BERNHARD SCHLINK (1944-)
Ο γόρδιος φιόγκος
(ΚΡΙΤΙΚΗ-1998)
(Die gordische Schleife-1988)
Η πρώτη, και άδικη, σπεύδω να προσθέσω, διαπίστωση: Ο Schlink
δεν διαθέτει την τοπιογραφία μιας P. D. James, την κατασκοπική αυθεντία
του John le Carré, ή την υπαινικτικότητα ενός Paul Auster. Το ερώτημα
είναι, ότι ακόμα και αν διέθετε τα πιο πάνω, θα είχαν, αυτά, θέση, σε μιαν
ιστορία σαν τον “Γόρδιο φιόγκο”; Σε μιαν ιστορία “καθημερινή”, σαν αυτή
που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Εννοώ στον καθένα που θα
ανελάμβανε να μεταφράσει τις προδιαγραφές ενός επιθετικού ελικόπτερου,
που θα ήταν Γερμανός δικηγόρος σε απόσυρση στη παραδείσια Νότιο
Γαλλία, που θα ζούσε, ή θα φυτοζωούσε, μεταφράζοντας τεχνικά
εγχειρίδια, βιβλία τσέπης, πορνογραφήματα, ή ό,τι άλλο του έπεφτε, ή του
ξέπεφτε, που θα ερωτευόταν τη Φρανσουάζ, γραμματέα σε μεταφραστικό
γραφείο ενός κάποιου Μπουλνάκοφ, “εκατό κιλών θορυβώδους
δραστηριότητας και ευθυμίας, με κατακόκκινο κεφάλι, τσιτωμένο γιλέκο και
κραυγαλέα γραβάτα” (Σελ. 24).
Γιατί ένας τέτοιος είναι ο Γκέοργκ Πόλγκερ.
Ο Schlink καθηγητής της Νομικής, δικαστής και μυθιστοριογράφος,
δοκιμάζει και κινεί τον ήρωά του στη Νότιο Γαλλία και στην αμερικανική
πόλη που ο ίδιος ξέρει καλύτερα, τη Νέα Υόρκη. Εδώ δεν έχουμε το
προσφιλές θέμα του Schlink, την εθνική τύψη του Ναζί παρελθόντος, ή
τη δυστοκία της επανένωσης των Γερμανιών (βλέπε “Διαβάζοντας στη
Χάνα” (The reader), ή “Τα ίχνη του χρήματος”, στις εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ). Ο
Πόλγκερ είναι ο Κύριος Καθένας, που κινείται στα φωτογενή χωράφια της
Προβένς, στη Νότιο Γαλλία, ένας τριανταοκτάχρονος Γερμανός δικηγόρος
σε απόσυρση από την τεχνολογία, τους νομικούς μαιάνδρους και τους
χαμηλούς ουρανούς της πατρίδας του. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες
αποτελεσματικές, αλλά, κατά κανόνα, άτυχης εξέλιξης. Ένας μποέμ, υπό
την αδιάκοπη απειλή της απόλυτης ένδειας, οι παραγγελίες για
μεταφράσεις δεν φαίνεται να τον κατακλύζουν. Έως ότου ο κύριος
Μπουλνάκοφ και το μεταφραστικό του γραφείο μπουν στην εικόνα. Α!,
και η γραμματέας του, η Φρανσουάζ Κράμσκι, Πολωνέζα και απολύτως
αγνώστων λοιπών στοιχείων. Και, επί πλέον, εκκεντρικής συμπεριφοράς.
Αφού, συχνά, όσο και αδικαιολόγητα, εξαφανίζεται (εξ άλλου οι γυναίκες
του Schlink, είτε πρόκειται για τη Χάνα του “Reader”, είτε για την Μπριγκίτε
στα “Ίχνη του χρήματος”, είναι γερά μπολιασμένες με το ανορθόδοξο).
Και, ξαφνικά, νάτες οι παραγγελίες. Αλλά και η Πολωνέζα ερωμένη. Κι όχι
μόνον αυτά: Ο Γκέοργκ, με παρότρυνση του Μπουλνάκοφ, θα αναλάβει το
γραφείο μεταφράσεων του παλιού του εργοδότη, που θα βρεθεί νεκρός
σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τι είδους δυστύχημα; ”Η Αστυνομία δεν
μπορούσε να εξηγήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε συμβεί το
δυστύχημα και καλούσε τους πιθανούς αυτόπτες μάρτυρες να βοηθήσουν”
(Σελ. 38). Μια αλυσίδα συμπτώσεων και συγκυριών, που ο Γκέοργκ,
νεόπλουτος της ευτυχίας, αδυνατεί να αξιολογήσει.
Ο Γκέοργκ λοιπόν, και η ζωή πλάι στη Φρανσουάζ και μέσα στο
παραδείσιο φως της Προβηγκίας, μέχρι τη στιγμή που, συμπτωματικά, ένα
βράδυ, θα συλλάβει την αγνώστων λοιπών στοιχείων ερωμένη του επάνω
στο προς μετάφραση υλικό του. Στοιχείο αναπότρεπτα επιβαρυντικό: μία
φωτογραφική μηχανή στα χέρια τής Φρανσουάζ... (βλέπε απόσπασμα,
στη Σελ. 4, αυτών των σημειώσεων). Κατασκοπία, με μοχλό έναν πατέρα
και ένα αδελφό στις Πολωνέζικες φυλακές; Για να αρχίσει η αποξένωση.
Σύγκρουση με τον Μπουλνάκοφ, έκρηξη με την Φρανσουάζ, παρ’ ολίγο
θανατηφόρο ατύχημα για τον Γκέοργκ, δολοφονούνται οι γάτες του, το
διαμέρισμά του στα εξ ων συνετέθη, η Φρανσουάζ εξαφανίζεται, άγριος
ξυλοδαρμός του Γκέοργκ, χάνει τα προς μετάφραση σχέδια από το Πεζώ
του, ο Μπουλνάκοφ εξαφανίζεται, γνωστοί και φίλοι του γυρίζουν σταδιακά
την πλάτη. “Έπαιζε με κυνισμούς που έβρισκε σοφούς ή του φαίνονταν σικ.
Δεν τελειώνεις μια σχέση μ’ έναν χωρισμό. Πρέπει να τη συνεχίζεις και να
την υφαίνεις στον καμβά του βιογραφικού σου, ή να την ξεχνάς. Η λησμονιά
είναι ο σκουπιδότοπος της ζωής. Στα σκουπίδια, λοιπόν, Φρανσουάζ. Όλα
αυτά όμως δεν άλλαζαν το γεγονός ότι του έλειπε. Όταν ξυπνούσε, όταν
καθόταν για πρωινό, όταν περιποιόταν τον κήπο του κι ένοιωθε πίσω του το
άδειο σπίτι. Όταν περπατούσε σε δρόμους που είχαν διαβεί μαζί -το ξέρει
ο καθένας. Δεν είχε τίποτε πια να κάνει. Ζούσε από τα υπόλοιπα λεφτά
που είχε εν αφθονία μαζέψει τους τελευταίους μήνες. Το τι θα έκανε στη
συνέχεια, δεν το ήξερε. Δεν μπορούσε καν να σκεφτεί τι θα έκανε. Συχνά
καθόταν όλο το απόγευμα στην κουνιστή πολυθρόνα και κοίταζε τα δέντρα
χωρίς να τα βλέπει ” (Σελ. 106). Αυλαία.
Σ’ αυτόν τον ορυμαγδό, ένα μικρό, περίπου ξεχασμένο, κάτι. Μια
φωτογραφία καθεδρικού ναού, που η Φρανσουάζ διατεινόταν ότι ήταν στη
Βαρσοβία και ένας φίλος του Γκέοργκ επιμένει ότι βρίσκεται στη ...Νέα
Υόρκη... Και ο Schlink μετακομίζει τον ήρωά του στο Μεγάλο Μήλο, με
μόνα εφόδια μία φωτογραφία τής Φρανσουάζ, και την εικόνα του
καθεδρικού. Και με αυτά, με μόνο αυτά, ο Γκέοργκ θα αναζητήσει μια
γυναίκα, ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλες, στη Νέα Υόρκη....
Εδώ και η απόπειρα (;) παραλληλισμού (;) με την Τριλογία της Νέας
Υόρκης, του Paul Auster. Ιδιαίτερα στις σκηνές, όπου ο Γκέοργκ,
περιπατητής χαμένος στην τρικυμία του μυαλού και στο μέγεθος μιας
πόλης-χάους, θα αναζητά. Ο ήρωας του Schlink δεν θα αντιγράψει τις
μεταφυσικές ανησυχίες, έως ανισορροπίες, των ιστοριών του Auster. Εξ
άλλου, ο Γκέοργκ έχει τα πόδια του σε μόνιμη επαφή με το έδαφος και
ο Schlink καταφέρνει να είναι πειστικός στη διαδικασία της αναζήτησης.
Ώσπου ο Γκέοργκ να συναντήσει τη Φρανσουάζ. Και να σχεδιάσει τη δική
του εκδίκηση. Για τον ξυλοδαρμό του στην Προβηγκία, για τον κοινωνικό
του αποκλεισμό, για τις δολοφονημένες του γάτες. Συν κάποια εύλογη
αποζημίωση...
Δεν θα είναι εύκολο. Ο Schlink κινεί τον ήρωά του ανάμεσα σε
επαγγελματίες. Η σχέση του Γκέοργκ με τα όπλα μοιάζει έως κωμική και
η συζήτησή του με τον επαγγελματία της ασφάλειας τού κατασκευαστή
των ελικοπτέρων (Σελ. 252-256), αγγίζει το οπερετικό. Κι αν ο Γκέοργκ τα
καταφέρει, δεν θα είναι γιατί -την κρίσιμη στιγμή- θα έχει αντιληφθεί ποιος
παίζει τον ρόλο τίνος...
Ο “Γόρδιος φιόγκος” δεν υπαινίσσεται τη μεγάλη Αστυνομική Λογοτεχνία.
Το έγκλημα είναι εκεί, η ανατροπή επίσης, το ίδιο και η -αιματηρή-
κάθαρση, ένα έγκλημα που μοιάζει ατύχημα και μια ανατροπή που μπορεί
να διασώζει τον Schlink από τη γωνία, αλλά δεν αφήνει σφραγίδα
αναπόσβεστη στη μνήμη του αναγνώστη. Ένα έντιμο βιβλίο, εφ όσον το
αντιμετωπίζεις ανάλογα με τις προδιαγραφές του: Σαν μία -μόλις παρά
ελάχιστα- ελεγεία, σε έναν αντιήρωα.
Από εδώ ξεκίνησαν όλα:
“Ήταν τέλη Ιούλη. Ο Γκέοργκ ξύπνησε τη νύχτα και γύρισε
μισοκοιμισμένος μπρούμυτα. Θέλησε να βάλει το πόδι του πάνω από τη
Φρανσουάζ, μα η πλευρά της ήταν άδεια.
Περίμενε ν’ ακούσει το νερό από το καζανάκι της τουαλέτας και τα
βήματα στη σκάλα. Πέρασαν κάποια λεπτά ή είχε ξανακοιμηθεί και
ξαναξύπνησε. Ούτε τώρα άκουσε τίποτα. Πού ήταν η Φρανσουάζ;
Μήπως αισθανόταν άσχημα;
Ο Γκέοργκ σηκώθηκε, φόρεσε την πιτζάμα του και βγήκε στο διάδρομο.
Από το δωμάτιο που δούλευε, μια λεπτή δέσμη φωτός ξεπρόβαλε κάτω
από τη χαραμάδα της πόρτας. Την άνοιξε. «Φρανσουάζ;».
Χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι ν’ αντιληφθεί την κατάσταση. Η
Φρανσουάζ καθόταν στο γραφείο του και γύρισε το κεφάλι της προς το
μέρος του. Σαν Τουρκαλίτσα, σκέφτηκε. Σαν μια πληγωμένη, ταραγμένη
Τουρκαλίτσα. Πρόσεξε τη γαμψή μύτη, τα μάτια που κοίταζαν
τρομαγμένα και αμυντικά, το στόμα που ήταν ελαφρά ανοιγμένο με
ένταση, σαν να τραβούσε τον αέρα ανάμεσα από τα χείλη. Πάνω στο
γραφείο βρίσκονταν τα σχέδια που ο Γκέοργκ μετάφραζε εκείνες τις
μέρες, με τριγύρω βιβλία που τα κρατούσαν ανοιγμένα και τα φώτιζε
η λάμπα εργασίας. Η Φρανσουάζ ήταν γυμνή, η κουβέρτα που είχε
ρίξει επάνω της , της είχε πέσει. «Τι στην ευχή κάνεις εδώ;». Ανόητη
ερώτηση. Τι να έκανε τάχα με μια φωτογραφική μηχανή και με τα σχέδιά
του. Άφησε τη μηχανή στο γραφείο και σκέπασε με τα χέρια της το
στήθος της. Τον κοίταζε ακόμη με το ίδιο ταραγμένο και αμυντικό βλέμμα
χωρίς να λέει τίποτε. Τώρα έβλεπε το λακκάκι πάνω από το δεξί της
φρύδι.
Ο Γκέοργκ γέλασε σαν να μπορούσε να κοροϊδέψει την κατάσταση.
Όπως και παλιότερα, όταν καβγάδιζε με τη Στέφι ή τη Χάνε, κατέφευγε
αμήχανος κι αβοήθητος σ’ ένα αδέξιο γέλιο. Η κατάσταση ήταν τόσο
παράλογη. Δε συμβαίνει στον καθένα κάτι τέτοιο. Γιατί να συμβαίνει σ’
αυτόν, τον Γκέοργκ; Όμως το γέλιο δεν άλλαζε την κατάσταση. Ένιωσε
κουρασμένος. Το κεφάλι του ήταν άδειο και το στόμα του πονούσε από
το γέλιο. «Πάμε στο κρεβάτι»
«Δεν έχω τελειώσει ακόμη». Η Φρανσουάζ κοίταξε τα σχέδια και
ξανάπιασε τη μηχανή.
«Τι δεν έχεις ακόμη;». Η κατάσταση εξακολουθούσε να είναι παράλογη
και τα στήθη της Φρανσουάζ έδειχναν άσεμνα. Η φωνή της πήρε το
διαπεραστικό ήχο του μικρού κοριτσιού. Ο Γκέοργκ άρπαξε την κάμερα
από τα χέρια της Φρανσουάζ και την πέταξε στον τοίχο. Βούτηξε το
γραφείο και το ξεπάτωσε από τα στηρίγματά του. Η λάμπα εργασίας
έπεσε στο πάτωμα κι έσβησε. Ο Γκέοργκ ήθελε να βουτήξει τη
Φρανσουάζ και να τη χτυπήσει. Αλλά μαζί με το φως έσβησε κι ο θυμός
του. Δεν έβλεπε τίποτα. Έκανε ένα βήμα, σκόνταψε , έριξε κάτω ένα
από τα πόδια του γραφείου, έπεσε και χτύπησε το πόδι του. Μετά
άκουσε τη Φρανσουάζ να κλαίει. Την έψαξε ψηλαφώντας στο σκοτάδι
και προσπάθησε να την αγκαλιάσει. Αυτή όμως άρχισε να χτυπιέται και
να κλωτσάει, να κλαίει με αναφιλητά και να κλαψουρίζει ταυτόχρονα, να
χειρονομεί όλο και πιο άγρια, μέχρι που έπεσε με θόρυβο μαζί με την
καρέκλα πάνω στην ντουλάπα.
Ξαφνικά έγινε ησυχία. Ο Γκέοργκ σηκώθηκε κι άναψε το φως του
δωματίου. Είχε σωριαστεί κουλουριασμένη μπροστά στη βιβλιοθήκη,
ακίνητη. «Φρανσουάζ». Έσκυψε πάνω της και ψηλάφισε το κεφάλι της
για κάποια πληγή. Δε βρήκε τίποτε, τη σήκωσε και τη μετέφερε στο
κρεβάτι. Όταν γύρισε με μια λεκάνη νερό κι ένα σφουγγάρι, εκείνη τον
κοίταξε μ’ ένα μικρό γέλιο. Κάθισε στο κρεβάτι. Ξανά πάλι η φωνή του
μικρού κοριτσιού. Τώρα ήταν παρακλητική, κλαψιάρικη. «Λυπάμαι, δεν
ήθελα να σε πονέσω, δεν ήθελα να το κάνω, δεν έχει να κάνει με σένα, σ’
αγαπώ τόσο πολύ, δεν πρέπει να είσαι θυμωμένος μαζί μου, δεν μπορώ
να κάνω τίποτε γι’ αυτό, αυτοί με ανάγκασαν, με…»
«Ποιοι είναι αυτοί;»” (Σελ. 57-59).
5
0 comments
Post a comment