν καὶ κοι­μό­ταν ὅ­που νά ᾿ναι. Ἐ­γὼ φο­ βᾶ­μαι τὰ φί­δια, τοὺς σκορ­πιοὺς τὰ πάν­τα. Ἄ­μα­θος βλέ­πεις. Ἐ­κεῖ­νοι ὡς βο­σκοὶ γνώ­ρι­ζαν νὰ ἀν­ τι­με­τω­πί­σουν τὸν λύ­κο, τὴν ἀ­λε­ποῦ, τὸ κου­νά­βι... Τὰ ἕρ­μα τὰ παι­διά μου δὲν εἶ­ναι οὔ­ τε ὅ­πως ἐ­γώ. Εὐ­τυ­χῶς εἶ­χαν τοὺς παπ­ ποῦ­δες ἀ­πὸ τὴ μά­ννα τους καὶ εἶ­δαν τὸ ἀ­γρο­τι­κὸ σπί­τι καὶ τὴν οἰ­κια­κὴ οἰ­κο­νο­ μί­α ποὺ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζει. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ. ΑΛΛΑ ΠΩΣ; Νι­κο­λά­ου Κα­τσια­βριᾶ Καθηγητοῦ­
  • 32. 31 Κά­θε φο­ρά ποὺ βρί­σκο­μαι στὴν ὕ­παι­ θρο καὶ βλέ­πω τὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυ­τά, τὰ βου­νὰ καὶ τὶς θά­λασ­σες ἀ­νοί­γει ἡ καρ­διά μου καὶ χαί­ρε­ται ἡ ψυ­χή μου. Θε­ω­ρῶ αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ὁ Θε­ὸς μὲ ἔ­πλα­σε νὰ ζή­σω σὲ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Νὰ χαί­ρο­μαι τὸν ἀ­έ­ρα, τὴ θά­λασ­σα, τὸν ἥ­λιο, τὰ ἀ­στέ­ρια. Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως ἐ­γὼ σὲ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­βάλ­ λον δὲν εἶ­μαι μό­νι­μος κά­τοι­ κος. Εἶ­μαι πάν­τα ἐ­πι­σκέ­πτης. Δὲν εἶ­μαι μέ­ρος του ἁ­πλᾶ καὶ φυ­σι­κὰ ὅ­πως οἱ γο­νεῖς μου. Τὰ παι­διά μου μά­λι­στα δὲν γνω­ρί­ ζουν κἄν, ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­να­ τὸ νὰ γί­νει. Πῶς κλει­στή­κα­με στὰ κα­ βού­κια μας καὶ ἀλ­λά­ξα­με τρό­ πο ζω­ῆς σὲ 50 χρό­νια; Πῶς ἀ­πο­ ξε­νω­θή­κα­με ἀ­πὸ τὴ φύ­ση καὶ τὴ ζω­ὴ στὴ φύ­ση καὶ τώ­ρα κά­νου­με λό­γο γιὰ «ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση;». Καὶ τί θὰ πεῖ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση; Ἕ­νας γεί­το­νάς μας, για- τρός, ἔ­κτι­σε σὲ μί­α πλα­γιὰ ἕ­να πα­λά­τι. Ἔ­χει θέ­α στὴ θά­λασ­σα καὶ γύ­ρω πε­ ρι­βό­λι. Στὸ σπί­τι ἔ­χει ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις τοῦ σπι­τιοῦ στὴν πό­λη: Πλυν­τή­ρια, ζε­ στὸ-κρύ­ο νε­ρό, τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ὑ­πο­λο­γι­ στὴ καὶ δι­α­δί­κτυ­ο. Στὸ σπί­τι μέ­σα δὲν ὑ­πάρ­χει κόκ­κος σκό­νης. Τὸ πε­ρι­βό­λι τὸ φρον­τί­ζουν δύ­ο Ἀλ­βα­νοί. Τὸ ὅ­λο πε­ ρι­βό­λι εἶ­ναι φραγ­μέ­νο μὲ ψη­λὸ πέ­τρι­νο τοῖ­χο, πά­νω σὲ αὐ­τὸν ὑ­πάρ­χει συρ­μά­τι­ νος φρά­χτης καὶ μέ­σα πε­ρι­φέ­ρον­ται με­ γα­λό­σω­μα σκυ­λιά. Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πα­ ραί­τη­τα γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ για­τροῦ καὶ τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του ἀλ­λὰ καὶ γιὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­σφα­λή τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του. Ἐν­νο­ εῖ­ται ὅ­τι γιὰ νὰ κι­νη­θοῦν ὅ­λοι ἔ­χουν αὐ­ το­κί­νη­τα! Πολ­λὲς φο­ρὲς δι­ε­ρω­τῶ­μαι: Ὅ­ταν αὐ­ τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι πᾶ­νε στὸ ἐ­ξο­χι­κό τους χαί­ρον­ται τὴ φύ­ση; Ἐ­πι­στρέ­φουν στὴ φύ­ση, ἔ­στω καὶ λί­γο; Ἕ­νας φί­λος μου φι­λό­λο­γος Κα­θη­γη­ τής εἶ­ναι καὶ ἐ­πί­μο­να κυ­νη­γός. Τὰ Σαβ­ βα­το­κύ­ρια­κα βγαί­νει μὲ πα­ρέ­ες στὰ βου­ νὰ καὶ κυ­νη­γοῦν. Τὶς νύ­χτες μέ­νουν σὲ εἰ­δι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­να βα­νά­κια στὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν ὅ­λα τὰ κα­λά. Πο­τὲ ἔ­ξω. Χαί­ρον­ται αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι τὴ φύ­ση; Ἢ τὴ φο­ βοῦν­ται; Ἕ­νας ξά­δελ­φός μου, ποὺ βγά­ζει ἀ­κό­ μα τὰ πρό­βα­τα στὰ βου­νά, λέ­ει ὅ­τι αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται σὰ χα­ζοὶ καὶ γε­λά­ει ὅ­ταν τοὺς θυ­μᾶ­ται: Δε­κά­δες τζὶπ σταθ­μεύ­ουν σὲ κά­ποι­ο χω­μα­τό­δρο­ μο τοῦ βου­νοῦ καὶ οἱ «κυ­νη­γοὶ» ξα­μο­ λι­οῦν­ται πρὸς δι­ά­φο­ρες κα­τευ­θύν­σεις μὲ τό­σο βάρ­βα­ρο τρό­πο, ποὺ φαί­νον­ται σὰν ξέ­νο σῶ­μα στὸ βου­νό. Ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι δὲν βγαί­νει οὔ­τε που­λὶ πε­τού­με­νο μπρο­στά τους. Κά­τι μᾶς λεί­πει, λοι­πόν, καὶ ὅ­ταν βγαί­νου­με στὴ φύ­ση εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι τῶν πό­λε­ων; Μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ἐ­κεῖ εἶ­ναι ὁ φυ­σι­κὸς τό­πος τῆς ζω­ῆς μας, νὰ χαι­ρό­μα­στε κά­πως τὴ φύ­ση ὅ­ταν βρι­σκό­μα­στε ἐ­κεῖ ἀλ­λὰ κά­που χά­νου­με τὸ παι­χνί­δι καὶ πα­ρα­μέ­νου­με ξέ­νοι στὴ φύ­ση. Στὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α ὑ­πάρ­ χουν τρί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα, τὰ
  • 33. 32 ὁ­ποῖ­α ἀ­να­φέ­ρον­ται στὴ ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­ που στὴ φύ­ση καὶ στὴ σχέ­ση του μὲ αὐ­ τή. Α΄. Τὸ γνω­στό­τε­ρο ἀ­π᾿ ὅ­λα εἶ­ναι ὁ Ρο­ βιν­σὼν Κροῦσ­σος τοῦ Δα­νι­ὴλ Ντε­φό­ε. Εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α κά­ ποι­ου Εὐ­ρω­παί­ου ναυα­γοῦ ὁ ὁ­ποῖ­ος σώ­ ζε­ται σὲ ἕ­να νη­σὶ στὸν ὠ­κε­α­νὸ μὲ ἕ­να ὅ­πλο, φυ­σίγ­για καὶ κά­ποι­α ἐ­φό­δια καὶ ὀρ­γα­νώ­νει ἐ­κεῖ τὴ ζω­ὴ του … Χαί­ρε­ται τὴ φύ­ση, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἀ­γα­πά­ει. Ζεῖ μὲ τὴν προ­σμο­νὴ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν πό­ λη, πρᾶγ­μα ποὺ κά­νει μό­λις βρεῖ τὴν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὸν φυ­σι­ κὸ πα­ρά­δει­σο στὸν ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­σε. Β΄. Ἕ­να ἄλ­λο λι­γό­τε­ρο γνω­στὸ εἶ­ναι τὸ Οὐῶνλ­ντεν τοῦ Χέν­ρι Ντέ­ι­βιντ Θό­ ρο­ου (1817-1862). Σὲ αὐ­τὸ ὁ συγ­γρα­φέ­ ας ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὴν «πό­λη» καὶ ἐγ­κα­ τα­βι­ώ­νει σὲ μί­α κα­λύ­βα, στὴν ὄ­χθη τῆς λί­μνης Οὐ­ῶν­λντεν στὶς Ἡ­νω­μέ­νες πο­ λι­τεῖ­ες, ὅ­που ζεῖ ἐ­ρη­μη­τι­κὸ βί­ο γιὰ δύ­ο χρό­νια καὶ δύ­ο μῆ­νες. Καὶ αὐ­τὸς ἐ­πι­ στρέ­φει στὸν πο­λι­τι­σμὸ καὶ κα­τα­γρά­φει τὴν ἐμ­πει­ρί­α του. Αὐ­τὸς εἶ­ναι σὲ κα­λύ­τε­ρο δρό­μο καὶ ζεῖ φυ­σι­κό­τε­ρη ζω­ή. Ὁ Θό­ρο­ου (Thoreau) ξε­κί­νη­σε μὲ τὴν ἀ­πό­λυ­τη θέ­ση «ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση», ἀλ­λὰ κα­τέ­λη­ξε σὲ μί­α ἰ­σορ­ρο­πί­α με­τα­ ξὺ φύ­σε­ως καὶ πο­λι­τι­σμοῦ. Ἡ στά­ση του καὶ τὰ γρα­πτά του ἐ­νέ­πνευ­σαν τὸ κί­νη­ μα τῶν χί­πις καὶ τῆς οἰ­κο­λο­γί­ας. Δι­κό του ἦ­ταν καὶ τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα «μεῖ­νε στὸν τό­πο σου σὰν τα­ξι­δι­ώ­της». Γ΄. Ἕ­να ἄλ­λο πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἔρ­γο εἶ­ναι τὸ Πα­πα­λάγ­κι. Σὲ αὐ­τὸ εἶ­ναι γραμ­ μέ­νες οἱ ἐν­τυ­πώ­σεις ἑ­νὸς σο­φοῦ φυ­λάρ­ χου τῶν νη­σι­ῶν Σα­μό­α τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ Ὠ­κε­α­νοῦ ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του στὴν Εὐ­ρώ­πη στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20ου αἰ­ῶ­να. Ὁ σο­φὸς φύ­λαρ­χος γρά­φει γιὰ νὰ προ­στα­ τέ­ψει τοὺς «ἀ­δελ­φούς του» τῶν νη­σι­ῶν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια τοῦ Πα­πα­λάγ­κι. Πα­ πα­λάγ­κι εἶ­ναι ὁ Εὐ­ρω­παῖ­ος καὶ τὸ ὅ­λο ἔρ­γο εἶ­ναι μί­α θαυ­μά­σια κρι­τι­κὴ στὸν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ πο­λι­τι­σμό. Ἀ­ξί­ζει αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νὰ τὸ δι­α­ βά­σει κα­νείς. Δί­νω ἐ­δῶ ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­ στι­κὸ δεῖγ­μα. Ὁ φύ­λαρ­χος προ­σπα­θεῖ νὰ ἐ­ξη­γή­σει στοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του τί εἶ­ναι τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα, ἡ ἐρ­γα­σί­α ποὺ κά­ θε κα­θὼς πρέ­πει Εὐ­ρω­παῖ­ος πρέ­πει νὰ ἀ­σκεῖ διὰ βί­ου. Λέ­ει: «Ἐ­μεῖς θὰ ξυ­πνή­ σου­με τὸ πρω­ΐ, θὰ πᾶ­με γιὰ κυ­νή­γι, θὰ κό­ψου­με λί­γα φροῦ­τα, θὰ ἑ­τοι­μά­σου­με τὸ φα­γη­τό μας … Δου­λειὰ εἶ­ναι νὰ κά­ νεις κά­τι ἀ­πὸ αὐ­τὰ (πα­ρά­δειγ­μα: νὰ μα­ γει­ρεύ­ει) ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή!». Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρη ἐ­πι­σή­μαν­ση τοῦ φυ­λάρ­χου εἶ­ναι ὅ­τι ὁ εὐ­ρω­παῖ­ος εἶ­ ναι ἄ­σπλα­χνος καὶ ἄ­καρ­δος καὶ κα­τα­ κτη­τι­κὸς πρὸς τὴ φύ­ση τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἀ­γα­πά­ει, ἀλ­λὰ κοι­τά­ει νὰ τὴν ἐκ­με­ταλ­ λευ­τεῖ, νὰ τὴν «ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει», θὰ λέ­γα­με σή­με­ρα. Φαί­νε­ται ὅ­τι καὶ ἐ­μεῖς ἔ­χου­με υἱ­ο­ θε­τή­σει τὶς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς ἀ­ξί­ες καὶ τρό­ πο ζω­ῆς καὶ γι᾿ αὐ­τὸ ἔ­χου­με ἀ­πο­ξε­νω­θεῖ ἀ­πὸ τὴ φύ­ση. Γι᾿ αὐ­τὸ δὲν κα­τα­νο­οῦ­με τὴ ζω­ή μας ὡς μέ­ρος τῆς φύ­σης, ἀλ­λὰ σὰν κά­τι ξε­χω­ρι­στό, κά­τι ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι στὴ φύ­ση καὶ ἔρ­γο του εἶ­ναι νὰ τὴν κα­τα­κτή­σει. Γι᾿ αὐ­τὸ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μί­α βόλ­τα στὴ φύ­ση σπεύ­δου­με στὰ σπί­ τια ἢ στὰ ξε­νο­δο­χεῖ­α –καὶ ξε­νο­δο­χεῖ­α μέ­ σα στὰ ἔ­λα­τα!!!– σὲ «ἀ­σφα­λὲς» πε­ρι­βάλ­ λον!!! Γί­νε­ται λό­γος γιὰ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ ση, ἐ­πει­δή, ὑ­πο­τί­θε­ται, μᾶς ἔ­χει ἀλ­λο­τρι­ ώ­σει καὶ μᾶς ἔ­χει κά­νει ἀ­φύ­σι­κους ἀν­ θρώ­πους ὁ πο­λι­τι­σμός. Αὐ­τὸ ὥς ἕ­να ση­ μεῖ­ο εἶ­ναι σω­στό. Στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ὁ πο­λι­τι­σμὸς ἀ­να­ φέ­ρε­ται ὡς ἔρ­γο τῶν ἀ­πο­γό­νων τοῦ Κά­ ιν. Ὁ Θε­ὸς με­τὰ τὴν πτώ­ση τῶν πρω­το­ πλά­στων ἔ­βα­λε τὸν Ἀ­δὰμ «ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Πα­ρα­δεί­σου» καί, ἐν­νο­εῖ­ται, ἐ­κεῖ ἔ­ζη­σε καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του. Ὁ Ἄ­βελ ἀ­σχο­λοῦν­ ταν μὲ τὴν ποι­με­νι­κὴ ζω­ὴ, ἐ­νῶ ὁ Κά­ϊν μὲ τὴ γε­ωρ­γι­κή. Καὶ οἱ δύ­ο προ­σέ­φε­ραν θυ­
  • 34. 33 σί­α στὸν Θε­ὸ (κα­λῶς), ἀλ­λὰ μό­νο ὁ Ἄ­βελ δι­αί­ρε­σε κα­λῶς, καὶ πρό­σφε­ρε τὰ κα­λύ­ τε­ρα. Ἡ θυ­σί­α του ἔ­γι­νε δε­κτὴ, ἐ­νῶ τοῦ Κά­ιν ὄ­χι. Αὐ­τὸ εἶ­χε ὥς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ Κά­ ιν νὰ τὸν φθο­νή­σει καὶ νὰ τὸν σκο­τώ­σει. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ πῆ­ρε τὴν «κα­τά­ρα» τοῦ Θε­οῦ καὶ τὸ «ση­μά­δι» καὶ «ἦν οἰ­κο­δο­ μῶν πό­λιν»… (Γέ­νε­ση 4, 17 καὶ ἑ­ξῆς). Θε­ο­λο­γι­κῶς, λοι­πόν, τὸ ζή­τη­μα δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ ἡ «πό­λις» καὶ ὁ πο­ λι­τι­σμὸς, ἀλ­λὰ ἡ στά­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πέ­ναν­τι σὲ αὐ­τά: Ἂν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν πο­λι­τι­σμὸ γιὰ νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ λύ­σει τὰ προ­βλή­μα­τά του μό­νος του καὶ νὰ αὐ­το­θε­ω­θεῖ, τό­τε σα­φῶς ἔ­χει λα­θε­μέ­ νη στά­ση καὶ ὁ­δη­ γεῖ­ται στὴ δι­α­φθο­ ρὰ καὶ τὸν κα­τα­ κλυ­σμό, ὅ­πως ἔ­γι­νε τό­τε, ἢ στὴ σύγ­χυ­ ση τῆς Βα­βέλ, ὅ­πως ἔ­γι­νε λί­γο ἀρ­γό­τε­ ρα. Πα­ρό­μοι­α σύγ­ χυ­ση σὲ με­γα­λει­ώ­ δη ἔ­κτα­ση βλέ­που­ με καὶ σή­με­ρα: Ὑ­περ­βο­λι­κὴ τε­χνο­λο­γί­α, ἀ­πί­στευ­τη γνώ­ση, ἄ­με­τρος πλοῦ­τος καὶ χλι­δὴ καί, ταυ­τό­χρο­να, ἄ­θλια φτώ­χεια, ψυ­χα­σθέ­νει­ες, ναρ­κω­τι­κὰ καὶ πα­ροι­μι­ ώ­δης ἐκ­με­τάλ­λευ­ση ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ ἄν­ θρω­πο. Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἀ­πο­ μά­κρυν­σης τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ τῆς συ­νει­δη­τῆς αὐ­το­νό­μη­σής του. Ἂν ὁ πο­λι­τι­σμὸς ἦ­ταν κά­τι κα­κό, δὲν θὰ ἔ­με­νε τό­σα χρό­νια ὁ π. Πορ­φύ­ ριος στὸ πα­ρεκ­κλή­σιο τῆς Πο­λυ­κλι­νι­κῆς στὴν Ὁ­μό­νοι­α. Πα­ράλ­λη­λα, κά­θε ἀ­γροῖ­ κος καὶ ἀ­μόρ­φω­τος θὰ ἦ­ταν ἅ­γιος. Ἐ­νῶ ἡ πό­λις τοῦ Κάιν χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ ται ἀ­πὸ τὴν ἄρ­νη­ση τοῦ Θε­οῦ, ἡ πό­λις τῶν Ἑλ­λή­νων εἶ­ναι ὁ χῶ­ρος συ­νάν­τη­ σης, ὁ­λο­κλή­ρω­σης καὶ κα­τα­ξί­ω­σης τῶν πο­λι­τῶν. Μὲ τὸν ἐρ­χο­μὸ μά­λι­στα τῆς Ρω­μη­ο­σύ­νης ἡ ζω­ή, ἡ ἐν Χρι­στῷ ζω­ὴ «πο­λι­τεύ­ε­ται» καὶ πο­λί­ζε­ται ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἔ­ρη­μος ἀ­πὸ ἁ­γί­ους ἀ­σκη­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­γω­νί­ζον­ται νὰ εἶ­ναι εὐ­ά­ρε­στοι στὸν Θε­ὸ καὶ κά­ποι­οι εἶ­ναι καὶ προ­φα­νῶς θε­ο­φό­ ροι ὁ­δη­γοὶ τοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος – ἔ­τσι ὀ­νό­ μα­ζαν τὸ κρά­τος τους. Ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ πό­λη στὸ πο­λί­τευ­μα τῆς Ρω­μη­ο­σύ­νης ἔ­γι­νε διὰ τῶν ἀ­γώ­νων τῶν μαρ­τύ­ρων καὶ τῶν ἀ­σκη­τῶν. Ὅ­ταν ἡ πλα­νε­μέ­νη Δύ­ση κυ­ρι­άρ­χη­ σε ὡς πο­λι­τι­σμὸς στὸν κό­σμο δη­μι­ουρ­ γή­θη­καν οἱ πό­λεις, ὅ­πως τὶς γνω­ρί­ζου­ με. Ὁ δυ­τι­κὸς ἄν­θρω­πος κα­τα­νο­εῖ ὅ­τι κά­τι πά­ει στρα­βά, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χει βο­η­θη­ θεῖ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴν αἰ­τί­α τῆς ἀλ­λοί­ω­σής του. Ὅ­πως εἶ­χε κα­τα­λή­ξει καὶ ὁ Θό­ρο­ου ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται εἶ­ναι ἡ ἰ­σορ­ρο­πί­α με­τα­ξύ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ τῆς φύ­σης. Ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ χω­ρὶς τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, χω­ ρὶς πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ή, χω­ρὶς τὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ἄρ­νη­ση στὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ἔλ­λει­πε ἀ­πὸ τὸν Κά­ιν καὶ ὁ­δη­γή­θη­κε σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Κα­τά­φα­ση στὴ χά­ρη εἶ­χε ὁ Ἄ­βελ καὶ ἦ­ταν εὐ­λο­γη­μέ­νος. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸν κά­θε Κά­ιν καὶ Ἄ­βελ στὴν ἱ­στο­ρί­α. Ἔ­τσι, λοι­πόν, τὸ ζή­τη­μα ἐ­πι­στρο­φῆς Ὁ Ἀδάμ στὸν Παράδεισο, Ἅγιος Νικόλαος Ἀναπαυσᾶ, Μετέωρα.
  • 35. 34 στὴ φύ­ση εἶ­ναι πρῶ­τα ἀ­π᾿ ὅ­λα καὶ ζή­τη­ μα ἐ­πι­στρο­φῆς μας στὸν Θε­ὸ καὶ στὸν ἴ­δ- ιο τὸν ἑ­αυ­τό μας. Ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος τῶν Γερ­γε­ση­νῶν ὅ­σο εἶ­χε μέ­σα του τὴν λε­γε­ ώ­να τῶν δαι­μο­νί­ων ἦ­ταν ἐ­κτὸς ἑ­αυ­τοῦ ἔ­τρε­χε στὰ μνή­μα­τα καὶ ξέ­σχι­ζε τὸν ἑ­αυ­ τό του μὲ πέ­τρες. Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Χρι­στὸς ἐ­ξέ­βα­λε τὰ δαι­μό­νια, λέ­ει τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, «εἰς ἑ­αυ­τὸν δὲ ἐλ­θῶν» κά­θον­ταν κον­τὰ στὸ Χρι­στὸ «ἱμα­τι­σμέ­νος καὶ σω­φρω­ νῶν» - εἶ­χε σώ­ας τὰς φρέ­νας καὶ ἦ­ταν ντυ­μέ­νος (Μτ. 8, 28-34, Μρκ. 5, 1-20, Λκ. 8, 26-39). Ἀ­π᾿ ὅ­σα γνω­ρί­ζω αὐ­τὴ ἡ ἰ­σορ­ρο­πί­α με­τα­ξὺ φύ­σε­ως καὶ πο­λι­τι­σμοῦ, ὅ­που ὁ­δη­γὸς καὶ κρι­τή­ριο εἶ­ναι ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ καὶ προ­ϋ­πό­θε­ση εἶ­ναι ἡ ἐν Χρι­στῷ ζω­ή, εἶ­ναι ὁ­ρα­τὴ σα­φέ­στα­τα στὰ ὀρ­θό­ δο­ξα μο­να­στή­ρια στὰ ὁ­ποῖα­καλ­λι­ερ­γεῖ­ ται ἡ ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση ἀ­σκη­τι­κῆς καὶ ἁ­γι­ό­τη­τας. Σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς στὸ «πῶς» τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴ φύ­ση ἔ­χου­με νὰ προ­τεί­ νου­με τὰ ἀ­κό­λου­θα: * Νὰ βροῦ­με τὴν ἁ­πλὴ καὶ λι­τὴ ζω­ή, ὥ­στε νὰ ὑ­πη­ρε­τοῦ­με τὶς βα­σι­κὲς ἀ­νάγ­ κες μας. Τὰ πα­ρα­πά­νω δη­μι­ουρ­γοῦν κιν­ δύ­νους ἐ­ξαρ­τή­σε­ων. * Νὰ πε­ρι­ο­ρί­σου­με τὶς «εἰ­κό­νες» καὶ τὶς «πλη­ρο­φο­ρί­ες» μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες μᾶς βομ­βαρ­δί­ζουν σή­με­ρα. Αὐ­τὰ μᾶς ζα­λί­ ζουν καὶ χά­νου­με τὴ ζω­ή, τὸν χρό­νο καὶ τὶς συ­ναν­τή­σεις μὲ τοὺς συ­ναν­θρώ­πους μας. * Νὰ εἴ­μα­στε πάν­το­τε σὲ συμ­φω­νί­α μὲ τὴ φύ­ση. Σὲ αὐ­ τὴ τὴ συμ­φω­νί­α θὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σουν οἱ πα­ρα­δο­μέ­νες νη­ στεῖ­ες καὶ ἡ τή­ρη­ ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ γε­νι­κῶς. Εἶ­ναι πρά­ξη ἐ­λευ­θε­ρί­ας νὰ φᾶ­ με λί­γο κρεμ­μυ­δά­ κι, με­ρι­κὲς ἐ­λί­τσες καὶ λί­γα φροῦ­τα. Ἂν ἀ­νέ­βω στὸ βου­ νὸ καὶ κου­βα­λή­σω ἐ­κεῖ τὸν «κό­σμο» καὶ φά­ω κα­λα­μά­ρια τη­γα­νη­τὰ, ποι­ό τὸ ὄ­φε­λος; * Νὰ μα­θη­τεύ­ σου­με σὲ ἀν­θρώ­ πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ζοῦν ἁ­πλᾶ στὴ φύ­ση καὶ εἶ­ναι μέ­ρος της λει­ τουρ­γι­κό. Ἂν εἶ­ναι καὶ εὐ­σε­βεῖς, ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα. * Νὰ μά­θου­με πῶς φυ­τεύ­ον­ται τὰ μα­ ρού­λια καὶ οἱ ντο­μά­τες, πῶς ἀ­να­πτύσ­ σον­ται καὶ μα­γει­ρεύ­ον­ται τὰ κο­τό­που­λα καὶ ἄλ­λα πρα­κτι­κά. * Νὰ συν­δυ­ά­ζου­με τὴν ἔ­ξο­δο στὴ φύ­ ση μὲ στρο­φὴ τοῦ νοῦ μας στὸν πλά­ στη μας, μὲ Δο­ξο­λο­γί­α καὶ Εὐ­χα­ρι­στί­α γιὰ ὅ­σα γνω­ρί­ζου­με καὶ ὅ­σα δὲν γνω­ρί­ ζου­με, φα­νε­ρὰ καὶ ἀ­φα­νῆ εὐ­ερ­γε­τή­μα­τά Του. _
  • 36. 35 Ὁ τι­δή­πο­τε πράτ­το­μεν πνευ­μα­τι­ κῶς καὶ ὑ­λι­κῶς ὡς μο­νά­δες καὶ ὡς σύ­νο­λο ὅ­λα κα­τα­λή­γουν καὶ ἀ­φο­μοι­ώ­νον­ται πλή­ρως ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα μας. Μέ­ρος αὐ­τῆς εἶ­ναι κά­θε δρα­στη­ρι­ό­τη­τά μας, κά­ θε ἔρ­γο μας. Ἀ­νὰ τοὺς αἰ­ῶ­νες τοῦ βί­ου τῆς Πα­τρί­δος μας, τὸ με­γα­λεῖ­ο ἢ ἡ ἐ­ξα­σθέ­ νη­σή της ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ τὶς πρά­ξεις τῆς ἀν­τί­στοι­χης γε­νε­ᾶς Ἑλ­λή­νων. Τά­ξη πο­λι­τῶν βα­σι­κὴ καὶ ἀρ­ ρή­κτως συ­ναρ­μο­ζο­μέ­νη μὲ τὴν ὕ­παρ­ξη καὶ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ «δι­αι­ώ­νι­ση» τοῦ Ἔ­θνους, εἶ­ναι οἱ συμ­πο­λί­τες μας ποὺ κα­τοι­κοῦν στὶς Κοι­νό­ τη­τες καὶ στὰ χω­ρι­ὰ τῆς ὑ­παί­θρου, οἱ γε­ωρ­ γο­κτη­νο­τρό­φοι μας, οἱ καλ­λι­ερ­γη­τὲς τῆς πα­τρώ­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γῆς. Οἱ ἄ­ξι­οι πρό­μα­χοι τῆς ἐρ­γα­σί­ας καὶ οἱ ἀ­κρί­τες μας, οἱ ὁ­ποῖ­οι κρα­τοῦν ζων­τα­νὴ τὴν ἀ­φθά­στου ὡ­ραι­ό­τη­τος καὶ σπου­δαι­ό­τη­ τος ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρα­δο­σι­α­κὴ ἀ­γρο­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α καὶ ζω­ή. Ἡ ἀ­ξί­α εὑ­ρί­σκε­ται κυ­ρί­ως στὴν οἰ­κι­α­κὴ ἀ­γρο­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἀν­τί­ στοι­χη ἀ­γρο­τι­κὴ βι­ο­ τε­χνί­α καὶ βι­ο­μη­χα­ νί­α. Καὶ ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὸ πι­ὸ αὐ­θεν­τι­κό, ἀλ­λὰ ταυ­το­χρό­νως καὶ πι­ὸ «ἀ­πο­δε­κα­τι­ σμέ­νο» μέ­ρος τοῦ λα­ οῦ τῆς χώ­ρας. Πραγ­ μα­τι­κό­τη­τα ποὺ τεί­νει νὰ ἀ­πο­τε­λέ­ση, μέ­σῳ τῆς συν­τε­λου­ μέ­νης ἐν συ­νό­λῳ καὶ ἐ­πὶ σχε­δί­ῳ «γε­ νο­κτο­νί­ας» μας, τὴν πρώ­τη πα­νι­στο­ρι­κῶς ἀ­φελ­λή­νι­ση τῶν ἀρ­ χε­γό­νων προ­γο­νι­κῶν κοι­τί­δων. Δι­ό­τι αὐ­τοὶ δί­δουν τὴν σάρ­κα καὶ τὸ αἷ­μα στὴν χώ­ ρα μας, ὄ­χι μό­νο μὲ τὰ πα­ρα­χθέν­τα τοῦ κό­που τους χο­ϊ­κὰ γε­ωρ­γι­κὰ προ­ϊ­όν­τα. Κυ­ρι­ώ­τε­ρα, δι­ό­τι μὲ τὴν ἀ­γά­πη τους καὶ Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΙΔΕΩΔΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΩΑ ΓΗ Ζη­ρί­νη Πα­να­γι­ώ­τη Γε­ω­πό­νου ΑΠΘ, Φοι­τη­τῆ Ἀ­νω­τ. Ἐκ­κλη­σιαστικῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν
  • 37. 36 τὴν ταύ­τι­σή τους μὲ τὴν πα­νέ­μορ­φη ἑλ­ λη­νι­κὴ ἐ­παρ­χί­α ἐμ­φυ­σοῦν πνο­ὴ ψυ­χῆς στὴν Ἑλ­λά­δα μέ­σα ἀ­πὸ τὸ «ὑ­πάρ­χειν» καὶ τὸ εἶ­ναι τους, κα­τα­βάλ­λον­τας ὡς ἀν­ τί­τι­μο γι᾿ αὐ­τὸ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ζω­ή τους. Ἀ­κού­ρα­στοι στὴν ὑ­πὲρ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ προ­ό­δου τῆς Ἑλ­λά­δος ἀ­έ­να­η καὶ ἀ­νι­ δι­ο­τε­λῆ θυ­σί­α τους, καὶ ἂς στέ­κον­ται ἀ­πέ­ναν­τί τους «στρα­τι­ὲς Μή­δων, Φραγ­ κο­λα­τί­νων καὶ Τούρ­κων» οἱ δυ­σκο­λί­ες καὶ τὰ προ­βλή­μα­τα. Ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νοι ὡς ἥ­ρω­ες, ὅ­πο­τε καὶ ἐ­ὰν τοὺς κα­λέ­σει γι­ὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τὸ ἡ Μη­τέ­ρα τῶν μη­τέ­ρων τους, ἀ­πὸ γε­νε­ᾶς εἰς γε­νε­άν. Ὁ ἀ­ξε­πέ­ρα­ στος ἱ­στο­ρι­κὸς Ξε­νο­φῶν ἀ­να­φέ­ρει ἐ­ναρ­ γέ­στα­τα, Οἰ­κο­νο­μι­κὸς V,7,8,17: «Πα­ρορ­ μᾶ δὲ κα­τὰ τι καὶ ἡ γῆ τοὺς γε­ωρ­γοὺς εἰς τὸ νὰ ὑ­πε­ρα­σπί­ζουν τὴν χώ­ραν μὲ τὰ ὅ­πλα, δι­ό­τι πα­ρά­γει τοὺς καρ­ποὺς ἐν ὑ­παί­θρῳ, τοὺς ὁ­ποί­ους ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρος λαμ­βά­νει. Καὶ εἰς τὸ τρέ­ξι­μον δὲ καὶ εἰς τὸ ρί­ψι­μον τοῦ ἀ­κον­τί­ου καὶ εἰς τὸ πή­ δη­μα ποί­α τέ­χνη κα­θι­στᾶ τοὺς ἀν­θρώ­ πους ἱκα­νω­τέ­ρους πα­ρὰ ἡ γε­ωρ­γί­α; Ποί- ­α δὲ τέ­χνη ἀν­τα­πο­δί­δει πε­ρισ­σό­τε­ρα τῆς γε­ωρ­γί­ας εἰς τοὺς ἐρ­γα­ζο­μέ­νους αὐ­τήν; Ποί­α δὲ ὑ­πο­δέ­χε­ται εὐ­χα­ρι­στό­τε­ρον τὸν ἐ­πι­με­λού­με­νον αὐ­τῆς προ­σφέ­ρου­σα εἰς τὸν προ­σερ­χό­με­νον νὰ λά­βη ὅ,τι χρει­ά­ ζε­ται;… Κα­λῶς δὲ εἶ­πε καὶ ἐ­κεῖ­νος, ὃς ἔ­φη τὴν γε­ωρ­γί­αν τῶν ἄλ­λων τε­χνῶν μη­τέ­ρα καὶ τρο­φὸν εἶ­ναι. Δι­ό­τι, ὅ­που ἡ γε­ωρ­γί­α ἀ­κμά­ζει, ἐ­κεῖ καὶ αἱ ἄλ­λαι τέ­ χναι ἀ­κμά­ζουν, ὅ­που δὲ ἀ­ναγ­κά­ζε­ται ἡ γῆ νὰ εἶ­ναι χέρ­σος, κα­τα­στρέ­φον­ται καὶ αἱ ἄλ­λαι τέ­χναι σχε­δὸν καὶ κα­τὰ ξη­ρὰν καὶ κα­τὰ θά­λασ­σαν». Εἶ­ναι, δη­λα­δή, μεί­ ζο­νος καὶ κρί­σι­μης ση­μα­σί­ας ἡ ἑλ­λη­νι­ κὴ γε­ωρ­γί­α καὶ οἱ ἄν­θρω­ποί της ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­ται μὲ ὅ­λες τους τὶς δυ­νά­μεις καὶ ταυ­τί­ζον­ται μὲ αὐ­τήν, τό­σο γι­ὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση καὶ ὅ­σο καὶ γι­ὰ τὴν εὐ­τυ­χῆ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἔ­θνους. Δι­ὰ νὰ δυ­νη­θῆ ὅ­μως ἡ γε­ωρ­γί­α νὰ ἐκ­πλη­ρεῖ ὅ­λους τοὺς σκο­πούς της καὶ νὰ ἐ­κτυ­λίσ­σει τέ­λει­α τὶς δυ­να­τό­τη­τές της, πρέ­πει νὰ δι­α­τη­ρεῖ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­μό­ λυν­τα καὶ ἀπα­λιν­δρό­μη­τα τὸν χα­ρα­κτή­ ρα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως. Ὅ­πως θὰ λέ­γα­με σή­με­ρα, γε­ω­πο­νι­ στί, νὰ φέ­ρει «προ­στα­σί­α τῆς ὀ­νο­μα­σί­ας προ­ε­λεύ­σε­ώς της καὶ τῆς ἀν­τι­στοί­χου γε­ω­γρα­φι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς της». Εὔ­λο­γο ἀ­κού­γε­ται τὸ λε­χθέν, ὅ­τι γι­ὰ νὰ ἐ­πι­ τύ­χω­μεν τὸν ἱ­ε­ρὸν αὐ­τὸν σκο­πό, εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τον ὅ­πως ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν γε­ωρ­ γῶν μας αὐ­ξη­θῆ, ἀλ­λὰ μὲ μο­να­δι­κὸ «κυ­ βερ­νή­τη» τὸ κρι­τή­ρι­ο τῆς ποι­ό­τη­τος τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τος τοῦ γε­ωρ­γοῦ. Ὁ­λο­θύ­μως πι­στεύ­ω ὅ­τι ἐ­κεῖ θὰ φθά­ Ἀ­νὰ τοὺς αἰ­ῶ­νες τοῦ βί­ου τῆς Πα­τρί­δος μας, τὸ με­γα­λεῖ­ο ἢ ἡ ἐ­ξα­σθέ­νη­σή της ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ τὶς πρά­ξεις τῆς ἀν­τί­στοι­χης γε­νε­ᾶς Ἑλ­λή­νων. Τά­ξη πο­λι­τῶν βα­σι­κὴ καὶ ἀρ­ρή­κτως συ­ναρ­μο­ζο­μέ­νη μὲ τὴν ὕ­παρ­ξη καὶ τὴν ἱ­στο­ρι­κὴ δι­αι­ώ­νι­ση τοῦ Ἔ­θνους εἶ­ναι οἱ συμ­πο­λί­τες μας ποὺ κα­τοι­κοῦν στὶς Κοι­νό­τη­τες καὶ στὰ χω­ρι­ὰ τῆς ὑ­παί­θρου, οἱ γε­ωρ­γο­κτη­νο­τρό­φοι μας, οἱ καλ­λι­ερ­γη­τὲς τῆς πα­τρώ­ας Ἑλ­λη­νι­κῆς γῆς.
  • 38. 37 σω­μεν ἐ­ὰν καὶ μό­νον χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με, ἀ­πο­κλει­στι­κῶς καὶ μὲ ὑ­πέρ­με­τρο ζῆ­λο, τὴν μέ­θο­δο τῆς ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου παι­ δα­γω­γί­ας. Ἐ­δῶ τεί­νο­μεν εὐ­ή­κοα­ὦ­τα, μὲ εὐ­λά­βει­α, στὸ πλου­τάρ­χει­ον ρη­τὸν ἀ­πὸ τὸ «πε­ρὶ παί­δων ἀ­γω­γῆς»: «Παι­ δεί­α δὲ τῶν ἐν ὑ­μῖν μό­νον ἐ­στὶν ἀ­θά­να­τον καὶ θεῖ­ον». Τοῦ­το τὸ πι­στεύ­ω μου, χαι­ ρε­τῶν γο­να­τι­στὸς τὴν ση­ μαί­α τοῦ ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου πο­λι­τι­σμοῦ, προ­σπα­θῶ νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σω μέ­σα στὸ κεί­ με­νο αὐ­τό. Αὐ­τὴ ἡ μό­νη ἀ­θά­να­τη καὶ θεί­α παι­δεί­α προ­έρ­χε­ται καὶ «ἀ­να­βλύ­ ζει», σὲ πεῖ­σμα ὅ­λων τῶν ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ αἱ­ρέ­σε­ ων τοῦ ἐ­πι­γεί­ου τού­του κό­σμου, ἀ­πὸ τὴν πί­στη ἡ ὁ­ποί­α δι­δά­σκε­ται ὑ­πὸ τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­ κλη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ. Μό­νο αὕ­τη ἡ πί­στις ἐμ­ πε­ρι­έ­χει τὸ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το προ­νό­μι­ο τῆς γε­νέ­σε­ως καὶ τῆς εὐ­δο­κι­μή­σε­ως τῆς «βα­σι­λι­κῆς ὁ­δοῦ» τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου. Ἐ­πει­δὴ πι­στεύ­ω ἀ­κρά­δαν­τα στὴν ἀ­ξί­α τῆς με­λέ­της καὶ τῆς ἐ­ρεύ­νης, φαί­νε­ται στὸ νοῦ μου ἀ­δι­α­νό­η­το νὰ κα­τα­πι­α­στεῖ κά­ποι­ος ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ μὲ ὁ,τι­δή­πο­τε χω­ρὶς νὰ δι­α­νο­εῖ­ται καὶ νὰ συλ­λο­γί­ ζε­ται σύμ­φω­να πρὸς τὶς ἀ­πὸ τὸν ἴ­δι­ον τὸν Υἱ­ὸν τοῦ Θε­οῦ πα­ρα­δε­δο­μέ­νες θεῖ­ες ἀρ­χὲς καὶ ἀ­λή­θει­ες. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ πρέ­πει νὰ ἄρ­χε­ται καὶ ἐ­κεῖ νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται. Χω­ρὶς αὐ­τὲς σκε­πτό­με­νος οὐ­δεὶς μὲ αὐ­θεν­τι­κὴ κρι­τι­κὴ σκέ­ψη καὶ ἠ­θι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ θὰ ὑ­πάρ­ξει. Ἔ­ρευ­να, σκέ­ψεις καὶ ἰ­δέ­ες, ποὺ δὲν λαμ­βά­νουν χώ­ρα ἐ­ξαι­τί­ας του, δι­ά τοῦ καὶ ἐν­τός τοῦ εὐ­θυ­βο­λο­γνώ­μο­ νος Θε­οῦ, πα­ρα­μέ­νουν φαν­τα­σι­ώ­δεις σκι­ὲς ἀ­νά­λο­γες αὐ­τῶν τοῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ μύ­θου τοῦ πλα­τω­νι­κοῦ «σπη­λαί­ου». Με­τὰ φό­βου Θε­οῦ καὶ πί­στε­ως «με­τα­ λαμ­βά­νουν» τὴν ὑ­πό­στα­σή τους ὅ­λοι οἱ το­μεῖς τοῦ ἐ­πι­στη­τοῦ. Μή­πως ὅ­λος ὁ «καυ­γάς» τῆς φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῶν παι­δι­ ῶν-ἐ­πι­στη­μῶν της δὲν εἶ­ναι ἡ ἀ­νεύ­ρε­ση τῶν πρώ­των ἀρ­χῶν, τῶν πρώ­των αἰ­τί­ ων, κα­τὰ τὴν ἔ­χου­σα τὸν «πρῶ­το λό­γο» ἐ­δῶ Ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ λο­γι­κή;  Μό­νο, λοι­πόν, μὲ αὐ­τὴν τὴν με­θο­δο­ λο­γί­α καὶ δε­ον­το­λο­γί­α δυ­νά­με­θα νὰ ἐ­πι­ τύ­χω­μεν σὲ ὁτι­δή­πο­τε θε­ω­ρη­τι­κὸ ἢ πρα­ κτι­κὸ ἐ­πι­χει­ροῦ­μεν. Ὅ­σες κο­σμο­γο­νι­κὲς θε­ω­ρί­ες, δι­α­σή­μων ἢ μὴ δη­μι­ουρ­γῶν δι­α­τεί­νον­ται καὶ πρε­σβεύ­ουν τὸ ἀ­δογ­ μά­τι­στον καὶ τὸ ἐν­τε­λῶς ἀ­πο­δει­κτὸν τῆς σκέ­ψε­ως, συν­θέ­τουν τὴν «πρώ­της γραμ­μῆς» δι­α­νό­η­ση τῆς «δογ­μα­τι­κῆς» τοῦ ψεύ­δους καὶ τῆς ἀ­πά­της. Οἱ ἄ­θε­οι καὶ ἀ­πά­τρι­δες σο­φοὶ καὶ οἱ σο­φί­ες τους εἶ­ναι οἱ ἐγ­γυ­η­τὲς τῆς «εὐ­η­με­ρί­ας» τῶν λα­ῶν μέ­σῳ τῆς δη­μα­γω­γι­κῆς πλά­νης καὶ τῆς «με­τα­φυ­σι­κῆς» τοῦ μη­δε­νι­σμοῦ. Ἔτ­σι προ­ε­τοι­μά­ζουν τὴν «ἐκ­πνευ­μά­τω­ ση» τοῦ ἄϋ­λου πνευ­μα­τι­κοῦ ἀν­θρώ­που σὲ ἀ­να­λώ­σι­μη καὶ ἐ­ξαϋ­λώ­σι­μη ὕ­λη καὶ ἐ­νέρ­γει­α. Χω­ρὶς αὐ­τα­πά­τες, αὐ­τὸ τὸ εἶ­ δος εὐ­δαι­μο­νί­ας προ­τεί­νουν. _    
  • 39. 38 Μ ὲ τὴ Βιομηχανικὴ Ἐπανάσταση, ἀγροτικές, κατὰ βάση κοινωνίες –οἱ ὁποῖες συγκροτοῦνταν ἀπὸ ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ποὺ ζοῦσαν σὲ μικροὺς οἰκισμοὺς- μετασχηματίστηκαν σὲ κοινωνίες κυρίως ἀστικές, ἐνῷ ἡ δι- αβίωση στὴν πόλη ἀποτέλεσε τὴν κυρί- αρχη οἰκιστικὴ ἐμπειρία καὶ τὸν κυρί- αρχο τρόπο ζωῆς γιὰ τὴν πλειονότητα τοῦ πληθυσμοῦ. Ὁ ἀστικὸς τρόπος ζωῆς ἀφοροῦσε ἐπίσης στὴν ἐμφάνιση νέων μορφῶν κοινωνικότητας, τὴ μεταβολὴ τῶν σχέσεων ἐξουσίας καί, σύμφωνα μὲ κάποιους μελετητές, τὴν ἀνάπτυξη ἑνὸς ἰδιαιτέρου ἀστικοῦ αἰσθήματος1 . Ὁ καθηγητὴς Μ. Γ. Μερακλὴς θεω- ρεῖ ὅτι ἡ διείσδυση τῆς πόλης στὸ χωριό, ἡ ἀστικοποίηση καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὑπαίθρου εἶναι ἕνα φαινόμενο ποὺ ἔχει συντελέσει στὴ διαμόρφωση ἑνὸς νέου τύπου ἀνθρώπου, τοῦ ἀστοῦ, τοῦ homo urbanus καί, κατ' ἐπέκταση, στὴ δημι- ουργία ἑνὸς νέου λαοῦ, τοῦ λαοῦ τῶν μεγαλουπόλεων ἢ καὶ τῶν ἀστικοποι- ημένων χωριῶν2 , ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ διαπίστωση τοῦ Δημ. Σ. Λουκάτου, εἶναι σημαντικά διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν ἀγρο- τικὸ καὶ προβιομηχανικό λαό3 . Ὁ Γάλλος φιλόσοφος καὶ κοινωνι- ολόγος Henri Lefebvre, συνοψίζοντας τὴν οὐσία τῆς σύγχρονης ἱστορίας, τοῦ σύγχρονου βιομηχανικοῦ και μεταβιο- μηχανικοῦ πολιτισμοῦ θεωρεῖ ὅτι ἡ σύγ- χρονη ἱστορία εἶναι ἡ ἱστορία τῆς «πολε- οποίησης» τῆς ὑπαίθρου4 . Ἡ ἀστικοποίηση τῆς ὑπαίθρου, ἡ διείσδυση τῆς πόλης στὸ χωριὸ μὲ τὴν ἐκβιομηχάνιση, ὁδήγησε στὴν ἐξάλειψη τῶν τοπικῶν τρόπων ζωῆς ἀπὸ τὶς δυνά- μεις τῆς παγκόσμιας ἀγορᾶς. Τὰ προϊό- ντα καὶ τὰ ἀντικείμενα ποὺ διατίθενται γιὰ κατανάλωση καὶ χρήση γίνονται πε- ρισσότερο τυποποιημένα καὶ εἶναι λιγό- τερο προσκολλημένα στὴν τοπικὴ βάση, ἐνῷ οἱ κάποτε, παλλόμενοι τρόποι ζωῆς τῶν χαρακτηριστικῶν γεωγραφικῶν περιοχῶν (ἤθη, ἔθιμα, δημοτικὰ τραγού- δια) μαζὶ μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες τοῦ πε- ριβάλλοντος μεταμορφώνονται σὲ κάτι διαφυλαγμένο ἀπὸ τὸ παρελθὸν γιὰ νὰ τὸ βλέπουν οἱ ἐπισκέπτες, οἱ τουρίστες. Στὴ διάσταση αὐτὴ διαπιστώνεται αὐξα- νόμενη ὁμοιομορφία5 . Ἡ διείσδυση τῆς πόλης στὸ χωριό, ἡ ἀστικοποίησή του πραγματοποιήθη- κε, στὴ χώρα μας, μὲ πολὺ γρήγορους ρυθμούς. Ὁ Στάθης Δαμιανάκος ὑποστηρίζει ὅτι, παρὰ τὸ διάσπαρτο χαρακτήρα καὶ τὰ κενά τους, οἱ ἀναλύσεις τῶν ἐρευνῶν ποὺ ὁ ἴδιος πραγματοποίησε ἐπιτρέπουν στὸν καθένα νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ εὖρος καὶ τὴν ἔνταση τῶν μετασχηματισμῶν ποὺ γνωρίζει ἡ ἑλληνικὴ ἀγροτικὴ κοινωνία Η ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΙΝΗΤΡΟ Ἢ ΕΜΠΟΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ Κώστα Δ. Κονταξῆ Ἐπικ. Καθηγητῆ Παν. Δυτ. Μακεδονίας
  • 40. 39 ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1960 καὶ μετά. Ἀνεξάρτητα ἂν ἡ παρατήρηση ἀφορᾶ στὶς ὁρατὲς διὰ γυμνοῦ ὀφθαλ- μοῦ ὑλικὲς ὄψεις τῶν μετασχηματισμῶν αὐτῶν ἡ τὴν ἐξέλιξη τῶν τρόπων ζωῆς, τῶν δομῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν σχέσε- ων, σημειώνει, ἡ διαπίστωση παραμένει ἡ ἴδια. Ὁ Ἕλληνας χωρικὸς ἐπιτελεῖ στὴ διάρκεια μερικῶν δεκαετιῶν μία ἐπανά- σταση, γιὰ τὴν ὁποία ὁ δυτικὸς ὁμόλογός του χρειάστηκε πάνω ἀπὸ δύο αἰῶνες. Ὁ περιπατητὴς στὴν ὕπαιθρο ποὺ θὰ ἐπέστρεφε σὲ τόπους ποὺ εἶχε ἐπισκε- φτεῖ ἐδῶ καὶ τριάντα, εἴκοσι ἢ καὶ δέκα μόνο χρόνια θὰ δυσκολευόταν, πράγ- ματι, νὰ ἀναγνωρίσει ποὺ βρίσκεται, τόσο ἡ μεταμόρφωση τῶν τοπίων, τῶν οἰκοδομημήνων χώρων καὶ τοῦ πλαισί- ου ζωῆς στὸ χωριὸ εἶναι γοργὴ καὶ ρι- ζική: πύκνωση καὶ αἰσθητὴ βελτίωση τοῦ ὁδικοῦ δικτύου, ραγδαία ἐπέκταση τοῦ ἀστικοῦ ἱστοῦ γύρω ἀπὸ τοὺς με- γάλους ἄξονες καὶ κατὰ μῆκος τῶν πα- ρακτίων περιοχῶν, ὁλοκληρωτικὸς ἐξη- λεκτρισμὸς τῶν χωριῶν καὶ τῶν συνοι- κισμῶν, μεγάλη αὔξηση τῶν γεωργικῶν μηχανημάτων καὶ τῶν θερμοκηπιακῶν καλλιεργειῶν, ἀξιοσημείωτοι πρόοδοι τῆς ἄρδευσης, ἐγκατάλειψη τῶν ἀγόνων γαιῶν καὶ νέες ἐκχερσώσεις, θεαματικὴ ἄνοδος στὶς κατασκευὲς οἰκοδομῶν»6 . Ἡ πρόοδος ποὺ σημειώθηκε στὸν τομέα τῆς ἐκμηχάνισης τῆς ἀγροτικῆς παραγωγῆς, σὲ συνάρτηση μὲ τὸν ἀνα- δασμὸ τῆς γῆς, τὴν ἄρδευση, τὴν εἰσα- γωγὴ νέων καλλιεργειῶν, τὴ χρήση λι- πασμάτων καὶ φυτοφαρμάκων καὶ τὶς γεωργικὲς ἐκμισθώσεις, βοήθησε σημα- ντικὰ στὴν αὔξηση τοῦ ἀγροτικοῦ εἰσο- δήματος καί, κατ' ἐπέκταση, στὴν ἀστι- κοποίηση τοῦ χωριοῦ. Παράλληλα, ἡ εἰσαγωγὴ τῆς μηχανῆς ἄλλαξε τὴ φύση τῆς ἐργασίας καὶ ἀπελευ- θέρωσε, ὥς ἕνα βαθ- μό, τὸν ἄνθρωπο τοῦ χωριοῦ ἀπὸ τὴν ὑπο- ταγή του στὸ φυσικὸ ἐξαναγκασμό, ἐξασφα- λίζοντάς του ἐλεύθερο χρόνο, τὸν ὁποῖο μπο- ρεῖ νὰ διαθέσει στὶς φροντίδες του γιὰ τὴν οἰκογένεια, τὸ σπίτι, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ψυ- χαγωγία του. Στὴν παραδο- σιακὴ ἀγροτικὴ κοινωνία ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου ἦταν ἑνιαία. Διαμορφωνόταν ἀνάλογα μὲ τὶς συνθῆκες ἐργασίας καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς παραγωγῆς. Οἱ ἔννοι- ες τῆς ἀνάπαυσης καὶ τῆς ψυχαγωγί- ας ἦταν συνδεδεμένες καὶ ὑποταγμένες στὶς δραστηριότητες ποὺ ἀπαιτοῦσε ὁ κύκλος τῶν ἐποχῶν7 . Ὁ ἐξηλεκτρισμὸς τῆς ὑπαίθρου σὲ γρήγορους ρυθμοὺς -ἰδιαίτερα μετὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1950- σήμανε πολλά, θὰ τολμοῦσε νὰ πεῖ κάποιος, γιὰ τὸν ἐκσυγ- χρονισμό της, τὴν ἀστικοποίησή της. Ἡ χρήση τῶν ἠλεκτρικῶν συσκευῶν πρό- σφερε μία ἀρκετὰ ἄνετη ζωὴ στοὺς κα- τοίκους τῶν ἀγροτικῶν περιοχῶν. Κρί-
  • 41. 40 νεται σκόπιμο νὰ μεταφερθεῖ, ἐδῶ, ἡ συ- γκίνηση γέροντα, κατοίκου παραμεθό- ριας κοινότητας, ἀμέσως μετὰ τὸν ἠλε- κτροφωτισμό της, γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ἡ σημασία τοῦ πλούσιου φωτός: «Τὴν πρώτη βραδιά, ποὺ ἔγιναν τὰ ἐγκαίνια κι οἱ δρόμοι ἐπλημμύρισαν ἀπὸ πλού- σιο φῶς σὰν παραδεισένιο, δὲν τὴν ξεχνᾶ κανεὶς Σουφλιώτης, γιατὶ ὅλοι βγῆκαν στοὺς δρόμους καὶ τὴ νύχτα ἐκείνη γυρ- νοῦσαν ἑορταστικά ὣς τά χαράματα»8 . Ὅλα αὐτὰ ἔχουν ἀλλάξει τὴ ζωή, κατὰ τὴν ἐπιγραμματικὴ ἔκφραση προ- έδρου ἀγροτικῆς κοινότητας, παλαιότε- ρα. Οἱ μηχανές, ποὺ ἦρθαν νὰ ἀντικα- στήσουν τὰ ἀνθρώπινα χέρια καὶ παρα- μέρισαν τὶς παλαιὲς μεθόδους ἐργασίας, συντέλεσαν στὸν παραμερισμὸ καὶ τῶν συνηθειῶν καὶ τῶν ἐθίμων ποὺ συνδέο- νταν μὲ ἐκεῖνες. Ὅλη ἡ λατρεία τοῦ δά- σους καὶ τοῦ ἀγροῦ κινδυνεύει νὰ ἐξα- φανισθεῖ, κάτω ἀπὸ τὴ χαλύβδινη πίεση τῶν ἑλκυστήρων9 . Ἀνάλογη ὑποχώρηση σημειώνουν καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ οἰκιακὰ ἔθιμα ἢ πίστεις, γιὰ παράδειγμα ἡ ὁλο- ζώντανη, ἄλλοτε, μυθολογία τοῦ Δωδε- καημέρου σβήνει, καθὼς τὴ θέση τοῦ τζακιοῦ καὶ τοῦ φούρνου παίρνουν ἡ ἠλεκτρικὴ σόμπα καὶ κουζίνα· ὁ παρα- δοσιακὸς χορὸς ἔπαυσε νὰ ἀποτελεῖ ἀνα- πόσπαστο μέρος τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῆς κοινότητας, στοιχεῖο συνοχῆς της, στενὰ συνυφασμένο μὲ τὴν ἄμεση ἐπικοινωνία καὶ συμμετοχὴ τῶν μελῶν της. Τὸ «χο- ροστάσι» δὲν στέκει πιά. Βέβαια, δὲν υἱοθετοῦμε τὴ στάση ἐκείνων ποὺ ἐπιμένουν νὰ ἐξιδανικεύ- ουν τὴ ζωὴ τοῦ χωριοῦ, κατὰ τὸ παρά- δειγμα τῶν ρομαντικῶν τοῦ 19ου αἰώ- να, λογοτεχνῶν καὶ ἐπιστημόνων. Μία θεώρηση τῆς ζωῆς στὸ χωριὸ ψύχραιμη, ὁποιασδήποτε ἐποχῆς, ἀποκαλύπτει καὶ τὰ μελανὰ σημεῖα: τὴ φτώχεια, τὴν ἔλλειψη ἀνέσεων, τὸν σκληρὸ μό- χθο, ποὺ σχεδὸν ποτὲ δὲν γνώρισε μία δίκαιη ἀμοιβή. Τὰ μελανὰ αὐτὰ σημεῖα εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐγκατάλειψη τῶν χωριῶν μας ἀπὸ τὸ μεγαλύτε- ρο μέρος τοῦ ἐνεργοῦ πληθυσμοῦ (ἐσωτερική καὶ ἐξωτερικὴ μετα- νάστευση), καθὼς καὶ τὸ δυνάμω- μα τῆς ἐξάρτησης τῶν ἀγροτικῶν οἰκισμῶν ἀπὸ τὰ ἀστικὰ κέντρα. Τώρα ἄλλαξε ἡ ζωή. Οἱ γυ- ναῖκες δὲν ζαλώνονται, δὲν ὑφαί- νουν, τὰ παίρνουν ἕτοιμα· δὲν ξαί- νουν μαλλιά, δὲν λιναρίζουν, ποὺ ξεπλα- τιζόμαστε ὅλη τὴ νύχτα μὲ τὸ λινάρι- σμα, νὰ βγάνουμε χώρια τὸ στημόνι καὶ χώρια τὸ ὑφάδι, καὶ νὰ κεντᾶμε στὸν ἀργαλειὸ τὸν οὐρανὸ μὲ τ΄ ἄστρα. Τώρα πλένουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ πάνε καὶ τοὺς τὰ κάνουν ὅλα ἕτοιμα καὶ δὲν κουράζο- νται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ χειροποίητη δου- λειά, οὔτε στὴ στερεότητα οὔτε ἀλλοῦ, δηλώνει γυναίκα ἀγροτικῆς κοινότητας, ἡ ὁποία, μὲ τὴ νοσταλγία τοῦ παρελθό- ντος, ζωντανεύει τὶς ἀναμνήσεις της, νοσταλγεῖ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ διατηρεῖ τὴν ψυχραιμία της, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐκτιμᾶ σωστὰ τὴν ὑπεροχὴ τῶν σημε- ρινῶν ὅρων ἐργασίας ἢ τὴν πρόοδο ποὺ συντελέστηκε στὸ θέμα τῶν διακρίσεων ἀνάμεσα στὸν ἄνδρα καὶ τὴ γυναίκα10 . Καὶ τὰ λόγια της ὁδηγοῦν στὸ συμπέρα- σμα πὼς δὲν πρέπει νὰ γυρίσουμε πίσω
  • 42. 41 καί, ἀκόμη, πὼς ἡ ἀστικοποίηση τοῦ χω- ριοῦ δὲν εἶναι ἐμπόδιο στὴν ἐπιστροφὴ σ΄ αὐτό, στὴν ἐπιστροφὴ στὴ φύση τῶν κατοίκων, πού, κάποτε, ἀναγκάσθηκαν νὰ φύγουν. Κίνητρο, καὶ ὄχι ἐμπόδιο στὴν ἐπι- στροφὴ τῶν ἀνθρώπων στὴ φύση, στὴ μοναδικὴ ὀμορφιὰ τῆς ἁρμονικῆς συ- νύπαρξης, ἀποτελεῖ καὶ ἡ καθημερινὴ ὀδύσσεια ἐπιβίωσης τῶν κατοίκων τοῦ πλανήτη μας ποὺ ζοῦν καὶ ἐργάζονται σὲ χώρους ἀστικούς, σὲ πόλειςἀνθρωποκτόνες. Ὁ ἄνθρωπος παλεύει πάντοτε γιὰ τὸ ζῆν, ση- μειώνει ἡ Σήλια Νικο- λαΐδου. Δὲν ἔχει μπο- ρέσει ἀκόμα ν΄ ἀντιτά- ξει στὸ «ζῆν» τὸ εὖ ζῆν. Στὶς πόλεις, ποὺ πίστε- ψε πὼς θὰ κατάφερνε περισσότερα ἀπ' ὅ,τι στὴν ὕπαιθρο νὰ πραγ- ματώσει τὸ «εὖ ζῆν», συνειδητοποίησε -καὶ κάθε μέρα ἐπιβεβαιώ- νεται γι' αὐτὸ- τὶς δυ- σκολίες μίας τέτοιας προσπάθειας. Ὁ χῶρος τῆς σύγχρονης πόλης, μέσα ἀπὸ τὶς παραγωγικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις, ποὺ ἀναπτύσσονται σ' αὐτόν, μεταβάλλεται, ταυτόχρονα, σὲ χῶρο ἀνθρώπινο καὶ ἀπάνθρωπο, σὲ χῶρο ἐπαφῆς καὶ ἀποξένωσης, σὲ χῶρο ἐλευ- θερίας καὶ ὑποταγῆς. Στὸν ἄνθρωπο τῆς πόλης, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀποξένωσή του, τοῦ ἀπέμεινε νὰ ὀνειρεύεται πέντε μέ- ρες στὶς ἑπτά, πότε θὰ φτάσει τὸ Σάβ- βατο γιὰ νὰ δραπετεύσει ἀπὸ τὸν τσι- μεντένιο κλοιὸ ποὺ τὸν περικυκλώνει, νὰ πάει στὸ ἐξοχικό, στὸ χωριό του, νὰ πάει κάπου ἔξω, μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, στὴν ὁποία κάποτε μὲ τόση ἐλπίδα προ- σέτρεξε. Ἡ σύγχρονη πόλη τὸν διώχνει μακριά, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὸν κρατήσει παρὰ μόνο ὡς ὅμηρο. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ κάτοι- κός της τῆς τὸ ἀνταποδίδει. Δείχνει, μὲ κάθε πὼς τὴν ἀποστρέφεται11 . Ὁ χρόνος τῆς καθημερινότητάς του στὴν πόλη δὲν εἶναι ὑφασμένος καὶ συνυφασμένος χρό- νος εἶναι ράκη, κουρέλια τοῦ χρόνου. _ 1 Deborah Stevenson, Πόλεις καὶ ἀστικοί πληθυσμοί, μετάφρ. Ἰουλία Παντάζου, ἐκδ. Κριτική, Ἀθήνα 2007, σ. 40. 2 Μ.Γ.Μερακλής,ΛαογραφικάΖητήματα,ἐκδ.Μπού- ρα, Ἀθήνα 1989, σ. 65. 3 Δημ. Σ. Λουκάτος, Σύγχρονα Λαογραφικά, ἐκδ. Φι- λιππότη, Ἀθήνα 2003, σ. 6. 4 H. Lefebvre, Ἡ καθημερινὴ ζωὴ στὴ σύγχρονο κό- σμο, μετάφρ. Δανάη Μυλωνάκη, ἐκδ. Ράππα, Ἀθήνα 1979, σ. 100. 5 Σήλια Νικολαΐδου, Ἡ κοινωνική ὀργάνωση τοῦ ἀστικοῦ χώρου, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 1993, σ. 17. 6 Στ. Δαμιανάκος, Ἀπὸ τὸν χωρικὴ στὸν ἀγρότη. Ἡ ἑλληνικὴ ἀγροτικὴ κοινωνία ἀπέναντι στὴν παγκο- σμιοποίηση,μετάφρ.ἈθηνᾶΒουγιούκα,ἐκδ.Ἐξάντας/ Ε.Κ.Κ.Ε., Ἀθήνα 2002, σ. 305. 7 Σήλια Νικολαΐδου, Εἰσαγωγὴ στὴν κοινωνιολογία τοῦ χώρου. Κοινωνιολογική ἀνάλυση τῶν δομημέ- νων μορφῶν τοῦ χώρου, ἐκδ. Παπασωτηρίου, Ἀθήνα 1984, σ. 28. 8 Μ. Γ. Μερακλής, Ὁ σύγχρονος ἑλληνικὸς λαϊκὸς Πολιτισμός, ἐκδ. Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ὥρα, Ἀθήνα 1973, σ. 57. 9Μ.Γ.Μερακλής,ΛαογραφικὰΖητήματα,ἐκδ.Μπού- ρα, Ἀθήνα 1989, σ. 83. 10 Μ. Γ. Μερακλής, Λαογραφικὰ Ζητήματα, ἐκδ. Μπούρα, Ἀθήνα 1989, σ. 83. 11 Σήλια Νικολαΐδου, Ἡ κοινωνικὴ ὀργάνωση τοῦ ἀστικοῦ χώρου, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 1993, σ. 398.
  • 43. 42 Ἡ αὐ­το­δι­οί­κη­ση ἦ­ταν ὁ συ­νε­κτι­κὸς δε­σμὸς τῶν σκλα­βω­μέ­νων στοὺς Ὀ­θω­μα­νοὺς προ­γό­νων μας. Ἂς μὴ πά­ει ὁ νοῦς μας σὲ τύ­πο αὐ­το­δι­οί­κη­σης ὅ­πως ὁ ση­με­ρι­νός. Ἡ σύγ­χρο­νη αὐ­το­δι­οί­ κη­ση εἶ­ναι σμι­κρο­γρα­φί­α τῆς κεν­τρι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας. Οἱ ὑ­πο­ψή­φιοι αἱ­ρε­τοί, πρῶ­τα χρί­ον­ται ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­τε­λεῖ­α τῶν κομ­μά­των καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­να­κοι­νώ­νουν τὴν ὑ­πο­ψη­φι­ ό­τη­τα. Κα­τὰ συ­νέ­πεια, ἐ­φαρ­μό­ζουν ἐ­κλε­ γό­με­νοι τὴν πο­λι­τι­κὴ τοῦ κόμ­μα­τος στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κουν. Ἡ κεν­τρι­κὴ ἐ­ξου­σί­α τὸ μό­νο ποὺ ἔ­πρα­ξε κα­τὰ τὴ με­τα­πο­λί­τευ­ση εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­κεν­τρώ­σει τοὺς μη­χα­νι­σμοὺς δι­α­φθο­ρᾶς. Ἔ­τσι οἱ πλεῖ­στοι τῶν Δή­μων ἐμ­φα­νί­ζον­ται σή­με­ρα, ὅ­πως καὶ ἡ Χώ­ρα μας, ὑ­περ­χρε­ω­μέ­νοι καὶ δὲν θὰ βρα­δύ­νει ἡ ὥ­ρα ποὺ θὰ στη­θοῦν καὶ σ᾿ αὐ­τοὺς ἐ­πι­ τρο­πὲς ἐ­πι­τή­ρη­σης. Ἡ Κοι­νό­τη­τα ἐ­πὶ Τουρ­κο­κρα­τί­ας ἦ­ταν ταυ­τό­ση­μη μὲ τὴν ἐ­νο­ρί­α. Κέν­τρο τῆς ζω­ῆς της εἶ­χε τὸν Να­ό, στὸν ὁ­ποῖ­ο δι­ ε­νερ­γοῦν­ταν ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἐ­κλο­γὲς τῶν προ­κρί­των. Βέ­βαι­α δὲν ἦ­ταν τὰ πράγ­μα­ τα ἰ­δα­νι­κά. Κοι­νω­νι­κὲς τά­ξεις ὑ­πῆρ­χαν καὶ οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὰ ἰ­σχυ­ροὶ μέ­σα στὴ γε­ νι­κὴ ἀ­νέ­χεια πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ τὶς πλά­ τες τῶν κα­τα­κτη­τῶν ἐ­πι­τύγ­χα­ναν τὴν ἐ­κλο­γή τους καὶ μά­λι­στα κα­τ᾿ ἐ­πα­νά­λη­ ψη. Θὰ μπο­ροῦ­σαν ἄ­ρα­γε σή­με­ρα οἱ ἐ­νο­ ρί­ες νὰ δι­α­δρα­μα­τί­σουν πα­ρό­μοι­ο μὲ τὸν τοῦ και­ροῦ τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας ρό­λο; Ἀρ­ κε­τὰ δύ­σκο­λο ὑ­πὸ τὸ κα­θε­στὼς τῆς νό­ μῳ κρα­τού­σης Πο­λι­τεί­ας. Ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ κα­το­χὴ τῆς Χώ­ρας μας σή­με­ρα δὲν εἶ­ναι ἔκ­δη­λη ὅ­πως σὲ πε­ρι­ό­δους κα­τὰ τὸ πα­ ρελ­θόν. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ δὲν γί­νε­ται ἀ­κό­μη λό­γος γιὰ δο­τὴ κυ­βέρ­νη­ση στὴν ὑ­πη­ρε­ σί­α τῶν κα­τα­κτη­τῶν. Πάν­τως πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­θε­ρά­πευ­τα ἀ­φε­λὴς ὁ πο­λί­της ποὺ προσ­δο­κᾶ ἀ­νά­καμ­ψη ἀ­πὸ τὰ μέ­τρα ποὺ ἔ­χουν λη­φθεῖ ἢ ἐ­πί­κει­ται νὰ λη­φθοῦν, ὅ­ταν οἱ ἴ­διοι οἱ συν­τε­λέ­σαν­τες στὴν κα­ τάν­τιά μας, ποὺ εἶ­ναι οἱ ἐ­πί­λε­κτοι γιὰ τὶς ἀ­να­λύ­σεις στὴ μι­κρὴ ὀ­θό­νη, χω­ρὶς ντρο­ πὴ το­νί­ζουν ὅ­τι τὸ μνη­μό­νιο ἔ­δει­χνε ἐξ ἀρ­χῆς ὅ­τι θὰ μᾶς ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δα. Εἶ­ναι λοι­πὸν κα­τα­φα­νὲς ὅ­τι οἱ δα­νει­στές μας, ἔ­χον­τας ὑ­πο­χεί­ριο τὸν πο­λι­τι­κὸ κό­ σμο πού ἀ­σκεῖ ἐ­ξου­σί­α, θέ­λουν νὰ μᾶς τὰ πά­ρουν ὅ­λα: τοὺς μι­σθούς, τὶς κα­τα­θέ­ σεις, τὰ ἀ­κί­νη­τα, τὰ ἀ­σφα­λι­στι­κὰ τα­μεῖ­α, τὴν πε­ρί­θαλ­ψη, τὸν δη­μό­σιο πλοῦ­το, ὑ­πο­δο­μῶν, ἐ­δά­φους, ὑ­πε­δά­φους καὶ ὑ­πο­ θα­λάσ­σιο. Τὸ μό­νο ποὺ μᾶς προ­σφέ­ρουν εἶ­ναι ἀ­νερ­γί­α καὶ νέ­α ὤ­θη­ση πρὸς με­τα­ νά­στευ­ση, ἐ­νῷ οἱ κρα­τοῦν­τες μᾶς πα­ρη­ γο­ροῦν μὲ φλυ­α­ρί­α πε­ρὶ ἀ­νά­πτυ­ξης, ποὺ δὲν πρό­κει­ται νὰ ἔλ­θει ὑ­πὸ τὴν πα­ροῦ­σα κα­τά­στα­ση στὴ δι­ε­θνῆ οἰ­κο­νο­μι­κὴ σκη­ νή. Πρὸς ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς κρί­σης ποὺ θὰ βα­θαί­νει, ὥ­στε τὰ λί­γα κα­ζά­νια φα­ γη­τοῦ ποὺ ἔ­χουν στη­θεῖ ἢ θὰ στη­θοῦν νὰ μὴν ἐ­παρ­κοῦν, ὁ κά­θε πο­λί­της πρέ­πει ἐ­πὶ τέ­λους νὰ ἀ­πο­τι­νά­ξει τὴν προ­δι­ά­θε­ ση πρὸς κα­τά­θλι­ψη, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­ξα­πλώ­νε­ ται μὲ γορ­γὸ ρυθ­μό, καὶ νὰ αὐ­τε­νερ­γή­ σει. Ἂς ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ μί­α πα­ρου­σί­α­ση τῆς κα­τά­στα­σης: Κα­τ᾿ ἀρ­χὴν ὀ­φεί­λου­με νὰ δε­χθοῦ­με πὼς ὅ­λοι μας ἔ­χου­με με­ρί­ διο εὐ­θύ­νης, για­τί ἐ­να­πο­θέ­σα­με τὶς ἐλ­πί­ ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ Ἀποστόλου Παπαδημητρίου Δημοσιογράφου
  • 44. 43 δες σὲ πρό­σω­πα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πη­ρέ­τη­σαν τὸ σχέ­διο δι­ά­λυ­σης τῆς πα­τρί­δας μας. Αὐ­τὰ τὰ πρό­σω­πα χει­ρο­κρο­τή­σα­με, πα­ρα­κα­λέ­ σα­με, κο­λα­κέ­ψα­με, ὑ­μνή­σα­με, ψη­φί­σα­ με. Καὶ αὐ­τὰ μᾶς πέ­τα­ξαν ἕ­να κοκ­κα­λά­ κι, ὥ­στε νὰ μᾶς προ­κα­λοῦν τώ­ρα μὲ τὸ «ὅ­λοι μα­ζὶ τὰ φά­γα­με!». Κα­τό­πιν ὀ­φεί­ λου­με νὰ δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴ λή­ξη τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου ἔ­χου­ με ση­μαν­τι­κὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα: Οἱ ὑ­πο­δο­ μὲς εἶ­ναι ἀ­νέ­πα­φες, ἂν καὶ πολ­λὲς πέ­ρα­ σαν σὲ χέ­ρια ξέ­νων. Τὸ ζω­ϊ­κὸ κε­φά­λαι­ο, ἂν καὶ ἀ­νε­παρ­κές, δὲν ἔ­χει ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Ἀ­κό­μη μπο­ροῦ­με νὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με χω­ ρὶς τὸν φό­βο νὰ μᾶς ἁρ­πά­ξει τὴ σο­δειὰ ὁ κα­τα­κτη­τής. Ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἀ­πει­λὴ μᾶς φέρ­νει πιὸ κον­τά, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸν βα­ θὺ δι­χα­σμὸ ποὺ μᾶς δι­έ­κρι­νε κα­τὰ τὴ λή­ ξη τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου. Τέ­λος, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, δὲν θρη­νοῦ­με νε­κροὺς ὅ­πως τό­τε. Οἱ κα­τα­κτη­τὲς σή­με­ρα χρή­μα­τα ζη­ τοῦν μό­νο. Δὲν σπα­τα­λοῦν φο­νι­κὰ ὅ­πλα γιὰ νὰ μᾶς ἐ­ξον­τώ­σουν. Αὐ­τε­νέρ­γεια πρώ­τη ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὴν κα­τά­κτη­ση: Πε­ρι­ο­ρι­σμὸς τῆς κα­τα­ νά­λω­σης καὶ υἱ­ο­θέ­τη­ση τῆς ὀ­λι­γάρ­κειας μὲ τὴν καλ­λι­έρ­γεια ἀ­σκη­τι­κοῦ φρο­νή­ μα­τος. Ἡ κα­τα­νά­λω­ση εἶ­ναι τὸ πλέ­ον ἐκ­ μαυ­λι­στι­κὸ μέ­σο στὴ δι­ά­θε­ση τοῦ κα­πι­ τα­λι­σμοῦ. Βέ­βαι­α αὐ­τὸ ὄ­φει­λε νὰ τὸ εἶ­ χε καυ­τη­ριά­σει ἡ δι­οι­κοῦ­σα Ἐκ­κλη­σί­α πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­ες. Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ὅ­τι ἡ πρό­τα­σή μου προ­σκρού­ει πρὸς τὸ συμ­φέ­ρον τῶν πω­λούν­των τὰ κα­τα­να­ λω­τι­κὰ εἴ­δη. Καὶ δὲν ἀ­να­φέ­ρο­μαι βέ­βαι­α στοὺς με­γα­λο­ει­σα­γω­γεῖς καὶ στοὺς με­γα­ λέμ­πο­ρους, ἀλ­λὰ σ᾿ ἐ­κεί­νους ποὺ μὲ κα­ θη­με­ρι­νὸ σφί­ξι­μο στὴν καρ­διὰ ἀ­νοί­γουν τὸ μι­κρο­μά­γα­ζό τους. Καὶ ἄλ­λη συρ­ρί­ κνω­ση τῆς κί­νη­σης; Μὲ πό­νο ψυ­χῆς γρά­ φω: Ναί! Ἂς ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ τὰ εἰ­σα­γό­ με­να εἴ­δη: Τέ­λος στὴ δου­λι­κὴ ὑ­πο­τα­γὴ στὸ ἐκ­μαυ­λι­στι­κὸ τρα­γού­δι τῶν σει­ρή­ νων. Ἂς μη­δε­νί­σου­με τὶς ἀ­γο­ρὲς τῶν πο­ λυ­δι­α­φη­μι­ζο­μέ­νων (μὲ τὰ χρή­μα­τά μας) ξέ­νων προ­ϊ­όν­των. Ἔ­χου­με ἀ­π᾿ ὅ­λα τὰ εἴ­δη δι­α­τρο­φῆς καὶ μά­λι­στα πο­λὺ κα­λῆς ποι­ό­τη­τας. Ἂς μὴ ξα­να­πα­τή­σου­με τὸ πό­ δι μας σὲ κα­τά­στη­μα πο­λυ­ε­θνι­κῆς ἑ­ται­ ρεί­ας, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ ἀ­γο­ρὰ ἑλ­λη­νι­κῶν προ­ϊ­όν­των. Ἂς ἐ­νι­σχύ­σου­με τὴν ὅ­ποι­α κί­νη­ση πρὸς στή­ρι­ξη ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἤ­δη ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους στὴν Ἀ­θή­να. Αὐ­τὲς ἀ­γο­ρά­ζουν ἀ­πὸ Συ­ νε­ται­ρι­σμοὺς ἢ πα­ρα­γω­γοὺς καὶ δι­α­θέ­ τουν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἑλ­λη­νι­κὰ προ­ϊ­όν­τα. Ἂς μὴν ἀ­γο­ρά­ζου­με ἀ­γρο­τι­κὰ προ­ϊ­όν­τα εἰ­σα­γω­γῆς, ὅ­ταν γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ὁ­μο­ει­δῆ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­δι­ά­θε­τα στὶς ἀ­πο­θῆ­κες τῶν πα­ρα­γω­γῶν μας. Ἂς προ­σέ­χου­με πο­λύ, κα­θὼς οἱ πο­νε­μέ­νοι πα­ρα­γω­γοὶ κα­ταγ­ γέλ­λουν ὅ­τι εἰ­σα­γω­γεῖς προ­μη­θεύ­ον­ται μι­κρὲς πο­σό­τη­τες ἀ­πὸ αὐ­τοὺς καὶ δι­α­θέ­ τουν πολ­λα­πλά­σι­ες εἰ­σα­γό­με­νες ἀ­πὸ ἄλ­ λες χῶ­ρες, τὶς ὁ­ποῖ­ες δι­α­φη­μί­ζουν ὡς ἑλ­ λη­νι­κές. Αὐ­τε­νέρ­γειες: Πε­ρι­ο­ρι­σμὸς τῆς κα­τα­νά­λω­σης καὶ υἱ­ο­θέ­τη­ση ἀ­σκη­τι­κοῦ φρο­νή­μα­τος. Παύ­ση τῆς φλυ­α­ρί­ας. Αὔ­ξη­ση τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας στὴ χρή­ση ἐ­νέρ­γειας. Πε­ρι­ο­ρι­σμὸς προ­μή­θειας ἐρ­γα­λεί­ων καὶ συ­σκευ­ῶν.
  • 45. 44 Αὐ­τε­νέρ­γεια δεύ­τε­ρη: Παύ­ση τῆς φλυ­α­ρί­ας. Καυ­χό­μα­στε ὅ­τι εἴ­μα­στε κοι­ νω­νι­κοὶ καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με, ἄ­ρα δι­α­θέ­ του­με ἀ­κό­μη ἀν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο. Ἐ­πι­ κοι­νω­νοῦ­με μὲ τὰ κι­νη­τά, γιὰ τὴ χρή­ση τῶν ὁ­ποί­ων πλη­ρώ­νου­με κε­φα­λαι­ώ­δη (καὶ κε­φα­λι­κὸ) φό­ρο βλα­κεί­ας (καὶ δου­ λεί­ας). Ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α στοι­χί­ζει στὴν οἰ­ κο­γέ­νεια πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἠ­λε­ κτρι­κὴ ἐ­νέρ­γεια. Ἂς πε­ρι­ο­ρί­σου­με τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν κι­νη­τῶν. Για­τί ἄ­ρα­γε νὰ δι­ α­θέ­τουν ὅ­λα τὰ μέ­λη κι­νη­τό; Για­τί νὰ φθά­νει ὁ λο­γα­ρια­σμὸς τοῦ κι­νη­τοῦ στὸ 10% καὶ πλέ­ον τοῦ μι­σθοῦ; Αὐ­τε­νέρ­γεια τρί­τη: Αὔ­ξη­ση τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας στὴ χρή­ση ἐ­νέρ­ γειας. Μεί­ω­ση τῶν με­τα­κι­νή­σε­ ων μὲ ὀ­χή­μα­τα Ι.Χ.Τὰμέ­σασυγ­ κοι­νω­νί­αςθὰπυ­ κνώ­σουν τό­τε τὰ δρο­μο­λό­για καὶ θὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τού­ μα­στε ἱ­κα­νο­ποι­ η­τι­κὰ καὶ φθη­νά. Ἐμ­ μο­νὴ μὲ ὁ­μα­δι­κὸ πνεῦ­μα στὴ λει­τουρ­γί­α τῶν ἐγ­κα­τα­στά­σε­ων κεν­τρι­κῆς θέρ­μαν­ σης. Ἂν τὰ πο­σὰ ποὺ δι­ε­τέ­θη­σαν ἤ­δη γιὰ ἐγ­κα­τα­στά­σεις ἀ­το­μι­κῆς θέρ­μαν­σης (νά, ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ «ἐ­γὼ») εἶ­χαν δι­α­τε­θεῖ ἀ­πὸ κοι­νοῦ γιὰ μο­νώ­σεις στὴν οἰ­κο­δο­μή, θὰ ἀν­τι­με­τω­πι­ζό­ταν πο­λὺ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὰ ἡ αὔ­ξη­ση τῆς τι­μῆς τῶν καυ­σί­μων καὶ θὰ ἀ­πο­φευ­γό­ταν ἡ ἐ­ξα­γω­γὴ συ­ναλ­λάγ­μα­τος γιὰ ἀ­γο­ρὰ μη­χα­νη­μά­των καὶ ἡ ἀ­σχή­μια στὶς οἰ­κο­δο­μὲς ἀ­πὸ τὶς τρο­πο­ποι­ή­σεις. Αὐ­τε­νέρ­γεια τέ­ταρ­τη: Ὅ­λες καὶ ὅ­λοι στὸ δρό­μο τοῦ Μαχ­μά­τμα Γκάν­τι. Ἐ­κεῖ­ νος τί­να­ξε τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἐμ­πό­ριο ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ χέ­ρια τῶν Ἄγ­γλων μὲ τὴν ἀ­νέ­μη ποὺ ζή­τη­σε νὰ προ­μη­θευ­τεῖ κά­θε οἰ­κί­α. Ὅ­σο ἀ­κό­μη ζοῦν οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ γνω­ρί­ζουν ἀρ­γα­λει­ὸ καὶ τὰ συ­να­φῆ γιὰ τὴν σύν­θε­ση ὑ­φα­σμά­των καὶ φο­ρε­μά­ των, ἂς ἀ­να­βι­ώ­σει ἡ ὄ­μορ­φη γυ­ναι­κεία συν­τρο­φιὰ μὲ τὰ τρα­γού­δια καὶ τὰ χω­ ρα­τὰ τῆς ἐν ὥ­ρᾳ ἐρ­γα­σί­ας. Ἀρ­κε­τὲς ὧ­ρες σπα­τα­λή­θη­καν μπρο­στὰ στὴν ἄ­θλια μι­ κρὴ ὀ­θό­νη τῶν «σί­ριαλς». Αὐ­τε­νέρ­γεια πέμ­πτη: Πε­ρι­ο­ρι­σμὸς προ­μή­θειας ἐρ­γα­λεί­ων καὶ συ­σκευ­ῶν. Συγ­γε­νι­κὰ πρό­σω­πα, ἂς μοι­ρά­ζον­ται τὴν ἴ­δια συ­σκευ­ή. Πολ­λοὶ οἱ γε­ωρ­γι­κοὶ ἑλ­ κυ­στῆ­ρες, πολ­λὲς οἱ σπαρ­τι­κὲς μη­χα­νές, ἀλ­λὰ καὶ πολ­λοὶ οἱ χέρ­σοι ἀ­γροὶ μὲ τὴν τι­μω­ρί­α τῆς ἀ­γρο­τιᾶς ἀ­πὸ τοὺς Εὐ­ρω­παί­ ους μὲ τὸ ὑ­πνω­ τι­κό τῆς ἐ­πι­δό­τη­ σης. Αὐ­τε­νέρ­γεια ἕ­κτη: Συλ­λο­γή, δι­ά­θε­ση καὶ πολ­ λ α ­π λ α ­σ ι α ­σ μ ὸ ς τῶν σπό­ρων γη­ γε­νῶν ποι­κι­λι­ῶν. Ἀ­πε­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­ε­θνι­κὲς πώ­λη­σης σπό­ρων. Ἂς ἁ­πλω­θοῦν οἱ κῆ­ποι, ὅ­σο ἀ­κό­μη τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι κοι­νὸ ἀ­γα­θό, για­τί οἱ πο­ λυ­ε­θνι­κὲς ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ τὸ λη­στέ­ψουν, ὅ­πως συ­νέ­βη στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ. Αὐ­τε­νέρ­γεια ἕ­βδο­μη: Αὔ­ξη­ση τοῦ ζω­ ϊκοῦ κε­φα­λαί­ου ἐ­πει­γόν­τως μὲ ταυ­τό­ χρο­νη μεί­ω­ση τῆς κα­τα­νά­λω­σης, ἀ­φοῦ με­γά­λες εἶ­ναι οἱ πο­σό­τη­τες εἰ­σα­γο­μέ­νων κρε­ά­των. Εὐ­κο­λό­τε­ρη εἶ­ναι ἡ ἐ­κτρο­φὴ που­λε­ρι­κῶν. Τὰ γι­δο­πρό­βα­τα μπο­ροῦν, ὅ­πως καὶ πα­λιὰ στὰ πλαί­σια τοῦ Κοι­νο­ τι­κοῦ πνεύ­μα­τος, νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν κοι­νὸ κο­πά­δι μὲ πολ­λοὺς ἰ­δι­ο­κτῆ­τες ἑ­νὸς ἢ λί­ γων κε­φα­λι­ῶν, ὑ­πὸ ἕ­να βο­σκὸ. Συ­νέλ­λη­νες ὥ­ρα νὰ κι­νη­θοῦ­με ἀ­πὸ τὸ «ἐ­γὼ» στὸ «ἐ­μεῖς». Ἂς μὴ μᾶς τρο­μο­ κρα­τοῦν οἱ δυ­σμε­νεῖς ἐ­ξε­λί­ξεις. Κα­νεὶς δὲν χά­θη­κε στὴ φτώ­χεια, πολ­λοὶ στὴν εὐ­μά­ρεια. Τὸ μαρ­τυ­ρεῖ ἡ ση­με­ρι­νὴ κα­ τάν­τιά μας. _
  • 46. 45 Ο ἱ ἐ­πι­στῆ­μες ποὺ ἔ­χουν σχέ­ση μὲ τὸν πρω­το­γε­νῆ το­μέ­α, τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἑ­ξήν­τα χρό­νια, ἔ­χουν ση­μει­ώ­σει με­ γά­λες προ­ό­δους, ὅ­πως ἡ χη­μεί­α (λι­πά­σμα­τα- φάρ­μα­κα), ἡ βι­ο­λο­γί­α, ἡ μη­χα­νο­λο­γί­α-ἠ­λε­κτρο­ λο­γί­α-ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ. Ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἴ­χα­με: α. Νέ­ες ποι­κι­λί­ες, πιὸ πα­ρα­γω­γι­κές, πιὸ ἀν­θε­κτι­κὲς (πλά­για­ σμα) καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο εὐ­αί­σθη­τες στὶς δι­ά­φο­ ρες ἀ­σθέ­νει­ες. β. Πα­ρα­γω­γὴ λι­πα­σμά­των, μὲ συν­ δυα­σμὸ λι­παν­τι­κῶν στοι­χεί­ων, μὲ μι­κρό­ τε­ρο κό­στος. γ. Ἡ Βι­ο­τε­χνο­λο­γί­α μᾶς δί­νει τὴν δυ­ να­τό­τη­τα νὰ πα­ρά­γου­με ὠ­φέ­λι­μα ἔν­το­ μα καὶ πα­ρά­σι­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α συμ­βάλ­λουν στὴν πα­ρα­γω­γὴ κα­θα­ρῶν βι­ο­λο­γι­κῶν προ­ϊ­όν­των. δ. Ἡ μη­χα­νο­λο­γί­α καὶ ὁ ἠ­λε­κτρι­σμὸς μᾶς δί­νουν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἐκ­μη­χα­νί­ σου­με σχε­δὸν ὅ­λους το­ὺς κλά­δους τοῦ πρω­το­γε­νοῦς το­μέα­. ε. Τέ­λος ἡ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ δί­νει τὴν εὐ­και­ρί­α γιὰ πλη­ρο­φό­ρι­ση καὶ γνώ­ση ἄ­με­σα. Ἄλ­λο­τε χρει­ά­ζον­ταν χρό­νια γιὰ νὰ με­τα­φερ­θεῖ ἡ γνώ­ση ἀ­πὸ τὰ κέν­τρα ἔ­ρευ­νας. Σή­με­ρα ὅ­λα τὰ πα­νε­πι­στή­μια πα­ρα­κο­λου­θοῦν ὅ­λα τὰ προ­γράμ­μα­τα ἔ­ρευ­νας, κα­θὼς καὶ ὅ­λες τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ ες, σχε­τι­κὲς μὲ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ὅ­λου τοῦ πλα­νή­τη, ἀλ­λὰ καὶ τὶς δι­ά­φο­ρες κα­τα­ στρο­φές. Ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω ἔ­χουν δη­μι­ουρ­γή­σει νέ­ες συν­θῆ­κες πα­ρα­γω­γῆς καὶ ἐμ­πο­ρί­ας, ἀ­φοῦ ὁ πα­ρα­ γω­γὸς μπο­ρεῖ νὰ πα­ρά­γει με­γά­λες πο­σό­τη­τες προ­ ϊ­όν­των ἐ­πώ­νυ­μα καὶ νὰ τὰ στείλει σὲ μα­κρυ­νὲς ἀ­πο­στά­σεις, για­τί οἱ ἀ­πο­ στά­σεις ἔ­χουν ἐκ­μη­δε­ νι­σθεῖ, σχε­δόν, ἀλ­λὰ καὶ ὁ προ­στα­τευ­τι­σμὸς ἔ­χει μει­ω­θεῖ πά­ρα πο­λὺ, λό­γῳ τῶν συμ­φο­νι­ῶν τοῦ παγ­κό­σμιου ὀρ­γα­ νι­σμοῦ ἐμ­πο­ρί­ου. Ἡ πα­τρί­δα μας τὰ τε­ λευ­ταῖα ἑ­ξήν­τα (60) χρό­νια, δὲν πα­ρα­κο­ λού­θη­σε, σὲ ἐ­πί­πε­δο ἔ­ρευ­νας, τὶς με­γά­λες με­τα­βο­λὲς ποὺ ἔ­χουν συν­τε­λε­σθεῖ, λό­γῳ μεί­ω­σης τῶν κον­δυ­λί­ων ἔ­ρευ­νας στὸν πρω­το­γε­νῆ το­μέ­α, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ κλεί­σουν εἰ­δι­κευ­μέ­να ἰν­στι­τοῦ­τα ἔ­ρευ­ νας, ὅ­πως βαμ­βα­κιοῦ στὴ Σίν­δο, κα­πνοῦ στὴ Δρά­μα, σι­τη­ρῶν στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὁ­πό­τε μεί­να­με ἁ­πλοὶ θε­α­τές. Ἀλ­λὰ καὶ οἱ πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σχο­λὲς δὲν προ­σαρ­μό­ σθη­καν γιὰ τὸν ἴ­διο λό­γο, προ­κει­μέ­νου νὰ βγά­λουν ἐ­πι­στή­μο­νες ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­ δου, ὥ­στε οἱ νέ­ες τε­χνι­κὲς καὶ ἀ­νάγ­κες νὰ πε­ρά­σουν στὸν πα­ρα­γω­γό. Ἡ προ­σαρ­μο­γὴ καὶ ἡ πα­ρα­γω­γὴ ἀ­φέ­ θη­κε ἐν­τε­λῶς στοὺς ἰ­δι­ῶ­τες καὶ τὰ ἀ­πο­ τε­λέ­σμα­τα ἦ­σαν μη­δα­μι­νά, γιὰ τοὺς πα­ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΤΟΜΕΑ Λιάου Δημητρίου Γεωπόνου
  • 47. 46 ρα­κά­τω λό­γους: α. Μὴ σω­στὴ καὶ ἔγ­και­ρη ἐ­νη­μέ­ρω­ ση τῶν ἐν­δι­α­φε­ρο­μέ­νων πα­ρα­γω­γῶν καὶ κτη­νο­τρό­φων. β. Μὴ προ­σαρ­μο­γὴ τῆς νο­μο­θε­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἔ­γι­ναν δὲν ἐ­φαρ­ μό­σθη­καν. γ. Δὲν προ­στα­τεύ­θη­κε καὶ δὲν δό­θη­κε ἡ δέ­ου­σα βα­ρύ­τη­τα γιὰ τὸν ἐκ­συγ­χρο­νι­ σμὸ καὶ τὴν ὀρ­γά­νω­ση, σὲ ὑ­γι­εῖς βά­σεις, τοῦ Συ­νε­τη­ρι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος, μὲ ἀ­πο­ τέ­λε­σμα νὰ μὴν προ­σαρ­μο­σθεῖ μέ­χρι σή­ με­ρα στὰ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ δε­δο­μέ­να, νὰ στε­ρή­σει τὸν πα­ρα­γω­γὸ ἀ­πὸ τὸ νὰ κερ­δί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει προ­ϋ­πο­θέ­σεις πα­ρα­γω­γῆς προ­ϊ­όν­των ἀν­τα­γω­ νι­στι­κῶν σὲ παγ­κό­σμια κλί­μα­ κα, ἀ­φοῦ σή­με­ρα στέλ­νει καὶ ἔ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ στεί­λει γε­ωρ­ γι­κὰ καὶ κτη­νο­τρο­φι­κὰ προ­ϊ­όν­ τα ἀ­κό­μα καὶ στὶς Η.Π.Α, ὅ­πως τυ­ρὶ φέ­τα, γι­α­ούρ­τι, κομ­πό­στες φρού­των, κρα­σιὰ κ.λπ. Ἐ­πι­κρά­ τη­σε δυ­στυ­χῶς ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζον­ται νό­μοι γιὰ νὰ κερ­δί­ σει ὁ πα­ρα­γω­γὸς πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ ὅ­μως χρει­ά­ζε­ται. δ. Δὲν ἔ­γι­νε κα­τα­νο­η­τὸ ὅ­τι ἡ ση­με­ρι­ νὴ γε­ωρ­γι­κὴ ἐ­πι­χεί­ρη­ση χρει­ά­ζε­ται ἀ­ριθ­ μὸ κε­φα­λαί­ων, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ πρω­το­γε­νὴς το­μέ­ας δί­νει μι­κρὸ πο­σο­στὸ κέρ­δους, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ὑ­περ­βαί­νει στὶς κα­ λύ­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις τὸ πέν­τε (5%) τοῖς ἑ­κα­τό. Ἡ ἀ­γο­ρὰ ὅ­μως ἀ­παι­τεῖ πολ­λὰ φθη­ νὰ καὶ ἐ­πώ­νυ­μα γε­ωρ­γι­κὰ καὶ κτη­νο­τρο­ φι­κὰ προ­ϊ­όν­τα, ἑ­πο­μέ­νως ἡ ἐ­πι­χεί­ρη­ση, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ τί πα­ρά­γει, χρει­ά­ζε­ται τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἔ­κτα­ση, ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ εἶ­ναι συ­νε­χό­με­νη ἢ τὸ πο­λὺ σὲ δύ­ο- τρί­α ἀ­γρο­τε­μά­χια, ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ δώ­ σει προ­ϊ­όν­τα μὲ στα­θε­ρὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­ κὰ, ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λες πο­σό­τη­τες, ὥ­στε ἡ πα­ρου­σί­α νὰ εἶ­ναι συ­νε­χὴς στὴν ἀ­γο­ρά. ε. Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη πα­ρα­γω­γῆς μη­χα­νη­μά­ των, δι­α­φό­ρων αὐ­το­μα­τι­σμῶν, ἐ­πέ­βαλαν τὴ χρή­ση μη­χα­νη­μά­των με­γά­λης ἱπ­πο­δύ­ να­μης καὶ με­γά­λης ἀ­ξί­ας, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἐκ­μη­χά­νι­σης, σχε­δόν, ὅ­λων τῶν κλά­δων τοῦ πρω­το­γε­νοῦς το­μέ­α. Ἡ ἐκ­μη­χά­νι­ση τοῦ πρω­το­γε­νοῦς το­μέ­α ἔ­δω­σε τὴν δυ­να­ τό­τη­τα νὰ καλ­λι­ερ­γη­θοῦν με­γά­λες ἐ­κτά­ σεις καὶ νὰ ἐ­κτρα­φεῖ με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς ζώ­ ων καὶ πτη­νῶν, κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρα­γω­γὴ γε­ωρ­γι­κῶν-κτη­νο­τρο­φι­κῶν προϊόν­των με­γά­λων πο­σο­τή­των, μὲ χα­μη­λὸ κό­στος, ὅ­πως πα­ρα­γω­γὴ σι­τη­ρῶν καὶ κρέ­α­τος ὀρ­ νι­θο­ει­δῶν (κο­τό­που­λο-γα­λο­πού­λα). Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τὴ δὲν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε σω­ στὰ ἀ­πὸ τοὺς πα­ρα­γω­γούς, για­τί ἔ­πρε­πε ἡ ἀ­γο­ρὰ μη­χα­νη­μά­των με­γά­λης ἱπ­πο­δύ­ να­μης νὰ συν­δυα­σθεῖ καὶ μὲ τὴν αὔ­ξη­ση καλ­λι­ερ­γού­με­νης ἔ­κτα­σης, δη­λα­δὴ τὴν ἀ­γο­ρὰ τῶν κτη­μά­των τῶν οἰ­κο­γε­νεια­ κῶν ἐκ­με­ταλ­λεύ­σε­ων, ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα γιὰ πολ­λοὺς λό­γους καὶ νὰ δο­θεῖ ἡ δυ­να­τό­τη­τα πλή­ρους ἀ­πα­σχό­λη­ σης τῶν μη­χα­νη­μά­των, κα­λύ­τε­ρης ἀ­ξι­ ο­ποί­η­σης αὐ­τῶν, μὲ πα­ράλ­λη­λη αὔ­ξη­ση τοῦ κέρ­δους τοῦ πα­ρα­γω­γοῦ καὶ τὴ δη­μι­ ουρ­γί­α σι­γὰ-σι­γὰ γε­ωρ­γι­κῶν καὶ κτη­νο­ τρο­φι­κῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Συ­νέ­βη τὸ ἀν­ τί­θε­το. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πα­ρα­γω­γοὶ προ­ έ­βη­σαν στὴν ἀ­γο­ρὰ τοῦ μη­χα­νο­λο­γι­κοῦ ἐ­ξο­πλι­σμοῦ, χω­ρὶς τὴν ἐ­ξα­σφά­λι­ση τῆς ἀ­πα­σχό­λη­σης, στη­ρι­ζό­με­νοι στὴν ἐ­νοι­κί­ α­ση χω­ρα­φι­ῶν, μὲ ὑ­ψη­λὸ ἐ­νοί­κιο ἢ τὴν προ­σφο­ρὰ ὑ­πη­ρε­σι­ῶν πρὸς τρί­τους. Ἡ νο­ο­τρο­πί­α αὐ­τὴ εἶ­χε γιὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­
  • 48. 47 ρους πα­ρα­γω­γοὺς ζη­μι­ο­γό­νο ἀ­πο­τέ­λε­σμα, δι­ό­τι δὲν ἔ­λα­βαν ὑ­π᾿ ὄ­ψη τους τὸν πα­ρά­ γον­τα και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες καὶ ὅ­ταν αὐ­τὲς ἦ­ταν δυ­σμε­νεῖς, ποὺ συμ­βαί­νει συ­χνά, εἶ­ χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν πα­ρα­γω­γὴ προ­ϊ­όν­ των ἀ­κρι­βῶν καὶ ἄ­ρα ζη­μί­α καὶ ἀ­πώ­λεια τοῦ κε­φα­λαί­ου ἐ­νοι­κί­α­σης χω­ρα­φι­ῶν. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τοῦ, ἡ μεί­ω­ση ἀ­πα­σχό­ λη­σης τοῦ μη­χα­νο­λο­γι­κοῦ ἐ­ξο­πλι­σμοῦ, ἀ­φοῦ χά­θη­κε ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἐ­νοι­κί­α­σης. Ἔ­τσι ἔ­χου­με ὑ­πο­α­πα­σχο­λού­με­νο μη­χα­ νο­λο­γι­κὸ ἐ­ξο­πλι­σμὸ καὶ πα­ρα­γω­ὴ προ­ϊ­όν­ των μὲ ὑ­ψη­λὸ κό­στος, μὴ ἀν­τα­γω­νι­στι­ κῶν καὶ πα­ράλ­λη­λα ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες γε­ωρ­γι­κὲς καὶ κτη­νο­τρο­φι­κὲς ἐ­κτά­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες πρέ­πει νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­η­θοῦν καὶ νὰ ἀν­τι­στρέ­ψουν τὴν ση­με­ρι­νὴ εἰ­κό­να. Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α γε­ωρ­γι­κῶν-κτη­νο­τρο­φι­κῶν- ἀμ­πε­λουρ­γι­κῶν-δεν­τρο­κο­μι­κῶν ἐ­πι­χει­ ρή­σε­ων ποὺ νὰ βα­σί­ζον­ται στὸ κέρ­δος καὶ ὄ­χι στὴν ἐ­πι­δό­τη­ση εἶ­ναι ἐ­πεί­γου­σα γιὰ τοὺς πα­ρα­κά­τω λό­γους: α. Γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ προϊόν­των μὲ χα­μη­λὸ κό­στος, γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει ἡ εἰ­ σα­γω­γὴ ὁ­μο­ει­δῶν προϊόν­των ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξω­ τερ­κό. β. Νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­η­θεῖ ἡ γῆ ποὺ πα­ρα­μέ­νει χέρ­σα. γ. Νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­η­θεῖ τὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ προ­σω­πι­κὸ (ζω­ο­τέ­χνες-οἰ­ νο­λό­γοι-δεν­τρο­κό­μοι) ποὺ σή­με­ρα ἀ­πα­ σχο­λεῖ­ται σὲ ἄλ­λους το­μεῖς, ἐ­κτὸς ἀν­τι­ κει­μέ­νου τους. δ. Μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α γε­ωρ­γι­κῶν καὶ κτη­νο­τρο­φι­κῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων θὰ βρε­ θοῦν κλά­δοι οἱ ὁ­ποῖ­οι θὰ πα­ρά­γουν προϊόν­τα ἀν­τα­γω­νι­στι­κὰ γιά τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­ κό, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ αὐ­ξη­θοῦν οἱ ἐ­ξα­γω­ γὲς ποὺ εἶ­ναι σή­με­ρα ἐ­λά­χι­στες. ε. Ἡ αὐ­ξη­μέ­νη πα­ρα­γω­γὴ ἀν­τα­γω­νι­ στι­κῶν προϊόν­των θὰ αὐ­ξή­σει θέ­σεις ἐρ­ γα­σί­ας στὴ με­τα­ποί­η­ση καὶ τὸ ἐμ­πό­ριο γε­ ωρ­γι­κῶν καὶ κτη­νο­τρο­φι­κῶν προϊόν­των, κα­θὼς καὶ στὶς με­τα­φο­ρές, ἀ­φοῦ θὰ ἔ­χου­ με πο­σο­τι­κὴ αὔ­ξη­ση τοῦ ὄγ­ κου πρὸς με­τα­φο­ρὰ στὸ ἐ­σω­ τε­ρι­κὸ καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω πρέ­πει νὰ γί­νουν ἐ­πεν­δύ­σεις στὸν πρω­ το­γε­νῆ το­μέ­α, προ­κει­μέ­νου νὰ δη­μι­ουρ­γη­θοῦν οἱ προ­ϋ­πο­ θέ­σεις γιὰ τὴν ἵ­δρυ­ση ἐ­πι­χει­ ρή­σε­ων, διότι ἡ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἐκ­με­τάλ­λευ­ση ἔ­χει πα­ρέλ­θει. Οἱ ἰ­δι­ῶ­τες ἐ­πεν­δυ­τὲς, κυ­ρί­ως οἱ νέ­οι ἐ­πι­στή­μο­νες ἀ­δυ­να­ τοῦν μὲ τὶς ὑ­πάρ­χου­σες συν­ θῆ­κες ποὺ εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­πα­ γο­ρευ­τι­κὲς, γιὰ τοὺς πα­ρα­κά­ τω λό­γους: α. Ὁ πο­λυ­τε­μα­χι­σμὸς τῶν χω­ρα­φι­ῶν ἐμ­πο­δί­ζει τὴν ἀ­γο­ρὰ συ­νε­χό­με­νης ἔ­κτα­ σης, ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α. β. Ἡ ἔλ­λει­ψη κε­φα­λαί­ων μὲ χα­μη­ λὸ ἐ­πι­τό­κιο καὶ γιὰ πολ­λὰ χρό­νια, ἀ­φοῦ ἡ γε­ωρ­γι­κὴ ἐ­πι­χεί­ρη­ση χρει­ά­ζε­ται τοὐ­ λά­χι­στον πέν­τε χρό­νια γιὰ νὰ ὀρ­γα­νω­θεῖ σω­στὰ καὶ νὰ μπεῖ σὲ πλή­ρη πα­ρα­γω­γή. γ. Ἡ ἔλ­λει­ψη πολ­λῶν κε­φα­λαί­ων γιὰ ἀ­γο­ρὰ γῆς καὶ μη­χα­νη­μά­των, κυ­ρί­ως ἀ­πὸ νέ­ους πα­ρα­γω­γούς. δ. Ἡ ἔλ­λει­ψη στα­θε­ρῆς πο­λι­τι­κῆς ποὺ νὰ δί­νει ὅ­ρα­μα καὶ ἐλ­πί­δα σὲ νέ­ους ἐ­ξει­δι­ κευ­μέ­νους ἐ­πι­στή­μο­νες, οἱ ὁ­ποῖ­οι θὰ βο­ η­θή­σουν στὴ συ­νέ­χεια νὰ ἱ­δρυ­θοῦν ὑ­γι­ εῖς καὶ σω­στοὶ συ­ναι­τε­ρι­σμοί, ποὺ θὰ δώ­ σουν στοὺς πα­ρα­γω­γοὺς στα­θε­ρὰ κέρ­δη μὲ προ­ο­πτι­κή. _
  • 49. 48 Κ ά­θε πρω­ὶ ξυ­πνά­ω ἀ­πὸ τὸ γκὰπ- γκοὺπ ποὺ κά­νει τὸ τσε­κού­ρι της πά­νω στὰ ξύ­ λα. Μέ­σα στὸ πρω­ ινὸ τσά­φι, γρι­ὰ κι ἄρ­ρω­στη γυ­ναίκα αὐ­τή, πά­νω ἀ­πὸ 75, σκί­ζει τὰ κούτ­σου­ ρα γι­ὰ τὸ τζά­κι της καὶ τὰ μά­γου­λά της ρο­δί­ζουν σὰν τὴν αὐ­γὴ ποὺ ἀ­χνο­ φέγ­γει πί­σω ἀπ᾿ τὸ σπι­τά­κι της. Μέ­χρι νὰ πι­ῶ ἐ­γὼ τὸν κα­φέ μου, ἐ­κεί­νη ἔ­χει μα­γει­ ρέ­ψει, ἔ­χει τα­γί­σει τὶς κό­τες, ἔ­χει ἀρ­ μέ­ξει τὴ γί­δα της, ἔ­χει σκου­πί­σει τὴν αὐ­λή της καὶ μπαί­ νει στὸν κῆ­πο της. Φεύ­γον­τας γι­ὰ τὴ δου­λει­ά μου, τὴ χαι­ρε­τά­ω ἀ­π᾿ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ τὸ χέ­ ρι. Εἶ­ναι σκυμ­μέ­νη στὸν κῆ­πο της καὶ σκά­βει. Βά­ζει πα­τά­τα καὶ μι­σο­ση­κώ­νε­ ται γι­ὰ νὰ μοῦ ἀν­τα­πο­δώ­σει τὸ κα­λη­ μέ­ρι­σμα. Λί­γες ἄ­σπρες τοῦ­φες ἀ­π᾿ τὰ μαλ­ λι­ὰ της ξε­φεύ­γουν ἀ­π᾿ τὸ μαῦ­ρο κε­φα­ λο­μάν­τη­λο. Ὅ­ταν ἐ­γὼ ἐ­πι­ στρέ­φω, ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα, τὴ βρί­ σκω στὸν πί­σω κῆ­ πο μὲ τὰ λα­χα­νι­κά. «Τί ἀ­γω­νι­έ­σαι πά­λι, θει­ά;». Κι ἐ­κεί­νη μὲ τὸ χα­μό­ γε­λο πάν­τα, σὰν νὰ ἀ­πο­λο­γεῖ­ται: «Τί νὰ κά­νω, γι­έ μ᾿, δύ­ο πραμ­μα­τά­ κι­α γι­ὰ τὰ παι­δι­ά. Ἀ­μέ, ποῦ νὰ τρέ­χω ν᾿ ἀ­γο­ρά­ζω;». Τὸ βρα­δά­κι θὰ πή­ξει τὸ τυ­ρί της, τὴ γι­α­ούρ­τη της, θὰ ἀ­νοί­ξει φύλ­λο γι­ὰ λα­χα­νό­πι­ττα. Κι ὅ­ταν θὰ τε­λει­ώ­σει ὅ­λα αὐ­τά, θὰ στρω­ ΣΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΗΡΩΪΔΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Σα­ΐ­τη Χα­ρᾶς
  • 50. 49 θεῖ δί­πλα στὴ φω­τίτ­σα της νὰ πλέ­ξει. Τό­σες ἀγ­γο­νι­ὲς εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἀ­νύ­παν­ τρες, νὰ μὴν ἔ­χουν κά­τι ἀ­π᾿ τὴ γι­α­γι­ά τους; Ὅ­ταν ἔ­χει λι­ α­κά­δα, βά­ζει τὴ σκά­φη καὶ μο­σκο­ πλέ­νει τὰ σκου­τι­ά της. Με­τὰ θὰ βγεῖ στὴ γύ­ρα νὰ φέ­ ρει προ­σα­νάμ­μα­τα. Τὰ κου­βα­λά­ει ὅ­λα στὴν πλά­τη. Ὅ­ταν βρί­σκει λά­χα­να -καὶ ξέ­ρει αὐ­τὴ νὰ τὰ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ μα­κρι­ά-, γε­μί­ζει ἕ­να τσου­βά­λι καὶ τὸ με­τα­φέ­ρει πά­νω στὸ κε­φά­λι της. Χα­ρο­κα­μέ­νη καὶ κα­κο­πε­ρα­σμέ­ νη, δὲν βα­ρυγ­γό­ μι­σε πο­τέ της. Πο­ λέ­μους, ἐμ­φύ­λι­ο, κα­το­χή, ξύ­λο καὶ κα­κου­χί­ες ἀ­πὸ παι­δά­κι. Ἀ­γράμ­μα­τη, κου­βα­λά­ει τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ στὸ κύτ­τα­ρο, ὅ­πως τῆς τὸν πέ­ρα­σε ἀ­πὸ στό­μα σὲ στό­μα ἡ μά­ννα της κι ἡ βά­ βω της. Ἀλ­λὰ ἡ ζω­ή, ζω­ὴ εἶ­ναι. Μό­νη της ἔ­χει μεί­νει ἡ κα­ψε­ρή, «ἕ­να κούτ­σου­ ρο». Τὰ παι­δι­ὰ της παν­τρε­μέ­να, ζοῦ­νε δι­ά­σπαρ­τα ὁ ἕ­νας ἐ­δῶ, ὁ ἄλ­λος ἐ­κεῖ. Ἡ ἔν­νοι­α της τὰ συν­τρο­φεύ­ει πάν­ τα. Στὸν ἕ­να δὲν ἀ­ρέ­σει τὸ τυ­ρὶ πο­λὺ ἁλ­μυ­ρό, στὸν ἄλ­λο νὰ δώ­σει πι­ὸ πο­λὺ πα­τά­τα, πέρ­σι δὲν τὸν ἔφ­τα­σε. Που­λά­ κι­α νὰ βά­λει και­νούρ­γι­α, τὴν τρῶ­νε τὴν κο­τό­σου­πα τὰ παι­δι­ά. Καὶ οἱ προ­ μή­θει­ες τα­ξι­δεύ­ουν κά­θε τό­σο, γι­ὰ τὴν Ἀ­θή­να, γι­ὰ τὴ Λευ­κά­δα… Κά­θε βρά­δυ ὀ­σμί­ζε­ται τὸν ἀ­γέ­ρα, πί­σω ἀ­π᾿ τὴ μι­σά­νοιχ­τη πόρ­τα, νὰ δεῖ τί και­ρὸ θὰ κά­νει. Μὴ ρί­ξει πά­χνη αὔ­ρι­ο καὶ κά­ψει τὴν πα­τά­τα της. Μὴ τῆς χα­λά­ σει τὴ ντο­μά­τα. Μὴν ἀ­πορ­ρί­ξει ἐ­κεί­νη ἡ γί­δα. Μὴ μπεῖ κα­μμι­ὰ ἀ­λε­ποῦ στὸ κο­ τέτ­σι. Στὴ γλά­ στρα τὰ γε­ρά­ νι­α προ­κο­πὴ δὲν ἔ­χου­νε. θέ­λουν με­τα­φύ­τευ­ση. Ὁ μι­κρό­κο­σμός της, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ ρο σύμ­παν. Ἄ ­γ ν ω ­σ τ η ἡ­ρω­ίδα τῆς ζω­ ῆς… Ἐ­κεί­νη ποὺ κρά­τη­σε τὴν οἰ­ κο­γέ­νει­ά της ὄρ­ θι­α σὲ και­ροὺς δύ­σκο­λους. Ποὺ δὲ ζή­ τη­σε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ της τί­πο­τα. Ποὺ ἔ­ζη­σε τί­μι­α, μὲ μό­νο στο­λί­δι τὴν ἀ­ξι­ ο­πρέ­πει­α. Ποὺ στή­ρι­ξε αὐ­τὴ –ἡ φτω­ χού­λα κι ἀ­γράμ­μα­τη– τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α καὶ τὴ στη­ρί­ζει ἀ­κό­μα. Χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει, ἔ­χει δώ­σει μί­α ἀ­πάν­ τη­ση στὴν παγ­κό­σμι­α οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ ση. Σί­γου­ρα τὴν ἔ­χεις γνω­ρί­σει, μέ­νει δί­πλα σου, στὴ γει­το­νι­ά σου, στὸ χω­ ρι­ό σου. Καὶ κα­νεὶς δὲν θὰ βρε­θεῖ νὰ τῆς κά­νει ἄ­γαλ­μα… _
  • 51. 50 Μ έχρι καὶ τὴ δεκαετία τοῦ '80, ἡ Δυτικὴ Οἰκονομία (δηλ. ἡ Εὐρώ- πη & ἡ Ἀμερικὴ) κατεῖχαν καὶ ἔλεγχαν τὸ 65% τοῦ παγκόσμιου ἐπεν- δυόμενου κεφαλαίου καὶ τὸ 60% τῆς πα- γκόσμιας παραγωγῆς, ἐκμεταλλευόμενη ἔτσι τὴν παγκόσμια οἰκονομία, ἂν θέλετε, τὸν ὑπόλοιπο κόσμο, τὴν Ἀφρική, τὴν Ἀσία τὴν Μέση Ἀνατολή. Αὐτὸ γινότανε εἴτε ἐλέγχοντας τοὺς πλουτοπαραγω- γικοὺς τομεῖς τους, εἴτε ἐλέγχοντας τὸ παγκόσμιο ἐμπόριο. Οἱ ἐγκέφαλοι ποὺ καθοδηγοῦσαν καὶ ἔλεγχαν τὴν παγκό- σμια οἰκονομία, κυρίως τῆς Ἀμερικῆς, συνεπικουρούμενοι καὶ ἀπὸ κάποιους τῆς Εὐρώπης, ζώντας καὶ ἀπολαμβά- νοντας τὴν ἐποχὴ τῆς «ἀποθέωσης τοῦ χρήματος»,τῶν ὑλικῶν πραγμάτων, ἀνα- κάλυψαν τὴν ἔννοια παγκοσμιοποίηση. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι μόνον αὐτοὶ δροῦσαν σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο, καὶ φυσικὸ ἦταν αὐτοὶ νὰ ἀνακαλύψουν τὴν ἔννοια τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ ὄχι φυσικὰ κά- ποιοι ποὺ ζοῦσαν στὸ Ἰρὰκ ἢ στὸ Ἀφγα- νιστὰν (μετέπειτα τρομοκράτες) καὶ οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν καὶ ἐνεργοῦσαν σὲ τοπικό, ἄντε ἐθνικὸ ἐπίπεδο. Τί σημαίνει ὅμως παγκοσμιοποίη- ση; Τί σημαίνει στὴν οἰκονομία ὁ ὅρος αὐτός; Εἶναι πάρα πολὺ ἁπλό. Ἀπελευθέ- ρωση κεφαλαίων καὶ πρώτων ὑλῶν, μὲ ταυτόχρονη παγκόσμια δικτύωση(γιὰ νὰ γίνεται εὔκολα ἡ μεταφορὰ τοῦ χρή- ματος, κ.τλ.). Μία δικτύωση ἡ ὁποία ἐπε- κτάθηκε στὴν ἐπικοινωνία καὶ τὴν πλη- ροφόρηση. Ἔτσι ἦταν πολὺ πιὸ εὔκολο γι’ αὐτοὺς ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ καθοδήγηση τῶν πληθυσμῶν. Ἦταν πιὸ εὔκολο νὰ ἐπέμβουν καὶ νὰ ἀλλάξουν συνήθειες, ἤθη καὶ ἔθιμα, ἀξίες καὶ νὰ κατευθύ- νουν τοὺς λαοὺς πρὸς τὴν ἀχαλίνωτη κατανάλωση, τὰ ὡραῖα αὐτοκίνητα, τὰ ὡραῖα σπίτια, τὶς διακοπὲς πολυτελείας, τὰ ἐπώνυμα ροῦχα κ.τλ. Ἀποτέλεσμα: περισσότερα χρήματα καὶ μεγαλύτερος ἔλεγχος ἀπ’αὐτούς. Ζώντας ὅμως μέσα σὲ αὐτὴν τὴν εὐδαιμονία τῆς «ἀποθέωσης τοῦ χρήμα- τος» γιὰ λόγους τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, πιθανὸν ὁ ἔλεγχος τῆς κατάστασης νὰ ξέφυγε λίγο, ἔτσι ὥστε ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ χρήματος καὶ τῶν πρώτων ὑλῶν ἔδωσε τὴ δυνατότη- τα στὶς χῶρες ΒΡΙΚ (Βραζιλία, Ρωσία, Ἰνδία, Κίνα), ποὺ οἱ λαοί τους πεινάγανε καὶ πεινᾶνε, νὰ πάρουν τὴν παγκόσμια ἀνάπτυξη στὰ χέρια τους, λόγῳ τοῦ πλε- ονεκτήματος τοῦ φθηνοῦ ἐργατικοῦ κό- στους. Ἔτσι σήμερα, 30 χρόνια μετά, τὰ προαναφερόμενα ποσοστὰ νἄχουν πέσει στὸ 35% καὶ 30% ἀντίστοιχα. Δηλαδὴ τί συνέβη; Ἁπλᾶ ἡ ΔΥΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΙΣΗ; ΚΑΙ ΑΝ ΝΑΙ…ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΚΡΙΣΗ; ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ… Καλαβρουζιώτη Γεωργίου
  • 52. 51 ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ. Εἶναι αὐτὸ ποὺ κρύβουν καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν λένε οἱ κυβερνήσεις τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Εὐρώ- πης. Τώρα προσπαθοῦν μὲ εἰσπρακτικὰ μέσα νὰ ἀφαιρέσουν τὴν ἀγοραστικὴ δύ- ναμη τῶν πολιτῶν, οὕτως ὥστε νὰ μὴν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ καταναλώ- νουν γιὰ νὰ μειωθοῦν οἱ εἰσαγωγὲς ἀπὸ τὶς χῶρες ΒΡΙΚ, καὶ νὰ σταματήσει ἡ ἀφαίμαξη τοῦ δυτικοῦ πλούτου ἀπὸ τὶς χῶρες αὐτές. Δύσκολο τὸ πρόβλημα. Μαζὶ ὅμως μὲ τὴν ἀνάπτυξη χάθη- καν οἱ ἀξίες καὶ οἱ θεσμοί. Ὑπάρχει Οἰκογένεια; Ὑπάρχει Πατρίδα; Θρησκεία; Σεβασμός; Ἀξιοπρέπεια; Ὑπάρχει Ἀγάπη; Εἰλικρίνεια; Ὑπάρχει Ἐλευθερία; Ὑπάρχει… Ἄρα ἡ κρίση ποὺ ὑπάρχει δὲν εἶναι οἰκονομική, εἶναι κρίση ἀξιῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο σήμερα. Ὅλοι βιώνο- ντας, λίγο ἢ πολὺ ὁ καθένας, τὴν οἰκονο- μικὴ κρίση ἀναγνωρίζουμε ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξουμε. Ποιός νὰ ἀλλάξει; Οἱ ἄλλοι; Ὄχι, ἐμεῖς, ὁ καθένας πρέπει νὰ ἀλλά- ξει γιὰ νὰ ἀλλάξει τὸ σύνολο καὶ ἡ πραγ- ματικότητα ποὺ βιώνουμε. Ἂς ξεκινήσουμε λοιπόν, ὅλοι μαζὶ καὶ ὁ καθένας ξεχωριστὰ αὐτὴ τὴν προ- σωπικὴ-ἀτομικὴ ἀλλαγὴ πρὸς τὴν ἀνεύ- ρεση τῶν χαμένων ἀξιῶν, ἔτσι ὥστε νὰ ἐπέλθει ἡ ἀτομική μας ἰσορροπία, τὴν ὁποία ἔχουμε χάσει. Ἡ ἐλπίδα εἶναι ὅτι θά ’ρθει ἕνα καλύ- τερο αὔριο γιὰ τὰ παιδιά μας, ἐξάλλου τοὺς τὸ ὀφείλουμε, ἐὰν ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς πραγματικὰ ἀλλάξει. _
  • 53. 52 ΦΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΖΩΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ Π ῶς νὰ γρά­ψεις γι­ὰ ἁ­πλὰ πράγ­μα­ τα ὅ­ταν εἶ­σαι πο­λύ­πλο­κος σὰν ἄν­ θρω­πος; Πῶς νὰ μι­λή­σεις γι­ὰ τὴ δη­μι­ουρ­ γί­α, ὅ­ταν ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα σὲ κα­θι­ στᾶ ἄ­πρα­κτο καὶ χω­ρὶς προ­σφο­ρὰ στὸν πλη­σί­ον καὶ τὸν κό­σμο; Πῶς νὰ μι­λή­σεις γι­ὰ τὸν Θε­ό, ὅ­ταν εἶ­σαι πλά­σμα Του καὶ δὲν ζεῖς «κα­τὰ φύ­σιν» οὔ­τε σὰν ἄν­θρω­πος οὔ­τε σὰν ἐ­πι­στή­μο­νας; Ἔ­γι­νε ἡ ἐ­πι­στή­μη μας μί­α συ­νή­ θει­α. Ἀ­δρά­νει­α γι­ὰ τὸν δη­μό­σι­ο Γε­ω­πό­ νο καὶ ἐμ­πό­ρι­ο γι­ὰ τὸν ἰ­δι­ώ­τη συ­νά­δελ­ φο. Ἔ­γι­νε καὶ ὁ ἀ­γρό­της με­ρο­κα­μα­τι­ ά­ρης τῶν ἐ­πι­δο­τή­σε­ων. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ ἀ­νύ­παρ­κτος σή­με­ρα πρω­το­γε­νὴς το­ μέ­ας σὲ μί­α χώ­ρα μὲ τὰ κα­λύ­τε­ρα στα­ τι­στι­κὰ σὲ γῆ, βο­σκο­τό­πι­α, ἀν­θρώ­πι­νο καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ προ­σω­πι­κό, πε­ρι­βάλ­ λον καὶ μη­χα­νι­κὴ ὑ­πο­στή­ρι­ξη, ἂν καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο εἶ­ναι μό­νο στα­τι­στι­κὸ καὶ ὄ­χι οὐ­σι­α­στι­κὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα καὶ ἀ­πο­ τέ­λε­σμα τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν πα­κέ­των στή­ρι­ξης σὲ πα­τε­ρίτ­σες τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γε­ωρ­γί­ας. Εἰ­σα­γω­γὲς ὅ­λων τῶν βα­σι­κῶν κα­τα­ ΣΚΕΨΕΙΣ… ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ Σα­πρα­νί­δη Χρή­στου Γε­ω­πό­νου ΑΠΘ Δ/νση Ἀ­γρ. Οἰ­κο­νο­μί­ας & Κτη­νι­α­τρι­κῆς Κιλ­κὶς
  • 54. 53 να­λω­τι­κῶν ἀ­γα­θῶν, π.χ 90% τοῦ βό­ει­ ου κρέ­α­τος, 75% τῆς ἐ­πι­τρα­πέ­ζι­ας ντο­ μά­τας. Συ­νέ­πει­α νὰ φθά­νει στὸ τρα­πέ­ζι μας μό­νο ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς προ­έ­λευ­σης προ­ ϊ­ὸν καὶ μὴ φαν­τα­στεῖ­τε ὅ­τι εἶ­ναι τὸ ἄ­ρι­στο καὶ τὸ πλέ­ον ἀ­σφα­λὲς γι­ὰ τὴν ὑ­γεί­α μας. Μᾶλ­λον θε­ω­ρού­με­θα τρί­τος κό­σμος ὡς κα­τα­να­λω­τές. Ἄ­δεια­σαν καὶ οἱ τσέ­πες μας καὶ ἔ­φθα­σε ὁ οἰ­κο­νο­μι­ κὸς μα­ρα­σμὸς ὡς φυ­σι­κὸ ἐ­πα­κό­λου­θο, ὅ­ταν κα­τα­βάλ­λον­ται ἐ­τη­σί­ως 6,5 δὶς εὑ­ρὼ γι­ὰ εἰ­σα­γω­γὴ ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­όν­ των. Φυ­σι­κὰ καὶ αὐ­τὰ ποὺ πα­ρά­γον­ται ἐ­δῶ λί­γο συ­νει­σφέ­ρουν στὴν οἰ­κο­νο­μί­α καὶ ἴ­σα ποὺ κα­λύ­πτουν τὸ κό­στος πα­ ρα­γω­γῆς (ὁ ἐ­ξο­πλι­σμὸς ἔ­χει ὑ­ψη­λὸ κό­ στος) καὶ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ ἐρ­γα­τι­κὰ χέ­ ρι­α ποὺ δὲν εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κὰ μὲ συ­νέ­πει­α πά­λι τὴν ἀ­πώ­λει­α. Τεμ­πε­λι­ά­σα­με ἀ­δελ­φοί, καὶ τώ­ρα ποὺ πῆ­ρε φω­τι­ὰ τὸ τεμ­πελ­χα­νεῖο (ἵ­δρυ­ μα γι­ὰ ἄ­ερ­γους) δὲν ἔ­χου­με κου­ρά­γι­ο νὰ ση­κω­θοῦ­με νὰ τὴν σβή­σου­με. Τὸ πλά­σμα ὅ­μως τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι δη­ μι­ουρ­γι­κὸ καὶ ἐρ­γα­τι­κό. Ἐ­μεῖς ὅ­μως τί νὰ ἀ­πο­λο­γί­σου­με στὴν πο­ρεί­α μας ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἀ­δι­α­φο­ρί­α καὶ ἀ­νι­κα­νό­τη­τα; Δὲν γνω­ρί­ζω ποι­ό εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἀ­πὸ τὰ δύ­ο, ξέ­ρω ὅ­μως ὅ­τι μᾶς φταῖ­νε ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι. Ὅ­μως μπο­ροῦ­με νὰ γυ­ρί­σου­με πί­ σω γι­α­τί δὲν εἶ­ναι μα­κρι­ὰ ἡ τε­λευ­ταί­α στρο­φή. Μπο­ροῦ­με νὰ καλ­λι­ερ­γή­σου­με τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γῆ πρὶν γε­μί­σει φω­το­βολ­τα­ϊ­ κά, ἐ­νερ­γει­α­κὰ φυ­τὰ καὶ πρὶν γί­νει ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το με­ταλ­λεῖ­ο χρυ­σοῦ, ὅ­πως προ­ ο­ρί­ζε­ται νὰ γί­νει ἡ Β. Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ χω­ρι­ό μου μα­ζί. Μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με τὴν Ἑλ­λά­δα τὸ θερ­μο­κή­πι­ο τῆς Εὐ­ρώ­πης, ποὺ χρό­ νι­α τὸ ἀ­κοῦ­με καὶ πο­τὲ δὲν τὸ εἴ­δα­με, καὶ ὄ­χι μό­νο νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σου­με τὴ δι­κή ΘερμοκήπιοἹ.Μ.Ἰβήρων(ἍγιονὌρος)
  • 55. 54 μας ἐ­πάρ­κει­α. Αὐ­τὸ φυ­σι­κὰ ἀ­παι­τεῖ πρῶ­τα νὰ τὸ πι­στέ­ψου­με ἐ­μεῖς γι­α­τί θὰ τὸ ἀ­πο­τρέ­ ψουν αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­φθα­σαν τὸν τό­πο σὲ αὐ­τὴν τὴ θέ­ση ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ἐμ­πο­ρι­ κὰ συμ­φέ­ρον­τα καὶ ὄ­χι τὴν ὑ­γεί­α τῶν πο­λι­τῶν καὶ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ εὐ­ρω­στί­α τοῦ τό­που. Ἐ­λᾶ­τε λοι­πὸν νὰ καλ­λι­ερ­γή­σου­με καὶ νὰ προ­στα­τεύ­σου­με τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γῆ, νὰ γε­μί­σου­με τὶς ἀ­γο­ρὲς μὲ ντό­πι­α προ­ϊ­όν­τα ὑ­γει­ινὰ (γι­α­τί εἶ­ναι κα­θα­ρὴ ἡ γῆ μας), ὥ­στε νὰ ἀ­δει­ά­σουν τὰ νο­σο­ κο­μεῖ­α, νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σου­με δου­λει­ὰ γι­ὰ ὅ­λους μας καὶ νὰ δι­α­σφα­λί­σου­με τὴν οἰ­κο­νο­μί­α μας. Νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με καὶ ἐ­μεῖς οἱ Γε­ω­πό­νοι τὴ χα­μέ­νη μας ὑ­πό­ στα­ση ποὺ τὴν ἀ­γα­πή­σα­με ἀ­πὸ τὸν Με­ θο­ρι­α­κὸ σταθ­μὸ, ἀλ­λὰ μᾶς ἄλ­λα­ξαν τὴν πο­ρεί­α οἱ σει­ρῆ­νες, στὴν Ὀ­δύσ­σει­α ποὺ ζοῦ­με. Καὶ πι­στέψ­τε με ὑ­πάρ­χει ἀ­ξι­ό­λο­γο ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νο προ­σω­πι­κὸ ποὺ δα­πα­νᾶ­ ται σὲ δι­οι­κη­τι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες καὶ ἀ­νού­σι­ο ἔρ­γο, ἀν­τὶ νὰ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸν προ­σα­ να­το­λι­σμὸ τῆς γε­ωρ­γί­ας, μὲ πει­ρα­μα­τι­ σμό, μὲ και­νο­τό­μες δρά­σεις, μὲ γε­νε­τι­ κὴ βελ­τί­ω­ση, μὲ δι­ά­σω­ση ἑλ­λη­νι­κῶν φυ­λῶν καὶ εἰ­δῶν καὶ τό­σα ἄλ­λα. Ἂς ξα­να­γί­νουν λοι­πὸν ζῶ­νες καλ­λι­ έρ­γει­ας. Ἂς πα­ρα­χθοῦν προ­ϊ­όν­τα ὀ­νο­μα­σί­ας προ­έ­λευ­σης. Ἂς ἀ­να­στή­σου­με τὴν πα­ρα­δο­σι­α­κὴ οἰ­κο­τε­χνί­α. Ἂς ἀ­να­ζω­ο­γο­νη­θεῖ ἡ ὕ­παι­θρος ποὺ μα­ρά­ζω­σε, ὅ­πως μα­ρά­ζω­σαν καὶ οἱ ἄν­ θρω­ποι ποὺ τὴν ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν ἀ­να­ζη­ τών­τας ἕ­να εὔ­κο­λο ἢ δύ­σκο­λο ἔν­ση­μο κα­θο­δη­γού­με­νοι ἀ­πὸ τὴν πα­τρι­κὴ εὐ­ χή: «Μάθε γράμ­μα­τα καὶ φύ­γε ἀ­πὸ τὸ χω­ρι­ό»­. Ποιός ἄ­ρα­γε ἔ­βα­λε αὐ­τὴν τὴν εὐ­χὴ σὲ πα­τρι­κὸ στό­μα; Ἂς ἀ­γω­νι­σθοῦ­με γι­ὰ νὰ κερ­δί­σου­ με ξα­νὰ τὴν ὑ­γεί­α μας, πνευ­μα­τι­κὴ καὶ σω­μα­τι­κή, ὁ­δη­γού­με­νοι σὲ ἠ­ρε­μί­α καὶ εἰ­ρή­νη καρ­δί­ας, μί­α καὶ ἀ­σθε­νή­σα­με ΘερμοκήπιοἹ.Μ.Ἰβήρων(ἍγιονὌρος)
  • 56. 55 σκε­πτό­με­νοι σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δους δρό­μους καὶ κα­τα­να­λώ­νον­τας προ­χει­ρό­τη­τες. Ἂς ξα­να­κα­πνί­σουν οἱ φοῦρ­νοι στὰ χω­ρι­ά, νὰ πά­ψει ἡ με­γα­λύ­τε­ρη κα­τά­ ρα καὶ νὰ γί­νει πά­λι εὐ­λο­γί­α. Νὰ εὐ­χα­ ρι­στη­θεῖ καὶ ὁ Δη­μι­ουρ­γὸς βλέ­πον­τας ἀ­πὸ ψη­λὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ἀ­γω­νί­ζον­ται γι­ὰ νὰ ξα­να­κερ­δί­ σουν τὴ φύ­ση τους. Νὰ ἀ­να­ παυ­θοῦν καὶ οἱ Ἥ­ρω­ες καὶ οἱ Ἅ­γι­οι ποὺ δὲν ἀ­γω­νί­σθη­καν ἄ­δι­κα γι­ὰ τὸν τό­πο τους. Ἴ­σως ὅ­λα αὐ­ τὰ νὰ φαί­νον­ται ἀ­σύν­δε­τα καὶ θε­ω­ρί­ες, ποὺ μᾶς τα­λαι­πω­ροῦν σὲ πολ­λὲς συ­ζη­τή­ σεις στὴν κα­θη­ με­ρι­νή μας ζω­ὴ καὶ δη­μι­ουρ­γοῦν πε­ρισ­σό­ τε­ρο σύγ­χυ­ση πα­ρὰ δί­νουν λύ­σεις. Ἐ­μεῖς, γι­ὰ τοῦ λό­γου τὸ ἀ­λη­θὲς δη­μι­ουρ­γή­σα­με μι­ά ὁ­μά­δα λί­γων ἀν­ θρώ­πων καὶ καλ­λι­ερ­γοῦ­με ἐ­φέ­τος: 11 στρέμ­μα­τα πα­τά­τας προ­σπα­θών­ τας μά­λι­στα νὰ πολ­λα­πλα­σι­ά­σου­με μί­α ντό­πι­α ποι­κι­λί­α, 10 στρέμ­μα­τα ρε­βύ­θι, 14 στρέμ­μα­τα φα­κές, 5 στρέμ­μα­τα χει­με­ρι­νὰ λα­χα­νι­κά (λά­χα­νο, μπρό­κο­λο καὶ κου­νου­πί­δι), 2 στρέμ­μα­τα ντο­μά­τα καὶ 2 στρέμ­μα­τα κα­λο­και­ρι­νὸ μπα­ξέ (πι­ πε­ρι­ά, με­λιτ­ζά­να κ.λπ.), προ­σπα­θών­τας νὰ προ­σεγ­γί­σου­με ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω καὶ προ­σα­να­το­λι­ζό­ με­νοι πάν­τα στὴ βι­ο­λο­γι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ καὶ τὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς βι­ο­ ποι­κι­λό­τη­τας. Ἐ­πι­τύ­χα­με ἀρ­κε­τά. Με­ γά­λη μέ­σα σὲ ὅ­λα εἶ­ναι καὶ ἡ χα­ρά μας ἀ­πὸ τὴν προ­σφο­ρὰ στὸν ἐ­λά­χι­στο ἀ­δελ­ φὸ ἀ­πὸ τὸ «πε­ρίσ­σευ­μα» (τὸ ὑ­στέ­ρη­μα θέ­λει πολ­λὴ δου­λει­ὰ ἀ­κό­μη). Εἴ­μα­στε πι­στεύ­ω κα­λοὶ στρα­τι­ῶ­τες, ὅ­πως καὶ ἀλ­λοῦ πι­στεύ­ω ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λοί, γι­α­τί δὲν στέ­ρε­ψε ἀ­κό­μη ὁ τό­ πος. Θὰ βρε­θοῦν καὶ στρα­τη­γοὶ σὲ αὐ­ τὸν τὸ δύ­σκο­λο ἀ­γώ­να, γι­α­τί δὲν κερ­δί­ ζε­ται χω­ρὶς σχε­δι­α­σμὸ καὶ κα­λὴ ὀρ­γά­ νω­ση. Θὰ κά­νου­με τὰ πάν­τα γι­ὰ νὰ γυ­ ρί­σου­με πί­σω μιά καὶ εἶ­ναι ὁ μό­νος τρό­ πος γι­ὰ νὰ πᾶ­με μπρο­στά, ὅ­πως ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει ἕ­νας κα­λὸς φί­λος μι­κρὸς τὸ δέ­ μας, ἀλ­λὰ ψι­λὸς τὴ σύ­νε­ση. Κα­λὴ δύ­να­μη σὲ ὅ­λους καὶ κα­λὴ ἀν­ τά­μω­ση!_ Ντομάτα ποικιλίας Ελπίδα, (Κιλκίς-θερμοκήπιο στὸ Κεντρικό)
  • 57. 56 1. Γε­νι­κά Στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960 ἀ­σχο­λή­θη­κα ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ μὲ τὸν προσ­ δι­ο­ρι­σμὸ τοῦ βαθ­μοῦ αὐ­τάρ­κειας τῶν γε­ωρ­γι­κῶν νοι­κο­κυ­ρι­ῶν σὲ ἕ­να χω­ριό. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε τὸ μή­νυ­ μα τῆς ἐ­ξει­δί­κευ­σης τῆς πα­ρα­γω­γῆς ποὺ πα­ρό­τρυ­νε τοὺς γε­ωρ­γοὺς νὰ ἐγ­κα­τα­ λεί­ψουν τὸ πο­λυ­καλ­λι­ερ­γη­τι­κὸ σύ­στη­ μα καὶ νὰ ἐ­πι­κεν­τρώ­σουν τὴ γε­ωρ­γι­κή τους πα­ρα­γω­γὴ σὲ μί­α ἢ δύ­ο καλ­λι­έρ­γει­ ες τὰ προ­ϊ­όν­τα τῶν ὁ­ποί­ων θὰ δι­έ­θε­ταν στὴν ἀ­γο­ρὰ καὶ μὲ τὰ χρή­μα­τα ποὺ θὰ εἰ­σέ­πρατ­ταν θὰ κά­λυ­πταν ὅ­λες τὶς ἄλ­λες ἀ­νάγ­κες τους. Ἡ μέ­τρη­ση τοῦ βαθ­μοῦ αὐ­τάρ­κειας, τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν ὡς δεί­κτης ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ, ἐκ­χρη­μα­ τι­σμοῦ καὶ ἐμ­πο­ρευ­μα­το­ποί­η­σης τῆς γε­ ωρ­γι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς. Γε­ωρ­γι­κὲς ἐκ­με­ ταλ­λεύ­σεις μὲ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ αὐ­τάρ­κειας θε­ω­ροῦν­ταν πα­ρα­δο­σια­κές, συν­τη­ρη­ τι­κὲς ἢ ἀ­κό­μη καὶ «κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες», ἀ­φοῦ δὲν εἶ­χαν προ­σαρ­μο­στεῖ στὶς ἀ­παι­ τή­σεις τῶν και­ρῶν. Στὶς ἑ­πό­με­νες δε­κα­ε­τί­ες, ὁ­λο­κλη­ρώ­ θη­κε ἡ ἐμ­πο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση μὲ γρή­γο­ ρους ρυθ­μούς. Οἱ ἀ­γρό­τες προσ­δέ­θη­καν στὸ ἅρ­μα μί­ας ἀ­ναρ­χού­με­νης ἀ­γο­ρᾶς. Ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἴ­χα­με μί­α σο­βα­ρὴ με­τα­φο­ ρὰ ἀ­γρο­τι­κοῦ εἰ­σο­δή­μα­τος στὶς ἀ­στι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς χά­ρις στὸ μη­χα­νι­σμὸ τῶν τι­ μῶν. Ἀ­θή­να καὶ Θεσ­σα­λο­νί­κη, σύμ­φω­να μὲ ξέ­νους ἀ­γρο­το­κοι­νω­νι­ο­λό­γους, χτί­ στη­καν μὲ εἰ­σο­δή­μα­τα ποὺ με­τα­φέρ­θη­ καν ἀ­πὸ τὴν ὕ­παι­θρο. Ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ ρα τὸ ἴ­διο σύ­στη­μα ἐ­πι­βι­ώ­νει καὶ συ­νε­ χί­ζει τὴν ἀ­πο­στο­λή του. Τὴ συρ­ρί­κνω­ση τοῦ εἰ­σο­δή­μα­τος τῶν ἀ­γρο­τι­κῶν πε­ρι­ο­ χῶν πρὸς ὄ­φε­λος τῶν ἀ­στι­κῶν. Οἱ κά­τοι­κοι τῆς ὑ­παί­θρου δὲν κα­τά­ φε­ραν στὶς δε­κα­ε­τί­ες ποὺ πέ­ρα­σαν νὰ δι­ α­μορ­φώ­σουν συν­θῆ­κες ποὺ θὰ τοὺς ἐ­πέ­ τρε­παν του­λά­χι­στον νὰ συν­δι­α­μορ­φώ­ νουν τὶς τι­μὲς τῶν ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­όν­ των. Εἶ­ναι ἀ­πο­δέ­κτες τι­μῶν καὶ ὄ­χι δι­α­ μορ­φω­τές. Μι­κροὶ σὲ μέ­γε­θος καὶ ἀ­συν­ τό­νι­στοι, δὲν ἔ­χουν κα­μμιὰ δι­α­πραγ­μα­ τευ­τι­κὴ ἰ­σχὺ ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς λί­γους ἐμ­ πό­ρους ποὺ προ­συ­νε­ννο­οῦν­ται. Οἱ Ἀγρο­τι­κοὶ Συ­νε­ται­ρι­σμοὶ, ποὺ θε­ ω­ρή­θη­καν ὡς ὁ μη­χα­νι­σμὸς προ­στα­σί­ας τῶν μι­κρῶν πα­ρα­γω­γῶν, ἀ­πο­δεί­χθη­καν ἀ­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κοὶ καὶ σή­με­ρα κα­ταρ­ ρέ­ουν κά­τω ἀ­πὸ τὰ χρέ­η τους ὡς ἀ­πο­ τέ­λε­σμα κυ­ρί­ως κα­κῆς δι­α­χεί­ρι­σης. Τὸ τρα­γι­κὸ εἶ­ναι πὼς τώ­ρα ποὺ χρει­ά­ζον­ ται γιὰ νὰ προ­στα­τεύ­σουν τοὺς πα­ρα­ γω­γούς, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ται ἀ­δύ­να­μοι νὰ τὸ πρά­ξουν. 2. Το νέ­ο πρό­ταγ­μα Στὴ ση­με­ρι­νὴ πε­ρί­ο­δο, ὁποὺ ὁ ἀν­ τα­γω­νι­σμὸς ἔ­χει ἐ­νι­σχυ­θεῖ καὶ δε­κά­δες ΤΟΠΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΤΟΠΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ Γε­ωρ­γίου Α. Δα­ου­τό­που­λου σ. Κα­θη­γη­τῆ Γε­ω­πο­νί­ας ΑΠΘ
  • 58. 57 τρό­φι­μα φθά­νουν στὶς ἐ­σχα­τι­ὲς τοῦ Ἑλ­ λα­δι­κοῦ χώ­ρου μὲ τι­μὲς μι­κρό­τε­ρες τῶν ἐγ­χώ­ρι­ων, ἡ κρί­ση βα­θαί­νει καὶ ἁ­πλώ­ νε­ται. Τὸ καλ­λι­ερ­γη­τι­κὸ ἔ­τος 2010-11 σὲ πολ­λὲς πε­ρι­ο­χὲς τῆς χώ­ρας ἀ­γρο­τι­ κὲς πα­ρα­γω­γὲς δὲν συγ­κο­μί­στη­καν, δι- ότι οἱ προ­σφε­ρό­με­νες τι­μὲς κρί­νον­ταν ἀ­πὸ τοὺς πα­ρα­γω­γοὺς ὡς ἀ­σύμ­φο­ρες. Σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις, οἱ πα­ρα­γω­γοὶ στὴν πα­νω­λε­θρί­α τους1 , πα­ρέ­δω­σαν τὴν πα­ρα­ γω­γὴ στοὺς ἐμ­πό­ρους «ἀ­νοι­χτά», ὅ­πως λέ­νε. Ἂν τὴν που­λή­σουν καὶ σὲ ὅ­ποι­α τι­μὴ καὶ εὐ­α­ρε­στη­θοῦν νὰ τοὺς δώ­σουν κά­ποι­α χρή­μα­τα, ἔ­χει κα­λῶς. Ἂν κα­τὰ και­ροὺς ἀ­κοῦ­τε ἀ­πὸ τοὺς πο­λι­τι­κοὺς νὰ λέ­νε ὅ­τι ἀ­νή­κου­με στὴν Εὐ­ρώ­πη ἢ στὴ Δύ­ση, εἴ­τε ὅ­τι εἴ­μα­ στε Εὐ­ρω­παῖ­οι, τώ­ρα ξέ­ρε­ τε. εἴ­μα­στε τρι­το­κο­σμι­κοί. Σὲ καμ­μιὰ χώ­ρα τῆς Εὐ­ρώ­ πης δὲν ὑ­πάρ­χει σύ­στη­μα ἐμ­πο­ρί­ας ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­ όν­των πα­ρό­μοι­ο μὲ τὸ Ἑλ­ λη­νι­κό. Μό­νον στὴν «κα­θ᾿ ἡ­μᾶς Ἀ­να­το­λή». Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα πού προ­ κύ­πτει λοι­πὸν εἶ­ναι «τί κά­ νου­με ἐ­μεῖς». Τὸ πιὸ πι­θα­νὸ εἶ­ναι νὰ πα­ρα­μέ­νου­με ἀ­πα­ θεῖς ἢ ἐν­δε­χό­με­να στὶς συ­ζη­ τή­σεις στὶς τα­βέρ­νες ἢ στὸ κα­φε­νεῖ­ο νὰ ἐκ­στο­μί­ζου­με βα­ρι­ὲς κατηγορίες μὲ τὶς ἀ­νά­λο­γες χει­ρο­νο­μί­ες γιὰ τοὺς ἑ­κά­στο­τε δι­α­χει­ρι­στὲς τῆς ἐ­ξου­σί­ας. Ἄλ­λοι νὰ κα­ τε­βαί­νουν στὰ μπλό­κα φω­νά­ζον­τας συν­ θή­μα­τα τοῦ τύ­που: «Τι­μὲς Ἀ­θη­νῶν καὶ ὄ­χι Βρυ­ξελλῶν» ἢ «Ὅ­λα τὰ κι­λά, ὅ­λα τὰ λε­φτά». Τὰ συν­θή­μα­τα αὐ­τὰ ἀ­κού­γον­ ται εὐ­χά­ρι­στα στὰ ἀφ­τιά μας, ἀλ­λὰ δὲν λύ­νουν τὰ προ­βλή­μα­τα. Μᾶλ­λον μᾶς ἀ­πο­μα­κρύ­νουν ἀ­πὸ τὴ λύ­ση. Ἂν ἀ­πε­ναν­τί­ας στρα­φοῦ­με πρὸς τὸν γεί­το­νά μας καὶ ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με τί μπο­ ροῦ­με νὰ κά­νου­με ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τοῦ προ­βλή­μα­τος, ἡ λύ­ ση ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­γρά­φε­ται. Μό­νον ὅ­ταν ἡ το­πι­κὴ κοι­νω­νί­α προ­βλη­μα­τι­στεῖ καὶ ἀ­να­ζη­τή­σει τὶς δι­κές της δρά­σεις γιὰ αὐ­το­προ­στα­σί­α, τό­τε μό­νον θὰ ἔ­χου­με τὴν ἀ­παρ­χὴ τῆς ἐ­πί­λυ­σης τῶν προ­βλη­ μά­των. Ἡ το­πι­κὴ κοι­νω­νί­α μπο­ρεῖ νὰ κά­νει πολ­λά. Τό­σα πολ­λὰ ποὺ δὲν τὰ φαν­τα­ ζό­μα­στε. Συ­χνὰ ξε­χνᾶ­με ὅ­τι μι­κρὲς δρά­ σεις, ἂν ἀ­θροι­στοῦν, φτιά­χνουν κο­λοσ­ σιαῖ­α με­γέ­θη ποὺ οὐ­δεὶς δι­α­νο­εῖ­ται νὰ πε­ρι­φρο­νή­σει. Τὸ 2005, στὰ μέ­σα τοῦ χει­μῶνα, οἱ πα­τα­το­πα­ρα­γω­γοὶ ἀ­πὸ τὸν Ἀρ­χάγ­γε­λο Πέλ­λας δή­λω­ναν μὲ ἀ­πελ­πι­σί­α πὼς μέ­σα σὲ 4 μῆ­νες κα­τά­φε­ραν νὰ δι­α­θέ­σουν μό­νο τὸ 20% τῆς πα­ρα­γω­γῆς τους γιὰ νὰ προ­ σθέ­σουν, μὲ ἔκ­δη­λη ἀ­γω­νί­α, πὼς εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ δι­α­θέ­σουν τὸ ὑ­πό­λοι­πο 80% μέ­σα στοὺς ἑ­πό­με­νους 4 μῆ­νες ζω­ῆς τοῦ προ­ϊ­όν­τος στὶς ἀ­πο­θῆ­κες. Δὲν ἔ­βλε­παν καμ­μιὰ λύ­ση πα­ρὰ μό­νον τὴν πα­ρέμ­βα­ ση τοῦ κρά­τους ποὺ ἦ­ταν πο­λὺ μα­κριὰ καὶ πο­λυ­ά­σχο­λο γιὰ νὰ τοὺς ἀ­κού­σει. Ἂν εἴ­χα­με ὅ­μως μί­α κοι­νω­νί­α μὲ αὐ­ ξη­μέ­νο τὸ αἴ­σθη­μα τῆς ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης, ἡ λύ­ση μπο­ροῦ­σε νὰ ἔρ­θει σὲ λί­γες ἡ­μέ­ρες καὶ χω­ρὶς καμ­μιὰ ἀ­πο­λύ­τως κρα­τι­κὴ συμ­πα­ρά­στα­ση. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς Ἑ­νώ­σεις
  • 59. 58 Γε­ωρ­γι­κῶν Συ­νε­ται­ρι­σμῶν τοῦ Νο­μοῦ κα­θο­ρί­ζε­ται μί­α τι­μὴ πώ­λη­σης ποὺ συμ­ φέ­ρει πα­ρα­γω­γοὺς καὶ κα­τα­να­λω­τές. Στὴ συ­νέ­χεια ἐ­νη­με­ρώ­νον­ται οἱ Ἀγρο­ τι­κοὶ Συ­νε­ται­ρι­σμοὶ ποὺ μὲ ἀ­να­κοί­νω­ση ἀ­πὸ τὰ με­γά­φω­να τῶν χω­ρι­ῶν κα­λοῦν τὰ μέ­λη τους νὰ δη­λώ­σουν τὰ κι­λὰ τῆς πα­τά­τας ποὺ χρει­ά­ζον­ται. Οἱ κα­τα­στά­ σεις ποὺ συν­τάσ­σον­ται μὲ φὰξ συγ­κεν­ τρώ­νον­ται σὲ λί­γες ἡ­μέ­ρες στὶς Ἑ­νώ­σεις καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ φθά­νουν στὸν Συ­νε­ται­ρι­ σμὸ πα­τα­το­πα­ρα­γω­γῶν τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­ λου. Τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα φορ­τη­γὰ μὲ συ­σκευ­ α­σμέ­νες πα­τά­τες σὲ δί­κτυ­α πα­ρα­δί­δουν τὶς πο­σό­τη­τες ποὺ ζη­τή­θη­καν στοὺς Συ­ νε­ται­ρι­σμοὺς τῶν χω­ρι­ῶν. Σὲ λί­γες ἡ­μέ­ ρες τὸ πρό­βλη­μα λύ­θη­κε καὶ ὠ­φε­λή­θη­ καν ὄ­χι μό­νον οἱ πα­ρα­γω­γοὶ τοῦ Ἀρ­χάγ­ γε­λου, ἀλ­λὰ καὶ ἡ το­πι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α ποὺ κα­τα­νά­λω­σε μί­α πα­ρα­γω­γὴ τοῦ τό­που της ἀ­ξι­ο­ποι­ών­τας καὶ ἐ­πι­βρα­βεύ­ον­τας τοὺς μό­χθους τῶν συμ­πα­τρι­ω­τῶν τους ποὺ μὲ τὴ σει­ρά τους θὰ το­νώ­σουν τὴν το­πι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α. Μὴν ξε­χνᾶ­με αὐ­τὸ ποὺ με­ρι­κὲς χι­λιά­δες χρό­νια πρὶν τό­νι­ σαν οἱ πρό­γο­νοί μας καὶ ἰ­σχύ­ει ἀ­πό­λυ­ τα καὶ σή­με­ρα: «Εὖ γὰρ φε­ρο­μέ­νης τῆς γε­ωρ­γί­ας, ἅπα­σαι αἱ ἄλ­λαι τέ­χναι εὖ φέ­ ρον­ται». Τέ­τοι­ες λύ­σεις θέ­λου­με στὴ ση­με­ρι­ νὴ ἐ­πο­χὴ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πα­γο­ ρεύ­σου­με τὴν εἰ­σα­γω­γὴ ξέ­νων προ­ϊ­όν­ των. Το­πι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ γιὰ το­πι­κὴ κα­ τα­νά­λω­ση. Οἱ πα­τά­τες ποὺ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ὁ Νο­μὸς Πέλ­λας πρέ­πει νὰ κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ πα­ρα­γω­γὴ ποὺ γί­νε­ται στὰ ὅ­ριά του. Οὔ­τε στὸ Νευ­ρο­κό­πι τῆς Δρά­μας ἢ στὸν Πο­λύ­μυλο τῆς Κο­ζά­νης ἢ στὴ Βρον­τοῦ τῶν Σερ­ρῶν. Πο­λὺ δὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο, οὔ­ τε στὴν Αἴ­γυ­πτο ἢ στὴν Τουρ­κί­α, οὔ­τε ἀ­κό­μη καὶ στὴν Κύ­προ. Ἐ­ξυ­πα­κού­ε­ται βέ­βαι­α ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ ὁ­μά­δες δὲν θὰ ἀ­πο­τε­ λέ­σουν τὴν Κερ­κό­πορ­τα γιὰ τὴν εἴ­σο­δο ξέ­νων ὁ­μο­ει­δῶν προ­ϊ­όν­των ποὺ μὲ λί­γο πα­σπα­λι­σμέ­νο χῶ­μα θὰ βα­πτί­ζον­ται ἑλ­ λη­νι­κές. Διότι καὶ αὐ­τὸ πα­ρα­τη­ρή­θη­κε καὶ πρέ­πει νὰ πα­τα­χθεῖ πα­ρα­δειγ­μα­τι­ κά. Τὴν το­πι­κὴ κα­τα­νά­λω­ση μπο­ρεῖ νὰ ἐ­νι­σχύ­σει ἕ­νας πα­ρα­δο­σια­κὸς θε­σμός. Τὸ ἑ­βδο­μα­δια­ῖο πα­ζά­ρι. Πρέ­πει ὅ­μως νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πὸ τὰ ξε­νό­φερ­τα στοι­χεῖ­α καὶ τὶς στρε­βλώ­σεις ποὺ ἔ­χει. Στὸ πα­ ζά­ρι πρέ­πει νὰ προ­σέρ­χον­ται ἀ­πο­κλει­ στι­κὰ ντό­πιοι πα­ρα­γω­γοί γιὰ νὰ που­λή­ σουν το­πι­κὰ προ­ϊ­όν­τα κά­νον­τας πρά­ξη τὸ σύν­θη­μα «το­πι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ γιὰ το­ πι­κὴ κα­τα­νά­λω­ση». Οἱ ἔμ­πο­ροι μι­κρο­ πω­λη­τὲς καὶ τὰ ξέ­να προ­ϊ­όν­τα δὲν ἔ­χουν θέ­ση. Ὑ­πάρ­χουν τὰ ἐμ­πο­ρι­κὰ κα­τα­στή­ μα­τα γιὰ νὰ τὰ δι­α­θέ­σουν. καὶ δι­καί­ως πα­ρα­πο­νοῦν­ται οἱ κα­τα­στη­μα­τάρ­χες γιὰ
  • 60. 59 ἀ­θέ­μι­το ἀν­τα­γω­νι­σμὸ (πώ­λη­ση χω­ρὶς πα­ρα­στα­τι­κὰ καὶ χω­ρὶς τὶς ἐ­πι­βα­ρύν­ σεις ποὺ ἔ­χουν τὰ κα­τα­στή­μα­τα). Οἱ Το­ πι­κὲς Αὐ­το­δι­οι­κή­σεις ποὺ ἔ­χουν τὴν εὐ­ θύ­νη λει­τουρ­γί­ας τῶν το­πι­κῶν ἀ­γο­ρῶν μπο­ροῦν θαυ­μά­σια νὰ πα­ρέμ­βουν μέ­σῳ τῆς δι­α­δι­κα­σί­ας χο­ρή­γη­σης ἀ­δει­ῶν δι­ευ­ κο­λύ­νον­τας τοὺς πα­ρα­γω­γοὺς το­πι­κῶν προ­ϊ­όν­των σὲ βά­ρος τῶν δι­α­κι­νη­τῶν ξέ­ νων εἰ­σα­γό­με­νων. Εἶ­ναι ἀ­πα­ρά­δε­κτο νὰ δι­α­κι­νοῦν­ται, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μπα­νά­ νες στὶς λα­ϊ­κὲς ἀ­γο­ρές. Αὐ­τὲς τὶς ἔ­χουν ὀ­πω­ρο­πω­λεῖ­α καὶ ὑ­πὲρ-κα­τα­στή­μα­τα καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ τὶς προ­ μη­θευ­τεῖ. Ὅ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­ϊ­όν­τα πα­ρά­γον­ ται καὶ κα­τα­να­λώ­νον­ται σὲ μί­α ἀ­κτί­να 100 χι­λι­ο­μέ­τρων ἀ­πὸ τὸν τό­πο τῆς πα­ρα­ γω­γῆς, τό­σο τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὴν τοπι­κὴ καὶ κατ᾿ ἐ­πέ­κτα­ση γιὰ τὴν ἐ­θνι­κὴ οἰ­κο­ νο­μί­α. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐ­πί­σης κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὴν ἀ­ει­φο­ρί­α καὶ γιὰ τὸ παγ­κό­σμιο πε­ ρι­βάλ­λον. Λι­γό­τε­ρες με­τα­φο­ρὲς καὶ λι­ γό­τε­ρη κα­τα­νά­λω­ση μὴ ἀ­να­νε­ώ­σι­μων ὀ­ρυ­κτῶν καυ­σί­μων. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μί­α με­ γά­λη ἀν­τί­φα­ση τῶν Δι­ε­θνῶν Ὀρ­γα­νι­ σμῶν. Ἀ­πὸ τὴ μί­α δι­α­λα­λοῦν τὴν ἀ­νάγ­ κη νὰ με­τα­σχη­μα­τί­σου­με τὴ γε­ωρ­γί­α καὶ τὴ δι­α­βί­ω­σή μας σὲ ἀ­ει­φο­ρι­κή, καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, εὐ­νο­οῦν πο­λι­τι­κὲς με­τα­ φο­ρῶν ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των ἀ­πὸ με­γά­ λες ἀ­πο­στά­σεις. Αὐ­τὴ ἡ ἀν­τί­φα­ση πρέ­πει σύν­το­μα νὰ ἐ­κλεί­ψει δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ εὐ­η­με­ρή­σουν οἱ ἀ­γρο­τι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς τῶν ἀ­να­πτυσ­σό­με­νων χω­ρῶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­γω­γὴ φθη­νῶν ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των. Συ­χνὰ ἐ­νι­σχύ­ον­ται οἱ μο­νο­ καλ­λι­έρ­γει­ες καὶ ἡ πα­ρα­γω­γὴ προ­ϊ­όν­ των μὴ βα­σι­κῶν (π.χ. φροῦ­τα) ποὺ κα­ τευ­θύ­νον­ται στὶς ἀ­νε­πτυγ­μέ­νες χῶ­ρες γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες καὶ πα­ρά­γον­ται. Δὲν εἶ­ναι πλε­ο­νά­σμα­τα μί­ας ντό­πιας πα­ρα­γω­γῆς, ἀλ­λὰ μί­α σκο­πού­με­νη καὶ στο­χευ­ό­με­νη πα­ρα­γω­γὴ συγ­κε­κρι­μέ­νων μὴ βα­σι­κῶν ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των δι­α­τρο­φῆς. Ἐ­πί­ σης, ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τῆς χα­μη­λῆς τους τι­μῆς ὀ­φεί­λε­ται στὴ χρη­σι­μο­ποί­η­ση παι­ δι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας, ἐρ­γα­σί­ας χω­ρὶς ἀ­σφα­λι­ στι­κὴ κά­λυ­ψη ἢ μὲ αὐ­θαί­ρε­τα καὶ ἀ­νε­ ξέ­λεγ­κτα ὡ­ρά­ρια. Ἑ­πο­μέ­νως αὐ­τὸ ποὺ πρέ­πει νὰ προ­ τά­ξου­με εἶ­ναι ἡ ἐ­πά­νο­δος στὴν αὐ­τάρ­ κεια. Αὐ­τάρ­κεια σὲ ἐ­πί­πε­δο νοι­κο­κυ­ ριοῦ, σὲ ἐ­πί­πε­δο χω­ριοῦ, σὲ ἐ­πί­πε­δο πε­ ρι­ο­χῆς, Ἐ­παρ­χί­ας, Νο­μοῦ. Θὰ δι­α­βά­σα­τε τὶς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῶν πα­ρα­γω­γῶν σι­τα­ ριοῦ γιὰ τὶς ἁ­θρό­ες εἰ­σα­γω­γὲς σι­τη­ρῶν ἀ­πὸ τὴν Οὐ­κρα­νί­α ποὺ ἔ­γι­ναν τὸ 2004, λί­γες ἑ­βδο­μά­δες πρὶν ἀ­πὸ τὴ συγ­κο­μι­δὴ τῆς νέ­ας σο­δειᾶς. Τὰ σι­τά­ρια πα­ρέ­μει­ναν Οἱ το­πι­κὲς κοι­νω­νί­ες δι­α­θέ­τουν πο­λὺ με­γά­λες δυ­να­τό­τητες γιὰ νὰ κα­λυ­τε­ρέ­ψουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κή τους θέ­ση. Ἂν δὲν τὸ κά­νουν μέ­χρι σή­με­ρα, εἶ­ναι για­τί ἔ­χουν πα­ραι­τη­θεῖ ἢ νι­ώ­θουν πο­λὺ μι­κρὲς τὶς δυ­νά­μεις τους. Ὅ­πως ὅ­μως ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με, ἡ συ­νέ­νω­ση τῶν μι­κρῶν προ­σπα­θει­ῶν εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ τὰ με­γά­λα καὶ σπου­δαῖα κοι­νω­νι­κὰ καὶ πο­λι­τι­σμι­κὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα.
  • 61. 60 στὶς ἀ­πο­θῆ­κες ἀ­πού­λη­τα καὶ μό­λις τὸ χει­μώ­να ἄρ­χι­σε ἡ δι­ά­θε­ση κά­ποι­ων πο­ σο­τή­των, κυ­ρί­ως γιὰ ζω­ο­τρο­φὲς. Ἐ­δῶ ὑ­πάρ­χει μί­α ἄλ­λη με­γά­λη ἀν­τί­ φα­ση καὶ ἕ­να με­γά­λο ἠ­θι­κὸ πρό­βλη­μα. Δι­α­μαρ­τύ­ρον­ται οἱ πα­ρα­γω­γοὶ, για­τί οἱ Ἕλ­λη­νες κα­τα­να­λω­τὲς δὲν τί­μη­σαν τὸ προ­ϊ­όν τους, ὅ­ταν οἱ ἴ­διοι τὸ πε­ρι­φρο­ νοῦν τό­σο βά­ναυ­σα. Ἐ­νῷ πα­ρά­γουν με­ γά­λες πο­σό­τη­τες, δὲν πα­ρα­κρα­τοῦν γιὰ πα­ρά­δειγ­μα 500 κι­λὰ γιὰ νὰ τὰ κά­νουν ἀ­λεύ­ρι καὶ νὰ πα­ρα­σκευά­σουν τὸ ψω­μὶ τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους. Καὶ ἂς ὑ­πάρ­χουν σή­με­ρα μι­κρὰ αὐ­τό­μα­τα ζυ­μω­τή­ρια, ἄ­φθο­να ξύ­λα καὶ χρό­νος γιὰ νὰ μο­σχο­ βο­λή­σουν οἱ γει­το­νι­ὲς στὰ χω­ριὰ ἀ­πὸ τὰ εὐ­ω­δια­στὰ ψω­μιά. Ἂν λοι­πὸν ἐ­σὺ ὁ πα­ ρα­γω­γὸς δὲν τι­μᾶς τὴν πα­ρα­γω­γή σου, θέ­λεις καὶ ἀ­παι­τεῖς νὰ τὴν τι­μή­σω ἐ­γὼ ὁ ξέ­νος καὶ ἁ­πλὸς κα­τα­να­λω­τής; Ἐ­πί­σης ἐ­μεῖς, ἂν καὶ εἴ­χα­με τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με τὴ ντό­πια πα­ρα­γω­γὴ σι­ τη­ρῶν, ἀ­δυ­να­τοῦ­με νὰ τὸ κά­νου­με, για­ τί ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζου­με τὸ ψω­μί, οὐ­δεὶς μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ γιὰ τὴν προ­έ­λευ­ση τοῦ σί­ του ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε. Γιὰ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς το­πι­κῆς πα­ρα­ γω­γῆς, ποὺ ἂς μὴ νο­μι­στεῖ ὅ­τι εἶ­ναι μί­α πρό­τα­ση γιὰ βρα­δυ­πο­ροῦ­σες οἰ­κο­νο­μί­ες, πολ­λὲς το­πι­κὲς κοι­νω­νί­ες στὶς Η.Π.Α. καὶ τὸ Ἑ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο ἐκ­δί­δουν το­ πι­κὸ νό­μι­σμα ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ μό­νο στὰ ὅ­ριά τους καὶ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πο­κλει­ στι­κὰ γιὰ τὴν ἀ­γο­ρὰ το­πι­κῶν προ­ϊ­όν­ των καὶ ὑ­πη­ρε­σι­ῶν. Τὸ κί­νη­μα αὐ­τὸ ἔ­χει φθά­σει καὶ στὴ χώ­ρα μας καὶ σὲ λί­ γο θὰ κά­νει αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α του. Στὶς ἴ­δι­ες χῶ­ρες δι­α­μορ­φώ­νον­ται κι­νή­ μα­τα πο­λι­τῶν ποὺ προ­τρέ­πουν τὴ χρή­ ση τῶν το­πι­κῶν προ­ϊ­όν­των, οἱ λε­γό­με­ νοι Locavores. Προ­τεί­νουν μά­λι­στα ὡς ὅ­ριο μί­α ἀ­πό­στα­ση 400 χι­λι­ο­μέ­τρων ἀ­πὸ τὸν τό­πο κα­τοι­κί­ας, ὅ­ση ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­νύ­σει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το μὲ ἕ­να γέ­μι­σμα τῆς δε­ξα­με­νῆς του. Στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα θὰ τοὺς ἀ­πο­κα­λού­ σα­με το­πο­φά­γους, αὐ­τοὺς ποὺ κα­τα­να­ λώ­νουν μό­νο προ­ϊ­όν­τα ποὺ πα­ρά­γον­ται στὸν τό­πο τους. Ἐ­μεῖς προ­τεί­νου­με μί­α ἀ­κτί­να 100 χι­λι­ο­μέ­τρων ποὺ οὐ­σι­α­στι­κὰ κα­λύ­πτει τὴν ἔ­κτα­ση ἑ­νὸς Νο­μοῦ. Τὴν ἀ­νάγ­κη γιὰ ἐ­παρ­κῆ πλη­ρο­φό­ρη­ ση τοῦ κα­τα­να­λω­τῆ ἀν­τι­μά­χον­ται τὰ με­ γά­λα οἰ­κο­νο­μι­κὰ συμ­φέ­ρον­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πι­στρα­τεύ­ουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἰ­σχύ τους γιὰ νὰ ἐ­πη­ρε­ά­σουν πο­λι­τι­κὲς ἀ­πο­φά­σεις. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τὸ πα­ρά­δειγ­μα μὲ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση γιὰ τὴν ἀ­να­γρα­φὴ τῆς χώ­ρας προ­ έ­λευ­σης καὶ τῶν συ­στα­τι­κῶν τοῦ γά­λα­κτος. Τὴν ἀ­πό­φα­ση χαι­ρέ­τη­ σαν μὲ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση οἱ ἐκ­πρό­σω­ποι τῶν Ἑλ­λή­νων γα­λα­κτο­πα­ρα­γω­ γῶν. Ἡ ὑ­λο­ποί­η­ση ἔ­γι­νε πραγ­μα­τι­ κό­τη­τα, δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς ἀ­να­βο­λές! Ἕ­νας ἄλ­λος τρό­πος σύν­δε­σης τῆς το­πι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς μὲ τὴν το­ πι­κὴ κα­τα­νά­λω­ση εἶ­ναι ἡ προ­σαρ­ μο­γὴ τῆς πα­ρα­γω­γι­κῆς κα­τεύ­θυν­ σης τῆς ἐκ­με­τάλ­λευ­σης στὶς ἀ­νάγ­ κες κα­τα­νά­λω­σης ἑ­νὸς ἀ­ριθ­μοῦ το­πι­κῶν κα­τα­να­λω­τῶν. Ὁ πα­ρα­γω­γὸς (συ­νή­θως πα­ρα­γω­γὸς κη­πευ­τι­κῶν) συγ­κεν­τρώ­νει πα­ραγ­γε­λί­ες ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ πε­λα­τῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια πα­ρά­γει τὰ προ­ϊ­όν­τα
  • 62. 61 ποὺ τοῦ ζή­τη­σαν καὶ τὰ ὁ­ποῖα τοὺς πα­ ρα­δί­δει σὲ προ­συμ­φω­νη­μέ­νες τι­μὲς καὶ πο­σό­τη­τες. Ἕ­να τέ­τοι­ο σύ­στη­μα δι­α­ σφα­λί­ζει τὸν πα­ρα­γω­γό, διότι ἔ­χει λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα τῆς δι­ά­θε­σης τῆς πα­ρα­γω­ γῆς του καὶ μά­λι­στα σὲ γνω­στὲς τι­μὲς (κα­λύ­τε­ρες τοῦ χον­δρεμ­ πο­ρί­ου), τὸν κα­θι­στᾶ πε­ ρισ­σό­τε­ρο ὑ­πεύ­θυ­νο στὴν πα­ρα­γω­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α καὶ πα­ράλ­λη­λα δι­α­σφα­λί­ ζει καὶ τοὺς κα­τα­να­λω­τές, διότι δὲν προ­μη­θεύ­ον­ται ἀ­νώ­νυ­μα προ­ϊ­όν­τα ἀ­πὸ τὸ ἐμ­πό­ριο μὲ ἄ­γνω­στο πα­ ρα­γω­γι­κὸ χει­ρι­σμό, ἀλ­ λὰ ἐ­πώ­νυ­μα προ­ϊ­όν­τα ἀ­πὸ ἕ­ναν πα­ρα­γω­γὸ ποὺ γνω­ ρί­ζουν καὶ μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χουν ἀ­να­πτύ­ξει ἀ­κό­μη καὶ φι­λι­κὲς σχέ­σεις. Πα­ρό­ μοι­α συ­στή­μα­τα πα­ρα­γω­ γῆς λει­τουρ­γοῦν στὶς ἀ­νε­πτυγ­μέ­νες χῶ­ ρες μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α «Κοι­νο­τι­κὴ γε­ωρ­ γί­α» σὲ μί­α προ­σπά­θεια νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὴν ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὴ γε­ωρ­γί­α μέ­σα στὰ ὅ­ρια τῆς το­πι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Ἀ­ξί­ζει νὰ ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ τὸ ἄ­τυ­ πο δί­κτυ­ο ἀ­γο­ρᾶς καὶ δι­α­νο­μῆς βι­ο­λο­ γι­κῶν ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των ποὺ λει­ τουρ­γεῖ στὴν ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ δι­εύ­θυν­ση omotrapezoi.blogspot.com. Ξε­κί­νη­σε τὴ λει­τουρ­γί­α του τὸ 2009 καὶ ἔ­χει στὸ δί­ κτυ­ο δι­α­νο­μῆς 60 νοι­κο­κυ­ριά. Τὰ μέ­λη τοῦ δι­κτύ­ου στὴν ἀρ­χὴ κά­θε ἑ­βδο­μά­δας μπαί­νουν στὴν ἱστο­σε­λί­δα καὶ ἐ­νη­με­ρώ­ νον­ται γιὰ τὰ δι­α­θέ­σι­μα προ­ϊ­όν­τα καὶ τὶς τι­μές τους καὶ στέλ­νουν ἠ­λε­κτρο­ νι­κὰ τὴν πα­ραγ­γελί­α τους. Κά­θε Πέμ­ πτη τὰ τρό­φι­μα ποὺ ἔ­χουν πα­ραγ­γελ­θεῖ φθά­νουν σὲ τρί­α ση­μεῖ­α στὴν πό­λη ἀ­πὸ ὅ­που τὰ πα­ρα­λαμ­βά­νουν τὰ μέ­λη τοῦ δι­κτύ­ου. Τὸ δί­κτυ­ο στο­χεύ­ει στὴν ἐ­πέ­ κτα­σή του σὲ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­ριθ­μὸ με­ λῶν. Το­νί­ζει ὁ συν­το­νι­στὴς τοῦ δι­κτύ­ ου Φ. Φω­τόπου­λος: «εἶ­χα κου­ρα­στεῖ νὰ πη­γαί­νω στὰ Σοῦ­περ μάρ­κετ καὶ νὰ μὴν ξέ­ρω τί τρώ­ω. Σή­με­ρα χαί­ρο­μαι καὶ γεύ­ ο­μαι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω στὸ πιά­το μου». Τὸ δί­κτυ­ο λει­τουρ­γεῖ στὴ βά­ση τῆς ἀ­μοι­βαί­ ας ἐμ­πι­στο­σύ­νης πα­ρα­γω­γῶν καὶ κα­τα­ να­λω­τῶν. Ἡ ἐ­ξει­δί­κευ­ση τῆς πα­ρα­γω­γῆς καὶ ὁ ἐκ­χρη­μα­τι­σμὸς τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς οἰ­κο­νο­ μί­ας ἔ­χει φθά­σει στὸ ση­μεῖ­ο νὰ σι­γή­σει ὁ ἀρ­γα­λει­ὸς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, νὰ ἐ­κτο­πι­ στοῦν τὰ οἰ­κό­σι­τα γα­λα­κτο­πα­ρα­γω­γι­ κὰ ζῶ­α, νὰ ἐ­κλεί­ψουν καὶ οἱ λι­γο­στὲς κό­τες, νὰ μεί­νουν χέρ­σοι οἱ λα­χα­νό­κη­ ποι καὶ ὅ­λες οἱ ἀ­νάγ­κες νὰ κα­λύ­πτον­ ται ἀ­πὸ πλα­νό­διους ἐμ­πό­ρους. Δὲν εἶ­ναι λο­γι­κὸ νὰ ζεῖς σὲ ἕ­να χω­ριὸ καὶ νὰ μὴν ἔ­χεις ἕ­ναν λα­χα­νό­κη­πο γιὰ νὰ κα­λύ­ψεις τὶς ἀ­νάγ­κες τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καὶ μά­λι­στα σὲ ὑ­γι­ει­νὰ προ­ϊ­όν­τα ποὺ ὅ­λο καὶ σπα­νί­ ζουν. Μὲ τὰ ση­με­ρι­νὰ μέ­σα (π.χ. κα­τα­ ψύ­κτες) ἕ­να νοι­κο­κυ­ριὸ τῆς ὑ­παί­θρου μὲ λί­γη ἐρ­γα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ κα­λύ­ψει τὸ σύ­νο­λο τῶν ἐ­τή­σι­ων ἀ­ναγ­κῶν του σὲ ὀ­πω­ρο­λα­χα­νι­κὰ ἐ­κλε­κτῆς ποι­ό­τη­τας. Ἂν δὲν τὸ κά­να­με μέ­χρι τώ­ρα, για­ τί ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ εὐ­η­με­ρί­α ἐ­πέ­τρε­πε τὴν ἀ­γο­ρὰ τῶν προ­ϊ­όν­των αὐ­τῶν, ἡ ση­με­ρι­ νὴ κρί­ση ἐ­πι­βάλ­λει ἄλ­λη συμ­πε­ρι­φο­ρά. Καὶ ἂς μὴ θε­ω­ρη­θεῖ ὅ­τι εἶ­ναι μι­ζέ­ρια καὶ ἔν­δει­ξη φτώ­χειας. Σὲ πολ­λὰ ἀ­στι­κὰ κέν­
  • 63. 62 τρα τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, καὶ μά­λι­στα στὶς ἀ­νε­πτυγ­μέ­νες χῶ­ρες τῆς Δύ­σης, μὲ ἀ­φε­ τη­ρί­α κυ­ρί­ως τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970, οἱ Δη­μο­τι­κὲς Ὑ­πη­ρε­σί­ες δη­μι­ούρ­γη­σαν Κοι­νο­τι­κοὺς Λα­χα­νό­κη­πους. Οἱ πρῶ­τοι Κοι­νο­τι­κοὶ κῆ­ποι κά­νουν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους στὴ Γερ­μα­νί­α μὲ πρω­τερ­γά­τη τὸν Daniel Schreber ποὺ ἦ­ταν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς Ὀρ­θο­πε­δι­κῆς Κλι­νι­κῆς τῆς Λει­ψί­ ας. Ἡ πρώ­τη ἀ­νάγ­κη προ­έ­κυ­ψε γιὰ τὴ φυ­σι­κὴ ἄ­σκη­ση τῶν παι­δι­ῶν ποὺ δὲν εἶ­ χαν πλέ­ον ἐ­λεύ­θε­ρους χώ­ρους ἄ­σκη­σης στὶς πό­λεις ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νον­ταν ἀ­πὸ τὰ κτή­ρια. Αὐ­τοὺς τοὺς πρώ­τους κή­ πους ποὺ τὰ παι­διὰ δὲν ἔ­δει­χναν καὶ ἰ­δι­ αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ τοὺς φρον­τί­σουν ἀ­νέ­λα­βαν οἱ γο­νεῖς. Ἔ­τσι ὁ κῆ­πος ἔ­γι­νε οἰ­κο­γε­νεια­κός. Ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σε ἡ πε­ρί­ φρα­ξή τους καὶ ἡ κα­τα­σκευ­ὴ πε­ρι­πτέ­ ρου γιὰ προ­στα­σί­α ἀ­πὸ τὶς και­ρι­κὲς συν­ θῆ­κες καὶ οἱ πρῶ­τοι κα­νο­νι­σμοὶ κά­νουν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους τὸ 1870 μὲ τὴν ἐγ­κα­ τά­στα­ση τῶν πρώ­των 100 κή­πων. Ἡ Κού­βα, στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τοῦ ἐμ­πάρ­γκο καὶ τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης, δη­μι­ούρ­γη­σε κοι­νο­τι­κοὺς κή­πους στὰ ἀ­στι­κὰ κέν­τρα καὶ ἀ­πέ­κτη­σε μί­α ἀ­ξι­ό­ λο­γη πα­ρα­γω­γὴ κη­πευ­τι­κῶν ποὺ κά­λυ­ ψαν σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὶς ἀ­νάγ­κες τοῦ ἀ­στι­κοῦ πλη­θυ­σμοῦ ποὺ δὲν εἶ­χε πρό­ σβα­ση σὲ κα­τάλ­λη­λη γε­ωρ­γι­κὴ γῆ. Ὁ Δῆ­μος προ­ε­τοι­μά­ζει τὸ ἔ­δα­φος σὲ μί­α ἔ­κτα­ση μὲ εὔ­κο­λη πρό­σβα­ση καὶ οἱ πο­λί­τες νοι­κιά­ζουν 50-100 τε­τρα­γω­νι­ κὰ μέ­τρα στὰ ὁ­ποῖ­α φυ­τεύ­ουν τὰ λα­χα­ νι­κὰ τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τους τὰ ὁ­ποῖα πε­ρι­ ποι­οῦν­ται καὶ συγ­κο­μί­ζουν. Συ­χνὰ ὁ Δῆ­μος πα­ρέ­χει τὴν ἀ­ναγ­καί­α τε­χνο­ γνω­σί­α μὲ εἰ­δι­κὰ σε­μι­νά­ρια σὲ ὅ­σους ἀ­να­λαμ­βά­νουν, γιὰ πρώ­τη φο­ρά, νὰ καλ­λι­ερ­γή­σουν λα­χα­νι­κά. Ἐ­πί­σης, ὁ Δῆ­μος κα­ταρ­τί­ζει κα­νο­νι­σμὸ ὁ ὁ­ποῖ­ ος εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὸς γιὰ τοὺς συμ­ με­τέ­χον­τες. Σὲ πολ­λὲς πό­λεις τῆς Δύ­ σης ὑ­πάρ­χει λί­στα ἀ­να­μο­νῆς καὶ οἱ Δη­μο­τι­κὲς Ἀρ­χὲς ἐ­πε­κτεί­νουν κά­ θε χρό­νο τὴν ἔ­κτα­ση τῶν Δη­μο­τι­ κῶν Κή­πων γιὰ νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν στὴν αὐ­ξη­μέ­νη ζή­τη­ση. Τὸ δι­α­δί­ κτυ­ο εἶ­ναι γε­μᾶ­το μὲ πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ Δη­μο­τι­κοὺς Κή­πους καὶ πα­ρέ­ χουν πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὸ πρό­γραμ­μα καὶ τὴν καλ­λι­έρ­γεια λα­χα­νι­κῶν. Στὶς Η.Π.Α. ὑ­πάρ­χει ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἕ­νω­ση Κοι­νο­τι­κῶν Κή­πων μὲ τὴν ἱστο­σε­λί­δα: http://aggie-horticulture.tamu.edu/ kinder/acga.html. Κά­τι τέ­τοι­ο μπο­ρεῖ νὰ γί­νει καὶ στὶς με­γά­λες πό­λεις τῆς χώ­ρας μας καὶ νὰ δώ­σει τὴ δυ­να­τό­τη­τα σὲ ἄ­το­μα ποὺ δὲν ἔ­χουν τὴν κα­τάλ­λη­λη ἔ­κτα­ση, νὰ καλ­λι­ ερ­γή­σουν τὰ δι­κά τους λα­χα­νι­κά. Ἤ­δη ἔ­χουν ἀ­να­λη­φθεῖ ἀ­νά­λο­γες πρω­το­βου­λί­ ες. Νὰ ἀ­να­φέ­ρου­με ἐν­δει­κτι­κὰ τὸν Δῆ­μο Θέρ­μης, τὸν Δῆ­μο Ἔ­δεσ­σας καὶ Ἀ­λε­ξαν­ δρού­πο­λης. Μί­α τέ­τοι­α δρά­ση δὲν εἶ­ναι ἔν­δει­ξη φτώ­χειας. Τὸ νὰ πα­ρά­γει κα­νεὶς τὰ δι­κά του λα­χα­νι­κὰ χω­ρὶς χη­μι­κά, εἶ­ ναι ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει στὸν ἴ­διο καὶ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του. Σω­μα­ τι­κὴ ἄ­σκη­ση, δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἀ­πα­σχό­λη­ση καὶ ὑ­γι­ει­νὴ δι­α­τρο­φὴ εἶ­ναι οἱ λό­γοι ποὺ ἔ­χουν ὁ­δη­γή­σει πολ­λὰ ἄ­το­μα σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες, καὶ μά­λι­στα στὶς πιὸ ἀ­νε­πτυγ­μέ­ νες, στὴν ἁ­θρό­α συμ­με­το­χή τους σὲ αὐ­ τὰ τὰ προ­γράμ­μα­τα. Ἕ­να ἄλ­λο πο­λὺ ἀ­ξι­ό­λο­γο ἐ­πι­χεί­ρη­μα
  • 64. 63 ὑ­πὲρ τῶν το­πι­κῶν προ­ϊ­όν­των εἶ­ναι τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ἔ­ρευ­νας τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ National Geographic στὴ Σαρ­δη­νί­α καὶ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α ποὺ συν­δέ­ουν τὴν κα­τα­νά­ λω­ση το­πι­κῶν προ­ϊ­όν­των μὲ τὴν μα­κρο­ ζω­ΐα καὶ μά­λι­στα σὲ οἰ­κια­κοὺς λα­χα­ νό­κη­πους ποὺ καλ­λι­ερ­γοῦν­ται ἀ­πὸ τοὺς ἴ­διους τοὺς ὑ­πε­ρή­λι­κες. Ἡ καλ­λι­έρ­γεια τῶν οἰ­κια­κῶν λα­ χα­νό­κη­πων μὲ τρό­πο βι­ο­λο­γι­κὸ πρέ­ πει νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται καὶ ἀ­πὸ τὴ χρή­ ση πα­ρα­δο­σια­κῶν ποι­κι­λι­ῶν ποὺ εἶ­ ναι πιὸ ἀν­θε­κτι­κὲς στὶς ἀ­σθέ­νει­ες καὶ ἔ­χουν κα­λύ­τε­ρα γευ­στι­κὰ χα­ρα­ κτη­ρι­στι­κά. Πολ­λὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς πα­ρα­δο­σια­κὲς ποι­κι­λί­ες ἔ­χουν χα­ θεῖ στὶς ἡ­μέ­ρες μας ἢ καλ­λι­ερ­γοῦν­ ται ἀ­πὸ ἄ­γνω­στους με­μο­νω­μέ­νους πα­ρα­γω­γοὺς σὲ δι­ά­φο­ρες γω­νι­ὲς τῆς χώ­ρας μας. 3. Ἐ­πί­λο­γος - Συμ­πε­ρά­σμα­τα Ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω γί­νε­ται σα­φὲς ὅ­τι οἱ το­πι­κὲς κοι­νω­νί­ες δι­α­θέ­τουν πο­λὺ με­ γά­λες δυ­να­τό­τη­τες γιὰ νὰ κα­λυ­τε­ρέ­ ψουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­ κή τους θέ­ση. Ἂν δὲν τὸ κά­νουν μέ­χρι σή­με­ρα εἶ­ναι για­τί ἔ­χουν πα­ραι­τη­θεῖ ἢ νι­ώ­θουν πο­λὺ μι­κρὲς τὶς δυ­νά­μεις τους. Ὅ­πως ὅ­μως ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με, ἡ συ­νέ­ νω­ση τῶν μι­κρῶν προ­σπα­θει­ῶν εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ τὰ με­γά­λα καὶ σπου­δαῖα κοι­νω­νι­κὰ καὶ πο­λι­τι­σμι­κὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα. Εἶ­ναι βα­θύ­τα­το τὸ χρέ­ος τῶν ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν ὅ­λων τῶν βαθ­μί­δων νὰ με­τα­φέ­ρουν τὴν ἀ­ναγ­καί­α πλη­ρο­φό­ ρη­ση καὶ γνώ­ση στὶς το­πι­κὲς κοι­νω­νί­ες καὶ νὰ παί­ξουν τὸν ρό­λο τοῦ κα­τα­λύ­τη καὶ για­τί ὄ­χι τοῦ ἡ­γέ­τη ποὺ θὰ φέ­ρει τὶς πο­λυ­πό­θη­τες ἀλ­λα­γές. Ὅ­ταν τὰ πα­ρα­πά­νω γρά­φον­ταν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας πολ­λοί μᾶς χα­ρα­κτή­ρι­ζαν γρα­φι­κούς, ἄλ­λοι ρο­μαν­τι­κοὺς καὶ ἄλ­λοι ὡς ὀ­πι­ σθο­δρο­μι­κοὺς ποὺ ἀν­τι­μά­χον­ται τὸ και­ νούρ­γιο καὶ θέ­λουν τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὸ πα­ρελ­θόν. Οἱ ἐ­ξε­λί­ξεις μᾶς δι­καί­ω­σαν. Βλέ­που­με ὅ­μως πὼς ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ὑ­πάρ­χει δι­σταγ­μὸς καὶ ἀ­προ­θυ­μί­α ἀ­νά­ λη­ψης δρά­σε­ων. Ἐ­μεῖς θὰ τολ­μή­σου­με νὰ κά­νου­με ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν χῶ­ρο μί­α νέ­α πρό­τα­ση. Ἄ­με­σα ὑ­λο­ποι­ή­σι­μη. Οἱ κα­τὰ τό­πους Ἱ­ε­ρὲς Γυ­ναι­κεῖ­ες Μο­νὲς νὰ ἀ­να­λά­βουν τὸ ἔρ­γο τῆς με­τα­φο­ρᾶς χρή­ σι­μων γνώ­σε­ων οἰ­κια­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας σὲ νέ­ους καὶ νέ­ες μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λει­τουρ­γί­α τα­χύ­ρυθ­μων σχο­λεί­ων με­τα­φο­ρᾶς πρα­ κτι­κῶν γνώ­σε­ων (κη­που­ρι­κὴ, λα­χα­νο­ κο­μί­α, ρα­πτι­κή, μα­γει­ρι­κή, πλέ­ξι­μο, τυ­ ρο­κο­μί­α, κον­σερ­βο­ποί­η­ση, με­λισ­σο­κο­ μί­α, καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα), ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­ξει­δί­κευ­ση καὶ τὶς δυ­να­τό­τη­τες τῆς κα­ θε­μιᾶς. Ἕ­να τέ­τοι­ο Πα­νελ­λή­νιο δί­κτυ­ο θὰ εἶ­χε πολ­λὰ νὰ προ­σφέ­ρει στὴ με­τα­φο­ ρὰ χρή­σι­μων γνώ­σε­ων ποὺ τὸ ση­με­ρι­νὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­πεμ­πό­λη­σε υἱ­ο­θε­τών­τας ἕ­να πε­ρι­ε­χό­με­νο ἀ­στι­κῆς ἐκ­παί­δευ­σης. Μί­ας ἐκ­παί­δευ­σης ποὺ μᾶς ἑ­τοι­μά­ζει, ὄ­χι γιὰ νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σου­με ὡς ἐ­νή­λι­κες στὸν χῶ­ ρο ὅ­που γεν­νη­θή­κα­με, ἀλ­λὰ μὲ γνώ­σεις κον­σέρ­βας νὰ ἑ­τοι­μα­στοῦ­με νὰ παί­ξου­με τὸν ρό­λο τοῦ ἄ­κρι­του κα­τα­να­λω­τῆ στὰ πο­λύ­βου­α, ἐ­νερ­γο­βό­ρα καὶ ἀ­να­σφα­λῆ ἀ­πὸ κά­θε ἄ­πο­ψη ἀ­στι­κὰ κέν­τρα. _ 1. Πα­λιὰ τε­χνι­κὴ τῶν ἐμ­πό­ρων καὶ τῶν συ­νερ­γα­ τῶν τους (με­σί­τες) ἀλ­λὰ πάν­τα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κή.
  • 65. 64 Τ ὸ φυ­σι­κὸ προ­ϊ­ὸν Zeotop εἶ­ναι ἕ­να μίγ­μα ἡφαι­στι­ο­γε­νῶν ὀ­ρυ­κτῶν μὲ βά­ση τὸν ζε­ό­λι­θο (κλι­νο­πτι­λό­λι­θος) μὲ κρυ­σταλ­λι­κὴ δο­μή, μὲ με­γά­λη ἐ­σω­ τε­ρι­κὴ ἐ­πι­φά­νει­α, μὲ δαι­δα­λώ­δεις ἐ­σω­ τε­ρι­κὲς ἀ­να­δι­πλώ­σεις ποὺ σχη­μα­τί­ζουν ἄ­πει­ρους χώ­ρους ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­θη­ κευ­θεῖ νε­ρὸ μὲ ἀμ­φί­δρο­μη σχέ­ση (δη­λα­δὴ ποὺ μπο­ρεῖ καὶ πά­λι νὰ ἀ­πο­δε­σμευ­τεῖ, ἢ ἀ­πο­δε­σμεύ­ε­ται βρα­δέ­ως). Εἶ­ναι ἐ­πὶ πλέ­ον ἱ­κα­νὸ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξει τὰ δο­μι­κά του κα­τι­όν­τα, χω­ρὶς νὰ ἀλ­λά­ ξει τὴν κρυ­σταλ­λι­κή του δο­μή. Οἱ με­γά­λες δο­μι­κὲς κοι­λό­τη­τες καὶ τὰ ἐ­σω­τε­ ρι­κά του κα­νά­λι­α πε­ρι­έ­ χουν μό­ρι­α ὕ­δα­τος, τὰ ὁ­ποῖα δι­α­μορ­φώ­ νουν σφαῖ­ρες ἐ­νυ­δά­τω­σης γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ ἀν­ταλ­λά­ξι­μα κα­τι­όν­τα του. Οἱ ἐ­φαρ­μο­ γὲς τοῦ Zeotop στη­ρί­ζον­ται στὶς πι­ὸ κά­ τω ἰ­δι­ό­τη­τες: (ι) Ἀν­ταλ­λα­γὴ κα­τι­όν­των, (ii) Προσ­ρό­φη­ση, (iii) Κα­τα­λυ­τι­κὴ δρά­ση, (iv) Δι­α­τή­ρη­ση ὑ­γρα­σί­ας καὶ (v) Βι­ο­λο­γι­ κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα ἀ­μέ­σου ἀν­τι­δρά­σε­ως. Εἶ­ναι ἄ­ρι­στο ἐ­δα­φο­βελ­τι­ω­τι­κὸ προ­ϊ­ὸν γι­ὰ τὴν βελ­τί­ω­ση ἀμ­μω­δῶν, καὶ πτω­χῶν σὲ ἄρ­γι­ λο ἐ­δα­φῶν. Ἡ χρη­σι­μο­ποί­η­ση τοῦ Zeotop ὡς ἐ­δα­φο­βελ­τι­ω­τι­κό, πε­τυ­χαί­νει ση­μαν­τι­ κὲς αὐ­ξή­σεις στὶς πα­ρα­γω­γὲς τοῦ σί­του, κρι­θῆς, τῆς με­λιτ­ζά­νας, τῶν κα­ρό­των, τῆς πα­τά­τας, τῶν μή­λων κ.ἄ. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἄ­ρι­στο ἐ­δα­φι­κὸ ὑ­πό­στρω­μα καλ­λι­έρ­γει­ας καὶ θρέ­ψης ὅ­που δρᾶ σὰν ἕ­να ἀρ­γῆς ἀ­πο­ δέ­σμευ­σης κα­λι­οῦ­χο λί­πα­σμα, ποὺ πα­ρά­ γει τὴν ἴ­δι­α αὔ­ξη­ση γι­ὰ τὰ φυ­τὰ σὰν αὐ­τὴ ποὺ θὰ προ­έ­κυ­πτε μὲ κα­θη­με­ρι­νὴ ἄρ­δευ­ ση πλή­ρους ὑ­δρο­πο­νι­κοῦ θρε­πτι­κοῦ δι­α­ λύ­μα­τος Hoagland. Πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἐ­πί­σης κα­λύ­τε­ρη ὑ­γεί­α στὰ φυ­τὰ καὶ κα­λύ­τε­ρη ἱ­κα­νό­τη­τα ἄ­μυ­νας με­τὰ ἀ­πὸ δι­έ­γερ­ση τῶν ἀν­τί­στοι­χων μη­χα­νι­σμῶν τῆς φυ­σι­ο­λο­γί­ ας τῶν φυ­τῶν. Ὡς ζω­ο­τρο­φή (δι­αι­ τη­τι­κὸ συμ­πλή­ρω­μα) σὲ χοί­ρους καὶ που­λε­ρι­κὰ βο­η­θᾶ στὴ γρή­γο­ρη αὔ­ ξη­ση τῶν ζώ­ων μὲ ταυ­ τό­χρο­νη μεί­ω­ση τοῦ κό­ στους καὶ τοῦ ὄγ­κου τῆς τρο­φῆς. Τὰ δὲ πε­ριτ­τώ­ μα­τα τῶν ζώ­ων εἶ­ναι λι­ γό­τε­ρο ὀ­σμη­ρὰ λό­γῳ δέ­ σμευ­σης τῶν ἀμ­μω­νι­α­κῶν (NH4). Πε­τυ­ χαί­νει ἐ­πί­σης αὔ­ξη­ση στὴν πα­ρα­γω­γι­κό­ τη­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ὀ­φεί­λε­ται στὴν συγ­ κρά­τη­ση τοῦ ἀμ­μω­νι­α­κοῦ ἀ­ζώ­του ἀ­πὸ τὸ Zeotop στὸ γα­στρεν­τε­ρι­κὸ σύ­στη­μα, καὶ μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ἐ­πι­τρέ­πε­ται στὸ ζῶ­ο νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὸ λη­φθὲν ἄ­ζω­το ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα. Τὸ Zeotop ἐ­πί­σης μπο­ρεῖ νὰ δι­α­δρα­μα­τί­σει τρεῖς ρό­λους στὴν ἰ­χθυ­ο­καλ­λι­έρ­γει­α: (ι) Μπο­ρεῖ νὰ ἀ­φαι­ρέ­σει τὸ ἀμ­μώ­νι­ο (ΝΗ4) ἀ­πὸ τὸ ἐκ­ κο­λα­πτή­ρι­ο, τὸ ἀ­να­κυ­κλού­με­νο νε­ρὸ καὶ τὰ ὕ­δα­τα τῶν ἐ­νυ­δρεί­ων, (ii) Νὰ ἐ­λευ­θε­ ρώ­σει ὀ­ξυ­γό­νο γι­ὰ τὰ συ­στή­μα­τα ἀ­ε­ρι­ σμοῦ στὰ ἐ­νυ­δρεῖ­α καὶ τὰ ἀ­να­κυ­κλού­με­ να νε­ρὰ καὶ (iii) Νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ ὡς δι­α­τρο­φι­κὸ συμ­πλή­ρω­μα ψα­ρι­ῶν. _ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΖΕΟΛΙΘΟΥ ΣΤΗΝ ΓΕΩΡΓΙΑ Ζώ­ης Δ. Ζαρ­τα­λού­δη Δρ. Γε­ω­πό­νου
  • 66. 65 Τ ὸ ἱπ­πο­φα­ὲς εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ γι­ὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ ἀρ­χαῖ­οι συγ­γρα­φεῖς ἀ­να­ φέ­ρουν ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να φαρ­μα­κευ­τι­κὸ φυ­τὸ ποὺ ἔ­δι­νε λαμ­πρὸ χρῶ­μα στὸ τρί­χω­ μα τῶν ἀ­λό­γων (ἵπ­πος, φα­ὸς=λαμ­πρός) τοῦ Μ. Ἀ­λέ­ξαν­δρου καὶ με­γά­λη ἀν­το­χὴ τῶν στρα­τι­ω­τῶν του στὶς κα­κου­χί­ες. Εἶ­ναι φυ­τὸ ποὺ χρη­σι­ μο­ποι­εῖ­ται στὴν πα­ρα­ δο­σι­α­κὴ ἰ­α­τρι­κὴ τῶν Κι­νέ­ζων καὶ τῶν Ρώ­ σων ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη θε­ρα­πευ­τι­κὴ λό­γῳ τῶν πά­ρα πολ­λῶν ὠ­φέ­λι­μων οὐ­σι­ῶν. Τὸ φυ­τὸ αὐ­τὸ εἶ­ ναι ἕ­νας φυλ­λο­βό­λος θά­μνος ποὺ φθά­νει σὲ ὕ­ψος τὰ 2, 5-3 μὲ τὰ φύλ­λα του μοι­ά­ ζουν μὲ τῆς ἰ­τι­ᾶς, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ποι­κι­ λί­ες του φέ­ρουν ἀγ­κά­θι­α, ἐ­νῷ πα­ρά­γει μι­κροῦ με­γέ­θους πορ­το­κα­λὶ χρώ­μα­τος καρ­πούς. Τὸ σχῆ­μα τοῦ καρ­ποῦ ποι­κί­ λει ἀ­πὸ τὸ ὠ­ο­ει­δές, τὸ κυ­λιν­δρι­κὸ ἕ­ως τὸ σφαι­ρι­κὸ ἐ­νῷ πε­ρι­κλεί­ει ἕ­ναν σπό­ρο. Ὑ­πάρ­χουν φυ­τὰ ποὺ πα­ρά­γουν μό­νο θη­λυ­κὰ ἄν­θη καὶ φυ­τὰ ποὺ πα­ρά­γουν μό­νο ἀρ­σε­νι­κά, δη­λα­δὴ εἶ­ναι φυ­τὸ δί­οι­ κο. Καρ­ποὶ πα­ρά­γον­ται μό­νο ἀ­πὸ τὰ θη­ λυ­κά. Τὰ ἀρ­σε­νι­κὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γι­ὰ τὴν ἐ­πι­κο­νί­α­ση τῶν θη­λυ­κῶν ἀν­θέ­ ων. Συν­θῆ­κες πε­ρι­βάλ­λον­τος ποὺ καλ­λι­ ερ­γεῖ­ται Τὸ ἱπ­πο­φα­ὲς εἶ­ναι εἶ­δος ποὺ προ­σαρ­ μό­ζε­ται κα­λὰ στὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες τοῦ κλί­ μα­τος. Τὸ φυ­τὸ αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­νε­χθεῖ θερ­μο­κρα­σί­ες ποὺ κυ­μαί­νον­ται ἀ­πὸ -43 C­μέ­χρι + 42 C ἐ­νῷ ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῶν βρο­χο­πτώ­σε­ων μπο­ρεῖ νὰ καλ­λι­ερ­γη­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­χὲς ποὺ ἔ­χουν ἐ­πά­νω ἀ­πὸ 400 mm βρο­χῆς. Στὴ φύ­ση ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πε­ ρι­ο­χὲς ποὺ δέ­χον­ται ὕ­ψος βρο­χῆς ἀ­πὸ 50 mm μέ­χρι 1.300 mm. Δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ κλί­μα­τος ὅ­λες οἱ πε­ ρι­ο­χὲς τῆς Ἑλ­λά­δος εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λες γι­ὰ τὴν καλ­ λι­έρ­γει­ά του. Τὸ ἱπ­πο­φα­ ὲς εἶ­ναι φυ­τὸ ποὺ προ­σαρ­ μό­ζε­ται σὲ με­γά­λη ποι­κι­ λί­α ἐ­δα­φῶν καὶ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­πτυ­χθεῖ ἀ­κό­μη καὶ σὲ ὁ­ρι­α­κὰ καὶ ἄ­γο­να ἐ­δά­φη, ὅ­πως εἶ­ναι τὰ χα­λι­κώ­δη ἐ­δά­φη ἢ τὰ ἀμ­ μώ­δη καὶ μὲ ὑ­ψη­λὴ ἁλα­τό­τη­τα ποὺ εἶ­ ναι φτω­χὰ σὲ θρε­πτι­κὲς οὐ­σί­ες καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν μι­κρὴ δυ­να­τό­τη­τα συγ­κρά­ τη­σης τοῦ ὕ­δα­τος. Φαρ­μα­κευ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ ἱπ­πο­ φα­οῦς Ἡ φαρ­μα­κευ­τι­κὴ ἀ­ξί­α τοῦ εἴ­δους αὐ­ τοῦ μνη­μο­νεύ­ε­ται σὲ βι­βλί­α τῆς πα­ρα­δο­ σι­α­κῆς θι­βε­τι­α­νῆς ἰ­α­τρι­κῆς καὶ τῆς ρω­σι­ κῆς πα­ρα­δο­σι­α­κῆς ἰ­α­τρι­κῆς, ἀλ­λὰ καὶ οἱ πρό­σφα­τες ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες, ποὺ ἔ­γι­ναν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, ἀ­πέ­ δει­ξαν τὴν με­γά­λη ἀ­ξί­α τοῦ φυ­τοῦ αὐ­ τοῦ. Ἄλ­λω­στε γι­ὰ τὸ φυ­τὸ αὐ­τὸ ἔ­γι­ναν μέ­χρι σή­με­ρα πέν­τε δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρι­α. Οἱ ἐ­ρευ­νη­τὲς σή­με­ρα ἀ­πο­δί­δουν τὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες φαρ­μα­κευ­τι­κές του ἰ­δι­ό­τη­ ΤΟ ΙΠΠΟΦΑΕΣ Μί­α ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ καλ­λι­έρ­γει­α γι­ὰ τὴ Βε­γο­ρί­τι­δα Κάσ­σαν­δρου Γάτ­σι­ου
  • 67. 66 τες, στὴν ἀ­φθο­νί­α τῶν ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κῶν καὶ τῶν πο­λυ­α­κό­ρε­στων λι­πα­ρῶν του ὀ­ξέ­ων. Ἡ συγ­κέν­τρω­σή του σὲ βι­τα­μί­νη C, εἶ­ναι 30 φο­ρὲς με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεί­ νη τοῦ πορ­το­κα­λι­οῦ καὶ 5 φο­ρὲς με­γα­ λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­στοι­χη συγ­κέν­τρω­ ση τοῦ ἀ­κτι­νι­δί­ου. Ἡ πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τά του σὲ βι­τα­μί­νη Ε, εἶ­ναι πι­ὸ με­γά­λη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τοῦ σί­του καὶ τοῦ ἀ­ρα­βό­σι­του. Τὰ πο­λυ­α­κό­ρε­στα ὀ­ξέ­α, ω-3 καὶ ω-6, ἀ­πο­τε­λοῦν τὸ με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στὸ τῆς πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τας τῶν ἐ­λαί­ων τῶν σπό­ ρων του καὶ φθά­νουν μέ­χρι τὸ 75%, ἐ­νῷ τὸ ἔ­λαι­ο τῆς πούλ­πας του πε­ρι­έ­χει πε­ρισ­ σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ 50% τῆς πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τάς του σὲ παλ­μι­τι­κὸ ὀ­ξύ (ω-7). Ἐ­πί­σης καὶ δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες ἐ­λαί­ων πε­ρι­έ­χουν με­γά­ λες πο­σό­τη­τες βι­τα­μί­νης Ε καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων πο­λύ­τι­μων οὐ­σι­ῶν. Πε­ρι­έ­χουν ἐ­πί­σης πολ­λὲς φυ­το­στε­ ρό­λες ποὺ ξε­περ­νοῦν κα­τὰ πο­λὺ σὲ πο­ σό­τη­τα ἐ­κεῖ­νες τοῦ ἐ­λαί­ου τῆς σό­γι­ας. Οἱ οὐ­σί­ες αὐ­τὲς θε­ω­ροῦν­ται ὡς οὐ­σί­ες ποὺ προ­λαμ­βά­νουν τὶς καρ­δι­α­κὲς πα­θή­σεις ἐ­νῷ οἱ το­κο­φε­ρό­λες, τὰ φλα­βο­νο­ει­δῆ καὶ τὰ κα­ρο­τί­νι­α ποὺ πε­ρι­έ­χει εἶ­ναι πο­λύ­τι­ μες οὐ­σί­ες ποὺ προ­στα­τεύ­ουν τὸν ὀρ­γα­ νι­σμὸ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἀ­σθέ­νει­ες. Οἱ Ρῶ­σοι καὶ οἱ Κι­νέ­ζοι ἀλ­λὰ καὶ πο­ λυ­ά­ριθ­μοι δυ­τι­κοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες τὸ το­ πο­θε­τοῦν στὴν πρώ­τη δε­κά­δα τῶν πι­ὸ ἰ­σχυ­ρῶν θε­ρα­πευ­τι­κῶν φυ­τῶν στὸν κό­ σμο. Τὸ φυ­τὸ αὐ­τὸ πέ­ ραν τῆς με­γά­λης του πε­ ρι­ε­κτι­κό­τη­τας σὲ βι­τα­ μί­νη C ἔ­χει καὶ πε­ρισ­σό­ τε­ρη βι­τα­μί­νη Α ἀ­πὸ τὸ κα­ρό­το καὶ τὸ κρά­ται­γο. Οἱ δι­ά­φο­ρες χη­μι­κὲς οὐ­ σί­ες του ἔ­χουν ἀ­κό­μη ἰ­σχυ­ρὴ ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κή, ἀν­τι­φλεγ­μο­νώ­δη, ἀν­τι­ μι­κρο­βι­α­κή, ἀ­ναλ­γη­τι­ κὴ καὶ ἐ­που­λω­τι­κὴ δρά­ ση. Γι­ὰ ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς λό­γους χρη­σι­μο­ ποι­εῖ­ται ὡς συμ­πλή­ρω­ μα δι­α­τρο­φῆς, ὡς συ­στα­ τι­κὸ φαρ­μα­κευ­τι­κῶν σκευ­α­σμά­των, ἀλ­λὰ καὶ ὡς αὐ­τού­σι­ο φαρ­μα­κευ­ τι­κὸ σκεύ­α­σμα γι­ὰ πλῆ­ θος πα­θή­σε­ων. Πο­λὺ με­γά­λη εἶ­ναι ἡ χρή­ση του καὶ ἀ­πὸ τὴν βι­ο­μη­χα­νί­α τῶν καλ­λυν­τι­κῶν λό­γῳ τῶν πολ­λῶν ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κῶν ποὺ πε­ρι­έ­χουν οἱ καρ­ποί του. Οἱ χρή­σεις τοῦ ἱπ­πο­φα­οῦς Οἱ καρ­ποὶ τοῦ ἱπ­πο­φα­οῦς συγ­κα­τα­ λέ­γον­ται με­τα­ξὺ τῶν πι­ὸ θρε­πτι­κῶν καὶ τῶν πι­ὸ πλού­σι­ων σὲ πά­ρα πολ­λὲς πο­λύ­ τι­μες γι­ὰ τὸν ὀρ­γα­νι­σμὸ οὐ­σί­ες. Ἂν καὶ ἡ γεύ­ση τῶν καρ­πῶν του μοι­ά­ζει μὲ ἕ­να μεῖγ­μα δι­ά­φο­ρων καρ­πῶν μὲ βά­ση τὸν ἀ­να­νᾶ, γι­ὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­θρώ­ πους ἡ κα­τα­νά­λω­ση τῶν καρ­πῶν του σὲ νω­πὴ κα­τά­στα­ση δὲν εἶ­ναι ἀ­ρε­στή, ἐ­πει­ δὴ ἔ­χουν πο­λὺ ὄ­ξι­νη γεύ­ση καὶ γι᾿ αὐ­τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γι­ὰ τὴν πα­ρα­σκευ­ὴ χυ­μοῦ ποὺ ἔ­χει πο­λύ­τι­μες ἐ­νι­σχυ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες γι­ὰ τὸν ὀρ­γα­νι­σμό, ἄλ­λω­στε
  • 68. 67 οἱ Κι­νέ­ζοι τὸν χρη­σι­μο­ποι­οῦν στὴ δι­α­ τρο­φὴ τῶν ἀ­θλη­τῶν τους στοὺς Ὀ­λυμ­ πι­α­κοὺς Ἀ­γῶ­νες. Ὁ χυ­μός του ἐ­πί­σης χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται σὲ μείγ­μα­τα χυ­μῶν μὲ ἄλ­λους καρ­πούς, σὲ μαρ­με­λά­δες, σὲ πα­ γω­τά, σὲ γλυ­κά, σὲ σάλ­τσες καὶ σὲ λι­ κὲρ ποὺ ἔ­χουν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ γεύ­ση. Ἐ­πί­ σης χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γι­ὰ τὴν πα­ρα­ σκευ­ὴ τῶν λε­γό­με­ νων «λει­τουρ­γι­κῶν τρο­φί­μων», δη­λα­δὴ τῶν τρο­φί­μων ἐ­κεί­ νων ποὺ πέ­ραν τῆς ἀ­ξί­ας τους ὡς τρο­φί­ μων ἔ­χουν καὶ ἰ­δι­αί­ τε­ρα ὑ­ψη­λὲς συγ­κεν­ τρώ­σεις σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες οὐ­σί­ες καὶ ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι πο­λύ­τι­μα στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση ὁ­ρι­σμέ­ νων προ­βλη­μά­των τῆς ὑ­γεί­ας τῶν ἀν­ θρώ­πων. Τὸ φυ­τὸ αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­η­ θεῖ πλή­ρως. Ἀ­πὸ τὴν πούλ­πα τῶν καρ­πῶν πα­ρά­γε­ται χυ­μὸς καὶ ἔ­λαι­ο ποὺ πε­ρι­έ­χει πο­ λύ­τι­μες γι­ὰ τὸν ὀρ­γα­νι­σμὸ οὐ­σί­ες, ἀλ­λὰ καὶ σὰν ζω­ο­τρο­φὴ με­τὰ τὴν με­τα­ποί­η­ σή τους. Ἀπὸ τοὺς σπό­ρους τῶν καρ­πῶν πα­ρά­γε­ται τὸ πο­λυ­τι­μό­τα­το ἔ­λαι­ο. Τὰ φύλ­λα του χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται ὡς ἀ­ψέ­ φη­μα καὶ ὡς ζω­ο­τρο­φή. Ἀ­πὸ τὸν φλοι­ό του πα­ρά­γον­ται δι­ά­φο­ρες χη­μι­κὲς οὐ­σί­ ες, ἐ­νῷ τὸ ξύ­λο του χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται σὲ μι­κρο­κα­τα­σκευ­ὲς (ξύ­λι­να μπα­στού­νι­α, πί­πες κ.λπ.). Τὸ φυ­τὸ αὐ­τὸ θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι εἶ­ναι πο­ λύ­τι­μο στὴν προ­στα­σί­α τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­ τος κυ­ρί­ως τῶν ἐ­πι­κλι­νῶν ἐ­δα­φῶν, λό­ γῳ τοῦ ὅ­τι ἀ­να­πτύσ­σει ἕ­να πυ­κνὸ ἐ­πι­ φα­νει­α­κὸ ρι­ζι­κὸ σύ­στη­μα ποὺ συγ­κρα­ τεῖ τὸ ἔ­δα­φος. Τὸ ἱπ­πο­φα­ὲς εἶ­ναι γνω­στὸ σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο ὡς φυ­τὸ ποὺ προ­στα­ τεύ­ει τὸ ἔ­δα­φος ἀ­πὸ τὴ δι­ά­βρω­ση καὶ γι᾿ αὐ­τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γι­ὰ τὴν ἀ­πο­κα­τά­ στα­ση τῶν ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­νων ἐ­δα­φῶν. Ἐ­πί­σης ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λί­γα φυ­ τὰ (χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ψυ­χαν­θὲς) τοῦ ὁ­ποί­ ου οἱ ρί­ζες συμ­βι­ώ­νουν μὲ μι­κρο­ορ­γα­ νι­σμοὺς ποὺ ἔ­χουν τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ δε­ σμεύ­ουν τὸ ἄ­ζω­το ἀ­πὸ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ νὰ τὸ ἀ­πο­δί­δουν στὸ ἔ­δα­φος αὐ­ξά­νον­ τας τὴ γο­νι­μό­τη­ τά του. Γι­ὰ τὸν λό­ γο αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ κα­ τὰ τὴν καλ­λι­έρ­γει­ά του, δὲν κα­τα­να­λώ­ νον­ται σχε­δὸν κα­ θό­λου ἀ­ζω­τοῦ­χα λι­ πά­σμα­τα, ὅ­πως στὰ ἄλ­λα φυ­τά, προ­στα­ τεύ­ει τὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὅ­πως καὶ τὰ ὑ­πό­γει­α καὶ ἐ­πι­φα­νει­α­κὰ νε­ ρὰ ἀ­πὸ τὴ ρύ­παν­ση καὶ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­ ση, ἐ­νῷ ταυ­τό­χρο­ να μπο­ρεῖ νὰ ἀ­ξι­ο­ ποι­ή­σει τὰ πιὸ ἄ­γο­ να ἐ­δά­φη στὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­λά­χι­στα φυ­τὰ ἀ­πο­ δί­δουν. Τὸ ἱπ­πο­φα­ὲς εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ μο­ να­δι­κὸ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ καλ­λι­ερ­γη­θεῖ σὲ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­να γε­ωρ­γι­κὰ ἐ­δά­φη, σὲ ἀ­καλ­λι­έρ­γη­τες ἐ­κτά­σεις, σὲ ἀμ­μώ­δεις πα­ρα­θα­λάσ­σι­ες ἐ­κτά­σεις, ἐ­πει­δὴ ἀν­τέ­χει σὲ ἐ­δά­φη μὲ με­γά­λη ἁ­λα­τό­τη­τα, σὲ πυ­ ρόπλη­κτα ἐ­πι­κλι­νῆ ἐ­δά­φη ἢ σὲ βρα­χώ­δη νη­σι­ά. Ἐ­πί­σης σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες χρη­σι­μο­ ποι­εῖ­ται γι­ὰ ἐμ­πλου­τι­σμὸ τῆς χλω­ρί­δας κυ­νη­γό­το­πων, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἄ­ρι­στο φυ­τὸ γι­ὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς πτη­νο­πα­νί­δας καὶ κυ­ρί­ως τῶν φα­σι­α­νῶν. Τὸ ἱπ­πο­φα­ὲς θε­ ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα οἰ­κο­λο­ γι­κὰ φυ­τὰ τοῦ πλα­νή­τη. _ Ἐ­πι­μέ­λει­α Κάρ­τα Ἠ­λί­α Ἐ­φημ. «ΛΙΜΝΗ ΒΕΓΟΡΙΤΙΔΑ»
  • 69. 68 Φ υ­τὸ μὲ θαυ­μα­τουρ­γὲς ἰ­δι­ό­τη­τες, ἡ «ζά­χα­ρη» τοῦ μέλ­λον­τος, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ προ­σο­δο­φό­ρα καλ­λι­ έρ­γει­α γι­ὰ τοὺς Ἕλ­λη­νες γε­ωρ­γοὺς χα­ ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἡ στέ­βι­α (stenia rebaudiana Bertoni). Πρό­κει­ ται γι­ὰ μί­α ἐν­τε­λῶς νέα­καλ­ λι­έρ­γει­α, ἡ ὁ­ποί­α μέ­χρι σή­ με­ρα εἶ­ναι ἄ­γνω­στη ὄ­χι μό­νο γι­ὰ τὴν Ἑλ­λά­δα ἀλ­λὰ καὶ τὴν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἀ­πὸ τὸ 1887 Ἡ στέ­βι­α ἐν­το­πί­στη­κε ἀ­πὸ τὸν φυ­σι­ο­δί­φη Bertoni τὸ 1887 στὰ ὑ­ψί­πε­δα τῆς Πα­ ρα­γου­ά­ης στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὴ Βρα­ζι­λί­α καὶ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ ται ἀ­πὸ τὶς φυ­λὲς τῶν Ἰν­δι­ά­ νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὴ θε­ω­ροῦ­σαν «μα­γι­κὸ» βό­τα­νο. Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α ἔγ­κρι­σης χρή­σης τῆς στε­βι­ο­σί­δης (τοῦ ὑ­πο­προ­ϊ­όν­τος τῆς στέ­βι­ας) ὡς νε­ο­φα­νὲς τρό­φι­μο καὶ ὑ­πο­κα­ τά­στα­το τῆς ζά­χα­ρης εἶ­ναι σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ ἀ­να­μέ­νε­ται ἐν­τός τοῦ πρώ­ του ἑ­ξα­μή­νου τοῦ τρέ­χον­τος ἔ­τους νὰ πά­ρει τὸ «πρά­σι­νο» φῶς ἀ­πὸ τὴν Κο­μι­σι­ όν. Ἤ­δη ὑ­πάρ­χει ἡ θε­τι­κὴ γνω­μο­δό­τη­ ση τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς Ἀ­σφά­λει­ ας Τρο­φί­μων (EFSA). Τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­ση­μαί­νει στὴ «Μ» ὁ κα­θη­γη­τὴς Γε­ω­πο­νί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­ μί­ου Θεσ­σα­λί­ας Πέ­τρος Λό­λας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πὸ τὸ 2005 πραγ­μα­το­ποι­εῖ συ­στη­μα­τι­κὴ ἐ­πι­στη­μο­νι­ κὴ ἔ­ρευ­να γι­ὰ τὸ φυ­τὸ καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τα καλ­λι­έρ­ γει­ας κοι­νο­τι­κῶν καὶ ἐ­θνι­ κῶν προ­γραμ­μά­των χρη­ μα­το­δό­τη­σης. Στὸ πλαί­σι­ο τῆς ἔ­ρευ­νας σὲ πα­ρα­δο­σι­α­ κὰ κα­πνο­πα­ρα­γω­γι­κὲς πε­ ρι­ο­χὲς ἀ­πο­δεί­χθη­κε ὅ­τι ἡ στέ­βι­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀν­ τι­κα­τα­στή­σει τὸν κα­πνὸ ἢ ἄλ­λες καλ­λι­έρ­γει­ες ποὺ ἐγ­ κα­τα­λεί­πον­ται, ἐ­ξα­σφα­λί­ ζον­τας ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ εἰ­σό­ δη­μα καὶ ἀ­πα­σχό­λη­ση σὲ μί­α ἀ­γρο­τι­κὴ οἰ­κο­γέ­νει­α. Σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­δι­ο, πα­ ρου­σι­ά­ζει με­γά­λο ἀ­γρο­τι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐ­νῷ ἀ­να­μέ­νε­ ται νὰ συμ­βά­λει «ὑ­γει­ο­νο­ μι­κὰ» στὴ χώ­ρα λό­γῳ τῶν θαυ­μα­τουρ­γῶν ἰ­δι­ο­τή­των της. Στὸ πλαί­σι­ο αὐ­τό, ἀ­παν­τᾶ σὲ πέν­τε ἐ­ρω­τή­σεις σχε­τι­κὰ μὲ τὴ …ζά­χα­ρη τοῦ μέλ­λον­τος: 1. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­δει­χθεῖ ΣΤΕΒΙΑ: Η ΖΑΧΑΡΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ Μπέτ­τυς Κυ­ρι­α­κί­δου
  • 70. 69 ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ δυ­να­μι­κὴ καλ­λι­έρ­γει­α; Ἐ­φό­σον πά­ρει λοι­πὸν τὸ «πρά­σι­νο» φῶς σὲ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ ἐ­πί­πε­δο φέ­τος, λο­γι­ κὰ τὸ 2012 θὰ μπο­ροῦν οἱ πα­ρα­γω­γοὶ νὰ καλ­λι­ερ­γή­σουν στέ­βι­α. Θὰ μπο­ροῦ­σε συγ­κε­κρι­μέ­να νὰ ἀ­πο­ τε­λέ­σει μί­α νέ­α ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ δυ­να­μι­κὴ καλ­λι­έρ­γει­α γι­ὰ τοὺς πρώ­ην κα­πνο­πα­ ρα­γω­γούς, κα­θὼς ἡ πα­ρα­γω­γὴ της μοι­ά­ ζει πο­λὺ μὲ ἐ­κεί­νη τοῦ κα­πνοῦ, τό­σο ὡς πρὸς τὶς ἐ­δα­φο­κλι­μα­τι­κὲς συν­θῆ­κες καὶ πε­ρί­ο­δο καλ­λι­έρ­γει­ας, ὅ­σο καὶ ὡς πρὸς τὶς καλ­λι­ερ­γη­τι­κὲς πρα­κτι­κές. Ἡ στρεμ­μα­τι­κὴ ἀ­πό­δο­ση τοῦ φυ­τοῦ κυ­μαί­νε­ται ἀ­πὸ 100 ἕ­ως καὶ 500 κι­λὰ ἀ­νὰ στρέμ­μα, ἐ­νῷ μὲ τὶς ση­με­ρι­νὲς τι­μὲς ποὺ ἰ­σχύ­ουν σὲ ἄλ­λα μέ­ ρη τοῦ κό­σμου γι­ὰ τὰ φύλ­λα ἢ τὶς γλυ­ καν­τι­κὲς οὐ­σί­ες ποὺ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ αὐ­ τὰ (τὴ στε­βι­ο­σί­δη καὶ τὴ ρεμ­πα­ου­δι­ο­ σί­δη), ἐ­ξα­σφα­λί­ζε­ται ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ εἰ­σό­ δη­μα καὶ ἀ­πα­σχό­ λη­ση, χω­ρὶς κα­μμι­ὰ ἐ­πι­δό­τη­ση. Μά­λι­στα, ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­χει οὔ­τε πολ­λοὺς οὔ­τε σο­βα­ροὺς «ἐ­χθροὺς» ἢ ἀ­σθέ­νει­ες, ἐν­δεί­κνυ­ται γι­ὰ βι­ο­λο­γι­κὴ ἢ ὁ­λο­κλη­ρω­ μέ­νη πα­ρα­γω­γὴ καὶ ἔτ­σι θε­ω­ρεῖ­ται πρά­ σι­νη καλ­λι­έρ­γει­α. Ἀ­πο­τε­λεῖ δὲ πο­λυ­ε­τές, πο­λυ­κλά­δο καὶ πο­ῶ­δες φυ­τό, ποὺ ζεῖ ἢ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἀλ­λοῦ ὡς ἐ­τή­σι­ο καὶ ἀλ­ λοῦ γι­ὰ πε­ρί­που τέσ­σε­ρα χρό­νι­α, ὅ­πως καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. 2. Πα­ρου­σι­ά­ζει ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὸ ἐν­δι­ α­φέ­ρον ἡ ἐν λό­γῳ καλ­λι­έρ­γει­α; Σα­φῶς. Ἡ καλ­λι­έρ­γει­α μό­νη της δὲν φτά­νει. Ἀ­παι­τεῖ­ται καὶ τὸ τε­λι­κὸ προ­ϊ­όν, χρει­ά­ζον­ται δη­λα­δὴ μο­νά­δες με­τα­ποί­η­ σης τῆς στέ­βι­ας, οἱ ὁ­ποῖ­ες θὰ δη­μι­ουρ­ γή­σουν νέ­ες θέ­σεις ἐρ­γα­σί­ας καὶ θὰ δώ­ σουν ὤ­θη­ση στὰ πα­ρά­πλευ­ρα ἐ­παγ­γέλ­ μα­τα καὶ κα­τ᾿ ἐ­πέ­κτα­ση στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς χώ­ρας. Ὑ­πάρ­χει ἔν­το­νο ἐν­δι­α­φέ­ρον τό­σο ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς ἰ­δι­ω­τῶν ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ πλευ­ ρᾶς τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ἕ­νω­σης Στε­βι­ο­καλ­λι­ ερ­γη­τῶν γι­ὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α μο­νά­δας πα­ ρα­γω­γῆς στε­βι­ο­ζά­χα­ρης. Οἱ με­γα­λύ­τε­ροι χρῆ­στες τῆς στε­βι­ ο­σί­δης εἶ­ναι ἡ βι­ο­μη­χα­νί­α τρο­φί­μων, πο­ τῶν, ζα­χα­ρο­πλα­στι­κῆς καὶ ἡ φαρ­μα­κευ­ τι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α, ἀ­φοῦ ἡ οὐ­σί­α ὑ­πο­κα­θι­ στᾶ τὴ ζά­χα­ρη γι­ὰ τοὺς δι­α­βη­τι­κούς. Στὸ με­τα­ξύ, ἀ­πὸ τὰ στε­λέ­χη τοῦ φυ­τοῦ πα­ρά­γε­ται πρά­σι­νη χρω­στι­κὴ οὐ­ σί­α ποὺ μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ ἀ­πὸ τὴ βι­ο­μη­χα­νί­α τρο­φί­μων καὶ τὴ ζα­χα­ρο­ πλα­στι­κή, ἐ­νῷ τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τῶν φύλ­ λων, με­τὰ τὴν ἐ­ξα­γω­γὴ τῶν γλυ­καν­τι­ κῶν οὐ­σι­ῶν, ἀ­πο­τε­λοῦν ζω­ο­τρο­φή. 3. Ποι­ές εἶ­ναι ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ φυ­τοῦ; Χά­ρη στὴ χη­μι­κή της δο­μὴ οἱ γλυ­ καν­τι­κὲς οὐ­σί­ες ποὺ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ τὰ φύλ­λα της εἶ­ναι φυ­σι­κὲς καὶ ὄ­χι συν­θε­
  • 71. 70 τι­κές, μὲ μη­δε­νι­κὴ θερ­μι­δι­κὴ ἀ­ξί­α καὶ ἄ­ρα συμ­βάλ­λουν στὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς πα­χυ­σαρ­κί­ας. Τὸ φυ­τὸ ἔ­χει ἐ­πι­πλέ­ ον ἰ­δι­ό­τη­τες ὅ­πως ἀν­τι­υ­περ­τα­σι­κές, ἀν­ τι­βα­κτη­ρι­α­κές, ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κές, ἐ­νῷ εἶ­ ναι προ­λη­πτι­κό τῆς τε­ρη­δό­νας, ρυθ­μι­ στὴς ζα­χά­ρου στὸ αἷ­μα, καρ­δι­ο­το­νω­τι­ κό, ἐ­που­λω­τι­κό, πε­ρι­ποι­η­τι­κὸ δέρ­μα­τος. Μά­λι­στα, ἡ στε­βι­ο­ζά­χα­ρη εἶ­ναι 200-300 φο­ρὲς πι­ὸ γλυ­κι­ὰ ἀ­πὸ τὴν κοι­νὴ ζά­χα­ ρη. 4. Ποι­ές πε­ρι­ο­χὲς στὴ χώ­ρα ἐν­δεί­κνυ­ ται γι­ὰ τὴν καλ­λι­έρ­γει­ά του; Ἡ ἔ­ρευ­να τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου ἔ­δει­ξε ὅ­τι ἀρ­κε­τὲς πε­ρι­ο­χὲς τῆς χώ­ρας ἀ­πο­τε­ λοῦν ἰ­δα­νι­κὸ τό­πο γι­ὰ τὴν καλ­λι­έρ­γει­α τῆς στέ­βι­ας. Μά­λι­στα, τὸ 2008 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­ κε ἔ­ρευ­να, μὲ χρη­μα­το­δό­τη­ση τῆς Νο­ μαρ­χί­ας, καὶ σὲ τέσ­σε­ρα χω­ρι­ὰ τοῦ νο­ μοῦ Θεσ­σα­λο­νί­κης (Ἀ­ρε­τή, Ζαγ­κλι­βέ­ρι, Λί­μνη καὶ Λου­δί­ας) μὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. 5. Σὲ ποι­ές χῶ­ρες ἔ­χει πα­ρου­σί­α ἡ στε­βι­ο­ζά­χα­ρη; Ἡ στέ­βι­α, στὶς δι­ά­φο­ρες μορ­φές της χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 20 χῶ­ρες ὡς ὑ­πο­κα­τά­στα­το τῆς ζά­χα­ρης, ὡς συμ­πλή­ρω­μα δι­α­τρο­φῆς καὶ δί­αι­τας. Στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ ἄλ­λες ἀ­σι­α­τι­κὲς χῶ­ ρες γί­νε­ται χρή­ση αὐ­τῆς ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970. Στὴν Κί­να, τσά­ι ἀ­πὸ φύ­λλα στέ­βι­ας συ­νί­στα­ται ὡς ὀ­ρε­κτι­κό, ὡς χω­νευ­τι­κό, γι­ὰ ἀ­πώ­λει­α βά­ρους, γι­ὰ δι­α­τή­ρη­ση τῆς νε­ό­τη­τας, ὡς δι­αι­τη­τι­κὸ ἢ καὶ γι­ὰ μεί­ω­ ση τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας γι­ὰ κά­πνι­σμα καὶ πο­ τό. Στὶς Η.Π.Α., ἡ ρεμ­πα­ου­δι­ο­σί­δη στὴν Αὐ­στρα­λί­α καὶ τὴ Ν. Ζη­λαν­δί­α ἡ στε­βι­ ο­σί­δη ἀ­πὸ τὸ τέ­λος τοῦ 2008 χρη­σι­μο­ ποι­οῦν­ται καὶ ὡς ὑ­πο­κα­τά­στα­το τῆς ζά­ χα­ρης. Ἤ­δη, στὴ Γαλ­λί­α, ἑ­ται­ρεῖ­ες τρο­ φί­μων, πῆ­ραν ἔγ­κρι­ση χρή­σης τῆς ρεμ­ πα­ου­δι­ο­σί­δης σὲ τρό­φι­μα γι­ὰ δύ­ο ἔ­τη. Στὴν Ἰ­α­πω­ νί­α καὶ τὴν Κο­ ρέ­α ἡ στε­βι­ο­σί­δη κα­λύ­πτει πε­ρὶ τὸ 40% - 50% τῆς ἀ­γο­ρᾶς γλυ­καν­ τι­κῶν οὐ­σι­ῶν. Ἡ στέ­βι­α, στὶς δι­ά­φο­ρες μορ­φές της, χρη­ σι­μο­ποι­εῖ­ται καὶ στὴ Νό­τι­α Ἀ­με­ ρι­κὴ γι­ὰ πε­ρισ­ σό­τε­ρα ἀ­πὸ 500 χρό­νι­α, στὴν Ἐλ­ βε­τί­α καὶ σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες χῶ­ρες τῆς Ἀ­να­το­ λι­κῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ τῆς Ἀ­φρι­κῆς. Στὴν Ε.Ε. ἐ­πι­τρέ­πε­ται ἀ­πὸ τὸ 2005 ἡ χρή­ση τῆς στέ­βι­ας καὶ ἐκ­χυ­λι­σμά­των της στὰ σι­τη­ρέ­σι­α (ὡς ἀ­ρω­μα­τι­κὸ οὐ­σι­ α­στι­κὸ) ἕ­ως πο­σο­στὸ 2% καὶ στὰ καλ­ λυν­τι­κά. Σή­με­ρα, ἐ­κτι­μᾶ­ται πὼς χρή­ση στέ­βι­ας, κά­θε μέ­ρα, σὲ δι­ά­φο­ρες χῶ­ρες, κά­νουν πά­νω ἀ­πὸ 150 ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α ἄν­ θρω­ποι. _ Ἐ­φημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»
  • 72. 71 Σ τὴν Αὔ­ρα Τρι­κά­λων, τρί­α χι­λι­ό­ με­τρα ἀ­πὸ τὴν Κα­λαμ­πά­κα σὲ μί­α κα­τά­φυ­τη ἔ­κτα­ση 300 στρεμ­μά­των ἐ­κτρέ­φον­ται ἀ­πὸ τὸν κ. Δη­ μή­τρι­ο Δῆ­μο (ἀ­πό­φοι­το τῆς Βι­ο­μη­χα­νι­κῆς Σχο­λῆς Θεσ­ σα­λο­νί­κης, γε­ωρ­γὸ-οἰ­κο­νο­ μο­λό­γο) αὐ­τό­χθο­νες καὶ σπά­ νι­ες φυ­λὲς ἀ­γρο­τι­κῶν ζώ­ων, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­φί­σταν­ται ἐ­δῶ καὶ 10.000 χρό­νι­α στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ὕ­παι­θρο μὲ τὴν ἴ­δι­α ἀ­κρι­βῶς μορ­φή. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ἡ «κι­ βω­τὸς τοῦ Δή­μου» πε­ρι­λαμ­ βά­νει: α) 146 ἀ­γε­λά­δες ἀ­πὸ τὶς 218 ποὺ ἔ­μει­ναν στὴ χώ­ρα καὶ οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­τε­λοῦν τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ στε­πι­κὴ φυ­λὴ (τύ­ πος Κα­τε­ρί­νης). Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ ται σή­με­ρα ἀ­πὸ ἐ­πι­στή­μο­νες ζω­ο­τέ­χνες ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νο ὅ­τι δι­α­βι­οῦν στὴ Χώ­ρα μας ἐ­δῶ καὶ 10.000 χρό­νι­α καὶ ἀ­πει­κο­νί­ ζον­ται σ᾿ ὅ­λες τὶς ἀρ­χαῖ­ες ἀ­να­πα­ρα­στά­ σεις ἐ­δῶ καὶ 3.500 χρό­νι­α του­λά­χι­στον (χρυ­σὰ κύ­πελ­λα τοῦ Βα­φει­οῦ Πο­τα­μοῦ, ταυ­ρο­κα­θά­ψι­α Κρή­της, Πα­να­θή­ναι­α ἀ­πὸ τὴ Ζω­φό­ρο τοῦ Παρ­θε­νῶ­να, κ.ἄ.). β) Ἑλ­λη­νι­κὸ μαῦ­ρο χοῖ­ρο (200 ζῶ­ α). Πρό­κει­ται γι­ὰ τὴν μο­να­δι­κὴ ἀ­μι­γῶς κα­θα­ρό­αι­μη φυ­λὴ τῆς χώ­ρας, ὅ­πως ἀ­πο­ δείχ­τη­κε με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­ξε­τά­σεις τοῦ γε­νό­ τυ­που. Τὸ γου­ρού­νι αὐ­τὸ ποὺ κα­τὰ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ἦ­ταν τὸ σύμ­βο­λο τῆς ἀ­φθο­ νί­ας καὶ προ­στα­τευ­ό­ταν ἀ­πὸ τὴ θε­ὰ Δή­ μη­τρα δι­αι­ώ­νι­σε τὸ εἶ­δος μας, δι­ό­τι ἀ­πὸ αὐ­τὸ ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­παιρ­νε ἐ­νέρ­γει­α τρώ­ γον­τας τὸ λί­πος του. γ) Θεσ­σα­λι­κὰ ἄ­λο­γα (45 ζῶ­α), τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἀ­γρο­τι­κῆς Ἀ­νά­πτυ­ ξης καὶ Τρο­φί­μων ἔ­χει συμ­πε­ρι­λά­βει στὴ λί­στα μὲ τὰ ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση ζῶ­α, ἀ­φοῦ δὲν ξε­περ­νοῦν τὰ 450 σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ χώ­ρα. Τὰ ἄ­λο­γα αὐ­τὰ ἀ­νή­κουν στοὺς μι­ κρό­σω­μους ἵπ­πους. Τὸ ὕ­ψος τους εἶ­ναι πε­ρί­που 125-135 ἑ­κα­το­στά, τὸ κλασ­σι­κό τους χρῶ­μα εἶ­ναι τὸ γκρί­ζο, ἐ­νῷ πα­ρου­ σι­ά­ζουν ἰ­σχυ­ρὰ ἄ­κρα καὶ ἡ οὐ­ρὰ καὶ ἡ χαί­τη τους εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ μα­κρι­ές, καὶ δ) 19 ἱπ­πά­ρι­α (πό­νυ) Σκύ­ρου. Κοι­νὸς πα­ρα­νο­μα­στὴς τῶν πι­ὸ πά­νω σπά­νι­ων καὶ αὐ­τό­χθο­νων φυ­λῶν ζώ­ων εἶ­ναι ὅ­τι δι­α­βι­οῦν σὲ συν­θῆ­κες ἐ­κτα­τι­ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ «ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ» Δημητρίου Δήμου Κτηνοτρόφου
  • 73. 72 κῆς ἐ­κτρο­φῆς (ἐ­λευ­θέ­ρας βο­σκῆς), ἔ­χουν δὲ προ­σαρ­μο­στεῖ στὶς εἰ­δι­κὲς συν­θῆ­κες τοῦ φυ­σι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος καὶ ἀ­ξι­ο­ ποι­οῦν κα­τὰ τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο τὸν φτω­χὸ σὲ μά­ζα, ἀλ­λὰ πλού­σι­ο σὲ θρε­ πτι­κὰ συ­στα­τι­κά, ἑλ­λη­νι­κὸ βο­σκό­το­πο, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ἔ­χουν πο­λὺ λι­γό­τε­ρες ἀ­παι­τή­σεις, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως νὰ προ­ σφέ­ρουν (λό­γῳ τῆς πλού­σι­ας ἑλ­λη­νι­κῆς χλω­ρί­δας) προ­ϊ­όν­τα ὑ­ψη­λῆς δι­α­τρο­φι­ κῆς ἀ­ξί­ας. Μὲ λί­γα λό­γι­α, ἡ πα­ρα­γω­γι­κό­ τη­τά τους εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ πα­ρὰ τὸ δυ­σμε­νὲς οἰ­κο­νο­μι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον.  Ἡ ἀ­νω­τέ­ρω κτη­νο­τρο­φι­κὴ ἐ­κμε­τάλ­ λευ­ση, ἡ προ­σπά­θει­α προ­στα­σί­ας καὶ δι­ ά­σω­σης τῶν ἐν λό­γῳ φυ­λῶν, ἡ ἀν­τί­στα­ ση σὲ κα­θε­τὶ μα­ζι­κό, γρή­γο­ρο καὶ ἐμ­πο­ ρι­κὸ ποὺ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν πα­ρα­γω­γὴ καὶ τὴ δι­α­τρο­φή, ἡ πα­ρα­δο­σι­α­κὴ γνώ­ση καὶ ἡ πα­ρα­δο­σι­α­κὴ τε­χνι­κὴ στὴν πα­ρα­ γω­γή, ἡ μὴ ἐ­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὴν σύγ­χρο­νη βι­ο­μη­χα­νί­α κρέ­α­τος, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀλ­λη­ λέν­δε­τη μὲ τὶς πο­λυ­ε­θνι­κὲς τῆς σό­γι­ας, τῶν φαρ­μά­κων καὶ τοῦ γε­νε­τι­κοῦ ὑ­λι­ κοῦ, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν πα­ρά­ δο­ση ἐ­πι­βρα­βεύ­θη­κε τὸ 2002 ἀ­πὸ τὸ παγ­ κό­σμι­ο κί­νη­μα τῆς «Slow Food» («Ἀρ­ γὸ Φα­γη­τό»), κα­θὼς τὸ ἐν λό­γῳ κί­νη­μα ἀ­πέ­νει­με στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη τῆς φάρ­μας κ. Δη­μή­τρι­ο Δῆ­μο δύ­ο βρα­βεῖ­α γι­ὰ τὴ συμ­ βο­λή του στὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς βι­ο­ποι­κι­λό­τη­τας τοῦ πλα­νή­τη. Τέ­λος, πρέ­πει νὰ ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ ὁ ὑ­ψί­ στης ση­μα­σί­ας σκο­πὸς τῆς ὕ­παρ­ξης τῆς «Κι­βω­τοῦ», ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πη­ρε­τεῖ τὴ δι­ά­σω­ση τῶν αὐ­τό­χθο­νων καὶ σπά­νι­ ων φυ­λῶν ἀ­γρο­τι­κῶν ζώ­ων, δι­ό­τι τὰ ζῶ­α αὐ­τὰ συν­δέ­ον­ται ἄ­με­σα ἢ ἔμ­με­σα μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α, τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν πο­λι­ τι­σμὸ τοῦ τό­που μας, προσ­δί­δον­τας ἔτ­σι τὴν συ­νέ­χει­α τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­ οῦ. Ἐ­πί­σης, οἱ σπά­νι­ες καὶ αὐ­τό­χθο­νες αὐ­τὲς φυ­λὲς ζώ­ων ἀ­πο­τε­λοῦν τὴ ζων­ τα­νή μας πο­λι­τι­στι­κὴ κλη­ρο­νο­μι­ὰ καὶ συμ­βάλ­λουν οὐ­σι­α­στι­κὰ στὴν ἐκ­παί­ δευ­ση, τὴν πο­λι­τι­σμι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ γε­νι­κὰ στὴ με­γα­λύ­τε­ρη καλ­λι­έρ­γει­α τῶν κα­τοί­κων μὲ βά­ση τὴν πα­τρο­γο­ νι­κή, πνευ­μα­τι­κὴ καὶ πο­λι­τι­σμι­κὴ πα­ ρά­δο­ση. Ἡ προ­ώ­θη­ση, τέ­λος, τοῦ ἐγ­χει­ ρή­μα­τος δι­ά­σω­σης καὶ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σης τῶν σπά­νι­ων αὐ­τό­χθο­νων καὶ ἀρ­χέ­γο­νων ἀ­γρο­τι­κῶν ζώ­ων πρέ­πει νὰ τί­θε­ται ἐ­κτὸς ἀμ­φι­σβή­τη­σης γι­ὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους, γι­ὰ τὰ ζῶ­α, τὴ φύ­ση, τὴν ἔ­ρευ­να, τὸν πο­λι­ τι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­ει­φό­ρο ἀ­νά­πτυ­ξη.    Ἀ­πὸ τὴν «Κι­βω­τὸ τοῦ Δή­μου» δι­α­τί­ θεν­ται σὲ νοι­κο­κυ­ρι­ὰ ζω­ο­κο­μι­κὰ προ­ϊ­ όν­τα. _ Γι­ά κά­θε πλη­ρο­φο­ρί­α: e-mail:  bous.rare@gmail.com   
  • 74. 73 «Κ αταμάθατε τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει, οὐ κοπιᾶ οὐδέ νή­ θει. Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδέ Σολο­ μών ἐν πάση τῇ δόξη αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἕν τούτων» (Ματθ. στ, 22-33). Ἀναρωτηθήκατε ποτὲ γιατί ὁ Μάιος θεωρεῖται ὁ πιὸ ὄμορφος μήνας τοῦ χρό- νου; Γιατί τώρα ὅλα εἶναι γελαστά; Για- τί ἔχουμε τὴν αἴσθηση πὼς ἔμψυχα καὶ ἄψυχα ἀποκτοῦν λαλιὰ καὶ ψάλλουν μὲ τὸν δικό τους τρόπο τὸ μαγικὸ τραγούδι τῆς χαρᾶς, τῆς εὐφροσύνης καὶ τῆς αἰσι- οδοξίας στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων; Μὰ διότι ὁ Μάιος εἶναι ὁ πιὸ δροσά- τος, ὁ πιὸ μυροβόλος καὶ ὁ πιὸ ἀνθοστό- λιστος μήνας, ἀφοῦ τὰ λουλούδια ἔχουν τώρα τὴν τιμητική τους. Στήνουν τὸ γιορτάσι τους στὶς ἐξοχές, στὰ παρτέρια τῶν κήπων, στὰ πάρκα καὶ στὰ μπαλ- κόνια καὶ μιλοῦν στὶς ψυχές μας μὲ τὴ δική τους μυστικὴ γλώσσα. Καὶ λέτε νὰ εἶναι τὸ χρῶμα, ἡ εὐωδία, ἡ ἁγνότητα κι ἡ ὀμορφιά τους τὸ πλού- σιο λεξιλόγιό τους, ποὺ ἀπὸ τὰ πανάρ- χαια ἀκόμα χρόνια μάγεψε τοὺς ἀνθρώ- πους; Λέτε νὰ εἶναι ἡ τρελὴ χαρά, ποὺ προσφέρει στὴν ψυχή μας ἡ θέα αὐτῶν τῶν προαγγέλλων τῆς Ἄνοιξης, ἡ βεβαι- ότητα ὅτι ὁ παγερὸς χειμώνας πέρασε πιά, πὼς νικήθηκε ὁ φόβος τοῦ θανά- του, πὼς ἡ ζωὴ δροσάτη μας χαμογελᾶ μέσα ἀπὸ τὰ λαμπερά τους χρώματα καὶ τὰ μύρια ἀρώματα, αὐτὸ ποὺ ἔδωσε στὰ λουλούδια καὶ στὸν Μάιο μήνα μία ξε- χωριστὴ λαλιά, ἡ ὁποία παράξενα ἀγγί- ζει τὶς σκέψεις μας, κάνει εὐχάριστη τὴ διάθεσή μας; Αἰῶνες τώρα οἱ ποιητὲς ὑμνοῦν τὰ λουλούδια, οἱ μελωδοὶ τὰ τραγουδοῦν, οἱ ζωγράφοι τὰ ἀπεικονίζουν στοὺς πί- νακές τους καὶ οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι τὰ θε- ωροῦν θεσπέσια σύμβολα, γιὰ νὰ ἐκφρά- σουν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ποῦν μὲ τὰ λόγια, γιὰ νὰ ἐξωτερικεύσουν προσφέ- ροντάς τα σὲ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν, τὰ πιὸ λεπτὰ καὶ εὐγενικὰ αἰσθήματα τῆς ψυχῆς τους. Ὅλοι οἱ ἀρχαῖοι λαοὶ λάτρεψαν τὰ λουλούδια. Τὰ συνέδεσαν μὲ τὰ θρη- σκευτικά τους ἔθιμα. Καθιέρωσαν ἰδιαί- τερες γιορτὲς γιὰ αὐτά. Ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὰ Ἀνθεστήρια. Οἱ Ρωμαῖοι τὰ Rosaria. Οἱ Βυζαντινοὶ τὰ Ρουσάλια. ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΑΙ Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΤΟΥΣ ΓΛΩΣΣΑ Ἀθηνᾶς Τζινίκου- Κακούλη Φιλολόγου- Λαογράφου
  • 75. 74 Γιορτὲς ποὺ σήμαιναν τὸν ἐρχομὸ τῆς ἄνοιξης, ἀλλὰ ἀπέδιδαν καὶ τιμὴ στοὺς νεκροὺς προγόνους. Γιατί οἱ ἀρχαῖοι λαοὶ πίστευαν πὼς οἱ πιὸ στοργικοὶ θεοὶ τοῦ Κάτω Κόσμου ἦταν οἱ νεκροί τους πρόγονοι ποὺ προκαλοῦσαν τὴ βλάστη- ση, τὴν ἀνθοφορία καὶ τὴν καρποφορία τῆς γῆς. Καὶ βέβαια ἔπλασαν γιὰ τὰ πα- νέμορφα λουλούδια συγκινητικοὺς μύ- θους. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, γιὰ παρά- δειγμα, πίστευαν πὼς τὰ τριαντάφυλλα ἦταν στὴν ἀρχὴ κατάλευκα. Μὰ ἔγιναν κατακόκκινα, ὅταν ἡ θεὰ Ἀφροδίτη πλή- γωσε μὲ τὰ ἀγκάθια τους τὸ πόδι της. Σύμφωνα πάλι μὲ μία ἄλλη παράδο- ση, ὁ φτερωτὸς γιός της, Ἔρωτας, τὴν ὥρα ποὺ οἱ θεοὶ ἔπιναν στὰ ἀπαστράπτο- ντα παλάτια τους ψηλὰ στὸν Ὄλυμπο τὸ νέκταρ, ἄθελά του ἔριξε τὸ δοχεῖο, χύ- θηκε τὸ θεϊκὸ ποτὸ κι ἔβαψε κάτω στὴ γῆ κατακόκκινα τὰ μέχρι τότε πάλλευ- κα ρόδα. Σήμερα θεωροῦμε τὸ τριαντάφυλλο σὰν βασιλιὰ τῶν λουλουδιῶν καὶ στὴ μυστική τους γλώσσα, προσφέροντας τριανταφυλλάκια σὲ ὅποιον ἀγαπᾶμε, εἶναι σὰν νὰ τοῦ λέμε: «Δῶσε μου τριά- ντα φιλάκια!». Ἡ Ἐκκλησία μας συνδύασε τὸ κόκ- κινο χρῶμα τοῦ τριανταφύλλου μὲ τὸ ἄχραντο αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Γι' αὐτὸ καὶ στὰ χρόνια της Εἰκονομαχίας, γύρω στὸν 8ο αἰώνα μ.Χ., τότε ποὺ ἀπαγορεύ- ονταν ἡ ἀπεικόνιση θεϊκῶν μορφῶν, οἱ ζωγράφοι γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὴ Σταύ- ρωση τοῦ Κυρίου μας, τὴν ἀπεικόνιζαν σὰν ἕναν ἀπέριττο σταυρό, ἀνάμεσα σὲ κόκκινα τριαντάφυλλα καὶ παπαροῦνες. Ἀκόμα καὶ τὴν Παναγία μας ὕμνησαν οἱ Μελωδοὶ ὡς «Ρόδον τὸ ἀμάραντον», δη- λαδὴ ὡς αἰώνια δροσερὸ τριαντάφυλλο. Ὅμως γιὰ τὴν χριστιανικὴ παράδο- ση τὸ ξεχωριστὸ σύμβολο τῆς ἁγνότη- τας εἶναι ὁ λευκὸς κρίνος, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ συμβολικὰ ἔφε- ρε τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα στὴν Παρθένο Μαρία, ὅτι θὰ γεννήσει τὸν Χριστό μας. Τὸν κρίνο θαύμαζαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, γι' αὐτὸ καὶ τὸν συνέδεσαν μὲ ἕναν συγκινητικὸ μύθο. Πίστευαν πὼς τὸ ἄνθος αὐτὸ πῆρε τὸ κατάλευκο χρῶμα τὴν ὥρα ποὺ ὁ Ἡρακλῆς θηλάζοντας τὸ στῆθος τῆς θεᾶς Ἥρας, γιὰ νὰ παίξει, ρά- ντισε μὲ τὸ θεϊκό της γάλα τὰ κρίνα, ποὺ κοσμοῦσαν τὸ παλάτι της καὶ μέχρι τότε ἦταν γαλάζια, ὅπως τὰ μάτια τῆς μεγά- λης ἐκείνης θεᾶς. Μὲ πανέμορφα κρίνα πλαισιώνεται καὶ ἕνας πρίγκιπας σὲ μία θαυμάσια τοι- χογραφία στὸ παλάτι τοῦ Μίνωα στὴν Κνωσσὸ τῆς Κρήτης, γιὰ νὰ δηλωθεῖ ἡ ὀμορφιά, ἡ ἁγνότητα καὶ ἡ ὑψηλή του καταγωγή. Ὁ λαός μας σὲ ὅλα τὰ ἄνθη ἀπέδωσε συγκινητικὲς ἱστορίες καὶ τὰ ἔκανε σύμ- βολα μίας μυστικῆς γλώσσας. Ἔτσι γιὰ τὸ Μυριόφυλλο τὸ Ἀχίλλειο, μὲ τὰ πανέ- μορφα κόκκινα λουλούδια, λέγεται, πὼς ἦταν τὸ ξεχωριστὸ βότανο τοῦ Ἀχιλλέα, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκεῖνος γιάτρευε τὶς πλη- γές του. Καὶ πὼς ἡ Ἀφροδίτη, λίγο πρὶν ἀποκαλύψει στὸν Πάρι τὸ μυστικὸ τῆς Οἱ ζωγράφοι, γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὴ Σταύρωση τοῦ Κυρίου μας, τὴν ἀπεικόνιζαν σὰν ἕναν ἀπέριττο σταυρό, ἀνάμεσα σὲ κόκκινα τριαντάφυλλα καὶ παπαροῦνες.
  • 76. 75 «ἀχίλλειας πτέρνας», δηλαδὴ ὅτι μόνο ἀπὸ πληγὴ στὴ φτέρνα του θὰ μποροῦσε ὁ Ἀχιλλέας νὰ σκοτωθεῖ, μάρανε στὸν κάμπο τῆς Τροίας ὅλα τὰ Μυριόφυλλα. Τὸ γαρύφαλλο εἶναι ἕνα ἄλλο λουλούδι, ποὺ συνδέεται μὲ πανάρχαιους μύθους. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὸ εἶχαν ἀφιερώ- σει στὸν Δία, γι' αὐτὸ καὶ τὸ ὀνόμαζαν διόσανθον ἢ διανθον. Σύμφωνα μὲ τὸν μύθο, ἡ θεὰ Ἄρτεμις κάποια μέρα ἐξα- γριώθηκε, γιατί δὲν εὕρισκε κυνήγι καὶ ἔβγαλε τὰ μάτια ἑνὸς βοσκοῦ, ποὺ νόμι- ζε πὼς ἀποδίωχνε τὰ θηράματα μὲ τοὺς ἤχους τῆς φλογέρας του. Γρήγορα ὅμως μετάνιωσε, τοῦ χάρισε ὡραιότερα μάτια καὶ γιὰ νὰ τὸν εὐχαρι- στήσει ἔριξε τὰ ἀρχικά του μάτια σὲ ἕναν κῆπο, ὅπου βλάστησαν γιὰ πρώτη φορὰ τὰ γαρύφαλλα, ποὺ ἦταν τὸ πρῶτο καὶ ὡραιότερο πράγμα, ποὺ εἶδε μὲ τὰ και- νούργια του μάτια ὁ βοσκός. Ἀπὸ τότε ὁ λαὸς μᾶς ἀγαπᾶ πολὺ τὸ γαρύφαλλο καὶ πιστεύει, πὼς ἔχει καὶ αὐτὸ τὴ δική του μιλιά. Μία μιλιά, ποὺ φανερώνεται ἰδιαί- τερα στὰ ὄνειρα, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ παρακάτω λαϊκὸ στιχάκι: Γαρύφαλλο ὀνειρεύτηκες, κόκκινο καὶ μεγάλο; Μιὰν αν εἴδηση εὐχάριστη θὰ λάβεις, δίχως ἄλλο. Μὰ ἂν δεῖς ἄσπρο γαρύφαλλο γιὰ κάτι ποὺ προσμένεις, κακὸ εἶναι τὸ ὄνειρο, δυσάρεστα μαθαίνεις. Ἡ μαργαρίτα παραμένει μέχρι σή- μερα τὸ σύμβολο τῆς ἀμφιβολίας, ἀφοῦ ὅλοι κάποια φορὰ στὰ παιδικά μας χρό- νια τὴ μαδήσαμε πέταλο-πέταλο σιγοψι- θυρίζοντας μὲ λαχτάρα: «Μ' ἀγαπᾶ - δὲν μ' ἀγαπᾶ», γιὰ νὰ συμπεράνουμε ἀκού- γοντας τὴ μυστική της γλώσσα, ἂν ἡ μαννούλα, ὁ πατερούλης ἢ κάποιο ἄλλο ἀγαπημένο μας πρόσωπο μᾶς ἀγαπᾶ. Ὅλα, μὰ ὅλα τὰ λουλούδια ἔχουν τὴ δική τους ἱστορία καὶ μὲ τὸν βαθύτε- ρο συμβολισμό τους ἔχουν κάτι νὰ μᾶς ποῦν. Σύμφωνα μὲ τὴν πίστη τοῦ λαοῦ μας, ἡ ἀνεμώνη βλάστησε ἐκεῖ, ὅπου στάλλα- ξαν τὰ δάκρυα τῆς Ἀφροδίτης γιὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀγαπημένου της Ἄδωνη καὶ συμβολίζει τὸν πόνο τῆς μοναξιᾶς. Ὁ ἀμάραντος ἢ ἀθάνατος εἶναι ἀφιε- ρωμένος στοὺς νεκροὺς καὶ ἀποτελεῖ τὸ σύμβολο τῆς ἀθανασίας. Ὁ ἀγάπανθος, μὲ τὰ πανέμορφα γαλά- ζια του λουλούδια, συμβολίζει τὴν ἀγά- πη, κατὰ πὼς τὸ μαρτυρεῖ καὶ τὸ ὄνομά του. Ὁ ἀσφόδελος, μὲ τὰ κατακίτρινα λου- λούδια, ποὺ στόλιζε τοὺς ἀρχαίους τά- φους καὶ τὰ Ἠλύσσια Πέδια, δηλαδὴ τὸν τόπο, ὅπου ἀναπαύονταν οἱ ψυχὲς τῶν ἡρώων, σύμφωνα μὲ τὴν πίστη τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, θεωρεῖται μέχρι σή- μερα σύμβολο τῆς μακαριότητας, τῆς γα- λήνης καὶ τῆς αἰώνιας πίστης. Τὸ ἀσπράγκαθο ἦταν τὸ γαμήλιο ἄνθος τῶν Ἀρχαίων καὶ σύμβολο τῆς οἰκογενειακῆς εὐτυχίας, ὅπως γιὰ μᾶς σήμερα εἶναι τὰ εὐωδιαστὰ ἄνθη τῆς λεμονιᾶς. Τὸ ἁγιόκλημα θεωροῦνταν καὶ θεω- ρεῖται ἀκόμα σύμβολο σύμβολο ἀγάπης.
  • 77. 76 Γι' αὐτὸ καὶ τὰ κορίτσια, ὁρισμένες μέρες τοῦ χρόνου, μὲ ἕνα κλωνὶ ἁγιό- κλημα κάτω ἀπὸ τὸ προσκεφάλι τους, προσδοκοῦσαν νὰ ὀνειρευτοῦν τὸ παλ- ληκάρι, ποὺ θὰ γίνονταν ἄντρας τους. Ἡ ντάλια εἶναι σύμβολο μεγαλοπρέπειας καὶ ἡ παπαρούνα θυσίας, ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ λαϊκὴ πίστη ὅτι οἱ στάλες ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Σταυρωμένου Χριστοῦ μας ἔγιναν κατακόκκινες παπαροῦνες στὸν λόφο τοῦ Γολγοθᾶ. Ὁ βάτος, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ φλέγονταν καὶ δὲν κατακαίγο- νταν στὸ θεοβάδιστο ὄρος Σινᾶ, ἔγινε τὸ σύμβολο τῆς δύναμης καὶ τῆς ὑγείας. Ὁ βασιλικός, ποὺ κατὰ τὴν παράδο- ση φύτρωσε στὸ σημεῖο ὅπου γιὰ αἰῶνες ἦταν θαμμένος ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, καὶ μὲ τὴν εὐωδία του βοήθησε τὴν Ἁγία Ἑλένη νὰ τὸν ἐντοπίσει, εἶναι τὸ σύμβο- λο τῆς ἁγιότητας. Γι' αὐτὸ καὶ τὸν χρη- σιμοποιοῦν οἱ ἱερεῖς ὡς μέσο ραντισμοῦ στοὺς ἁγιασμούς. Τὸν παλιὸ καιρὸ μάλι- στα στοὺς γάμους, ὁ γαμπρὸς φοροῦσε στὸ πέτο ἢ στὸ ἀφτὶ του ἕνα κλωνὶ βασι- λικό, γιὰ νὰ διαλαλήσει ἔτσι τὸ πόσο ἱερὸ θεωροῦσε τὸ μυστήριο τοῦ γάμου. Ἀλλὰ καὶ τὸ χρῶμα τῶν λουλου- διῶν ἔχει ἕνα ἰδιαίτερο συμβολισμὸ καὶ ἐκφράζει τὴ μυστική τους γλώσσα. Τὸ λευκὸ ὑμνεῖ τὴν ἁγιότητα, τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν εἰλικρίνεια, γι' αὐτὸ καθιερώθηκε καὶ ὡς τὸ χρῶμα τοῦ νυφι- κοῦ της νύφης, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθοστο- λισμοῦ τῆς ἐκκλησίας κατὰ τὴν τελετὴ τοῦ γάμου. Τὸ κόκκινο σημαίνει ἔρωτα καὶ θυσί- ες, γι' αὐτὸ καὶ τὰ κόκκινα γαρύφαλλα δέθηκαν μὲ τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα τῆς ἐργατικῆς πρωτομαγιᾶς. Τὸ πράσινο, ποὺ εἶναι τὸ χρῶμα τῶν φυλλωμάτων, ἐκφράζει τὴν ἐλπίδα, τὴ δόξα καὶ τὸν θρίαμβο, γι' αὐτὸ καὶ κα- ταθέτουμε πράσινα στεφάνια δάφνης στὰ μνημεῖα καὶ τὰ ἡρῶα. Τὸ γαλάζιο ἐκφράζει τὴ σταθε- ρότητα, τὴ σιγουριὰ καὶ τὴν πίστη. Τὸ ροζὲ τὴν τρυ- φερότητα καὶ τὴ μετριοπάθεια. Τὸ κίτρινο τὴν ἀπιστία καὶ τὸ μί- σος, ἐνῷ τὸ μωβὲ καὶ τὸ λιλὰ τὸ πένθος. Ἂν ἡ ψυχή μας πλημμυρίζει ἀπὸ ὄμορφα συναισθήματα γιὰ κάποιο πρόσωπο- ὅπως ἀγάπη, τρυ- φερότητα, εὐγνωμοσύνη, χαρά, σεβα- σμό, τιμὴ καὶ ὅ,τι ἄλλο εὐγενικό, λεπτὸ μὰ καὶ μεγάλο καὶ ὑψηλὸ θάλλει μέσα μας- καὶ βρίσκουμε τὶς λέξεις φτωχὲς νὰ τὸ ἐκφράσουν, εἶναι πολὺ ἐπιτυχὴς ἡ ἐπιλογὴ νὰ τὸ ποῦμε μὲ τὴ δροσιά, τὴν ὀμορφιά, τὰ μύρια χρώματα καὶ ἀρώμα- τα τῶν λουλουδιῶν. Χειρονομία, τρυφε- ρή, εὐγενικὴ καὶ θεσπέσια ἡ προσφορὰ λουλουδιῶν σὲ ὅσους πολὺ ἀγαπᾶμε! Χαροποιεῖ, σαγηνεύει, δημιουργεῖ εὐχά- ριστη διάθεση, φέρνει χαμόγελα καὶ συ- γκινεῖ συγχρόνως, γιατί εἶναι ὁ ἰδεω- δέστερος τρόπος νὰ ὁμολογήσουμε τὰ ἀνέκφραστα μὲ τὴ μυστική τους γλώσ- σα, ἔτσι, ὅπως πηγαῖα ἀναβλύζουν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, μὰ τὸ στόμα ἀδυνατεῖ νὰ τὰ ἐκφράσει. _
  • 78. 77 Τὴν ὥρα τὴν ὑπέρτατη, ποὺ θὲ νὰ σβῆ τὸ φῶς μου, ἕνας θὰ εἶν’ ἐμένανε ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου. Δὲ θὰ εἶναι οἱ κούφιοι λογισμοί, οἱ ἀδικίες τοῦ κόσμου, θὰ εἶναι πῶς δὲ δυνήθηκα μ’ ἐσὲ νὰ ζήσω πλάση πράσινη, ἀπάνου στὰ βουνά, στὰ πέλαγα, στὰ δάση. Θὰ εἶναι πὼς δὲ σὲ χάρηκα, σκυφτὸς μεσ’ στὰ βιβλία, ὢ φύση, ὁλάκερη ζωὴ κι ὁλάκερη σοφία. Ο ἱ στίχοι αὐτοὶ τοῦ μεγάλου ποιητῆ μας Κωστῆ Παλαμᾶ ἀπὸ τὸ ποίημά του «Ὁ πιὸ μεγάλος καημὸς» ἀπο- δίδουν τὸ παράπονο τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ στερήθηκε τὴ χαρὰ τῆς ὑπαίθρου, ποὺ δὲν χάρηκε τὴ γαλάζια θάλασσα καὶ τὰ πράσινα δάση ποὺ ὁ Θεὸς τὰ σκόρπισε μὲ τόση ἀφθονία στὴν κτίση καὶ ἰδιαιτέ- ρως στὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐνῷ ὁ πανάγαθος Θεὸς φρόντισε νὰ σκορπίσει ἁπλόχειρα τὴ θάλασσα, τὸν οὐρανό, τὴ γῆ μὲ τὰ τόσα φυτά, ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἔκανε ὅ,τι ἦταν δυνατὸν γιὰ νὰ μὴν τὰ βλέπει. Κλείσθηκε σὲ πόλεις, μακριὰ ἀπὸ τὴν πράσινη ἐξοχή, ἔκανε στενοὺς δρόμους καὶ πανύψηλες οἰκοδομές, ὥστε νὰ φαί- νονται μόνο λουρίδες τοῦ οὐρανοῦ, ἂν καὶ τὸ ὕπαιθρο, τὸ καταπράσινο, ἤρεμο καὶ εἰδυλλιακὸ περιβάλλον ἑνὸς δάσους μὲ τοὺς πυκνοὺς ἴσκιους, μιᾶς δενδροφυ- τεμένης ἐκτάσεως μὲ τὰ ἀερικὰ πλατώ- ματα ἑνὸς κήπου μὲ τὶς χαρούμενες συ- ντροφιὲς τῶν δένδρων καὶ τῶν θάμνων, ἀκόμη καὶ μιᾶς λουλουδιασμένης αὐλῆς ἢ ταράτσας, μᾶς δημιουργεῖ ψυχικὴ ἐκτό- νωση, ἕνα συναίσθημα ἀσφάλειας, μία αἴσθηση ὅτι τὰ γύρω δένδρα εἶναι φίλοι μας ἁγνοὶ καὶ εἰλικρινεῖς καὶ ὅτι μᾶς προσφέρουν μὲ ἀνιδιοτέλεια τὴν ἀγάπη τους. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ ποιητὴς μὲ τοὺς ὡραίους στίχους του: Ἀγαπᾶτε τὰ ἄνθη, ἀγαπᾶτε τὰ δάση, κάθε ἁγνὸ λουλουδάκι, κάθε πράσινο φύλλο. Ποιὸν καλύτερον ἄλλον θὲ νὰ βρῆτε στὴν πλάση καὶ πιστότερο φίλο; Θέλοντας καὶ μή, ὅταν βρεθεῖς μέσα σ’ ἕνα θαλερό, πυκνὸ μὲ πανύψηλα δέν- δρα δάσος, ὅταν βαδίζεις ἐπάνω στὴ μα- λακὴ χλόη, ὅταν συναντᾶς βρύσες κρυ- ερὲς καὶ πανέμορφα λουλούδια, ὅπως ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΑ ΔΑΣΗ1 Δρ. Ἐρατὼς Ζέλλιου-Μαστοροκώστα Φιλολόγου-Ἱστορικοῦ-Λαογράφου
  • 79. 78 γράφει ὁ Κρυστάλλης: ἄσπρα, γαλάζια, κόκκινα, ποὺ κρύβουν τὸ χορτάρι, κέδρα ψηλά κ΄ ευωδερά, ποὺ φτάνουν ὣς τὰ ουράνια, τὶς τρυφερὲς τὶς κουμαριές, τὶς καστανιὲς τὶς λάδιες, τὶς καταπράσινες ὀξιές, τὶς λυγερὲς τὶς λεῦκες, νιώθεις ὅλη τὴν ὕπαρξή σου γεμάτη ἀπὸ ἀνιδιοτέλεια, ἀπὸ ψυχικὴ ἀνάτα- ση. Ἐπιθυμεῖς νὰ πλησιάσεις περισσότε- ρο πρὸς Αὐτὸν ποὺ δημιούργη- σε αὐτὸ τὸ με- γαλεῖο. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ με- γαλεῖο τους σοῦ ἐμπνέει τὴν ἀγάπη πρὸς κάθε ὑψηλὸ καὶ ὡραῖο, σὲ φω- τίζει. Καὶ ἂν εἶσαι λεπτὴ καὶ καλλιτεχνικὴ φύση, σοῦ εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ γράψεις ἕνα ποίημα, ἕνα διήγημα, νὰ ἐμπνευσθεῖς ἕναν ζωγραφικὸ πίνακα ἢ κάποιο ἄλλο ἔργο τέχνης. Καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ζοῦσαν μέσα στὸ πράσινο, διότι, ὅπως γράφει ὁ Mayr, ὅλη ἡ Εὐρώπη, ἡ ὁποία στὴν ἐποχή μας ἔχει 307.145.000 ἑκτάρια δασικὲς ἐκτά- σεις, ἦταν κατάφυτη, γεμάτη δάση. Καὶ ἄλλοι εἰδικοὶ ἐπιστήμονες ἀναφέ- ρουν ὅτι, ἐπειδὴ σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα ἀπαντῶνται κλιματολογικές, ἐδαφολο- γικὲς καὶ φυτογεωγραφικὲς συνθῆκες εὐνοϊκὲς γιὰ τὴν ἀνάπτυξη δασῶν, ὅλη ἡ χώρα μας ἀπὸ τὰ ἠπειρωτικά, μακεδο- νικὰ καὶ θρακικὰ βουνὰ πρὸς βορρᾶ ἕως τὸ Ταίναρο καὶ τὴν Κρήτη πρὸς νότο, ἕως τὰ νησιὰ τοῦ Ἰονίου καὶ τοῦ Αἰγαί- ου πελάγους, ἕως τὴν Κύπρο καὶ τὰ πα- ράλια της Μ. Ἀσίας -συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ Εὔξεινος Πόντος- καλύπτονταν ἀπὸ πυκνότατα δάση, τὰ ὁποῖα μὲ τὸ πέ- ρασμα τοῦ χρόνου ἐξαφάνισε ἡ γεωργικὴ καλλιέργεια, οἱ πυρκαϊές, οἱ πόλεμοι καὶ ἡ ὑλοτομία γιὰ ἐξεύρεση ξυλείας ἢ γιὰ τὴ βελτίωση τῆς νομαδικῆς βοσκῆς. Καὶ αὐτὸ τὸ πράσινο, μὲ τὶς διάφο- ρες ἀποχρώσεις του σὲ ὅλες τὶς ἐποχὲς ποὺ προσδίδει ἰδιαίτερη χάρη καὶ ὀμορ- φιὰ στὴν πατρίδα μας, στὴν ἑλληνικὴ φύση, τὴν ὡραιότερή του κόσμου, ἔκα- νε μία φορὰ καὶ ἕναν καιρὸ τὸν Ἕλλη- να τὸν ὡραιότερο ἄνθρωπο ψυχικῶς, πνευματικῶς - ὁ ἑλληνικὸς π ο λ ι τ ι σ μ ὸ ς κυριαρχεῖ σὲ ὅλο σχεδὸν τὸν κόσμο- καὶ σωματικῶς, ὅπως δείχνουν τὰ ἀγάλματα τῶν ἀρχαίων προγόνων μας ἀρκεῖ νὰ συ- γκρίνουμε μὲ τὸν Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου. Χα- ρακτηριστικὸς εἶναι ὁ λόγος τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ: Βουνὰ ψηλά, βουνὰ σκιερὰ βουνὰ γυμνά, βουνὰ πρασινισμένα, μικρὸς ἂν εἶμαι αἰσθήματα τρανὰ γεννᾶτε μέσα μου καὶ ταιριασμένα. Βουνὰ τῆς γῆς αὐτῆς ἑλληνικά, διάφανα, καθαρά, πελεκημένα ἀπὸ τεχνίτη χέρια μυστικά, σὰ μετρημένα ἀγάλματα ἕνα-ἕνα... Δικαίως, λοιπόν, φαντάσθηκαν τὴν κατοικία τῶν θεῶν στὸ πιὸ ὑψηλὸ καὶ δασωμένο βουνό, τὸν Ὄλυμπο. Δικαίως φαντάσθηκαν ὅτι μέσα στὰ δάση ζοῦσαν οἱ Μοῦσες, οἱ λευκοφόρες Νύμφες, ὁ Πᾶν, ἡ Ἀταλάντη καὶ ἄλλα μυθικὰ πρό- σωπα. Δικαίως φαντάσθηκαν καὶ τὸ πρῶτο γνωστὸ σχολεῖο τῆς ἀνθρωπότη- τας, τὴ σχολὴ τοῦ Κενταύρου Χείρω-
  • 80. 79 νος, ὅπου μορφώνονταν ὅλοι οἱ ἐπιφα- νεῖς ἥρωες, μέσα σὲ δάσος κατάφυτο ἀπὸ μεγάλα καὶ πυκνόφυλλα δένδρα. Καὶ γέμισαν τὶς κορυφές τους μὲ τὴν ἀστεί- ρευτη ὀμορφιὰ καὶ τὶς πλαγιές τους μὲ τὴν εἰδυλλιακὴ χάρη, ἀκόμη καὶ τὶς χα- ράδρες μὲ τὴν ἄφθονη βλάστηση, μὲ να- ούς, βωμούς, ἀγάλματα, ποὺ ἦταν τέχνη καὶ φύση. Κυρίως οἱ κίονες τῶν ναῶν φύτρωναν ὅπως τὰ δένδρα καὶ οἱ κίονες τοῦ κορινθιακοῦ ρυθμοῦ κατέληγαν μὲ φύλλα. Ὑπαγόρευε στὸν καλλιτέχνη τὴ μορφή τους ὁ νόμος τοῦ μέτρου καὶ τοῦ φωτός, ποὺ διέπει τὴν ἑλληνικὴ ὕπαι- θρο, τὸ ἑλληνικὸ βουνό, τὸ ἑλληνικὸ δάσος. Ἀλλὰ συνέδεαν τοὺς θεοὺς καὶ μὲ δένδρα. Τὸν Δία τὸν συνέδεαν μὲ τὴ δρῦ τῆς Δωδώνης. Τὴν Ἀθηνᾶ μὲ τὴν ἐλιὰ τῆς Ἀκροπόλεως, τὴν ὁποία ἔκαψαν οἱ Πέρσες, ὅταν κατὰ τοὺς Περσικοὺς Πολέμους κατέλαβαν τὴν Ἀθήνα. Τὸν Ἀπόλλωνα κυρίως τὸν συνέδεαν μὲ ἕναν φοίνικα τοῦ ὄρους Κύνθου τῆς Δήλου, κάτω ἀπὸ τὸν ὁποῖο γέννησε ἡ Λητώ, ἢ μὲ δάφνη. Τὴν Ἀφροδίτη μὲ τὴν μυρτιά, τὸν Διόνυσο μὲ τὴν ἄμπελο καὶ ἄλλους θεοὺς καὶ ἡμιθέους μὲ ἄλλα δένδρα. Γι’ αὐτὸ γίνονταν οἱ δενδροφορίες, τελετὲς στὶς ὁποῖες οἱ λάτρεις, δενδροφόροι ὀνο- μάζονταν, μετέφεραν ἱερὰ δένδρα, ὅπως τοῦ Ἀπόλλωνος, τῆς Δήμητρας, τοῦ Δι- ονύσου καὶ ἄλλων. Ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα οἱ ἑορτὲς αὐτὲς μεταφέρθηκαν στὴ Ρώμη. Καὶ ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἡ βυζαντι- νή, ἡ ἑλληνικὴ μεσαιωνικὴ αὐτὴ αὐτο- κρατορία, συνδέονται ἄμεσα μὲ τὰ δέν- δρα, ἀλλὰ τοὺς δίδουν μία πνευματικό- τητα, ὅπως γράφει ὁ Ὠριγένης στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, «Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ δένδρο τῆς ζωῆς». Γι' αὐτὸ κατακόμβες καὶ ναοὶ εἶναι διακοσμημένοι μὲ δένδρα καὶ ἕως σήμερα στολίζουμε τὸ δένδρο2 τῶν Χριστουγέννων. Μετὰ δὲ τὴν 29η Μαΐου 1453, ὅταν τοὺς Ἕλληνες τοὺς πλάκωνε ἡ φο- βέρα καὶ τοὺς τρόμαζε ἡ σκλαβιά, τὰ βουνὰ καὶ τὰ δάση ἦταν τὰ προπύργια τῶν ἐλευθέρων ἀνδρῶν. Ἐδῶ ἔζησαν οἱ κλέφτες καὶ οἱ ἀρματολοί. Ἐπάνω στὰ βουνὰ τοῦ Μοριᾶ, κάτω ἀπὸ ἕνα δένδρο, γεννήθηκε ὁ γέρος τοῦ Μοριᾶ, ὁ Θεόδω- ρος Κολοκοτρώνης. Στὰ δάση βλάστησε τὸ φυτώριο τῶν ἡρώων τοῦ Εἰκοσιένα. Καὶ τὸ δάσος τοῦ Χολομώντα τῆς Χαλι- κιδικῆς ἦταν ὀνομαστὸ κλέφτικο λιμέ- ρι, ὅπως καὶ ὁ Ὄλυμπος καὶ ἄλλα δάση ὅλου του ἑλλαδικοῦ χώρου. Νὰ πῶς βε- βαιώνει ἡ δημοτικὴ ποίησή μας τὶς ἀπό- ψεις αὐτές: ...Δὲν εἶναι ἐδῶ ραγιάδες, ἐδῶ εἶναι δάση καὶ βουνὰ καὶ κλέφτι- κα λημέρια. Καὶ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ τελεσφορή- σει ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἂν ἡ πατρί- δα μας ἦταν χώρα πεδινὴ καὶ δὲν εἶχε τὰ δασωμένα βουνά της; Θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ ἐφαρμόσει τὸν κλεφτοπόλεμο ὁ Κο- λοκοτρώνης ἐναντίον τοῦ Ἰμπραήμ, ἂν δὲν προκάλυπταν τοὺς ἄνδρες του πυ- κνόφυλλα δάση; Καὶ οἱ Τοῦρκοι θὰ ἔφευγαν ἀμαχητὶ Καὶ αὐτὸ τὸ πράσινο ἔκανε μία φορὰ καὶ ἕναν καιρὸ τὸν Ἕλληνα τὸν ὡραιότερο ἄνθρωπο ψυχικῶς, πνευματικῶς - ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς κυριαρχεῖ σὲ ὅλο σχεδὸν τὸν κόσμο- καὶ σωματικῶς, ὅπως δείχνουν τὰ ἀγάλματα τῶν ἀρχαίων προγόνων μας.
  • 81. 80 ἀπὸ τὸν Πολυγύρο στὶς 18 Ὀκτωβρίου 1912 καὶ θὰ ἐλευθερωνόταν ἡ Χαλκιδι- κή, ἂν πυκνότατο δάσος δὲν περιέβαλε τὴν πρωτεύουσά της καὶ ὁ Καϊμακάμης μποροῦσε νὰ ἐλέγξει αὐτὰ ποὺ τοῦ εἶπε ὁ ἄνθρωπος τοῦ μητροπολίτη Εἰρηναί- ου, δηλαδὴ ὅτι σὲ «κάθε κλαρὶ καὶ ἀντάρ- της»; Διότι οἱ ἀντάρτες ἦταν ὀλίγοι, ἐνῷ ὁ τουρκικὸς στρατὸς στὸν Πολυγύρο πε- ρίπου 2.000. Ἀλλὰ τὰ δάση δὲν βοηθοῦν μόνον τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ ἐπανεύ- ρουν τὴν ψυχικὴ ἠρεμία τους, δὲν τοὺς ἐμπνέουν μόνον πρὸς κάθε ὑψηλὸ καὶ ὡραῖο, δὲν μᾶς θυμίζουν μόνον τὴν ἱστο- ρία μας· ἔχουν πολλοὺς καὶ μεγάλους ἄλλους προορισμούς. Αὐτὰ εἶναι ὁ πνεύμονας τῆς ὑγείας κάθε λαοῦ. Εἶναι ἡ βασικὴ προϋπόθεση τῆς ἐπιβιώσεως, ἰδίως στὴ σύγχρονη βιο- μηχανικὴ ἐποχή, ποὺ ἔχει δημιουργήσει παγκοσμίως τεράστια προβλήματα ὅσον ἀφορᾶ στὴν καθαρότητα τοῦ φυσικοῦ πε- ριβάλλοντος. Τὸ ψυχρὸ ἀεράκι τῆς αὐγῆς, ἡ εὐωδιαστὴ αὔρα τοῦ ἀπόβραδου, αὐτὸ τὸ ἄφθονο καὶ πολὺ καθαρὸ ὀξυγόνο, ποὺ παρέχουν, ἀπορρυπαίνει τοὺς πνεύμο- νες, μεταμορφώνει τὴν ἀνάσα σὲ δώρημα τέλειο καὶ εἶναι τὸ μόνο ἱκανὸ φίλτρο γιὰ νὰ καθαρίσει τὴ μολυσμένη ἀτμόσφαιρα κυρίως τῶν μεγαλουπόλεων, ποὺ ὁμοιά- ζουν μὲ κολασμένους κήπους ὅπου φυ- τρώνουν τὰ δηλητηριασμένα ἄνθη τοῦ βιομηχανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἐπιπλέον εἶναι καὶ φίλτρα ἠχορυπάνσεως, μειώ- νουν τὴν ὑγρασία καὶ τὴν ὑψηλὴ θερμο- κρασία καὶ ἐπιδροῦν εὐεργετικὰ καὶ στὸ φῶς, ἀφοῦ φιλτράρεται ἀπὸ τὶς φυλλω- σιές τους. Γι’ αὐτὸ τὰ θεραπευτικὰ ἱδρύ- ματα πρέπει νὰ γίνονται πλησίον τῶν δασῶν, γιὰ νὰ ἀποκαθίσταται εὐκολότε- ρα ἡ κλονισμένη ὑγεία τῶν ἀνθρώπων. Καὶ πάλι ἂς θυμηθοῦμε τὸν Κρυστάλλη, πού, ἄρρωστος ἀπὸ φυμα- τίωση, λαχταροῦσε νὰ ζήσει στὰ ἀπρόσιτα γι’ αὐτὸν τουρκοκρατού- μενα βουνὰ τῆς Ἠπεί- ρου, γιὰ νὰ βελτιωθεῖ ἡ ὑγεία του: Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυ- κές μου ἀγάπες, νὰ μοῦ προσφέρουν γιατρικὸ τ’ ἀθάνατα νερά τους. Καὶ ἀλλοῦ παρα- καλεῖ τὸν σταυραετό: Πάρε με ἀπάνω στὰ βουνά, τί θὰ μὲ φάει ὁ κάμπος! Ἐκτός, ὅμως, ἀπὸ ὅλες τὶς ὠφέλειες ποὺ τὰ δάση προσφέρουν στὸν ἄνθρωπο εἶναι καὶ πηγὴ πλούτου καὶ ἐξευρέσεως ἐργασίας. Ἀπὸ τὰ δάση προέρχονται τὰ ξύλα γιὰ θέρμανση, γιὰ τὴν ἐπιπλοποιΐα, γιὰ τὴν οἰκοδομική, γιὰ τὴν κατασκευὴ πλοίων, δεψικῶν καὶ χρωστικῶν οὐσιῶν, καὶ πολλῶν ἄλλων χημικῶν καὶ φαρμα- κευτικῶν προϊόντων. Τὸ ξύλο τῶν δασῶν χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ βιομηχανία τοῦ χαρτιοῦ καὶ ἄλλα βιομηχανικὰ προϊόντα. Ἀπὸ τὰ δάση παίρνουμε τὴ ρητίνη, τὴ μαστίχα κ.λπ. καὶ ἀπὸ τὰ τροπικὰ δάση τὸ καουτσούκ, τὴν καμφορά, τὸ ἰνδικό. Συντελοῦν ἐπίσης πάρα πολὺ στὴν ἀνάπτυξη τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνο- τροφίας, διότι τὰ δάση φέρνουν σύννε- φα, βροχές, χιόνια γιὰ ἡμέρες ἀτελείωτες.
  • 82. 81 Αὐτά, ὅμως, συγκρατοῦν μὲ τὶς ρίζες τῶν δένδρων τους καὶ τὸ ἔδαφος καὶ δὲν δια- βρώνεται αὐτὰ συγκρατοῦν καὶ τὰ νερὰ τῶν δυνατῶν βροχῶν, ποὺ θὰ κατέκλυ- ζαν τὶς πεδινὲς περιοχὲς καὶ θὰ κατέστρε- φαν τὴ γεωργία, καὶ ἀπορροφοῦν μαζὶ μὲ τὰ φυλλώματά τους μεγάλο μέρος τῆς βροχῆς ἢ τοῦ χιονιοῦ ποὺ πίπτει καὶ γε- μίζουν τὶς ὑπόγειες δεξαμενές, οἱ ὁποῖες τροφοδοτοῦν τοὺς ἀνθρώπους, τὰ ζῶα, τὰ φυτὰ μὲ τὸ εὐεργετικό, τὸ ἀπαραίτη- το ὕδωρ. Ἀλλὰ δημιουρ- γοῦνται καὶ οἱ καταρρά- κτες, ποὺ πηδοῦν ὁρμη- τικὰ ἀπὸ τὰ ὕψη -εἶναι ὁ λευκὸς ἄνθρακας ποὺ προσφέρει ἐργασία σὲ χιλιάδες ἀνθρώπους κυ- ρίως ἄλλων χωρῶν- οἱ λίμνες, τὰ πολύπλοκα ποτάμια ποὺ ποτίζουν καλλιέργειες καὶ καλλι- έργειες, δροσίζουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ ζῶα καὶ γεμίζουν εὐωδία τὸ λουλούδι. Μὲ ἄλλα λό- για εἶναι οἱ κύριοι συ- ντελεστὲς τῆς βλαστή- σεως ἑνὸς τόπου. Καὶ μόνον ὅπου ὑπάρ- χει πλούσια βλάστηση μπορεῖ νὰ ἀναπτυ- χθεῖ κτηνοτροφία. Καὶ μόνον σὲ πλούσια δάση ζοῦν ζῶα, ποὺ τὸ κυνήγι τους ἐνδι- αφέρει ἀρκετοὺς ἀνθρώπους. Τὸ πόσο συντελοῦν τὰ δάση στὸν του- ρισμό μας τὸ βεβαιώνει ἡ προσοδοφόρα τουριστικὴ ἀνάπτυξή της ποὺ δὲν δια- θέτει οὔτε λαχταριστὰ ἀκρογιάλια, οὔτε χρυσαφένιο ἥλιο, οὔτε σπήλαιο Πετρα- λώνων, Κνωσό, Μυκῆνες, Δελφούς, Ὀλυ- μπία, Παρθενώνα, Βεργίνα καὶ ἐρείπια ποὺ ἀνθοφοροῦν ἐδῶ καὶ χιλιάδες ἔτη, παρὰ μόνον χιόνια καὶ δάση ἄφθονα, ἀμέ- τρητα πλούσια δάση. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαιώ- νει καὶ ὁ χειμερινὸς τουρισμὸς τῆς Ἑλλά- δος. Εἶναι, λοιπόν, τεραστία καὶ πολύ- πλευρη ἡ ἀξία τῶν δασῶν. Καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ἐὰν δεχθοῦμε ὅτι ἡ ἀνθρώπι- νη ζωὴ συμβαδίζει μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ πρασίνου, ἀφοῦ τόσες εἶναι οἱ ὠφέλειές του καὶ σὲ τόσους ἀνθρώπους προσφέρει ἐργασία. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἕως σήμε- ρα ἔντονη ὑπῆρξε ἡ γνώμη, καὶ θὰ πρέπει νὰ διατηρηθεῖ βαθιὰ στὴ συνείδησή μας, ὅτι ΔΑΣΟΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες καὶ ἀδιαχώριστες. Ἑπομένως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ φροντίζουμε τὴ διατήρη- ση καὶ ἐπέκταση τῶν δασῶν, ἀλλὰ ἰδιαι- τέρως ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ποὺ τὰ 2/3 τῆς συνολικῆς ἐκτάσεως τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὀρεινὲς καὶ ἡμιορεινὲς ἐκτάσεις. Δυ- στυχῶς, ὅμως, ἐνῷ μετὰ τὴν ἀπελευθέρω- ση τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου ἦταν καλυμμένο ἀπὸ δάση, σήμερα ἡ δα- σοκάλυψη αὐτοῦ εἶναι ἡ μικρότερη ὅλων τῶν Βαλκανικῶν χωρῶν. Οἱ Ἕλληνες, ὅμως, παρὰ τὴν πτωχὴ δασοκάλυψη τῆς χώρας τους, ἔχουν ἀρκετὰ ὑψηλὸ ἀκαθά- ριστο ἐθνικὸ εἰσόδημα ἀπὸ παραγωγικὰ δάση. Οἱ ὠφέλειες τοῦ δάσους γιὰ τὴν ὑγεία, τὴν αἰσθητική, πνευματικὴ καὶ ψυχικὴ καλλιέργεια δὲν προσδιορίζονται μὲ ἀριθμούς, διότι αὐτὲς ἐξισοῦνται μὲ τὴν ἀξία τῆς ἴδιας της ἀνθρώπινης ὑπο- στάσεως καὶ εἶναι ἀνεκτίμητες. Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ
  • 83. 82 ἐπειδὴ τὰ δάση δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀντι- προσφορᾶς, ἀφοῦ γιὰ τὴ γέννηση καὶ τὴν ἀνάπτυξή τους μεριμνᾶ ἡ ἴδια ἡ φύση, πρέπει ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ αἰσθανόμα- στε ἰδιαιτέρα ἱκανοποίηση καὶ χαρὰ ὅταν τὰ δάση πληθύνονται. Ἔχουμε, ὅμως, καὶ ὑποχρέωση ἔναντι τῶν προγόνων μας ποὺ τόσο ἀγωνίσθηκαν γι’ αὐτὴ τὴ γῆ, γι’ αὐτὸν τὸν τόπο, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῶν ἐπερχομένων γενεῶν τῶν Ἑλλήνων, νὰ προφυλάγομε τὰ ὑπάρχοντα δάση κυ- ρίως ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο ἐχθρό τους, τὶς πυρκαϊές, οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπὸ δική μας ἀνεμελιὰ καὶ ἀδιαφορία, καὶ νὰ φροντίσουμε νὰ δημιουργήσουμε περισ- σότερα οἰκονομικὰ δάση, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνουμε τὰ βιομηχανικὰ καὶ καύσι- μα ξύλα, ὥστε τελικῶς νὰ μηδενισθοῦν οἱ εἰσαγωγὲς τῶν προϊόντων αὐτῶν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Ὑδρονομικὰ δάση, γιὰ νὰ προστατεύονται οἱ πόλεις, οἱ κωμοπό- λεις, τὰ χωριὰ καὶ οἱ καλλιεργούμενες ἐκτάσεις ἀπὸ τὶς πλημμύρες, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς συνεχοῦς πτώσεως τῶν ὑδρο- φόρων ὁριζόντων καὶ ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη χρήση τοῦ νεροῦ καὶ ἀπὸ τὴν αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ λόγῳ τῶν μεταναστῶν. Δά- ση-πάρκα ἢ πράσινους χώρους γύρω ἀπὸ τὶς πόλεις, τὶς κωμοπόλεις, τὰ χωριά, τὶς ἐκκλησίες, τὰ σχολεῖα, τὰ τουριστικὰ κέ- ντρα, τὶς λίμνες κ.λπ. γιὰ τὴν σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ἀνάπαυση τῶν κατοίκων. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἂν ἀνα- βλύζουν αὐθορμήτως ἀπὸ τὴν ψυχή μας ὡς ἰδέα καὶ καθῆκον τὰ λόγια του Ἀρι- στοτέλους: «Δάση εἰσὶ ἀδάμας δὶ’ οὗ, ὡς στέμμα, ὁ δημιουργὸς τοῦ παντὸς ἐκό- σμισε τοὺς λόφους, τὰ ὄρη καὶ ἅπασαν τὴν γῆν». Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἀριστοτέλους πρέ- πει νὰ διδάσκονται κυρίως στὰ σχολεῖα μας. Διότι παλαιότερα οἱ νέοι μας συνει- δητοποιοῦσαν ἀπὸ μικροὶ τὴν ἀξία τῆς φύσεως, ἐπειδὴ οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ καθη- γητές, παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ κείμενα τῶν Ἀναγνωστικῶν καὶ ἄλλων βιβλίων, π.χ. ὁ φιλόλογος ἀπὸ «Τὸ πράσινο» τοῦ Γρηγορίου Ξενοπούλου ἢ ἀπὸ τὸ ποίη- μα τοῦ Ὀδ. Ἐλύτη «Ἡ τρελὴ ροδιά» δί- δασκαν στοὺς μαθητὲς τὴν ἀξία τῆς φύ- σεως καὶ τὶς συνέπειες τῆς καταστροφῆς της, καὶ οἱ Ἕλληνες ἐνδιαφέρονταν γι’ αὐτήν, ἐπειδὴ συνειδητοποιοῦσαν ἀπὸ μικροὶ τὴ σημασία τῆς φύσεως. Σήμε- ρα, ἂν καὶ ὑπάρχει ἡ περιβαλλοντικὴ ἐκπαίδευση στὰ σχολεῖα, γιὰ τὴν ὁποία δαπανῶνται ἀρκετὰ χρήματα, καταστρέ- φουμε τὸ περιβάλλον μας, τὴ φύση, ἂν καὶ ἡ λέξη φύση παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα φύω, τὸ ὁποῖο σημαίνει γεννῶ, καὶ μέσα στὴν φύση ὑπάρχει τὸ συστατικό της ἀέ- ναης δημιουργίας, ἐξελίξεως καὶ ἁρμο- νίας καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀναπόσπαστο μέρος αὐτῆς. Γι’ αὐτὸ ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ τὴ φύση καὶ τὴν πατρίδα του δὲν ἔχει σωστὴ ἀγωγή, δὲν ἔχει ἰδανικά. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀλλάξουμε τὴ δι- απαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν μας· πρέπει νὰ τοὺς διαπαιδαγωγοῦμε μὲ τὶς παλαιὲς ἀξεπέραστες ἑλληνικὲς ἀξίες αὐξάνοντας τὶς ὧρες διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων ἑλλη- νικῶν, τὰ ὁποῖα σύμφωνα μὲ διεθνεῖς ἔρευνες ὀξύνουν πάρα πολὺ τὸν νοῦ, ὥστε ὅλοι νὰ ἀποδεχόμαστε ὅσα ἔλεγε ὁ Πυθαγόρας: «Νόμῳ βηθεῖν, ἀνομία πο- λεμεῖν φυτὸν ἥμερον μήτε φθίνειν μήτε σίνεσθαι3 , ἀλλὰ δηδὲ ζῶον ὃ μὴ βλάπτει ἀνθρώπους» καὶ ὁ Ἱπποκράτης: «Ὠφελέ- ειν, μὴ βλάπτειν». _ 1. Ἡ 21η Μαρτίου ἔχει ὁρισθεῖ ὡς ἡμέρα Δα- σοπονίας, ἡ 22α Μαρτίου ὡς ἡμέρα τοῦ ὕδατος (νεαρὸ ὕδωρ, νερό) καὶ ἡ 28η Μαρτίου ὡς ἡμέ- ρα τοῦ περιβάλλοντος (ἡμέρα τῆς γῆς). 2. Τὸ νὰ τοποθετοῦν δένδρα στὶς οἰκίες ἦταν ἔθιμο ἑλληνικὸ καὶ ἀπὸ ἐμᾶς μεταδόθηκε στὴ Δ. Ευρώπη μετὰ τὸν 10ο αι. μ.Χ. 3. Σίνομαι = βλάπτω, καοποιῶ.
  • 84. 83 Β α­δί­ζου­με ὁ­λο­τα­χῶς πρὸς μί­α «νέ­α ἐ­πο­χὴ» κα­τὰ τοὺς ἐμ­πνευ­στές της. Στὸν δρό­μο αὐ­τὸ ἄλ­λοι βα­δί­ζουν μὲ ἐν­θου­σι­α­σμό, ἄλ­λοι ἀ­δι­ά­φο­ρα, ἄλ­λοι συμ­ πα­ρα­συ­ρό­με­νοι ἀ­πὸ τὸ ρεῦ­μα ἐ­νῷ ἄλ­λοι, λί­γοι, ἀν­τι­στέ­κον­ται στὸ ρεῦ­μα. Αὐ­τὴ ἡ «νέ­α ἐ­πο­χὴ» ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­να πλαί­σι­ο ὕ­παρ­ξης, ἕ­να θερ­μο­κή­πι­ο γι­ὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξή της, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται «παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση». Ὄ­χι ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε μορ­φῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση, ἀλ­λὰ τέ­τοι­ας ποὺ θὰ προ­κύ­ψει ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­θλί­ω­ση καὶ ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση τοῦ παγ­κό­σμι­ου πλη­ θυ­σμοῦ. Σ᾿ αὐ­τὴν δὲν ἔ­χουν θέ­ση ἔ­θνη (δη­λα­δὴ σύ­νο­λα προ­σώ­πων μὲ κοι­νὴ συ­ νεί­δη­ση, ἱ­στο­ρί­α, ἤ­θη, ἔ­θι­μα καὶ κα­τα­ γω­γὴ) οὔ­τε βέ­βαι­α πρό­σω­πα, ἀλ­λὰ μά­ζες καὶ ἀ­ριθ­μοί. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαί­α ἡ παγ­κό­ σμι­α ἔλ­λει­ψη ἡ­γε­τῶν, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ κρά­ τη ποὺ εἶ­ναι δε­μέ­να σὲ τοῦ­το τὸ ἅρ­μα τῆς «παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης». Δυ­στυ­χῶς αὐ­τὸ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα δὲν ξε­ κί­νη­σε σή­με­ρα οὔ­τε κἂν πρό­σφα­τα. Ἔ­χει ἱ­στο­ρί­α πολ­λῶν ἐ­τῶν, ἴ­σως ἐμ­πε­ρι­έ­χε­ται στὴν ἱ­στο­ρί­α ὅ­λων τῶν ἐ­τῶν. Ὅ­μως τοὺς τε­λευ­ταί­ους δύ­ο αἰ­ῶ­νες αὔ­ξη­σε τα­χύ­τη­ τα καὶ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τρέ­χει πά­ρα πο­λύ, ἀ­προ­κά­λυ­πτα καὶ μὲ φο­βε­ρὴ ἀ­λα­ζο­νεί­α. Σή­με­ρα δὲν χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη προ­ σπά­θει­α γι­ὰ νὰ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με ἢ νὰ τὸ κα­τα­νο­ή­σου­με, ἀ­φοῦ τὸ ζοῦ­με καὶ πλέ­ον ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γοῦ­με ἐ­ναν­ τί­ον του, δὲν χα­ρα­κτη­ρι­ζό­μα­στε συ­νο­ μω­σι­ο­λό­γοι, ἀλ­λὰ γρα­φι­κοί, ὑ­περ­βο­λι­κὰ συν­τη­ρη­τι­κοί, ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κοί, ρατ­σι­ στές, ἐ­θνι­κι­στὲς κ.ἄ. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ προ­η­γού­ με­νου αἰ­ώ­να ἄρ­χι­σαν νὰ τί­θεν­ται τὰ θε­ μέ­λι­α αὐ­τοῦ τοῦ παγ­κό­σμι­ου ἐγ­χει­ρή­ μα­τος μὲ «παγ­κό­σμι­α ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὰ κι­νή­μα­τα» ἀλ­λα­γὲς στὴ δι­α­παι­δα­γώ­γη­ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ Ζώ­η Δ. Ζαρ­τα­λού­δη Δρ. Γε­ω­πό­νου
  • 85. 84 ση καὶ τὴν ἐν γέ­νει κοι­νω­νι­κὴ συμ­ πε­ρι­φο­ρὰ μὲ σκο­πὸ νὰ «φτι­ά­ξουν» τὸν νέ­ο «παγ­κό­σμι­ο πο­λί­τη» χω­ρὶς ἠ­θι­κοὺς φραγ­μούς, ὑ­πο­χεί­ρι­ο κα­τευ­θυ­νό­με­νων πα­θῶν, χα­μη­λῆς μόρ­φω­σης καὶ τέ­λος πλή­ρως ἐ­λέγ­ξι­μο, χω­ρὶς αὐ­το­ε­κτί­μη­ση, μὲ στό­χο νὰ τοῦ δώ­σουν ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ καὶ αὐ­τὸς νὰ τὸν δεχ­τεῖ ὡς τὸ νέ­ο του ὄ­νο­μα (οὐ­σι­α­στι­ κὰ νὰ ἀ­πο­βα­πτι­στεῖ), ποὺ θὰ εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καὶ τὸ κλει­δὶ «ἐ­πι­βί­ω­σής» του ὡς «παγ­κό­σμι­ος πο­λί­της». Κά­θε τέ­τοι­ου εἴ­δους ἐγ­ χεί­ρη­μα, σχε­δι­ά­ζε­ται με­λε­ τᾶ­ται καὶ ἐ­φαρ­μό­ζε­ται ἀρ­ χι­κὰ σὲ μι­κρὴ κλί­μα­κα καὶ στὴν συ­νέ­χει­α εὑρέ­ως. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο αἰώνα ἔ­γι­ναν πολ­λὰ «πει­ρά­μα­τα» στὶς Η.Π.Α. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν τὸ κύ­ρι­ο ἐρ­γα­στή­ρι­ο, ὅ­που γί­νον­ταν οἱ πει­ρα­μα­τι­κὲς ἐ­φαρ­μο­γὲς καὶ κα­τό­πιν ἐ­πε­κτεί­νον­ταν καὶ ἀλ­λοῦ. Τὰ τε­λευ­ταῖα ἔ­τη ἡ «νέ­α παγ­κό­σμι­α τά­ξη» ἐ­πι­δι­ώ­κει δι­ὰ νό­μου τὴν ἀ­πα­γό­ρευ­ση τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης κη­που­ρι­κῆς. Ὁ στό­χος εἶ­ναι νὰ ἐ­ξα­θλι­ ω­θεῖ ὁ πλη­θυ­σμὸς καὶ νὰ συν­θλι­βεῖ ἡ με­σαί­α τά­ξη. Μὲ νέ­α και­νο­φα­νῆ νο­μι­κὰ ὅπλα προ­σπα­ θοῦν νὰ ἀ­πο­τρέ­ψουν ὅ­σους θε­λή­σουν νὰ δρα­πε­τεύ­σουν ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­νοι­α τῆς «νέ­ας τά­ξης», ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὶς μι­ κρές, αὐ­τάρ­κεις, ἀ­γρο­τι­κὲς κοι­νό­τη­τες ὅ­που ὁ κα­θέ­νας θὰ μπο­ρεῖ τουλά­χι­στον νὰ πα­ρά­γει τὴν τρο­φὴ γι᾿ αὐ­τόν, τὴν οἰ­ κο­γέ­νει­ά του καὶ τὴν κοι­νό­τη­τά του. Θέ­λουν οἱ ἐ­πι­λο­γές μας γι­ὰ φα­γη­τὸ νὰ εἶ­ναι πλή­ρως ἐ­λέγ­ξι­μες. Δὲν μᾶς θέ­ λουν ἐ­λεύ­θε­ρους νὰ τρῶ­με τὶς το­μά­τες τοῦ γεί­το­να ἢ τὶς πα­τά­τες τοῦ κή­που μας, κ.λπ. Θέ­λουν νὰ τρῶ­με τὰ ἄ­γνω­ στης ταυ­τό­τη­τος, ποι­ό­τη­τος καὶ σύν­θε­ σης τρό­φι­μα ποὺ θὰ γί­νον­ται μὲ ἀ­δι­α­φα­ νεῖς καὶ ἄ­γνω­στες συν­θῆ­κες πα­ρα­γω­γῆς. Ὁ νό­μος αὐ­τὸς ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζε­ται ἤ­δη στὶς Η.Π.Α πε­ρι­έ­χει καὶ μί­α τουλά­χι­στον πε­ ρί­ερ­γη δι­ά­τα­ξη ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται καὶ στὴν ἀ­πα­γό­ρευ­ση φύ­λα­ξης σπό­ρων. Τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πα­γο­ρεύ­θη­κε στὶς Η.Π.Α καὶ ἡ συλ­λο­γὴ βρό­χι­νου νε­ροῦ… Σύν­το­μα νὰ πε­ρι­μέ­ νου­με τέ­τοι­ες νο­μο­θε­σί­ ες καὶ στὴν Ε.Ε., ὅ­που πρό­σφα­τα (3/5/2011) οὐ­ σι­α­στι­κὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­θη­κε ἡ ἐ­λεύ­θε­ρη χρή­ση βο­τά­ νων. Ἡ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ ὁ­δη­ γί­α ποὺ τέ­θη­κε σὲ ἐ­φαρ­ μο­γὴ στὴν πραγ­μα­τι­κό­ τη­τα με­τα­βι­βά­ζει τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ξου­σί­α τῆς θε­ ρα­πεί­ας στὶς χη­μι­κὲς καὶ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς πο­λυ­ ε­θνι­κές. Ἀ­πὸ τώ­ρα καὶ στὸ ἑ­ξῆς, ὅ­ποι­ος καλ­λι­ερ­ γεῖ λί­γο ἡ­δύ­ο­σμο ἢ θυ­ μά­ρι ἢ χα­μο­μή­λι θὰ εἶ­ναι ἐ­κτὸς νό­μου! Τέ­λος, δὲν πρέ­πει νὰ ξε­χνᾶ­με ὅ­τι τὸ 80% τῶν ση­με­ρι­νῶν φαρ­ μά­κων προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­δο­σι­α­κὴ γνώ­ ση τῶν λα­ῶν, ἐ­νῷ μέ­χρι σή­με­ρα τὸ 60% τῶν φαρ­μά­κων συ­νε­χί­ ζουν νὰ πα­ρά­γον­ται μὲ τὴν πα­ρέμ­βα­ση τῆς ἴ­δι­ας τῆς φύ­σης (ἀ­πὸ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α φυ­τῶν, ἀ­πὸ καλ­λι­έρ­γει­α μι­κρο­ορ­γα­νι­ σμῶν κ.λπ). Ἡ φαρ­κα­κο­βι­ο­μη­χα­νί­α δὲν μπο­ρεῖ ἢ δὲν θέ­λει νὰ συλ­λά­βει ὅ­μως τὴ συ­νερ­γι­κὴ δρά­ση τῶν βο­τά­νων. Π.χ. τὰ φλα­βο­νο­ει­δὴ βο­η­θοῦν στὴν ἀ­πορ­ρό­φη­ ση τῆς βι­τα­μί­νης C. Τὸ ἄ­σπρο τῆς φλού­ δας τῶν ἑ­σπε­ρι­δο­ει­δῶν πε­ρι­έ­χει ἄ­φθο­ να φλα­βο­νο­ει­δῆ. Γι᾿ αὐ­τὸ (καὶ ὄ­χι μό­νο) πρέ­πει νὰ τρῶ­με πορ­το­κά­λι­α κι ὄ­χι κά­ ψου­λες βι­τα­μί­νης C. Ἡ ὁ­δη­γί­α ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α δι­οι­κη­τι­κὴ πρά­ξη, ὄ­χι μί­α ἐ­πι­στη­μο­
  • 86. 85 νι­κὰ τε­κμη­ρι­ω­μέ­νη προ­σπά­θει­α προ­στα­ σί­ας τοῦ κα­τα­να­λω­τῆ. Θε­ω­ρεῖ δε­δο­μέ­νο ὅ­τι ὅ­λα τὰ βο­τα­νι­κὰ σκευ­ά­σμα­τα συλ­λή­ βδην εἶ­ναι ὕ­πο­πτα γι­ὰ τὴ δη­μό­σι­α ὑ­γεί­α καὶ ὅ­τι τὰ φάρ­μα­κα εἶ­ναι ἀ­σφα­λῆ (Παύ­ λου, 2011)*. Πι­στεύ­ου­με ὅ­τι ἡ ὁ­δη­γί­α αὐ­τὴ θὰ συ­ ναν­τή­σει ση­μαν­τι­κὴ ἀν­τί­ στα­ση στὴν ἐ­φαρ­μο­γή της, τό­σο ἀ­πὸ ἁ­πλοὺς καλ­λι­ερ­ γη­τές, ἢ βο­τα­νο­καλ­λι­ερ­γη­ τὲς ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ τὸ ἴ­δι­ο τὸ κα­τα­να­λω­τι­κὸ κοι­νό. Σή­με­ρα στὴν πα­τρί­ δα μας γί­νε­ται τὸ «τε­λι­ κὸ» κα­τ᾿ αὐ­τούς, πεί­ρα­μα μὲ πολ­λα­πλοὺς στό­χους. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ρι­ους στό­χους τοῦ πει­ρά­μα­τος εἶ­ναι, ὅ­σο κι ἂν ἀ­κού­γε­ ται πα­ρά­ξε­να, δι­ὰ τῆς στρε­ βλώ­σε­ως τῶν ὅ­ρων (βα­σι­ κὴ μέ­θο­δός τους) ἡ δι­ὰ τῆς «σω­τη­ρί­ας τῆς χώ­ρας μας» φυ­σι­κὴ ἐ­ξόν­τω­σις τῶν Ἑλ­ λή­νων. Μέ­σα στὶς πε­ρι­γρα­φεῖ­ σες πι­ὸ πά­νω συν­θῆ­κες με­ γά­λο ρό­λο θὰ παί­ξει ἡ πί­ στη μας στὸν Θε­ό, ἡ προ­ σω­πι­κὴ με­τά­νοι­ά μας καὶ ἡ ἐ­φαρ­μο­γὴ κά­ποι­ων ἁ­πλῶν κα­νό­νων ἐ­πι­βί­ω­σης, μὲ στό­χο τὴν κα­τὰ τὸ ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τὸ αὐ­τάρ­κει­α στὶς δύ­σκο­λες καὶ συ­νε­χῶς με­τα­βαλ­λό­με­νες συν­θῆ­κες, ὥ­στε ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μᾶς νὰ ὠ­φε­λη­θοῦν καὶ κά­ποι­οι δί­ πλα μας. Ἡ καλ­λι­έρ­γει­α λα­χα­νι­κῶν ἐ­πο­χῆς μὲ χρή­ση πα­ρα­δο­σι­α­κῶν σπό­ρων εἶ­ναι μί­α πο­λὺ κα­λὴ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἀ­πα­σχό­λη­ ση. Γι­ὰ τὴν δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς σπο­ρί­ου χρει­α­ζό­μα­στε κυ­ρί­ως κα­λὸ ὑ­πό­στρω­μα (χῶ­μα σπο­ρᾶς) ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­έ­χει τύρ­φη ἐμ­πο­ρί­ου (ἀ­πο­λυ­μα­σμέ­νη) 60%, ἄμ­μο οἰ­κο­δο­μῆς 30% καὶ ζε­ό­λι­θο 10%. Θὰ πρέ­πει νὰ φρον­τί­σου­με γι­ὰ τὴν κα­ λὴ στράγ­γι­ση τοῦ ὑ­πο­στρώ­μα­τος φύ­ τευ­σης, τὸ σω­στὸ βά­θος σπο­ρᾶς, γε­νι­κὰ φυ­τεύ­ου­με σὲ βά­θος ἴ­σο μὲ τὸ τρι­πλά­σι­ο μῆ­κος τῆς με­γα­λυ­τέ­ρας δι­α­μέ­τρου τοῦ σπό­ρου, τοὺς πο­λὺ μι­κροὺς σπό­ρους ἁ­πλᾶ τούς κα­λύ­πτου­με, κα­τό­πιν πι­έ­ζου­ με καὶ πο­τί­ζου­με. Πρέ­πει νὰ δι­α­τη­ροῦ­με συ­νε­χῶς ὑ­γρὸ τὸ χῶ­μα καὶ νὰ δι­α­ τη­ροῦ­με τὸ σπο­ρεῖ­ο μας σὲ ζε­στὸ καὶ προ­φυ­λαγ­μέ­νο μέ­ρος, μὲ ἄ­φθο­νο ἡ­λι­α­κὸ φῶς. Ὅ­ταν τὰ φυ­τὰ με­γα­ λώ­σουντὰμε­τα­φυ­τεύ­ου­με σὲ ἀ­το­μι­κὰ πλα­στι­κὰ πο­ τή­ρι­α ἀ­π᾿ ὅ­που ἀρ­γό­τε­ρα τὰ φυ­τεύ­ου­με στὸν κῆ­πο. Ὁ λα­χα­νό­κη­πος πρέ­πει νὰ εἶ­ναι προ­φυ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἀ­έ­ρα. Ἕ­νας φράχ­της ἀ­πὸ κα­λά­μι­α δί­νει πο­λὺ κα­λὴ προ­στα­σί­α. Ἐ­πί­σης ὁ λα­χα­νό­κη­πος δὲν πρέ­πει νὰ εἶ­ναι μέ­σα σὲ δεν­δρο­φυ­ τεί­α. Τὸ κα­λύ­τε­ρο χῶ­μα εἶ­ ναι τὸ ἀμ­μο­πη­λῶ­δες. Κα­λὸ εἶ­ναι πρὶν φυ­τεύ­σου­με νὰ ἔ­χου­με ἐν­σω­μα­τώ­σει στὸ ἔ­δα­φος ἕ­να φυ­σι­κὸ ἐ­δα­φο­ βελ­τι­ω­τι­κὸ μὲ ἀ­πο­λυ­μαν­ τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες ὅ­πως τὸ Zeoneem Cake 20 κι­λὰ στὸ στρέμ­μα ἢ ἕ­να φυ­σι­κὸ ὀ­ρυ­κτὸ ὅ­πως ὁ ζε­ ό­λι­θος (ELTOP) 40 κι­λὰ στὸ στρέμ­μα. Ἡ καλ­λι­έρ­γει­α τῶν φυ­τῶν σὲ μί­α θέ­ση πρέ­πει νὰ ἐ­ναλ­λάσ­σε­ται μὲ φυ­τὰ ἄλ­λης οἰ­κο­γέ­νει­ας. Π.χ. ἡ το­μά­τα, ἡ πα­τά­τα, ἡ με­λιτ­ζά­να ἡ πι­πε­ρι­ὰ εἶ­ναι μί­ας οἰ­κο­ γέ­νει­ας. Τὸ λά­χα­νο, τὸ κου­νου­πί­δι, τὸ μπρό­κο­λο εἶ­ναι ἄλ­λης οἰ­κο­γέ­νει­ας. Τὰ φα­σό­λι­α, τὰ μπι­ζέ­λι­α τὰ κου­κκι­ὰ ἄλ­λης. Ἑ­πο­μέ­νως με­τὰ τὴν το­μά­τα μπο­ροῦ­με νὰ βά­λου­με λά­χα­νο, τὴν ἄ­νοι­ξη φα­σό­λι­α κα­τό­πιν φθι­νο­πω­ρι­νὴ πα­τά­τα κ.λπ.
  • 87. 86 Ἀ­κο­λου­θεῖ ἐν­δει­κτι­κὸς πί­να­κας καλ­λι­ερ­γει­ῶν ὅ­που φαί­νε­ται ἡ ἐ­πο­χὴ σπο­ρᾶς ἢ φύ­ τευ­σης, τὸ βά­θος σπο­ρᾶς, οἱ ἀ­πο­στά­σεις με­τα­ξὺ τῶν γραμ­μῶν σπο­ρᾶς καὶ τῶν φυ­τῶν ἐ­πὶ τῆς γραμ­μῆς, κα­θὼς καὶ ἡ ἀ­πα­ραί­τη­τη πο­σό­τη­τα σπό­ρου ἀ­νὰ στρέμ­μα καὶ καλ­λι­ έρ­γει­α. Ἐποχή σπορᾶς ἤ φύτευσης – ἀποστάσεις καὶ βάθος φύτευσης ΕΙΔΟΣ ΦΥΤΟΥ ΕΠΟΧΗ ΒΑΘΟΣ ΣΠΟΡΑ (εκατοστά) Ἀπο- στάσεις φυτῶν ἐπί τῆς γραμμής (εκατοστά) Ποσότητα σπόρου γιὰ ἕνα στρέμμα (γραμμάρια) ΣΠΟΡΑΣ ΦΥΤΕΥΣΗΣ ΑΓΓΟΥΡΙ ΜΑΡΤΙΟ-ΙΟΥΛΙΟ 1,5 100- 150 200 ΚΑΡΠΟΥΖΙ ΜΑΡΤΙΟ-ΜΑΪΟ 3 200 100 400 ΚΟΜΠΟΚΟΛΟ- ΚΥΘΟ ΜΑΡΤΙΟ-ΑΥΓΟΥΣΤΟ 3 100 70 500 ΠΕΠΟΝΙ ΜΑΡΤΙΟ-ΜΑΪΟ 2-2,5 150 100 200-300 ΠΡΑΣΣΟ ΜΑΡΤΙΟ-ΑΠΡΙΛΙΟ ΙΟΥΝΙΟ-ΙΟΥΛΙΟ 1,5 30 10 500 ΣΕΣΚΟΥΛΟ ΜΑΡΤΙΟ-ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ 1,5-2,5 40 10 1500-1800 ΣΠΑΡΑΓΓΙ ΜΑΡΤΙΟ-ΑΠΡΙΛΙΟ ΑΠΡΙΛΙΟ- ΜΑΪΟ 2-3 100 50 200 ΜΠΑΜΙΑ ΑΠΡΙΛΙΟ- ΜΑΪΟ 3 80 30 1500 ΦΑΣΟΛΙΑ ΑΠΡΙΛΙΟ-ΑΥΓΟΥΣΤΟ 5 50-100 20-40 5000-8000 ΚΟΥΝΟΥΠΙΔΙ ΙΟΥΛΙΟ-ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ-ΟΚΤΩΒΡ. 1,5 70 50 40 ΛΑΧΑΝΟ ΙΟΥΛΙΟ-ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ-ΟΚΤΩΒΡΙΟ 1,5 70 50 40 ΜΑΡΟΥΛΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟ-ΦΕΒΡ. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ- ΜΑΡΤ. 0,5 40 20 30 ΡΑΠΑΝΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟ-ΜΑΡΤΙΟ 1,5 20 4 1000 ΑΓΚΥΝΑΡΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΚΑΙ ΟΚΤΩΒΡΙΟ- ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ 100 80 1200 φυτά ΑΡΑΚΑΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ-ΑΝΟΙΞΗ 4-5 60-70 5-10 8000-12000 ΣΠΑΝΑΚΙ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΚΑΙ ΝΟΕΜΒΡΙΟ-ΦΕΒΡ. ΜΑΡΤΙΟ-ΙΟΥΛΙΟ 2-3 30 10 1500-2000 ΦΡΑΟΥΛΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ- ΝΟΕΜΒΡΙΟ 50 30 5000 φυτά ΚΟΥΚΙΑ ΟΚΤΩΒΡΙΟ-ΝΟΕΜΒΡΙΟ 5 70 30 8000 ΜΠΙΖΕΛΙ ΟΚΤΩΒΡΙΟ-ΝΟΕΜΒΡΙΟ 5 60-80 10-20 5000-8000 ΣΚΟΡΔΟ ΟΚΤΩΒΡΙΟ-ΦΕΒΡ. 3 25 10 50 κιλά ΆΝΙΘΟΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ-ΆΝΟΙΞΗ 0,5 Σπαρτά 600-1000 ΤΟΜΑΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ-ΜΑΡΤΙΟ ΜΑΡΤΙΟ-ΙΟΥΝΙΟ 0,5-1 80-120 40-50 20-40 ΜΕΛΙΤΖΑΝΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ-ΑΠΡΙΛΙΟ ΜΑΡΤΙΟ- ΜΑΪΟ 1 80 50 30 ΠΙΠΕΡΙΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ-ΑΠΡΙΛΙΟ ΜΑΡΤΙΟ- ΜΑΪΟ 1 70 40 30
  • 88. 87 ΚΑΡΩΤΟ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ-ΙΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΝΟΕΜΒΡΙΟ 0,5-1 25 4 500 ΚΡΕΜΜΥΔΙ ΣΠΟΡΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ-ΜΑΡΤΙΟ 0,5-1 25 10 1000 ΚΡΕΜΜΥΔΙ (Ξ) ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ-ΜΑΡΤΙΟ 3 25 10 60000 ΚΡΕΜΜΥΔΙ (Χ) ΚΟΚΚΑΡΙ ΟΚΤΩΒΡ.-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ 1,5 25 5 100-150κιλά ΠΑΝΤΖΑΡΙ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ- ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΚΑΙ 1,5-2,5 30 10 1500 ΠΑΤΑΤΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ-ΑΠΡΙΛΙΟ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΟ-ΑΥΓΟΥΣΤΟ 8-10 70 25 150κιλά ΡΟΚΑ ΦΕΒΡ.-ΣΕΠΤΕΜΒΡ. 0,5 Σπαρτά 300 ΣΕΛΙΝΟ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ ΚΑΙ ΣΕΠΤΕΜ.-ΟΚΤΩΒΡ. 0,5 40 15 500 ΜΑΪΝΤΑΝΟΣ ΟΛΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ 0,5 Σπαρτά 500-1000 ΡΑΔΙΚΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ 0,5- 30 10 500 *Ρο­λάν­δος Παύ­λου, 2011. Ἀ­πα­γό­ρευ­ση βο­τά­νων σὲ ὅ­λη τήν Ε.Ε. http://goneis-paidia.com/2011/04/30/apagorefsi-votanon.
  • 89. 88 Ἡ θα­λάσ­σια ἔ­ρευ­να στὴ χώ­ρα μας ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ΕΛΚΕΘΕ (Ἑλ­λη­νι­κὸ Κέν­τρο Θα­λασ­σί­ων Ἐ­ρευ­νῶν) ποὺ εἶ­ ναι δι­κτυα­κὰ ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο στὴν Ἀτ­τι­ κὴ (Ἀ­νάβυσ­σος, Ἅ­γιος Κο­σμᾶς), Κρή­ τη (Ἡ­ρά­κλει­ο), Ρό­δο, Κα­λα­μά­τα. Στὶς ὑ­πο­δο­μές του, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, δι­α­θέ­τει 3 ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ σκά­φη, 1 βα­θυ­σκά­φος ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ μέ­χρι 600 μέ­τρα βά­θος, ἕ­να ρομ­πο­τι­κὸ σκά­φος ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ μέ­χρι 2000 μέ­τρα βά­θος, τὰ ἐ­νυ­δρεῖ­α στὴ Ρό­ δο καὶ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο (τὸ με­γα­λύ­τε­ρο τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Με­σο­γεί­ου) (http://www. cretaquarium.gr/). Τὰ δύ­ο ἐ­νυ­δρεῖ­α ἀ­πευ­ θύ­νον­ται στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο κοι­νὸ καὶ τὰ ἔ­σο­ δά τους ἀ­ξι­ο­ποι­οῦν­ται στὴν ἔ­ρευ­να στὶς ἀ­νάγ­κες τοῦ Κέν­τρου. Ἡ θα­λάσ­σια ἔ­ρευ­να στὸ Κέν­τρο εἶ­ναι δι­αρ­θρω­μέ­νη σὲ 5 Ἰν­στι­τοῦ­τα - το­μεῖς ἔ­ρευ­νας: Τὴν Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α, Τὰ Ἐ­σω­ τε­ρι­κὰ Ὕ­δα­τα, Τὴν Ἁ­λι­εί­α, Τὶς Ὑ­δα­το­ καλ­λι­έρ­γει­ες καὶ τὴ Γε­νε­τι­κή (βλ. ἐ­πί­ σης http://www.hcmr.gr). Ἡ Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α ἔ­χει ὡς στό­χο τὴν με­λέ­τη τῶν φυ­σι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τῶν Ἑλ­λη­νι­κῶν Θα­λασ­σῶν (θερ­μο­κρα­ σί­α, ἁ­λα­τό­τη­τας κ.λπ.), τῆς κί­νη­σης τῶν νε­ρῶν καὶ τὴν ὑ­πο­θα­λάσ­σια γε­ω­λο­γί­α καὶ σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ αὐ­τὰ με­λε­τᾶ τὴν τρο­φι­κὴ ἁ­λυ­σσί­δα καὶ τὴν πα­ρα­γω­γι­κό­ τη­τα τῶν νε­ρῶν, ποὺ εἶ­ναι τὸ ὑ­πό­βα­θρο γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ τρο­φῆς (ἁ­λι­εύ­μα­τα). Μὲ βά­ση ὅ­λα αὐ­τὰ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τῆς ἔ­ρευ­νας σή­με­ρα ἔ­χει στρα­φεῖ καὶ ἐ­πι­κεν­ τρω­θεῖ στὴ με­λέ­τη τῶν κλι­μα­τι­κῶν ἀλ­ λα­γῶν στὸ Αἰ­γαῖ­ο καὶ τὸ Ἰ­ό­νιο. Στὰ πλαί­σια τῶν πα­ρα­πά­νω δρα­στη­ ρι­ο­τή­των, τὸ Ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ Κέν­τρο ἔ­χει ἀ­να­πτύξει τὸ Μετεωρολογικὸ Σύστημα «ΠΟΣΕΙΔΩΝ» (http://www.poseidon. hcmr.gr/index_gr.php), ποὺ προ­βλέ­πει τὸν και­ρό, μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση τὴ θά­ λασ­σα, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι εἶ­ναι καὶ τὸ μό­νο σύ­στη­μα ποὺ δί­νει προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ ὕ­ψος τοῦ κύ­μα­τος σὲ δι­ά­φο­ρες πε­ρι­ο­χές. Η ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Ἀθανασίου Κ. Μαχιᾶ Διευθυντοῦ Ἐ­ρευ­νῶν ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε
  • 90. 89 Ἡ πρό­σβα­ση σὲ αὐ­τὴ τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α εἶ­ναι δυ­να­τὴ καὶ μὲ κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἔ­χει σὰν στό­χο τὴν ἐ­ξυ­ πη­ρέ­τη­ση ὅ­λων τῶν ναυ­τιλ­λο­μέ­νων καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα τῶν «ἐ­ρα­σι­τε­χνῶν». Εἶ­ναι ἴ­σως ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἂν καὶ ὄ­χι πο­λὺ γνω­στὸ στὸ εὑ­ρὺ κοι­νό, ἡ συμ­ βο­λὴ τοῦ Κέν­τρου στὴν ἀ­νέλ­κυ­ση τοῦ ΣΙΝΟΥΚ ποὺ με­τέ­φε­ρε τὸν Πα­τριά­ρχη Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας καὶ εἶ­χε πέ­σει στὴν θα­λάσ­ σια πε­ρι­ο­χὴ τῆς Χαλ­κι­δι­κῆς. Τό­τε εἶ­χε ἐ­πι­στρα­τευ­τεῖ ὅ­λο τὸ δυ­να­μι­κό τοῦ Κέν­ τρου γιὰ τὸν ἐν­το­πι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­νέλ­κυ­ ση τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου καὶ τῶν σω­ρῶν τῆς τρα­γω­δί­ας. Τὸ σύ­στη­μα ΠΟΣΕΙΔΩΝ ἀ­ξι­ο­ποι­ών­τας τὴν θέ­ση τῶν ὑ­πο­λειμ­μά­ των τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου ποὺ ἐ­πέ­πλε­αν καὶ τὴν γνώ­ση τῶν θα­λασ­σί­ων ρευ­μά­των, χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιὰ τὸν ἐν­το­πι­σμὸ τῆς πε­ρι­ο­χῆς πτώ­σης τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου. Τὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ σκά­φος «ΑΙΓΑΙΟ» χρη­ σι­μο­ποι­ών­τας ὑ­πε­ρή­χους ἑ­στί­α­σε στὶς πι­θα­νὲς θέ­σεις τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Καὶ τέ­λος, τὸ ρομ­πο­τι­κὸ σκά­φος χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιὰ νὰ βρεῖ καὶ νὰ ἀ­νελ­κύ­σει τὸ ἑ­λι­κό­ πτε­ρο καὶ τὶς σω­ρούς. Ἔ­τσι ἡ ὅ­λη ἐ­πι­ χεί­ρη­ση ἔ­γι­νε γρή­γο­ρα, σὲ λί­γες ἡ­μέ­ρες καὶ κό­στι­σε στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ κρά­τος μό­ λις 800.000 εὐρὼ, ἔ­ναν­τι 20-30 ἑ­κα­τομ­ μυ­ρί­ων ποὺ ζη­τοῦ­σαν οἱ ἰ­δι­ῶ­τες. Ἐ­κτὸς ὅ­μως ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ποὺ εἶ­χε γί­νει τό­τε πο­λὺ γνω­στή, ἡ ἴ­δια μέ­θο­δος ἔ­χει ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ γιὰ πο­λε­μι­κὰ καὶ ἄλ­λα ἀ­ε­ρο­πλά­να ποὺ πέ­ φτουν σὲ θα­λάσ­σι­ες πε­ρι­ο­χές. Τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν Ὑ­δά­των με­λε­τᾶ τὰ γλυ­κὰ νε­ρὰ τῆς χώ­ρας μας, ἀ­πὸ τὰ ρυά­κια καὶ τὰ πο­τά­μια μέ­χρι τὶς λί­μνες καὶ τὰ ὑ­πό­γεια νε­ρά. Με­λε­τᾶ τὴν οἰ­κο­λο­γί­α, τὴν ποι­ό­τη­τα καὶ τὴν σπά­νια βι­ο­ποι­κι­λό­τη­τα τῶν ὑ­δα­τι­κῶν συ­στη­μά­ των τῆς χώ­ρας μας, συμ­βάλ­λον­τας ἀ­πο­ φα­σι­στι­κὰ σὲ μί­α κα­λύ­τε­ρη ποι­ό­τη­τα ζω­ῆς καὶ πό­ρων. Τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ὑ­δα­το­καλ­λι­ερ­γει­ῶν ἔ­χει σὰν στό­χο, ὅ­πως μαρ­τυ­ρᾶ καὶ τὸ ὄ­νο­μά του, τὴν ἔ­ρευ­να γιὰ τὴν προ­α­γω­ γὴ καὶ βελ­τί­ω­ση τῆς ἀ­πό­δο­σης τῶν καλ­ λι­ερ­γού­με­νων ψα­ρι­ῶν. Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λί­γα ση­μεῖ­α ποὺ ἔ­χου­με κά­ποι­α πρω­τιὰ στὴν Εὐ­ρώ­πη. Εἴ­μα­στε ἡ χώ­ρα ποὺ ἔ­χει τὸ 50% τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς πα­ρα­γω­γῆς σὲ λαυ­ρά­κι καὶ τσι­πού­ρα. Εἶ­ναι ἕ­νας το­ μέ­ας δυ­να­μι­κός, ἔν­το­να ἐ­ξα­γω­γι­κὸς καὶ πολ­λὰ ὑ­πο­σχό­με­νος, ἂν λά­βου­με ὑ­πό­ψη μας, ὅ­τι τὰ ἁ­λι­εύ­μα­τα εἶ­ναι πε­πε­ρα­σμέ­ να καὶ ἀ­δύ­να­τον νὰ αὐ­ξά­νον­ται ἐ­σα­εί, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸν πλη­θυ­σμὸ τοῦ πλα­νή­ τη. Ἡ ἔ­ρευ­να τοῦ Κέν­τρου στὸν το­μέ­α αὐ­τὸν εἶ­ναι δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νη μὲ πά­ρα πολ­λὲς και­νο­το­μί­ες καὶ ἐ­πι­τυ­χί­ες, ποὺ ἔ­χουν ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ ὄ­χι μό­νο σὲ νέ­α γνώ­ση, ἀλ­λὰ καὶ σὲ πα­τέν­τες. Σή­με­ρα ἡ ἔ­ρευ­να γιὰ τὶς ἰ­χθυ­ο­καλ­λι­έρ­γει­ες στὴν Ἑλ­λά­δα, ἑ­στι­ά­ζε­ται σὲ δύ­ο κυ­ρί­ως το­ μεῖς. Τὴν προ­σπά­θεια νὰ αὐ­ξη­θοῦν τὰ φυ­τι­κὰ πο­σο­στὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ ται στὶς ἰ­χθυ­ο­τρο­φὲς - ἀν­τι­κεί­με­νο ἰ­δι­ αί­τε­ρα δύ­σκο­λο, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι τὰ ψά­ ρια εἶ­ναι ἴ­σως ὁ μό­νος σαρ­κο­φά­γος ὀρ­ γα­νι­σμὸς ποὺ τρῶ­με. Τὴν προ­σπά­θεια νὰ καλ­λι­ερ­γη­θοῦν νέ­α εἴ­δη ψα­ρι­ῶν. Ἡ ἔ­ρευ­να ἐν­το­πί­ζε­ται στὸ νὰ καλ­λι­ερ­γη­ θοῦν ψά­ρια ποὺ με­γα­λώ­νουν πο­λὺ γρή­
  • 91. 90 γο­ρα. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­να εἶ­δος ψα­ριοῦ ὁ «βλά­χος», γί­νε­ται 5 κι­λὰ σὲ 1,5 χρό­νο, ἐ­πει­δὴ ἔ­χει πο­λὺ κα­λὸ με­τα­βο­λι­σμὸ τῆς τρο­φῆς του. Οἱ ἔ­ρευ­νες προ­χω­ροῦν πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἔ­χουν δι­ε­θνῆ ἀ­να­γνώ­ρι­ση, κα­θὼς κά­θε και­νο­το­μί­α ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­κύ­ ψει ἀ­πὸ αὐ­τὲς θὰ «ἀ­πο­γει­ώ­σει» τὴν πα­ ρα­γω­γὴ καὶ τὰ ἔ­σο­δα αὐ­τοῦ τοῦ ση­μαν­ τι­κοῦ «βι­ο­μη­χα­νι­κοῦ» κλά­δου τῆς χώ­ ρας μας. Ἄ­φη­σα τε­λευ­ταῖ­ο τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­σχο­λοῦ­μαι, τὴν ἁ­λι­εί­α, ἤ ἀ­κρι­ βέ­στε­ρα τὴν με­λέ­τη τῶν Θα­λάσ­σι­ων Βι­ ο­λο­γι­κῶν Πό­ρων. Τὸ ἀν­τι­κεί­με­νό της εἶ­ ναι νὰ με­λε­τᾶ τὴν κα­τά­στα­ση τῶν ἀ­πο­ θε­μά­των ποὺ ὑ­πάρ­χουν στὴν θά­λασ­σα γιὰ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη ψα­ρι­ῶν καὶ ἄλ­λων ἁ­λι­ ευ­μά­των μὲ στό­χο νὰ προ­τεί­νει μέ­τρα ἀ­ει­φό­ρου ἐκ­με­τάλ­λευ­σής τους, δε­δο­μέ­ νου ὅ­τι ὁ πό­ρος αὐ­τὸς εἶ­ναι πε­πε­ρα­σμέ­ νος. Μὲ ἄλ­λα λό­για νὰ με­λε­τᾶ πό­σα ψά­ ρια ἀ­πὸ κά­θε εἶ­δος ἔ­χου­με στὶς θά­λασ­σές μας, τί ἡ­λι­κια­κὴ σύ­στα­ση, πό­σα πι­ά­νου­ με, πό­σα πε­τᾶ­με στὴ θά­λασ­σα. Ὁ στό­χος γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι ὅτι ὑ­πάρ­χουν ἐ­κτι­μή­ σεις γιὰ τὶς πο­σό­τη­τες ποὺ θὰ πρέ­πει νὰ ἁ­λι­εύ­ου­με, ὥ­στε ἀ­φε­νὸς μὲν νὰ μὴν ὑ­πε­ ρα­λι­εύ­ον­ται τὰ θα­λάσ­σια εἴ­δη καὶ ἀ­φε­τέ­ ρου νὰ ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­μα­στε (ψα­ρεύ­ου­με) τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ πο­σό­τη­τα ποὺ μπο­ ροῦν νὰ ἀ­πο­δώ­σουν. Γιὰ τὸν σκο­πὸ αὐ­ τὸν ἡ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἕ­νω­ση χρη­μα­το­δο­τεῖ κοι­νὲς ἔ­ρευ­νες σὲ ὅ­λα τὰ κρά­τη μέ­λη, ὥ­στε νὰ συλ­λέ­γον­ται στοι­χεῖ­α καὶ ἐ­κτι­ μή­σεις μὲ βά­ση ἕ­να κοι­νὸ πρω­τό­κολ­λο, ὥ­στε νὰ χα­ράσ­σει μί­α ἑ­νια­ία εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ πο­λι­τι­κή. Γιὰ νὰ ἐ­κτι­μή­σου­με τὶς πο­σό­τη­τες τῶν ψα­ρι­ῶν στὴ θά­λασ­σα ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­ λων χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με ὑ­πε­ρή­χους (ἠ­χο­ βο­λι­στι­κὰ μη­χα­νή­μα­τα) μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους κα­τα­γρά­φου­με τὶς πο­σό­τη­τες τῶν ψα­ρι­ ῶν ποὺ ὑ­πάρ­χουν μέ­σα στὴν θά­λασ­σα. Γιὰ νὰ γί­νει αὐ­τὸ ἀ­ξι­ο­ποι­οῦν­ται τὰ ἐ­ρευ­ νη­τι­κὰ σκά­φη τοῦ Κέν­τρου ποὺ με­τα­φέ­ ρουν αὐ­τὰ τὰ μη­χα­νή­μα­τα, «σα­ρώ­νον­ τας» τὴ θά­λασ­σα καὶ «ἀ­πο­γρά­φον­τας» τὶς πο­σό­τη­τες ψα­ρι­ῶν ποὺ ὑ­πάρ­χουν σὲ αὐ­τήν. Ταυ­τό­χρο­να μὲ αὐ­τὰ γί­νε­ται καὶ πει­ρα­μα­τι­κὴ ἁ­λι­εί­α πά­νω ἀ­πὸ 500 προ­ κα­θο­ρι­σμέ­να ση­μεῖ­α σὲ ὅ­λες τὶς θά­λασ­ σές μας κά­θε χρό­νο, ὥ­στε νὰ πα­ρα­κο­λου­ θοῦ­με τὶς αὐ­ξο­μει­ώ­σεις στὴν πυ­κνό­τη­τα τῶν ψα­ρι­ῶν καὶ νὰ βγαί­νουν τὰ ἀ­πα­ραί­ τη­τα συμ­πε­ρά­σμα­τα γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή τους. Τέ­λος κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται τε­χνη­τοὶ ὕ­φα­λοι ποὺ αὐ­ξά­νουν τὴν πα­ρα­γω­γι­κό­ τη­τα τῶν θα­λασ­σῶν μας σὲ ἁ­λι­εύ­μα­τα. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ κλεί­σω μὲ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ ες πα­ρα­τη­ρή­σεις. Ἡ Ἑλ­λά­δα ἔ­χει κα­θα­ρὰ νε­ρά, ἔ­χει του­ρι­σμό. Αὐ­τὸ ὅ­μως ση­μαί­ νει ὅ­τι ἔ­χει λί­γα ψά­ρια σὲ σχέ­ση μὲ ἄλ­ λες χῶ­ρες. Για­τί τὰ «κα­θα­ρὰ» νε­ρὰ τοῦ του­ρι­σμοῦ ση­μαί­νουν ταυ­τό­χρο­να ὅ­τι τὸ πλαγ­κτὸν ποὺ εἶ­ναι ἡ τρο­φὴ γιὰ τὰ ψά­ρια, εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως, ἔ­χον­τας 16.000 Km ἀ­κτῶν, ἡ ἁ­λι­ εί­α εἶ­ναι ἕ­νας βα­σι­κὸς πλου­το­πα­ρα­γω­γι­ κὸς πό­ρος γιὰ τὴ χώ­ρα μας, για­τί ἂν καὶ μὲ λι­γό­τε­ρα ψά­ρια, ἡ Ἑλ­λά­δα ἔ­χει μα­ζὶ μὲ τὴν Ἰ­τα­λί­α τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ψα­ ρά­δες ἀ­πὸ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον λό­γος ποὺ ἀ­παι­τεῖ συ­νε­χῆ πα­ρα­κο­λού­θη­ση καὶ προ­σε­κτι­κὴ δι­α­χεί­ ρι­ση τῶν ἀ­πο­θε­μά­των ποὺ ἔ­χου­με. _
  • 92. 91 Ἡ Νέ­α Παγ­κό­σμια Τά­ξη θὰ ἐ­πι­βάλ­ λει διὰ νό­μου τὴν κα­τα­νά­λω­ση δη­λη­τη­ρί­ων. Ἑ­τοι­μά­ζε­ται νέ­ο νο­μο­σχέ­διο στὴ Γε­ρου­σί­α τῶν ΗΠΑ γιὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ση τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης κη­που­ρι­κῆς καὶ τῶν σπι­τι­κῶν ὀρ­γα­νι­κῶν τρο­φῶν. Δὲν φτά­νει ποὺ στὸν νέ­ο Με­σαί­ω­να τοῦ νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμοῦ καὶ τοῦ ἄ­σφαι­ρου μαρ­ξι­σμοῦ ποὺ τὸν «ἀν­τι­μά­χε­ται» θὰ ἐ­ξα­ θλι­ω­θεῖ ὁ πλη­θυ­σμὸς καὶ θὰ συν­θλι­βεῖ ἡ με­σαί­α τά­ξη, ἑ­τοι­μά­ζουν ἤ­δη τὰ νο­μι­κά τους ὅπλα γιὰ νὰ κα­τα­στεί­λουν ὅ­σους θε­ λή­σουν νὰ δρα­πε­τεύ­σουν ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­ νοι­α τῆς Νέ­ας Τά­ξης, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὶς μι­κρές, αὐ­τάρ­κεις, ἀ­γρο­τι­κὲς Κοι­νό­τη­τες ὅ­που ὁ κα­θέ­νας θὰ μπο­ρεῖ τοὐ­λά­χι­στον νὰ πα­ρά­γει τὴν τρο­φὴ γι᾿ αὐ­τόν, τὴν οἰ­ κο­γέ­νειά του καὶ τὴν Κοι­νό­τη­τά του. Θέ­λουν οἱ ἐ­πι­λο­γές μας γιὰ φα­γη­τὸ νὰ μεί­νουν στὰ με­ταλ­λαγ­μέ­να τρο­φι­κὰ τε­ρα­τουρ­γή­μα­τα καὶ τὰ ἐμ­πο­τι­σμέ­να μὲ δη­λη­τή­ριο ἀ­να­λώ­σι­μα τῶν πο­λυ­ε­θνι­ κῶν ὑ­περ­κα­τα­στη­μά­των.  Δὲν μᾶς θέ­λουν νὰ ἔ­χου­με ἐ­πι­λο­γὴ νὰ τρῶ­με τὶς ντο­μά­τες τοῦ γεί­το­να, τὶς πα­ τά­τες τοῦ συγ­χω­ρια­νοῦ, τὸ λά­δι τοῦ θεί­ ου, τὰ μῆ­λα τοῦ κουμ­πά­ρου. Μᾶς θέ­λουν νὰ τρῶ­με τὰ ἄ­γνω­στης ταυ­τό­τη­τας, ποι­ ό­τη­τας καὶ σύν­θε­σης φροῦ­τα καὶ λα­χα­ νι­κὰ ποὺ θὰ εἰ­σά­γον­ται ἀ­πὸ ἄ­γνω­στες χῶ­ρες καὶ μὲ ἀ­δι­α­φα­νεῖς καὶ ἄ­γνω­στες συν­θῆ­κες πα­ρα­γω­γῆς. Μί­α ἀ­κό­μη ὕ­που­λη δι­ά­τα­ξη αὐ­τοῦ τοῦ νό­μου εἶ­ναι ἡ ἀ­πα­γό­ρευ­ση φύ­λα­ξης σπό­ρων. Για­τί ἄ­ρα­γε;… Για­τί μό­νο οἱ ἀ­φα­νεῖς ἀ­φέν­τες αὐ­τοῦ τοῦ πλα­νή­τη νὰ ἔ­χουν τέ­τοι­ο δι­καί­ω­μα; Σύν­το­μα νὰ πε­ρι­μέ­νου­με τέ­τοι­ες νο­μο­ θε­σί­ες καὶ στὴν Ε.Ε. _ http://www.sporeas.com ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΠΙΤΙΚΩΝ, ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΤΡΟΦΩΝ
  • 93. 92 Σ τὴν Ξάνθη πρὶν ἀπὸ περίπου εἴκο- σι χρόνια συζητώντας σὲ μία παρέα φίλων ἔμαθα τὸ ἑξῆς καταπληκτικό, ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ζοῦσε ἀπὸ τὰ θερ- μοκήπιά του. Κάθε χρόνο πλήρωνε ἕνα μεγάλο ποσὸ χρημάτων γιὰ νὰ ἀγοράσει σπόρους ντομάτας ποὺ τοὺς ἐφτίαχναν τὰ ἐργοστάσια τῆς Ὀλλανδίας. - «Καλὰ γιατί δὲν κρατᾶς κάποια φυτὰ γιὰ νὰ παράγεις ἐσὺ ὁ ἴδιος σπόρο»; ρώ- τησα γεμάτος ἀπορία. - «Δεν γίνεται γιατί εἶναι ὑβρίδια καὶ ὁ σπόρος ποὺ θὰ κρατήσεις, ἂν τὸν σπεί- ρεις γιὰ δεύτερη χρονιὰ δὲν θὰ σοῦ δώσει καθόλου παραγωγή...ἔχουν ἐπέμβει μέσα στὸν πυρήνα τοῦ φυτικοῦ κυττάρου». - «Γιατί τότε δὲν σπέρνεις μία ντόπια ποικιλία;» - «Γιατί δὲν ὑπάρχουν πιὰ ντόπιοι σπόροι…κανεὶς δὲν φρόντισε νὰ κρατή- σει, χάθηκαν τὰ τελευταῖα χρόνια, ὅλοι πιὰ ἀγοράζουμε ὀλλανδικοὺς σπόρους.» -«Ἂν εἶναι δυνατόν», ἀναφώνησα ἔκπληκτος. Βλέποντας τὴν ἔκπληξή μου συμπλήρωσε: - «Αὐτὸ δὲν συμβαίνει μόνο μὲ τὴν ντομάτα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ἀγγούρι καὶ μὲ τὴν πιπεριὰ καὶ μὲ τὶς μελιτζάνες …μὲ ὅλα σχεδὸν τὰ φυτά. - «Δηλαδή εἴμαστε πλήρως ἐξαρτημέ- νοι! Ἂν γιὰ κάποιο λόγο δὲν μᾶς πουλή- σουν σπόρο δὲν θὰ ἔχουμε τί νὰ σπείρου- με, τί νὰ φᾶμε.» - «Ἔτσι ἀκριβῶς» συμφώνησε ὁ ἄνθρωπος, ὁλοκληρώνοντας τὴν ἔκπλη- ξή μου. Συζητώντας στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ ἕναν ἀπὸ τούς  κηπουροὺς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου, μοῦ ἐπιβεβαίωσε ὅτι ὄντως ἔτσι ἔχει ἡ κατάσταση. ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΞΟΥΣΙΑ Ρακοβαλῆ Ἀθανασίου Καθηγητοῦ
  • 94. 93 - «Γιατί δὲν κάνετε κάτι ρώτησα;» - «Ψάξαμε, φτάσαμε μέχρι τὴν Πε- λοπόννησο ρωτώντας παλιοὺς μπαξεβά- νηδες(=κηπουροὺς) ἂν ἔχουν κρατήσει σπόρους, δυστυχῶς δὲν βρήκαμε! Εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνουν αὐτὰ τὰ παρά- λογα καὶ φοβερὰ πράγματα;» Δυσκολευόμουν νὰ τὰ ἀποδεχτῶ. Μετὰ ἀπὸ μερικοὺς μῆνες στὴν ὀνομα- στικὴ ἑορτὴ ἑνὸς φίλου γεωπόνου ἀνά- μεσα στοὺς ἐπισκέπτες ἦταν ἕνας καθη- γητὴς πανεπιστημίου τῆς Γεωπονίας. Ρώτησα γιὰ τὸ θέμα καὶ ὄχι μόνο ἐπιβε- βαίωσε ὅλα τὰ προηγούμενα, ἀλλὰ συ- μπλήρωσε τὰ ἑξῆς. Ἔχουν χαθεῖ πολλὲς ποικιλίες ἀπὸ πολλὰ εἴδη φυτῶν.Πρὶν ἀπὸ χρόνια βλέποντας τὸν κίνδυνο ἀπο- φασίσαμε στὴν σχολὴ νὰ δημιουργήσου- με μία «τράπεζα σπόρων». Ἐπενέβη τὸ Ὑπουργεῖο καὶ μᾶς διέταξε νὰ τὴ διαλύ- σουμε,  γιατί διαμαρτήρηθηκαν οἱ ἔμπο- ροι ποὺ εἰσάγουν καὶ πωλοῦν τοὺς σπό- ρους καὶ θὰ κινδύνευε ἕνας κλάδος τῆς οἰκονομίας, εἶπε κουνώντας μὲ πίκρα καὶ ἀγανάκτηση τὸ κεφάλι του . Παρακολουθώντας τὴ σύγκρουση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης μὲ τὶς Η.Π.Α. γιὰ τὸ θέμα τῶν μεταλλαγμένων σπό- ρων καὶ τροφίμων καὶ ἀναρωτιόμουν γιατί τοὺς καίει τόσο πολὺ τὸ ζήτημα. Δὲν εἶναι θέμα μόνο ὑγείας, (ποὺ τὰ τρό- φιμα εἶναι ἤδη «μολυσμένα» μὲ τὰ φυτο- φάρμακα, τὶς ὁρμόνες, τὰ λιπάσματα καὶ προκαλοῦν ἢ συμβάλλουν στὴν ἐμφά- νιση καρκίνων, τώρα θὰ γίνουν ἀκόμα χειρότερα μὲ τὰ μεταλλαγμένα) εἶναι καὶ θέμα ἐξουσίας, θὰ ἔλεγα ὅτι εἶναι κυρίως θέμα ἐξουσίας. Ὅπως φαίνεται, σὲ λίγο κανένας ἁπλὸς ἄνθρωπος δὲν θὰ μπορεῖ νὰ παράγει φυτικὰ τρόφιμα. Τὰ ἐργοστάσια θὰ ἐλέγχουν τοὺς σπό- ρους, ἄρα καὶ τὰ τρόφιμα. Θὰ ἀποκτή- σουν ἔτσι δικαίωμα ζωῆς καὶ θανάτου πάνω στοὺς πληθυσμούς. Ἡ δυνατότη- τα ποὺ εἶχε τὸ ἀνθρώπινο εἶδος ἐδῶ καὶ χιλιετίες νὰ παράγει ἐλεύθερα τὰ τρόφι- μά του θὰ καταστραφεῖ. Αὐτὴ εἶναι «ἡ δημιουργικὴ καταστροφή», ποὺ ἐπαγγέ- λεται ἡ Νέα Ἐποχὴ; Μὲ αὐτὲς τὶς μεθό- δους προωθεῖται ἡ παγκοσμιοποίση καὶ ἡ Νέα Τάξη πραγμάτων; Ἔτσι ἑτοιμάζε- ται ὁ δρόμος γιὰ τὴν παγκόσμια δικτα- τορία; Εἶναι δυνατὸν αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ συμβαίνουν στὰ ἀλήθεια; Τόσο πολὺ διεστραφήκαμε; Τί ἐφιάλτης εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔρχεται; Μήπως γι' αὐτὸ ἔλεγε ὁ γέροντας ὅτι ζοῦμε στὸν καιρὸ τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ κοιμόμαστε μὲ τὰ παπούτσια; _
  • 95. 94 ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Σ τὴ γει­το­νι­ά μας ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ μα­γα­ζά­κι ποὺ θυ­μί­ζει τὸ ρο­μαν­τι­ κὸ στίχο «κα­μα­ρού­λα μι­ὰ στα­λι­ά». Ἡ ἀ­νάγ­κη καὶ ἡ ἐμ­πει­ρί­α ὁ­δή­γη­σαν σ᾿ ἕ­να σύ­στη­μα ἀ­ξι­ο­ποί­η­σης κά­θε δι­α­θέ­σι­ μου τε­τρα­γω­νι­κοῦ ἑ­κα­το­στοῦ, ὥ­στε νὰ χω­ροῦν τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κὰ μέ­χρι κα­στα­νὸ ρύ­ζι καὶ μά­λι­στα σὲ κα­ λὲς τι­μές. Τὸ ὡ­ρά­ρι­ο λει­τουρ­γί­ας εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἀ­συ­να­γώ­νι­στο. Ἀ­πὸ τὸ ξη­μέ­ρω­μα ὣς τὰ βα­θι­ὰ με­σά­νυχ­τα. Ἡ ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση εἶ­ ναι προ­σω­πι­κὴ καὶ βε­βαί­ως μὲ τὴν ἄ­νε­ ση ποὺ πα­ρέ­χει ἡ τρο­με­ρὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ πεῖς, ὅ­ταν τὰ λεφ­τὰ δὲν φτά­νουν, τὸ μνη­μει­ῶ­δες καὶ ἐν­τε­λῶς ἀ­σύλ­λη­πτο γι­ὰ τὰ ἀ­πρό­σω­πα με­γα­θή­ρι­α, «θὰ στὰ φέ­ρω με­τά». Δὲν χρει­ά­ζε­σαι πι­στω­τι­κὴ κάρ­τα, γι­α­τί ἔ­χεις «πρό­σω­πο», γι­ὰ νὰ θυ­μη­θοῦ­ με μί­α πα­λι­ὰ ἐμ­πο­ρι­κὴ φρά­ση. Τὸ after sales service –ἑλ­λη­νι­στί, ἡ ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση με­τὰ τὴν πώ­λη­ση– εἶ­ναι ἀ­ξε­πέ­ρα­στο. Ἁ­πλᾶ ἐ­πι­στρέ­φεις τὸ προ­ϊ­ὸν καὶ στὸ ἀλ­λά­ζει χω­ρὶς γκρί­νι­α ἢ πε­ριτ­ τὴ ἀ­να­μο­νὴ καὶ προ­πάν­των χω­ρὶς νὰ σὲ κοι­τά­ζει σὰν ὕ­πο­πτο κά­ποι­ου τρο­με­ροῦ ἐγ­κλή­μα­τος ἐ­ξα­πά­τη­σης. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­πο­δεί­ξεις τί­πο­τα φτά­νει ὅ­τι τὸ λές. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο ὅ­μως ὅ­πλο εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει μι­ὰν αἴ­σθη­ση ἀ­σφά­ λει­ας. Ξέ­ρουν ὅ­λοι ὅ­τι, ὅ­ταν τὰ super markets ἔ­χουν κλεί­σει, ὑ­πάρ­χει πάν­τα κά­ποι­ος στὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ βροῦν αὐ­τὸ πού O AΓΑΜΕΜΝΩΝ ΚΑI H ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ Γι­ώρ­γου Κα­λαν­τζῆ
  • 96. 95 ψά­χνουν χω­ρὶς νὰ τοὺς «γδά­ρει». Ἔτ­ σι ἡ δι­κτα­το­ρί­α τῆς λί­στας (ἐ­κεί­νου τοῦ μι­κροῦ χαρ­τι­οῦ πού κρα­τοῦν εὐ­λα­βι­κὰ ἁ­πα­ξά­παν­τες στὰ super markets) κα­ταρ­ ρέ­ει, ἀ­φοῦ στὸ μα­γα­ζά­κι καὶ τὸ προ­ϊ­ὸν θὰ βρεῖς καὶ θὰ εἰ­σπρά­ξεις ἕ­να ὡ­ραῖ­ο χα­μό­ γε­λο καὶ θὰ μά­θεις τὰ νέ­α τῆς γει­το­νι­ᾶς – γε­γο­νὸς πού ἔ­χει ση­μα­σί­α στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ κουλ­τού­ρα ἀ­γο­ρῶν. Στὴ γει­το­νι­ά μας δὲν ὑ­πάρ­χουν νοι­ κο­κυ­ρὲς σὲ ἀ­πό­γνω­ση, δι­ό­τι ξαφ­νι­κὰ τε­ λεί­ω­σε ἡ ζά­χα­ρη ἢ ἔ­μει­ναν ἀ­πὸ ἁ­λά­τι. Μί­α τε­λευ­ταῖ­α, πλὴν ὅ­μως ὄ­χι ἀ­σή­ μαν­τη,πλευ­ρὰτῆςἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κῆςκουλ­ τού­ρας τοῦ μι­κροῦ κα­τα­στή­μα­τος εἶ­ναι ἡ «δι­πλὴ ἐ­πι­λο­γή». Χα­μο­γε­λα­στὸς ὁ Ἀ­γα­μέ­ μνων (ὄ­χι Μέ­νι­ος) σοῦ προ­σφέ­ρει σχε­δὸν γι­ὰ τὰ πάν­τα δυ­ὸ ἐ­πι­λο­γές: τὸ «ἀ­κρι­βὸ» καὶ τὸ «φτη­νό». Καὶ πάν­τα σὲ προ­τρέ­πει νὰ πά­ρεις τὸ «φτη­νό», μὲ τὸ κα­τα­λυ­τι­κὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα: «τὴν ἴ­δι­α δου­λει­ὰ κά­νουν, γι­α­τί νὰ δώ­σεις πε­ρισ­σό­τε­ρα λεφ­τά;». Συ­ νή­θως γι­ὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σεις τὴν ἀ­κρι­βό­τε­ρη ἐκ­δο­χὴ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­μεί­νεις σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι μή­πως εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὴν ἀν­τί­στρο­φη ψυ­χο­λο­γί­α. Ὁ Ἕλ­λην μπα­κά­λης μπο­ρεῖ νὰ ἡτ­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ἐ­πέ­λα­ση τῶν super markets, ἀλ­λὰ δὲν ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὴν παγ­ κο­σμι­ο­ποί­η­ση καὶ τὶς συ­νέ­πει­ές της, ποὺ στὴν πε­ρί­πτω­σή του σή­μαι­νε ἐ­ξόν­τω­ση, ἀ­να­ζή­τη­σε νέ­ες στρα­τη­γι­κὲς προ­σέγ­γι­ σης τοῦ κα­τα­να­λω­τῆ. Ἄ­φη­σε τὶς γκρί­νι­ες πί­σω του, δὲν ἀ­να­ ζή­τη­σε πο­λι­τι­κὴ προ­στα­σί­α, δι­ό­τι οὕ­τως ἢ ἄλ­λως τὸ κρά­τος πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξε φι­ λι­κὸ μα­ζί του καὶ ἐν­σάρ­κω­σε τὸ ἰ­δε­ῶ­δες τοῦ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­α στὴν πι­ὸ ἄ­γρι­α ἐκ­δο­ χὴ τῆς κα­πι­τα­λι­στι­κῆς ζούγ­κλας. Ἀ­πο­δείχ­τη­κε τε­λι­κὰ τό­σο ἐ­πι­τυ­χη­ μέ­νη αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὴ στρα­τη­ γι­κή, ὥ­στε σή­με­ρα τὰ ἀ­πρό­σω­πα super markets στρέ­φον­ται στὴ δη­μι­ουρ­γί­α κα­ τα­στη­μά­των ἀ­κρι­βῶς στὰ πρό­τυ­πα ποὺ ἐμ­πνεύ­στη­καν οἱ χι­λι­ά­δες δαι­μό­νι­οι Ἀ­γα­ μέ­μνο­νες. Οἱ Ἕλ­λη­νες μι­κρέμ­πο­ροι ἀ­πο­ τε­λοῦν ἐ­πί­σης τὸ δί­κτυ­ο πώ­λη­σης γι­ὰ χι­ λι­ά­δες μι­κρὲς βι­ο­τε­χνί­ες πού πα­ρά­γουν κα­λὰ προ­ϊ­όν­τα σὲ κα­λὲς τι­μές, ἀλ­λὰ βρί­ σκον­ται ἀ­πο­κλει­σμέ­νες ἀ­πὸ τὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ δί­κτυ­ο τῶν με­γα­θη­ρί­ων. Στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης ἴ­σως νὰ ἰ­σχύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­ λη φο­ρά ὅ­τι «τὸ μι­κρὸ εἶ­ναι ὄ­μορ­φο». Καὶ εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὄ­μορ­φοι καὶ τε­ λι­κὰ πρὸς τὸ συμ­φέ­ρον τῆς χώ­ρας καὶ τῆς τσέ­πης μας οἱ δρό­μοι κι οἱ γει­το­νι­ὲς τῆς πό­λης, ὅ­που δε­κά­δες μα­γα­ζι­ὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­ των μι­κρῶν ἐμ­πό­ρων συ­νω­στί­ζον­ται δη­ μι­ουρ­γών­τας μί­αν ἀν­τα­γω­νι­στι­κὴ ἀ­γο­ρὰ πα­ρὰ τὰ με­γα­θή­ρι­α τῶν ἐμ­πο­ρι­κῶν κέν­ τρων πού ὑ­ψώ­νον­ται σὰν φρού­ρι­α ἐν­τὸς ἢ ἐ­κτὸς οἰ­κι­στι­κοῦ ἱ­στοῦ λει­τουρ­γών­τας τε­λι­κὰ σὰν πε­λώ­ρι­ες φυ­λα­κὲς κα­τα­να­λω­ τῶν. _ Ἐφημ. «Ἐ­λεύ­θε­ρος Τύ­πος»
  • 97. 96 Ὁ ἀ­γρο­του­ρι­σμὸς ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­δί­ δε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα, στὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ᾿80 ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­νά­λο­γων δρα­στη­ρι­ο­τή­ των ἄλ­λων Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν χω­ρῶν, ὅ­πως τῆς Ἰ­τα­λί­ας, τῆς Αὐ­στρί­ας καὶ τῆς Γαλ­ λί­ας. Στὴν Ἑλ­λά­δα ἐ­πι­κρά­τη­σε ὁ ἀ­γρο­τι­ κὸς του­ρι­σμός, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­νά­ πτυ­ξης τοῦ του­ρι­σμοῦ στὶς ἀ­γρο­τι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ ζω­ὴ στὸ χω­ρι­ὸ καὶ τὸ ἀ­γρο­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον καὶ ὄ­χι ὁ ἀ­γρο­του­ρι­σμὸς ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη του­ρι­στι­κῶν δρα­στη­ ρι­ο­τή­των στὸ πλαί­σι­ο τῆς γε­ωρ­γι­κῆς ἐ­κμε­τάλ­λευ­σης ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ γε­ ωρ­γί­α, ὅ­πως συ­νέ­βη καὶ σὲ ἄλ­λες πε­ρι­ πτώ­σεις στὴν Εὐ­ρώ­πη (Γαλ­λί­α, Ἰ­τα­λί­α κ.ἄ). Με­τὰ τὴν πρώ­τη κα­θα­ρὰ ἐμ­πει­ρι­κὴ φά­ση ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ του­ρι­ σμοῦ, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε καὶ οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, ἀ­κο­λού­θη­σε στὴ δε­κα­ε­ τί­α τοῦ ᾿80 τὸ δεύ­τε­ρο στά­δι­ο ἀ­νά­πτυ­ξής του. Τὴν πε­ρί­ο­δο αὐ­τὴ δη­μι­ουρ­γή­θη­καν ἀ­γρο­του­ρι­στι­κὲς ὑ­πο­δο­μὲς ἀ­πὸ ἰ­δι­ῶ­τες, ἀ­πὸ φο­ρεῖς- Κοι­νό­τη­τες καὶ Δή­μους- καὶ ἀ­πὸ γυ­ναι­κεί­ους Ἀ­γρο­του­ρι­στι­κοὺς Συ­ νε­ται­ρι­σμούς, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες στη­ρί­χθη­καν σὲ δι­ά­φο­ρα χρη­μα­ το­δο­τι­κὰ προ­γράμ­μα­τα ἐ­νί­σχυ­σης τῶν ἐ­πεν­δύ­σε­ων καὶ ἀ­να­πτύ­χθη­καν δι­ά­ σπαρ­τα σὲ ὅ­λες τὶς πε­ρι­ο­χὲς τῆς χώ­ρας. Οἱ ὑ­πο­δο­μὲς αὐ­τές, στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις, δὲν συ­νά­δουν μὲ τὴ φι­λο­ σο­φί­α καὶ τοὺς στό­χους τοῦ ἀ­γρο­του­ρι­ σμοῦ. Σύγ­χρο­να κτήρι­α, ξέ­να πρὸς τὴν ἀρ­ χι­τε­κτο­νι­κὴ κλη­ρο­νο­μι­ὰ καὶ τὶς το­πι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες, ἀ­πρό­σω­πες ὑ­πη­ρε­σί­ες καὶ προ­σφο­ρὰ ἀ­γα­θῶν, ξε­κομ­μέ­να ἀ­πὸ τὴν το­πι­κὴ πα­ρά­δο­ση στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις. Ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τὴ εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­ λε­σμα τὸ μὴ σα­φῆ προ­σα­να­το­λι­σμὸ τῶν ἀ­γρο­του­ρι­στι­κῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων καὶ τὸ φαι­νό­με­νο κά­θε ἐ­πι­χεί­ρη­ση νὰ ὁ­ρί­ζει δι­ κές της προ­δι­α­γρα­φὲς καὶ πρό­τυ­πα μὲ βά­ση τὴ βού­λη­ση τοῦ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­α, τὶς γνώ­σεις καὶ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του πά­νω στὸ ἀν­τι­κεί­με­νο, τὸν προ­σω­πι­κό του χα­ρα­ κτήρα, τὴν οἰ­κο­νο­μι­κή του κα­τά­στα­ση. Ἔτ­σι δη­μι­ουρ­γή­θη­καν ἀ­γρο­του­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κα­τά­φε­ραν νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν τὶς το­πι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­ τη­τες, νὰ στη­ρί­ξουν καὶ νὰ στη­ρι­χθοῦν στὴν πο­λι­τι­σμι­κὴ κλη­ρο­νο­μι­ὰ τοῦ τό­ που, νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν τὰ το­πι­κὰ προ­ϊ­ όν­τα καὶ κα­τὰ συ­νέ­πει­α δὲν μπό­ρε­σαν ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ: ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΠΟΥ ΨΑΧΝΟΥΜΕ Ἄνθιμου Σ. Τορτοκᾶ Μέλος Διοικούσας ἐπιτροπῆς Ἑταιρείας Οἰκοτουρισμοῦ Βιτσίου καὶ μέλος ΑΓΡΟΞΕΝΙΑ
  • 98. 97 νὰ δι­α­μορ­φώ­σουν ἕ­να ἑλ­κυ­στι­κὸ προ­ϊ­ὸν γι­ὰ τοὺς κα­τοί­κους τῶν με­γά­λων ἀ­στι­ κῶν κέν­τρων. Εἴ­κο­σι χρό­νι­α με­τὰ καὶ πα­ρὰ τὴν ἀ­που­σί­α θε­σμι­κοῦ πλαι­σί­ου, ἡ κα­τά­στα­ ση εἶ­ναι πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κή. Μὲ τὴν ἐ­φαρ­ μο­γὴ τῶν προ­γραμ­μά­των LEADER+ (2000-2006), τῶν Ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νων Προ­γραμ­μά­των Ἀ­νά­πτυ­ξης Ἀ­γρο­τι­κοῦ Χώ­ρου (Ο.Π.Α.Α.Χ), οἱ φο­ρεῖς δι­α­χεί­ρι­ σης ἔ­δω­σαν ἰ­δι­αί­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα σὲ πα­ ρά­γον­τες, ὅ­πως τὴν ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση το­πι­ κῶν ἰ­δι­αι­τε­ρο­τή­των, τὴν ποι­ό­τη­τα καὶ τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα τῶν πα­ρε­χό­με­νων ὑ­πη­ρε­σι­ῶν καὶ ἀ­γα­θῶν καὶ τὴ δι­κτύ­ω­ ση τῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ δη­μι­ουρ­γη­θοῦν ἀ­γρο­του­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις οἱ ὁ­ποῖ­ ες προ­σφέ­ρουν ἀ­γρο­του­ρι­στι­κὸ προ­ϊ­όν, συμ­βα­τὸ μὲ πε­ρι­βαλ­λον­τι­κές, πο­λι­τι­σμι­ κές, κοι­νω­νι­κὲς καὶ κοι­νο­τι­κὲς ἀ­ξί­ες τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ χώ­ρου κα­θὼς καὶ μὲ τὴν ἀ­να­ ζή­τη­ση τῆς ζω­ῆς στὴν ὕ­παι­θρο καὶ τῆς αὐ­θεν­τι­κό­τη­τάς της. ΓΙΑΤΙ ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ; Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο συ­νέ­δρι­ο τοῦ πι­ὸ ἀ­ξι­ ό­πι­στου φο­ρέ­α τοῦ του­ρι­σμοῦ, τοῦ Συν­ δέ­σμου Του­ρι­στι­κῶν Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων (ΣΕΤΕ), ὁ Βαγ­γέ­λης Κυ­ρι­α­κοῦ, Δι­ευ­ θυν­τὴς τῆς Του­ρι­στι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Κα­ ταρ­ρα­κτῶν Ἔ­δεσ­σας, πα­ρου­σί­α­σε με­λέ­ τη ὅ­που συμ­πε­ραί­νει τὰ ἑ­ξῆς συγ­κλο­νι­ στι­κά: Κά­θε ἕ­να εὑρὼ ποὺ δα­πα­νᾶ ὁ ἐ­πι­σκέ­ πτης στὴ δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση στὴν πε­ρι­φέ­ ρει­α σὲ μι­κρὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις, ἡ το­πι­κὴ κοι­νω­νί­α ὠ­φε­λεῖ­ται κα­τὰ 2.3 εὐ­ρώ. Κά­θε ἕ­να εὐρὼ ποὺ δα­πα­νᾶ ὁ ἐ­πι­σκέ­ πτης στὴ δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση σὲ με­γά­λες ἐ­πι­ χει­ρή­σεις μα­ζι­κοῦ του­ρι­σμοῦ, ἡ το­πι­κὴ κοι­νω­νί­α ὠ­φε­λεῖ­ται κα­τὰ 0.8 εὐ­ρώ. Εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νεὶς ἕ­ναν κύ­κλο ἀ­γο­ρῶν σὲ το­πι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἑ­στί­α­ση, τὴν πα­ρο­χὴ ὑ­πη­ρε­σί­ας, τὴν κί­νη­ση, τὴν οἰ­κο­δο­μὴ κ.ἄ. Οἱ μι­κρὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τρο­φο­δο­ τοῦν­ται το­πι­κὰ καὶ δὲν ἀ­γο­ρά­ζουν κρέ­ α­τα π.χ. μα­ζι­κὰ ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τι­νή. Ὁ ὅ­ρος ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ἔ­γι­νε γνω­στὸς τό­σο μέ­σῳ τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν προ­γραμ­μά­των,ὅ­σοκαὶὅ­λωντῶνἐκ­προ­ σώ­πων ἐ­πί­ση­μων φο­ρέ­ων μέ­χρι σή­με­ρα (γε­νι­κοὶ γραμ­μα­τεῖς πε­ρι­φε­ρει­ῶν, βου­ λευ­τές, ὑ­πουρ­γοί, ἐκ­πρό­σω­ποι ἀ­να­πτυ­ ξι­α­κῶν φο­ρέ­ων κ.ἄ.) μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ἔ­χει κα­θι­ε­ρω­θεῖ στὶς συ­νει­δή­σεις ὅ­λων. Ἡ ἀν­τι­κα­τά­στα­σή του μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο ὅ­ρο (π.χ. του­ρι­σμὸς ὑ­παί­θρου), μό­ νο σύγ­χυ­ση μπο­ρεῖ νὰ προ­κα­λέ­σει. Πο­ λὺ δὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἂν δι­α­σπά­σου­με τὸν χῶ­ρο σὲ ἀ­γρό­τες καὶ μὴ ἀ­γρό­τες. ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ: Μί­α ἤ­πι­α μορ­φὴ βι­ώ­σι­μης του­ρι­στι­ κῆς ἀ­νά­πτυ­ξης καὶ πο­λυ­δρα­στη­ρι­ό­τη­ τας στὸν ἀ­γρο­τι­κὸ χῶ­ρο, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ὡς στό­χους: Νὰ συμ­βάλ­λει ὥ­στε ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης νὰ γνω­ρί­σει τὶς ἀ­γρο­τι­κὲς πε­ρι­ο­χές, τὶς ἀ­γρο­τι­κὲς ἀ­σχο­λί­ες, τὰ το­πι­κὰ προ­ϊ­όν­τα, τὴν πα­ρα­δο­σι­α­κὴ κου­ζί­να καὶ τὴν κα­θη­ με­ρι­νὴ ζω­ὴ τῶν κα­τοί­κων, τὰ πο­λι­τι­σμι­
  • 99. 98 κὰ στοι­χεῖ­α καὶ τὰ αὐ­θεν­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ ρι­στι­κὰ τῶν το­πι­κῶν κοι­νω­νι­ῶν. Νὰ φέ­ρει τὸν ἐ­πι­σκέ­πτη σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὴ φύ­ση κα­θὼς καὶ μὲ τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­ τες στὴν ὕ­παι­ θρο, στὶς ὁ­ποῖ­ ες θὰ μπο­ρεῖ νὰ συμ­με­τέ­χει, νὰ ψυ­χα­γω­γη­θεῖ καὶ νὰ νι­ώ­σει τὴ χα­ρὰ τῆς πε­ ρι­ή­γη­σης, τῆς γνώ­σης καὶ τῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης. Νὰ κι­νη­το­ ποι­ή­σει τὶς πα­ ρα­γω­γι­κές, πο­λι­τι­σμι­κὲς καὶ ἀ­να­πτυ­ξι­α­ κὲς δυ­νά­μεις τοῦ τό­που, συμ­βάλ­λον­τας ἔτ­σι στὴν ἀ­ει­φό­ρο, πε­ρι­βαλ­λον­τι­κή, οἰ­ κο­νο­μι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ χώ­ρου. ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΠΡΟΟΟΡΙΣ- ΜΟΣ ΕΙΝΑΙ: Μί­α ἀ­γρο­τι­κὴ πε­ρι­ο­χὴ ποὺ συγ­κεν­ τρώ­νει τὰ ἀ­κό­λου­θα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: Συ­νι­στᾶ μί­α δι­α­κρι­τὴ γε­ω­γρα­φι­κὴ ἢ καὶ δι­οι­κη­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τα, ἀ­πὸ μορ­φο­λο­ γι­κὴ καὶ ἱ­στο­ρι­κὴ ἄ­πο­ψη, ποὺ δὲν πε­ρι­ λαμ­βά­νει οἰ­κι­σμοὺς ἄ­νω τῶν 5.000 κα­ τοί­κων (τὸ κρι­τή­ρι­ο αὐ­τὸ ὑ­πο­λο­γί­ζε­ται ἀ­νὰ οἰ­κι­σμὸ καὶ ὄ­χι στὸ σύ­νο­λο τῆς πε­ρι­ ο­χῆς). Οἱ κά­τοι­κοι ἀ­πα­σχο­λοῦν­ται κυ­ρί­ ως μὲ δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τοῦ πρω­το­γε­νοῦς το­μέ­α (γε­ωρ­γί­α, κτη­νο­τρο­φί­α, ἁ­λι­εί­α). Δὲν ἔ­χει ἀ­να­πτυ­χθεῖ μέ­σα στὴν πε­ρι­ ο­χὴ αὐ­τὴ του­ρι­στι­κὴ προ­σφο­ρὰ μα­ζι­κοῦ (δηλ. ὀρ­γα­νω­μέ­νου πα­ρα­θε­ρι­στι­κοῦ) του­ρι­σμοῦ ἢ προ­σφο­ρὰ ποὺ ἀ­πευ­θύ­νε­ ται σὲ ζή­τη­ση ἄλ­λων μὴ ἤ­πι­ων μορ­φῶν του­ρι­σμοῦ σύμφωνα μὲ τὰ ὁριζόμενα ἀπὸ τὶς ἁρμόδιες ἐθνικὲς ἀρχές. ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΪΟΝΕΙΝΑΙ: Συν­δυ­α­σμὸς ὑ­πη­ρε­σι­ῶν, προ­ϊ­όν­των καὶ δρα­στη­ρι­ο­τή­των ποὺ συν­δέ­ε­ται ἄ­με­ σα ἢ ἔμ­με­σα μὲ τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­γρο­τι­κά, κοι­νω­νι­κά, πο­λι­τι­σμι­κὰ καὶ πε­ρι­βαλ­λον­ το­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ ἀ­γρο­του­ ρι­στι­κοῦ προ­ο­ρι­σμοῦ καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τές του. ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΙΝΑΙ: Ἐ­πι­χεί­ρη­ση μὲ πα­ρο­χὲς ὑ­πη­ρε­σι­ῶν ἀ­γρο­του­ρι­σμοῦ ποὺ δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­τε σὲ πε­ρι­ο­χὲς ἀ­γρο­του­ρι­στι­κοῦ προ­ο­ρι­σμοῦ, οἱ ἐγ­κα­τα­στά­σεις καὶ ἡ λει­τουρ­γί­α τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­ναρ­μο­νί­ζον­ται μὲ τὸ φυ­σι­κὸ καὶ ἀν­θρω­πο­γε­νὲς πε­ρι­βάλ­λον τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ πα­ρέ­χει μί­α τουλά­χι­στον ἀ­πὸ τὶς πα­ ρα­κά­τω ὑ­πη­ρε­σί­ες: Δι­α­μο­νὴ. Ἑ­στί­α­ση. Πε­ρι­ή­γη­ση στὴ φύ­ση. Εὐ­αι­σθη­το­ποί­η­ση, πε­ρι­βαλ­λον­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­ορ­γά­νω­ση τῆς γνω­ρι­μί­ας μὲ τὰ πο­ λι­τι­σμι­κὰ στοι­χεῖ­α μί­ας πε­ρι­ο­χῆς, ἐ­πί­ σκε­ψη στὰ ἱ­στο­ρι­κὰ καὶ λοι­πὰ ἀ­ξι­ο­θέ­α­ τα, συμ­με­το­χὴ σὲ ὑ­παί­θρι­ες δρα­στη­ρι­ό­ τη­τες ἀ­να­ψυ­χῆς. Δι­ορ­γά­νω­ση ὑ­παί­θρι­ων δρα­στη­ρι­ο­ τή­των ἀ­να­ψυ­χῆς. Γνω­ρι­μί­α μὲ πα­ρα­δο­σι­α­κὰ ἐ­παγ­γέλ­ μα­τα, ἀ­γρο­τι­κὲς με­θό­δους πα­ρα­γω­γῆς καὶ καλ­λι­έρ­γει­ας κα­θὼς καὶ πα­ρα­γω­γι­ κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες ποὺ ἔ­χουν ἐ­κλεί­ψει. Γνω­ρι­μί­α μὲ τὶς ἀ­σχο­λί­ες καὶ τὶς συ­ νή­θει­ες τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς τῶν κα­ τοί­κων μί­ας πε­ρι­ο­χῆς.
  • 100. 99 Πώ­λη­ση κυ­ρί­ως το­πι­κῶν ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των. Οἱ ἀ­γρο­του­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις κα­τα­τάσ­σον­ται, προ­κει­μέ­νου γι­ὰ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τῆς πα­ρού­σας προ­δι­α­γρα­φῆς στὶς ἀ­κό­λου­θες λει­τουρ­γι­κὲς μορ­φές: -Ἀ­γρο­του­ρι­στι­κὰ κα­τα­λύ­μμα­τα. -Πρα­τή­ρι­α / Ἐκ­θε­τή­ρι­α ἀ­γρο­του­ρι­ στι­κῶν προ­ϊ­όν­των. - Ἀ­γρο­του­ρι­στι­κὰ κέν­τρα ἑ­στί­α­σης καὶ ἀ­να­ψυ­χῆς. -Του­ρι­στι­κὰ γρα­φεῖ­α - δι­ορ­γα­νω­τὲς ἢ ἐ­πι­χει­ρή­σεις ποὺ πα­ρέ­χουν προ­γράμ­ μα­τα ὑ­παί­θρι­ων δρα­στη­ρι­ο­τή­των καὶ πε­ρι­η­γή­σε­ων οἰ­κο­του­ρι­στι­κοῦ καὶ πο­ λι­τι­στι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος. -Ἀ­γρο­κτή­μα­τα. -Ἐ­πι­χει­ρή­σεις πα­ρα­γω­γῆς προ­ϊ­όν­ των καὶ πα­ρο­χῆς ὑ­πη­ρε­σι­ῶν ἀ­νά­δει­ξης τῆς το­πι­κῆς, πο­λι­τι­στι­κῆς κλη­ρο­νο­μι­ᾶς. ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ Οἱ κα­τὰ τό­πους Δη­μο­τι­κὲς Ἀρ­χὲς χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦν κα­λύ­τε­ρα τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα νὰ φρον­τί­ζουν τὰ αὐ­ το­νό­η­τα, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ κα­θα­ρι­ό­τη­τα, ἡ σή­μαν­ση, οἱ λακ­κοῦ­βες τῶν δρό­μων. Γνω­ρι­μί­α μὲ τὸν τό­πο μας Ἡ κα­λύ­τε­ρη δι­α­φή­μι­ση εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ γί­νε­ται στό­μα μὲ στό­μα. Ὁ­πωσ­δή­ πο­τε οἱ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νοι ἐ­πι­σκέ­πτες εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δι­α­φη­μί­ζουν μί­α πε­ρι­ο­χή, ἀλ­ λὰ με­γά­λο ρό­λο παί­ζει οἱ κά­τοι­κοί της καὶ οἱ ἀ­πό­δη­μοι νὰ τὴν γνω­ρί­ζουν, νὰ πλη­ρο­φο­ροῦν καὶ νὰ τὴν παινεύ­ουν. Δι­ α­πι­στώ­νε­ται ὅ­τι τὰ πα­ρα­πά­νω δὲν εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­τα στὴν πε­ρι­ο­χή μας καὶ τώ­ρα ποὺ οἱ με­τα­κι­νή­σεις δυ­σκο­λεύ­ουν λό­ γῳ ἀ­κρι­βῶν καυ­σί­μων, εἶ­ναι εὐ­και­ρί­α νὰ γνω­ρί­σου­με κα­λύ­τε­ρα τὸν τό­πο μας, ἐ­φαρ­μό­ζον­τας εἰ­δι­κὲς ἐκ­πτώ­σεις γι­ὰ τοὺς συν­το­πί­τες μας. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΥΠΟΔΟΧΗ Ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ξε­νώ­νων στὴν πε­ρι­ο­χὴ εἶ­ναι σὲ πο­λὺ κα­λὸ ἐ­πί­πε­δο, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει μί­α πο­λὺ με­γά­λη ἀ­νάγ­κη σὲ ἐ­πι­χει­ρή­σεις ποὺ νὰ φρον­τί­ζουν τὴν ἔ­λευ­ση, τὴν ὀρ­γά­νω­ση καὶ τὴν ξε­νά­γη­ ση τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν π.χ. τα­ξι­δι­ω­τι­κὰ γρα­ φεῖ­α, οἰ­κο­ξε­να­γοί, δρα­στη­ρι­ό­τη­τες κ.ἄ. Clusters Ἡ συ­νερ­γα­σί­α με­τα­ξὺ τῶν ἐ­παγ­γελ­ μα­τι­ῶν τοῦ του­ρι­σμοῦ καὶ ἡ ὁ­μα­δι­κὴ δι­α­φή­μι­ση, στὶς μέ­ρες μας θε­ω­ροῦν­ται ἀ­πα­ραί­τη­τες, ἀ­φοῦ γι­ὰ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτη ἀ­πο­τε­λοῦ­με ἕ­να συ­νο­λι­κὸ πα­κέ­το. Οἱ κα­ τὰ τό­πους ὁ­μά­δες ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων ποὺ μπο­ ροῦν νὰ συγ­χρω­τί­ζον­ται π.χ. ἡ Ἑ­ται­ρεί­α Οἰ­κο­του­ρι­σμοῦ Βιτ­σί­ου (www. eobitsiou. gr), ἡ Ἑ­ται­ρεί­α Λι­μναί­ου Του­ρι­σμοῦ Βε­ γο­ρί­τι­δας Πε­τρῶν (www.limnes.gr), μπο­ ροῦν νὰ πραγ­μα­το­ποι­οῦν κοι­νὲς δρά­σεις προ­ώ­θη­σης καὶ ἐκ­παί­δευ­σης προ­σω­πι­ κοῦ καὶ δι­οί­κη­σης ἐν­ταγ­μέ­νες κά­τω ἀ­πὸ μί­α πε­ρι­φε­ρει­α­κὴ ὀμ­πρέλ­λα π.χ. τὰ Σύμ­ φω­να ποι­ό­τη­τας. _
  • 101. 100 C odex Alimentarius ἤ Πα­ρα­δο­σια­κή Δι­α­τρο­φή Εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξο γιὰ τὸ κα­τα­να­ λω­τι­κὸ κί­νη­μα τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι γιὰ κά­ποι­ ους δι­λήμ­μα­τα τοῦ τύ­που «Codex Ali- mentarius ἢ Πα­ρα­δο­σια­κὴ Δι­α­τρο­φή», ἔ­χουν ξε­κά­θα­ρες ἀ­παν­τή­σεις. Ἀ­νά­με­σά τους ὁ Ὀρ­γα­νι­σμὸς Πε­ρι­ βάλ­λον­τος Ἠ­λέ­σιον, ποὺ ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­ σή του ἀ­σχο­λεῖ­ ται μὲ τὴ δι­ά­σω­ ση, δι­α­τή­ρη­ση καὶ δι­ά­δο­ση τῆς βι­ο­ποι­κι­λό­τη­ τας καὶ τῆς δι­ α­τρο­φι­κῆς μας κλη­ρο­νο­μιᾶς! Αὐ­τὸ τὸ σύ­ νο­λο δρά­σε­ων κα­θι­στᾶ τὴν Κοι­νό­τη­τα Ἠ­λέ­σιον... «δό­ ρυ», καὶ μα­ζὶ μὲ τὴν ΒΙΟΖΩ -ἡ ὁ­ποί­α λει­τουρ­γεῖ ὡς «ἀ­σπί­δα»- κα­λού­μα­στε νὰ δί­νου­με ἀ­πὸ κοι­νοῦ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες μά­ χες. Μό­νι­μα στὸ πε­δί­ο ἀ­να­μέ­τρη­σης μὲ τὰ ἰ­σχυ­ρὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ συμ­φέ­ρον­τα ποὺ ἀ­ναί­σχυν­τα καὶ θρα­σύ­δει­λα δη­λη­τη­ριά­ ζουν τὰ πιά­τα μας μὲ τὴν ἀ­ρω­γὴ τοῦ βα­ ρέ­ως πυ­ρο­βο­λι­κοῦ... τὴν κερ­δο­σκο­πι­κὴ βι­ο­τε­χνο­λο­γί­α. Ἂν οἱ ἐ­χθροί μας θέ­λουν νὰ τοὺς πα­ ρα­δώ­σου­με ἀ­μα­χη­τὶ τὸν πο­λι­τι­σμό, τὶς μνῆ­μες, τὰ ὅ­σια καὶ τὶς πα­ρα­δό­σεις μας... σὰν ἄλ­λοι Λε­ω­νί­δες στὶς Θερ­μο­πύ­λες θὰ ἀ­να­φω­νή­σου­με «Μο­λὼν Λα­βέ!». Δι­ά­σω­ση, δι­α­τή­ρη­ση καὶ δι­ά­δο­ση τῆς βι­ο­ποι­κι­λό­τη­τας καὶ τῆς δι­α­τρο­φι­κῆς μας κλη­ρο­νο­μιᾶς! Ἡ Κοι­νό­τη­τα τοῦ Ἠ­λέ­σιον μπρο­ στὰ στὸ δί­λημ­μα: Κρα­σὶ φιλ­τρα­ρι­σμέ­ νο, νε­ρω­μέ­νο μὲ χρή­ση θει­ω­δῶν συν­τη­ ρη­τι­κῶν, χρω­στι­κῶν καὶ ἄλ­λων χη­μι­ κῶν πρό­σθε­των, ἢ Οἶ­νος ὑ­ψη­λό­βαθ­μος ἄ­κρα­τος, συμ­πυ­κνω­μέ­νος μὲ ἀ­φαί­ρε­ση τοῦ νε­ροῦ τοῦ στα­φυ­λιοῦ μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὰ πρό­τυ­ πα. Χω­ρὶς θει­ώ­δη συν­τη­ρη­τι­κά, φάρ­μα­ κα καὶ ἄλ­λα χη­μι­κὰ πρό­σθε­τα καὶ χω­ρὶς φιλ­τρά­ρι­σμα! Ἐ­πέ­λε­ξε πρὶν ἀπὸ τρί­α χρό­νια τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ πα­ρα­γω­γὴ οἴ­νου, ἐ­νάν­τια στὸν παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νο δι­α­τρο­φι­κὸ κώ­δι­κα (Codex Alimentarius), στη­ρι­ζό­ με­νη στὶς ρή­σεις τῶν προ­γό­νων μας καί πέ­τυ­χε! Ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ Οἶ­νο χω­ρὶς θει­ώ­δη συν­τη­ρη­τι­κά! Ὁ Ἄ­κρα­τος Οἶνος τοῦ ΗΛΕΣΙΟΝ ἄν­ τε­ξε τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ τὰ προ­βλή­μα­ τα τῆς συν­τή­ρη­σής του. Εἶ­ναι φυ­σι­κὸς καὶ βι­ο­λο­γι­κός, μέ­ρος τῆς με­σο­γεια­κῆς δι­α­τρο­φῆς καὶ τοῦ γαλ­λι­κοῦ πα­ρά­δο­ξου. Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΗΛΕΣΙΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΚΩΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ!
  • 102. 101 Δὲν πε­ρι­έ­χει θει­ώ­δη συν­τη­ρη­τι­κὰ εἴ­τε το­ξι­κὰ χη­μι­κὰ καὶ χρώ­μα­τα. Δὲν φιλ­ τρα­ρί­στη­κε! Ἡ Κοι­νό­τη­τα τοῦ Ἠ­λέ­σιον με­θυ­σμέ­ νη... ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α τῆς ἐ­πι­λο­γῆς, προ­ χώ­ρη­σε φέ­τος σέ δεύ­τε­ρη οἰνο­ποί­η­ση μὲ κόκ­κι­νο, ρο­ζὲ καὶ λευ­κὸ στα­φύ­λι. Χρη­ σι­μο­ποι­ή­θη­καν οἱ το­πι­κὲς ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­ νι­κὲς ποι­κι­λί­ες Ἁ­γι­ωρ­γί­τι­κο, Ρο­δί­της καὶ Σαβ­βα­τια­ νό. Οἱ πα­ρα­δο­ σια­κοὶ ἀμ­πε­λῶ­ νες, ποὺ ὑ­πο­δέ­ χτη­καν τὰ μέ­λη τοῦ Ἠ­λέ­σιον, τοὺς ἔ­δω­σαν τὰ πλού­σια δῶ­ρα τους. Ἡ Κοι­νό­ τη­τα τοῦ Ἠ­λέ­ σιον δὲν χρη­σι­ μο­ποι­εῖ στα­φύ­ λια ἀ­πὸ ἄρ­ρω­ στη, μο­λυ­σμέ­ νη γῆ καὶ ἀ­πὸ στρε­σα­ρι­σμέ­να κλί­μα­τα. Δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ οἶ­νο ἀ­πὸ μί­α βι­α­σμέ­νη φύ­ση. Τὰ ἀμ­πέ­λια, ποὺ τρυ­γή­θη­καν, ζοῦν λεύ­τε­ρα χω­ρὶς φυ­το­φάρ­μα­κα καὶ χη­μι­ κὰ λι­πά­σμα­τα. Ἔ­χουν βα­θει­ὲς ρί­ζες γιὰ νὰ μπο­ροῦν γεύ­ον­ται ὅ­λα τὰ συ­στα­τι­ κά τῆς μά­νας γῆς. Τὰ συν­τρο­φεύ­ουν κυ­ κλά­μι­να καὶ κέ­δροι, που­λιὰ τα­ξι­δευ­τές, ποὺ κο­πί­α­σαν στοὺς καρ­ποὺς γιὰ νὰ πά­ ρουν δυ­νά­μεις, καὶ μυ­ρω­δά­τοι ἀ­γέ­ρη­δες ποὺ τὰ συ­νή­θι­σαν στὰ χά­δια. Ἄ­γρυ­πνοι φρου­ροὶ τους ὁ Πά­νας, οἱ Βάκ­χες καὶ ὁ θε­ὸς Δι­ό­νυ­σος μὲ τὸ γε­λα­στὸ βλέμ­μα του. Ἔ­τσι, χι­λιά­δες χρό­νια με­τὰ τὶς μυ­ στα­γω­γι­κὲς συ­ναν­τή­σεις τῶν ἀρ­χαί­ων φι­λο­σό­φων καὶ τῶν ἐ­πι­φα­νῶν ἀν­δρῶν, ἔ­χου­με τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­ με τὸ δῶ­ρο τῆς ἀμ­πέ­λου, στὴν ἴ­δια μορ­φὴ καὶ μὲ ἀ­νέγ­γι­χτη τὴν ἁ­γνό­τη­τα τῆς φύ­σης. Δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ πά­ρε­τε μέ­ρος στὴν ἱ­ε­ ρο­τε­λε­στί­α... Ἠλέ­σιον Π ρ ο ­ϊ ­ό ν ­τ α ἐ­νάν­τια στὸν π α γ ­κ ο ­σ μ ι ­ο ­ ποι­η­μέ­νο δι­α­ τρο­φι­κὸ κώ­ δι­κα (Codex Alimentarius). Γιὰ τὴ δι­ά­σω­ση τῆς δι­α­τρο­φι­κή μας κλη­ρο­νο­μιᾶς! _   Πηγή: www.helession.gr Δι­ά­σω­ση, δι­α­τή­ρη­ση καὶ δι­ά­δο­ση τῆς βι­ο­ποι­κι­λό­τη­τας καὶ τῆς δι­α­τρο­φι­κῆς μας κλη­ρο­νο­μιᾶς! Ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ Οἶ­νο χω­ρὶς θει­ώ­δη συν­τη­ρη­τι­κά! Προ­ϊ­όν­τα ἐ­νάν­τια στὸν παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νο δι­α­τρο­φι­κὸ κώ­δι­κα (Codex Alimentarius). Tὸ Ἠλέσιον στὴν Γιορτὴ Κρασιοῦ στὴν Ἀσωπία (ἀρχαῖο Εἰλέσιον) 2011
  • 103. 102 ΦΥΤΙΚΗ -ΥΓΙΕΙΝΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ Τ ὰ βότανα ὑπάρχουν ἀπὸ πάντα στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἐνῷ οἱ εὐεργε­ τικές τους ἰδιότητες ἄρχισαν νὰ ἀνα­ γνωρίζονται ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἔγιναν βασικὰ καὶ ἀπαραί­ τητα γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση ἑνὸς προβλή­ ματος ὑγείας. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ὅμως, καὶ τὴν ἐξέλιξη τῆς Ἰατρικῆς τὰ φάρμακα ἀντικατέστησαν τὰ βότανα καὶ τὰ διάφορα γιατροσόφια ποὺ ταξίδευαν γιὰ αἰῶνες ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Αὐ­τό, πά­ραυ­τα, δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἔ­χα­ σαν τὴν ἀ­ξί­α τους, ἀ­φοῦ στὶς μέ­ρες μας ἀ­πο­τε­λοῦν τὸν πυ­λώ­να τῆς ἐ­ναλ­λα­κτι­ κῆς ἰ­α­τρι­κῆς, ἐ­νῷ ὁ­λο­έ­να καὶ αὐ­ξά­νον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἔ­χουν το­πο­θε­τή­σει γι­ὰ τὰ κα­λὰ τὴ βο­τα­νο­λο­γί­α στὴν κα­θη­με­ ρι­νό­τη­τά τους. Ἔτ­σι, σᾶς πα­ρα­θέ­του­με με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ πι­ὸ γνω­στὰ βό­τα­να ποὺ ὅ­λοι ἔ­χου­με στὸ ντου­λα­πά­κι τῆς κου­ζί­ νας μας καὶ ποὺ λί­γοι γνω­ρί­ζουν τὶς εὐ­ ερ­γε­τι­κές τους ἰ­δι­ό­τη­τες. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΟΤΑΝΑ: ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ Ἰ­ω­άν­νη Χατ­ζη­νι­κο­λά­ου Βο­τα­νο­πω­λεῖ­ο ‘‘Ο ΝΙΚΟΣ’’
  • 104. 103 1. Βα­σι­λι­κός Προ­λαμ­βά­νει τὶς ἄφ­τρες, ἀν­τι­με­τω­ πί­ζει δρα­στι­κά τούς πο­νο­κε­φά­λους, βο­ η­θᾶ στὴν πέ­ψη καὶ κα­τα­πρα­ΰ­νει νεῦ­ρα καὶ σπα­σμούς 2. Δάφ­νη Κα­τα­πο­λε­μᾶ­με τὰ φου­σκώ­μα­τα καὶ ἀ­νοί­γει ἡ ὄ­ρε­ξή μας. Ἀ­κό­μη, ἡ δάφ­νη ἔ­χει καὶ ἀν­τι­ση­πτι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες καὶ εἶ­ ναι πο­λύ­τι­μη γι­ὰ τὸ συ­νά­χι καὶ τὴ βρογ­ χί­τι­δα, ἐ­νῷ τὸ δαφ­νέ­λαι­ο εἶ­ναι κα­τάλ­λη­ λο γι­ὰ τοὺς ρευ­μα­τι­σμοὺς. 3. Ρί­γα­νη Ἡρί­γα­νηὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζουν οἱ «φύ­λα­κες» τῆς βο­ τα­νο­λο­γί­ας συμ­ βά­λλει στὴν πέ­ψη καὶ βο­η­θᾶ ὅ­σους πά­σχουν ἀ­πὸ δυ­ σκοι­λι­ό­τη­τα. Εἶ­ ναι, ἐ­πί­σης, κα­ λὸ δυ­να­μω­τι­κὸ καὶ «ἐ­χθρὸς» στὶς χρό­νι­ες βρογ­χί­τι­ δες. 4. Θυ­μά­ρι Το­νω­τι­κὸ καὶ ἀν­τι­ση­πτι­ κὸ βό­τα­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο σύμ­φω­ να μὲ τὴ βο­ τα­νο­λο­γί­α ρί­ χνει τὸν πυ­ρε­ τό, προ­λαμ­βά­ νει τὸ κρύ­ω­μα, κα­τα­πο­λε­μᾶ τὴ γρίπ­πη, τὶς δερ­μα­τι­κὲς λοι­μώ­ξεις καὶ τὶς ἐν­τε­ρι­κὲς δι­α­τα­ρα­χές. Ἐ­πί­σης, ὅ­πως καὶ ἡ δάφ­νη, δι­ευ­κο­λύ­νει τὴν πέ­ψη, ἐ­νῷ ἡ χρή­ση του δὲν συ­νι­ στᾶ­ται ἀ­πὸ ὑ­περ­τα­σι­κούς, κα­θὼς ἀ­νε­βά­ ζει τὴν ἀρ­τη­ρι­α­κὴ πί­ε­ση. 5. Χα­μο­μή­λι Κα­τα­πο­λε­μᾶ τοὺς πο­νο­κε­φά­ λους, τὶς νευ­ ρώ­σεις καὶ τὸ συ­νά­χι, ἐ­νῷ ἕ­να φλυτ­ζα­νά­κι χα­ μο­μη­λι­οῦ πρὶν ἀ­πὸ τὸ γεῦ­μα σᾶς κά­νει νὰ φᾶ­τε μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὄ­ρε­ ξη. Βοηθᾶ ἐ­πι­πρό­σθε­τα στὸν κα­θα­ρι­σμὸ τοῦ προ­σώπου καὶ τοῦ εὐ­αί­σθη­του δέρ­ μα­τος τῶν βρε­φῶν. 6. Φασκόμηλο Ἰ­δα­νι­κὸ γι­ὰ ὅ­σους ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ ἐ­φί­δρω­ση. Εἶ­ναι το­νω­τι­κό, κα­τα­πρα­ ϋν­τι­κὸ καὶ ὑ­πο­κα­τά­στα­το τῆς σό­δας.
  • 105. 104 Τὰ φύλ­λα του δι­α­θέ­τουν ἀν­τι­ση­πτι­κές, ἀ­πο­χρεμ­πτι­κὲς καὶ σπα­σμο­λυ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­ τη­τες καὶ εἶ­ναι «εἰ­δι­κὸ» στὴ θε­ρα­πευ­τι­ κὴ τοῦ στό­μα­τος σὲ πε­ρί­πτω­ση τραυ­μα­ τι­σμῶν, ἄφ­θων, φα­ρυγ­γί­τι­δας καὶ οὐ­λί­ τι­δας. 7.  Δυ­ό­σμος Ὁ δυ­ό­σμος εἶ­ναι ἕ­να βό­τα­νο ἰ­δι­αι­τέ­ ρως το­νω­τι­κό, χω­νευ­τι­κὸ καὶ κα­τα­πρα­ ϋν­τι­κὸ γι­ὰ τὸ στο­μά­χι. Ἐ­πί­σης, εἶ­ναι ἀν­ τι­σπα­σμω­δι­κό, δρᾶ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ λό­ξιγ­ κα, βο­η­θᾶ στὶς ἡ­μι­κρα­νί­ες καὶ στὸν πο­ νό­δον­το, ἀρ­κεῖ νὰ μα­σή­σου­με καὶ ὄ­χι νὰ βρά­σου­με τὰ φύλ­λα του. Ἐ­πί­σης, ὡς αἰ­ θέ­ρι­ο ἔ­λαι­ο δρᾶ ἀ­να­κου­φι­στι­κὰ μὲ ἐν­τρι­ βὴ τοὺς πό­νους τῶν ρευ­μα­τι­σμῶν, ἐ­νῷ μὲ με­ρι­κὲς στα­γό­νες σὲ χλι­α­ρὸ νε­ρὸ γί­ νε­ται ἡ τέ­λει­α συν­τα­γὴ γι­ὰ γαρ­γά­ρες σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­μυ­γδα­λί­τι­δας, οὐ­λί­τι­δας καὶ φλεγ­μο­νῶν τοῦ ρι­νο­φά­ρυγ­γα. 8. Μο­λό­χα Ἡ μο­λό­χα εἶ­ναι δι­ου­ρη­τι­κή, ἀ­να­κου­ φί­ζει καὶ θε­ρα­πεύ­ει τὸ βή­χα, τὸ ἕλ­κος τοῦ στο­μά­χου καὶ τοῦ δω­δε­κα­δα­κτύ­λου. 9. Δί­κτα­μο Χρη­σι­μο­ ποι­εῖ­ται σὰν ἀν­τι­σπα­σμω­ δι­κό, το­νω­τι­ κό, ἀν­τι­δι­α­βη­ τι­κὸ καὶ ἐ­που­ λω­τι­κὸ τῶν πλη­γῶν. 10. Τσάι τοῦ βου­νοῦ Τὸ τσάι τοῦ βου­νοῦ ἔ­χει πε­πτι­κές, θερ­μαν­τι­κές, το­νω­τι­κὲς καὶ ἀ­πο­το­ξι­νω­ τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες. Συ­νι­στᾶ­ται κα­τὰ τῶν κρυ­ο­λο­γη­μά­των, τῶν ἀ­σθε­νει­ῶν τοῦ ἀ­να­πνευ­στι­κοῦ συ­στή­μα­τος καὶ τοῦ οὐ­ ρο­ποι­η­τι­κοῦ συ­στή­μα­τος. Οἱ θε­ρα­πευ­τι­ κές του ἰ­δι­ό­τη­τες βο­η­θοῦν ἀ­κό­μη στὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῶν πα­θή­σε­ων τῶν τρι­ χο­ει­δῶν ἀγ­γεί­ων καὶ τῆς καρ­δι­ᾶς. 11. Τσου­κνί­δα Οἱ τσου­κνί­δες εἶ­ναι ὠ­φέ­λι­μες σὲ αὐ­ τοὺς ποὺ πά­σχουν ἀ­πὸ ὀ­ξεί­α καὶ χρό­νι­α
  • 106. 105 νε­φρί­τι­δα. Ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὠ­φέ­λι­μο εἶ­ναι τὸ ἀ­φέ­ψη­ μά της γαὶ ὅ­σους πά­σχουν ἀ­πὸ ἴ­κτε­ρο, πα­θή­σεις τῆς χο­λῆς, ἕλ­κος τοῦ στο­μά­ χου, βρογ­χι­κὲς πα­θή­σεις καὶ χρό­νι­ες δι­ άρ­ροι­ες. Ἡ δυ­σκοι­λι­ό­τη­τα ὑ­πο­χω­ρεῖ λί­ γες μέ­ρες μὲ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τῆς θε­ρα­πεί­ ας, ἐ­νῶ ἐ­ξί­σου ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ση­μει­ώ­νον­ται καὶ σὲ ἀ­σθε­νεῖς μὲ δι­α­βή­ τη καὶ ἀρ­θρί­τι­δα. 12. Ἀ­γρι­μό­νι­ο Τὸ ἀ­γρι­μό­νι­ο ἔ­χει σπου­δαῖ­ες θε­ρα­ πευ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες γι­ὰ τὶς φλεγ­μο­νὲς τοῦ λαι­μοῦ καὶ τοῦ στό­μα­τος. Οἱ γαρ­γά­ ρες μὲ αὐ­τὸ τὸ τσά­ι κα­θα­ρί­ζουν τὴ φω­ νή. Τὰ φύλ­λα του εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ γι­ὰ τὴν ἀ­ναι­μί­α καὶ τὶς πλη­γὲς καὶ χρη­σι­ μο­ποι­οῦν­ται μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α στοὺς ρευ­μα­ τι­σμούς, στὸ λουμ­πάγ­κο, στὰ πε­πτι­κὰ προ­βλή­μα­τα, στὴν κίρρω­ση τοῦ ἥπα­τος καὶ στὶς πα­θή­σεις τῆς σπλή­νας. 13. Με­λισ­σό­χορ­το Εἶ­ναι ἀ­πί­στευ­τα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ κα­ τὰ τοῦ στρές, ἀ­νε­βά­ζει τὴ δι­ά­θε­ση κι εἶ­ ναι ἤ­πι­ο ἀν­τι­κα­τα­θλι­πτι­κό. Κα­τα­πο­λε­ μᾶ ἐ­πί­σης τὴ νευ­ρι­κὴ δυ­σπε­ψί­α, τὸ ἄγ­ χος καὶ τὰ προ­βλή­μα­τα ὕ­πνου. Οἱ ἔ­ρευ­ νες δεί­χνουν ἐ­πί­σης ὅ­τι τὸ με­λισ­σό­χορ­το κά­νει κα­λὸ στὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς μνή­μης. 14. Τα­ρα­ξά­κο Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα κα­θαρ­τι­ κὰ τῆς φύ­σης, δι­ου­ρη­τι­κό, χω­νευ­τι­κό, χο­λα­γω­γὸ καὶ χο­λαι­ρε­τι­κό, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ σὰν το­νω­τι­κό τοῦ ἥ­πα­τος, τὸ βο­η­θᾶ νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει το­ξί­νες κά­θε προ­έ­λευ­σης, ἀ­να­κου­φί­ζει ἀ­κό­μα καὶ στὰ πρῶ­τα στά­ δι­α κή­ρω­σης. 15. Φλα­μού­ρι ἢ Τί­λι­ο Ἡ φλού­δα τῆς φλα­μου­ρι­ᾶς εἶ­ναι στυ­πτι­κὴ καὶ το­νω­τι­κή. Τὸ ἀ­φέ­ψη­μά της (ἄ­ο­σμο καὶ λί­γο πι­ κρὸ) χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται σὲ ρευ­μα­τι­σμοὺς κι ἀρ­θρι­τι­κὰ (δι­α­λύ­ει τὸ οὐ­ρι­κὸ ὀ­ξύ), ἀλ­λὰ καὶ σὲ ὑ­δρο­πι­κί­α, κυ­στί­τι­δα, δυ­ σκοι­λι­ό­τη­τα, δυ­σπε­ψί­α, δι­α­λείπον­τες πυ­ρε­τούς, στὴν ἀ­πό­φρα­ξη τοῦ σπλή­να καὶ τοῦ ἥ­πα­τος.
  • 107. 106 16. Κυ­νό­ρο­δο Τὸ κυ­νό­ρο­δο ἔ­χει ἄ­φθο­νη βι­τα­μί­νη C καὶ κα­τα­πο­λε­μᾶ τὴ δυσ­λει­τουρ­γί­α τοῦ οὐ­ρο­ποι­η­τι­κοῦ συ­στή­μα­τος. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς στυ­πτι­κὸ γι­ὰ τὴν δι­άρ­ροι­α. Δυ­να­μω­τι­κὸ σὲ πε­ρί­πτω­ ση ἐ­ξάν­τλη­σης καὶ ἔλ­λει­ψης βι­τα­μι­νῶν. Εἶ­ναι κα­λὸ γι­ὰ τὸ δέρ­μα καὶ βο­η­θᾶ στὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς δι­α­τα­ραγ­μέ­νης ὁρ­μο­ νι­κῆς ἰ­σορ­ρο­πί­ας. 17. Ἀ­γρι­ά­δα Θε­ω­ρεῖ­ται γε­νι­κὰ ἄ­ρι­στο δι­ου­ρη­τι­κό, ποὺ συ­στή­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴν παι­δι­κὴ θε­ρα­πευ­τι­κή, ἐ­νῷ εἶ­ναι ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ κα­τὰ τῆς ἔμ­φρα­ξης τῶν ἀ­δέ­νων καὶ κα­τὰ τοῦ ἐκ­ζέ­μα­τος. Εἶ­ναι φάρ­μα­κο γνω­στὸ σ᾿ ὅ­λο τὸν κό­σμο, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γι­ὰ μα­λα­ κτι­κό, δρο­σι­στι­κό, δι­ου­ρη­τι­κὸ καὶ ἀν­τι­ φλεγ­μο­νῶ­δες, ἰ­δι­αί­τε­ρα σὲ ὀ­ξεῖ­ες ἀρ­ρώ­ στι­ες καὶ δι­α­λεί­πον­τες πυ­ρε­τοὺς (θέρ­ μες), γα­στρεν­τε­ρι­κὲς φλεγ­μο­νές, φλεγ­ μο­νὲς τῶν οὐ­ρο­φό­ρων ὁ­δῶν τοῦ προ­στά­ τη, ἡ­πα­τι­κοὺς καὶ νε­φρι­κοὺς κο­λι­κούς, ἴ­κτε­ρους κ.τλ. 18. Ση­μύ­δα Το­νω­τι­κό, δι­ου­ρη­τι­κό. Προ­βλή­μα­τα οὐ­ρο­δό­χου κύ­στε­ως καὶ νε­φρῶν. Ρευ­μα­ τι­σμοί. 19. Βά­τος Ἁ­πα­λύ­νει τοὺς πό­νους τοῦ το­κε­τοῦ, δυ­σεν­τε­ρί­α, δι­άρ­ροι­α, ­ὑπέρ­τα­ση, αἱ­μορ­ ρο­ΐ­δες, ἄ­φθες, οὐ­λί­τι­δα. 20. Γκὶ ἢ Ἰξός
  • 108. 107 Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γι­ὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­ πι­ση πο­νο­κε­φά­λων, ἡ­μι­κρα­νι­ῶν καὶ δι­ ά­φο­ρων κρί­σε­ων (νευ­ρώ­σεις, ὑ­στε­ρί­ες), δύ­σπνοι­ας, θο­λώ­μα­τος τῶν μα­τι­ῶν βόμ­ βων, ἄ­σθμα­τος, ὡς χα­λα­ρω­τι­κὸ σὲ νευ­ρι­ κὴ τα­χυ­καρ­δί­α, κα­τὰ τῆς ὑ­πέρ­τα­ση­ς  καὶ τῆς ἀρ­τη­ρι­ο­σκλή­ρω­σης, γι­ὰ τὴν θε­ρα­πεί­α προ­βλη­μά­των τοῦ κυ­κλο­φο­ρι­κοῦ καὶ τοῦ ἀ­να­πνευ­στι­κοῦ συ­στή­μα­τος ὅ­πως καὶ γι­ὰ ὄγ­κους ἀ­κό­μη καὶ κα­κο­ή­θεις κα­θὼς φαί­ νε­ται ὅ­τι σκο­τώ­νει τὰ καρ­κι­νι­κὰ κύτ­τα­ρα καὶ ἐ­νι­σχύ­ει τὸ ἀ­νο­σο­ποι­η­τι­κὸ σύ­στη­μα. Βο­η­θᾶ ἐ­πί­σης σὲ νε­φρί­τι­δες ἀλ­λὰ καὶ σὲ κα­τα­στά­σεις ἐ­πι­λη­ψί­ας. Τὰ βότανα, ἑπομένως, ἔχουν πολλὲς ἰδιότητες καὶ πολλὲς χρήσεις. Γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, βάλτε τα στὸ φαγητὸ γιὰ νὰ γίνει πιὸ νόστιμο, βράστε τα γιὰ νὰ ἀντι- μετωπίσετε ἕναν πονόλαιμο, τρίψτε τα, καὶ ἐν γένει ἐξαντλεῖστε ὅλες τους τὶς χρήσεις. Αὐτὸ φυσικὰ δὲν σημαίνει ὅτι ξεχνᾶμε ἢ ἀναβάλλουμε τὴν ἐπίσκεψη στὸν γιατρό. _
  • 109. 108 Ἀ ρκετὰ ἐρευνητικὰ κέντρα καὶ πανεπιστήμια σ' ὅλο τὸν κόσμο ἀσχολήθηκαν μὲ τὸν τρόπο ζωῆς καὶ τὴ διατροφὴ τῶν Κρητῶν στὴν προ- σπάθειά τους νὰ ἀνακαλύψουν τοὺς λό- γους τῆς μακροζωίας καὶ τοῦ χαμηλοῦ ποσοστοῦ ἀσθενειῶν, ὅπως ὁ καρκίνος, οἱ καρδιόπαθειες κ.ἄ. Τὸ βασικὸ συμπέ- ρασμα ὅλων αὐτῶν τῶν ἐρευνῶν εἶναι ὅτι ἡ Παραδοσιακὴ Μεσογειακὴ Διατροφὴ ποὺ ἀντιπροσωπεύεται πλήρως ἀπὸ τὴν Κρητικὴ δίαιτα συμβάλλει οὐσιαστικὰ στὴ διατήρηση τῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώ- που. Ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς παραδοσιακῆς διατροφῆς τῶν Κρητῶν σὲ σχέση μὲ τοὺς κατοίκους τῶν ἄλλων μεσογειακῶν περι- οχῶν συνίσταται κυρίως στὴν ἀποκλει- στικὴ κατανάλωση ἐλαιόλαδου, τὴ μεγά- λη κατανάλωση φρούτων καὶ λαχανικῶν καθὼς καὶ στὴν πολὺ μικρὴ κατανάλωση κρέατος. Βέβαια πρέπει νὰ διευκρινισθεῖ ὅτι ἡ παραδοσιακὴ κρητικὴ δίαιτα ἀνα- φέρεται στὴ διατροφὴ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τοῦ νησιοῦ καὶ ἀφορᾶ στὴν περίοδο πρὶν ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ κα- ταναλωτισμοῦ στὴ ζωὴ τῶν σύγχρονων Κρητικῶν. Στὴ συνέχεια κάνουμε μιὰ συνοπτικὴ ἀναφορὰ στὰ κύρια γνωρίσματα τῆς παραδοσιακῆς αὐτῆς κρητικῆς δίαιτας, ὥστε νὰ ἀποτελέσει βάση σύγκρισης τῶν δικῶν μας διατροφικῶν συνηθειῶν καὶ νὰ γίνουν ἀντι- ληπτὲς κάποιες ἀπὸ τὶς βασικὲς αἰτίες τῶν προβλημάτων ὑγείας ποὺ ταλαιπωροῦν τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο. Ἡ καθημερινὴ διατροφὴ τῶν Κρητῶν ἦταν ἀπόλυτα ἐξαρτη- μένη α) ἀπὸ τὴν τοπικὴ παρα- γωγὴ καὶ β) ἀπὸ τὰ προϊόντα της κάθε ἐποχῆς. Τὰ ἐποχιακὰ τρόφιμα ἦταν ἁγνά, διότι προέρχονταν εἴτε ἀπὸ τὸ ἴδιο το ἀγροτικὸ νοικοκυριὸ εἴτε ἀπὸ τοπικὲς ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΤΑ, ΕΝΑΣ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ. Γεωργίου Παρασκευᾶ Γεωπόνου
  • 110. 109 μὴ ἐντατικὲς παραδοσιακὲς μονάδες. Βασικὴ πηγὴ λιπαρῶν οὐσιῶν ἦταν τὸ παρθένο ἐλαιόλαδο ποὺ εἶχε μεγάλη κατανάλωση μεταξύ των κατοίκων τοῦ νησιοῦ, δίνοντας στὸν καθένα τὸ 1/3 τῶν ἡμερήσιων ἀναγκῶν του σὲ ἐνέργεια. Δὲν χρησιμοποιοῦντο σπορέλαια καὶ φυ- τικοὶ βούτυροι (μαργαρίνες). Ἡ ποιότη- τα τοῦ ἐλαιολάδου ἦταν ἐξαίρετη λόγῳ τῶν παραδοσιακῶν ποικιλιῶν ἐλιᾶς ποὺ ὑπῆρχαν στὸ νησὶ καὶ οἱ ὁποῖες δὲν δεχό- ταν καλλιέργεια ἐντατικῆς μορφῆς. Ἡ συνήθεια τῶν κατοίκων νὰ συλ- λέγουν ἄγρια ἐδώδιμα χόρτα καὶ βότανα κατὰ τὴ χειμερινὴ καὶ ἀνοιξιάτικη πε- ρίοδο, ὅπως ραδίκια, σταμναγκάθι, γα- λατσίδες, λάπαθα, ἀγριοσπανάκια κ.ἄ. ἐφοδίαζε τὸν ὀργανισμὸ μὲ ἀπαραίτητες θρεπτικὲς οὐσίες πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐνίσχυαν τὴν ἄμυνα τοῦ ὀργανισμοῦ. Τὰ χόρτα αὐτὰ καταναλώνονταν σχεδὸν καθημερινὰ βραστὰ μὲ ἐλαιόλαδο καθὼς ἐπίσης ἔφτιαχναν μ' αὐτὰ τὶς ἀξεπέ- ραστες σὲ γεύση κρητικὲς χορτόπιτες. Ἀκόμα ὅμως καὶ τὴν καλοκαιρινὴ περί- οδο δὲν ἔλειπαν τὰ χόρτα ἀπὸ τὸ καθη- μερινὸ τραπέζι, ὅπως τὰ βραστὰ βλίτα, ἡ γλιστρίδα καὶ τὰ ἄλλα σαλατικὰ τοῦ καλοκαιριοῦ. Ὅλες οἱ νηστεῖες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τηροῦντο μὲ ἀληθινὴ εὐλά- βεια. Ἔτσι ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κρέας καὶ τὰ γαλακτοκομικὰ προϊόντα κάλυπτε συ- νολικὰ μεγάλη περίοδο τοῦ ἔτους. Ἡ πε- ριοδικὴ αὐτὴ φυτοφαγία λόγῳ τῶν νη- στειῶν εἶχε θετικότατες ἐπιδράσεις στὴν ὑγεία. Ἡ κατανάλωση κρέατος ἦταν μικρὴ καὶ γινόταν ἀποκλειστικὰ τὴν Κυριακὴ καθὼς καὶ στὰ μεγάλα πανηγύ- ρια τῆς κάθε κοινότητας. Τὴν περίοδο τῶν Χριστουγέννων τὸ κρέας προερχόταν ἀπὸ τὸν οἰκόσιτο χοῖρο τῆς κάθε ἀγρο- τικῆς οἰκογένειας μεγαλωμένο μὲ φυσικὲς τροφές. Ἀπὸ αὐτὸν φτιάχνονταν τὰ σπιτικὰ λου- κάνικα καὶ τὸ καπνιστὸ κρέας καπνισμένα μὲ θυμάρι, ρίγανη καὶ φασκομηλιά, τὰ ὁποῖα συ- μπλήρωναν τὴ διατροφὴ κατὰ τὴν χειμερινὴ περίοδο. Τὸν ὑπόλοιπο χρόνο κυριαρχοῦσε τὸ ἀρνὶ καὶ τὸ κατσίκι μεγα- λωμένα στὰ φυσικὰ ὀρεινὰ βο- σκοτόπια ποὺ ἦταν πλούσια σὲ ἄγρια χόρτα καὶ βότανα. Τὶς ζωικὲς πρωτεΐνες συμπλήρωναν τὰ οἰκόσιτα κοτόπουλα καὶ τὰ περιστέρια ποὺ καὶ αὐτὰ μεγάλωναν ἐλεύθερα μέσα στὸ πε- ριβόλι τῆς ἀγροτικῆς οἰκογένειας. Σημα- ντικὴ θέση κατεῖχε καὶ τὸ κυνήγι τοῦ λαγοῦ καὶ τῶν ἄλλων θηραμάτων ποὺ εἶχαν ἰδιαίτερη νοστιμιὰ λόγῳ τῆς πλού- σιας ἄγριας βλάστησης. Στὴν Κρήτη τὸ κρέας μαγειρευόταν σχεδὸν πάντα μὲ χόρτα, μὲ λαχανικά, μὲ ὄσπρια δίνοντας ἐκπληκτικὲς γεύσεις, ἀφοῦ κάθε προϊὸν διατηροῦσε τὰ γευστικὰ χαρακτηριστι- κά του. Ἡ ὑγιεινὴ διατροφὴ τῶν ζώων ἦταν ἡ αἰτία τῆς παραγωγῆς γαλακτοκομικῶν προϊόντων ὑψηλῆς θρεπτικῆς ἀξίας. Τὰ προϊόντα αὐτά, ποὺ προέρχονταν ἀπὸ αἰγοπρόβειο γάλα, ἄρχιζαν νὰ ἐμφανίζο-
  • 111. 110 νται κατὰ τὸν μήνα Φεβρουάριο καὶ πε- ριλάμβαναν τὴ μυζήθρα, τὸ γιαούρτι, τὸ ἀνθόγαλο, τὴν ξινομυζήθρα, καθὼς καὶ τὰ σκληρὰ γνήσια τυριὰ κεφαλοτύρι, γραβιέρα, σκληρὸ ἀνθότυρο, τυροζούλι, κ.ἄ. Ἡ κατανάλωση φρέσκου ψαριοῦ ἦταν συχνὴ ἰδιαίτερα στὶς παράλιες κοινότητες τῶν ὁποίων πολλοὶ κάτοι- κοι ἦταν ψαράδες. Οἱ ἀπομακρυσμένες ὀρεινὲς κοινότητες ὑστεροῦσαν λόγῳτῆς ἀπόστασης, διατηροῦσαν ὅμως τὶς παρα- δοσιακὲς μέρες ἰχθυοφαγίας ὅπως ἡ 25η Μαρτίου, ἡ Κυριακή των Βαΐων, τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος κ.ἄ. Τὸν ὑπόλοιπο καιρὸ κατανάλωναν συνήθως παστὸ μπακαλιάρο σὲ διάφορους συνδυ- ασμοὺς μὲ λαχανικὰ καὶ ὄσπρια. Τέλος τὰ ὑπόλοιπα ἁλιεύματα ὅπως χταπόδι, σουπιὰ τρώγονταν κυρίως κατὰ τὶς πε- ριόδους τῶν νηστειῶν. Τὰ ὄσπρια κατεῖχαν ἐξέχουσα θέση στὴ διατροφὴ τῶν Κρητῶν κατὰ τὴν χειμερινὴ περίοδο. Ἦταν ντόπιας παρα- γωγῆς καὶ καταναλώνονταν δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα. Κάθε ἀγροτικὸ νοικοκυ- ριὸ διέθετε τὸ κελλάρι του μὲ ὅλων των εἰδῶν τὰ ὄσπρια (ρεβίθια, κουκιά, φασό- λια, φακές, κ.ἄ). Τὴν ἄνοιξη ἡ κατανά- λωσή τους περιοριζόταν καὶ τὸ καθημε- ρινὸ διαιτολόγιο γινόταν πιὸ ἐλαφρὺ μὲ τὴ συμπερίληψη τῶν χορταρικῶν τῆς ἐποχῆς ὅπως τὰ χλωρὰ κουκιά, ἀγκινά- ρες, τὸ φασολάκι καὶ τὰ μπιζέλια. Τὸ ψωμὶ δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τὸ τρα- πέζι τῶν Κρητικῶν. Μὲ τὸ κρίθινο ψωμὶ ἔφτιαχναν ὑπέροχο παξιμάδι πολλῶν εἰδῶν τὸ ὁποῖο ἀντικαθιστοῦσε τὸ φρέ- σκο ψωμὶ σὲ περίπτωση ἔλλειψής του. Τὸ ἄσπρο ἀλεύρι χρησιμοποιεῖτο μόνο σὲ μεγάλες γιορτές, ὅπως τὰ Χριστού- γεννα καὶ τὸ Πάσχα. Μ' αὐτὸ ἔφτεια- χναν τὰ Χριστόψωμα, τοὺς ἄρτους τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ ἄλλα λατρευτικὰ ψω- μιὰ καθὼς καὶ τὰ ψωμιὰ τοῦ γάμου καὶ τῆς βάπτισης. Τὰ ὑπόλοιπα δημητριακὰ προϊόντα, ὅπως τὸ ἀλεσμένο σιτάρι ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀντικαθιστοῦσε τὸ ρύζι, τὰ σπιτικὰ ζυμαρικὰ καὶ ὁ ξυνό- χοντρος χρησιμοποιοῦντο σὲ διάφορες συνταγὲς κυρίως στὸ δεῖπνο. Ἡ κατανάλωση ἄφθονων φρούτων ἦταν σὲ ποσότητα τετραπλάσια ἀπὸ τοὺς κατοίκους ἄλλων μεσογειακῶν πε- ριοχῶν. Στὸ νησὶ παράγονται πορτοκά- λια καὶ μανταρίνια σὲ μεγάλες ποσότη- τες, καλλιεργοῦνται καρπούζια καὶ πε- πόνια, ἐνῷ ὑπάρχουν μικρὲς καλλιέργει- ες ἀχλαδιῶν, ροδάκινων, βερίκοκων κ.ἄ. Τὰ μῆλα τοῦ ὀροπεδίου Λασιθίου καὶ τὰ κεράσια τοῦ Ἁμαρίου καὶ τοῦ Μυλοπο- τάμου εἶναι φημισμένα σ' ὅλο τὸ νησί. Κατὰ τοὺς καλοκαιρινοὺς μῆνες κατα- ναλώνονται ἄφθονα σύκα καὶ ἴσως ἀκό- μη περισσότερα σταφύλια. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ἡ καλλιέργεια τοῦ κρητικοῦ ὀπω- ρώνα πλὴν τῶν ἑσπεριδοειδῶν δὲν ἦταν
  • 112. 111 συστηματικὴ καὶ διατηρεῖτο τὸ ἑλκυ- στικὸ ἄρωμα καὶ ἡ μυρωδάτη γεύση τῶν φρούτων. Ἁγνὰ προϊόντα τῆς φύ- σης ὅπως τὰ μανιτάρια, οἱ χοχλιοὶ (σαλι- γκάρια), τὰ βότανα, τὰ ἀρωματικὰ φυτά, τὸ θυμαρίσιο μέλι, οἱ σταφίδες, τὰ πα- στόσυκα, τὰ καρύδια, τὰ ἀμύγδαλα, τὰ κιοφτέρια, τὸ ἁγνὸ κρασὶ καὶ ἡ τσικου- διὰ συμπλήρωναν τὸ τραπέζι ἰδιαίτερα τὴν περίοδο τοῦ χειμώνα. Ἡ κρητικὴ κουζίνα ἦταν αὐστηρὰ ἐποχιακή. Ἄλλα προϊόντα μαγειρεύονταν τὴν ἄνοιξη, ἄλλα τὸ καλοκαίρι καὶ ἄλλα τὸν χειμώ- να. Οἱ συνταγὲς τῶν φαγητῶν ἦταν ἁπλές, διατηρώντας τὴν ἀπό- λυτη καθαρότητα τῶν γεύσεων. Τὰ περισσότε- ρα πολύπλοκα φαγητὰ συνδέονταν μὲ τὶς περι- όδους τῶν ἑορτῶν. Στὶς πόλεις ὑπῆρχαν πολλὰ ἑστιατόρια ποὺ προσέ- φεραν νόστιμο σπιτικὸ φαγητό. Τὰ λεγόμε- να «φαγητὰ τῆς ὥρας» ἦταν σπάνια καὶ πάντα βάση τῆς κουζίνας ἦταν τὸ ἐλαιόλαδο, ὅπως ἀκριβῶς συνέβαινε καὶ στὰ κρητικὰ σπίτια. Στὴν καθημερινὴ πρακτικὴ ἡ καινούρια μέρα ξεκινοῦσε μὲ τὸ πρωινὸ ποὺ περιλάμβανε συνήθως ψωμί, ἐλιές, τυρί, σπανιότερα ἀβγὰ συνοδευόμενο μὲ τσάι τοῦ βουνοῦ ἀπὸ βότανα ὅπως τὴ φασκομηλιά, δίκταμο, μαλοτήρα κ.ἄ. Τὸ πρόγευμα περιεῖχε συνήθως φροῦτα τῆς ἐποχῆς, ψωμί, ἐλιές, καὶ καμμιὰ φορὰ ἕνα ποτήρι κόκκινο κρασί. Τὸ κυρίως γεῦμα ἦταν συνήθως λιτό. Στὸ καθημε- ρινὸ τραπέζι κυριαρχοῦσαν τὰ λαχανικὰ καὶ τὰ ὄσπρια μαγειρευμένα ὅμως μὲ πολλοὺς ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέροντες τρό- πους. Τέλος τὸ δεῖπνο ἦταν ἐλαφρὺ καὶ λιτό. Γάλα καὶ ζυμαρικὰ χρησιμοποι- ήθηκαν κατὰ κόρον γιὰ τὸ δεῖπνο τῶν Κρητῶν. Τὸ πόσιμο νερὸ ἦταν πηγαῖο, φυ- σικὸ καὶ φρέσκο. Ἡ πήλινη στάμνα γέ- μιζε κατευθείαν ἀπὸ τὴν πηγὴ ποὺ ἦταν κατ' εὐθεῖαν διαμορφωμένη στὴν πλα- τεία τοῦ χωριοῦ διατηρώντας τὸ νερὸ δροσερὸ ὅλη τὴν ἡμέρα. Οἱ ἐργασίες στοὺς ἀγροὺς ἀποτε- λοῦσαν συγχρόνως καὶ ἄριστη γύμναση τοῦ σώματος. Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ '60 οἱ Κρῆτες ἀγρότες περπατοῦσαν 13 χιλιόμετρα κατὰ μέσον ὅρο ἡμερησί- ως. Τὸ ξύπνημα νωρὶς τὴν αὐγή, τὸ περ- πάτημα γιὰ τὴν ἐργασία (προθέρμανση), ἡ ἐργασία, ἡ ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι (ἀπο- θέρμανση), καὶ ὁ ὕπνος νωρὶς τὸ βράδυ ἀποτελοῦσαν ἄριστες συνθῆκες ὑγιεινῆς ζωῆς καὶ ἄσκησης. Τέλος τὸ καθαρὸ περιβάλλον τῶν κρητικῶν βουνῶν μακριὰ ἀπὸ κάθε μορφὴ ρύπανσης, καθὼς καὶ ἡ ἀπόλαυ- ση τῆς χαρᾶς τῆς ζωῆς μέσα ἀπὸ τὴ συ- ντροφιὰ καὶ τὴ συζήτηση συνέβαλαν στὴ διατήρηση τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων τοὺς μέχρι τὰ βαθιὰ γεράματα. _ Βιβλιογραφία: Κρητικὴ Παραδοσιακὴ κουζίνα, Μαρία & Νί- κος Ψυλλάκης, Ἐκδόσεις Καρμάνωρ.
  • 113. 112 Μ έ­λι εἶ­ναι ἡ γλυ­κει­ὰ ρευ­στὴ θρε­πτι­ κὴ οὐ­σί­α ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ νέ­κταρ τῶν λου­λου­δι­ῶν τὸ ὁ­ποῖ­ο συλ­λέ­γουν οἱ μέ­λισ­σες, τὸ συμ­πυ­κνώ­ νουν καὶ τὸ με­του­σι­ώ­νουν μὲ τὴν προ­ σθή­κη τῶν ἀ­δε­νι­κῶν τους ἐκ­κρί­σε­ων σὲ τρο­φὴ-μέ­λι. Τὸ μέ­λι δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὴ γλυ­καν­τι­κὴ οὐ­σί­α· εἶ­ναι ζων­τα­νὴ τρο­φή. Ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἁ­πλὰ ζά­χα­ρα καὶ ἀ­πὸ πλῆ­θος ἄλ­λων στοι­χεί­ων. Μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­νι­χνεύ­τη­καν 182 δι­α­φο­ρε­τι­κὲς οὐ­σί­ες καὶ ἡ ἔ­ρευ­να συ­ νε­χί­ζε­ται ἀ­κό­μη. Τὰ στοι­χεῖ­α αὐ­τὰ συ­νυ­ πάρ­χουν σὲ μί­α τέ­λει­α ἀ­να­λο­γί­α βι­ο­λο­ γι­κή, μο­να­δι­κὴ στὴ φύ­ση, ποὺ τὸ κα­θι­ στοῦν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πι­ὸ θρε­πτι­κὰ ὑ­γι­ει­νὰ καὶ πο­λύ­τι­μα τρό­φι­μα γι­ὰ τὸν ἄν­θρω­πο. Ἀ­πὸ τὰ χρό­νι­α τοῦ Ἱπ­πο­κρά­τη μέ­χρι σή­ με­ρα ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ μέ­λι ἕ­να μο­να­δι­κὸ φάρ­ μα­κο γι­ὰ ὅ­λες σχε­δὸν τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες. Τὸ μέ­λι εἶ­ναι πλέ­ον ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κὸ προ­ϊ­ὸν καὶ ἔ­χει τὴν τά­ση νὰ κρυ­σταλ­λώ­νει. Τὸ κρυ­σταλ­λω­μέ­νο μέ­λι δὲν χά­νει τὶς ἰ­δι­ό­ τη­τές του. Δὲν πρέ­πει νὰ τὸ ἐκ­θέ­του­με στὸν ἥ­λι­ο, νὰ μὴν τὸ θερ­μαί­νου­με σὲ θά­ λα­μο μι­κρο­κυ­μά­των καὶ νὰ μὴν τὸ βρά­ ζου­με (μὲ τὸν βρα­σμὸ δὲν ξα­να­ζα­χα­ρώ­νει πο­τέ, ἀλ­λὰ κα­τα­στρέ­φε­ται). Ἂν θερ­μαν­ θεῖ σὲ μπὲν μα­ρὶ παίρ­νει τὴ φυ­σι­κή του ρευ­στό­τη­τα (μέ­χρι 500 C). Τὰ νο­θευ­μέ­να καὶ βι­ο­μη­χα­νο­ποι­η­ μέ­να μέ­λι­α, κα­θὼς καὶ αὐ­τὰ ποὺ γί­νον­ ται μὲ γλυ­καν­τι­κὲς οὐ­σί­ες, ἀ­ρώ­μα­τα καὶ χρω­στι­κά, κα­θὼς καὶ τὰ βρα­σμέ­να ὑ­πὸ πί­ε­ση δὲν ζα­χα­ρώ­νουν πο­τέ. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ πολ­λοὶ εἰ­δι­κοὶ συ­νι­στοῦν στοὺς κα­τα­να­ λω­τὲς νὰ προ­μη­θεύ­ον­ται τὸ μέ­λι κρυ­ σταλ­λω­μέ­νο καὶ οἱ ἴ­δι­οι νὰ τὸ ρευ­στο­ποι­ οῦν, γι­ὰ νὰ εἶ­ναι σί­γου­ροι γι­ὰ τὴ γνη­σι­ό­ τη­τά του. Βέ­βαι­α ὁ­ρι­σμέ­να μέ­λι­α ἀρ­γοῦν πο­λὺ νὰ κρυ­σταλ­λώ­σουν (πευ­κό­με­λο, ἀ­κα­κί­ας κ.ἄ.). Τί πε­ρι­έ­χει τὸ μέ­λι; Πε­ρι­έ­χει ἁ­πλὰ καὶ σύν­θε­τα ζά­χα­ρα, ποὺ ἀ­φο­μοι­ώ­νον­ ται εὔ­κο­λα ἀ­πὸ τὸν ὀρ­γα­νι­σμὸ χω­ρὶς νὰ τὸν κου­ρά­ζουν. Ἐ­πί­σης πε­ρι­έ­χει πολ­λὰ ἔν­ζυ­μα, ὅ­πως ἰμ­βερ­τά­ση, ἀ­μυ­λά­ση, δι­α­ στά­ση κ.ἄ., πρω­τε­ΐ­νες, ἀ­μι­νο­ξέ­α, με­ταλ­ λι­κὰ στοι­χεῖ­α (κάλ­λι­ο, μα­γνή­σι­ο, σί­δη­ρο κ.ἄ.), βι­τα­μί­νες Α, Β12, C, D, Ε, Βι­ο­τί­νη Η, κ.ἄ., φο­λι­κὸ ὀ­ξύ, θει­α­φί­νη, ρι­βο­φλα­μί­ νη, ὁρ­μό­νες, ὀρ­γα­νι­κὰ ὀ­ξέ­α, ὑ­δα­τάν­θρα­ κες κ.ἄ., πε­ρι­έ­χει ἐ­πί­σης τὸ ὑ­πε­ρο­ξεί­δι­ο τοῦ ὑ­δρο­γό­νου Η202 (εἶ­δος φυ­σι­κοῦ βα­ κτη­ρι­ο­κτό­νου), τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­θα­ρί­ζει καὶ ἐ­που­λώ­νει πλη­γές, πο­τά­σι­ο καὶ τὸ φυ­ σι­κὸ ἀν­τι­βι­ο­τι­κὸ inhabine, ποὺ μᾶς προ­ στα­τεύ­ει ἀ­πὸ τὰ μι­κρό­βι­α. Τί πε­ρι­έ­χει ἡ ζά­χα­ρη. Δὲν πε­ρι­έ­χει τί­πο­τε ἀ­πὸ τὰ πα­ ρα­πά­νω εἶ­ναι μί­α νε­κρὴ τρο­φὴ (Dr Coch, σελ. 33 Το­πα­λί­δης Ν.) ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὸν ὀρ­ γα­νι­σμὸ καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ ἧ­παρ μὲ το­ξί­νες. Δύ­σκο­λα ἀ­φο­μοι­ώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ὀρ­γα­νι­ σμό. Εἶ­ναι τὸ χει­ρό­τε­ρο ἄ­σπρο δη­λη­τή­ρι­ο κι ἀ­πὸ τὸ λί­πος καὶ τὸ ἅ­λας. Ὁ δρ. Carton ἀ­πο­κα­λεῖ τὴ ζά­χα­ρη «δο­λο­φο­νι­κὸ τρό­φι­ μο» (σελ 39 ὅ.π.). Δυ­στυ­χῶς με­ρι­κοὶ ἄν­ θρω­ποι ἐ­ξι­σώ­νουν τὸ μέ­λι μὲ τὴ ζά­χα­ρη καὶ μὲ τὶς μαρ­με­λά­δες, οἱ ὁ­ποῖ­ες γί­νον­ται βέ­βαι­α ἀ­πὸ νω­πὰ φροῦ­τα, ποὺ πε­ρι­έ­χουν 80-90% νε­ρό, ἀλ­λὰ βρά­ζουν μὲ 50% ζά­ χα­ρη. Τὸ μέ­λι ὡς φάρ­μα­κο. Πολ­λοὶ γι­α­ τροὶ λέ­νε ὅ­τι τὸ μέ­λι εἶ­ναι φάρ­μα­κο πο­ λύ­τι­μο γι­ὰ ὅ­λες τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες: συν­τε­λεῖ ΤΟ ΜΕΛΙ ΩΣ ΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΟ Φυ­σι­κού­δη Ἀ­θα­να­σίου Ἐρα­σι­τέ­χνη με­λισ­σο­κό­μου, Ἐπιτ. Σχολικοῦ Συμ­βού­λου
  • 114. 113 στὴν κα­λὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ ἐν­τέ­ρου. Εἶ­ ναι ἐ­λα­φρῶς κα­θαρ­τι­κό. Μί­α κου­τα­λι­ὰ μέ­λι σὲ χλι­α­ρὸ νε­ρὸ τὸ βρά­δυ ἐ­ξα­σφα­ λί­ζει κα­λὸ ὕ­πνο, εἶ­ναι κα­τα­πρα­ϋν­τι­κό. Ἔ­χει ἀν­τι­βη­χι­κὴ δρά­ση. Κα­τα­πρα­ΰ­νει καὶ θε­ρα­πεύ­ει τὸν ἔν­το­νο βή­χα καὶ τὶς μο­λύν­σεις τοῦ ἀ­να­πνευ­στι­κοῦ συ­στή­μα­ τος, φα­ρυγ­γί­τι­δα, πο­νό­λαι­μο, ἀλ­λε­ρι­κὴ κα­ταρ­ρο­ὴ καὶ ἄ­σθμα (γι­α­τροὶ Williams καὶ Peterson–Bee jurnal 1969). Ἐ­νι­σχύ­ ει τὸ ἀ­νο­σο­ποι­η­τι­κὸ σύ­στη­μα καὶ τὰ ἐ­ρυ­ θρὰ αἱ­μο­σφαί­ρι­α τοῦ αἵ­μα­τος. Κα­τα­πο­λε­ μᾶ τὴν ἀ­ναι­μί­α. Κα­θα­ρί­ζει καὶ θε­ρα­πεύ­ει πλη­γές, ἐγ­καύ­μα­τα, τραύ­μα­τα, μό­νο μὲ ἁ­πλὴ ἐ­πά­λει­ψη. Ἐ­ξα­σκεῖ μί­α δυ­να­μι­κὴ ἐ­νέρ­γει­α στὴν καρ­δι­ά, εἶ­ναι καρ­δι­ο­το­νω­ τι­κό, θε­ρα­πεύ­ει τὴ στη­θάγ­χη καὶ εὐ­νο­εῖ τὴν ἐν­δο­καρ­δι­α­κὴ κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­ τος (κα­θηγ. Ἰ­ζάρ.) Ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ λή­ψη με­λι­οῦ βελ­τι­ώ­νει καρ­δι­α­κὲς δι­α­τα­ρα­χές. Τὸ πρω­ϊνὸ μὲ μέ­λι μει­ώ­νει τὴ χο­λη­στε­ ρί­νη καὶ εἶ­ναι σω­τή­ρι­ο φάρ­μα­κο στὶς ἀρ­ ρυθ­μί­ες τῆς καρ­δι­ᾶς (Edmund Herold, “Deilwerte aus dem Bienencolk” σελ. 73). Ἕ­να κου­τα­λά­κι μέ­λι σὲ μι­σὸ πο­τή­ρι χλι­ α­ρὸ νε­ρό, 1-2 ὧ­ρες πρὶν ἀπὸ τὸ φα­γη­τὸ θε­ρα­πεύ­ει τὸ ἕλ­κος στο­μά­χου καὶ δω­δε­ κα­δα­κτύ­λου. Κα­θα­ρί­ζει τὸ ἧ­παρ ἀ­πὸ τὶς το­ξί­νες. Ἐ­πί­σης θε­ρα­πεύ­ει κρυ­ο­λό­γη­μα, μο­λύν­σεις τῆς κύ­στης, γρί­ππη καὶ χα­ρί­ ζει μα­κρο­βι­ό­τη­τα. Μά­σκα μὲ μέ­λι (γι­ὰ 15 λε­πτὰ) θε­ω­ρεῖ­ται πο­λὺ κα­λὸ καλ­λυν­τι­κό, γι­α­τί βελ­τι­ώ­νει τὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα καὶ κα­τα­ πο­λε­μᾶ τὶς ρυ­τί­δες τοῦ προ­σώ­που. Συ­νι­ στᾶ­ται στοὺς ἀ­θλη­τὲς ἀν­το­χὴ καὶ στοὺς ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νους ὀρ­γα­νι­σμούς, στὰ παι­ δι­ά, κα­θὼς ἐ­πί­σης σὲ βα­ρει­ὲς πα­θή­σεις νε­ φρῶν, κύ­στης, οὐ­ρο­δό­χων ὀρ­γά­νων καὶ ἀ­κρά­τει­ας. Γε­νι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις: α) Τὸ μέ­λι εἶ­ ναι μί­α ἄ­ρι­στη τρο­φὴ καὶ φάρ­μα­κο βι­ο­ λο­γι­κό, χω­ρὶς πα­ρε­νέρ­γει­ες. β) Ἡ κρυ­ στάλ­λω­σή του δὲν ἀλ­λοι­ώ­νει τὴ γνη­σι­ ό­τη­τά του. γ) Δὲν ἔ­χει κα­μμι­ὰ σχέ­ση μὲ τὴ ζά­χα­ρη, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὸν ὀρ­γα­ νι­σμὸ μας. δ) Τὸ μέ­λι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση του εἶ­ναι βι­ο­λο­γι­κό. Τὸ μὴ βι­ο­λο­γι­κὸ τὸ κά­ νουν οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὶς δι­ά­φο­ρες πα­ρεμ­ βά­σεις τους. Μὲ νο­θεί­α, μὲ φάρ­μα­κα, μὲ βρα­σμὸ γι­ὰ νὰ μὴν κρυ­σταλ­λώ­νει (τὰ το­ ξι­κὰ φάρ­μα­κα ποὺ ραν­τί­ζουν οἱ γε­ωρ­γοὶ δὲν εἰ­σέρ­χον­ται πο­τὲ μέ­σα στὴν κυ­ψέ­λη εὐ­τυ­χῶς, γι­α­τὶ στὴν εἴ­σο­δο οἱ φύ­λα­κες σκο­τώ­νουν τὶς ἐρ­γά­τρι­ες, ποὺ προ­σπα­ θοῦν νὰ εἰ­σα­γά­γουν το­ξι­κὰ στὸ σμῆ­νος. Ἡ εἰ­σα­γω­γὴ αὐ­τὴ θὰ εἶ­χε ὡς συ­νέ­πει­α τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ γό­νου καὶ τῶν με­ λισ­σι­ῶν γε­νι­κό­τε­ρα). ε) Νο­θεί­α με­λι­οῦ: τὸ πρό­βλη­μα δυ­στυ­χῶς εἶ­ναι με­γά­λο. «Ὑ­πάρ­χουν τρό­ποι ἐ­ξα­πά­τη­σης τοῦ κοι­ νοῦ: Κά­ποι­οι πω­λοῦν ἀ­μυ­λο­γλυ­κό­ζη γι­ὰ ἁ­γνὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μέ­λι, ἄλ­λοι γλυ­κό­ζη ἀ­να­ μειγ­μέ­νη μὲ σι­ρό­πι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὰ γλυ­κί­σμα­τα ἢ προ­σθέ­τουν χρω­στι­ κές, ἀ­ρώ­μα­τα καὶ ἄλ­λες χη­μι­κὲς οὐ­σί­ες ποὺ κα­θι­στοῦν τὸ μέ­λι ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἐ­πει­ δὴ εἶ­ναι το­ξι­κές». (Ἐ­φη­μερ. «ΤΑ ΝΕΑ» 17-6-2006, Πρό­ε­δρος Ο.Μ.Σ. Ἑλ­λά­δας κ. Γ. Κρά­γι­ας). Ἔ­χουν συλ­λη­φθεῖ κα­τὰ και­ροὺς τέ­τοι­οι ψευ­το­με­λισ­σο­κό­μοι, τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἐμ­πό­ρευ­μά τους στοι­χί­ζει μι­σὸ εὐ­ρὼ τὸ κι­λὸ καὶ ἔ­χουν τι­μω­ρη­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ κα­κὸ δὲν στα­μα­τᾶ. ΠΡΟΣΟΧΗ λοι­πὸν στὴν ἀ­γο­ρὰ με­λι­οῦ. _
  • 115. 114 Ο ἱ εὐ­ερ­γε­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ σου­ σα­μι­οῦ  Τὸ σου­σά­μι καὶ τὰ προ­ϊ­όν­τα του (χαλ­βάς, τα­χί­νι, ση­σα­μέ­λαι­ο) πε­ρι­έ­ χουν συ­στα­τι­κὰ ποὺ μει­ώ­νουν τὴ χο­λη­ στε­ρό­λη καὶ τὴν πί­ε­ση τοῦ ... αἵ­μα­τος. Στὸ σου­σά­μι ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἰ­σχυ­ρὸ ἀν­ τι­ο­ξει­δω­τι­κὸ σύ­στη­μα, ἀ­πο­τε­λού­με­νο κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τρεῖς οὐ­σί­ες, τὴν σε­σα­μί­νη καὶ τὴν σε­σα­μι­νό­λη καὶ τὴ βι­τα­μί­νη Ε (μὲ μορ­φὴ γ-το­κο­φε­ρό­λης). Οἱ οὐ­σί­ες αὐ­τὲς πα­ρου­σι­ά­ζουν ἰ­σχυ­ρό­τα­τη ἀν­τι­ο­ ξει­δω­τι­κὴ δρά­ση, ἐμ­πο­δί­ζον­τας τὴν ὀ­ξεί­ δω­ση τῶν λι­πα­ρῶν ὀ­ξέ­ων στὸν ὀρ­γα­νι­ σμό. Με­λέ­τες ἔ­χουν δεί­ξει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἐν­τυ­πω­σι­α­κὴ συμ­βο­λὴ αὐ­τῶν τῶν συ­ στα­τι­κῶν τοῦ σου­σα­μι­οῦ στὴ δέ­σμευ­ση ἰ­σχυ­ρό­τα­των ἐ­λεύ­θε­ρων ρι­ζῶν καὶ τὴν ἐ­ξου­δε­τέ­ρω­σή τους. Μί­α ἐξ ἴ­σου ση­μαν­τι­κὴ δρά­ση τοῦ ση­σα­μι­οῦ, ποὺ δὲν ἔ­χει με­λε­τη­θεῖ ἀρ­κε­ τά, εἶ­ναι ἡ προ­στα­σί­α τοῦ καρ­δι­αγ­γει­α­ κοῦ συ­στή­μα­τος καὶ πι­ὸ συγ­κε­κρι­μέ­να ἡ εὐ­ερ­γε­τι­κή του ἐ­πί­δρα­ση στὸ ἐν­δο­θή­ λι­ο. Τὸ ἐν­δο­θή­λι­ο εἶ­ναι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δέ­νας μας καὶ κα­λύ­πτει ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ὅ­λα τὰ ἀγ­γεῖ­α. Σή­με­ρα, βά­σει πλή­θους ἐ­πι­ στη­μο­νι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν, ἔ­χει βρε­θεῖ ὅ­τι τὸ ἐν­δο­θή­λι­ο ἔ­χει ἐ­νερ­γὸ ρό­λο στὴ λει­τουρ­ γί­α τοῦ καρ­δι­αγ­γει­α­κοῦ συ­στή­μα­ τος καὶ ἐμ­πλέ­κε­ται σὲ δι­ά­φο­ρες λει­ τουρ­γί­ες του, ὅ­πως στὴν συ­στο­λὴ ἢ στὴν χα­λά­ρω­ση τῶν ἀγ­γεί­ων, στὴν φλεγ­μο­νή, στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τὴν ἀ­θη­ρω­ μα­τι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας κ.ἄ. Τὰ ἐν­δο­θη­ λι­α­κὰ κύτ­τα­ρα ἀ­νι­χνεύ­ουν δι­ά­φο­ρα φυ­σι­κὰ ἢ χη­μι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα, ποὺ δι­ε­γεί­ρουν τὸ ἀγ­γεῖ­ο, καὶ ὡς ἀ­πάν­ τη­ση σὲ αὐ­τὰ τρο­πο­ποι­οῦν τὸ σχῆ­ μα τοῦ ἀγ­γεί­ου ἢ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν ἀ­πα­ραί­τη­τα προ­ϊ­όν­τα γι­ὰ τὴν δι­α­ τή­ρη­ση τῆς ἰ­σορ­ρο­πί­ας τοῦ ἀγ­γεί­ου. Μά­λι­στα, ἔ­χουν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα, νὰ πα­ρά­γουν μί­α με­γά­λη ποι­κι­λί­α μο­ρί­ων, ποὺ εἴ­τε χα­λα­ρώ­νουν τὸ ἀγ­γεῖ­ο, προ­κα­ λών­τας δι­α­στο­λὴ στὰ τοι­χώ­μα­τά του, εἴ­ τε συ­σποῦν τὸ ἀγ­γεῖ­ο προ­κα­λών­τας συ­ στο­λὴ στὰ τοι­χώ­μα­τά του. Ἡ φυ­σι­ο­λο­γι­ κὴ καὶ ἐ­πι­θυ­μη­τὴ ἀν­τί­δρα­ση τοῦ ἀγ­γεί­ ου εἶ­ναι ἡ χα­λά­ρω­ση, κα­θὼς ἔτ­σι τὸ αἷ­μα δι­έρ­χε­ται εὐ­κο­λό­τε­ρα, γρη­γο­ρό­τε­ρα καὶ χω­ρὶς πί­ε­ση. _ Πη­γὴ:: www. medicalnews.gr Η ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΣΟΥΣΑΜΙΟΥ
  • 116. 115 Ν έα στοιχεῖα ὅτι ἡ συστηματικὴ κα- τανάλωση ψαριῶν μπορεῖ νὰ βοη- θήσει τὸν ἐγκέφαλό μας νὰ διατηρη- θεῖ ὑγιὴς ἀνακάλυψαν ἐπιστήμονες ἀπὸ τὶς ΗΠΑ. Σὲ μία μελέτη ποὺ δημοσιεύε- ται στὴν ἐπιθεώρηση «Neurology», ὅσοι ἐθελοντὲς εἶχαν τὰ χαμηλότερα ἐπίπεδα ὠμέγα-3 λιπαρῶν ὀξέων στὸ αἷμα τους εἶχαν πιὸ συρρικνωμένους ἐγκεφάλους καὶ ἀπέδωσαν χειρότερα σὲ τέστ μνήμης καὶ νοητικῶν ἱκανοτήτων σὲ σύγκριση μὲ ὅσους εἶχαν τὰ ὑψηλότερα... «Οἱ διαφορὲς ποὺ παρατηρήθηκαν στὸν ἐγκέφαλο ἀντιστοιχοῦν σὲ δύο χρό- νια ἀπὸ τὴ φυσιολογικὴ γήρανση τοῦ ἐγκεφάλου»: δήλωσε ὁ ἐπικεφαλῆς ἐρευ- νητὴς δρ Ζάλντι Τάν, ἐπισκέπτης ἀνα- πληρωτὴς καθηγητὴς στὸ Τμῆμα Γη- ριατρικῆς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Κα- λιφόρνιας στὸ Λὸς Ἀντζελὲς (UCLA). Ὁ ἐγκέφαλος σταδιακὰ συρρικνώνεται καθὼς γερνᾶμε, ἀλλὰ ὡς φαίνεται ὑπάρ- χουν πράγματα ποὺ μποροῦμε νὰ κάνου- με γιὰ νὰ ἐπιβραδύνουμε τὴ μείωση τοῦ ὄγκου του. Στὴ νέα μελέτη συμμετεῖχαν 1.575 ἐθελοντές, μέσης ἡλικίας 67 ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπασχαν ἀπὸ ἄνοια. Οἱ ἐρευνητὲς τοὺς ὑπέβαλλαν σὲ μα- γνητικὲς τομογραφίες ἐγκεφάλου καὶ ἐπὶ τρεῖς μῆνες μετροῦσαν τὸν ἐπονομα- ζόμενο δείκτη ὠμέγα-3 λιπαρῶν ὀξέων στὰ ἐρυθρὰ αἱμοσφαίριά τους. Ὁ δείκτης αὐτὸς εἶναι ἕνα ἐρευνη- τικὸ «ἐργαλεῖο» (δὲν διατίθεται στὸ εὐρὺ κοινὸ) ποὺ συνδυάζει δύο συγκεκριμέ- να ὠμέγα-3 λιπαρὰ ὀξέα, τὸ DHA καὶ τὸ EPA, ποὺ σὲ προγενέστερες μελέτες ἔχουν συσχετισθεῖ μὲ προστασία τῆς καρ- διαγγειακῆς ὑγείας καὶ τοῦ ἐγκεφάλου. Οἱ ἐθελοντὲς συμπλήρωσαν ἐπίσης διάφορα νευροψυχολογικὰ τέστ ἀξιολό- γησης τῆς μνήμης καὶ τῶν νοητικῶν λει- τουργιῶν. Ἡ ἀνάλυση ὅλων τῶν εὑρη- μάτων ἔδειξε πὼς ὅσοι εἶχαν τὸν χαμη- λότερο δείκτη ὠμέγα-3 λιπαρῶν ὀξέων ἀπέδωσαν χειρότερα στὰ τέστ ὀπτικῆς μνήμης, ἐπίλυσης προβλημάτων, πολ- λαπλῶν δραστηριοτήτων καὶ ἀφηρημέ- νης σκέψης. Ἐπιπλέον, ὅσοι εἶχαν χα- μηλὰ ἐπίπεδα τοῦ DHA παρουσίασαν καὶ μεγαλύτερου βαθμοῦ ἀπώλεια ὄγκου τοῦ ἐγκεφάλου τους. Ἂν καὶ ὁ ἀκριβὴς μηχα- νισμὸς δράσης τῶν ὠμέγα-3 λιπαρῶν ὀξέ- ων δὲν εἶναι γνωστός, οἱ εἰδικοὶ πιστεύ- ουν πὼς ὠφελοῦν τὸν ἐγκέφαλο, ἐπειδὴ μειώνουν τὴν φλεγμονὴ σὲ αὐτόν, ἐνῷ παίζουν ρόλο στὴν ἀνάπτυξη τῶν νευ- ρικῶν κυττάρων. Ὡστόσο, δὲν κατέστη σαφὲς ἀπὸ τὴ μελέτη πόσα ὠμέγα-3 λι- παρὰ ὀξέα πρέπει νὰ καταναλώνει κανεὶς γιὰ νὰ φτάσει στὸ ἐπίπεδα τοῦ δείκτη ποὺ προστατεύει τὸν ἐγκέφαλο. Ἡ γε- νικὴ σύσταση τῶν ὑγειονομικῶν Ἀρχῶν παγκοσμίως εἶναι νὰ τρῶμε τουλάχιστον δύο μερίδες ψάρια τὴν ἑβδομάδα, ἀλλὰ καλύτερα εἶναι νὰ τρῶμε τρεῖς. Οἱ πλουσιότερες φυσικὲς πηγὲς ὠμέ- γα-3 λιπαρῶν ὀξέων εἶναι τὸ μουρουνέ- λαιο καὶ «παχιὰ» ψάρια, ὅπως ὁ σολομός, τὸ σκουμπρὶ καὶ ἡ σαρδέλα. _ Πη­γὴ:: www.pentapostagma.gr ΓΕΡΝΑΕΙ ΠΡΟΩΡΑ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΤΡΩΜΕ ΨΑΡΙΑ
  • 117. 116 Ὁ παπ­ποῦς μου δὲν μοῦ τὰ εἶ­χε πεῖ τό­σο ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, ἀλ­λά μοῦ ἔ­λε­γε σχε­δὸν τὰ ἴ­δι­α ... Λε­μό­νι καὶ καρ­κί­νος Τὸ λε­μό­νι εἶ­ναι ἕ­να θαυ­μα­τουρ­γὸ προ­ϊ­ὸν πού σκο­τώ­νει τὰ καρ­κι­νο­γό­να κύτ­τα­ρα. Εἶ­ναι 10.000 φο­ρὲς ἰ­σχυ­ρό­ τε­ρο ἀ­πὸ τὴ χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α. Γι­α­τί δὲν τὸ ἀ­πο­δε­χό­μα­στε αὐ­τό; Δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν ὀρ­γα­νι­σμοὶ ποὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται νὰ ἀ­να­ κα­λύ­ψουν μί­α συν­θε­τι­κὴ οὐ­σί­α, ποὺ νὰ τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ἀ­πο­κτή­σουν κέρ­ δη φαν­τα­στι­κά! Γι­' αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ τώ­ρα μπο­ρεῖς προ­κα­τα­βο­λι­κὰ νὰ βο­η­θή­σεις ἕ­ναν φί­λο πού τὸ χρει­ά­ζε­ται, ἐ­πι­τρέ­πον­ τάς του νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι τοῦ εἶ­ναι χρή­σι­μο νὰ πι­εῖ χυ­μὸ λε­μο­νι­οῦ γι­ὰ τὴν πρό­λη­ψη τῆς ἀ­σθε­νεί­ας. Ἡ γεύ­ση του εἶ­ ναι εὐ­χά­ρι­στη. Ἐ­φό­σον ἔ­χεις τὴ δυ­να­τό­ τη­τα νὰ τὸ πρά­ξεις, φύ­τε­ψε μί­α λε­μο­νι­ὰ στὸν κῆ­πο σου. Ὅ­λα τὰ μέ­ρη του εἶ­ναι ὠ­φέ­λι­μα. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη φο­ρά πού ἐ­πι­θυ­ μεῖς νὰ πι­εῖς χυ­μό, ζή­τα φυ­σι­κὸ χυ­μὸ λε­ μο­νι­οῦ χω­ρὶς συν­τη­ρη­τι­κά. Πό­σα ἄ­το­μα πε­θαί­νουν ἐ­νῷ τὸ μυ­στι­κὸ αὐ­τὸ πα­ρα­μέ­ νει φυ­λαγ­μέ­νο μὲ κα­χυ­πο­ψί­α, ὥ­στε νὰ μὴν θέ­σει σὲ κίν­δυ­νο τὰ κέρ­δη ἑ­κα­τομ­ μυ­ρί­ων τῶν με­γά­λων φαρ­μα­κευ­τι­κῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων; Ὅ­πως γνω­ρί­ζε­τε πο­λὺ κα­λά, ἡ λε­ μο­νι­ὰ εἶ­ναι χα­μη­λή. Δὲν κα­τα­λαμ­βά­νει με­γά­λο χῶ­ρο. Ὅ­λοι τὴν γνω­ρί­ζουν σὰν λε­μο­νι­ά. Τὸ φροῦ­το του εἶ­ναι ἕ­να κι­ τρι­κὸ προ­ϊ­ὸν μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ὄ­ψεις, τὸ ΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ Δημοσθένη Λαμπρινάκη
  • 118. 117 ἐ­σω­τε­ρι­κό του μπο­ρεῖ νὰ φα­γω­θεῖ ἄ­με­σα ἢ νὰ ἐ­ξερ­γα­σθεῖ γι­ὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ πο­ τῶν, ἀ­να­ψυ­κτι­κῶν, γλυ­κι­σμά­των κ.λπ. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ σὲ αὐ­τὸ τὸ δέντρο ὀ­φεί­λε­ ται στὰ ἰ­σχυ­ρὰ ἀν­τι­καρ­κι­νο­γό­να ἀ­πο­ τε­λέ­σμα­τά του. Καὶ ἀ­κό­μα, καὶ ἐ­ὰν τοῦ ἀ­πο­δί­δον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρες χη­μι­κὲς ἰ­δι­ό­ τη­τες, τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο αὐ­τοῦ εἶ­ναι ἡ δρά­ση του πά­νω στὶς κύ­στες καὶ τοὺς ὄγ­κους. Τὸ φυ­τὸ ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α θε­ρα­πευ­ τι­κὴ ἀ­γω­γὴ γι­ὰ τὸν καρ­κί­νο, δο­κι­μα­ σμέ­νο σὲ καρ­κί­νους ὅ­λων τῶν μορ­φῶν. Ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­νοι ποὺ τὸ συ­νι­στοῦν γι­ὰ ὅ­λες τὶς μορ­φὲς καρ­κί­νου. Ἐ­πι­πλέ­ ον τὸ θε­ω­ροῦν σὰν ἕ­ναν πα­ρά­γον­τα ἀν­ τι­μι­κρο­βι­α­κοῦ εὐρέ­ος φά­σμα­τος κα­τὰ τῶν μο­λύν­σε­ων τῶν βα­κτη­ρι­δί­ων καὶ ὄγ­κων, ἱ­κα­νὸ στὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν πα­ρα­σί­των καὶ σκου­λη­κι­ ῶν, ρυθ­μι­στὴ τῆς ὑ­ψη­λῆς ἀρ­τη­ρι­α­κῆς πί­ε­σης, εἶ­ναι ἀν­τι­κα­τα­θλι­πτι­κὸ καὶ κα­ τα­πο­λε­μᾶ τὸ ἄγ­χος καὶ τὶς νευ­ρι­κὲς δι­ α­τα­ρα­χές. Ἡ πη­γὴ αὐ­τῆς τῆς πλη­ρο­φο­ρί­ας εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κή: προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν ἐκ τῶν με­γα­λυ­τέ­ρων φαρ­μα­κευ­τι­κῶν ἑ­ται­ ρει­ῶν στὸν κό­σμο πού δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι με­τὰ ἀ­πὸ 20 χρό­νι­α ἐρ­γα­στη­ρι­α­κῶν με­ λε­τῶν πού πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸ 1970 καὶ συ­να­κό­λου­θα ἔ­τη. Τὰ ἐ­ξα­χθέν­τα συμ­πε­ρά­σμα­τα ἦσαν: κα­τα­στρέ­φει τὰ καρ­κι­νο­γό­να κύτ­τα­ρα 12 τύ­πων καρ­κί­νων, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νό­ με­νων, τοῦ ἐν­τέ­ρου κό­λον, τοῦ στή­θους, τοῦ προ­στά­τη, τῶν πνευ­μό­νων καὶ τοῦ παγ­κρέ­α­τος. Τὰ χη­μι­κὰ συ­στα­τι­κά τοῦ δέν­δρου κα­τέ­δει­ξαν ὅ­τι δρᾶ 10.000 φο­ρὲς κα­λύ­τε­ρα στὴν ἐ­πι­βρά­δυν­ση ἀ­νά­πτυ­ξης τῶν καρ­κι­νο­γό­νων κυτ­τά­ρων ἀ­πὸ τὸ φαρ­μα­κευ­τι­κὸ προ­ϊ­ὸν adriamycin, ἕ­να χη­μι­κο­θε­ρα­πευ­τι­κὸ φαρ­μα­κευ­τι­κὸ προ­ ϊ­ὸν πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται συ­νή­θως στὸν κό­σμο ὅ­λον. Τὸ πλέ­ον ἐν­τυ­πω­σι­α­κό τῆς θε­ρα­πεί­ας εἶ­ναι ὅ­τι μὲ τὸν ἐ­ξα­γό­με­νο χυ­μὸ λε­μο­νι­ οῦ κα­τα­στρέ­φον­ται μό­νον τὰ καρ­κι­νο­ γό­να κύτ­τα­ρα καὶ δὲν ἐ­πι­δρᾶ στὰ ὑ­γι­ῆ τοι­αῦ­τα. Τὸ τῆς πό­λε­ως ὅ­λης ἦ­θος ὁ­μοι­οῦ­ται τοῖς ἄρ­χου­σιν! Χαί­ροι­σθε, Ὑ­γι­αί­νοι­τε, Εὐ­τυ­χοῖ­τε, Ἔρ­ρω­σθε. (Νὰ εἶ­σθε χα­ρού­με­νοι, ὑ­γι­εῖς, εὐ­τυ­ χεῖς, δυ­να­τοὶ). Δη­μο­σθέ­νης ὁ Μα­κε­δών DemosthenesLamprinakisdslampri@yahoo.gr Ἰν­στι­τοῦ­το τῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ὑ­γεί­ας, llc 819n, Charles street, Βαλ­τι­μό­ρη, md 1201. _
  • 119. 118 Σ ΩΚΡΑΤΗΣ: Ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὴ γε­ ωρ­γί­α, Κρι­τό­βου­λε, εἶ­ναι συγ­χρό­νως καὶ μί­α μορ­φὴ ἀ­πο­λαύ­σε­ως καὶ αὔ­ ξη­ση τῆς πε­ρι­ου­σί­ας καὶ σω­μα­τι­κὴ ἄ­σκη­ ση. Ἡ γῆ πα­ρέ­χει στὸν ἄν­θρω­πο πολ­λὲς τρο­φὲς, ἀλ­λὰ καὶ τρέ­φει πολ­λὰ ζῶ­α. Δι­ό­τι καὶ ἡ κτη­νο­τρο­φί­α εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴ γε­ωρ­γί­α… Κι ἐ­νῷ ἡ γε­ωρ­γί­α πα­ρέ­χει ἀ­φθο­νώ­τα­τα ἀ­γα­θά, δὲν ἐ­πι­τρέ­πει στὸν ἄν­θρω­πο νὰ τὰ ἀ­πο­κτᾶ χω­ρὶς κα­θό­λου κό­πο, ἀλ­λὰ τὸν συ­νη­θί­ζει νὰ ὑ­πο­μέ­νει καὶ νὰ ἀν­τέ­χει καὶ τὰ κρύ­α τοῦ χει­μώ­ να καὶ τὶς ζέ­στες τοῦ κα­λο­και­ρι­οῦ. Καὶ αὐ­τοὺς πού οἱ ἴ­δι­οι καλ­λι­ερ­γοῦν τὴ γῆ μὲ τὰ χέ­ρι­α τους τοὺς γυ­μνά­ζει καὶ τοὺς προ­σθέ­τει δύ­να­μη, ἀλ­ λὰ καὶ σ᾿ αὐ­τοὺς πού ἐ­πο­πτεύ­ουν τὶς καλ­ λι­έρ­γει­ες χα­ρί­ζει εὐ­ ρω­στί­α, κα­θὼς τοὺς κά­νει νὰ ση­κώ­νον­ται νω­ρὶς καὶ τοὺς ἀ­ναγ­ κά­ζει νὰ πη­γαί­νουν βι­α­στι­κὰ στὰ χω­ρά­ φι­α… Ἔ­πει­τα, ἂν κα­ νεὶς θέ­λει νὰ βο­η­θεῖ τὴν πό­λη του ὡς ἱπ­ πέ­ας, ἡ γε­ωρ­γί­α εἶ­ναι ἡ πι­ὸ κα­τάλ­λη­λη νὰ τρέ­φει μα­ζὶ μ᾿ αὐ­τὸν καὶ τὸ ἄ­λο­γό του· ἂν πά­λι θέ­λει νὰ τὴ βο­η­ θεῖ ὡς πε­ζός, ἡ γε­ωρ­γί­α κα­θι­στᾶ τὸ σῶ­ μα του πο­λὺ δυ­να­τό. Ἡ γῆ, ἐ­πί­σης, κα­ τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, ὠ­θεῖ τὸν ἄν­θρω­πο νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ ζῆ­λο μὲ τὸ κυ­νή­γι, κα­θὼς πα­ρέ­χει εὔ­κο­λη τρο­φὴ στοὺς σκύ­λους καὶ δι­α­τρέ­φει ἄ­γρι­α ζῶ­α. Καί, κα­θὼς τὰ ἄ­λο­γα καὶ τὰ σκυ­λι­ὰ ὠ­φε­λοῦν­ται ἀ­πὸ τὴ ΤΑ ΑΓΑΘΑ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ» [V 1, 3-6, 8-12, 17, 20] Ἐπιμέλεια-Μετάφραση π. Χρί­στου Κυ­ρι­α­ζό­που­λου
  • 120. 119 γε­ωρ­γί­α, ὠ­φε­λοῦν κι αὐ­τὰ μὲ τὴ σει­ρὰ τους τὴ γῆ· γι­α­τί τὸ ἄ­λο­γο με­τα­φέ­ρει τὸ πρω­ὶ τὸν ἐ­πι­στά­τη τῶν ἀ­γρῶν στὴ δου­ λει­ά του καὶ τοῦ δί­νει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ γυ­ρί­ζει ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ στὸ σπί­τι του, ἐ­νῷ τὰ σκυ­λι­ὰ ἐμ­πο­δί­ζουν τὰ ἀ­γρί­μι­α νὰ κα­τα­στρέ­ φουν τοὺς καρ­ποὺς καὶ νὰ τρῶ­νε τὰ πρό­ βα­τα καὶ συγ­χρό­νως πα­ρέ­χουν ἀ­σφά­λει­α μέ­σα στὴν ἐ­ρη­μι­ά… Καὶ ποι­ά ἄλ­λη τέ­ χνη ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ γε­ ωρ­γί­α κα­θι­στᾶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἱ­κα­νώ­ τε­ρους στὸ τρέ­ξι­μο, στὴν το­ξο­βο­λί­α καὶ στὸ πή­δη­μα; Καὶ ποι- ­ά ἄλ­λη τέ­χνη ἐ­πι­στρέ­ φει σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ τὴν ἀ­σκοῦν πε­ρισ­σό­τε­ ρα ἀ­γα­θὰ ὡς ἀν­τι­χά­ρι­σμα; Καὶ ποιά ἄλ­ λη δέ­χε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­χα­ρί­στη­ση αὐ­τὸν ποὺ τὴ φρον­τί­ζει καὶ τοῦ προ­τεί­ νει νὰ πά­ρει ἀ­πὸ αὐ­τὴν ὅ,τι τοῦ χρει­ά­ ζε­ται; Ἢ ποι­ά ἄλ­λη δέ­χε­ται καὶ πε­ρι­ ποι­εῖ­ται τοὺς ξέ­νους μὲ τό­ση ἀ­φθο­νί­α ἀ­γα­θῶν; Καὶ σὲ ποι­ὸν ἄλ­λον χῶ­ρο, πα­ρὰ στὸ ὕ­παι­θρο, μπο­ρεῖ νὰ συ­ναν­τή­σει κα­ νεὶς πι­ὸ με­γά­λη ἄ­νε­ση, ὥ­στε νὰ πε­ρά­σει τὸν χει­μώνα μὲ ἄ­φθο­νη φω­τι­ὰ καὶ θερ­ μὰ λου­τρά; Ἢ ποῦ ἀλ­λοῦ μπο­ρεῖ νὰ πα­ ρα­θε­ρί­σει κα­νεὶς πι­ὸ εὐ­χά­ρι­στα μὲ νε­ρά, ἀ­ε­ρά­κι καὶ δρο­σι­ὰ πα­ρὰ σὲ ἕ­να ἀ­γρό­κτη­ μα; Καὶ ποι­ά ἄλ­λη τέ­χνη ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ γε­ωρ­γί­α ἀ­φι­ε­ρώ­νει στοὺς θε­οὺς τὶς κα­ λύ­τε­ρες πρῶ­τες προ­σφο­ρὲς ἢ ἐ­ξα­σφα­λί­ ζει τὶς συν­θῆ­κες γι­ὰ τὴ δι­ορ­γά­νω­ση τῶν πι­ὸ τέ­λει­ων ἑ­ορ­τῶν; … Σί­γου­ρα θὰ μοῦ φαι­νό­ταν πα­ρά­ξε­νο, ἂν βρι­σκό­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἐ­λεύ­θε­ρος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἢ νὰ ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει κά­τι πι­ὸ εὐ­ χά­ρι­στο ἀ­πὸ τὴ γε­ωρ­γία­ἢ νὰ ἔ­χει βρεῖ μι­ὰ ἀ­πα­σχό­λη­ση πι­ὸ εὐ­χά­ρι­στη ἢ πι­ὸ ὠ­φέ­λι­μη γι­ὰ τὴ ζω­ή του. Ἡ γῆ δι­δά­σκει ἀ­κό­μη καὶ τὴ δι­και­ο­σύ­νη, σὲ ὅ­σους βέ­ βαι­α εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ τὴν κα­τα­λά­βουν· δι­ό­τι ἀν­τι­προ­σφέ­ρει πά­ρα πολ­λὰ ἀ­γα­θὰ σὲ ὅ­σους τὴν ὑ­πη­ρε­τοῦν καὶ τὴν καλ­λι­ερ­γοῦν μὲ ἄ­ρι­στο τρό­πο… Ἔ­χει λοι­πὸν πο­λὺ δί­κι­ο ἐ­κεῖ­νος ποὺ εἶ­πε πὼς ἡ γε­ωρ­γί­α εἶ­ναι μη­τέ­ρα καὶ τρο­φὸς τῶν ἄλ­λων τε­χνῶν. Δι­ό­τι, ἂν πά­ει κα­λὰ ἡ γε­ωρ­ γί­α, εὐ­δο­κι­μοῦν καὶ ὅ­λες οἱ ἄλ­λες τέ­χνες, ἐ­νῷ, ὅ­που ἡ γῆ μέ­νει ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ χέρ­σα, ἐ­κεῖ σχε­δὸν σβή­νουν καὶ οἱ ἄλ­λες τέ­χνες καὶ στὴν ξη­ρὰ καὶ στὴ θά­λασ­σα… Καὶ ἐν τέ­λει νὰ ξέ­ρεις κα­λά, Κρι­τό­βου­λε, πώς πρέ­ πει καὶ γι­ὰ τὴν πρό­ο­δο τῶν γε­ωρ­γι­κῶν μας ἀ­σχο­λι­ῶν νὰ ἐκ­ζη­τοῦ­με τὴ συν­δρο­μὴ τῶν θε­ῶν. Οἱ συ­νε­τοὶ ἄν­ θρω­ποι καὶ γι­ὰ τοὺς ὑ­γροὺς καὶ γι­ὰ τοὺς ξη­ροὺς καρ­ποὺς καὶ γι­ὰ τὰ βό­δι­α καὶ γι­ὰ τὰ ἄ­λο­γα καὶ γι­ὰ τὰ πρό­βα­τα καὶ βέ­βαι­α γι­ὰ ὅ­λα γε­νι­κῶς τὰ πράγ­μα­τα ποὺ τοὺς ἀ­νή­κουν καὶ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­σχο­λοῦν­ται, ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τὴ βο­ή­θει­α τῶν θε­ῶν. _
  • 121. 120 «Κ αὶ τὰ ραντίσματα εἶναι φαρμά- κι. Μὲ αὐτὰ τὰ ραντίσματα καὶ τὰ πουλιὰ τὰ καημένα ψοφᾶνε. Στὰ δένδρα ρίχνουν φάρμακα, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς ἀρρώ- στιες, καὶ μετὰ ἀρρωσταίνουν οἱ ἄνθρω- ποι. Δηλητηριάζουν τὰ πάντα. Δὲν εἶναι καλύτερα νὰ ρίχνουν λι- γώτερο φάρ- μακο καὶ νὰ παραχώνουν τὰ σάπια στὶς χωματερὲς ἀντὶ γιὰ τὰ γερά; Ὁλό- κληρο σύν- νεφο μὲ τὸ ράντισμα καὶ δὲν θὰ πειρά- ξη τὸν ἄνθρω- πο; Ἰδίως γιὰ τὰ μικρὰ παιδιά, αὐτὰ εἶναι θάνατος. Γι' αὐτὸ γεννιοῦνται ἄρρωστα. Εἶπα σὲ κάποιον: «Τί γίνεται; Σκοτώσατε τὰ ἔντομα καὶ τώρα σκοτώνονται οἱ ἄνθρωποι». Ραντίζουν τὰ λουλούδια, γιὰ νὰ σκο- τώσουν τὰ ἔντομα καὶ ἀρρωσταίνουν οἱ ἄνθρωποι. Μετὰ θὰ βροῦν πιὸ δυνατὰ φάρμακα, καὶ τελικὰ τί βγάζουμε; Ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι κάποια ἔντο- μα ποὺ τὰ σκότωσαν μὲ τὰ ραντίσματα, σκότωναν ἄλλα. Τώρα θὰ ἀναπτύξουμε αὐτά, γιὰ νὰ σκοτώνουν τὰ ἄλλα. Πῶς ὁ Θεὸς τὰ ἔχει κανονίσει! Ὅπου ἔχει τριζόνια, δὲν ὑπάρχουν κουνούπια. Ἦρθε στὸ Καλύβι ἕνας ποὺ εἶχε ἕνα μικρὸ μη- χανάκι ποὺ ἔκανε ἕναν θόρυβο σὰν τριζόνι, ἀλλὰ πιὸ ἄγριο, γιὰ νὰ διώ- χνη τὰ κου- νούπια. Σκο- τώνουν τὰ τριζόνια, ποὺ ἔβγαζαν καὶ ἕναν γλυκὸ ἦχο, καὶ πᾶνε αὐτὰ ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς νὰ τὰ κάνουν μὲ μπαταρία! Τὰ σκότωσαν ὅλα. τρυγό- νια, τριζόνια...πάνια νὰ δῆς καὶ κόρακα ἀκόμη. Σὲ λίγο θὰ βάζωμε τὸν κόρακα στὸ κλουβί!..». _ Γέρ. Παϊσίου, Λόγοι Α΄, Μὲ πόνο καὶ ἀγά­ πη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, Σουρωτῆ Θεσ- σαλονίκης, 1998, σελ. 141. ΤΑ ΡΑΝΤΙΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ Γέροντος Παϊσίου
  • 122. 121 Ἐ μπειρικὴ συνταγὴ γιὰ τὴν Παρα­ σκευὴ χωριάτικου ἄρτου, ἀποκλει­ στικῶς καὶ μόνο μὲ προζύμι (χωρὶς μαγιά). Ποσότητες ὑλικῶν γιὰ τὴν παρού- σα περίσταση: 12 κιλὰ ἄλευρο, 3 κιλὰ προζύμι. Ἔχουμε κρατήσει ἀπὸ τὴν προηγού- μενη ζύμη περίπου 100 γρ ζυμάρι (ἀφοῦ τὸ εἴχαμε φυλάξει σὲ ζεστὸ περιβάλλον γιὰ μισὴ περίπου ἡμέρα, ὥστε νὰ φου- σκώση καὶ νὰ κάνουν οἱ μύκητες τὸν κύ- κλο τους), τὸ ὁποῖο διατηροῦμε, χειμώνα -καλοκαίρι, μέσα σὲ ἄλευρο. [Σημειωτέον ὅτι κάθε φορὰ ποὺ δημι- ουργοῦμε - κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καινούριο προζύμι, πρέπει νὰ τὸ ἀφήνωμε λίγες ἡμέρες, ὥστε νὰ κάνουν οἱ μύκητες τὸν πλήρη κύκλο τους.] Ἀναπιάσμα Α: Βγάζομε ἀπὸ τὸ ἄλευ- ρο τὸ (περίπου 100 γρ) προζύμι ποὺ κρα- τήσαμε ἀπὸ τὴν προηγούμενη ζύμη, καὶ τὸ διαλύομε σὲ 400-500 γρ χλιαροῦ νεροῦ (30-35 C) ἐντὸς μίας λεκάνης. Ἔπειτα προσθέτουμε στὴ λεκάνη 0,5 κιλὰ λευ- κοῦ ἀλεύρου, μαλακοῦ 70% ἢ κίτρινου σκληροῦ, τύπου Μ (εἴτε ἀνάμεικτα) καὶ ἀναπιάνουμε. Σκεπάζομε τὴ λεκάνη τοῦ ἀλεύρου μὲ μία ἀναστροφὴ ὅμοια λεκά- νη, δημιουργώντας ἔτσι ἕναν «μικροθά- λαμο» καὶ τὴν ἀφήνομε σὲ ζεστὸ ( 30 C) χῶρο γιὰ περίπου 12-15 ὧρες. ἈναπιάσμαΒ:Ἀδειάζομετὸπεριεχόμε- νο τῆς λεκάνης στὸ ζυμωτήριό μας. Προ- σθέτομε 2 κιλὰ χλιαροῦ νεροῦ καὶ ἀνα- κατεύομε. Ἔπειτα ρίχνομε στὸ ζυμωτή- ριο 2,5 κιλὰ ἀλεύρου μαλακοῦ 70% εἴτε σκληροῦ τύπου Μ (εἴτε σὲ συνδυασμὸ ἀμφότερα) καὶ ἀναπιάνομε. Σκεπάζομε τὸ ζυμωτήριο μὲ σενδόνι καὶ νάυλον γιὰ νὰ διατηρηθῆ ἡ θερμοκρασία. Φροντίζομε ὁ χῶρος, ὅπου εὑρίσκεται τὸ ζυμωτήριο, νὰ εἶναι ζεστός καὶ ἀφήνουμε νὰ «δουλέ- ψη» τὸ προζύμι γιὰ περίπου 12 ὧρες. Ζύμωμα: Ρίχνομε στὸ ζυμωτήριο 9 κιλὰ ἀλεύρι τῆς ἀρεσκείας μας. Προτεινό- μενη ἀναλογία γιὰ μαῦρο ψωμί: 5 κιλὰ ἀλεύρι ὁλικῆς ἀλέσεως καὶ 4 κιλὰ μαλακὸ 70%· ἂν θέλωμε προσθέτουμε καὶ 100 γρ βύνη καφέ. Προτεινόμενη ἀναλογία γιὰ κίτρινο ψωμί: 7,5 κιλὰ ἀλεύρι τύπου Μ ἀπὸ σκληρὸ σιτάρι καὶ 1,5 κιλὰ μαλακὸ 70%. Προτεινόμενη ἀναλογία γιὰ λευκὸ ψωμί: 6,5 κιλὰ ἀλεύρι μαλακὸ 70% καὶ 2,5 κιλὰ σκληρὸ τύπου Μ. Ἀφοῦ ρίξομε τὰ ἄλευρα στὸ ζυμωτήριο, προσθέτουμε 3 κιλὰ κρύο νερό, μέσα στὸ ὁποῖο ἔχομε προηγουμένως διαλύσει 200 γρ ἁλάτι, καὶ ἀμέσως ἀρχίζομε τὸ ζύμωμα, ὥστε νὰ μὴν προλάβη τὸ κρύο νερὸ νὰ ἐπηρε- άση τοὺς ζεστοὺς μύκητες τοῦ προζυμι- οῦ. Καθ' ὃλην τὴ διάρκεια τοῦ ζυμώμα- τος προσθέτουμε λίγο- λίγο νερὸ μέχρι νὰ γίνη τὸ ζυμάρι ὅπως τὸ θέλουμε. Ἀφή- νουμε νὰ ξεκουραστῆ ἡ ζύμη γιὰ 15-20 λεπτά, καὶ ἀρχίζομε νὰ πλάθωμε καὶ νὰ στοφάρωμε γιὰ περίπου 2 ὧρες. Ἀκολού- θως φουρνίζουμε. Καλὴ ἐπιτυχία! _ ΑΡΤΟΣ ΜΕ ΠΡΟΖΥΜΙ «ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ» Σπυρίδωνος Χαραβόπουλου Ἀρτοποιεῖον «Τὸ Ἀρχονταρίκι»
  • 123. 122 Τ ὰ εὑ­ρή­μα­τα τῆς με­λέ­της τῶν 7 χω­ ρῶν (Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, Ἑλ­λά­δα, ΗΠΑ, Ἰ­α­πω­νί­α, Ἰ­τα­λί­α, Ὀλ­λαν­δί­α καὶ Φιν­ λαν­δί­α) ἔ­δει­ξαν ὅ­τι οἱ Με­σο­γεια­κοὶ λα­οί, καὶ κυ­ρί­ως οἱ Κρη­τι­κοί, ἐμ­φά­νι­ζαν τὸ μι­κρό­τε­ρο πο­σο­στὸ θνη­σι­μό­τη­τας ἀ­πὸ καρ­δι­αγ­γεια­κὰ νο­σή­μα­τα καὶ καρ­κί­νο, κα­θὼς καὶ τὸν με­γα­λύ­τε­ρο μέ­σο ὅ­ρο ζω­ῆς. Αὐ­τὸ ὀ­φεί­λε­ται σὲ μί­α δι­α­τρο­φή, ἡ ὁ­ποί­α βα­σι­ζό­ταν σὲ φυ­τι­κὰ τρό­φι­μα, φροῦ­τα, λα­χα­νι­κά, μὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­να δη­μη­τρια­ κά, ἐ­λαι­ό­λα­δο καὶ κόκ­κι­νο κρα­σί. Ὁ­πότε καὶ υἱ­ο­θε­τή­θη­καν οἱ δι­α­τρο­φι­κὲς ὁ­δη­γί­ες, ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζον­ται στὴν πυ­ρα­μί­δα τῆς Με­σο­γεια­κῆς Δι­α­τρο­ φῆς. Ἡ πυ­ρα­μί­δα τῆς Με­σο­γεια­κῆς Δι­α­τρο­φῆς χω­ρί­ζε­ται σὲ τρί­α ἐ­πί­ πε­δα, βά­σει τῆς συ­χνό­τη­τας κα­τα­ νά­λω­σης τῶν τρο­φί­μων ποὺ ἀ­πει­ κο­νί­ζει (σὲ μη­νια­ῖα, ἑ­βδο­μα­δια­ία καὶ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση). Ἡ πυ­ρα­μί­δα ἔ­χει στὴ βά­ση της τὰ τρό­φι­μα ποὺ πρέ­πει νὰ κα­τα­να­ λώ­νον­ται κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ σὲ ση­μαν­τι­κὲς πο­σό­τη­τες, ἐ­νῷ ἀν­τί­θε­τα στὴν κο­ρυ­φὴ της, βρί­σκον­ται οἱ τρο­φὲς ποὺ πρέ­πει νὰ κα­τα­να­λώ­νον­ται ἀ­ραι­ὰ καὶ σὲ μι­κρό­τε­ ρες πο­σό­τη­τες. Τὰ κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­ κά της εἶ­ναι, ὅ­τι εἶ­ναι πλού­σια σὲ φροῦ­ ΠΩΣ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΥΜΦΩΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΗΣΤΕΙΑ Δρούγ­κα Χρι­στί­νας  MSc Κλι­νι­κός Δι­αι­το­λό­γος Public Health Nutritionist ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΧΑΡΟΚΟΠΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ NORTH LONDON MASTER ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ SOUTHAMPTON
  • 124. 123 τα, λα­χα­νι­κὰ καὶ λί­γο ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­να δη­μη­τρια­κὰ (ὁ­λι­κῆς ἀ­λέ­σε­ως). Πε­ρι­λαμ­ βά­νει τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ κα­τα­νά­λω­ση γα­ λα­κτο­κο­μι­κῶν προ­ϊ­όν­των καὶ τὴ χρή­ση τοῦ ἐ­λαι­ο­λά­δου, ὡς τὸ κύ­ριο λί­πος τῆς δί­αι­τας. Ἀ­κό­μα, πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴν κα­τα­ νά­λω­ση ψα­ρι­ῶν, που­λε­ρι­κῶν καὶ ὀ­σπρί­ ων σὲ ἑ­βδο­μα­δια­ία βά­ση, ἐ­νῷ προτείνει τὸν πε­ρι­ο­ρι­σμὸ στὴν κατα­νά­λω­ση κόκ­ κι­νου κρέ­α­τος. Πρω­ταρ­χι­κὸς στό­χος τῶν δι­α­τρο­φι­ κῶν ὁ­δη­γι­ῶν ποὺ βα­σί­ζον­ται στὴ Με­ σο­γεια­κὴ δί­αι­τα εἶ­ναι ἡ δι­α­τή­ρη­ση τοῦ βά­ρους τοῦ κά­θε ἀ­τό­μου σὲ ὑ­γι­ῆ ἐ­πί­πε­ δα. Γιὰ νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ αὐ­τὸς ὁ στό­χος, θὰ πρέ­πει νὰ λαμ­βά­νον­ται ὑ­πό­ψη τό­σο ἡ ποι­κι­λί­α, ὅ­σο καὶ ἡ πο­σό­τη­τα κα­τα­νά­ λω­σης τῶν δι­α­φό­ρων τρο­φῶν. Στὴν πυ­ ρα­μί­δα, δί­νε­ται ἔμ­φα­ση στὶς συ­χνό­τη­ τες κα­τα­νά­λω­σης καὶ ὄ­χι στὶς ἀ­κρι­βεῖς πο­σό­τη­τές τους σὲ γραμ­μά­ρια. Ἔ­τσι, ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μι­κρο­με­ρί­δων πού ἀ­να­γρά­ φον­ται σὲ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κὸς καὶ ἀν­ τι­στοι­χεῖ στὸν μέ­σο ἄν­θρω­πο. Οἱ ἀ­κρι­ βεῖς πο­σό­τη­τες τῆς κά­θε τρο­φῆς ἐ­ξαρ­ τῶν­ται ἀ­πὸ τὸ βά­ρος, τὸ ὕ­ψος, τὴν ἡ­λι­ κί­α, τὸ φῦλο καὶ τὸν βαθ­μὸ τῆς σω­μα­τι­ κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας τοῦ κά­θε ἀ­τό­μου. Ἡ βά­ση τῆς πυ­ρα­μί­δας ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ τρο­φὲς ὅ­πως εἶ­ναι τὰ δη­μη­τρια­κὰ καὶ τὰ προ­ϊ­όν­τα τους (ψω­μί, ζυ­μα­ρι­κά, ρύ­ζι, κ.ἄ.), ποὺ πρέ­πει νὰ κα­τα­να­λώ­νον­ ται σὲ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση, κα­θὼς μᾶς πα­ ρέ­χουν ἐ­νέρ­γεια μέ­σῳ τῶν ὑ­δα­ταν­θρά­ κων ποὺ πε­ρι­έ­χουν. Τὰ τρό­φι­μα αὐ­τὰ εἶ­ ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χα­μη­λὰ σὲ λί­πος. Ὅ­ταν μά­λι­στα εἶ­ναι ὁ­λι­κῆς ἀ­λέ­σε­ως, τό­ τε πα­ρέ­χουν καὶ ἀρ­κε­τὲς φυ­τι­κὲς ἴ­νες, οἱ ὁ­ποῖ­ες βο­η­θοῦν στὴν κα­λύ­τε­ρη λει­τουρ­ γί­α τοῦ ἐν­τέ­ρου καὶ στὴ μεί­ω­ση τῆς χο­ λη­στε­ρό­λης. Ἡ ὁ­μά­δα τῶν φρού­των καὶ τῶν λα­χα­νι­κῶν, ἀ­πο­τε­λεῖ κα­λὴ πη­γὴ ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κῶν καὶ ἄλ­λων βι­τα­μι­νῶν (βι­τα­μί­νες A, C, βι­τα­μί­νες συμ­πλέγ­μα­ τος Β, κ.λπ.), ἀ­νόρ­γα­νων στοι­χεί­ων, ἄλ­ λων ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κῶν οὐ­σι­ῶν καὶ φυ­τι­ κῶν ἰ­νῶν. Ἡ κα­τα­νά­λω­ση φρού­των καὶ λα­χα­νι­κῶν δρᾶ προ­στα­τευ­τι­κὰ, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὸν κίν­δυ­νο ἐμ­φά­νι­σης καρ­δι­ αγ­γεια­κῶν νο­ση­μά­των καὶ δι­α­φό­ρων μορ­φῶν καρ­κί­νου. Βα­σι­κὸ συ­στα­τι­κό τῆς Με­σο­γεια­κῆς Δι­α­τρο­φῆς εἶ­ναι τὸ ἐ­λαι­ό­λα­δο. Πλῆ­θος ἐ­ρευ­νῶν ἔ­χουν δεί­ξει ὅ­τι τὸ ἐ­λαι­ό­λα­δο, ποὺ εἶ­ναι πλού­σιο σὲ μο­νο­α­κό­ρε­στα λι­ πα­ρὰ ὀ­ξέ­α καὶ σὲ ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κὲς οὐ­σί­ ες, πα­ρέ­χει προ­στα­σί­α κα­τὰ τῆς στε­φα­ νια­ίας νό­σου καὶ μει­ώ­νει τὰ ἐ­πί­πε­δα τῆς «κα­κῆς» χο­λη­στε­ρό­λης, ἐ­νῷ πα­ράλ­λη­λα
  • 125. 124 αὐ­ξά­νει τὰ ἐ­πί­πε­δα τῆς «κα­λῆς» χο­λη­ στε­ρό­λης. Τὰ γα­λα­κτο­κο­μι­κὰ προ­ϊ­όν­τα ἀ­πο­τε­λοῦν πη­γὴ τό­σο ἀ­νόρ­γα­νων στοι­ χεί­ων καὶ βι­τα­μι­νῶν μὲ πιὸ γνω­στὸ τὸ ἀ­σβέ­στιο, ὅ­σο καὶ πρω­τε­ϊ­νῶν ὑ­ψη­λῆς δι­ α­τρο­φι­κῆς ἀ­ξί­ας. Τὸ ἀ­σβέ­στιο εἶ­ναι ἀ­πα­ ραί­τη­το γιὰ γε­ρὰ ὀ­στᾶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ σώ­μα­τος, καὶ γιὰ τὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ὀ­στι­κῆς μά­ζας κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς. Ἐ­πί­σης, μί­α δι­α­τρο­φὴ πλού­σια σὲ ἀ­σβέ­στιο μει­ώ­νει τὸν κίν­δυ­νο φθο­ρᾶς τῶν ὀ­στῶν στὶς με­ γα­λύ­τε­ρες ἡ­λι­κί­ες καὶ κυ­ρί­ως στὶς γυ­ ναῖ­κες κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἐμ­μη­νό­παυ­ σης καὶ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἡ κα­τα­νά­λω­ση χα­μη­λῶν σὲ λι­πα­ρὰ γα­λα­κτο­κο­μι­κῶν προ­ϊ­όν­των (ἀλ­λὰ ὄ­χι ἄ­πα­χων, 0%) μπο­ ρεῖ νὰ ἔ­χει πλε­ο­νε­κτή­μα­τα γιὰ τὴν ὑ­γε- ί­α, ἀ­φοῦ τὰ τρό­φι­μα αὐ­τὰ πε­ρι­έ­χουν μὲν τὰ εὐ­ερ­γε­τι­κὰ συ­στα­τι­κὰ τῶν γα­λα­κτο­ κο­μι­κῶν, ἀλ­λὰ πα­ράλ­λη­λα ἔ­χουν χα­μη­ λὴ πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τα σὲ κο­ρε­σμέ­να λι­πα­ρὰ (τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν συ­σχε­τι­σθεῖ μὲ καρ­δι­ο­ αγ­γεια­κὰ καὶ ἄλ­λα νο­σή­μα­τα). Τὰ ψά­ρια, καὶ κυ­ρί­ως τὰ λι­πα­ρά, πε­ ρι­έ­χουν με­γά­λες πο­σό­τη­τες ω3 πο­λυ­α­ κό­ρε­στων λι­πα­ρῶν ὀ­ξέ­ων, τὰ ὁ­ποῖα θε­ ω­ρεῖ­ται ὅ­τι μει­ώ­νουν ση­μαν­τι­κὰ τὴν πι­ θα­νό­τη­τα ἐμ­φά­νι­σης στε­φα­νια­ίας νό­σου. Ἐ­πι­πλέ­ον, πε­ρι­έ­χουν πρω­τε­ΐ­νες ὑ­ψη­λῆς βι­ο­λο­γι­κῆς ἀ­ξί­ας καὶ δι­ά­φο­ρα ἀ­νόρ­γα­να στοι­χεῖ­α. Τὰ που­λε­ρι­κὰ πα­ρέ­χουν στὸν ὀρ­γα­νι­σμὸ πρω­τε­ΐ­νες ὑ­ψη­λῆς δι­α­τρο­φι­ κῆς ἀ­ξί­ας καὶ σί­δη­ρο, εὔ­κο­λα ἀ­φο­μοι­ώ­ σι­μο ἀ­πὸ τὸν ὀρ­γα­νι­σμό. Τὰ ἀβγὰ εἶ­ναι τρο­φὴ πλού­σια σὲ πρω­τε­ΐ­νες ὑ­ψη­λῆς βι­ ο­λο­γι­κῆς ἀ­ξί­ας, βι­τα­μί­νες καὶ ἀ­νόρ­γα­να στοι­χεῖ­α. Τὰ ὄ­σπρια, οἱ ξη­ροὶ καρ­ποὶ καὶ οἱ ἐ­λι­ὲς ἀ­πο­τε­λοῦν μα­ζὶ μί­α ὁ­μά­δα τρο­φί­ μων. Τὰ ὄ­σπρια δί­νουν ἐ­νέρ­γεια, ἔ­χουν χα­μη­λὰ λι­πα­ρά, πολ­λὲς φυ­τι­κὲς ἴ­νες καὶ εἶ­ναι πο­λὺ πλού­σια σὲ πρω­τε­ΐ­νες (χα­μη­ λό­τε­ρης ὅ­μως βι­ο­λο­γι­κῆς ἀ­ξί­ας ἀ­πὸ αὐ­ τὲς τοῦ κρέ­α­τος καὶ τῶν γα­λα­κτο­κο­μι­ κῶν) καὶ σὲ σί­δη­ρο (ὄ­χι ὅ­μως τό­σο ἀ­πορ­ ρο­φή­σι­μης μορ­φῆς ὅ­σο τοῦ κρέ­α­τος). Οἱ ξη­ροὶ καρ­ποὶ ἔ­χουν κα­τὰ κα­νό­να ὑ­ψη­λὴ πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τα σὲ μο­νο­α­κό­ρε­στα λι­πα­ ρὰ ὀ­ξέ­α, ὅ­πως καὶ τὸ ἐ­λαι­ό­λα­δο, καὶ πολ­ λὲς με­λέ­τες ἔ­χουν δεί­ξει ὅ­τι μει­ώ­νουν τὰ ἐ­πί­πε­δα τῆς χο­λη­στε­ρό­λης. Εἶ­ναι πλού­ σιοι σὲ φυ­τι­κὲς ἴ­νες καὶ βι­τα­μί­νες (ὅ­πως βι­τα­μί­νη Ε), ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ ἀ­πο­φεύ­γε­ ται ἡ κα­τα­νά­λω­σή τους σὲ με­γά­λες πο­σό­
  • 126. 125 τη­τες, για­τί πε­ρι­έ­χουν πολ­λὲς θερ­μί­δες. Οἱ πα­τά­τες πα­ρέ­χουν ἐ­νέρ­γεια καὶ ἀ­πο­ τε­λοῦν σχε­τι­κὰ κα­λὴ πη­γὴ βι­τα­μί­νης C. Ἔ­χουν ὅ­μως ὑ­ψη­λὸ γλυ­και­μι­κὸ δεί­κτη, ἀ­φοῦ με­τα­τρέ­πον­ται γρή­γο­ρα σὲ γλυ­κό­ ζη, ὅ­πως καὶ τὸ λευ­κὸ ψω­μὶ ἢ τὰ πε­ρισ­ σό­τε­ρα γλυ­κά, καὶ ἔ­τσι ἡ με­γά­λη κα­τα­ νά­λω­σή τους ἔ­χει συ­σχε­τι­στεῖ θε­τι­κὰ μὲ κίν­δυ­νο ἀ­νά­πτυ­ξης δι­α­βή­τη τύ­που 2. Τὰ γλυ­κὰ πε­ρι­έ­χουν συ­νή­θως ζά­χα­ ρη, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ κα­τα­νά­λω­ση ἔ­χει συ­ σχε­τι­σθεῖ μὲ ἐμ­φά­νι­ση τε­ρη­δό­νας καὶ λό­γῳ τῶν ὑ­ψη­λῶν θερ­μί­δων ποὺ ἀ­πο­δί­ δουν βο­η­θοῦν στὴν ἐμ­φά­νι­ση πα­χυ­σαρ­ κί­ας. Κα­λὸ εἶ­ναι ἡ κα­τα­νά­λω­σή τους νὰ γί­νε­ται μὲ μέ­τρο. Τὸ κόκ­κι­νο κρέ­ας (μο­ σχα­ρί­σιο, χοι­ρι­νό, κα­τσι­κί­σιο καὶ ἀρ­νί­ σιο) πε­ρι­έ­χει πρω­τε­ΐ­νες ὑ­ψη­λῆς δι­α­τρο­ φι­κῆς ἀ­ξί­ας, σί­δη­ρο, πο­λὺ κα­λὰ ἀ­πορ­ρο­ φή­σι­μο ἀ­πὸ τὸν ὀρ­γα­νι­σμό, ψευ­δάρ­γυ­ ρο καὶ βι­τα­μί­νες. Πε­ρι­έ­χουν, ὅ­μως, καὶ κο­ρε­σμέ­να λι­πα­ρὰ ὀ­ξέ­α, τὰ ὁ­ποῖα ἔ­χουν δυ­σμε­νεῖς ἐ­πι­δρά­σεις στὴν ὑ­γεί­α. Συ­νε­ πῶς, ἡ συ­χνό­τη­τα κα­τα­νά­λω­σής τους πρέ­πει νὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἡ δι­α­τρο­φὴ τῆς νη­στεί­ας εἶ­ναι πα­ ράλ­λη­λη μὲ τὴ χορ­το­φα­γί­α καὶ τὴ Με­ σο­γεια­κὴ δι­α­τρο­φὴ, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι κα­λὰ τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νες γιὰ τὴ συμ­βο­λή τους στὴ μεί­ω­ση καρ­δι­αγ­γεια­κῶν νο­ση­μά­των, καρ­κί­νου, χο­λη­στε­ρό­λης. Γε­νι­κὰ ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἀ­πο­φυ­γὴ ζω­ϊκῶν τρο­φί­μων, δη­λα­ δὴ κρέ­α­τος, ἀβ­γῶν καὶ γα­λα­κτο­κο­μι­κῶν προ­ϊ­όν­των (τυ­ρί, γά­λα καὶ γι­α­ούρ­τι) καὶ ψά­ρι, ἐ­κτὸς 25ης Μαρ­τί­ου καὶ Κυ­ρια­κῆς τῶν Βα­ΐ­ων. Ταυ­τό­χρο­να πα­ρα­τη­ρεῖ­ται αὐ­ξη­μέ­νη κα­τα­νά­λω­ση σὲ ὄ­σπρια, φροῦ­ τα, λα­χα­νι­κά, θα­λασ­σι­νά, χόρ­τα, ψω­μί, πα­τά­τες καὶ ζυ­μα­ρι­κὰ ἢ καὶ κά­ποι­ο νη­ στί­σι­μο γλυ­κὸ (χαλ­βάς, πα­στέ­λι). Μὲ μί­α πρώ­τη μα­τιὰ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε πὼς ἡ νη­στεί­α πρὶν ἀπὸ τὸ Πά­σχα συ­νι­στᾶ μί­α δι­α­τρο­φὴ φτω­χὴ σὲ κο­ρε­σμέ­να λί­πη καὶ χο­λη­στε­ρό­λη καὶ πλού­σια σὲ μο­νο­α­κό­ ρε­στα λί­πη, φυ­τι­κὲς ἴ­νες καὶ βι­τα­μί­νες. Τρο­φές, ὅ­πως τὰ ὄ­σπρια, τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ λα­χα­νι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πλού­σια σὲ φυ­τι­κὲς ἴ­νες, συν­τε­λοῦν στὴν κα­λύ­ τε­ρη κι­νη­τι­κό­τη­τα τοῦ ἐν­τέ­ρου κα­τα­πο­ λε­μών­τας τὴ δυ­σκοι­λι­ό­τη­τα, ἐ­νῷ ταυ­τό­ χρο­να μπο­ροῦν, ἂν κα­τα­να­λώ­νον­ται σὲ συ­στη­μα­τι­κὴ βά­ση, νὰ δρά­σουν προ­λη­ πτι­κὰ στὸν καρ­κί­νο τοῦ πα­χέ­ος ἐν­τέ­ ρου. Ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ ζω­ϊκῆς πρω­τε­ΐ­νης γιὰ 40 ἡ­μέ­ρες μπο­ρεῖ νὰ ρί­ξει τὴν «κα­κὴ» χο­λη­στε­ρό­λη (LDL). Ἐ­πί­σης, τὰ μο­νο­α­ κό­ρε­στα λι­πα­ρὰ ὀ­ξέ­α τοῦ ἐ­λαι­ο­λά­δου ρί­ χνει τὴν LDL καὶ αὐ­ξά­νει τὴν «κα­λὴ» χο­λη­στε­ρό­λη (HDL), δη­μι­ουρ­γών­τας μί­α ἀ­σπί­δα προ­στα­σί­ας ἀ­πέ­ναν­τι στὴ στε­φα­νια­ία νό­σο. Τὰ ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κὰ, ἀ­πο­τε­λοῦν τὸν κυ­ρι­ό­τε­ρο μη­χα­νι­σμὸ ἄ­μυ­νας τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ, κα­τα­στρέ­φον­ τας τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ρί­ζες καὶ προ­φυ­λάσ­
  • 127. 126 σον­τάς μας ἀ­πὸ ἀ­σθέ­νει­ες. Τὸ ἐ­λαι­ό­λα­δο, τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ λα­χα­νι­κὰ ἐμ­πλου­τί­ ζουν τὸν ὀρ­γα­νι­σμό μας μὲ αὐ­τὲς τὶς οὐ­ σί­ες καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να μὲ κα­ρο­τε­νο­ει­δῆ, βι­τα­μί­νες, σε­λή­νιο καὶ βι­ο­φλα­βο­νο­ει­δῆ, ἐ­νῷ ταυ­τό­χρο­να μει­ώ­νον­τας τὴν πρόσ­ λη­ψη τοῦ κο­ρε­σμέ­νου λί­πους το­νώ­νου­ με ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ ἀ­νο­σο­ποι­η­τι­κό μας. Τὸ κρέ­ας καὶ τὰ γα­λα­κτο­κο­μι­κὰ πε­ ρι­έ­χουν κο­ρε­σμέ­νο λί­πος, βλα­βε­ρὸ γιὰ τὴν καρ­διά, ἐ­νῷ τὸ ἐ­λαι­ό­λα­δο, τὸ ἀ­βο­ κάν­το, τὸ τα­χί­νι, οἱ ξη­ροὶ καρ­ποί, τὰ θα­ λασ­σι­νὰ κ.ἄ., πε­ρι­έ­χουν μο­νο­α­κό­ρε­στα καὶ πο­λυ­α­κό­ρε­στα λι­πα­ρὰ (ὠ­μέ­γα-3 καὶ ὠ­μέ­γα-6), τὰ ὁ­ποῖ­α δροῦν στὴν κα­λύ­τε­ ρη λει­τουρ­γί­α τῆς καρ­διᾶς. Ὅ­ταν δὲν κα­ τα­να­λώ­νε­τε με­γά­λες πο­σό­τη­τες ὑ­δα­ταν­ θρά­κων, τό­τε οἱ φυ­τι­κὲς ἴ­νες μει­ώ­νουν τὰ ἐ­πί­πε­δα γλυ­κό­ζης στὸ αἷ­μα. Τὰ φροῦ­ τα, τὰ λα­χα­νι­κὰ καὶ τὰ δη­μη­τρια­κὰ, θὰ σᾶς βο­η­θή­σουν σὲ αὐ­τό, ἀρ­κεῖ νὰ τρῶ­τε συ­χνὰ καὶ τα­κτι­κὰ γεύ­μα­τα. Κατά τὴν περίοδο τῆς νη­στεί­ας ἔ­χο- υμε μει­ω­μέ­νη πρόσ­λη­ψη σι­δή­ρου, ἀ­σβε­ στί­ου, βι­τα­μί­νης Β12, ἴ­σως φο­λι­κοῦ ὀ­ξέ­ ος καὶ πρω­τε­ϊ­νῶν, κυ­ρί­ως τῶν βα­σι­κῶν ἀ­μι­νο­ξέ­ων. Πη­γὲς σι­δή­ρου κα­τὰ τὴ διά­ ρκεια τῆς νη­στεί­ας εἶ­ναι τὰ ὄ­σπρια, τὰ θα­λασ­σι­νά, οἱ ξη­ροὶ καρ­ποί, ὁ­λι­κῆς ἀ­λέ­ σε­ως δη­μη­τρια­κά, ἐμ­πλου­τι­σμέ­να δη­ μη­τρια­κά, ἀ­πο­ξη­ρα­μέ­να φροῦ­τα, καὶ τὰ πρά­σι­να σκοῦρα, φυλ­λώ­δη πρά­σι­να λα­ χα­νι­κά, π.χ. μπρό­κο­λο. Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸ νὰ ση­μει­ώ­σου­με ἐ­δῶ ὅ­τι ὁ συν­δυα­σμὸς προ­ϊ­όν­των πλού­σι­ων σὲ βι­τα­μί­νη C (ἑ­σπε­ρι­δο­ει­δῆ, ντο­μά­τες, πι­πε­ρι­ές, ἀ­κτι­ νί­διο, κ.ἄ.)  μὲ τὶς πη­γὲς σι­δή­ρου αὐ­ξά­ νουν τὴν ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κό­τη­τα τοῦ σι­δή­ ρου. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μπό­λι­κο λε­μό­νι στὸ μπρό­κο­λο ἢ μί­α σα­λά­τα μὲ ντο­μά­τες καὶ λε­μό­νι μα­ζὶ μὲ τὶς φα­κές. Ἡ κύ­ρια πη­γὴ ἀ­σβε­στί­ου εἶ­ναι τὰ γα­λα­κτο­κο­μι­κὰ προ­ϊ­όν­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­ φεύ­γον­ται στὴ νη­στεί­α. Τὸ ἀ­σβέ­στιο ἀ­πὸ τὰ γα­λα­κτο­κο­μι­κὰ ἔ­χει κα­λύ­τε­ρη ἀ­πορ­ρό­φη­ση ἀ­πὸ τὸν ὀρ­γα­νι­σμὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­σβέ­στιο ποὺ βρί­σκε­ται σὲ φυ­τι­κὲς τρο­ φές. Τὸ ἀ­σβέ­στιο ὅ­μως σὲ με­ρι­κὰ λα­χα­ νι­κά, ὅ­πως τὸ μπρό­κο­λο, ἔ­χει πο­λὺ κα­ λὴ ἀ­πορ­ρό­φη­ση. Ἄλ­λα τρό­φι­μα πλού­σια σὲ ἀ­σβέ­στιο εἶ­ναι σα­λιγ­κά­ρια, ὄ­σπρια, σκοῦ­ρα πρά­σι­να λα­χα­νι­κά, σου­σά­μι καὶ
  • 128. 127 πα­ρά­γω­γα (τα­χί­νι, χαλ­βά), πα­στὰ σύκα, ξη­ροὶ καρ­ποὶ π.χ. ἀ­μύ­γδα­λα, δη­μη­τρια­ κὰ ἐμ­πλου­τι­σμέ­να μὲ ἀ­σβέ­στιο. Γιὰ τὴν βι­τα­μί­νη Β12 ἡ μό­νη πη­γὴ στὴ δι­α­τρο­φὴ εἶ­ναι τὰ προ­ϊ­όν­τα ζω­ϊ­κῆς προ­έ­λευ­σης, ὅ­πως ὀ­στρα­κο­ει­δῆ. Ὁ ἐμ­ πλου­τι­σμὸς τρο­φί­μων μὲ Β12 εἶ­ναι ἡ ἄλ­ λη πι­θα­νὴ πη­γή, ὅ­πως τὰ ἐμ­πλου­τι­σμέ­ να δη­μη­τρια­κὰ. Τέ­λος, ἡ πρω­τε­ΐ­νη εἶ­ναι ση­μαν­τι­ κὴ ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων γιὰ τὴν πρόσ­λη­ψη ἀ­πα­ραί­τη­των ἀ­μι­νο­ξέ­ων (τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν μπο­ρεῖ ὁ ὀρ­γα­νι­σμὸς ἀ­πὸ μό­νος του νὰ πα­ρα­γά­γει). Ἡ πρω­τε­ΐ­νη ζω­ϊκῆς προ­ έ­λευ­σης μᾶς χα­ρί­ζει ὅ­λα τὰ ἀ­πα­ραί­τη­ τα ἀ­μι­νο­ξέ­α τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­α γιὰ τὴν ὁ­μα­λὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ ὀρ­γα­νι­ σμοῦ. Οἱ φυ­τι­ κὲς πρω­τε­ΐ­νες σπά­νια πε­ρι­έ­χουν ὅ­λα τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ἀ­μι­νο­ξέ­α καὶ ἔ­τσι πρέ­πει νὰ γί­νε­ται συν­δυα­σμὸς φυ­τι­κῶν τρο­φί­μων. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, οἱ φα­κὲς καὶ τὸ ρύ­ζι μα­ ζὶ συμ­πλη­ρώ­νουν ὅ­λα τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ἀ­μι­νο­ξέ­α κά­τι ποὺ δὲν θὰ κα­τα­φέρ­να­με ἂν κα­τα­να­λώ­να­με τὴν κά­θε τρο­φὴ ξε­ χω­ρι­στά. Ὑ­πάρ­χουν κά­ποι­ες πε­ρι­πτώ­ σεις, ποὺ ἡ νη­στεί­α χρει­ά­ζε­ται προ­σο­χή. Καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι σὲ ἄ­το­μα μὲ προ­βλή­μα­ τα δι­α­βή­τη, ὀ­στε­ο­πό­ρω­σης, ἡ­πα­τι­κῆς ἢ νε­φρι­κῆς ἀ­νε­πάρ­κειας, σι­δη­ρο­πε­νι­κῆς ἀ­ναι­μί­ας θὰ πρέ­πει νὰ νη­στέ­ψουν μό­νο μὲ τὴν κα­θο­δή­γη­ση δι­αι­το­λό­γου. Ἐ­νῷ κα­λύ­τε­ρα, νὰ ἀ­πο­φεύ­γουν τὴ νη­στεί­α γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα οἱ εὐ­αί­σθη­τες πλη­ θυ­σμια­κὲς ὁ­μά­δες (παι­διὰ σὲ ἀ­νά­πτυ­ξη, ὑ­πε­ρή­λι­κες, ἀ­θλη­τές, ἐγ­κυ­μο­νοῦ­σες καὶ γυ­ναῖ­κες σὲ γα­λου­χί­α) κα­θὼς τὸ κρέ­ας, τὰ γα­λα­κτο­κο­μι­κὰ καὶ γε­νι­κό­τε­ρα τὰ ζω­ϊ­κὰ προ­ϊ­όν­τα ἀ­πο­τε­λοῦν καὶ τὶς βα­ σι­κὲς πη­γές τους, ἐ­κτὸς ἂν πα­ρα­κο­λου­ θοῦν­ται στε­νὰ ἀ­πὸ εἰ­δι­κὸ δι­αι­το­λό­γο καὶ ἀ­κο­λου­θοῦν πι­στὰ συγ­κε­κρι­μέ­νο πρό­ γραμ­μα δι­α­τρο­φῆς, πι­θα­νό­τα­τα καὶ μὲ τὴ βο­ή­θεια συμ­πλη­ρω­μά­των. Εἶ­ναι βα­σι­κό, ἀ­κό­μα, καὶ στὴν νη­ στεί­α νὰ γί­νε­ται μί­α ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη δι­α­ τρο­φὴ μὲ βά­ση τὴν Με­σο­γεια­κὴ δι­α­τρο­ φή, ὄ­χι μό­νο ὡς πρὸς τὸ εἶ­δος τῶν τρο­ φί­μων, ἀλ­λὰ καὶ τὶς πο­σό­τη­τες. Ἄλ­λω­ στε, ἡ νη­στεί­α κα­τὰ τὴν Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ ξη Ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­ναι μί­α δο­κι­μα­σί­α πνεύ­ μα­τος καὶ σώ­μα­τος καὶ ἀν­τι­τί­θε­ται στὴ λαι­μαρ­γί­α καὶ τὶς βδε­λυ­ρὲς σκέ­ψεις, λό­ για καὶ πρά­ξεις. _
  • 129. 128 Ἡ νη­στεί­α ρί­χνει τὴν ὁ­λι­κὴ καὶ τὴν κα­κὴ χο­λη­στε­ρί­νη τὸ ἴ­δι­ο ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὰ μὲ τὰ φάρ­μα­ κα, ἐ­νῷ μει­ώ­νει τὸ σω­μα­τι­κὸ βά­ρος καὶ κα­τα­πο­λε­μᾶ τὴν κα­τά­θλι­ψη. Αὐ­τὸ δεί­χνει με­λέ­τη ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­ πι­στή­μι­ο Κρή­της, ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­στή­μο­ νες Κα­τε­ρί­να Σαρ­ρῆ, Νι­κό­λα­ο Τζα­νά­κη, Μα­νώ­λη Λι­ναρ­δά­κη, Γε­ώρ­γι­ο Μα­μα­λά­ κη καὶ Ἀν­τώ­νη Κα­φᾶ­το. Ἡ με­λέ­τη αὐ­τή, ποὺ δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση «BMC Public Health», εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ποὺ πα­ ρου­σι­ά­ζει τὴ συ­νο­λι­κὴ εἰ­κό­να τῆς ἐ­πί­ δρα­σης τῆς πε­ρι­ο­δι­κῆς φυ­το­φα­γί­ας ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν οἱ πι­στοὶ τῶν δι­α­τρο­φι­κῶν κα­νό­νων τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας μὲ σει­ρὰ βι­ο­χη­μι­κῶν καὶ βι­ο­λο­γι­κῶν πα­ρα­ μέ­τρων. Ἡ ἔ­ρευ­να ἔ­γι­νε σὲ 120 ἐ­νή­λι­κες 20-60 ἐ­τῶν ἀ­πὸ τὴν εὐρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ Ἡ­ρα­ κλεί­ου Κρή­της οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν ἔ­πα­σχαν ἀ­πὸ κα­μμί­α χρό­νι­α ἀ­σθέ­νει­α καὶ δὲν ἔ­παιρ­ναν φάρ­μα­κα ἢ συμ­πλη­ρώ­μα­τα δι­ α­τρο­φῆς. Οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες πα­ρα­κο­λού­θη­ σαν τοὺς συμ­με­τέ­χον­τες ἐ­πὶ ἕ­ναν χρό­νο. Στοὺς νη­στεύ­ον­τες «πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μεί­ω­ ση τῶν ἐ­πι­πέ­δων τῶν λι­πι­δί­ων τοῦ αἵ­ μα­τος (κυ­ρί­ως τῆς ὁ­λι­κῆς χο­λη­στε­ρό­λης καὶ τῆς LDL χο­λη­στε­ρό­λης), κα­θὼς καὶ τοῦ σω­μα­τι­κοῦ βά­ρους» συμ­πε­ραί­νει ἡ με­λέ­τη. «Δὲν αὐ­ξά­νε­ται πα­ράλ­λη­λα ὁ κίν­δυ­ νος γι­ὰ ἐμ­φά­νι­ση ἀ­νε­πάρ­κει­ας βι­τα­μι­ νῶν Α καὶ Ε, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ σι­δη­ρο­πε­ νι­κῆς ἀ­ναι­μί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ τή­ρη­ση αὐ­ ΥΓΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ Α ΕΩΣ ΤΟ Ω ΠΩΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ Μαί­ρης Κατ­σα­νο­πού­λου
  • 130. 129 τῆς τῆς δι­α­τρο­φῆς σχε­τί­ζε­ται μὲ αὐ­ξη­ μέ­να ἐ­πί­πε­δα ω-3 πο­λυ­α­κό­ρε­στου ὀ­ξέ­ος (DHA) στὸ ὑ­πο­δό­ρι­ο λί­πος, γε­γο­νὸς ποὺ σχε­τί­ζε­ται μὲ χα­μη­λό­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες ἐμ­φά­νι­σης κα­τα­θλι­πτι­κῶν συμ­πτω­μά­ των». Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὅ­σοι νή­στευ­αν πα­ ρου­σί­α­ζαν κα­τὰ 12,5% χα­μη­λό­τε­ρη ὁ­λι­ κὴ χο­λη­στε­ρό­λη σὲ σχέ­ση μὲ ὅ­σους δὲν νή­στευ­αν, κα­τὰ 15,9% χα­μη­λό­τε­ρη LDL χο­λη­στε­ρό­λη καὶ κα­τὰ 1,5% χα­μη­λό­τε­ ρο δεί­κτη μά­ζας σώ­μα­τος. Τὸ μορ­φω­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν συμ­με­τε­χόν­των στὴ με­λέ­ τη δὲν βρέ­θη­κε νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζει τὰ λι­πί­δι­ά τους καὶ αὐ­τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σε ἔκ­πλη­ξη, κα­ θὼς συ­νή­θως ἡ ὑ­ψη­λό­τε­ρη ἐκ­παί­δευ­ση συν­δυ­ά­ζε­ται μὲ κα­λύ­τε­ρο λι­πι­δι­κὸ προ­ φίλ. Μί­α ἄλ­λη με­λέ­τη τοῦ Πα­νε­πι­στη­ μί­ου Κρή­της σὲ κα­λό­γρι­ες ἔ­δει­ξε ὅ­τι ἡ θρη­σκευ­τι­κὴ νη­στεί­α πε­ρι­έ­χει μό­νο 6% τῆς συ­νο­λι­κῆς ἐ­νέρ­γει­ας σὲ χο­λη­στε­ρό­λη καὶ κο­ρε­σμέ­νο λί­πος, ἐ­νῷ εἶ­ναι ὑ­ψη­λὴ σὲ ἀν­τι­ο­ξει­δω­τι­κὲς βι­τα­μί­νες. «Μί­α τέ­ τοι­ου εἴ­δους δι­α­τρο­φή, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν δὲν τη­ρεῖ­ται γι­ὰ θρη­σκευ­τι­κοὺς καὶ πνευ­μα­τι­κοὺς σκο­πούς, εἶ­ναι μί­α κα­λὴ ἀ­πο­το­ξί­νω­ση τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ ἀ­πὸ τὴν κα­τα­νά­λω­ση κρέ­α­τος καὶ ἄλ­λων τρο­φί­ μων ποὺ ἀ­πο­βαί­νουν ἐ­πι­ζή­μι­α», ἐ­πι­ση­ μαί­νει ἡ ἐ­ρευ­νή­τρι­α κ. Σαρ­ρῆ. «Πα­ράλ­λη­λα, ἡ πε­ρι­ο­δι­κὴ φυ­το­φα­ γί­α, ὅ­πως εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κὰ ἡ νη­στεί­α, προ­λαμ­βά­νει χρό­νι­ες ἀ­σθέ­νει­ες, ὅ­πως καρ­δι­αγ­γει­α­κὲς νό­σους, ὑ­πέρ­τα­ση, σακ­ χα­ρώ­δη δι­α­βή­τη τύ­που 2 καὶ δι­ά­φο­ρες μορ­φὲς καρ­κί­νου. Ἡ δι­α­τρο­φὴ ποὺ συ­ στή­νε­ται ἀ­πὸ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α συν­δυ­ά­ζει μὲ ἰ­δα­νι­κὸ τρό­πο τὰ πλε­ο­νε­ κτή­μα­τα τῆς φυ­το­φα­γι­κῆς καὶ τῆς κρε­ α­το­φα­γι­κῆς δί­αι­τας, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ ἔ­χει γι­ὰ τὴν ὑ­γεί­α ἡ αὐ­ στη­ρὴ φυ­το­φα­γί­α. »Οἱ ἀ­πο­κλει­στι­κοὶ φυ­το­φά­γοι ἔ­χουν αὐ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο γι­ὰ καρ­δι­αγ­γει­α­κὰ ἐ­πει­σό­δι­α λό­γῳ τῆς ἀ­νε­πάρ­κει­ας σὲ βι­ τα­μί­νη Β12 καὶ τῶν ὑ­ψη­λῶν ἐ­πι­πέ­δων ὁ­μο­κυ­στε­ΐ­νης. »Δι­α­τρέ­χουν ἐ­πί­σης αὐ­ξη­μέ­νο κίν­ δυ­νο γι­ὰ ἐμ­φά­νι­ση ὀ­στε­ο­πό­ρω­σης, ἐ­νῷ ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες γι­ὰ σι­ δη­ρο­πε­νί­α. Ἡ συ­χνὴ κα­τα­νά­λω­ση θα­ λασ­σι­νῶν στὴ δι­άρ­κει­α ὅ­λου τοῦ χρό­νου, ὅ­πως προ­τεί­νει ἡ θρη­σκευ­τι­κὴ νη­στεί­α, κα­θὼς καὶ ἡ σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὴ κα­τα­ νά­λω­ση ἐ­λαι­ο­λά­δου προ­στα­τεύ­ουν». Ἡ πτώ­ση τῶν λι­πι­δί­ων μὲ τὴ νη­στεί­α εἶ­ναι ἐ­φά­μιλ­λη ἐ­κεί­νης μὲ τὰ σύγ­χρο­ να φάρ­μα­κα. «Ἡ μεί­ω­ση τῆς κα­κῆς χο­ λη­στε­ρό­λης εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη αὐ­τῆς μὲ τὰ φάρ­μα­κα (στα­τί­νες), χω­ρὶς ὅ­μως νὰ ἔ­χει τὶς πα­ρε­νέρ­γει­ες τῶν φαρ­μά­κων», λέ­ει ὁ κα­θη­γη­τὴς Προ­λη­πτι­κῆς Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ Δι­α­τρο­φῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κρή­της Ἀν­τώ­νης Κα­φᾶτος, «ὅ­πως τὴν ἐ­πί­δρα­ση στὸ ἧ­παρ, τὴν ἐν­δε­χό­με­νη αὔ­ξη­ση τοῦ κιν­δύ­νου γι­ὰ καρ­κί­νο κ.ἄ.». _ Ἡ δι­α­τρο­φὴ ποὺ συ­στή­νε­ται ἀ­πὸ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α συν­δυ­ά­ζει μὲ ἰ­δα­νι­κὸ τρό­πο τὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα τῆς φυ­το­φα­γι­κῆς καὶ τῆς κρε­α­το­φα­γι­κῆς δί­αι­τας, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ ἔ­χει γι­ὰ τὴν ὑ­γεί­α ἡ αὐ­στη­ρὴ φυ­το­φα­γί­α.
  • 131. 130 Μί­α ἄλ­λη με­λέ­τη ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­ μι­ο Κρή­της, ποὺ δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­ θε­ώ­ρη­ση «British Journal of Nutrition», ἔ­δει­ξε ὅ­τι ἡ θρη­σκευ­τι­κὴ νη­στεία­ἀ­πο­ τε­λεῖ ἕ­να κρυ­φὸ χαρ­τὶ τῆς πα­ρα­δο­σι­α­κῆς κρη­τι­κῆς δι­ α­τρο­φῆς, ποὺ ἔ­χει συμ­βά­λ- λει στὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ὑ­γεί­α τῶν Κρη­τι­κῶν τῶν προ­η­ γού­με­νων δε­κα­ε­τι­ῶν (ὅ­πως εἶ­χε βρε­θεῖ στὴ «Με­λέ­τη τῶν 7 Χω­ρῶν»). «Ἡ Ἑλ­λά­ δα εἶ­ναι ἡ μό­νη με­σο­γει­α­ κὴ χώ­ρα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴ θρη­σκευ­τι­κὴ νη­στεί­α στὴν πα­ρα­δο­σι­α­κὴ δι­α­τρο­ φή της», λέ­ει ὁ κ. Κα­φᾶ­τος. «Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ ας, αἰ­ῶ­νες πρίν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζουν τὴ βι­ο­χη­μεί­α τῆς δι­α­τρο­φῆς, σχε­δί­α­σαν τὶς συ­στά­σεις τῆς νη­στεί­ας μὲ τέ­τοι­α σο­φί­α λὲς καὶ τὴν ἤ­ξε­ραν!». Ἡ καρ­δι­ά μας ἀ­γα­πᾶ τὴ θρη­σκευ­τι­ κὴ νη­στεί­α. «Ἡ πρό­τα­ση τῆς νη­στεί­ας γι­ὰ κα­τα­νά­λω­ση ψα­ρι­οῦ σὲ πολ­λὲς πε­ρι­ ό­δους τοῦ χρό­νου ἔ­χει δι­και­ω­θεῖ πα­νη­ γυ­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­πι­στη­μο­νι­ κὲς ἔ­ρευ­νες ποὺ δεί­χνουν ὅ­τι τὰ ἰ­χθυ­έ­ λαι­α εἶ­ναι τὰ μό­να ζω­ϊκὰ λί­πη ποὺ προ­ στα­τεύ­ουν τὰ ἀγ­γεῖ­α μας», το­νί­ζει ὁ δι­ ευ­θυν­τὴς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Καρ­δι­ο­λο­γί­ας, κα­θη­γη­τὴς Παῦ­λος Τού­ του­ζας. «Ἐ­πί­σης, ἡ ἀ­φθο­νί­α τῶν ἀν­τι­ο­ξει­δω­ τι­κῶν οὐ­σι­ῶν ποὺ ὑ­πάρ­χει στὰ χόρ­τα καὶ στὶς ἄλ­λες φυ­τι­κές­τρο­φές ἔ­χει ἀ­πο­ δει­χθεῖ ὅ­τι προ­στα­τεύ­ουν τὴν καρ­δι­ά μας ἀ­πὸ τὴν ἀ­θη­ρω­μα­τι­κὴ πλά­κα ποὺ τὴν ἀ­πο­φράσ­σει». Στά παι­δι­ά Ἡ θρη­σκευ­τι­κὴ νη­στεί­α δὲν ἐμ­πο­δί­ ζει τὴν κα­λὴ ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν παι­δι­ῶν οὔ­ τε μει­ώ­νει τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τά τους. Αὐ­ τὸ ἔ­δει­ξε με­λέ­τη σὲ 609 παι­δι­ὰ καὶ ἐ­φή­ βους ἡ­λι­κί­ας 5-15 1/2 ἐ­τῶν σὲ ἰ­δι­ω­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης (στὸ ὁ­ποῖ­ο δί­νε­ται ἔμ­φα­ ση στὴν τή­ρη­ση τῶν κα­ νό­νων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας), ἡ ὁ­ποί­α πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­ κε ἀ­πὸ τὴν Γ΄ Παι­δι­α­τρι­ κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Πα­νε­πι­ στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴν Κλι­νι­ κὴ Προ­λη­πτι­κῆς Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ Δι­α­τρο­φῆς τοῦ Πα­νε­ πι­στη­μί­ου Κρή­της. Τὰ παι­δι­ὰ ποὺ νή­ στευ­αν δὲν εἶ­χαν ση­μαν­ τι­κὲς δι­α­φο­ρὲς στὸ ὕ­ψος καὶ στὸν Δεί­κτη Φυ­σι­κῆς Δρα­στη­ρι­ό­τη­τας σὲ σχέ­ ση μὲ αὐ­τὰ ποὺ δὲν νή­ στευ­αν. Τὰ δεύ­τε­ρα εἶ­χαν ση­μαν­τι­κὰ με­γα­λύ­τε­ρη πρόσ­λη­ψη ἐ­νέρ­γει­ας, κο­ ρε­σμέ­νων λι­πα­ρῶν, βλα­βε­ρῶν τρὰνς λι­ πα­ρῶν ὀ­ξέ­ων καὶ χο­λη­στε­ρό­λης σὲ σχέ­ ση μὲ τὰ παι­δι­ὰ ποὺ νή­στευ­αν πλή­ρως ἢ με­ρι­κῶς. Δὲν βρέ­θη­καν ἐ­πί­σης ση­μαν­ τι­κὲς δι­α­φο­ρὲς στὴν πρόσ­λη­ψη σι­δή­ρου, ἀ­σβε­στί­ου καὶ βι­τα­μί­νης Α. Τὰ εὑ­ρή­μα­τα, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρουν οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες στὴν ἔκ­θε­σή τους, συμ­φω­ νοῦν μὲ με­λέ­τη ποὺ ἔ­γι­νε σὲ ἐ­νη­λί­κους ποὺ τη­ροῦ­σαν τὴ νη­στεί­α καὶ ἡ ὁ­ποί­α ἔ­δει­ξε ὅ­τι στὶς πε­ρι­ό­δους νη­στεί­ας ἡ λή­ ψη σι­δή­ρου δὲν ἦ­ταν χα­μη­λό­τε­ρη. Τὸ μέ­ταλ­λο αὐ­τὸ ἀ­να­πλη­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ φυ­ τι­κὰ τρό­φι­μα πλού­σι­α σὲ σί­δη­ρο, ὅ­πως ὄ­σπρι­α, ξη­ροὶ καρ­ποί, ὀ­στρα­κο­ει­δῆ, τα­ χί­νι καὶ ἐμ­πλου­τι­σμέ­να δη­μη­τρι­α­κά. «Ἡ σύ­στα­ση πολ­λῶν παι­δι­ά­τρων γι­ὰ συ­χνὴ κα­τα­νά­λω­ση κρέ­α­τος ἀ­πὸ τὰ παι­ δι­ὰ μέ­σα στὴν ἑ­βδο­μά­δα καὶ ἡ με­γά­λη πρόσ­λη­ψη σι­δή­ρου αὐ­ξά­νουν τὸ ὀ­ξει­δω­ τι­κὸ στρές, ποὺ προ­δι­α­θέ­τει γι­ὰ καρ­κί­ νους, καρ­δι­ο­πά­θει­ες, Ἀλ­τσχά­ϊμερ, σκλή­ ρυν­ση κα­τὰ πλά­κας κ.ἄ.» ἐ­πι­ση­μαί­νει ὁ
  • 132. 131 κ. Κα­φᾶ­τος. Ἕ­ως τὸ Με­γά­λο Σάβ­βα­το, λοι­πόν, προ­λα­βαί­νε­τε γι­ὰ μί­α ὠ­φέ­λι­μη δε­κα­ή­με­ ρη νη­στεί­α! «Μὴν ὑ­πο­τι­μᾶ­τε καὶ μὴ τὴ θε­ω­ρεῖ­τε ἀ­πηρ­χαι­ω­μέ­νη» συμ­βου­λεύ­ει ὁ κ. Κα­φᾶ­τος. «Ἀ­κό­μα καὶ ἐ­ὰν δὲν μπο­ρεῖ­τε ἢ δὲν θέ­λε­τε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σε­τε ὅ­λες τὶς πε­ρι­ό­ δους τῆς νη­στεί­ας, ἐ­ὰν υἱ­ο­θε­τή­σε­τε πε­ ρι­στα­σι­α­κὰ κά­ποι­ες ἑ­βδο­μά­δες ἢ ἡ­μέ­ρες ἀ­πὸ αὐ­τὴν καὶ πα­ρο­τρύ­νε­τε καὶ τὰ παι­ δι­ά σας νὰ κά­νουν τὸ ἴ­δι­ο, θὰ δεῖ­τε με­ γά­λα ὀ­φέ­λη στὴν ὑ­γεί­α σας. Συ­νι­στᾶ­ται βέ­βαι­α καὶ στὶς πο­σό­τη­τες τῶν νη­στί­σι­ μων φα­γη­τῶν νὰ εἶ­στε ἐγ­κρα­τεῖς (λ.χ. στὸν χαλ­βά), γι­ὰ νὰ μὴ δεῖ­τε τὸ βά­ρος σας νὰ αὐ­ξά­νε­ται». Ἡ ἀ­πο­το­ξί­νω­ση Ἡ λέ­ξη νη­στεί­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ μό­ρι­ο «νὴ» (ποὺ δη­λώ­νει στέ­ρη­ση) καὶ τὸ ρῆ­μα «ἐ­σθί­ω» (ποὺ ση­μαί­νει τρώ­γω). Ἡ νη­στεί­α τῆς Ὀρ­θό­δο­ ξης Ἐκ­κλη­σί­ας ποὺ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ αὐ­το­ σκο­πὸ (ὅ­πως σὲ ἄλ­ λες θρη­σκεῖ­ες), ἀλ­λὰ μέ­σο γι­ὰ τὴν πνευ­ μα­τι­κὴ τε­λει­ο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, δι­ αρ­κεῖ συ­νο­λι­κὰ 180- 200 μέ­ρες τὸν χρό­νο. Πε­ρι­λαμ­βά­νει: - Νη­στεί­α πρὸ τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἀ­πὸ 15 Νο­εμ­βρί­ου ἕ­ως 24 Δε­κεμ­βρί­ου (40 ἡ­μέ­ρες). Ὄ­χι στὸ κρέ­ας, στὰ γα­λα­κτο­κο­μι­κὰ καὶ στὰ ἀβ­ γά, ναὶ στὸ ψά­ρι. - Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή, ἀ­πὸ τὴν Κα­θα­ ρὰ Δευ­τέ­ρα ἕ­ως τὸ με­γά­λο Σάβ­βα­το (48 ἡ­μέ­ρες). Ὄ­χι στὸ κρέ­ας, στὰ γα­λα­κτο­κο­ μι­κά, στὰ ἀβ­γὰ (ναὶ στὸ ψά­ρι μό­νο τὴν 25η Μαρ­τί­ου καὶ τὴν Κυ­ρι­α­κὴ τῶν Βα­ ΐ­ων). - Νη­στεί­α τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων ἀ­πὸ τὴ Δευ­τέ­ρα με­τὰ τὴν Κυ­ρι­α­κὴ τῶν Ἁ­γί­ων Πάν­των ἕ­ως τὶς 28 Ἰ­ου­νί­ου (7-20 ἡ­μέ­ρες). Ὄ­χι σὲ κρέ­ας, γα­λα­κτο­κο­μι­κὰ καὶ ἀβ­γὰ, ναὶ στὸ ψά­ρι. - Νη­στεί­α τῆς Πα­να­γί­ας, ἀ­πὸ 1 ἕ­ως 14 Αὐ­γού­στου. Ὄ­χι σὲ κρέ­ας, γα­λα­κτο­κο­ μι­κὰ καὶ ἀβ­γὰ, ναὶ στὸ ψά­ρι μό­νο στὶς 6 Αὐ­γού­στου (τοῦ Σω­τῆ­ρος). - Κά­θε Τε­τάρ­τη καὶ Πα­ρα­σκευ­ὴ (ἐ­κτὸς ὁ­ρι­σμέ­νων ἐ­ξαι­ρέ­σε­ων). Ὄ­χι στὸ κρέ­ας, τὰ ἀβ­γὰ, τὰ γα­λα­κτο­κο­μι­κά, τὰ ψά­ρι­α καὶ τὸ λά­δι. * Τὰ θα­λασ­σι­νὰ ἐ­πι­τρέ­πον­ται σὲ ὅ­λες τὶς νη­στεῖ­ες. Οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­γα­ποῦν τὴ νη­στεί­α Ἕ­ξι ἕ­ως ὀ­κτὼ Ἑλ­λη­νί­δες ἀ­κο­λου­ θοῦν τὴ θρη­σκευ­τι­κὴ νη­στεί­α ἔ­στω καὶ μί­α ἡ­μέ­ρα τὸν χρό­νο, σύμ­φω­να μὲ τὴ με­γά­λη με­λέ­τη ΕΠΙΚ (Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πρό­ γραμ­μα Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ Κοι­νω­νί­ας), μὲ ὑ­πεύ­ θυ­νη στὴν Ἑλ­λά­δα τὴν κα­θη­γή­τρι­α τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­ νῶν Ἀν­τω­νί­α Τρι­χο­ πού­λου. Τὰ πο­σο­στὰ αὐ­ τὰ κυ­μαί­νον­ται ἀ­πὸ 60% στὶς εἰ­κο­σά­ρες, τρι­αν­τά­ρες καὶ σα­ ραν­τά­ρες, σὲ 70% στὶς πε­νην­τά­ρες, καὶ 80% στὶς ἑ­ξην­ τά­ρες, ἑ­βδο­μην­τά­ ρες καὶ ὀ­γδον­τά­ρες. Οἱ ἄν­δρες ὑ­στε­ροῦν τῶν γυ­ναι­κῶν ἀλ­ λὰ δὲν πε­ρι­φρο­νοῦν ἐν­τε­λῶς τὴ νη­στεί­α: τὸ 45% ἡ­λι­κί­ας 25-44 ἐ­τῶν νη­στεύ­ουν ἔ­στω καὶ μί­α ἡ­μέ­ρα τὸν χρό­νο, πο­σο­στὸ ποὺ ἀ­νε­βαί­νει σὲ 50- 60% στὶς με­γα­λύ­τε­ ρες ἡ­λι­κί­ες. _ Πη­γὴ:ἐ­φημ.«ΤΑΝΕΑ»,Ἔν­θε­το«Ὑ­γεί­α»
  • 133. 132 ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Ἡ κρίση στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ φυσικὸ περιβάλλον φαίνε- ται νὰ ἀπασχολεῖ ἰδιαίτερα τὸν σύγχρονο κόσμο καὶ νὰ προκαλεῖ ἐκδη- λώσεις ποὺ ἐκφράζουν ἀνησυχία. Εἶναι ὅμως ἐξαιρετικὰ περίεργο τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνῷ βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ φαινόμενα ποὺ μαρτυροῦν βιασμὸ τῆς φύσεως ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, δὲν ὑπάρχει τὶς περισσότε- ρες φορὲς ἡ παραμικρὴ ὑποψία ὅτι ἡ κρί- ση δὲν εἶναι μόνο ἐπιστημονικὴ ἢ τεχνο- λογική, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ προπάντων εἶναι κρίση πνευματική. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ λύσεις, ποὺ κατὰ καιροὺς προτείνονται, γιὰ νὰ ἀποτελέσουν ἀνάσχεση καὶ νὰ ὁδηγήσουν σὲ ὑπέρβαση τῆς κρίσεως, κινοῦνται συνήθως ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση κάποιας «ἀρτιότερης τεχνολογίας» μέχρι μίαν ρομαντικοῦ χαρακτήρα «ἐπιστροφὴ στὴ φύση». Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν ὀρθόδοξη θεολογία τονίζεται μὲ ἔμφαση ἡ πνευματικὴ διάσταση τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως καὶ προβάλλεται ἀνάλογη θεώ- ρηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς γιὰ τὴν ὑπέρβασή της. Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐννοήσουμε σωστὰ τὴ σύγχρονη οἰκολογικὴ κρίση καὶ νὰ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ Ἀνέστη Κεσελόπουλου Καθηγητοῦ Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
  • 134. 133 μιλήσουμε οὐσιαστικὰ γιὰ τὴν ἀντιμε- τώπιση ἢ τὴν ὑπέρβασή της, ἂν δὲν λά- βουμε ὑπόψη τὶς ἀπαρχές της, ποὺ ἐπι- σημαίνονται στὸν χῶρο τῆς βιβλικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς πατερικῆς θεολογίας. Γι' αὐτὸν τὸν λόγο στὶς λίγες αὐτὲς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν ὑπογραμμίζουμε τὴν πρωταρχικὴ κρίση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ πολλαπλὴ διάστασή της, γιὰ νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐξετάσουμε στὴ συνέχεια μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθόδο- ξης Ἐκκλησίας τὴν περαιτέρω ἐξέλιξή της ὣς τὴν οἰκολογικὴ κρίση ποὺ ζοῦμε στὶς ἡμέρες μας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ πρώτη ἐντολὴ ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, ἦταν ἐντολὴ τῆς σχέσεώς του μὲ τὸ φυσικὸ περιβάλλον: «Ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῆ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ»1 . Μὲ τὴν πτώση καὶ τὴν παρακοὴ τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν δια- φοροποιεῖ ἁπλῶς τὴ στάση του ἀπέναντι στὴν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἀλλὰ κυρίως ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτὸ καὶ στὴ βάση τῆς οἰκολογικῆς κρί- σεως βρίσκεται ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώ- που νὰ γίνει θεὸς χωρὶς τὸν Θεό. Θέλει νὰ «τελειωθεῖ» καὶ νὰ τελειοποιήσει τὴ ζωὴ τοῦ κάνοντας τὰ πάντα καὶ χρησι- μοποιώντας τὰ πάντα. Κινεῖται ἀγνοώ- ντας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρνούμε- νος νὰ ἐπωμισθεῖ τὴν προσωπικὴ εὐθύ- νη γιὰ τὶς πράξεις του. Ὁ χωρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ βρίσκεται στὴ βάση τῆς ἀπομακρύσεώς του ἀπὸ τὸν ἄλλο ἄνθρωπο, ἀπὸ τὸ φυσικὸ περιβάλ- λον ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό. Γι' αὐτὸ σὲ τελευταία ἀνάλυση τὸ ἁμάρ- τημα αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν πρωταρχικὴ αἰτία καὶ τὸν κεντρικὸ ἄξονα τῆς οἰκο- λογικῆς κρίσεως. Ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ὑπαιτιότητα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν πτωτικὴ αὐτὴ κα- τάσταση, ποὺ συμπεριέλαβε ὁλόκληρη τὴν κτίση καὶ σήμερα παρουσιάζεται ὡς οἰκολογικὴ κρίση, τονίζεται ἐντονό- τερα στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὁ Ἀπόστο- λος Παῦλος ἐπισημαίνει ἰδιαίτερα ὅτι ἡ κτίση ὑποτάχθηκε ἄθελα στὴ ματαιότη- τα καὶ τὴ δουλεία: «Τῇ γάρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη, οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα»2 . Στὸ χωρίο αὐτὸ φαί- νεται καθαρὰ ὄχι μόνο ὅτι ἡ κτίση καὶ ὁ ἄνθρωπος βρίσκονται σὲ ἀλληλεπίδρα- ση καὶ ἀλληλεξάρτηση κατὰ τὴν πορεία τους στὸν χρόνο καὶ τὴν ἱστορία, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ συνήθως ἀποκαλούμενη «ἄψυ- χη» καὶ θεωρούμενη «ἄβουλη» φύση ὑποτάχθηκε στὴν κατάσταση αὐτὴ χωρὶς τὴ δική της θέληση. Ἔχοντας αὐτὸ τὸ βιβλικὸ ὑπόβαθρο καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπισημαί- νουν ὅτι ἡ ὑπόδουλη κατάσταση τῆς κτί- σεως δὲν ἀποτελεῖ φυσική της ἐξέλιξη. Στὰ κείμενά τους ἡ κτίση παρουσιάζεται ὡς θύμα, ἀφοῦ ἐξαιτίας τοῦ ἀνθρώπου χάνει τὴν κοσμικὴ θέση καὶ τὸν ἀρχικό της κανόνα, ἔστω καὶ ἂν ἀπὸ κάποιους αὐτὸ θεωρεῖται ὡς φυσική της κατάστα- Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ πρώτη ἐντολὴ ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο ἦταν ἐντολὴ τῆς σχέσεώς του μὲ τὸ φυσικὸ περιβάλλον
  • 135. 134 ση. Γι' αὐτὸ ἄλλωστε ἡ κτίση ἀρνεῖται νὰ ὑποταγεῖ στὸν παραβάτη ἄνθρωπο. Περιγράφοντας ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος τὴν μετὰ τὴν πτώση σχέση καὶ στά- ση τῆς κτίσεως πρὸς τὸν ἄνθρωπο, λέει: «Ὅλη ἡ κτίση ποὺ πλάσθηκε ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ἀπὸ τὸν Θεό, ὅταν εἶδε τὸν Ἀδὰμ νὰ ἀποστασιοποιεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀπο- μακρύνεται ἀπὸ τὸν πα- ράδεισο, δὲν ἤθελε πιὰ νὰ ὑποταγεῖ στὸν παρα- βάτη ὁ ἥλιος δὲν ἤθελε νὰ λάμψει, ἡ σελήνη δὲν ἀνεχόταν νὰ φέγγει, τὰ ἄστρα προτιμοῦσαν νὰ μὴ φανοῦν στὰ μάτια του, οἱ πηγὲς δὲν εἶχαν σκοπὸ νὰ ἀναβλύζουν νερό. Τὰ ποτάμια δὲν ἤθελαν νὰ κυλοῦν, ἐνῷ ὁ ἀέρας μελε- τοῦσε νὰ συσταλεῖ καὶ νὰ μὴ δώσει ἀνα- πνοὴ στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐπαναστάτησε κατὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ θηρία καὶ ὅλα τὰ ζῶα τῆς γῆς, ὅταν τὸν εἶδαν γυμνὸ ἀπὸ τὴν προηγούμενη δόξα του, τὸν περιφρόνη- σαν καὶ σκληρύνθηκαν ὅλα ἀμέσως ἐνα- ντίον του. Ὁ οὐρανὸς μὲ τὸ δίκιο του ἔκανε νὰ κινηθεῖ γιὰ νὰ πέσει πάνω του καὶ ἡ γῆ δὲν δεχόταν νὰ τὸν κουβαλάει πάνω στοὺς ὤμους της»3 . Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἐξαρχῆς ἡ σωστὴ χρήση τῆς κτίσεως συνδέθηκε μὲ τὴ νη- στεία. Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ νη- στεία χαρακτη­ρί­σθη­κε ὡς «ἐν­το­λή ζωῆς, συνηλικιῶτις οὖσα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως»4 . Καί ἡ κεντρική θέση ποὺ κατέχει ἡ νηστεία στὴν παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δὲν εἶναι τυ- χαία οὔτε ἄσχετη μὲ τὸ θέμα ποὺ ἐξετά- ζουμε. Ἡ νηστεία δὲν εἶναι κάποια τυ- πικὴ ἢ συμβατικὴ πράξη, ἀλλὰ ἑκούσια στέρηση ἀπὸ τροφή, ποὺ ἐνεργοποιεῖ τὴ συνείδηση τῆς ἐκ τῶν ἔξω ἐξαρτήσε- ως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ συνείδηση αὐτὴ ἔχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Μὲ τὴ νηστεία, ποὺ ἀσκεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀποδεχό- μενος τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἐκφράζει τὴν ὑπακοή του καὶ δη- λώνει τὴ συγκατάθε- σή του νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ ἀναγνωρίζο- ντας τὴν κτιστότητά του. Ἀντίθετα ἡ ἄκριτη χρήση ποὺ συνδέεται μὲ τὴν παρακοὴ ἀποτε- λεῖ τὴν ἔμπρακτη ἀμφι- σβήτηση τοῦ δεδομένου τῆς κτιστότητας. Εἶναι αὐτὴ πού, ὄχι μόνο ὁδή- γησε τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπομάκρυνση καὶ ἀλλο- τρίωση ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ καταδίκασε καὶ ὁλόκληρη τὴν κτί- ση, ποὺ «συστενάζει και συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν»5 . ᾿Εδώ ὡστόσο εἶναι ἀνάγκη νὰ διευ- κρινισθεῖ ὅτι ἡ ἀληθινὴ νηστεία δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράζεται ὡς περιφρόνηση ἡ ἀδιαφορία τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ὑλικὴ δημιουργία. Μία τέτοια στάση θὰ σήμαι- νε σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ συσχηματισμὸ μὲ τὸν κόσμο, ποὺ δυστυχῶς ὄχι λίγες φορὲς χαρακτη- ρίζει κάποιες χριστιανικὲς κοινωνίες. Ὁ κόσμος σήμερα, παρὰ τὶς ἄφθονες δια- κηρύξεις γιὰ τὸν ὑλισμό του, εἶναι στὸ βάθος του τόσο ἰδεαλιστικός, ὥστε στὴν οὐσία νὰ μισεῖ καὶ νὰ περιφρονεῖ τὸν κόσμο καὶ τὴν ὕλη. Μία ἀδικαιολόγη- τη ὑπερηφάνεια τοῦ ἀνθρώπου ἀπένα- ντι στὴν ὑπόλοιπη δημιουργία καὶ ἕνα σύμπλεγμα ἀνωτερότητας τοῦ ὑπαγο- ρεύουν νὰ βλέπει ὅ,τι ὑπάρχει γύρω ἀπὸ αὐτὸν ὡς μέσο καὶ ἁπλὸ χρηστικὸ ἐργα- λεῖο, ποὺ τὸν βοηθᾶ νὰ κατακτήσει τοὺς ΚΑΤΑΚΟΜΒΗ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΥ, ΡΩΜΗ, 3ος ΑΙ.
  • 136. 135 σκοπούς του. Αὐτὸς ὁ βαθὺς ἰδεαλισμὸς ἰδιαίτερα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ποὺ τὸν ἔχει ἀποκόψει ἀπὸ τὶς σωματικές του ρίζες, τὸν ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν αὐθαιρε- σία ἐναντίον ἐκείνων τῶν πραγμάτων, ποὺ ὑποδηλώνουν τὴν ὑλικότητά του. Βρίσκεται ὄντως σὲ ἕνα τραγικὸ φαῦλο κύκλο, στὸν ὁποῖο προσπαθώντας ἐνα- γώνια νὰ τονίσει καὶ νὰ προαγάγει τὸν ὑλικό του χαρακτήρα, καταστρέφει τὴν ἴδια του τὴν ὑλικότητα, ἀφοῦ κατατρώ- ει τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα ἢ καλύτερα τὴν πρέκταση τοῦ σώματός του ποὺ εἶναι ἡ κτίση. Ἔτσι ὅμως αὐτοκαταναλώ- νεται καὶ αὐτοκαταστρέφεται. Καὶ μό- νον, ὅταν καμμιὰ φορὰ ἀφυπνίζεται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ γεγονότα καὶ συνειδητοποιεῖ ὅτι μὲ τὴν καθημερινή του ζωὴ φθεί- ρει τὰ θεμέλια τῆς ὑπάρξεώς του καὶ κό- βει ὁ ἴδιος κλωνάρι ποὺ πατάει, ἀφήνει νὰ ἀκουστοῦν οἱ κραυγὲς τῆς ἀγωνίας τοῦ (καταστροφὴ τοῦ πε- ριβάλλοντος, ὑπερεκμε- τάλλευση τῶν φυσικῶν πόρων, μόλυνση τῶν πο- ταμῶν καὶ τῶν θαλασσῶν, ρύπανση τῆς ἀτμόσφαιρας κ.λπ.). Ὅμως τὸ τραγικὸ στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι ὅτι δὲν θίγονται καθόλου οἱ πνευματικὲς βάσεις καὶ δὲν ἀμφισβητοῦνται τὰ «θεολογικὰ» κριτήρια τοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ ἔθρε- ψε καὶ ἐπέβαλε αὐτὴν τὴ στάση ζωῆς ἀπέναντι στὸν κόσμο. Ἡ οἰκολογικὴ κρί- ση ἀποτελεῖ ὡς φαινό- μενο περίτρανη ἀπόδει- ξη τῆς ἀλλοτριώσεως τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄκτιστο Θεὸ καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποκοπῆς τῶν ὄντων καὶ τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν ὄντως Ὄντα καὶ τὴν ὄντως Ζωή. ᾿Εδῶ βρίσκεται ἄλλωστε ἡ αἰτία κάθε ἀνθρώπινου προβλήματος, ἡ πηγή κάθε κρίσεως καὶ κάθε κακοῦ. ῾Ο Μ. Βασίλει- ος σημειώνει: «Τοῦτό ἐστι τό κακόν, ἡ τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωσις»6 . Αὐτὴ φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν κό- σμο καὶ πρὸς τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἑπόμενο, γιατί ὁ ἄνθρω- πος δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως καὶ ὁ κόσμος. Ἡ σωστὴ στάση ἀπέναντι στὸν κό- σμο ἢ ἡ παράχρησή του δὲν εἶναι γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση λεπτομέρεια, ἀλλὰ ἡ λυδία λίθος, ποὺ ἀνακρίνει καὶ ἐξετάζει ὁλόκληρο τὸ ἦθος τοῦ ἀνθρώ- που. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπιμέ- νουν νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται ὡς ἐνάρετος ἢ φαῦλος ἀπὸ τὴν ἀντίστοιχη σχέση καὶ χρήση «εὔλογη ἡ παράλογη» τῶν πραγμάτων τῆς δημιουργίας ποὺ φανερώνει στὴ ζωή του. «Ἐκ γὰρ τοῦ εὐλόγως ἤ παραλόγως τοῖς πράγμασι χρήσασθαι ἐνάρετοι ἤ φαῦλοι γινόμε- θα»7 . Τὰ συναξάρια καὶ οἱ βίοι τῶν ἁγίων της Ἐκκλη- σίας, ἰδιαίτερα ἐκεῖνα ποὺ συνιστοῦν τὴ νηπτικὴ καὶ μοναστικὴ παράδοση, εἶναι γεμάτα ἀπὸ παροτρύνσεις αὐτῶν τῶν ἁγίων γιὰ ἀγάπη καὶ προστασία τῆς κτίσεως, ἀλλὰ καὶ ἀποκαλύπτουν τὴ δική τους ἀσκητικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ σχέση μὲ τὰ πράγματα τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Οἱ διηγήσεις τῶν Γερόντων στὰ διάφορα Γε- ροντικά, στὸ Λειμωνάριο, στὸ Λαυσαϊκό κ.ἄ. μαρτυ- ροῦν τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Ἡ στάση αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ρομαντικὴ ἰδιορυρυθμία μήτε διάθεση φυσιολατρίας, ὅπως ἄλλω- στε καὶ οἱ συμβουλὲς καὶ παροτρύνσεις τους γιὰ τὴν προστασία τῆς κτίσεως δὲν ΨΗΦΙΔΩΤΟ, ΡΑΒΕΝΝΑ
  • 137. 136 ἀποτελοῦν ποιμαντικὴ πολυτέλεια. Δειγματοληπτικὰ ἐδῶ θὰ περιορι- σθοῦμε σὲ παραδείγματα τῆς πρόσφατης συναξαριακῆς παράδοσης ποὺ ἀναφέρο- νται σὲ ἁγίους Γέροντες τοῦ προηγουμέ- νου αἰώνα, κάποιους ἀπὸ τοὺς ὁποίους γνωρίσαμε καὶ προσωπικά. Ὁ ὅσιος Σι- λουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ βιογράφος τοῦ Γέροντας Σωφρό- νιος, διακρινόταν ἀπὸ μία ἀσυνήθι- στη γιὰ τέτοιου εἴδους ἀνδρεί- ους ἀνθρώπους εὐσπλαχνία γιὰ κάθε κτίσμα τοῦ Θεοῦ καὶ δίδασκε ὅτι οὔτε τὰ φύλ- λα τοῦ δέντρου δὲν πρέπει νὰ κό- βουμε χωρίς να ὑπάρχει ἀνάγκη8 . Ὁ Γέροντας Ἀμφι- λόχιος τῆς Πά- τμου περιδιαβαί- νοντας τὸ νησὶ τὰ καλοκαίρια κατὰ τοὺς μῆνες τῆς ξηρασίας πότιζε ὁ ἴδιος τὰ δέ- ντρα ποὺ εἶχαν φυτευτεῖ καθ' ὑπόδειξη ἐκείνου ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ πήγαιναν νὰ ἐξομολογηθοῦν9 . Ὁ Γέροντας Ἰάκω- βος Τσαλίκης ἔδειχνε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέ- ρον γιὰ τὸν ἐλαιώνα τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσί- ου Δαυίδ, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ δίνει ἐλεημο- σύνη καὶ «εὐλογίες» σὲ ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν ἀνάγκη, ἐνῷ μὲ τὴν ἴδια εὐαισθη- σία ἀλλὰ καὶ δοξολογικὴ διάθεση στέκε- ται καὶ ὁ Γέροντας Πορφύριος μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο της δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Φρόντισε νὰ φτιάξει δεξαμενὴ ἀνάμεσα στὰ πεῦκα καὶ νὰ βάλει ἕνα ντεπόζιτο μὲ δύο κυβικὰ νερὸ γιὰ νὰ πίνουν τὰ ἀηδό- νια. Πίστευε ὅτι οἱ ὀμορφιὲς τῆς φύσεως εἶναι οἱ μικρὲς ἀγάπες ποὺ μᾶς ὁδηγοῦν στὴ μεγάλη Ἀγάπη, τὸν Χριστό. Τέλος ὁ Γέροντας Παΐσιος διαμαρτυρόταν, ὅταν ἔβλεπε ἢ ἄκουγε νὰ κόβουν στὸ Ἅγιον Ὄρος δέντρα γύρω ἀπὸ πηγές. Ἔλεγε ὅτι ὅπου δὲν ὑπάρχουν δέντρα δὲν γίνο- νται καὶ βροχές, ἐνῷ τὰ μέρη αὐτὰ ἀρχί- ζουν νὰ μοιάζουν μὲ τὴν ἔρημο, ὅπου δὲν βρέχει ποτέ. Συμπερασματικὰ θὰ θέλαμε νὰ ἐπι- σημάνουμε ὅτι, ἂν δὲν ὁδηγηθεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸ τα- χύτερο σὲ σωστὴ σχέση μὲ τὸν κό- σμο καὶ τὰ πράγ- ματα τοῦ κόσμου, ποὺ οἰκοδομεῖται στὴ σωστὴ σχέ- ση μὲ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρ- ξει οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ στὴν οἰκο- λογία. Ἡ παράδο- ση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὄχι μόνο μὲ κείμενα, ἀλλὰ προπάντων μὲ τὴν ἐμπειρία καὶ τὴ βίωση τοῦ εὐχαριστιακοῦ καὶ ἀντικαταναλωτικοῦ ἤθους μπορεῖ νὰ προσφέρει στὸν σημε- ρινὸ ἄνθρωπο χειραγωγία γιὰ διέξοδο ἀπὸ τὴν κρίση. _ 1. Γεν. 2, 16-17. 2. Ρωμ. 8,20. 3. Βλ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Λόγοι Ἠθικοί Α΄, κεφ. 2, SC122, σ. 190. 4. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία 13, PG 151, 157C. 5. Ρωμ. 8,22. 6. Ὅτι οὐκ ἔστι αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός 8, PG31,148A. 7. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια περί Ἀγά­ πης 1, PG90, 981B. 8 . Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, ἐκδ. Ἱ.Μ. Τιμίου Προ- δρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 19956 , σ. 117. 9. Βλ. Ἀρχιμ. Ἰγνατίου Τριάντη (νῦν Μη- τροπ. Βερατίου), Ὁ Γέροντας τῆς Πάτμου Ἀμφιλόχιος Μακρῆς, ἐκδ. Ἱ.Μ. Εὐαγγελι- σμοῦ, Πάτμος 1993, σ. 138 κ.ἑ.
  • 138. 137 Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ πίστη μας, δὲν εἶναι ἁπλῶς θρησκεία, ἀλλὰ ἡ ἐκ Θεοῦ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθεί- ας καὶ κατὰ συνέπεια, ἀποκάλυψη τῆς ἀλη- θινῆς σχέσεως μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Ἡ φύση ἡ ὁποία μᾶς περιβάλλει ἀποτελεῖ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης. Τί- ποτε δὲν ὑπάρχει στὴ ζωὴ αὐτή, ποὺ νὰ μὴν ἔχει τὸ Δημιουργό του. Τὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, τὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Δια- θήκης, διαβεβαιώνει περὶ τούτου: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίη- σεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». (Γέν.1.1.) Αὐτὴν τὴν πίστη στὸν Δημιουργὸ Θεὸ ὁμολο- γοῦμε καὶ διὰ τοῦ Συμ- βόλου τῆς Πίστεώς μας: «Πιστεύω εἰς Ἕνα Θεὸν Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων». Μέσα στὸν κόσμο δημιουργήθηκε καὶ τέθηκε ὁ ἄνθρωπος «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν αὐτόν», δηλαδὴ ὁ Θεὸς ὅρισε τὸν ἄνθρωπο διαχειριστὴ καὶ φύλακα τοῦ κόσμου τούτου. Νὰ τὸν ἀπολαμβάνει, νὰ τὸν χρησιμοποιεῖ καὶ νὰ ἀξι- οποιεῖ τὸν φυσικὸ κόσμο, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν προφυ- λάσσει, νὰ τὸν προσέχει καὶ νὰ τὸν διατηρεῖ. Πῶς; Ἐνθυμούμενος τὸν Δη- μιουργό, παραμένοντας συνδεδεμένος μαζί Του, ἐξαρτώμενος ἀπ' Αὐτόν, ἀποδεχόμενος τὸ θέλημά Του καὶ συνεργαζόμενος μαζί Του. Τὸ τί συνέβη καὶ τὸ τί συμβαίνει ὡς πρὸς τὶς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τοῦ Θεοῦ τὸ γνωρί- ζουμε ὅλοι πολὺ καλά. Ὁ ἄνθρωπος προτίμησε καὶ προτιμᾶ τὸν δρόμο τῆς αὐτονομίας, τῆς ἀνεξαρ- τησίας καὶ τῆς θεοποιή- σεως τῶν δυνάμεών του. Ἀπέρριψε καὶ περιφρόνησε τὸ θέλημά Του, τὶς ἐντολές Του καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Πρωτοπρεσβύτερου Ἀναστάσιου Παρούτογλου Ἐκπαιδευτικοῦ
  • 139. 138 οὐσία τοῦ Προπατορικοῦ Ἁμαρτήματος, τὸ ὁποῖο καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς λε- γόμενης οἰκολογικῆς καταστροφῆς. Ἐφ' ὅσον ὁ ἄνθρωπος στράφηκε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ Δημιουργοῦ, εὐκολώτερον εἶναι νὰ στρέφεται καὶ ἐναντίον τῆς φύσεως καὶ τοῦ περιβάλλοντος χώρου. Ὁ ἄνθρωπος χωρὶς Θεό, γίνεται κατα- χραστὴς τοῦ κυριαρχικοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖο τοῦ δόθηκε, ἐκμεταλλευτὴς τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, ἐκμεταλλευόμενος ἀσυλόγιστα καὶ ἐγωκεντρικὰ τὸ περι- βάλλον, τὸ ὁποῖο καὶ καταστρέφει καὶ καταστρέφοντας αὐτό, ἁμαρτάνει καὶ ἁμαρτάνοντας καταστρέφει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Πρὸς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ἔρχεται ὁ Χριστός. Γίνεται ἄνθρωπος, λαμβάνει ὑλικὸ σῶμα καὶ εἰσέρχεται σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, γιὰ νὰ φέρει τὴ σωτηρία, τὴ σω- τηρία ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν κάθε εἴδους φθορὰ καὶ νὰ λυτρώσει καὶ ἀπ' αὐτὸν τὸν ἴδιον τὸν θάνατο. Τὸ κοσμοσωτήριο ἔργο Του - τὴ με- γαλύτερη ἐπιχείρηση διάσωσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, διὰ μέσου τῶν αἰώνων διὰ τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας Του, ἡ ὁποία ὡς λύση καὶ ἀπάντηση στὸ οἰκολογικὸ πρόβλημα προβάλλει τὴν πί- στη καὶ τὴ ζωή της, διακηρύσ- σοντας ὅτι κέντρο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου καὶ μέτρο πάντων εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χρι- στός. Ἡ ἐπίλυση δηλαδὴ τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος τῆς ἐποχῆς μας, κατὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴ θεώρηση τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Τὸ φυσικὸ περιβάλλον, ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καὶ δῶρο τῆς ἀγάπης Του πρὸς ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ ὡς παρακαταθήκη ἐμπιστευμένη σὲ μᾶς χρήζει σε- βασμοῦ, ἀγάπης, προστασίας καὶ ἐνδιαφέροντος. «Ἡ φύσις διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρω- πος διὰ τὴν φύσιν» (Μάρκ. 9,27). Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται σήμερα εἶναι νέα σχέση ἀνθρώπου μὲ τὸ περιβάλλον του. Ὁ ἄνθρωπος συνειδητοποιώντας τὶς λανθα- σμένες του ἐπιλογὲς καὶ βλέπο- ντας τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματά τους νὰ προσπαθήσει ἀποφασιστικὰ γιὰ μία προσωπικὴ ἀλλαγὴ πρὸς τὸ καλύ- τερο, τὸ ἁγιώτερο, τὸ ὑψηλότερο. Αὐτὴ εἶναι ἡ σωτήρια ὁδός, τῆς ἐπιστροφῆς στὸν Θεό, τῆς στροφῆς πρὸς τὶς αἰώνιες ἀξίες στὶς ὁποῖες καλεῖ ὁ Χριστιανισμός. Ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὸ σημερινὸ ἀδιέξοδο ὄχι μόνο φαίνεται ἀδύνατη ἀπὸ τὰ σημερινὰ δεδομένα, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι διαγράφεται καθαρώτερα ἡ μαζικὴ κα- ταστροφὴ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώ- Ἀφρική, Φώτης Κόντογλου
  • 140. 139 που. Ἀπέναντι σ' αὐτο τὸ ἐφιαλτικὸ ἀδι- έξοδο, μοναδικὴ καὶ διαχρονικὴ λύση μπορεῖ νὰ δώσει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλη- σία μὲ τὴν πίστη καὶ τὴ χριστιανική της παράδοση. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει μὲ σεβασμὸ καὶ εἰλικρί- νεια τὴ φύση. Μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν ἀπατηλὰ εὐδαιμονισμένο ἄνθρωπο τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ τὴν ἀκολουθήσει γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ζή- σει μὲ καταλλαγὴ πρὸς τὸν πλησίον καὶ πρὸς τὸν γύρω του κόσμο. «Ὅστις πίει ἐκ τοῦ ὕδατος οὐ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα.» (Ἰω. 4,14). Ὅσα προγράμματα προστασίας τοῦ περιβάλλοντος κι ἂν σχεδιαστοῦν κι ὅσα οἰκονομικὰ κονδύλια κι ἂν δαπανηθοῦν, δὲν πρόκειται νὰ κατασταλεῖ ἡ κρίση αὐτή, ἐὰν δὲν ὑπάρξει πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ἀναστροφή, ἀλλαγὴ ἤθους καὶ νο- οτροπίας πρὸς τὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἔναντί του κόσμου, μία στάση μετανοίας ἐν Χριστῷ. Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἐναντί- ον κάθε ἀδιαφορίας πρὸς τὸν πνευματικὸ ἀγώνα. Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀποτάχθηκαν τὴν κοσμικὴ ἄνεση, ὑπέμειναν τὶς θλίψεις καρτερικῶς,μὲἀποτέλεσμανὰπετύχουν τὴν εὐφροσύνη ποὺ εἶναι τὸ αἴσιο τέλος αὐτῶν. Ἀγάπησαν τὴ φύση, ἔζησαν καὶ ἀσκήθηκαν μέσα σ' αὐτήν. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος γιὰ πολλὰ χρόνια ἀσκήτευσε μέσα στὴν ἔρημο. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ποὺ γεύθηκε τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐρήμου, τὴν ὀνομάζει μητέρα τῆς ἡσυχίας. Ὁ ὅσιος Θεοδόσιος γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸ ἄγχος καὶ τὴ στενοχώρια τῆς ἐξου- σίας, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοῦ ἀναθέσουν,
  • 141. 140 φεύγει γιὰ τὴν ἔρημο, ἡ ὁποία μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Κυρίου μεταβάλλεται σὲ εὔφορη γῆ, στὴν ὁποία ἀνθοῦν οἱ πνευ- ματικοὶ καρποὶ «φωνὴ Κυρίου συσσείο- ντος ἔρημον» (Ψάλμ. 28,8). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ζώντας στὴν ἔρημο ἔβρισκε τὴν τροφή του στὸ ἄμεσο φυσικὸ περιβάλλον τῆς ἐρήμου. Οἱ ἅγιοι ποὺ ἔζησαν στὴν ἔρημο, ἔζησαν ἁρμονικὰ μὲ τὸ φυσικὸ περιβάλ- λον καὶ τὴν κτίση καὶ ξαναβρῆκαν τὴν προπτωτικὴ κατάσταση τοῦ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀνέβηκε στὸ ὄρος Θαβὼρ κι ἐκεῖ μεταμορφώθηκε. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλυβίτης μετέβη στὸ ὄρος γιὰ τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Ὁ ἅγιος Ἰωαννίκιος μεταβαίνει στὸ ὄρος καὶ ἀσκούμενος ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν, πετυ- χαίνει τὴν κάθαρση τῶν πονηρῶν λο- γισμῶν καὶ ὁδηγεῖται στὴν τελείωση. Ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ἰω- άννης μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ σπηλαίου, στὸ ὁποῖο ἐγκαταβιώνει, συγγράφει διὰ τοῦ θείου φωτὸς τὸ θεόπνευστο βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Ὁ ἅγιος Λάζαρος ὁ Γαλησιώτης κατόπιν συμβουλῆς ἐναρέ- του γέροντος, ἀποσύρεται σὲ σπήλαιο, ὅπου περαιώνει τὰ ἀσκητικά του παλαί- σματα. Ὁ μέγας Ἰάκωβος ἀποσύρθηκε σὲ σπήλαιο ἀντιμετωπίζοντας μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὶς δύσκολες και- ρικὲς συνθῆκες καὶ τρεφόμενος μὲ τοὺς καρποὺς τῶν ἄγριων δένδρων. Ὁ ἅγιος Σίμων ὁ Ἀθωνίτης ζώντας γιὰ πολὺ καιρὸ στὸ σπήλαιο πολεμᾶ τοὺς ἀόρα- τους ἐχθρούς. Οἱ στυλίτες Πατέρες τῆς Ἐκκλησί- ας ζώντας ἐπάνω στὸν στύλο γιὰ πολλὰ χρόνια, ἀντιμετώπιζαν τὶς δύσκολες καιρικὲς συνθῆκες μὲ ὑπομονὴ καὶ καρ- τερία, χωρὶς γογγυσμό, ἀλλὰ πάντοτε μὲ Ἡ Ἐλλάδα τῶν τριῶν κόσμων, Φώτης Κόντογλου
  • 142. 141 τὴ Θεία Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ὅσιος Συμεὼν ὁ Στυλίτης στὸν τελευ- ταῖο στύλο ποὺ διέμεινε ἐπὶ εἴκοσι καὶ πλέον ἔτη, εἶχε ὕψος δεκαέξι ἕως δεκα- οχτὼ μέτρα. Ἐξίσου δύσκολη ἄσκηση εἶναι καὶ ἡ διαμονὴ πάνω σὲ δένδρο. Οἱ ἀσκούμενοι πάνω στὸ δένδρο ὀνομάζονταν δενδρίτες. Ὁ ὅσιος Δαυὶδ ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἔμεινε γιὰ τρία χρόνια ἀσκητεύοντας ἐπάνω σὲ δένδρο ἀμυγδαλιᾶς. Ὁ ἅγιος Γέροντας τῆς Πάτμου Ἀμφι- λόχιος Μακρὴς ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τοὺς ἐξο- μολογουμένους, σ' ἔνδειξη μετάνοιας, νὰ φυτεύουν ἕνα δέντρο, ἐπειδὴ -ὅπως ἔλεγε - «ὅποιος φυτεύει δέντρο, φυτεύει ἐλπίδα, φυτεύει εἰρήνη, φυτεύει ἀγάπη καὶ ἔχει τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ». Μελετώντας κανεὶς τὰ λειτουργικὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς βίους τῶν Ἁγίων, τὰ συναξάρια, διαπιστώνει τὸ σε- βασμὸ τῶν ἁγίων στὴ φύση, τὸ φυσικὸ περιβάλλον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀντίστροφο, τὸ σεβασμὸ τῆς φύσης πρὸς τοὺς ἁγίους. Ὁ ἅγιος συνυπάρχει μὲ τὴ φύση, τὰ ζῶα (ὅπως ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ), τὰ φυτά, ὅπως ὁ Ἀδὰμ στὴν προπτωτικὴ κατάσταση. Στὸν ὅσιο Σιλουανὸ τὸν Ἀθωνίτη βλέπουμε μία συμπόνοια γιὰ κάθε τί ζωντανό, φυτά, ζῶα, γιὰ κάθε κτίσμα. Κάποτε ἔκλαψε πάρα πολὺ γιὰ τὴν «τραχύτητα αὐτοῦ πρὸς τὴν κτίση», ὅταν «ἄνευ ἀνάγκης» σκότωσε μία μύγα. Οἱ ἅγιοι πολλὲς φορὲς συμφιλιώνονται καὶ συνεργάζονται μὲ τὰ ζῶα οἱ ἴδιοι. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαριτώνει τοὺς ἁγίους μὲ τὴ Θεία Χάρη, ὥστε οἱ ἅγιοι νὰ οἰκειο- ποιοῦνται τὴ φύση. Ἡ πανέμορφη ὑδρόγειος κατοικία μας εἶναι ἀσφαλῶς «ἔργον τῶν δακτύ- λων τοῦ Θεοῦ». «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν», ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ Ἁγία Γραφὴ (Γέν. 1, 1). Βασικὴ διδαχὴ τῆς χριστιανικῆς πί- στης εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς ὄχι μόνο ἐδημιούρ- γησε τὴ Γῆ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ τρισεκατομ- μύρια ἀστρικὰ σώματα, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ ἴδιος διακυβερνᾶ τὸν κόσμο, ἐπιβλέπει, φροντίζει καὶ προνοεῖ γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ζωῆς ἐπὶ τῆς Γῆς, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἁρμονικὴ λειτουργία της μέσα στὸ πα- γκόσμιο οἰκολογικὸ σύστημα. Σ' αὐτὴν τὴν πίστη πρέπει νὰ κρα- τηθοῦμε, γιὰ νὰ ἀποκτήσει νόημα ἡ ζωή μας, ὀμορφιὰ καὶ χρῶμα ὁ βίος μας, ἐλπί- δα καὶ σιγουριὰ τὸ μέλλον μας. Σὲ πα- ρόμοια πνευματικὴ καὶ ἀνθρωπιστικὴ παιδεία πρέπει νὰ προσανατολίσουμε τὰ παιδιά μας. Ἡ εὐθύνη μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι τεράστια. Δὲν δικαιολογεῖται ἀμέ- λεια γιὰ πνευματικὰ ἐγκλήματα. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὴν ἀπο- λογία, ποὺ θὰ δώσουμε στὸν Θεὸ σχετικὰ μὲ τὸ πὼς διαχειριστήκαμε τὸν κόσμο ποὺ μᾶς χάρισε ὡς προίκα. «Κόσμος» στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει κόσμημα καὶ δὲν πρέπει ποτέ, ἠθελημένα ἢ ἀπὸ ἀμέλεια, νὰ γίνουμε ὑπεύθυνοι ὁποιασδήποτε καταστροφῆς τοῦ περιβάλλοντος χώρου μας. Νὰ μὴν ἐπιτρέψουμε τὴν ἁμαρτία τῆς προσβολῆς καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς φύσεως γιὰ λόγους συμφέροντος.   Ἔχουμε ἱερὴ ὑποχρέωση ὡς ὀρθό- δοξοι χριστιανοί, νὰ «φυλάσσουμε τὸν τόπον», ἀποκαθιστώντας τὶς σωστὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Δημι- ουργὸ καὶ τὴν Κτίση. Ὡς Ἐκκλησία Χριστιανῶν πρέπει νὰ παλέψουμε μὲ τὸ μεγάλο ὅπλο τῆς προσευχῆς. Ἂς μὴν πεῖ κανεὶς πὼς δὲν ἔχει ρόλο στὴ διάσω- ση τῆς Κτίσεως γενικὰ καὶ τῆς Πατρί- δος μας εἰδικώτερα. Μὲ τὴν ἀνύστακτη προσοχή μας ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔνθερμη προσευχή μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀσύλληπτο βάρος σὲ κοσμολογικὲς διαστάσεις, μπο- ροῦμε νὰ ἀνατρέψουμε τὴν ξέφρενη κα- ταστροφικὴ πορεία μας. Ἡ Ἐκκλησία ἐπευλογεῖ καὶ στηρίζει πάντας τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ ἐργα- ζομένους γιὰ τὴν προστασία τοῦ περι- βάλλοντος. _
  • 143. 142 Ο ἱ κρίσεις στὸ ἐπίπεδο τῆς ἠθικῆς, τῆς κοινωνικῆς, τῆς πολιτιστικῆς, τῆς πολιτικῆς ἢ καὶ αὐτῆς τῆς οἰκο- νομικῆς ζωῆς ἔχουν πνευματικὴ προέ- λευση. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κάθε κρίση, σὲ ὁποιοδήποτε ἐπίπεδο τῆς προσωπικῆς ἢ τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἂν ἐμφανίζεται, ἔχει κάποια βαθύτερη πνευματικὴ ρίζα. Καὶ ἡ ρίζα αὐτὴ ποὺ προκαλεῖ τὴν κρίση, ἀπευθύνει ταυτό- χρονα στὸν ἄνθρωπο μία πρόσκληση γιὰ διερεύνηση τῆς πνευματικῆς τους καταστάσεως. Καὶ ἡ διερεύνηση αὐτὴ καρποφορεῖ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀναθεω- ρεῖ τὴ στάση του καὶ ἐπιστρέφει στὶς αὐθεντικὲς ρίζες του, στὸν αὐθεντικὸ ἑαυτό του. Σήμερα ζοῦμε μία ἔντονη κρίση στὸ ἐπίπεδο τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς. Εἶναι μία κρίση ποὺ κοστίζει ἀκριβὰ σὲ ὅλους μας, διότι ὑποφέρουμε ὅλοι. Ἀκριβότε- ρα ὅμως κοστίζει αὐτὴ στοὺς φτωχότε- ρους καὶ ἀσθενέστερους συνανθρώπους μας, διότι ἀπειλεῖ τὴν ἴδια τὴν ἐπιβίω- σή τους. Τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀνθρώ- πων ποὺ βρέθηκαν κάτω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς φτώχειας, ὁ ὁρμαθὸς τῶν ἀστέγων, οἱ στρατιὲς τῶν ἀνέργων, τὰ πλήθη τῶν ἀπολυομένων, ποὺ ἐπίσημα χείλη χαρα- κτήρισαν τὸ δράμα τους ὡς διακοπὴ τῆς μονοτονίας τους, συνθέτουν μία κατά- σταση ὄχι ἁπλῶς ἀπογοητευτική, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ δραματική. Ἀλλὰ ὅπως κάθε κρίση, ἔτσι καὶ ἡ κρίση αὐτὴ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει καὶ κά- ποια θετικὴ πλευρὰ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει τὶς «παράπλευρες» ὠφέλειές της νὰ ἀνα- καλέσει τὸν ἄνθρωπο στὴν πνευματική του βάση καὶ νὰ δημιουργήσει αἰσθή- ματα ἀλληλεγγύης. Νὰ προκαλέσει τὸ φιλότιμό του, νὰ ξυπνήσει τὸ ἐνδιαφέ- ρον του γιὰ τὶς βαθύτερες ἀνάγκες του καὶ νὰ ὁδηγήσει σὲ αὐτοκριτικὴ γιὰ τὴν ἀλόγιστη ζωή του. Σήμερα ὁ καθένας ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ Γεωργίου Ἰ. Μαντζαρίδη Ὁμότιμου καθηγητοῦ Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ Τοιχογραφίαστὸσπίτι τοῦΦώτηΚόντογλου
  • 144. 143 καταλαβαίνει καλύτερα τὸ σφάλμα τῆς καταναλωτικῆς μανίας. Τώρα ἀντιλαμ- βάνεται σαφέστερα τὴν ἀφροσύνη τῆς δημιουργίας τεχνητῶν ἀναγκῶν, ποὺ τὸν ὁδήγησαν σὲ μία ἀτέρμονη προσπά- θεια γιὰ τὴν ἱκανοποίησή τους. Ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες μὲ τὴν κρίση αὐτὴν κατανοοῦμε εὐκολότερα τὴν ἀφροσύνη μας, καὶ ἰδιαίτερα τὴν ἀφροσύνη τῶν ἡγετῶν μας ποὺ ἔλεγαν ὅτι ἔχουμε χρήματα καὶ ἀγαθὰ «κείμενα εἰς ἔτη πολλὰ» ἀφροσύνη ποὺ ξεπερνᾶ κατὰ πολὺ ἐκείνην τοῦ ἄφρονα πλου- σίου της εὐαγγελικῆς παραβολῆς για- τί ἐκεῖνος ἔχει πράγματι ἀγαθὰ «κείμε- να εἰς ἔτη πολλά», ἐνῷ ἐμεῖς δὲν εἴχαμε καὶ στηριζόμασταν στὰ δανεικά. Κατα- νοοῦμε ἀκόμα, πόσο ὑποκριτικὸ ἦταν τὸ πολιτικό μας σύστημα, ποὺ ἐνῷ κατοχύ- ρωνε συνταγματικὰ τὴν ἰσότητα καὶ τὴ δικαιοσύνη, στήριζε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ στηρίζει νομοθετικὰ τὴν ἀσυδοσία τῶν κρατούντων. Ἡ οἰκονομικὴ κρίση κινεῖται στὴν ἐπιφάνεια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Πρὶν ὅμως ἐκδηλωθεῖ αὐτὴ στὸ ἐπίπεδο τῆς οἰκονομίας, εἶχε παρουσιαστεῖ σὲ ἄλλα βαθύτερα ἐπίπεδα στὸ πολιτικό, τὸ πο- λιτισμικό, τὸ κοινωνικό, τὸ ἠθικό, τὸ θρησκευτικό. Οἱ διαδοχικὲς ὅμως αὐτὲς καταστάσεις ἔμεναν ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἀπαρατήρητες ἢ καὶ ἐξυμνοῦνταν ὡς προοδευτικὰ καὶ ἐκσυγχρονιστικὰ φαι- νόμενα. Τώρα ὅμως ποὺ ὁ κόμπος ἔφτα- σε στὸ χτένι βλέπουμε τὰ πράγματα δι- αφορετικά. Αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσουμε ἄλλους προσανατο- λισμούς, νὰ ἀναθεωρήσουμε τὴ ζωή μας καὶ νὰ ἐπιστρέψουμε σὲ ἀρχὲς καὶ καταστάσεις ποὺ περιφρονήσαμε καὶ ἐγκαταλείψαμε. Ἐντυπωσιασμένοι ἀπὸ τὸν τεχνο- κρατικὸ πολιτισμὸ καὶ τὶς ἐπιβλητικὲς κατασκευές μας λησμονήσαμε τὸν φυ- σικὸ τρόπο ζωῆς καὶ περιοριστήκαμε στὶς ἀπρόσωπες πόλεις καὶ τὶς τσιμε- ντένιες πολυκατοικίες. Περιφρονήσα- με τὶς προσωπικὲς σχέσεις μὲ τοὺς συ- νανθρώπους μας καὶ τὶς περιορίσαμε σὲ ἀτομικὲς συναλλαγές. Χάσαμε τὴν ἐπα- φή μας μὲ τὴ γῆ καὶ συνδεθήκαμε μὲ τὴν ἄσφαλτο. Ἐγκαταλείψαμε τὴν ἀμό- λυντη ἀτμόσφαιρα μὲ τὰ καυσαέρια καὶ τὴν ἠχορρύπανση. Ὅλα αὐτὰ ἐκφρά- ζουν, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἐπηρεάζουν τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο, ὅπως τὴν κοι- νωνικὴ καὶ θρησκευτική μας ζωή. Ὅπου καὶ ἂν στραφεῖ σήμερα ὁ ἄνθρωπος, βλέπει τὸν τεχνοκράτη ἑαυ- τό του. Βλέπει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχασε τὸ πνευματικό του βάθος καὶ ξέχασε τὴ βαθειὰ καρδιά του. Βλέπει τὸ ἄκαρδο καὶ ἐγωκεντρικὸ ἄτομο, ποὺ προσπαθεῖ νὰ περιχαρακωθεῖ στὸν ἑαυτό του καὶ ἀδια- φορεῖ γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον του. Καὶ ἀσφυκτιώντας μέσα στὴν κατάστα- ση αὐτή, βλέποντας τὸ ἀδιέξοδό της πο- ρείας του, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιστρέψει στὴ φύση, στὴ φυσικὴ ζωή, στὶς προσωπικὲς σχέσεις. Ἡ πρωταρχικὴ προσωπικὴ σχέση εἶναι σχέση μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ ἑνοποιεῖ Ὅπου καὶ ἂν στραφεῖ σήμερα ὁ ἄνθρωπος, βλέπει τὸν τεχνοκράτη ἑαυτό του. Βλέπει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχασε τὸ πνευματικό του βάθος καὶ ξέχασε τὴ βαθειὰ καρδιά του.
  • 145. 144 τοὺς ἀνθρώπους ὡς πρόσωπα καὶ ὡς σύ- νολα, ἐνῷ ἡ ἀπουσία τῆς σχέσεως αὐτῆς τοὺς διασπᾶ καὶ δημιουργεῖ τὶς προσω- πικὲς καὶ τὶς κοινωνικὲς συγκρούσεις. Ἡ ἐνοποίηση ὅμως τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀληθινή, ὅταν θεμελιώνεται στὴν ἐσω- τερικὴ ἐνοποίηση τῶν προσώπων. Δὲν μποροῦν διασπασμένα πρόσωπα νὰ συ- γκροτήσουν ἑνοποιημένα σύνολα. Αὐτὸ διαπιστώνεται διαρκῶς στὴν οἰκογενει- ακὴ καὶ τὴν κοινωνικὴ ζωή. Πῶς ὅμως πραγματοποιεῖται ἡ ἐσω- τερικὴ ἑνοποίηση τοῦ ἀνθρώπου; Πῶς μπορεῖ ὁ διασπασμένος καὶ προσκολλη- μένος στὶς ἀδυναμίες τοῦ ἄνθρωπος νὰ βρεῖ τὴν ἑνότητά του; Αὐτὴ ἀρχίζει μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὸν ἑαυτό μας. Ὁ ἄσωτος γιὸς πρὶν πάρει τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, ἦλθεν «εἰς ἑαυτόν» (Λουκ. 15,17). Καὶ ἐμεῖς, ποὺ ὡς πρόσω- πα καὶ ὡς κοινωνία δαπανήσαμε τὴν πα- τρική μας κληρονομιὰ ἀκολουθώντας ἀνάξιους καὶ ἀνεύθυνους ταγούς, κα- λούμαστε πρωτίστως νὰ ἐπιστρέψουμε στὸν ἑαυτό μας. Καλούμαστε νὰ ἀναλο- γιστοῦμε τί πλοῦτο ἐγκαταλείψαμε καὶ ποιές πολύτιμες ἀξίες καὶ ἀρχὲς ποὺ στή- ριζαν καὶ ἀνέπνεαν τὴ ζωή μας, ποδοπα- τήσαμε ἢ δεχθήκαμε νὰ ποδοπατοῦνται. Ἡ μεγάλη οἰκονομικὴ κρίση ποὺ ζοῦμε σήμερα εἶναι στὸ βάθος της κρίση πνευματική. Καὶ ὅσο ἡ ἀντιμετώπισή της δὲν φροντίζει νὰ προσεγγίσει τὴ ρίζα της, κάθε προσπάθεια ποὺ καταβάλλεται γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν εἶναι ἐπιδερμικὴ καὶ ἡ παρουσία τῆς κρίσεως γίνεται ἐνδημική. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουν τὴν κατάσταση σήμερα οἱ ἡγέτες τῆς κοι- νωνίας εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ ἐνθαρρυντι- κός. Θὰ ἦταν ἄλλωστε περίεργο νὰ μᾶς σώσουν ἀπὸ τὴν κρίση αὐτοὶ ποὺ πρωτο- στάτησαν στὴ δημιουργία της. Τί μπορεῖ λοιπὸν νὰ γίνει; Ἀρκετοὶ ὑποστηρίζουν ὅτι χρειάζε- ται μία ἐπανάσταση, μία βίαιη ἀνατροπὴ τῆς καταστάσεως. Ἡ θέση αὐτὴ φαίνεται σωστὴ καὶ ἀποτελεσματική. Ἂν δὲν γκρε- μιστεῖ τὸ σάπιο, πῶς θὰ φανερωθεῖ τὸ ὑγιές; Ἡ ἱστορία ὅμως δίδαξε ὅτι ὅλες οἱ βίαιες ἐπαναστάσεις κατέληξαν ἢ μεταλ- λάχθηκαν σὲ αὐταρχικὰ καθεστῶτα μὲ τὴν κατάπνιξη τεραστίων μαζῶν πληθυ- σμοῦ, μὲ τὴ στέρηση τῶν στοιχειωδέστε- ρων δικαιωμάτων καὶ τὰ παρόμοια. «Ὅσο βαθειὰ καὶ ἂν εἶναι ἡ ταραχή μας γιὰ τὶς ἀδικίες κάποιου συστήματος, ἡ ἀλλαγὴ του πρέπει νὰ συνδέεται μὲ μακρὰ δια- δικασία ἀνυψώσεως τοῦ ἠθικοῦ ἐπιπέ- δου τῶν ἀνθρώπων ἐν γένει». Καλὴ εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴ φύση καὶ τὸν φυσικὸ τρόπο ζωῆς. Καλὴ εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς καθαρῆς ἀτμόσφαιρας καὶ τῆς ὑγιεινῆς δι- ατροφῆς. Καλὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὴν ἀποκατάσταση πρωτογενῶν σχέσεων. Μαζὶ ὅμως μὲ αὐτὰ καὶ πέρα ἀπὸ αὐτὰ χρειάζεται ἡ ἐπιστροφὴ στὸν αὐθεντικὸ ἑαυτό μας. Χρειάζεται ἡ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἡ ἐπιστροφὴ στὴ βαθειὰ καρδιά μας. Ἐκεῖ φωλιάζει ὁ ἀλη- θινὸς ἄνθρωπος. Ἐκεῖ μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ γίνει ἡ ἀληθινὴ ἐπανάσταση. Ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος συναντάει τὸν Θεὸ καὶ καταξι- ώνει τὸν βαθύτερο πόθο τῆς ἐπιστροφῆς του ἀπὸ τὴ διάσπαση καὶ τὴ διάλυση. Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινωνία θεώσεως διανοίγει στὸν ἄνθρωπο τὴν προοπτικὴ τῆς πραγματικῆς ἐνοποιήσεώς του ὡς προσώπου καὶ ὡς κοινωνίας. Καὶ ἡ πο- ρεία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν προοπτικὴ αὐτὴ συνιστᾶ τὴ μεγαλύτερη καὶ διαρ- κέστερη ἐπανάσταση τῆς ἱστορίας μεγα- λύτερη, διότι συμβάλλει στὴ θεραπεία κάθε κρίσεως ποὺ δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος καὶ διαρκέστερη γιατί συντελεῖται δια- χρονικὰ προσκαλώντας τὸν κάθε ἄνθρω- πο, χωρὶς νὰ ἀσκεῖ τὴν παραμικρὴ βία. Αὐτὴ ἡ ἐπανάσταση χρειάζεται σήμερα ἐπανάσταση εἰρηνικὴ καὶ ταυτόχρονα ἄκρως ριζοσπαστική. Ἐπανάσταση μὲ ἐπιστροφὴ στὶς ρίζες μας, γιὰ δυναμικὴ πορεία πρὸς τὸ μέλλον. _
  • 146. 145 Ὅ πως ὁ ἄσωτoς τῆς παραβολῆς, ἐφύγαμε κι ἐμεῖς μακρὰν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Πατρός μας, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ξοδέψαμε οἱ σημερινοὶ ὅλον τὸν βίο μας, ὅ,τι μᾶς χαρίσθηκε ἀπὸ τὸν Πανάγαθο. Καὶ φτάσαμε νὰ βόσκουμε χοίρους. Νὰ δουλεύ- ουμε εἰς τὲς ἐπιθυμίες ποὺ μᾶς ὑποβάλλει ὁ ἐξαποδὼ μαζὶ καὶ οἱ σύγχρονοι κουρτιζά- νοι του. Ἡ φύση, ποὺ φυτρώνει ἀγκάθια ἀπὸ τὴν πρώτη μας ξαστο- χία, σήμερα ξηραίνεται καὶ στενάζει, πλιότερα ἀπὸ ποτέ, ἀπὸ τὴν ἰδι- κή μας ἀνομβρία. Οὔτ' ἕνα δάκρυ δὲν ἔχουμε νὰ τὴν νοτίσουμε. Γιὰ τὴν ἐπιστρο- φή μας στὸ σπίτι τοῦ Πατρὸς χρειάζεται νὰ κλαύσουμε. Νὰ συντρι- βοῦμε. Καὶ συντετριμμένοι τὴν καρδί- αν νὰ πέσουμε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ τρα- νοῦ Πατέρα ποὺ μᾶς περιμένει στὴν ἔξω πόρτα. Οἱ φυσικοὶ γονεῖς μας ἄλλοτε, οἱ σημερινοὶ πνευματικοὶ τῶν σπηλαίων καὶ τῆς ἀσκήσεως ἐδίδασκαν καὶ διδά- σκουν τὰ πρῶτα βήματα τῆς σωτήριας ἐπιστροφῆς. Οἱ γονεῖς μας ἔμπαιναν στὴν Ἐκκλη- σία μὲ προετοιμασία. Ἐνήστευαν. Ἐξο- μολογοῦντο. Ἐγκρατεύοντο καὶ προ- σηύχοντο διὰ τοῦ ἱερέως νὰ ἁγιασθοῦν οἱ ἴδιοι καὶ τὸ μικρὸ βιός τους. Νὰ ἀποχω- ρισθοῦν δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἐλάμ- ΜΕ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΑΣ Ἤγουν, πῶς οἱ παλαιὲς ἐζύμωναν τὶς λειτουργιές. Λάμπρου Χρ. Σιάσιου Σ. Καθηγητοῦ Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ Ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ (12ος αἰ.), νωπογραφία, Μονὴ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Πάτμος.
  • 147. 146 βαναν τὸν ἁγιασμό. Καὶ ἐρράντιζαν δι' αὐτοῦ ἑαυτοὺς καὶ τὰ ὑπάρχοντά τους. Σπίτια, χωράφια, ζωντανά. Ἀντελάμβα- νον δι' αὐτοῦ καρπούς. Ἄλλοτε πλουσί- ους. Ἄλλοτε ὀλιγοστούς. Καρποὺς ὅμως πάντοτε προσωπικοῦ ἱδρῶτος καὶ θεί- ας ἐπευλογίας. Σίτον, οἶνον, ἔλαιον. Τὶς ἀπαρχὲς τῶν καρπῶν καὶ τῆς φύσεως τὶς προσκόμιζαν καὶ πάλιν δῶρον ἅμα καὶ δέηση στὸν Πανταίτιον τῶν δωρεῶν. Μίαν ἀπαρχήν, τὸν σίτον, ἐφρόντι- ζαν ἰδιαιτέρως. Τὸν συνῆγον σπυρί- σπυρὶ καὶ μ' ἄφθονο ἱδρώτα ἐπάνω τῶν ὀρέων. Καὶ τὸν προσκόμιζαν μὲ ὁλόλευ- κον πετσετούλα εἰς τὴν Ἄκραν Ταπεί- νωσιν. Μαζὶ καὶ ἀνορθόγραφες δεήσεις. Ὑπὲρ ὑγείας, Ὑπὲρ ἀναπαύσεως. Ἡ θεία μου, ἡ κυρά-Μαριώ, ἀπὸ χωρί- ον εἰς τὰ ριζὰ τοῦ Ἀρακύνθου, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ πρὸ δεκαετίας- παρέλαβε ἀπὸ τὴν πενθεράν της Βασίλω, τὴν μητέρα τοῦ πατρός μου, παλαιότερον αὐτῶν ἄλλο πρακτικὸ ἀλφαβητάρι γιὰ τὴν προ- ετοιμασία καὶ τὴν μαστορικὴ ποὺ εἶχαν ἀβιάστως, δηλαδὴ ἐκθύμως, ἀποκτήσει προκειμένου νὰ ζυμώνουν ἱεροπρεπῶς τὰ πρόσφορα, τὶς λειτουργιές. Ἀξιώθη- κα πρὸ εἰκοσαετίας νὰ τὴν παρακαλέσω καὶ νὰ μοῦ ἐμπιστευθεῖ κάποια δυσεύρε- τα στὶς μέρες μας «πατήματα». Ἀκούγο- νται ὡς μουσικὰ ἀλάλητα «κρατήματα». Κρατοῦν τὸ «ἴσον» ἀμέτρητων εὐχῶν, ἀτέλειωτων αἰώνων. - Πές μου γιαγιὰ Μαρία, σὲ παρα- καλῶ, πῶς ἔφτιαχναν στὰ χρόνια σου τὶς λειτουργιές. - Ἡ μάννα μου, παι- δί μου, ἦταν Χριστιανή, πάντοτε ἔκανε αὐτὴ τὴν ἑτοιμασία. Τ' ἀλεύρι τὸ εἶχε χώρια, ὅταν ἤτανε καθαρή, θὰ τὸ συμμάζευε τ' ἀλεύρι μὴν πάει ἀκά- θαρτη κι ἁπλώσει μέσα. - Χώρια, λοι- πόν, τ' ἀλεύρι γιὰ τὶς λειτουργιές. - Τότε ἐμεῖς εἴχαμε τὴν ἀλισσίβα. Ἔβανε μία κατσαρόλα στὴ φωτιὰ μὲ νερὸ καὶ πέταγε μέσα στά- χτη, ἔβραζε ἡ στάχτη μὲ τὸ νερό, κι αὐτὴ ἤτανε ἡ ἀλισσίβα. Ἔπαιρνε ὕστε- ρα μικρὸ κατσαρολάκι, τὸ ἔβραζε, τὸ ἔβγαζε, τὸ ἔτριβε μὲ τὴν ἀλισσίβα, τὸ ἔφκιανε μὲ ἄμμο κι ἔφεγγε. Μετὰ ἔπλενε τὰ σαγάνια, τὰ χαλκοματένια. Ἔπαιρνε αὐτὸ γιὰ τὸ προζύμι χωριστά. - Γιατί χωριστά; - Γιὰ νὰ βράσει, νἆναι καμμένο, νὰ καθαρίσει καλά, νἆναι εὐχαριστημένη, μὴν πέρασε φίδι, πέρασε ποντίκι. - Πότε γινόταν αὐτό; - Μία μέρα πρίν. Ἂς ποῦμε ὅτι ἤθε- λε τὶς λειτουργιὲς γιὰ τὴν Κυριακή. Θὰ τὶς πήγαινε Σάββατο τὸ βράδυ. Αὐτὴ ἡ ἑτοιμασία γινόταν τὴν Πέμπτη ἢ τὴν Παρασκευή. Μόλις ἔπλενε τὰ χαλκώμα- τα, τὰ τύλιγε μὲ καθαρὸ πανί, τἄδενε μὲ
  • 148. 147 κλωστὴ καὶ τὰ κρέμαγε ψηλὰ τὰ κατσα- ρολικὰ καὶ τὰ σαγάνια, νἆναι σίγουρη ὅτι αὐτὰ εἶναι πεντακάθαρα. - Ὕστερα, παραμονὴ τὸ βράδυ, θὰ ἀνάπιανε τὸ προζύμι, ξανάβγαινε τὸ κα- τσαρολάκι τὸ ξεχωριστό, ζέσταινε τὸ νερό, ἔπαιρνε μὲ τὸ μικρὸ κουτάλι νὰ δεῖ πόσο ζεστάθηκε, μὴν καεῖ τὸ προζύμι. - Ποῦ ἔριχνε νερό; - Ἔγερνε ἐπάνω στὸ χέρι της, νὰ δεῖ εἶναι μαλακούλι τὸ νερό, ἅμα καίει, πάει τὄκαψε, δὲν γίνεται λειτουργιά, δὲν ἀνα- πιάνεται τὸ προζύμι. Ἀναπιάνει λοιπὸν τὸ προζύμι καὶ τ' ἀφήνει νὰ γένει. - Πῶς γινόταν αὐτό, θεία Μαρία; - Ἐδῶ ποὺ ἦρθα ηὕρα τὰ ἴδια, ὅ,τι ἔκανε ἡ μάννα μου τὸ βρῆκα κι ἀπ' τὴν πεθερά μου, τὴ Βασίλω. Ἔβανε, ποὺ λές, τὸ χλιαρὸ νερό, κοσκίναγε τ' ἀλεύρι καὶ τὄπαιρνε μὲ τὸ κουτάλι καὶ τὸ ἀναπιάνει νὰ εἶναι σίγουρη ὅτι ἡ λειτουργιὰ θὰ γί- νει σῶμα καὶ αἷμα. - Ἐκεῖ τὸ μυαλό της. - Ἐκεῖ καρφωμένο. Τ' ἀνάπιανε καὶ τὄβανε κοντὰ στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ φου- σκώσει. Καὶ στὶς δυό τη νύχτα σηκω- νόταν νὰ ζυμώσει τὴ λειτουργιά. Μετὰ ξανάπαιρνε, μόλις τελείωνε τὸ προζύμι, θερμὸ νερὸ νὰ πλύνει τὸ σκαφίδι, ξύλι- νο σκαφίδι, τόσο δά, μικρὸ ἴσα γιὰ τὶς λειτουργιές. - Τόσο μικρό; - Ἦταν μικρὸ μόνο γιὰ λειτουργιές, ἂς ποῦμε μισὸ μέτρο, ὅσο εἶναι ἡ γωνιὰ καὶ λιγότερο. Τὸ ἄλλο γιὰ τὸ ψωμὶ ἤτα- νε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ πέρα, γιόμιζε τὸ φοῦρνο καρβέλια. Ἔπαιρνε λοιπὸν τὸ μικρὸ σκαφίδι καὶ τὸ ζεμάταγε κι αὐτό. - Πότε; - Ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς. Τὄπαιρνε ὕστερα μ' ἕνα μεσάλι τὸ σκα- φιδάκι αὐτὸ καὶ τὸ τύλιγε καλὰ κι ἔβα- νε ἕνα σκαμνὶ ξύλινο καὶ τὸ ἀναποδογύ- ριζε ἀπὸ πάνω, δίπλα στὴ φωτιά, δίπλα στὸ προζύμι κι αὐτό, γιὰ νὰ στεγνώσει τὸ σκαφίδι ἀπὸ μέσα. Ἀφοῦ ἐκεῖ θὰ κο- σκίναγε ἔπειτα. - Τί ἄλλο ἑτοίμαζε, θεία Μαρία; - Νά ἔβλεπες, παιδί μου, τί φοροῦσε, θἄκοβες τὸ αἷμα σου. Τὰ ἴδια γινότανε καὶ μὲ τὴν ἀδερφὴ τοῦ πατέρα μου. - Δηλαδή; - Αὐτὰ ποὺ θὰ ἀκούσεις τὰ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου: πλένουνταν, ἄλλαζε ἀπὸ τὸ πρωὶ ποὺ θὰ σηκωνόταν νὰ ζυμώσει λει- τουργιά, θὰ φόραγε κουρελάκια, ἀλλὰ Ἐκείνην τὴν ὥρα πρόσεχε πολύ. Τὰ μαλλιά της καλοτυλιγμένα μέσα στὸ μαντήλι νὰ μὴν ξεπέχει τίποτε ἀπ’ ἔξω. Γιατί ἔχει καὶ ὁ πειρασμὸς μ’ αὐτὰ νὰ κάνει. Νἄρθει, λέει, νὰ τὴν τραβήξει νὰ πέσει μέσα στὸ ζυμάρι. Τρέμει ἡ νοικοκυρά ἐκείνη τὴν ὥρα, ἡ λειτουργιά της θά γίνει σῶμα καί αἷμα. Λέει στὸν Θεό: «Εἶμαι καθαρὴ Θεέ μου; Συγχώρα με, συγχώρα με…». Καὶ προσεύχεται ἀσταμάτητα. Λέει τὸ «Πάτερ ἡμῶν» χωρὶς σταματημό.
  • 149. 148 ἔλαμπαν ἀπὸ τὴν καθαριότητα, πλυμέ- να μὲ ἀλισσίβα. - Δὲν ἦταν καινούργια, ἀλλὰ καθαρά! - Ναί, κουρελάκια. δὲν χώραγαν ἄλλα μπαλώματά σου λέω, σάκκο καὶ φουστά- νι, τὸ φουστάνι τὸ φτιάχνανε μοναχές, κάθε μία ἤτανε μοδίστρα μοναχή της, τὰ χεράκια της ὅλη τη νύχτα ἔραβαν. - Καὶ ὁ σάκκος; - Ὁ σάκκος ἤτανε τὸ ἀπὸ πάνω, μπλούζαποὺλέμετώρα.Ἤτανεἀνοιχτὸς κάπως ἐδῶ μπροστά, ἀλλὰ τὄφκιανε μὲ μέση καὶ ἔπεφταν σὰν καμφάκια ἐδῶ, νὰ χαρίζει καὶ λίγο. Κουμπάκια ἢ σοῦστες ἔβανε κάτω-κάτω, ἀλλὰ ὁ λαιμὸς ἐκεῖ κλειστός. - Ντυμένη λοιπὸν πεντακάθαρα. - Κατακάθαρα ὁπωσδήποτε. Καὶ στὸν ἑαυτό της ἤξερε ὅτι εἶναι καθαρὴ καὶ ἤξερε ὅτι θὰ τὴν φκειάσει τὴ λειτουργιά, ἀλλιῶς δὲν τὴν ἔφκειανε. - Ἀλήθεια; - Δὲν τὴν ἔφκειανε, θὰ ἔβαζε ἐμένα ποὺ ἤμουνα κοριτσάκι καὶ θὰ τὴν ζύμω- να, καὶ μὲ ὁρμήνευε, ἔτσι φκειάσε καὶ τὴν ἔφκιανα. Ἔπρεπε νὰ εἶναι σίγουρη ὅτι ἡ λειτουργιὰ θἆναι καθαρή, ἀλλιῶς δὲν τὴν πήγαινε στὸν παπά. - Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν τὴν παραμονή. - Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ θὰ σηκωνότανε. - Χαράματα; -Ἄλλοτεχαράματα,ἄλλοτεστὶςτρεῖς, δὲν εἶχε ὕπνο. Ἅμα τὸ προζύμι φούσκω- νε, τότε θὰ ἄρχιζε. Μόλις ἔβλεπε ὅτι ἔγι- νε τὸ προζύμι, ἔπαιρνε τὴ σήτα τὴν πλυ- μένη, ποὺ τὴν εἶχε μέσα στὴ σακκούλα, γιὰ νὰ κοσκινίσει τὸ ἀλεύρι, λίγο ἀλεύ- ρι· δὲν ἔφκιανε τὶς λειτουργιὲς ὅπως τὶς κάνουν τώρα, ἀλλὰ τόσο μικρές. - Πόσο δηλαδή; - Νὰ πατάει ἡ σφραγίδα καὶ λίγο νὰ μένει στὴν ἄκρη. Ἔπαιρνε τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ ζύμωνε. ἔπαιρνε τὸ πλαστράκι, ὄχι με- γάλο, ἀλλὰ μικρὸ καὶ ἐκεῖ πάνω ζύμωνε. Μετὰ ἔβαζε τὶς λειτουργιὲς στὰ σαγανά- κια ποὺ τὰ ζέσταινε καὶ πάταγε τὸ ζυμά- ρι. Ἐκείνην τὴν ὥρα πρόσεχε πολύ. Τὰ μαλλιά της καλοτυλιγμένα μέσα στὸ μα- ντήλι νὰ μὴν ξεπέχει τίποτε ἀπ' ἔξω. - Γιατί; - Γιατί ἔχει καὶ ὁ πειρασμὸς μ' αὐτὰ νὰ κάνει. Νἄρθει, λέει, νὰ τὴν τραβήξει νὰ πέσει μέσα στὸ ζυμάρι. Τρέμει ἡ νοι- κοκυρά ἐκείνη τὴν ὥρα, ἡ λειτουργιά της θά γίνει σῶμα καί αἷμα. Λέει στὸν Θεό: «Εἶμαι καθαρὴ Θεέ μου; Συγχώ- ρα με, συγχώρα με...» Καὶ προσεύχε- ται ἀσταμάτητα. Λέει τὸ «Πάτερ ἡμῶν» χωρὶς σταματημό. Ὁ μακαρίτης ὁ παπα- Νταλιάνης μας ἔλεγε: «Ὅταν ζυμώνετε λειτουργιὰ νὰ προσέχετε. Νὰ μὴν λούζε- στε ἐκείνη τὴν ὥρα, ἀλλὰ τὴν προηγού-
  • 150. 149 μενη μέρα. Κι ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα γιὰ τὸ ζύμωμα τὰ μαλλιὰ νὰ τὰ δένετε σφιχτὰ μὲ τὸ μαντήλι γιὰ νὰ μὴν ἔχει δικαίωμα ὁ πειρασμὸς νὰ ἁπλώσει». - Πόση ὥρα ζυμώνει τὸ ζυμάρι; - Πολλὴ ὥρα θέλει, ὅπως τὸ ψωμί, νὰ γένει ἡ λειτουργιά. Φαίνεται αὐτό, γιατί κάνει φουσκάλες τὸ ζυμάρι, ἅμα τὸ ζυ- μώσει, καλά, μαρτυράει μοναχό του τὸ ζυμάρι. Ἅμα ζυμωθεῖ, λοιπὸν ἀπὸ τὴ δύ- ναμη, καὶ κούλημα καὶ ζύμωμα, ἔρχεται αὐτὸ μοναχό του καὶ ἀμολάει. Τὸ κατα- λαβαίνει ἡ νοικοκυρά. Μετὰ κάνει τὸν σταυρὸ ἀπὸ πάνω καὶ τ' ἀφήνει. - Πῶς γίνεται αὐτό; - Νὰ ἔτσι μὲ τὴν παλάμη ὄρθια, τρεῖς φορὲς τὸ πατᾶς τὸ ζυμάρι νὰ χαράζεται. Τὸ σκεπάζει μὲ τὴν πετσετούλα, παίρ- νει τὰ σαγανάκια, τὰ ζεσταίνει ἅμα κά- νει κρύο, βάζει μία σταγόνα λάδι καὶ τὰ ἀλείφει καὶ τὰ δυὸ τὰ σαγανάκια. Μετὰ θὰ κόψει τὸ ἀνάλογο. Θὰ κανονίσει μέσα στὴ μέση στὸ ζυμάρι νὰ τὸ χωρίσει. Τὸ χωρίζει. κοντεύει νὰ κοπεῖ καὶ τὸ πατάει πρὸς τὰ κάτω. Κι αὐτὸ γίνεται σὰν λει- τουργιὰ ξεχωριστὴ κάτω. - Τί ἄλλο; - Τὸ ἀπάνω μένει αὐτὸ καὶ τὸ στρίβει ἔτσι λιγάκι καὶ τὸ πατάει ἀπὸ πάνω καὶ εἶναι χωρισμένο. Τὸ βλέπεις, χωρίζει. - Τί σημαίνει αὐτό; - Τὸ κάτω εἶναι ἡ γῆς καὶ τὸ πάνω ὁ οὐρανὸς καὶ συνδέεται ἡ γῆ μὲ τὸν οὐρα- νό. Τὸ βάζει λοιπὸν στὸ σαγανάκι καὶ πατάει μὲ τὴ σφραγίδα ἀπὸ πάνω. τὰ τυλίγει, τὰ βάζει στὸ κρεββάτι καὶ δὲν βάζει πιάτα ἀπὸ πάνω γιατί ἱδρώνει καὶ χαλᾶνε τὰ γράμματα. Θὰ βάλει καθαρὸ μεσάλι καὶ τρία μαξιλάρια ὁλόγυρα. Τὸ μεσάλι ἀπὸ πάνω νἆναι ψηλότερα, νὰ μὴν ἀγγίζει πάνω στὴ λειτουργιά. Καὶ ἡ κουβέρτα, ἀπὸ πάνω. Γιατί, ἅμα εἶναι χειμώνας δὲν γίνεται. Αὐτὴ κρατάει ζέ- στα. Ἔτσι περιμένεις νὰ φουσκώσει. - Τὴν παρακολουθάει δηλαδή. - Ὁπωσδήποτε. Αὐτὸ γίνεται τὸ Σάβ- βατο τὸ πρωί. Ἅμα θὰ γίνει, θὰ τὴν φουρνίσει. Ἡ νοικοκυρὰ πρέπει νὰ κου- βεντιάζει μὲ τὸ ζυμάρι. Ξέρει που θὰ πάει αὐτό. Κι ὅλη τὴν ὥρα δὲν ἔχει ἄλλη ἔγνοια, μόνο αὐτή, μέχρι νὰ τὴ βάλει στὸ φοῦρνο. Κι ὅσο τὴ φουρνίζει, προσέχει νὰ μὴ χαλάσει, νὰ μὴ γίνουν ἐλιὲς ἀπά- νω της. - Δηλαδή; - Οἱ παλιὲς λέγανε ὅτι ὁ Θεός τότε σοῦ δείχνει σημάδια˙ νά μήν τήν πᾶς στήν Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι εὔκολα πράγ- ματα αὐτά. Πῶς λένε ὅτι κατεβαίνουν ἄγγελοι καὶ λειτουργᾶνε μὲ τὸν παπά. Σ' αὐτὸ βοηθάει καὶ ἡ νοικοκυρά, ἡ ἄξια καὶ ἡ καθαρή, μὲ τὰ χέρια της καὶ μὲ τὴν ψυχή της. Ὁ παπὰς τῆς ἐνορίας θὰ δια- λέξει τὴ λειτουργιὰ ποὺ θὰ εἶναι καθα- ρή. Μπορεῖ νὰ πᾶνε καὶ 50 λειτουργιὲς στὴν Ἐκκλησία, αὐτὸς ὅμως θὰ διαλέξει τὴν καθαρὴ καὶ τὴ σωστή. Ἐκείνη θὰ προσκομίσει. _
  • 151. 150 2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΑΜΑ Ὁ ἅγιος Μάμας γεννήθηκε μέσα στὴ φυλακὴ ἀπὸ γονεῖς ἐπιφανεῖς καὶ εὐσε- βεῖς. Καὶ οἱ δύο ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωὴ ἀμέ- σως μετὰ τὴ γέννησή του ὡς μάρτυρες. Μὲ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἡ Ἀμμία Μα- τρώνα, μία πλούσια καὶ εὐσεβὴς χριστια- νή, φρόντισε γιὰ τὴν ταφὴ τῶν μαρτύ- ρων γονέων καὶ παρέλαβε τὸ μωρό. Τὸ ἀνέθρεψε μὲ ἀγάπη καὶ τοῦ δίδαξε τὴ χρι- στιανικὴ πίστη. Στὰ 15 του χρόνια ἔχασε τὴ θετή του μητέρα. Συνελήφθη ὡς χρι- στιανὸς δύο φορές. Τὴν πρώτη, ἀφοῦ βα- σανίστηκε τὸν παρέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ τὸν ὁδήγησαν στὴ θάλασσα μὲ μολυ- βένια σφαίρα στὸ λαιμὸ γιὰ νὰ τὸν πνί- ξουν. Ὁ Θεὸς ὅμως, μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸν ἔσωσε καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ βουνὸ τῆς Καισαρείας. Ἐκεῖ ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀνά- μεσα σὲ ἄγρια ζῶα, ποὺ ἡμέρευαν μόλις τὸν πλησίαζαν. Ἐκεῖνος ἄρμεγε τὶς ἐλα- φίνες,ποὺσυναγωνίζοντανθαρρεῖς,ποιὰ θὰ τοῦ προσφέρει τὸ γάλα της. Ὁ ἅγιος τὶς ἄρμεγε, τρεφόταν ὁ ἴδιος καὶ τὸ ὑπό- λοιπο γάλα τὸ ἔπηζε τυρὶ καὶ κατέβαινε στὴν πόλη γιὰ νὰ θρέψει καὶ τοὺς φτω- χούς. Σὲ μία τέτοια κάθοδο συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν εἰδωλο- λάτρη ἄρχοντα. Τὰ ἄγρια ζῶα ὅπου τὸν ἔριξαν τὸν σεβάστηκαν. Ἡ φωτιὰ ποὺ πλησίαζαν στὸ σῶμα του γιὰ νὰ τὸν κά- ψουν ἀπομακρυνόταν. Τελικὰ τὸν κάρ- φωσαν στὴν κοιλιὰ μὲ μία τρίαινα καὶ τὸ πνεῦμα του παρέλαβαν οἱ ἄγγελοι. Στὸν λαμπρὸ ναὸ τῆς Καισαρείας ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐκήρυξε τι- μώντας τὴ μνήμη τοῦ μάρτυρα, παρό- ντος καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, καὶ εἶπε: «Αὐτὸς ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ἄρμεγε τὶς ἐλαφίνες ποὺ ἔσπευδαν νὰ τὸν πλησι- άσουν, ὥστε μὲ ξένο γάλα νὰ τραφεῖ ἕνας δίκαιος, τώρα ποιμαίνει τὸν λαὸ μητρό- πολης». Ὁ ἅγιος εἰκονίζεται συνήθως μ' ἕνα ἐλαφάκι στὴν ἀγκαλιά του καὶ οἱ βο- σκοὶ τὸν θεωροῦν προστάτη τους. 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΚΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥΡΟΥ Ἕνα λουλούδι τοῦ κήπου του στὴ Σινώπη τῆς Μαύρης θάλασσας ἦταν ὁ ἅγιος Φωκᾶς. Ζοῦσε ἀπὸ τὰ λαχανικὰ ποὺ καλλιεργοῦσε, καὶ καθὼς τὸ σπίτι του ἦταν στὴν πύλη τοῦ κάστρου κοντὰ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΑΓΙΟΙ, ΑΓΡΟΤΕΣ ΚΑΙ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ Ἐπι­μέ­λεια Ἰ­ω­άν­νου Δρούγ­κα- Ἄν­νας Κω­στά­κου - Μα­ρί­νη
  • 152. 151 στὸ λιμάνι, δὲν τοῦ ἔλειπαν ποτὲ οἱ φιλο- ξενούμενοι. Ἔτσι φιλοξένησε καὶ τοὺς στρατιῶτες ποὺ πῆγαν νὰ τὸν συλλά- βουν ὡς χριστιανό. Ἀφοῦ ἔφαγαν, ἤπιαν καὶ ξεκουράστηκαν, τοῦ εἶπαν καὶ τὸν λόγο τοῦ ταξιδιοῦ τους στὴ Σινώπη: «Μήπως γνωρίζεις ἕναν Φωκὰ κη- πουρό; Μᾶς ἔστειλαν νὰ τὸν συλλά- βουμε ὡς χριστιανό». «Ἦρθε λοιπὸν ἡ ὥρα μου Κύριε, νὰ σοῦ δείξω τὴν ἀγά- πη μου» εἶπε μέσα του. Καὶ στοὺς στρα- τιῶτες:«Κοιμηθεῖτε τώρα νὰ ἀναπαυ- τεῖτε, καὶ αὔριο θὰ σᾶς ὁδηγήσω στὸν Φωκὰ» Τὴ νύχτα ὁ Φωκᾶς βγῆκε στὸν κῆπο του κι ἔσκαψε τὸν τάφο του. Τὸ πρωί, ὅταν οἱ στρατιῶτες τὸν ρώτησαν ποῦ εἶναι ὁ Φωκᾶς, τοὺς ἀπάντησε ἁπλᾶ: «Μπροστά σας καὶ σᾶς μιλᾶ. Μὴ διστάζε- τε νὰ ἐκτελέσετε τὴ διαταγὴ ποὺ πήρα- τε». Ντροπιασμένοι ἐκεῖνοι καὶ ἑκόντες- ἄκοντες τὸν ἀποκεφάλισαν. Κάποτε ποὺ ἡ Σινώπη πείνασε, βρέθηκε σιτάρι μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἁγίου μάρτυρα Φωκᾶ τοῦ κηπουροῦ καὶ οἱ ἄνθρωποι σώθηκαν ἀπὸ τὸν λιμό. 1 ΦΕ­ΒΡΟΥ­Α­ΡΙ­ΟΥ ΜΝΗ­ΜΗ ΤΟΥ Α­ΓΙ­ΟΥ ΜΑΡ­ΤΥ­ΡΟΣ ΤΡΥ­ΦΩ­ΝΟΣ Ἁπλὸς χηνοβοσκός. Ἐποίμαινε τὶς χῆνες μὰ καὶ τοὺς λογισμούς του, ποὺ ὁδηγοῦσε στὰ λιβάδια τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ θεία χάρη τὸν ἔκανε τέλος, γιατρὸ θαυματουργὸ καὶ ποιμένα τῶν συγχω- ριανῶν του. Μαρτύρησε ἐπὶ Δεκίου. 7 ΦΕ­ΒΡΟΥ­Α­ΡΙ­ΟΥ ΜΝΗ­ΜΗ ΤΟΥ Α­ΓΙ­ΟΥ ΛΟΥ­ΚΑ ΤΟΥ ΣΤΕΙ­ΡΙ­Ω­ΤΗ Ἐργαζόταν στὰ χτήματα τῶν γονιῶν του ἀπὸ μικρός. Συχνὰ ἐπέστρεφε τὸ βρά- δυ στὸ σπίτι του σχεδὸν γυμνός. Ἦταν πολὺ ἐλεήμων. Ἀσκητικὸς πολύ, νήστευε ἀπὸ μικρός. Στὴ διάρκεια ποὺ προσευχό- ταν, αἰωρεῖτο τὸ σῶμα του ἕνα πήχη πάνω ἀπὸ τὴ γῆ. Ἔγινε ὁ κτήτορας τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ στὴν Λειβαδιά. 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥΡΟΥ Σαράντα χρόνων ἔφυγε ἀπὸ τὴ Βό- ρειο Ἤπειρο ὁ Χρῆστος καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ ἔτος 1747, λὲς καὶ πήγαινε στὴ Βασιλεύουσα γιὰ νὰ λάβει τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Ἔγινε κηπουρός. Μία μέρα, φιλονίκησε μ' ἕναν Τοῦρκο γιὰ τὴν τιμὴ κάποιων μήλων. Αὐτὸς γιὰ νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ τὸν πῆγε
  • 153. 152 στὸν δικαστή, ἔβαλε καὶ μερικοὺς ψευ- δομάρτυρες, νὰ καταθέσουν, πὼς ὁ γκια- ούρης αὐτὸς εἶπε πὼς θὰ γίνει Τοῦρκος καὶ τώρα τὸ ἀρνεῖται. Συνηθισμένη τούρκικη συκοφαντία. Ὅταν ὁ μάρτυρας εἶπε ὅτι ποτὲ δὲν σκέφτηκε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του, τὸν βασάνισαν, τὸν χτύπησαν ἄσχημα καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ὁ λόγιος Καισάριος Δαπόντες ποὺ ἔτυχε φυλακισμένος νὰ εἶναι κι αὐτός, τὸν περιποιήθηκε καὶ τοῦ πρόσφερε κάτι νὰ φάει. Ὁ μάρτυρας ἀρνήθηκε λέγοντας: «Ἄς πεθάνω γιὰ τὸ Χριστό μου πεινασμένος καὶ διψασμένος.» Τὴν ἴδια μέρα ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μάρτυρα. 5 ΜΑΡ­ΤΙ­ΟΥ ΜΝΗ­ΜΗ ΤΟΥ Α­ΓΙ­ΟΥ ΜΑΡ­ΤΥ­ΡΟΣ ΚΟ­ΝΩ­ΝΟΣ ΤΟΥ ΚΗ­ΠΟΥ­ΡΟΥ Στὴ θέση Κάρμηλα τῆς Παμφυλίας φύτεψε καὶ καλλιέργησε κῆπο. Οἱ στρα- τιῶτες τοῦ Δεκίου πῆγαν νὰ τὸν συλλά- βουν, καὶ τὸν ἀσπάστηκαν κοροϊδευτι- κά. Ἐκεῖνος ὅμως ἦταν τόσο ἀκέραιος καὶ ἁπλός, ποὺ τοὺς ἀνταπόδωσε τὸν ἀσπασμὸ ἀληθινὰ ἀπὸ τὴν καρδιά του. Δὲν ἄντεξε τὰ βασανιστήρια. Γονάτισε, καὶ τὸ Χριστὸ ἱκέτεψε νὰ παραλάβει τὴν ψυχή του. Καὶ ὁ Κύριος τὴν παρέλαβε. 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΜΝΗ­ΜΗ ΤΟΥ Α­ΓΙ­ΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΟΥ Τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἀνέστησε τὸ βόδι μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ὁ ἅγιος Γεώρ- γιος ὁ Μεγαλομάρτυρας καί, ὅταν εἶδε στὴ συνέχεια καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγί- ου, πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ μαρτύρησε διὰ ξίφους. 9 ΙΟΥΛΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛ (ΠΑΚΝΑΝΑ) ΤΟΥ ΚΗΠΟΥΡΟΥ Ποῦ νὰ φανταστεῖ κανείς, ὅτι ἡ στά- ση τοῦ τρὰμ Πακνανᾶς ἢ Μπακνανᾶς στὸν Νέο Κόσμο εἶναι τὸ ὄνομα ἑνὸς νε- ομάρτυρα. Ὁ Μιχαὴλ λοιπὸν Πακνανᾶς γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1751 ἀπὸ πολὺ φτωχοὺς γονεῖς κι ἔγινε κηπουρὸς γιὰ νὰ βγάζει τὸ ψωμί του. Μία μέρα ποὺ γύριζε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ ἕνα χωριό, τὸν συνέλαβαν Τοῦρκοι φρουροί, διότι τὸν
  • 154. 153 συκοφάντησαν ὅτι μεταφέρει ὅπλα καὶ μπαρούτι. Διαμαρτυρήθηκε στὸν Κατή, ἀλλὰ τοῦ ἀπάντησαν πὼς ἕνας τρόπος ὑπάρχει νὰ σώσει τὴ ζωή του: Νὰ γί- νει μωαμεθανός. Ἡ ἀπάντησή του στὶς ἀπειλές τους ἦταν στερεότυπη: «Δὲν τουρκεύω». Τὸν ὁδήγησαν στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσης. Δύο φορὲς τὸν τραυμάτι- σε μὲ τὸ σπαθὶ ὁ δήμιος γιὰ νὰ τὸν φοβί- σει. Καὶ τὶς δύο ὁ ἅγιος τὸν παρότρυνε: «Χτύπα γιὰ τὴν πίστη!» Ἔτσι τὸν ἀπο- κεφάλισαν τὸ 1771. Στὸν ναὸ τῆς Ἀνα- λήψεως τοῦ Κυρίου στὸν Νέο Κόσμο ὑπάρχει ἕνα μικρὸ παρεκκλήσιο στὴ μνήμη τοῦ νεομάρτυρα. Αὐτὸ μόνο. Οἱ διαιτολόγοι καὶ διατροφολόγοι ἀπὸ τὸ 2003 τὸν σέβονται ὡς προστάτη τους. 1ΔΕ­ΚΕΜ­ΒΡΙ­ΟΥΜΝΗ­ΜΗΤΟΥ Α­ΓΙ­ΟΥΦΙ­ΛΑ­ΡΕ­ΤΟΥΤΟΥΕ­ΛΕ­Η­ΜΟ­ΝΟΣ Εἶχε πολλὰ παιδιὰ καὶ μεγάλη κτη- ματικὴ περιουσία, ὅπου μοχθοῦσε ὁ ἴδι- ος. Ἦταν πολὺ ἐλεήμων καὶ βοηθοῦσε ὅλους τοὺς ἀναγκεμένους. Ἔδινε ἀκό- μα καὶ ἀπὸ τὴ γῆ του. Ἡ περιουσία του μίκραινε. Ἡ γυναίκα του ἄρχισε νὰ δια- μαρτύρεται. Μὰ ἐκεῖνος ὁ εὐλογημένος δὲν μποροῦσε νὰ νιώθει πὼς αὐτὸς ἔχει, καὶ κάποιοι δὲν ἔχουν. Καὶ ἔδινε. Ὥσπου ἔφθασε αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του σὲ πενία. Ἡ γυναίκα του τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ἐκεῖνος ἔφτειασε ἕνα καλυβάκι στὸν κῆπο. Ἐκεῖ ἔμενε προσευχόμενος. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν πλούτισε περισσότερο ἀπὸ πρίν, ὅπως τὸν Ἰώβ. Τὸ παλάτι, διά- λεξε τὴν κόρη του Μαρία ὡς σύζυγο τοῦ διαδόχου. Ἔτσι ὅλη ἡ οἰκογένεια ἐκλή- θη νὰ ζήσει πιὰ στὰ παλάτια. 12 ΔΕ­ΚΕΜ­ΒΡΙ­ΟΥ ΜΝΗ­ΜΗ ΤΟΥ Α­ΓΙ­ΟΥ ΣΠΥ­ΡΙ­ΔΩ­ΝΟΣ Ἔβοσκε πρόβατα. Μετὰ τὸν θάνα- το τῆς γυναίκας του ἀφοσιώθηκε στὴν προσευχὴ καὶ τὴ λατρεία τοῦ Κυρί- ου. Πλῆθος θαυμάτων τελοῦσε, καὶ τὸν ὀνόμασαν θαυματουργὸ οἱ συντοπίτες του. Τέλος ζήτησαν νὰ γίνει Ἐπίσκοπός τους. Στὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας δὲν εἶχε λόγο, ἀλλὰ θαυματουργία. Ἡ Χάρις καὶ οἱ Δεήσεις αὐτῶν νὰ συντροφεύουν ὅλους τους Ἕλληνες καὶ ἰδιαίτερά τους Γεωργούς, Κτηνο- τρόφους, Ἀμπελοργοὺς καὶ Μελισσοκό- μους. _ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1. Π. Πά­σχου. Ἔ­ρως Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ἀ­θή­να 1987. 2. Συ­να­ξα­ρι­στὴς Νε­ο­μαρ­τύ­ρων. Ἐκ­δό­σεις Ὀρ­ θο­δό­ξου Κυ­ψέ­λης. 3. Ὀρ­θό­δο­ξος Συ­να­ξα­ρι­στὴς. 4. Συ­να­ξά­ρι. Ἔκ­δο­σις Ἱ. Μ. Ξε­νο­φῶν­τος Ἁ­γί­ου Ὄρους.
  • 155. 154 Μ έσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς ξεπροβάλλει ἕνας κόσμος παράλληλος μὲ τὸν ἄνθρωπο, αὐτὸς τοῦ ζωικοῦ βασιλείου. Οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὰ ζῶα, ζοῦν μαζί τους, τὰ χρησιμο- ποιοῦν στὶς ἐργασίες. Ἄλλοτε τὰ βλέ- πουν ὡς ἐχθρούς της ζωῆς τους καὶ τῶν καλλιεργειῶν τους. Πολλὲς φορὲς ἀπο- δίδουν στὰ ζῶα ἀνθρώπινα χαρακτηρι- στικὰ ἢ ἰδιότητες, συμβολισμούς, συχνά στὰ ἔχουν ὡς πρότυπα ἀρετῆς ἢ συμπε- ριφορᾶς πρὸς μίμησιν ἢ ἀποφυγήν. Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῶα ὑπάρχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ θαλάσσια κήτη, τὰ ψάρια, τὰ πτηνά, τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ θηρία τῆς γῆς, καὶ ἔθεσε τὸν ἄνθρωπο ὡς φύλακα καὶ διαχειριστῆ τοῦ ζωικοῦ καὶ φυτικοῦ βασιλείου στὸν Παράδεισο. Οἱ ἁρμονικὲς αὐτὲς σχέσεις διαταράχθη- σαν, ὅταν οἱ πρωτόπλαστοι παρήκουσαν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔκτοτε εἰσῆλθε τὸ στοιχεῖο τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἀντιπα- λότητας τῆς φύσεως πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς παρακοῆς ἡ φύση ἀπὸ συνεργὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε ἐχθρική. Ὅπως κάθε δημιουργία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγαθή, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ ζῶα. Μία περιγραφὴ τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἁρμονίας τῆς φύσεως ἔχου- με στὸν 103ο Ψαλμὸ (τὸν προοιμιακό του Ἑσπερινοῦ), ὅπου φαίνεται ἡ πρό- νοια τοῦ Θεοῦ νὰ ἐξασφαλίσει στὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ τὴν τροφὴ καὶ τὸ νερὸ ποὺ τὰ ξεδιψά- ει, τὴν κατοικία στὰ ἄγρια θηρία καὶ τὰ ζῶα τοῦ δάσους μέσα στὰ δέντρα καὶ τὰ ὑψηλὰ ὅρη, στὰ ψάρια καὶ τὰ κήτη νὰ ταξιδεύουν στὴν θάλασσα. Ὁ ψαλμῳδὸς ἐμφανίζει τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο, συντηρεῖ καὶ τρέ- φει ὅλα τα ἔμψυχα καὶ ἔμβια ὄντα ἐπὶ τῆς γῆς. Ὁ ἄνθρωπος, ζώντας κοντὰ στὰ ζῶα ἔμαθε νὰ παρατηρεῖ τὶς συνήθειές τους, νὰ νιώθει πότε τὸν πλησιάζουν ἀπειλη- τικὰ ἢ πότε μπορεῖ νὰ τὰ ἐξημερώσει καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ τροφή, ἔνδυ- ση, βοήθεια στὶς ἐργασίες. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῶα ἀπο- τυπώνεται στὴν Ἁγία Γραφή. Ξεκινώντας  ἀπὸ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ἡ Γραφὴ ἀναφέρεται συχνὰ σὲ πολλὰ εἴδη πτηνῶν. Γενικὰ θεωροῦνται ὡς σύμβολο σοφίας, διότι δὲν μεριμνοῦν ὅπωςοἱἄνθρωποιτίθὰφᾶνε,τίθὰπιοῦν, πῶς θὰ στολισθοῦν, ἀλλὰ ζοῦν ἀμέριμνο βίο καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὰ συντη- ΟΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟΣΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝΣΤΗΝ ΑΓΙΑΓΡΑΦΗ Ἀρχιμ. Κύριλλου Κεφαλόπουλου 
  • 156. 155 ρεῖ. Πτηνὰ ὅπως τὰ περιστέρια, τὰ τρυ- γώνια καὶ τὰ σπουργίτια ἦσαν κατάλλη- λα γιὰ τὶς θυσίες στὸν Ναό, κυρίως τῶν πτωχῶν, ὡς φθηνά. Ἄλλα θαυμάζονταν γιὰ τὴν ὀμορφιά τους, ὅπως οἱ ἐρῳδιοὶ καὶ τὰ παγώνια, ποὺ εἶχε στοὺς κήπους του ὁ Σολομών. Ἄλλα πάλι, ὡς ἄγρια καὶ σαρκοβόρα θεωροῦνταν ἀπειλητι- κά, ὅπως ὁ γύπας καὶ τὸ γεράκι. Στὸν Ἠσαΐα 46,11 τὰ σαρκοβόρα πτηνὰ συμ- βολίζουν τοὺς ἀπειλητικοὺς ἐχθρούς. Σὲ ἄλλο σημεῖο, ἡ κουκουβάγια, ἐπειδὴ συχνάζει στὰ ἐρείπια, θεωρήθηκε ὡς κακὸ προμήνυμα γιὰ τὶς ἐρειπωμένες ἀπὸ ἐχθροὺς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ. Ἡ μελαγ- χολικὴ φωνὴ τοῦ ἀποδημητικοῦ γερα- νοῦ θεωρήθηκε ἐπί- σης κακὸς οἰωνός. Ὁ ἀετός, ὡς ἰσχυρὸ καὶ μεγαλοπρεπὲς πτηνό, ἦταν σύμβο- λο αὐτοκρατοριῶν, ὅπως ἡ Περσικὴ καὶ ἡ Ρωμαϊκή. Σὲ ἄλλη περίπτωση, ὁ ἀετὸς ἔχει θετικὸ συμβολι- σμό, καθὼς ζεῖ πολλὰ χρόνια καὶ κάθε χρό- νο ἀνανεώνει τὰ φτε- ρά του, θεωρήθηκε σύμβολο νεότητος («ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου»), ἐνῷ ἀλλοῦ ἡ φροντίδα του γιὰ τὰ νεογνὰ του ἐξελή- φθη ὡς ἔνδειξη τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν Ἰσραὴλ. Σὲ ἄλλες περιπτώσεις τὰ πτηνὰ θεωρήθηκαν δεῖγμα τῆς πρόνοιας καὶ τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ στοὺς πι- στούς Του, λ.χ. ὁ κόρακας ποὺ θρέφει θαυματουργικὰ τὸν Ἠλία, τὰ ὀρτύκια ποὺ ἔθρεψαν τοὺς Ἑβραίους στὴν ἔρη- μο, ἡ στοργὴ τοῦ πελαργοῦ συνδέεται μὲ τὴν φιλοστοργία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν λαό Του. Ἡ πέρδικα ἐπίσης χρησιμοποι- εῖται ὡς σύμβολο ἀπὸ τὸν Δαυὶδ γιὰ τὸν ἑαυτὸ του, ὅταν καταδιώκεται ἀπὸ τὸν Σαούλ, ἀλλὰ καὶ σύμβολο ὅσων ματαίως ἀγωνίζονται νὰ ἀποκτήσουν πλούτη. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στοὺς λόγους Του χρησιμοποίησε τὰ πτηνὰ ὡς παραδείγ- ματα, ὅταν π.χ. ἀναφέρεται παραβολικὰ στὴν στοργὴ τῆς ὄρνιθας γιὰ τοὺς νε- ωσσούς της «ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνά- ξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τὴν ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε!», εἴτε στὴν ἁπλότητα τῆς περιστερᾶς ὡς μιμητέας ἀπὸ τοὺς μαθητές Του: «γίνεσθε…ἀκέραιαι ὡς αἱ περιστεραί». Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύματος στὴν Βάπτιση τοῦ Κυρίου συμβολίζεται μὲ περιστέρι. Τὰ περιστέ- ρια ἦσαν κατάλληλα γιὰ τὶς προσφορὲς στὸν Ναό. Ἡ Παναγία ὡς πτωχὴ προ- σφέρει ζεῦγος περιστερῶν, καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Κύριος γιὰ νὰ καταδικάσει τὴν ἐμπορευματοποίηση τοῦ Ναοῦ ἀνατρέ- πει τὰ τραπέζια τῶν ἐμπόρων ποὺ πω- λοῦσαν τὰ πτηνὰ γιὰ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν. Τὰ ἔντομα στὴν Ἁγ. Γραφή, ἐπειδὴ
  • 157. 156 προκαλοῦν ζημιὲς στὶς καλλιέργειες καὶ εὐθύνονται γιὰ τὴν μετάδοση ἀσθε- νειῶν, ἐξ ἀρχῆς συνδέθηκαν μὲ τὴν καταστροφὴ καὶ τὴν ἐρήμωση (πρβλ. πληγὲς Θεοῦ στὴν Αἴγυπτο, ἐξεικόνιση τοῦ πλήθους τῶν ἐχθρικῶν στρατευμά- των Αἰγύπτου καὶ Ἀσσυρίας ποὺ ἐπι- φέρουν δεινὰ στὸν Ἰσραήλ). Ἡ ἀράχνη ἐπίσης συμβολίζει τὴν ματαιότητα τῶν ἐλπίδων τῶν ἀσεβῶν, ἐνῷ ἀντιθέτως τὸ μυρμήγκι εἶναι σύμβολο ἐργατικότη- τας καὶ προνοητικότητας, παράδειγμα γιὰ τοὺς ὀκνηρούς. Παρομοίως, καὶ τὰ ἑρπετὰ ἔλαβαν ἀρνητικὸ συμβολισμὸ γιὰ τοὺς Ἑβραίους, παρόλο ποὺ οἱ εἰδω- λολατρικοὶ λαοὶ τὰ λάτρευαν ὡς θεοὺς καὶ τὰ θεωροῦσαν σύμβολα καλοτυχίας. Ἐξ ἀρχῆς τὸ φίδι θεωρήθηκε ἡ προσω- ποποίηση τοῦ κακοῦ, τοῦ Διαβόλου ποὺ ἐξαπατᾶ τοὺς πρωτοπλάστους στὸν Πα- ράδεισο μὲ ψέματα. Ὁ Διάβολος εἶναι «ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος» καὶ πανοῦργος ποὺ ἐξα- πατᾶ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἐξαιτίας τῆς πονηρίας του ὁ Θεὸς τὸν καταράσθηκε νὰ ζεῖ ἕρποντας. Οἱ ἀσεβεῖς ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν φαρμάκι παρομοιάζονται μὲ δηλητηριώδη φίδια, ὅπως ἡ ἔχιδνα, ἡ ἀσπίδα καὶ ὁ βασιλίσκος, καὶ οἱ προφῆτες χρησιμοποιοῦν μεταφορικῶς τὴν μορ- φή τους γιὰ νὰ δηλώσουν τὴν ἐκτέλεση τῆς θεϊκῆς ὀργῆς στοὺς Ἰουδαίους γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους. Ὁ Χριστὸς ἀποκαλεῖ τοὺς Φα- ρισαίους «γεννήματα ἐχιδνῶν». Ὡστόσο, σὲ μερικὲς περιπτώσεις τὰ φίδια ἔχουν θετικὸ συμβολι- σμό. Ὁ χάλκινος ὄφις ποὺ ἔστησε ὁ Μωϋσῆς γιὰ νὰ θεραπεύει τοὺς Ἑβραίους στὴν ἔρημο ἀπὸ τὰ δήγματα τῶν φιδιῶν προεικονί- ζει τὴν ὕψωση τοῦ Χριστοῦ στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν λυτρωτική Του θυσία. Σὲ ἄλλη περίπτωση, ὁ Ἰη- σοῦς συμβουλεύει τοὺς μαθητές Του νὰ γίνουν φρόνιμοι καὶ συνε- τοὶ ὅπως οἱ ὄφεις (Ματθ.10,16). Τὰ ψάρια ἔχουν θετικὴ ἔννοια. Ἡ ἁλιεία ἦταν διαδεδομέ- νη στὴν λίμνη τῆς Τιβεριάδος, μὲ πλούσια ἁλιεύματα ποὺ ἔδιναν τροφὴ καὶ ἀπασχόληση στοὺς κα- τοίκους (Λουκ. 5,5, Ἰω. 21,6-11). Οἱ Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ἦσαν ἁλι- εῖς ὅταν ἐκλήθησαν νὰ γίνουν «ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Τὸ κήρυγμα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν παρομοιάζεται μὲ σαγή- νη-δίχτυ ποὺ ρίχνεται στὴ θάλασσα γιὰ νὰ  προσελκύσει πολλοὺς. Ὁ Κύριος, ὅταν Τοῦ ζητοῦν τὰ πλήθη κάποιο ση- μεῖο τοὺς δίνει τὸ «σημεῖον τοῦ Ἰωνᾶ», ποὺ τὸν κατάπιε τὸ θαλάσσιο κῆτος καὶ μετὰ τρεῖς μέρες τὸν ἔβγαλε σῶο, γιὰ νὰ συμβολίσει τὴν τριήμερο Ταφὴ καὶ Ἀνάστασή Του. Καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Π.Δ. ἀναφέρονται θαλάσσια κήτη, τρο- μερὰ σὲ ὄψη καὶ ὄγκο. Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὰ γράμματα τῆς λέξεως «ΙΧΘΥΣ» στὴν πρωτοχριστιανικὴ πε-
  • 158. 157 ρίοδο συμβολίζουν τὸν Χριστὸ (Ἰησοῦς Χριστὸς Θεοῦ Υἱὸς  Σωτὴρ) καὶ οἱ Χρι- στιανοὶ συνήθιζαν νὰ χαράζουν ἢ νὰ φέρουν τὸ σύμβολο τοῦ ἰχθύος. Πιὸ ἐξοικειωμένοι ἦσαν οἱ Ἑβραῖοι μὲ τὰ ζῶα τῆς ξηρᾶς. Τὰ γνώριζαν, τὰ ἀντιμετώπιζαν, τὰ χρησιμοποιοῦσαν στὶς ἐργασίες τους. Συχνὲς οἱ ἀναφορὲς στὴν Γραφὴ γιὰ αἰγοπρόβατα, καθὼς οἱ Ἑβραῖοι ἦσαν κτηνοτροφικὸς λαός. Τὰ ζῶα αὐτὰ ἦσαν πολύτιμα γιὰ τὸ γάλα, τὸ κρέας, τὸ δέρμα, τὸ μαλλὶ τους (μά- λιστα τὸ λευκὸ ἔνδυμα ἀπὸ μαλλὶ προ- βάτου θεωρεῖται σημεῖο ἁγνότητος) καὶ γιὰ προσφορὰ θυσιῶν. Στὴν Π.Δ. μὲ τὸ αἷμα τοῦ τράγου ράντιζαν τὸ θυσιαστή- ριο, ἐνῷ ὑπῆρχε καὶ ὁ «ἀποδιοπομπαῖος τράγος» ποὺ ὑπεῖχε θέση ἐξιλαστήρια καθὼς συμβολικὰ-τελετουργικὰ σή- κωνε τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ. Ὁ ἀμνὸς τῆς θυσίας ἔπρεπε νὰ εἶναι ἄμωμος, ἁγνός. Στὶς τυπικὲς αὐτὲς διατάξεις οἱ Προφῆτες καὶ οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν συμ- βολικὲς προεικονίσεις τοῦ Μεσσία καὶ τοῦ Πάθους Του. Ὁ Ἠσαΐας παραλληλί- ζει τὸ Πάθος τοῦ Μεσσία μὲ ἄκακο καὶ ὑπάκουο ἀμνὸ ποὺ ὁδηγεῖται στὴν σφα- γή. Στὴν Κ.Δ. ὁ Χριστὸς χαρακτηρίζε- ται ὡς «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», ἐνῷ καὶ στὴν Ἀποκάλυψη ἔχουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου ποὺ ἐπιστρέφει θριαμβευτικὰ γιὰ νὰ λάβει τὸν στέφα- νο τῆς δόξης. Τέλος «ὁ γάμος τοῦ Ἀρνί- ου» συμβολίζει τὴν ἕνωση Χριστοῦ- Ἐκκλησίας. Ὁ Ἀπ. Παῦλος ἀντιδιαστέλ- λει τὶς αἱματηρὲς θυσίες ἀμνῶν τῆς Π.Δ. ποὺ δὲν ὁδηγοῦσαν στὴν σωτηρία, μὲ τὸ αἷμα τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχει τὴν δύναμη νὰ ἀφαιρεῖ ἁμαρτίες. Συχνὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἐξεικόνιση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ὡς ποιμνίου καὶ τοῦ Θεοῦ ὡς τοῦ Καλοῦ Ποιμένος ποὺ ἀναζητεῖ τὸ ἀπο- λωλὸς πρόβατο, γιὰ νὰ τὸ ἐπαναφέρει στὴν ποίμνη τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ πιστοὶ εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ποίμνιο ποὺ ὁ Καλὸς Ποιμὴν προστα- τεύει ἀπὸ τὶς ἁρπακτικὲς διαθέσεις τῶν σαρκοβόρων λύκων ποὺ συμβολίζουν τοὺς διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας. Παρατη- ροῦμε λοιπὸν πὼς ἡ φυσικὴ πραότητα τοῦ προβάτου καὶ ἡ ἁρπακτικότητα τοῦ λύκου μεταφέρονται συμβολικὰ στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης τὰ βοοειδῆ εἶχαν τὴ θέση τους στὴν λατρεία τῆς Π.Δ. Ὁ ραντισμὸς μὲ αἷμα δαμάλεως ἦταν θυσία ἐξιλαστή- ρια τῶν ἁμαρτιῶν, σύμβολο τῆς ἐξιλα- στήριας θυσίας τοῦ Κυρίου. Ὁ «μόσχος ὁ σιτευτὸς» εἶναι σύμβολο ἀφθονίας καὶ ἐκλεκτὴ τροφὴ γιὰ ἐξαιρετικὲς περιπτώ- σεις (πρβλ. παραβολὴ Ἀσώτου). Στὴν Π.Δ. ὁ βοῦς ὁ ὁδηγούμενος εἰς σφαγὴν σημαίνει τὸν διωγμὸ τῶν ἁγίων. Ὁ ἵππος ἀποτελεῖ σύμβολο δυνάμεως καὶ πολεμικῆς ἰσχύος. Στὴν Ἀποκάλυ- ψη οἱ τέσσερεις ἵπποι ποὺ παρίστανται στὸ ἄνοιγμα τῶν σφραγίδων σημαίνουν, ὁ λευκὸς τὴν νίκη καὶ τὸν θρίαμβο, ὁ κόκκινος-ποὺ φέρει ἱππέα μὲ μάχαιρα- τὰ δεινά του πολέμου, ὁ μαῦρος-ποὺ φέ- ρει ἱππέα μὲ ζυγαριά- τὶς στερήσεις καὶ τοὺς λιμούς, ὁ ὠχρὸς-κίτρινος μὲ ἱππέα τὸν θάνατο, τὶς μολυσματικὲς ἀσθένει- ες. Ὁ θριαμβευτὴς Χριστὸς εἰκονίζεται ἐπὶ λευκοῦ ἵππου. Ἀνάλογους συμβολι- σμοὺς ἔχουμε καὶ στὴν Π.Δ. Στὸν Ἰά- κωβο ὁ χαλινὸς τοῦ ἵππου συμβολίζει τὴν χαλιναγώγηση τῆς γλώσσας(3,3). Ἔχουμε ἐπίσης πολλὲς ἀναφορὲς σὲ ζῶα ποὺ θαυμάζονται γιὰ τὸ κάλλος καὶ τὴν κομψότητά τους, ὅπως ἡ ἔλαφος καὶ ἡ δορκάδα, καὶ ἄλλα ποὺ χαρακτηρίζο- νται ὡς ἁρπακτικά, πανοῦργα, ἐπικίν- δυνα, ὅπως τὰ τσακάλια, οἱ ἀλεποῦδες, οἱ ἀγριόχοιροι. Ἄλλα θαυμάζονται γιὰ τὴν δύναμή τους καὶ τὴν ἐξωτική τους προέλευση, ὅπως οἱ πίθηκοι καὶ οἱ ἐλέ- φαντες, ἐνῷ κάποια ἄλλα, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο θεωροῦνται ἀκά- θαρτα καὶ βδελυρά, ὅπως ὁ βάτραχος καὶ ὁ σκύλος. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἰδιότητες τῶν
  • 159. 158 ζώων βρίσκουν τὶς ἀντιστοιχίες τους καὶ στὶς ἀνθρώπινες συμπεριφορές. Π.χ. ἡ σαρκικὴ καὶ θηριώδης συμπερι- φορὰ τῶν τυραννικῶν βασιλέων παραλ- ληλίζεται μὲ τὴν ἄλογη καὶ βίαιη φύση τῶν κτηνῶν. Ἔτσι, οἱ προφῆτες Δανιὴλ καὶ Ἱερεμίας στὰ ὁράματά τους ἀποδί- δουν στὶς τυραννικὲς βασιλικὲς ἐξου- σίες  χαρακτηριστικὰ θηρίων, ἐνῷ καὶ στὴν Ἀποκάλυψη τὸ θηρίο τοῦ Ἀντιχρί- στου ἐμφανίζεται μὲ πόδια ἀρκούδας, σῶμα λεοπαρδάλεως, μὲ πολλὰ κεφά- λια καὶ κέρατα, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ θηριώ- δης του μορφή, καὶ ἡ ἁρπακτική του διάθεση πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Τὰ σκυ- λιά, ἐπειδὴ περιφέρονται καὶ τρέφονται μὲ σάρκες καὶ ἀποφάγια, θεωροῦνται ζῶα ἀκάθαρτα καὶ κατ' ἀντιστοιχίαν ὁ χαρακτηρισμὸς κάποιου ὡς κυνὸς ἔχει ὑποτιμητικὴ ἔννοια, δηλώνει πρόσωπα χαμηλῆς κοινωνικῆς τάξης, χαρακτηρί- ζει τοὺς αἱρετικοὺς ψευδοδιδασκάλους ποὺ λόγῳ τοῦ ἀκάθαρτου καὶ ἁμαρτω- λοῦ βίου τους θὰ κλεισθοῦν ἔξω τῆς βα- σιλείας τῶν οὐρανῶν (Ἀποκ. 22,15). Οἱ χοῖροι, ἐπειδὴ ζοῦν μέσα στὶς λάσπες, θεωροῦνται ἐπίσης ζῶα ἀκάθαρτα καὶ δηλώνουν τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώ- πους μὲ ταπεινὰ πάθη. Ὅταν ὁ Κύριος θεραπεύει τὸν δαιμονιζόμενο, ἐπιτρέπει στὰ δαιμόνια νὰ εἰσέλθουν σὲ μία ἀγέ- λη χοίρων. Ἡ ἐκτροφὴ χοίρων ἐπίσης θεωρεῖται ταπεινωτικὴ (βλ. παραβολὴ Ἀσώτου). Ἄλλα ζῶα ἔχουν πιὸ θετικὴ εἰκόνα, λ.χ ἡ κάμηλος, χρήσιμη γιὰ με- ταφορὲς ἐμπορευμάτων καὶ ἀνθρώπων στὴν ἔρημο, χρησιμεύει ὡς παράδειγμα στὸν Ἰησοῦ, νὰ ἀποκαλύψει τὴν ὑποκρι- σία τῶν Φαρισαίων-«οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες». Τὸ λιοντάρι, ζῶο μεγαλοπρεπὲς καὶ ἰσχυ- ρό, προσιδιάζει ὡς σύμβολο σὲ ἰσχυρὲς ἐξουσίες, ὅπως ἡ Βαβυλώνα, ἀλλὰ καὶ στὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ ποὺ χαρακτη- ρίζεται στὴν Ἀποκάλυψη ὡς «ὁ λέων ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα». Σὲ ἄλλα ὅμως σημεῖα τονίζεται ἡ ἁρπακτικότητα καὶ ἡ ἀγρι- ότητα τοῦ λιονταριοῦ. Ὁ Δαυὶδ ὡς λέο- ντες περιγράφει τοὺς πονηροὺς ἀνθρώ- πους ποὺ ἐπιβουλεύονται τὴν ζωή του, ἐνῷ ἀπὸ τὸν Ἀπ. Πέτρο χαρακτηρίζεται ὁ διάβολος ὡς «λέων ὠρυόμενος, περιπα- τεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ». Ὁ ὄνος, ὡς ζῶο ὑπομονετικὸ καὶ ὑπάκουο, συμβολίζει τὸν εἰρηνικὸ ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία καθη- μένου «ἐπὶ πώλου ὄνου». Σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα εἴδα- με τὶς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῶα, τὶς ἰδιότητες καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς ποὺ τοὺς ἀποδίδει καὶ διακρίναμε ἄλλο- τε ἀγαθὲς καὶ ἄλλοτε ἐχθρικὲς σχέσεις. Ὁποιαδήποτε ὅμως ἔχθρα καὶ ἀντιπαλό- τητα μεταξύ του ἀνθρώπου καὶ τοῦ ζω- ικοῦ βασιλείου θὰ παύσει, ὅταν μὲ τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς αἰώνιας βασιλείας τῶν οὐρανῶν οἱ σχέσεις ὅλες θὰ ἀποκαταστα- θοῦν καὶ θὰ ὑπάρχει γενικὴ εἰρήνη καὶ καταλλαγὴ τῶν παθῶν. Τέλος, ὁ Ἠσαΐας μᾶς δίνει μία εἰδυλ- λιακὴ περιγραφὴ τῶν ἁρμονικῶν σχέ- σεων ποὺ θὰ ἐπικρατήσουν, ὅταν «συμ­ βοσκηθήσεται λύκος μετ’ ἀρνός, καὶ πάρδαλις συναπαυθήσεται ἐρίφῳ, καὶ μοσχάριον καὶ ταῦρος καὶ λέων ἅμα βο­ σκηθήσονται, καὶ παιδίον μικρὸν ἄξει αὐτούς, καὶ βοῦς καὶ ἄρκτος ἅμα βο­ σκηθήσονται, καὶ ἅμα τὰ παιδία αὐτῶν ἔσονται». Αὐτὴν τὴν πρόγευση τῆς βα- σιλείας τῶν οὐρανῶν τὴν βίωναν ἤδη ἐπὶ τῆς γῆς πολλοὶ ἅγιοι καὶ ἀσκητὲς τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχαν μία ἁρμονικὴ σχέση μὲ τὰ ζῶα, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Ἠσαΐας, μὲ χαρακτηριστικότερο παρά- δειγμα αὐτὸ τοῦ ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου, ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὴν ἄντληση καὶ μεταφορὰ ὕδατος στὴν μονὴ του ἕνα γαϊδουράκι καὶ ἕνα λιοντά- ρι, τοῦ ὁποίου ὁ ὅσιος εἶχε θεραπεύσει τὴν πληγή του, καὶ ἐκεῖνο τὸν βοηθοῦσε στὸ διακόνημά του, ἀκολουθώντας τὸν ὅσιο ὡς ἄκακο καὶ ὑπάκουο-πλάσμα. _ 
  • 160. 159 Ὡ ς πατέρας ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴν ἀλη- θινὴ εὐημερία σας, τὴν εἰρηνική σας διαβίωσι, τὴν εὐτυχία σας, τὴν ἀπρόσκοπτη πορεία σας στὴν ἐπί- γειο αὐτὴ ζωὴ καὶ τὸν ἁγιασμό σας, ἔρχομαι νὰ σᾶς ἀπευθύνω μία εἰλικρινῆ ἔκκλησι, αὐτὴ τὴν ἐποχὴ μάλιστα, ποὺ ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία καὶ ἡ ἔλλειψι καὶ τῶν ἀπαραιτήτων ἀγαθῶν εἶναι αἰσθητὲς καὶ ἀνη- συχητικές. Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς μᾶς περιγράφει στὸ βι- βλίο τῆς Γενέσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὴ δημιουργία τῆς βλαστή- σεως καὶ τὴν ὠφέλεια ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτή.«ΚαὶεἶπενὁΘεός: βλαστησάτω γῆ βοτά­ νην χόρτου, σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπὸν κατὰ γέ­ νος οὐ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ». Πόσο ὡραῖα περιγράφει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη τὴ δημιουργία τοῦ φυτικοῦ πλούτου! Ὁ Θεὸς μεριμνᾶ προκειμένου νὰ ἑτοιμάση μὲ τὴν δημιουργική Του πανσοφία ὅλες τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ μπορῆ νὰ τραφῆ ὁ ἄνθρωπος μὲ βάσι τὸν φυτικὸ πλοῦτο. Καὶ στὴν Καινὴ Δι- αθήκη ὁ Σαρκωθεὶς Θεὸς μᾶς χρησιμοποίησε πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὴν γεωργικὴ καὶ κτηνοτρο- φικὴ ζωή. Χρησιμοποί- ησε παραβολὲς μὲ ἀγρο- τικὲς σκηνὲς καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πνευματικὰ διδάγ- ματα, διεκήρυξε πόσο ἡ ἀγροτικὴ οἰκονομία ἔχει σπουδαιότητα καὶ εἶναι ὠφέλιμη στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Δυστυχῶς, ἐμεῖς λη- σμονήσαμε τὴ γῆ μας, τὰ εὐλογημένα χωράφια μας τὰ ὁποῖα προσέφεραν τόσα πολλά, ἔθρεψαν καὶ ἐζωογόνησαν γενεὲς γε- νεῶν Ἑλλήνων. Συνεπαρμένοι ἀπὸ μία ψεύτικη εἰκόνα εὐμάρειας καὶ πολυτε- λοῦς διαβιώσεως, ἐγκαταλείψαμε τὴν ἀγροτική μας οἰκονομία, μὲ ἀποτέλεσμα ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΟΣΜΑΣ, Ο ΧΑΡΙΤΙ ΘΕΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
  • 161. 160 νὰ ἀσφυκτιοῦμε στὶς πόλεις γιὰ λίγη ἀνόθευτη τροφή, νὰ συνωστιζώμαστε σὲ αὐτὲς γιὰ ἕνα μεροκάματο καὶ νὰ τρεφό- μαστε μὲ εἴδη εἰσαγόμενα, πολλὲς φορὲς κακῆς ποιότητος, τὰ ὁποῖα πρὸ μερικῶν ἐτῶν παρήγαγε ἡ πατρίδα μας. Νὰ τὸ ὁμολογήσουμε! Ὅπου ἡ γῆ πα- ραμένει ἀκαλλιέργητη, σβήνουν σχεδὸν καὶ οἱ ἄλλες τέχνες, στὴν ξηρὰ καὶ στὴ θάλασσα, ἀκριβῶς ὅπως διεπίστωσε στὴν ἀρχαιότητα ὁ Ξενοφῶν. Οἱ εἰδικοὶ σήμερα ἐπισημαίνουν ὅτι ἡ