σκλαβουνος γ.  YΠΟΜΝΗΜΑ  Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Upcoming SlideShare
Loading in...5
×

Like this? Share it with your network

Share

σκλαβουνος γ. YΠΟΜΝΗΜΑ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ

  • 327 views
Uploaded on

YΠΟΜΝΗΜΑ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ...

YΠΟΜΝΗΜΑ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ

More in: Education
  • Full Name Full Name Comment goes here.
    Are you sure you want to
    Your message goes here
    Be the first to comment
    Be the first to like this
No Downloads

Views

Total Views
327
On Slideshare
327
From Embeds
0
Number of Embeds
0

Actions

Shares
Downloads
0
Comments
0
Likes
0

Embeds 0

No embeds

Report content

Flagged as inappropriate Flag as inappropriate
Flag as inappropriate

Select your reason for flagging this presentation as inappropriate.

Cancel
    No notes for slide

Transcript

  • 1. YΠΟΜΝΗΜΑ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΓΛΙΚΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ Για την κατά παράβαση των συνθηκών περί ανεξαρτησίας των Ιονίων και περί Βρετανικής προστασίας, του 1815, μετατροπή των Ιονίων σε αποικία και την επιβολή αποικιακού συντάγματος και διακυβέρνησης, στα Ιόνια. 13/10/1819. Το υπόμνημα προλογίζεται από τον Γιώργο Σκλαβούνο. Το κατωτέρω υπόμνημα παρουσιάζεται με την ευκαιρία των εκδηλώσεων του Διαλόγου με την Ιστορία που διοργανώνονται στην επέτειο της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια, (27/9) και εν όψει της συμπλήρωσης 150 χρόνων από την Ένωση της Ελληνικής Επτανήσου με το Ελλαδικό κράτος, το 2014.Παρουσιάζεται με την πρόθεση συμβολής, σε ένα ουσιαστικό διάλογο, για τη θέση του Ι. Καποδίστρια απέναντι στην αγγλική αποικιοποίηση των Ιονίων, στα θέματα που καθόρισαν το ΠΩΣ έγινε η Ένωση, καθώς και στη δικαιολογητική βάση με την οποία αποκλείσθηκαν τόσο οι Ιόνιοι όσο και το ελλαδικό κράτος από τη διαμόρφωση των συνθηκών και των όρων της Ένωσης. Η παραβίαση των συνθηκών του 1815, εκ μέρους της Βρετανίας, παρουσιάστηκε και δικαιολογήθηκε, ως θέμα ερμηνείας των συνθηκών. H επίσημη θέση του Ιωάννη Καποδίστρια, που διαπραγματεύθηκε και υπέγραψε αυτές τις συνθήκες, και μάλιστα όπως αυτή η θέση εγγράφως υποστηρίζεται-τεκμηριώνεται απέναντι στη βρετανική κυβέρνηση, επιβάλλεται να γίνει κτήμα κάθε Έλληνα και ιδιαίτερα κάθε Επτανησίου πολίτη. Επιβάλλεται να καταστεί μέρος της ιστορικής μας μνήμης και συνείδησης. Είναι προφανές ότι αν η Βρετανία είχε σεβαστεί τις συνθήκες που υπέγραψε, αν δεν είχε μετατρέψει τα Ιόνια Νησιά σε αποικία, αν τους είχε αναγνωρίσει το δικαίωμα να συμπορευθούν και να συστρατευθούν με τους 1
  • 2. ομοεθνείς των, αν τους είχε αναγνωρίσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και της Ένωσης από της συστάσεως του δεύτερου ελληνικού κράτους, η πορεία της εθνικής και κρατικής μας ανασυγκρότησης, θα ήταν εντελώς διαφορετική. Παρατίθεται αυτούσιο το υπόμνημα, ώστε ο αναγνώστης να διαμορφώσει αδιαμεσολάβητα τη δική του γνώμη και με την πρόθεση να φωτισθούν, κατά τη διάρκεια της επετείου των 150 χρόνων, όσο το δυνατόν καλύτερα, γεγονότα που καθόρισαν την επτανησιακή ιστορία, τις επτανησιακές πολιτικές εξελίξεις αλλά και τις σχέσεις τόσο των Ιονίων όσο και του Ι. Καποδίστρια, ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος, με τη Βρετανία. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα παρουσιάζεται η θέση του Ιωάννη Καποδίστρια με την πρόθεση να αξιοποιηθεί η επέτειος με τον διαφωτιστικό διάλογο που της αρμόζει. Η αποδοχή ή η μη αποδοχή της αγγλικής ερμηνείας, περί ανεξαρτησίας των Ιονίων, και φυσικά των συνεπειών αυτής της ερμηνείας, αποτέλεσε τη λύδια λίθο πάνω στην οποία δοκιμάστηκαν οι επτανησιακές πολιτικές και πνευματικές ηγεσίες, αποτέλεσε την αιτία και την απαρχή της γέννησης του μεγαλειώδους επτανησιακού κινήματος αντίστασης στην αγγλική κατοχή, του κινήματος για σεβασμό στα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, για εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική απελευθέρωση. Όπως επίσης αποτέλεσε και τη μήτρα της ανάπτυξης και του πολιτικού μορφώματος των κυβερνητικών η καταχθονίων, που υπηρέτησαν την ξενοκρατία, από τη στιγμή της δουλοπρεπούς αποδοχής της βρετανικής ερμηνείας των συνθηκών, και στη συνέχεια της επιβολής του αποικιακού συντάγματος, της αποικιακής βαρβαρικής διακυβέρνησης, της πολεμικής απέναντι στο 1821, μέχρι και τη στιγμή των ταπεινωτικών για την Ελλάδα και τον ελληνισμό, στο σύνολό του, όρων για την Ένωση. Σε αυτό το υπόμνημα ο Ι. Καποδίστριας τεκμηριώνει ότι η αγγλική «προστασία» ακύρωσε στην πράξη ακόμα και τα δικαιώματα που απολάμβαναν οι Ιόνιοι και κατά την 2
  • 3. διάρκεια «της Βενετικής Δεσποτείας». Ότι το αποικιακό σύνταγμα του 1817, η διακυβέρνηση, η δημόσια διοίκηση και η διαχείριση των οικονομικών του κράτους που πήγαζαν από αυτό, υπήρξαν καταστροφικά. Η ανομία, η αυθαιρεσία, η οικονομική αδιαφάνεια, η ανυπαρξία ελέγχου, η σπατάλη, η αποξένωση του ντόπιου πληθυσμού από τα δημόσια αξιώματα, η καταστροφή του πανίσχυρου επτανησιακού στόλου, το πέρασμα του εμπορίου και της βιομηχανίας σε μη Επτανησίους, υπήρξαν τα αποτελέσματα της βρετανικής «προστασίας», μέχρι και το 1819, οπότε γράφει ο Ι. Καποδίστριας το υπόμνημά του. Η σύγκριση των συστημάτων διακυβέρνησης που παραθέτει ο Καποδίστριας αποδεικνύει τη βρετανική ως τη χειρότερη της επτανησιακής ιστορίας. Ο Ι. Καποδίστριας έχει έλθει στην Κέρκυρα το Πάσχα του 1819, όπου έχει την ιστορική συνάντηση με το σύνολο των Ελλήνων οπλαρχηγών αλλά και με την επτανησιακή αντιπολίτευση στον αρμοστή Metland. Κατά την επιστροφή του στη Ρωσία, μέσω Λονδίνου, παρουσιάζει στη βρετανική κυβέρνηση τα έργα και τις ημέρες του Metland στα Ιόνια και τα δίκαια της επτανησιακής αντιπολίτευσης. Από τη Βαρσοβία αποστέλλει στον Βρετανό υπουργό εξωτερικών το ακόλουθο υπόμνημα: «Διαβιβάζων ιδιαιτέρως τη Υμετέρα Εξοχότητι τα περί της ενεστώσης [περί της παρούσα Διατηρήθηκε εν γένει την ορθογραφία της αρχικής μετάφρασης, αλλά σε μονοτονικό. ς] καταστάσεως των Ιονίων νήσων έγγραφα, τα οποία ευηρεστήθη να μοι ζητήση. Εξαιτούμαι κατά πρώτον συγγνώμην ότι εβράδυνα να εκπληρώσω το χρέος τούτο. Συλλέξας πρότερον, Μιλόρδε, τας εξηγήσεις, όσας μετά της ευμενούς ειλικρινείας, ήτις σας χαρακτηρίζει, ευηρεστήθητε [είχατε την καλωσύνη] να μοι δώσητε, περί πολλού εποιούμην να απαντήσω εις την εμπιστοσύνην, δι ής με ετιμήσατε, και να εκπληρώσω 3
  • 4. συγχρόνως τα χρέη, τα οποία με παρεκίνησαν εις το να συνηγορήσω ενώπιόν σας υπέρ της γενεθλίου μου γης. Η εργασία την οποίαν επεχειρίσθην [χειρίστηκα] να επιτύχω τον διπλούν τούτον σκοπόν, απήτησεν [απαίτησε] επομένως καιρόν. Μόλις τελειωθείσαν σας διαπέμπω [στέλνω] την εργασίαν ταύτην, όπως δεχθήτε αυτήν ευμενώς. Θέλετε εύρη εν αυτή απαρακάλυπτον [ολοφάνερη] την αλήθειαν. Διηγούμαι μόνον τα πράγματα, και αφήνω κατά μέρος τα πρόσωπα. Τα γεγονότα, τα οποία εξετάζω μαρτυρούνται υπό δημοσίων πράξεων, και άνευ της ανεξαιρέτου ταύτης μαρτυρίας, ήθελον προσφέρει την ιδίαν μου ευθύνην… Όθεν ουδέν είπα, ό ουχ υπόσχομαι δι’ επισήμων εγγράφων. Ευαρεστήθητε [Ας έχετε την καλωσύνη], κύριε κόμη, να σκεφθήτε σπουδαίως τα συμφέροντα των νήσων. Όσον επουσιώδη και αν φαίνονται, αξίζουσι, πιστεύσατέ μοι, την πεφωτισμένην προστασίαν της υμετέρας κυβερνήσεως. Αφ’ ής στιγμής, εξοχώτατε, γνωρίσητε την αληθή των πραγμάτων κατάστασιν, θέλετε επιφέρει ταχείαν επ’ αυτής θεραπείαν. Διότι εάν ήτο βραδεία, δεν ήθελε φανή πλέον θεραπεία. Τα μέτρα τα οποία λαμβάνω την ελευθερίαν να σημειώσω επί τούτω, μοι φαίνονται απλά, εύκολα και τολμώ ειπείν σωτήρια. Αν και μοι είναι δυσάρεστον να ενοχλήσω και πάλιν υμάς και τους υμετέρους συνυπουργούς περί της υποθέσεως ταύτης, χαίρω μολοντούτο δια τας οποίας μοι περέσχετε φιλικάς σχέσεις, τας οποίας λογίζομαι ευτυχής να διατηρήσω προ πάντων με υμάς, Κύριε, προς όν η πατρίς μου θέλει χρεωστεί, ελπίζω την αποκατάστασίν της εις ευτυχή και έντιμον υποστήριξιν. Δεχθείτε την έκφρασιν των αισθημάτων και των ειλικρινεστάτων τούτων ευχών ως επίσης και την διαβεβαίωσιν της υψηλής μου υπολήψεως.» Περί της συνθήκης της 5ης Νοεμβρίου 1815 και του συνταγματικού χάρτου της 2ας Μαΐου 1817. 4
  • 5. Συνθήκη της 5ης Νοεμβρίου (Αρθ. 1, 2) Αι Ιόνιοι Νήσοι συγκροτούσιν ελεύθερον και αυτόνομον κράτος υπό την άμεσον και αποκλειστικήν προστασίαν της Μεγάλης Βρεττανίας.Αι συναλάττουσαι [οι εμπλεκόμενες] Δυνάμεις παραιτούνται ων έχουσιν επί των νήσων τούτων δικαιωμάτων, και υπόσχονται να εγγυηθώσι πάσας τας διατάξεις της παρούσης Συνθήκης – (Άρθ. 3, 4.) Αι Ιόνιοι νήσοι τη εγκρίσει της προστατευούσης Δυνάμεως θέτουσι νέον Σύνταγμα. Άλλ’ έως ου τούτο τεθεί εις ενέργειαν, τα μέχρι τότε εν ισχύει Συντάγματα θέλουσιν εξακολουθεί να υπάρχωσιν, εξαιρουμένων των μεταβολών όσας ήθελεν επιφέρει εις αυτά ο Βασιλεύς εν Συμβουλίω- ( Άρθ. 4). Ο νέος χάρτης θέλει συνταχθή υπό συνταγματικής Συνελεύσεως, ης ο αντιπρόσωπος της προστάτιδος Δυνάμεως θέλει κανονίσει τους τύπους της συγκαλέσεως, και διευθύνει την πορεία.(Αρθ. 4, 6) Ο Αγγλικός στρατός θέλει κατέχει τα φρούρια των νήσων. Ιδιαίτερα η συνθήκη μετά της Ιονίου Κυβερνήσεως θέλει κανονίσει παν το αφορών την διατήρησιν των φρουρίων και των φρουρών. Η συνθήκη αύτη θέλει ορίσει περιπλέον τας σχέσεις τας μεταξύ του Αγγλικού στρατού και της Ιονίου Κυβερνήσεως. Τα επιχώρια στρατεύματα θέλουσι διατελή υπό τας διαταγάς του αρχηγού του Αγγλικού στρατού. (Αρθ. 7) – Των νήσων οι λιμένες θέλουσι διακηρυχθή ως προς τας τιμάς και τα στρατιωτικά δικαιώματα υπό την Βρεττανικήν δικαιοδοσίαν. Η Ιόνιος σημαία θέλει αναγνωρισθεί ως ελευθέρου και αυτονόμου Κράτους. Αι ξέναι Δυνάμεις δύνανται να συνιστώσι παρά τη Ιονίω Κυβερνήσει τους εμπορικούς αυτών πράκτορας και προξένους. Παρατηρήσεις Εκ των συνομολογιών τούτων προκύπτει 5
  • 6. 1ον. Ότι των Ιονίων νήσων η ανεξαρτησία είναι υπό όρον. Η Μεγάλη Βρεττανία έλαβεν αυτάς υπό την ιδίαν προστασίαν. Το χρέος τούτο τη εχορήγησε δικαιώματα, άτινα εισί ρητώς και θετικώς ωρισμένα υπό της Συνθήκης, και ως εκ τούτου ευρίσκονται υπό την εγγύησιν των συναλλαξαμένων δυνάμεων. Τα δικαιώματα ταύτα είναι. α/ Να έχη φρουράν εις των Νήσων τα φρούρια ομού μετά των επιχωρίων στρατευμάτων, και δυνάμει συνθήκης συνομολογουμένης μετά της Κυβερνήσεως αυτών, β/ Να επιστήση ιδιαιτέραν προσοχήν εις τον εσωτερικόν διοργανισμόν των νήσων, είτε κανονίζουσα τους τύπους, καθ’ ούς οφείλει να συγκαλεσθή, συντακτική Συνέλευσις, είτε εγκρίνουσα τον συνταγματικόν χάρτην, τον οποίον η Συνέλευσις αύτη θέλει νομοθετήσει. – Πάσα εξουσία της προστάτιδος Δυνάμεως επί του προστατευμένου λαού εκ των δύο τούτων και μόνων δικαιωμάτων απορρέει, και επομένως οφείλει να περιορίζεται εις την εξάσκησιν τούτων. 2ον. Ότι η πολιτική Κυβέρνησις οφείλει να μείνη, ως είναι μέχρις ού εκδοθεί ο νέος συνταγματικός χάρτης, και ότι τα εν ισχύει συντάγματα θέλουσι διατηρή όλην αυτών την ισχύν και δύναμιν. – Η διάταξις αυτή εδείκνυε τω λόρδω Αρμοστή τον τρόπον, δι ου ώφειλε να συγκαλέση την συνταγματικήν Συνέλευσιν. Δεν ηδύνατο ούτος να διευθύνη τας νέας εκλογάς ειμή δυνάμει των αρχαίων νόμων. Πάντες οι προ της συνθήκης της 5 Νοεμβρίου υπό του στρατηγού Κάμπελ γενόμενοι νεωτερισμοί εις τε την διοικητικήν και συνταγματικήν των νήσων κυβέρνησιν, έπρεπε να θεωρώνται ως μη γενόμενοι μετά την υπογραφήν και κύρωσιν της αυτής ταύτης Συνθήκης. –Τωόντι [πράγματι] λαλούσαι περί των εν ισχύει συνταγμάτων αι συναλλαττόμεναι Δυνάμεις, δεν ηδύναντο παντάπασι [εξ ολοκλήρου] να εννοώσι τας αυθαιρέτους πράξεις, δι’ ων ο στρατηγός Κάμπελ, τη ιδία εξουσία χρώμενος εξήσκει εις τας νήσους άπαντα τα του 6
  • 7. νομοθέτου και υπέρτατου διοικητού δικαιώματα. Τα συντάγματα, άτινα η Συνθήκη θεωρεί εν ισχύει είναι εκείνα, τα οποία αι νήσοι είχον θέσει κατά το 1803. Εκείνα τα οποία, οι Γάλλοι, αυτοί, είχον σεβασθεί. Εκείνα τα οποία εν καιρώ της διαπραγματεύσεως και υπογραφής της συνθήκης της 5 Νοεμβρίου 1815 ίσχυον εις απάσας τας νήσους, ως χάρται συνιστώντες τα δικαιώματα των πολιτών, και την φύσιν των δημοσίων αρχών, και τα οποία εν Κερκύρα ήσαν εν πλήρει ενεργεία. –Συνταγματικός χάρτης 2 Μαΐου 1817.- Αντί να στηρίξη τον χάρτην τούτον επί των νόμων, οίτινες πρότερον συνίστων τας πολιτικάς και διοικητικάς αρχάς των νήσων, ο αντιπρόσωπος της προστάτιδος δυνάμεως προτιμά να τον βιάση επί των στοιχείων παρ’ αυτού δημιουργηθέντων. Επομένως 1ον. Θεωρεί ως ισχύον Σύνταγμα εις τας νήσους τας Βρεττανικάς στρατιωτικάς αρχάς, αίτινες κατά την διάρκειαν του πολέμου είχον συστηθεί. 2ον. Επιχειρεί πραγματικώς την διάλυσιν της Ιονικής Γερουσίας, συνισταμένης εκ των αντιπροσώπων της Επτανήσου και διακηρύσσει δι’ επισήμου προκηρύξεως ως ανικάνους και διεφθαρμένους εκείνους εκ των Γερουσιαστών, οίτινες ανθίσταντο εις τον άνομον και αυθαίρετον τούτο μέτρο. (Προκήρυξις του στρατηγού Μαιτλάνδ τη 22 Μαΐου 1816 και έγγραφα επισυνημμένα). – Η προκήρυξις της 29 Μαΐου του αυτού αγγέλει, ότι η Α.Β.Υ. εν συμβουλίω αναγνωρίζει ως ισχύοντα συντάγματα τας εν ταις νήσοις υπαρχούσας κυβερνήσεις κατά – την υπογραφήν της συνθήκης, τουτέστι τους Άγγλους στρατιωτικούς, ούς ο στρατηγός Κάμπελ κατέστησε κατά τον πόλεμον αυτεξουσίους των νήσων δεσπότας. Αλλ’ είδομεν, ότι το 4 άρθ. της συνθήκης διατάσσει ότι μέχρι της επικυρώσεως και ενεργείας του νέου συνταγματικού χάρτου, τα ενεστώτα συντάγματα θέλουσι μένει εν ισχύει. Η απόφασις του Συμβουλίου της 7
  • 8. Α.Β.Υ. του αντιβασιλέως δημοσιευθείσα εν ταις νήσοις δια προκηρύξεως της 29 Μαΐου 1816 φέρει. – Ότι αι υπάρχουσαι εις τας Νήσους Κυβερνήσεις κατά τον καιρόν της υπογραφής θέλουσι μένει εν ισχύει. Πλην αμφιβάλλομεν αν δύναται τις να ισχυρισθή, ότι ενεστώτα [παρόντα] συντάγματα σημαίνουσιν ενεστώσας [παρούσας] κυβερνήσεις. Άλλως οποίοι ποτ’ ήσαν αι ενεστώσαι κυβερνήσεις; Στρατιώται Άγγλοι πάσας τας αρχάς ενδεδυμένοι, συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής. – Ας παραδεχθώμεν δια μιαν στιγμήν τον τρόπον τούτον του παραβιάζειν τον νουν και το γράμμα της συνθήκης. Ερωτώμεν τότε επί τινι λόγω και διάτινος αρχής ανεγνωρίσθησαν ως συνταγματική εξουσία ή ως ισχύον σύνταγμα τα μέλη εκείνα της προτέρας Γερουσίας τα μη αντιτείναντα εις τον λορδ Μ. Αρμοστήν; – Αν η Επτανήσιος Γερουσία η ούσα εν πλήρει ενεργεία κατά την εν Κερκύρα άφιξιν των Βρεττανικών στρατευμάτων ήτο κατά την γνώμη του Λόρδου Αρμοστού καταχρηστική τις αρχή, πώς ηδύνατο να διατηρήση εν ενεργεία μέλη τινά του σώματος τούτου, να ονομάση αυτά Γερουσίαν Κέρκυρας (αρχήν ουδέποτε υπάρξασαν), και να μεταχειρισθή το όνομα τούτο ίνα δώση πρόσχημα νομιμότητος εις όλας τας πράξεις, δι’ ών επρόκειτο να υποστηριχθή η επικύρωσις του νέου χάρτου; 3ον. Ούτω προπαρασκευάσας τα πνεύματα, ο βρεττανικός Αρμοστής, διορίζει και συνιστά δια της προκηρύξεως της 7 Ιανουαρίου 1817 προκαταρτικόν Συμβούλιον επί σκοπώ να βοηθήσει αυτόν με τα φώτα του εις την σύνθεσιν σχεδίου συντάγματος. – Εις τον προς το Συμβούλιον τούτο διευθυνόμενον λόγον ο Βρεττανικός Αρμοστής εξηγεί την έννοιαν της Συνθήκης της 5 Νοεμβρίου 1815, και ταυτοχρόνως διακηρύττει προς τους συμβούλους αυτού, ότι δεν διανοείται να έμβη εις συζήτησιν μετά των δυνάμεων να έχωσιν άλλην γνώμην παρά την ιδικήν του, περί του τρόπου καθ’ ον πρέπει να θεωρώνται αι συνομολογίαι 8
  • 9. [συμφωνίες] της Συνθήκης ταύτης. (Λόγος της 3 Φεβρουαρίου 1817) – Χωρίς ενταύθα να επαναλάβωμεν την βεβιασμένην της Συνθήκης εξήγησιν, αρκεί να είπωμεν, ότι εν τω λόγω τούτω ευρίσκεται χωρίον, εν ω υποσημαίνεται, ότι η Α.Β.Μ. έχει απόλυτον εν ταις νήσοις εξουσίαν. – Το περιεχόμενον του λόγου τούτου καταργεί λοιπόν όλους τους όρους της Συνθήκης όσοι εγένοντο προς όφελος των Επτανησίων. Αλλά χρήζει άρα εξηγήσεως η Συνθήκη; Εάν τούτο, <έν μόνον των συναλλαξαμένων μερών> έχει δικαίωμα να κάμη την εξήγησιν ταύτην, εξαιρούνται τα άλλα; 4ον. Διορίσας ο αρμοστής εις την προκήρυξιν της 11 Μαΐου 1817 τον αριθμόν των αντιπροσώπων εις 29, και δια της από 19 Απριλίου διακηρύξας ότι τα μέλη του προκαταρκτικού συμβουλίου (άτινα ωσαύτως διωρίσθησαν υπό του Βρεττανικού αρμοστού) απετέλουν μέρος των αντιπροσώπων, και ότι ο πρόεδρος και οι γραμματείς του ρηθέντος συμβουλίου ήθελον εξασκεί τα αυτά καθήκοντα εις την νομοθετικήν Συνέλευσιν, διατάσσει εις τον επιτετραμμένον του Κ. Μέυερον, γραμματέα της κυβερνήσεως να ενεργήση την εκλογήν των αντιπροσώπων της νήσου Κερκύρας και επισυνάπτει εις την επιστολήν ταύτην έλεγχον υποψηφίων εκ των οποίων και μόνων, εξαιρουμένου παντός άλλου, ήδύναντο να εκλεχθώσιν οι αντιπρόσωποι. – Η αυτή εργασία είχε χώραν και εις τας άλλας νήσους, και το μάλιστα αξιοσημείωτον μεταξύ των προβληθέντων υποψηφίων, είναι οι λαβόντες την μειοψηφίαν. – Ευκολώτατον είναι να επαληθεύσωμεν το γεγονός τούτο, διερευνώντες τα πρακτικά των εκλογικών ήτοι συγκλητικών συνελεύσεων. 5ον. Η ούτω συγκροτηθείσα συντακτική συνέλευσις υπέγραψε τον συνταγματικόν χάρτην, τον οποίον παρουσίασεν εις αυτήν ο αρμοστής, και το λεγόμενον προκαταρτικόν συμβούλιον. 9
  • 10. – Ο χάρτης ούτος είναι πολυάριθμος συλλογή τμημάτων, κεφαλαίων και άρθρων, ών η ουσία δυνατόν ν’ αναχθή [αποδοθεί] εις τους εφεξής όρους. – Ο μέγας αρμοστής κυβερνά τα ηνωμένα κράτη των Ιονίων νήσων απολύτως και χωρίς ευθύνας ούτε προς την παρ’ αυτού αντιπροσωπευομένην Προστάτιδα Δύναμιν, ούτε προς τον προστατευόμενον λαόν, του οποίου αποφασίζει την τύχην. – Η κυβέρνησις αυτού είναι απόλυτος, διότι ουδείς συνταγματικός τύπος ανεξάρτητος τους αρμοστού περιορίζει την εξουσίαν του. Δεν είναι ουδαμώς υπεύθυνος εις την προστάτιδα Δύναμιν, διότι άπασα παρ’ αυτού εξασκουμένη εξουσία τω δίδοται υπό του συνταγματικού χάρτου. Δεν είναι υπεύθυνος ούτε προς τον προστατευόμενο λαόν, διότι οι δημόσιοι υπάλληλοι, οίτινες ώφειλον να είναι φύλακες και εγγυηταί των συμφερόντων και δικαιωμάτων αυτού, είναι πράκτορες εκλεγόμενοι, μισθοδοτούμενοι και δυνάμενοι να ανακαλώνται υπό του Αρμοστού. – Η εντάυθα επισυναπτόμενη περίληψις υπό το στοιχ. Α περιέχει όλον τον συνταγματικόν χάρτην. Παρατηρήσεις Τα μέχρι τούδε εκτεθέντα αποδεικνύουν όσω [πολύ] λυπηρώς, τοσούτω και αναντιρρήτως αι ρήτραι της κατά το 1815, 5 Νοεμ. γενομένας συνθήκας, όσαι είναι προς ωφέλειαν, των νήσων, εθεωρήθησαν ως αποφευκταία άτομα και ουχί ως εκτελεσθησόμεναι συνομολογίαι. Το 6 άρθρον το δίδον εις την κυβέρνησιν των νήσων το δικαίωμα του να συνθηκολογήση με την Προστάτιδα Δύναμιν περί της διατηρήσεως των φρουρίων και της μισθοδοσίας των φρουρών (ανάλογος πάντοτε με τας προσόδους του τόπου), αναφανδόν παρεβιάσθη υπό του συνταγματικού χάρτου. Ουδεμία συνθήκη εγένετο. Και τα εν τω 7 κεφ. τμήμα 2, 3 άρθρα του χάρτου, δίδουσιν εις τον Βρεττανικόν διοικητήν το δικαίωμα του αυξάνειν τον 10
  • 11. αριθμόν των στρατευμάτων, και κανονίζειν τα έκτακτα στρατιωτικά έξοδα. Υπολείπεται να μάθωμεν αν η προστάτις δύναμις, διοικούσα μέχρι τούδε άνευ ελέγχου δια των ιδίων πρακτόρων τας προσόδους [πόρους] του τόπου, νομίζη ότι πληρώνεται δια τα στρατεύματα τα οποία έχει εις τα φρούρια. Υπολείπεται να μάθωμεν αν τα στρατεύματα ταύτα είναι τωόντι 3.000 άνθρωποι. Αν η εν τω Ζ’ κεφ. τμ. β’ άρθ. αμφίβολος σύνταξις του 7 κεφαλαίου τη δίδη το δικαίωμα να πληρώνεται και προσθήκην φρουράς, εάν έκρινεν εύλογον να τη πέμψη [στείλει]. Αποτελέσματα του κατά τας νήσους καθιδρυθέντος συστήματος δια του χάρτου της 2 Μαΐου 1817 Οι κάτοικοι της Επτανήσου είναι άρα ευχαριστημένοι εις την ενεστώσαν [τωρινή] αυτών κατάστασιν. Δια να κρίνωμεν περί τούτου αμερολήπτως, ας θεωρήσωμεν την κατάστασιν αυτών υπό την Ενετικήν διοίκησιν, την κατάστασιν, ήν ηδυνήθησαν ν’ απολαύσωσι δια μακρών διαπραγματεύσεων, ας οι ίδιοι αυτών πρέσβεις και υπουργοί διεπραγματεύθησαν επί της κατά το 1800 εν Κωνσταντινουπόλει γενομένης συνθήκης, και έπειτα ότε η Ρωσσία ανέπτυξεν ειδικώτερον την επί των νήσων προστασίαν, και εκείνην εις την οποίαν ήθελε καταδικάζει αυτούς ο χάρτης της 2 Μαΐου 1817, εάν η δικαιοσύνη της προστατευούσης Δυνάμεως ηδύνατο να παραδεχθή ως νόμιμον και αμετάθετον [αμετακίνητη] την πράξιν ταύτην. (Το εδώ επισυναπτόμενον έγγραφον υπό στοιχ. Β’ διαγράφει πιστώς τας τρεις ταύτας καταστάσεις) Η δυσαρέσκεια είναι γενική και πώς να μη ήναι; Εάν θεωρήσωμεν την τάξιν των ευπορωτέρων πολιτών, οίτινες εν παντί καιρώ διαχειρίσαντο τα συμφέροντα των ιδίων νήσων, τίνος ένεκα ήθελον νομίζεσθαι έκπτωτοι [καταργημένοι] των οποίων απήλαυσαν δικαιωμάτων και τα οποία επίσημος συνθήκη εξασφαλίζει αυτοίς υπό την εγγύησιν των πρώτων της Ευρώπης Δυνάμεων; 11
  • 12. Ει δε θεωρήσωμεν τον λαόν, πώς δύναται ούτος να ευχαριστηθή εις μίαν διοίκησιν απαιτούσαν παρ’ αυτού και λαμβάνουσαν εις φόρον υπέρ το διπλάσιον του ό,τι άλλοτε επλήρονε; Διοίκησιν, ήτις ωσεπιτοπολύ κατά τε τους ανωτέρους και υποδεεστέρους αυτής κλάδους είναι κατά μέγα μέρος εμπεμπιστευμένη εις ξένους, οίτινες διττώς [διπλά] επιβαρύνουσι, τόσον δια τους οποίους απολαμβάνουσιν αδρού μισθού, όσω και δια την απειρίαν αυτών και σκληρότητα εις την διαχείρισιν των δημοσίων. Το ρηθέν υπό το στοιχ. Β’ έγγραφον και οι υπό τα στοιχ. Γ’ Δ’ Ε’ συμπληρωτικοί πίνακες αποδεικνύουσιν με πόσην αγανάκτησιν οι κάτοικοι των επτά νήσων υποφέρουσι την παρούσαν κατάστασίν των. Θέλομεν τώρα περιορισθή εις το να ανακεφαλαιώσωμεν τα ζητήματα, τα οποία φαίνονται άξια ετοίμης και σπουδαίας προσοχής εκ μέρους της προστάτιδος Δυνάμεως. 1ον. Του συνταγματικού χάρτου της 2 Μαΐου 1817 παραβαίνοντος καθόλου την συνθήκην της 5 Νοεμβ. 1815, δεν επιτρέπεται εις τους κατοίκους της Επτανήσου να ελπίσωσιν, ότι η κυβέρνησις της Α.Β. Μεγαλειότητος θέλει ακυρώσει τον χάρτην τούτον και αντικαταστήσει άλλον συντεταγμένον κατά το πνεύμα και το γράμμα της ρηθείσης Συνθήκης. Επί εναντίας περιπτώσεως αι Δυνάμεις αι υπογράψασαι την συνθήκην ταύτην δεν θέλουσιν αναλάβει όλα αυτών τα δικαιώματα και τας αξιώσεις επί των νήσων. Δικαιώματα και αξιώσεις, των οποίων δεν παρητήθησαν ειμή εγγυώμεναι πάσας τας διατάξεις της αυτής Συνθήκης της 5 Νοεμβρίου; Καθότι όταν εγγυάται τις διάταξιν τινά, είναι υπεύθυνοι της αυτής εκτελέως. 2ον. Ο χάρτης της 2ας Μαΐου καθίσταται τους πράκτορας των αρχών τας οποίας δημιουργεί η κυβέρνησις των νήσων, ανευθύνους συγκεντρόνων όλας τας αρχάς εις την εξουσίαν του Αρμοστού εξουσία, ήτις 12
  • 13. αφ’ εαυτής κατέστη ανεύθυνος και προς την προστάτιδα Δύναμιν και προς τον προστατευόμενον λαόν. Γνωστοποιών τον χάρτην τούτον εις τας Βρεττανικάς βουλάς, και συνοδεύων αυτόν με τας ευχάς και τα παράπονα του Ιονίου λαού, δεν δύναται ούτος να ελπίση εν αυτοίς υποστήριξιν; Και διατί δεν ήθελε το κάμει, εάν το υπουργείον απεποιείτο να δεχθή και να δικαιώση τας ταπεινάς παρακλήσεις, άς η παρούσα ιδιωτική διακοίνωσις τω διευθύνει; 3ον. Οι Επτανήσιοι ήθελον κάμει το κίνημα τούτο από αίσθημα το οποίον τιμά πάντα λαόν, το αίσθημα της ίδιας της υπάρξεως. Υπό οιουσδήποτε όρους και αν ετέθησαν η ελευθερία και η αυτονομία, τας οποίας τω εξασφαλίζει η Συνθήκη της 5 Νοεμβρίου, αύται μόλον [παρ’ όλο] τούτο υπόσχονται εις αυτόν την απόλαυσιν των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων, τα οποία είναι αχώριστα από παντός λαού μη κατακτηθέντος, και απολαύοντος αστικούς και πολιτικούς νόμους εθνικούς. Τα ονόματα, τα οποία τω αφίνει ο χάρτης της 2 Μαΐου δεν ανταποκρίνονται εις τα δικαιώματα, τα οποία έπρεπε να έχη, και τα οποία πλέον δεν απολαύει εν όσω ο χάρτης της 2 Μαΐου δύναται να θεωρή ως θεμελιώδης νόμος της επικρατείας ταύτης. Αν τα δικαιώματα ταύτα είχον ακυρωθή δια του της κατακτήσεως δικαιώματος, οι κατακτηθέντες ήθελον ευρεί κατά την δυστυχίαν ταύτην την δικαίωσίν των. Αλλά των δικαιωμάτων τούτων κυρωθέντων δι’ επισήμου Συνθήκης και της προστάτιδος Δυνάμεως υποσχεθείσης να τα σέβηται αυτή και να κάμνη και τους άλλους να τα σέβωνται, πώς είναι δυνατόν οι Ιόνιοι να βλέπωσι μετ’ αδιαφορίας και χωρίς μεγάλης αγανακτήσεως εις τον χάρτην της 2 Μαΐου την τάφον της πολιτικής αυτών υπάρξεως; 13
  • 14. 4ον. Λέγοντες πολιτικήν ύπαρξιν, δεν διισχυριζόμεθα να είπωμεν ούτε ελευθερίαν, ούτε αυτονομίαν απόλυτον, ούτε κυριαρχίαν. Ο Ιόνιος λαός ουδέποτε ύψωσε τοσούτο τας ευχάς του. Επροστατεύθη και μολαταύτα εσχημάτισε κράτος ελεύθερον και αυτόνομον καθόλας αυτού τας εσωτερικάς σχέσεις. (Συνθήκη 1800, Σύνταγμα 1803). Η αλήθεια αύτη είναι αναντίρρητος, και επ’ αυτής μάλιστα εστηρίχθη η Συνθήκη της 5 Νοεμβρίου. Οι όροι αυτής είναι θετικοί, και δεν αφίνουσιν ουδέν ζήτημα άλυτον. Το κεφάλαιον τούτο εξηντλήθη. Προσθέτομεν μόνον ενταύθα ότι το 3 άρθ. λέγει «Η Αυτού Βρεττανική Μεγαλειότης θέλει επιστήσει ιδιαιτέραν προσοχήν εις παν το αφορόν την νομοθεσίαν και την διοίκησιν του ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων». Αλλ’ επιστήναι την προσοχήν [με μεγάλη προσοχή] δεν θέλει να είπη διατάσσειν περί του πολυτιμοτέρου των δικαιωμάτων του προστατευομένου λαού, εκείνου δηλονότι του πολιτογραφείν τους ξένους. Και πολύ ολιγώτερον ακόμη το επιστήναι την προσοχήν σημαίνει το διορίζειν εις όλα τα επαγγέλματα, θέτειν όλας τας αρχάς υπό την απόλυτον εξάρτησιν του προστάτου, συνιστάν τας αρχάς ταύτας κατά μέγα μέρος εκ Βρεττανικών υπηκόων, διοικείν ανελέκτως τας προσόδους του τόπου, νεωτερίζειν εις τε δικαστικά και την αστικήν νομοθεσίαν, άνευ γνώσεως των επιχωρίων πραγμάτων και των ανθρώπων, και αφαιρείν τέλος των ιθαγενών τα επαγγέλματα και τους υποδεεστέρους πόρους και απονέμειν αυτούς εις τους αλλογενείς, οίτινες δυσκόλως εύρισκον πόρον ζωής εις την πατρίδα των. Δύναται τις να πιστεύση, ότι τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων είναι υποφερτή, και ότι υπομένοντες αυτήν, θέλουν δυνηθεί να την υποφέρουν επί μακρόν χρόνον; 5ον. Αι νήσοι πληρόνουσιν εις συνεισφοράς ότι ουδέποτε επλήρωσαν και οι κάτοικοι αυτών δεν 14
  • 15. απολαύουσιν εκ των προσόδων τούτων ούτε αναλόγως προς τας θυσίας των, ούτε αναλόγως προς τα ωφελήματα, τα οποία τοις εξασφαλίζει η Συνθήκη της 5 Νοεμβρίου (όρα πίνακας Γ, Δ.) Οι τύποι καθ’ ους διαχειρίζονται οι πρόσοδοι των Νήσων τουτέστιν ο Βρεττανικός ταμίας, όστις φυλάττει αυτάς, και ο γενικός διαχειριστής όστις είναι ο κύριος πράκτωρ, μας αναγκάζουσι να πιστεύσωμεν δυοίν θάτερον [ένα από τα δύο] ή ότι η προστάτις Δύναμις δεν κρίνει τας Ιονίους Αρχάς τας οποίας αύτη πραγματικώς εκλέγει αξίας της ιδίας εμπιστοσύνης, ή ότι δεν θέλει να γνωρίζωσι τας προσόδους [έσοδα] και την δαπάνην του δημοσίου ταμείου. Εάν δε ήθελέ τις ν’ απαντήση εις το ζήτημα τούτο δια του γράμματος των διατάξεων του κεφ. 7 τμ. 3 αριθ. 1 μέχρι του 12 του χάρτου, παρατηρούμεν τότε, ότι οι επιχώριοι ταμίαι εξαρτώνται από ένα γενικόν ταμίαν διοριζόμενον υπό του Αρμοστού και ότι η Γερουσία και η Βουλή εξαρτώνται ωσαύτως υπό του Αρμοστού. Ώστε ουδεμίαν εγγύησιν έχει ο λαός περί της νομίμου χρήσεως των προσόδων του. Περιπλέον ο Βρεττανικός διαχειριστής των προσόδων ο εσχάτως δημουργηθείς κατά τας διατάξεις του άρθ. 9 του αυτού τμήματος και κεφαλαίου, είναι νέα απόδειξις των καταχρήσεως, τας οποίας αφεύκτως [αναπόφευκτα] παράγει διάταξις πραγμάτων τόσον παράδοξος. Παρατηρήσεις Αν η μεγάλη πλειονότης των Επτανησίων κρίνωσιν ούτω περί της ενεστώσης αυτών τύχης, διατί οι υπό του Αρμοστού ως αντιπρόσωποι και διοικηταί των νήσων εκλεχθέντες υπέγραψαν τον χάρτην της 3 Μαΐου; Διατί έσπευσαν να ζητήσωσι την επικυρωσίν του; Διατί δέχονται ούτοι υπουργήματα; Διατί τέλος πάντων, ανεξαρτήτως των αρχών τούτων, ουδέν σώμα, ουδείς πολίτης δεν διηύθυνεν ουδεμίαν περί τούτου απαίτησιν; Ο χάρτης τους δίδει το 15
  • 16. δικαίωμα τούτο. Τα πράγματα ταύτα, και αι πολυάριθμοι εκείναι προσφωνήσεις, πλήρεις υποκλίσεων και αφοσιώσεως, ας οι αντιπρόσωποι και διοικηταί πέμπουσιν ανά πάσαν ευκαιρίαν εις τον Αρμοστήν, δεν είναι μαρτυρίαι αντιτασσόμεναι εις τα εν τω παρόντι σημειούμενα παράπονα; Τούτου ένεκα μη τι τα παράπονα ταύτα εκφράζωσι τας ευχάς ολίγων τινών φιλοδόξων και φιλοταράχων ατόμων, ενώ οι εν τοις πράγμασι συνιστώντες [συμμετέχοντες] αφ’ ετέρου κόμμα ησυχώτερον και μετριώτερον αντιπροσωπεύουσι το πλήθος του λαού, και επερείδονται [μαλώνουν] εις την ψήφόν του; Απεδείξαμεν, ότι ο λαός καταθλίβεται. Αι παρ’ ημών δοθείσαι αποδείξεις δεν επιδέχονται αντίρρησιν. Εκείναι δε τας οποίας θέλει προσφέρει ο χρόνος (αν δεν ληφθώσιν αι ταχείαι θεραπείαι) θέλουσιν εμπνεύσει την λυπηράν ταύτην πεποίθησιν και εις τους πράκτορας της προστάτιδος Δυνάμεως και εις εκείνους μεταξύ των Επτανησίων, οίτινες την υπηρετούσι. Τούτου τεθέντος παραδεχόμενοι προς στιγμήν ότι οι Επτανήσιοι υπάλληλοι σχηματίζουσιν έν κόμμα, και ότι όσοι είναι έτοιμοι να υψώσωσι την φωνήν εναντίον, σχηματίζουσιν εν άλλο, ερωτώμεν. Όποιον των δύο [ποιο εκ των δύο] αντιπροσωπεύει νομιμώτερον το έθνος; Και τωόντι οι απομακρυνθέντες πολίται, απέχουσι των δημοσίων πραγμάτων, απολαύουσι μεγάλην υπόληψιν και οι υπάλληλοι δεν τολμώσι να παρουσιασθώσι πλέον εις το κοινόν. Αλλ’οι τελευταίοι ούτοι δύνανται να παρέξωσι καμμίαν ωφέλειαν εις την προστάτιδα Δύναμιν, αφ’ ης στιγμής απώλεσαν όλην την δημοτικότητά των; Και πώς δύνανται ούτοι να την διατηρήσωσιν, αν, αφού υπέγραψαν εις πάντα του Αρμοστού τα θελήμματα, δέχωνται παρ’ αυτού (με βλάβην των συμπατριωτών των) μισθούς αδροτάτους; Και αν εκ τούτου ευρίσκωνται εις θέσιν τοιαύτην ώστε είναι απολύτως αδύνατον να έχωσι γνώμην ελευθέραν και ανεξάρτητον και να την προσφέρωσι; Δεν επιχειρούμεν να 16
  • 17. λεπτογραφήσωμεν [γράψουμε λεπτομερώς] ενταύθα τας περιπτώσεις, όσαι επέφερον την συγκατάθεσιν εκείνων, τους οποίους ο Αρμοστής εξελέξατο ίνα υπογράψωσι τον χάρτην της 2ας Μαΐου, και φέρωσιν αυτόν εις τον πόδα του θρόνου… Αλλ’ η συγκατάθεσις αύτη έχει κύρος; Ουδαμώς, δια διπλούν λόγον. Είναι παράνομος δια τους τύπους της, και πραγματικώς άκυρος, καθό προσβάλλουσα τους όρους της Συνθήκης. Οι πολίτες οι τον χάρτην υπογράψαντες επροβλήθησαν υπό του Αρμοστού της προστάτιδος Δυνάμεως εις τας εκλογικάς Συνελεύσεις ως αντιπρόσωποι των διαφόρων Νήσων, ενώ απ’ εναντίας αι Συνελεύσεις αύται έπρεπε να εκλέξωσι ελευθέρως τους αντιπροσώπους των κατά τους νόμους και τα εν ισχύει Συντάγματα. Οι υπό του Αρμοστού εκλεχθέντες αντιπρόσωποι έφεραν λοιπόν εν ονόματι των ιδίων νήσων άκυρον ψήφον, ως μη δυνάμενοι να εξασκήσωσιν αρχήν, την οποίαν δεν ήσαν επιτετραμμένοι. Αλλά και αν είχον την αρχήν ταύτην, ηδύναντο ούτοι να εξασκήσωσιν αυτήν παραβιάζοντες την Συνθήκην της 4 Νοεμβρίου; Πώς λοιπόν ηδύναντο ούτοι να υπογράψωσι την προς τον λόγον του Αρμοστού απάντησιν, και ακολούθως τον χάρτην της 2 Μαΐου; Αν ηδύναντο να αναιρέσωσι μέρος της Συνθήκης, διατί δεν ήθελον έχει το δικαίωμα ν’ ακυρώσωσιν ολοκλήρως και εντύπως την σύμβασιν ταύτην υπογράφοντες πράξιν θέτουσαν τας νήσους υπό πλήρη κυριαρχίαν της προστάτιδος Δυνάμεως; Αλλ’ ηθελε παραδεχθή τοιαύτην πράξιν η προστάτις Δύναμις χωρίς την συγκατάθεσιν των Δυνάμεων, αίτινες υπέγραψαν την συνθήκην της 5 Νοεμβρίου; Αν η συγκατάθεσις αύτη ήτο αναγκαία δια το ομολογούμενον ανεκτέλεστον πολλών αυτής όρων; Λέγομεν ομολογούμενον, διότι ο λόγος του Αρμοστού της 3 Φεβρουαρίου 1817 είναι δημοσία και επίσημος διακοίνωσις. 17
  • 18. Μέσα του επαναγαγείν [να οδηγηθούν ξανά] τα πράγματα εις τους όρους της Συνθήκης της 5 Νοεμβρίου. Δεν υποκρύπτομεν τας δυσκολίας όσαι αντιτείνονται εις το να διακηρυχθή ως μη γεγονός ό,τι συνέβη εις τας νήσους από του 1816 μέχρι σήμερον, ουδέ θέλομεν το απαιτήσει. Αλλ’ εάν η Αγγλική Κυβέρνησις θελήση να αναγνωρίση τα γεγονότα όσα το έγγραφον τούτο και τα επισυναπτόμενα αναφέρουσιν, αν αισθάνεται το δίκαιον των αιτήσεών μας, αν τέλος αγαπά να διακαιώση αυτάς αυθορμήτως και χωρίς να περιμείνη ώστε η βία των πραγμάτων να επιβάλη την ανάγκην, τότε θέλει είναι ευκολώτατον. 1ον. Να ανακουφίση όσον τάχιον [όσο το δυνατόν ταχύτερα] τους Επτανησίους εκ των περισσοτέρων αυτών δεινών τα οποία τους καταθλίβουσι. 2ον Και να ανοίξη ταυτοχρόνως τας οδούς, δι’ ων δύναται να τεθή η εσωτερική του Κράτους τούτου κατάστασις εις πλήρη συμφωνίαν με τας διατάξεις της Συνθήκης της 5 Νοεμβρίου. Ως προς το πρώτον – Ό,τι μάλλον επιβαρύνει είναι η κατάχρησις της αρχής, ήτις σύμπασα και καθ’ όλους τους κλάδους της Διοικήσεως συνεκεντρώθη εις μόνον τον Αρμοστήν. Η αρχή αύτη είναι ωσαύτως συγκεντρωμένη εις έκαστον εξ αυτού διοριζόμενον υπάλληλον, τουτέστιν εις όλους τους δημοσίους επαγγελματικούς από του προέδρου της Γερουσίας μέχρι του εσχάτου κλητήρος των κατωτέρω δικαστηρίων. Οι Επτανήσιοι λοιπόν δεν είναι μόνον υπό την απόλυτον δεσποτείαν ενός μόνου δεσπότου, αλλά στενάζουσι και υπό την δεσποτείαν ενός μόνου δεσπότου, αλλά στενάζουσι και υπό την δεσποτείαν ενός εκάστου των υπ’ αυτών υπαλλήλων. Το να υποθέση δε τις ότι οι πράκτορες ούτοι της αρχής δεν είναι, ειμή τα πιστά όργανα των βουλευμάτων του Αρμοστού, είναι ταυτόν και να υποθέση το αδύνατον. Ουδείς άνθρωπος τωόντι [πράγματι] δύναται να ενασχολήται ενταυτώ εις τοσαύτας 18
  • 19. και τοσούτον πολυπλόκους υποθέσεις, ως εκείναι ενός μικρού κράτους, και πολύ ολιγώτερον ακόμα ο νυν Αρμοστής. Δύναται ν’ αφοσιώση την προσοχήν αυτού εις πάσας τας λεπτομερείας της Νομοθεσίας, της Διοικήσεως και της δικαιοσύνης των επτά νήσων, όστις ενταυτώ είναι επιτετραμμένος και την στρατιωτικήν εξουσίαν, την Κυβέρνησιν της Μελίτης και πάσας τας εν τη Μεσογείω Βρεττανικάς σχέσεις. Το μέτρον λοιπόν, το οποίον ηδύνατο να ήναι ταχύτερον σωτηριώδες, ήθελον είναι ν’ απαλλαχθή ο στρατηγός Μαιτλάνδ της αρμοστείας και να χορηγηθή εις υποκείμενον [πρόσωπον] ανήκον εις την υπαλληλίαν του υπουργείου ή της διπλωματίας. Ούτως ο νέος Αρμοστής ηδύνατο να κάμη ώστε ν’ απολαύση αμέσως ο τόπος διοίκησιν νόμιμον και κανονικήν. Η υπέρμετρος δύναμις της θέσεώς του, οποία ορίζεται υπό του χάρτου της 8 Μαΐου 1817, τω προσφέρει τα μέσα. Απεκδυόμενος [παραμερίζοντας] αυθορμήτως των καθηκόντων, τα οποία η Συνθήκη της 5 Νοεμβρίου δεν τω επιτρέπει, απονέμων τα καθήκοντα ταύτα εις τα καθεστώτα σώματα του Επτανησίου Κράτους, και επιφυλλασόμενος το δικαίωμα να επαγρυπνή εκ της υψηλής περιωπής [σπουδαιότητας] της θέσεώς του εις την πορείαν τόσον της βουλής όσω και της Γερουσίας, ο αρμοστής ούτος ήθελε πραγματικώς εξαλείψει όλα τα κακά δια τα οποία παραπονούνται οι κάτοικοι των Ιονίων Νήσων. Ως προς το δεύτερον. – Αλλ’ ίνα παύσωσι τα παράπονα ταύτα δια παντός και υπό την έποψιν [πλευρά] του δικαίου, άλλο τι πλέον δεν υπολείπεται ειμή να συμβουλευθή το έθνος περί των τροπολογιών, αίτινες πρέπει να γίνωσιν εις τον χάρτην της 2 Μαΐου. Αυτός ούτος ο χάρτης (αρθ. 5 τμ. 7 κεφ. 7) φαίνεται τρόπον τινά ότι συγχωρεί την μεταρρύθμισιν ταύτην. Αλλ’ αύτη δεν ήθελε είναι νόμιμος χωρίς της επισήμου συνενέσεως [αποδοχής] των αντιπροσώπων του έθνους ελευθέρως εκλεγομένων υπό των εκλογικών 19
  • 20. Συνελεύσεων, και παρ’ αυτών λαμβανόντων την περί ής ο λόγος εξουσίαν. Ουδέν ευκολώτερον παρά το να επιφέρη τις τοσούτον επιθυμητόν αποτέλεσμα, χωρίς να προσκρούση ουδενός την φιλοτιμίαν, συμβιβάζων αυτό με την πλήρη και ολόκληρον εκτέλεσιν των όρων της Συνθήκης της 5 Νοεμβρίου. Τολμώμεν να ενδείξωμεν τα προς τούτο μέσα. - Ο νέος Αρμοστής της προστάτιδος Δυνάμεως ηδύνατο ν’ απευθύνη προς τους επάρχους των Νήσων (α) διάγγελμα, δι’ ου ήθελε προσκαλέσει αυτούς να συγκαλέσωσι τας συγκλήτους ήτοι τας εκλογικάς Συνελεύσεις. Αι συνελέυσεις αύται ήθελον προσκληθή να εκλέξωσι κατά δεδομένας αναλογίας τους πολίτας, τους οποίους ήθελον κρίνει αξίους της εμπιστοσύνης της προστάτιδος δυνάμεως και του λαού. Η εντολή αυτών ήθελε τοις παρέχει την εξουσίαν να νομοθετήσωσι καθό έκτακτοι αντιπρόσωποι της νήσου ως προς τας βελτιώσεις των συνταγματικών θεσμών. Υποτιθεμένου ότι ήθελε κριθή εύλογον να περιορισθή ο αριθμός των εκτάκτων τούτων αντιπροσώπων εις 7, αι αναλογίαι αύται ηδύναντο να ήναι αι εξής: 2 δια την Κέρκυραν, 2 δια την Κεφαλληνίαν, 2 δια την Ζάκυνθον, 1 δια την Αγ. Μαύραν. Αι εκλογικαί συνελεύσεις των νήσων Κυθήρων, Ιθάκης και Παξών ήθελον εκλέγει διαδοχικώς μεταξύ των 7 αντιπροσώπων των μεγαλυτέρων νήσων, εκείνον τον οποίον εκάστη αυτών ήθελε προκρίνει να συστήση εντολοδόχον της, εις ον ήθελε δώσει τας οδηγίας της. Η αρχή αύτη ήθελεν εργάζεσθαι υπό τα όμματα του Αρμοστού προς διόρθωσιν του χάρτου. Ούτω μεταρρυθμισθείς, ήθελε παρουσιασθή εις την προστάτιδα δύναμιν υπό των αυτών αντιπροσώπων, ή υπ’ εκείνου ή εκείνων μεταξύ αυτών, τους οποίους ήθελον εκλέξει και επιφορτίσει την αποστολήν ταύτην ίνα λάβη την επικύρωσίν της. 20
  • 21. Επί τη υποθέσει (και τούτο δεχόμεθα μόνον δια να προλάβωμεν πάσαν δυσκολίαν) ότι η προστάτις Δύναμις έκρινεν ωφέλιμο… τούτων αντιπροσώπων, τολμώμεν να παρατηρήσωμεν, ότι αντί να ονομάση κατ’ ευθείαν ή να προτείνη καταλόγους εις τας εκλογικάς συνελεύσεις, ως έγινε μέχρι τούδε, ήθελεν είσθαι δικαιότερον να επιφυλαχθή να εκλέξη την ελευθερίαν μεταξύ των υποψηφίων, όσοι ήθελον λάβη υπέρ αυτών πλειοψηφίαν. Ώστε αν, ως προαπεδείξαμεν εκάστη νήσος αντιπροσωπεύηται εις την περίπτωσιν ταύτην υπό δύο βουλευτών, η εκλογική Συνέλευσις ηδύνατο ελευθέρως να εκλέγη 4 ή 5 πολίτας, εκ των οποίων ο Αρμοστής ήθελεν εκλέξει τους δύο, τους οποίους η εκλογή αύτη ήθελεν ωρισμένως εγκαταστήσει εκτάκτους αντιπροσώπους του λαού. Ο περιορισμός ούτος, το επαναλαμβάνομεν, μας φαίνεται τουλάχιστον ανωφελής. Διότι είμεθα εντελώς πεπεισμένοι ότι αι εκλογικαί Συνελεύσεις αφεθείσαι εις εαυτάς, ήθελον δικαιώσει ταχέως δια των υπ’ αυτών εκλεγομένων την προσδοκίας της Προστάτιδος Δυνάμεως. Ελπίζοντες ότι απεκρίθημεν προηγουμένως δια της απλότητος και ευκολίας των μέσων, τα οποία προτείνομεν εις ό,τι ηδύνατο τις να αντιτείνη υπέρ της παρατάσεως του ήδη υπάρχοντος συστήματος, το οποίον μεγάλως επιβαρύνει τας νήσους, πεποιθώμεν ωσαύτως ότι εδώκαμεν νέαν απόδειξιν των ειλικρινών ευχών τας οποίας κάμνομεν, όπως η πολιτική ύπαρξις, η ευημερία και η ευτυχία του γενεθλίου μας τόπου αφεθή όλως εις την υψηλήν σύνεσιν και δικαιοσύνην του Βρεττανικού υπουργείου. Κατάστασις των επτά Νήσων επί της Ενετικής Κυβερνήσεως, της Ρωσσικής και Αγγλικής προστασίας. Ενετική Κυβέρνησις 21
  • 22. Επί της Ενετικής κυριαρχίας η Επτάνησος επλήρωνε τάλληρα 360,000. Δια την διοίκησιν αυτής περιλαμβανομένης και της Κυβερνήσεως Πάργας, Πρεβέζης, Βονίτσης και Βουθρωτού εδαπανώντο τάλληρα 140,080. Οι κάτοικοι των Επτά Νήσων είχον όλην την δημοτικήν διοίκησιν των πόλεων. Ο λαός αντιπροσωπεύετο υπό της τάξεως των ευγενών καθ’ όμοίωσιν της Ενετικής αριστοκρατίας. Τα προνόμια, όσα έχαιρεν η αριστοκρατία των Νήσων ήσαν εξασφαλισμένα κατά παντός σφετερισμού εκ μέρους της Ενετικής Κυβερνήσεως. Οσάκις γενικόν συμβούλιον ή βουλή των Νήσων έκρινεν εύλογον να αναφερθή εις την Ενετικήν Σύγκλητον, έστελλε πρέσβυν προς αυτήν. Αι πρόσοδοι του τόπου εδιοικούντο υπό επιχωρίου [ντόπιας] αρχής. Το ταμείο ήτο ωσαύτως επιτετραμμένον εις Ιόνιον υπήκοον. Οι υπάλληλοι, ως οι πρόεδροι ή σύνδικοι του τόπου, καθώς και άλλαι αρχαί εξελέγοντο ελευθέρως υπό των γενικών συμβουλίων υπό την προεδρείαν Βαΐλου Ενετού επάρχου. Ο πρόεδρος δεν είχεν ειμή το δικαίωμα του ψηφοφορείν, καθώς και πας άλλος ευγενής του τόπου, περί των προτάσεων τας οποίας οι εκλογείς έκαμνον εις το μέγα συμβούλιον. Το δικαίωμα της πολιτογραφήσεως και το της ευγενείας εχορηγούντο μόνον υπό των γενικών συμβουλίων. Ο κυρίαρχης δεν έλαβε την εξουσίαν να τα διανέμη εις ουδένα οιοσδήποτε και αν ήτο. Επτανήσιος Πολιτεία Η Επτάνησος επλήρονε τάλληρα 329,213. Δια την διοίκησιν αυτής περιλαμβανομένης και της στρατιωτικής υπηρεσίας εδαπανώντο τάλληρα 401,294. Τα επαγγέλματα διαδοχικώς εξησκούντο υπό των πολιτών. Δύο ή τρεις αλλογενείς [αλλοεθνείς] δεδοκιμασμένοι αξίας επολιτογραφήθησαν, και έλαβον 22
  • 23. δημοσίαν υπηρεσίαν με μεγάλας δυσκολίας, τας οποίας μόνη ή υπόληψις και η ισχύς της Κυβερνήσεως ηδυνήθη να υπερνικήση. Η ξένη προστασία, ήθελεν εις ταύτα εξάπαντος αποτύχη. Ο συνταγματικός χάρτης του έτους 1803 ο κανονίσας την Κυβέρνησιν της πολιτείας ταύτης συνετάχθη υπό τους οιωνούς της Ρωσσικής Προστασίας. Ο χάρτης ούτος επεστηρίζετο επί προγενεστέρων συνταγμάτων διαφερόντων αυτού κατά τινας τυπικάς διατάξεις. Όλα όμως ομοιάζουσιν υπό την έποψιν [από την πλευρά] του δικαίου. Η υπερτάτη αρχή ή τε νομοθετική και η διοικητική από του 1796 ανήκεν αποκλειστικώς εις τον τόπον. Ο πληρεξούσιος, τον οποίον η αυλή της Ρωσσίας εσύστησε παρά τη κυβερνήσει των Νήσων, ήτο και αυτός Επτανήσιος. Η επέμβασις αυτού ουδόλως εμπόδισε τας εργασίας της Κυβερνήσεως, ούτε των νομοθετών. Αλλά την μεν υπεστήριζε, τους δε περιέστελλεν [περιόριζε] εντός νομίμων ορίων. Παν το αφορών την εσωτερικήν Κυβέρνησιν, την δικαιοσύνην, την αστυνομίαν και τας προσόδους της πολιτείας ήτο πάντη αλλότριον [ξένο, μακριά] του πληρεξουσίου της Ρωσσίας, και η επιρροή αυτού περιωρίζετο εις την εκλογήν των κυριωτέρων δημοσίων υπαλλήλων. Οι δε τύποι, καθ’ ους διενηργείτο, δεν προσέβαλλον ουδενός την φιλοτιμίαν. Οι υπάλληλοι, άμα διορισθέντες υπό των εκλογέων, ανεδέχοντο μεγάλην προς αυτούς ευθύνην, και δεν εξηρτώντο ειμή εκ μόνου του νόμου. Τα φρούρια των νήσων κατείχοντο υπό Ρωσσικής φρουράς, αλλ’ ως παρακαταθήκη εις αυτήν δεδομένα, και η φρουρά αύτη διετηρείτο δι’ εξόδων της πολιτείας. Αλλ’ όμως η κυβέρνησις είχε τα στρατεύματά της υπηρετούντα ηνωμένως μετά των Ρωσσικών, είχε δε και τινα πολεμικά πλοία. Μισθόνουσα άπαντες τους δημοσίους υπαλλήλους αναλόγως όμως πάντοτε προς την κατάστασιν του τόπου και την μετριότητα αυτού, προνοούσε περί την διατήρησιν της Ρωσσικής φρουράς, έχουσα τρεις υπουργούς εκτός τους Κράτους τον μεν εις 23
  • 24. Κωνσταντινούπολιν, τον δε εις Ρωσσίαν, και τον έτερον εις Παρισίους, ως επιτετραμμένους τας υποθέσεις, τροφοδοτούσα Επτανήσια στρατεύματα και τινας λεγεώνας Αλβανών, η Κυβέρνησις της Επτανήσου κατά το 1807 αφήκεν εις το ταμείον της 180,000 ταλλήρων, άτινα μετέβησαν εις την διάθεσιν του Γάλλου στρατάρχου, όστις κατέστη δεσπότης των νήσων μετά την ειρήνην του Τιλσίτ. Οι Ρώσσοι αξιωματικοί του στρατού και του στόλου, οίτινες διέτριβον [ζούσαν] εις την Κέρκυραν, ουδέποτε έλαβον μέρος, ούτε επιρροήν εις την Κυβέρνησιν των νήσων. Οι δε εν Ζακύνθω και Κεφαλληνία, καθ’ όσον η αστυνομία των νήσων τούτων υπηρετείτο υπό των υπ’ αυτού στρατευμάτων, εξηρτώντο εκ της αστικής Κυβερνήσεως, τουτέστι εκ του Πρυτάνεως. Η πολιτεία είχεν εμπορικόν ναυτικόν ακμάζον. Εις το βραχύ διάστημα 7 ετών η κυβέρνησις αυτής είχε δώσει υπέρ τας 400 σημαίας εις πλοία κατασκευασμένα εις τας νήσους. Διό [γι’ αυτό] η Ιθάκη έσχε πόλεις εκεί όπου πρότερον ήσαν καλύβαι. Η Κεφαλληνία ωσαύτως. Η εμπορική σημαία του μικρού τούτου κράτους έχαιρε μεγάλην υπόληψιν. Ο βασιλεύς της Νεαπόλεως, της Γενούης η πολιτεία, η αυλή της Ρώμης εζήτησαν παρά της Επτανησιακής Γερουσίας την εμπορικήν της σημαίαν, ίνα εξασφαλίσωσι το εμπόριόν των από τας βαρβαρικάς πειρατείας. Η Γερουσία όμως συνετώς ποιούσα απεποιήθη. Αι Δυνάμεις της πρώτης τάξεως [μεγάλες δυνάμεις] ετίμων την πολιτείαν με την εύνοιάν των. Σώζονται εις τα αρχεία των νήσων αυτόγραφοι επιστολαί ηγεμόνων, ων ημείς έχομεν τα αντίγραφα. Εκείνη μάλιστα δι’ ης η Α.Μ ο βασιλεύς της Αγγλίας εσύσταινε παρ’ αυτή ένα υπουργόν υπό τον τίτλον απεσταλμένου, και εζήτει παρά της Γερουσίας να συστήση και αυτή υπουργόν παρά τη αυλή του Αγίου Ιακώβου με τον αυτόν τίτλον και χαρακτήρα. Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων υπό την Βρεττανικήν Προστασίαν. 24
  • 25. Εξητάσαμεν εν τω υπομνήματι τον χάρτην της 2 Μαΐου 1817 συγκρίνοντες τας διατάξεις της πράξεως ταύτης προς τους όρους της Συνθήκης των 5 Νοεμβρίου 1815. Θέλομεν δ’ ενταύθα εξετάσει τον αυτόν τούτον χάρτην ως εκ των αποτελεσμάτων του και μετά βαθυτάτης λύπης θέλομεν αποδείξει ότι αυτός ακυροί όλα τα δικαιώματα, όσα οι Επτανήσιοι απήλαυον και υπ’ αυτήν την Ενετικήν δεσποτείαν, και ότι η εξ αυτού προκύπτουσα διοίκησις καταπιέζει πολύ όλους τους κατοίκους των Νήσων πάσης τάξεως. Τωόντι αι ανώταται αρχαί εξουθενούνται [ταπεινώνοντας] το πλείστον μέρος των δημοσίων θέσεων αφηρπάσθησαν [αρπάχτηκαν, αφαιρέθηκαν] από των ιθαγενών [ντόπιων] και εδόθησαν σε αλλογενέσιν [αλλοεθνείς]. Οι πόροι τους οποίους η ναυτιλία το εμπόριον και η βιομηχανία εχορήγουν τοις Επτανησίοις είναι εις χείρας των ξένων ή κατεστράφησαν. Το Κράτος τέλος πάντων επλήρονεν ανέκαθεν και μέχρι των τελευταίων χρόνων 329,213 τάλ. κατ΄ έτος και ήδη πληρώνει 730,000. Η διοίκησις αυτού απήτει [απαιτούσε] τάλ. κατ’ έτος 101,294 και ήδη επιφέρει δαπάνην 282,000. Δικαιώματα ακυρωθέντα Αι εκλογικαί συνελεύσεις δεν έχουσι το ελεύθερον δικαίωμα να εκλέγωσι τους αντιπροσώπους των, ουδέ την γενικήν κυβέρνησιν. Αλλ’ούτε αύτη έχει το ελεύθερον δικαίωμα να εκλέγη τους υπουργούς της, ούτε τους διοικητάς, ούτε τους δικαστάς, επειδή πάντες οι διορισμοί εις οιασδήποτε δημοσίας θέσεις υπόκεινται εν τέλει εις την έγκρισιν του Αρμοστού. Αρχαί εξουθενωμέναι. Πάντες ούτοι οι υπάλληλοι και επαγελματίαι, καίτοι υπό του λόρδου εκλεγόμενοι, δεν δύνανται να 25
  • 26. παρουσιασθώσιν εις τον λαόν, ως κατέχοντες την εμπιστοσύνην του προστατεύοντος. Αι πράξεις της διαχειρίσεώς των ως και αι νομοθετικαί δεν έχουσι κύρος ειμή δια μόνης και ρητής εγκρίσεως του Αρμοστού Επαγγέλματα διδόμενα εις τους αλλογενείς. Η αρχική Γραμματεία της βουλής και της Γερουσίας, το γενικόν ταμείον, η κυβέρνησις των Νήσων εν αις ο αρμοστής δεν διατρίβει, το ουσιωδέστερον μέρος των υπουργημάτων, εις το υπέρτατον δικαστήριον, πάσαι αι θέσεις αύται και άλλαι πολλαί δικαιωματικώς απονέμονται υπό του χάρτου εις Βρεττανικούς υπηκόους, και υπ’αυτών ήδη κατέχονται. Επειδή τα δικαιώματα της πολιτογραφίας έμειναν προς καιρόν αόριστα, η δε βουλή επί προτάσσει της Γερουσίας ή του αρμοστού δύναται να πολιτογραφήση αλλογενείς δι’ επίτηδες [ειδικού] νόμου, Μελιταίοι, Σικελοί, Κόρσοι και άνθρωποι πλανήρεις επολιτογραφήθησαν, και έκτοτε διωρίσθησαν εις θέσεις επί ζημία των γνησίων πολιτών του Κράτους. Ο συνταγματικός χάρτης αφίνων εις τον αρμοστήν την διεύθυνσιν παντός, ό,τι αφορά την αστυνομίαν, το υγειονομείον και την των λιμένων επιστασίαν, εις αυτόν μόνον δίδει ειδικώτερον το δικαίωμα του διορίζειν υπαλλήλους εις τους κλάδους τούτους, και τούτους Βρεττανικούς υπηκόους. Πόροι του εμπορίου και της ναυτιλίας Η σιτοεμπορεία ήτο μεν ελευθέρα, τώρα δε υπόκειται εις μονοπωλείον. Μονοπώλης είναι ο εισπράκτωρ των προσόδων της Κερκύρας, ο συνταγματάρχης Ροβινσών. Εν γένει το εσωτερικόν εμπόριον είναι εις χείρας του αυτού πράκτορος. Ως διοικητής των τελωνείων έχει ούτος την εξουσίαν να οικειοποιήται πάσαν πραγματείαν φθάνουσαν εις τον 26
  • 27. λιμένα, δίδων εις τον ιδιοκτήτην 15 τοις % υπεράνω της τιμής της αγοράς. Έκτοτε πάσα εμπορική επιχείρισις απενεκρώθη, πολλοί κεφαλαιούχοι Ιόνιοι εγκατέλιπον τας νήσους και επορεύθησαν αλλαχού να ζήσωσι. Το εσωτερικόν εμπόριον εγίνετο προηγουμένως δια δανείων, τα οποία οι κεφαλαιούχοι έκαμνον εις τους κτηματίας και εις τους αγρολήπτας. Τα δάνεια δεν συγχωρούνται πλέον ειμή μετά περιορισμών. Εξ ων συμβαίνει ώστε ουδείς πλέον δανείζει τα χρήματά του. Οι κτηματίες και οι αγρολήπται στερούμενοι του πόρου τούτου, τον οποίον είχον από τινων εκατονταετηρίδων, ευρίσκονται εις αμηχανίαν και εις ένδειαν. Τότε ο ατός [ίδιος] συνταγματάρχης Ροβινσών ο διοικητής των οικονομικών έρχεται εις βοήθειάν των κάμνων αυτοίς δάνεια είτε δια διανομής σίτου, είτε χρηματικά. Ως δε προς την ναυτιλίαν, όχι μόνον οι νήσοι δεν έχουσι πλοία εμπορικά, αλλ’ επειδή η εσωτερική ναυτιλία είναι βεβαρυμένη από υπερόγκους φόρους, οι επιχώριοι [ντόπιοι] ναύται ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψωσι το επιτήδευμά των. Διό οι λιμένες των νήσων οι πάλαι ποτέ ακμάζοντες είναι σήμερον έρημοι, και εντός ολίγου λέμβοι μόνον τινές Σικελών και Μελιταίων θέλουσιν υπηρετεί το εσωτερικόν των νήσων. Προς τούτοις ο καταρτισμός των πλοίων, τα ταχύπλοα τα συντηρούμενα δι’ εξόδων του Κράτους υπηρετούνται και ταύτα υπό Μελιταίων και Σικελών. Διαχείρισις των οικονομικών Των νήσων αι πρόσοδοι διοικούνται ανεξελέγκτως και ανευθύνως. Αγνοείται δε αν η ενεστώσα φρουρά θεωρήται ως μισθουμένη υπό του ηνωμένου Κράτους των Ιονίων νήσων. Αι πρόσοδοι άλλοτε ενοικιάζοντο [δημοσιοποιύνταν], και επομένως το εξαγόμενον αυτών ήτο γνωστόν, νυν δε τουλάχιστον καθ’ όσον αφορά την Κέρκυραν, διαχειρίζονται υπό του συνταγματάρχου Ροβινσώνος. 27
  • 28. Ο υπάλληλος ούτος εξαρτάται κατ’ ευθείαν εκ του Αρμοστού, μη υποκείμενος εις ουδεμίαν εγχώριον αρχήν. Οι Ιόνιοι υπήκοοι ίνα νομιμοποιώνται και θαλασσοπορώσι [ταξιδεύουν], οφείλουσι να προστρέχωσιν εις τον Αρμοστήν. Μόνος αυτός δίδει διαβατήρια. Εις τας εμπορικάς και οιασδήποτε άλλας υποθέσεις εις το εξωτερικόν, έχουσι το δικαίωμα να επικαλώνται τους Βρεττανικούς πράκτορες και υπουργούς. Η κυβέρνησις αυτών δεν έχει εις τούτο ουδέν μέρος. Ούτω διατάσσει ο χάρτης. *** Ο κόμης Βαθούρστ δεν άφησεν ανεξερεύνητον το υπόμνημα και τα έγγραφα του Καποδιστρίου. Πλην θελήσας να απαντήση θετικώτερον και σαφέστερον ως έλεγε προς τον Καποδίστριαν, εποιήσατο σύνοψιν της εκθέσεως του Καποδιστρίου, και απέστειλε προς τον Αρμοστή Μαιτλάντ όπως απολογηθή. Εβεβαίου δε τον Καποδίστριαν δια της επιστολής του, των 11 Δεκεμβρίου 1819 εκ Λονδίνου ότι διετίθετο [ήταν διατεθειμένος] μετά των συναδέλφων του να επανορθώση όλα τα δίκαια.. (Iστορία του Κράτους των Ιονίων Νήσων ,από της ιδρύσεως του μέχρις της Ενώσεως,18151864.Π.Χιώτου.Τόμος Α. σελ,240-264..Εν Ζακύνθω 1874) (Η επιμέλεια του κειμένου έγινε από τον κ Δημήτριο Κονιδάρη.: Η επιστολή μορφοποιήθηκε, εν μέρει για τις ανάγκες της ανάγνωσης. Σε αγκύλες και με πλάγια έχουν τεθεί μερικές αποδόσεις στη σύγχρονη νεοελληνική λέξεων ή φράσεων, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη ): 28