Your SlideShare is downloading. ×
Σε όλες τις σπουδαίες γυναίκες που συνάντησα
Μέσα στην οικογένειά µου,
στη γειτονιά µου, στο χώρο της εργασίας µου,
Στις δ...
«Θα ήθελα να ήµουν αυτό που ποθώ να είµαι, πίσω απ’ το παραπέτασµα της τρέλας…
Κανείς δεν ξεχωρίζει από κανέναν. Κανείς δε...
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
•

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΤΟΧΟΙ

•

ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ
∆ΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ
Η ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕ...
•

ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΣΤΟΧΟΙ:

Για την εργασία αυτή, ερέθισµα αποτέλεσε το σχολικό εγχειρίδιο του µαθήµατος
της Β΄ τάξης του Γενικ...
•

Να κατανοήσουµε ότι οι υποτιθέµενες διαφορές των δυο φύλων δεν είναι
αποτέλεσµα του βιολογικού παράγοντα (έµφυτων τάσεω...
• ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ:

1. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ:

Στην καθηµερινή ζωή έχουµε ίσως συνηθίσει να χρησιµοποιούµε τη λέξη
«έγκληµα» µ...
Σύµφωνα µε τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα του 1951 (άρθρο 14) έγκληµα είναι µια
πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη, που τ...
2. ∆ΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ:
Εκτός από την βασική διάκριση των εγκληµάτων σε πταίσµατα4, πληµµελήµατα5
και κακουργή...
Ανάλογες είναι και οι τυπολογίες των εγκληµάτων, που εξαρτώνται και αυτές από
το κριτήριο που θα επιλέξουµε. Έτσι, υπάρχου...
3. Η ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ:
Το έγκληµα, όπως άλλωστε όλα τα κοινωνικά φαινόµενα, προσδιορίζεται ιστορικά
και...
Βιολογική προσέγγιση: Αποτελεί την σύγχρονη εκδοχή της ανθρωπολογικής
προσέγγισης και υποστηρίζει ότι οι εγκληµατικές τάσε...
την επιρροή του περιβάλλοντος (κοινωνικοοικονοµικές συνθήκες στο καπιταλιστικό
σύστηµα, συνθήκες που επικρατούν στο περιβά...
•

Κοινωνικοί (=αρνητικές συνθήκες που επικρατούν στο περιβάλλον, παρακµή της
κοινωνίας, δυσλειτουργία των κοινωνικών κανό...
Αντιφατικά ευρήµατα των επιστηµόνων αποδεικνύουν ότι η ίδια η αιτιότητα µπορεί
να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσµατα. Το...
4. ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ
Πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι το έγκληµα έχει αλλάξει ποιοτικά τα τελευταία χρόνια
και έχ...
εξορθολογισµένη δολιότητα στον τρόπο µε τον οποίο ενεργούν οι δράστες19, και τον
δυσχερέστατο τρόπο εξιχνίασής τους20.
Σε ...
5. ∆ΡΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ:
Σε όλη την πορεία της ζωής του, ο εγκληµατίας δεν µπόρεσε να δηµιουργήσει
επαρκείς α...
Ο «Θεός δεν παίζει ζάρια» συµφώνησε ο Αϊνστάιν, αλλά το έγκληµα ακολουθεί
µάλλον τη ρήση «όχι µόνο παίζει, αλλά τα ρίχνει ...
6. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ - ΣΕΞΙΣΜΟΣ - ΕΓΚΛΗΜΑ:
Ο διαφορετικός τρόπος που κοινωνικοποιούνται τα δυο φύλα µέσα στους αιώνες,
έχουν...
Από πολύ νωρίς τα παιδιά µαθαίνουν και αφοµοιώνουν τα χαρακτηριστικά τα
οποία το κοινωνικό περιβάλλον θεωρεί απαραίτητα γι...
διαµορφώνουν την συµπεριφορά τους απέναντι στο άλλο φύλο και αναµένουν και µια
συγκεκριµένη συµπεριφορά από το άλλο φύλο. ...
Η δύναµη και η ανδρική σεξουαλικότητα, είναι δυο στοιχεία στενά συνδεδεµένα
στην κοινωνία µας. Συνεπώς η επιθετική συµπερι...
µάλλον ως συνέπεια της αγωγής στην ανδροκρατική κοινωνία παρά ως γνήσια και
έµφυτα χαρακτηριστικά του φύλου. Αλλά και πάλι...
7. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ – ΦΥΛΟ - ΑΥΤΟΑΝΤΙΛΗΨΗ (ΜΙΑ ΕΜΜΕΣΗ
ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ):
Μια από τις βασικότερες παραµέτρους...
γυναικείες στις δυτικές κοινωνίες, ένα σύνηθες εύρηµα των ερευνών είναι ότι οι
γυναίκες έχουν λιγότερο θετική αυτοαντίληψη...
8. Η ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟ∆ΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ
ΕΓΚΛΗΜΑ:
Ανοµία είναι η έλλειψη κοινών κατευθυντήριων αρχών και κα...
χαλαρότητας της κοινωνικής ηθικής και κρίσης των αξιών, καθώς και για λόγους
οικονοµικής δυσπραγίας.
Για την ερµηνεία της ...
9. ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑ40:
Τα Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης παίζουν χωρίς αµφιβολία καθοριστικό ρόλο στην
διαµόρφωση ...
10. ∆ΗΜΟΣΙΑ ΖΩΗ – ∆ΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΦΥΛΟΥ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ:
Οι διακρίσεις αφορούν τόσο την οικογενειακή και ιδιωτική ζωή, όσο ...
Απολυτήριο Γυµνασίου

5,5

14,6

Απολυτήριο ∆ηµοτικού

4,1

9,7

Μερικές τάξεις ∆ηµοτικού

4,1

4,0

∆εν πήγε καθόλου

6,8...
11. ΠΟΡΝΕΙΑ: ΕΝΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ:

Ο Lobroso και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς, υποστηρίζουν ότι η πορνεία ...
12. ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ:
Ένας στους δέκα κακοποιούς είναι πλέον γυναίκα. Οι ελληνίδες και αλλοδαπές
γυναίκες έχ...
υπάρχει ένα ποσοστό γυναικών που κινείται µε την µορφή της συνέργιας, σε
κυκλώµατα κλεπταποδοχής και αρχαιοκαπηλίας. Μέσα ...
φυλακή), αλλά έµεναν µε τον παππού και τη γιαγιά. ∆εν είχαν «κάνει» σε άλλη φυλακή,
ο Κορυδαλλός ήταν γι’ αυτές «καλή» φυλ...
γύρω στο 11% επί του συνόλου της εγκληµατικότητας. Σύµφωνα µε στοιχεία της
Interpol, µεγάλα ποσοστά εγκληµατικότητας (τα δ...
13. Α. ΒΙΑ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
(ή «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΘΥΜΑ…)
Είναι πολύ σηµαντικό στο σηµείο αυτό, να δι...
αναγκαστικής εκπόρνευσης, επιβλαβών πρακτικών (π.χ. ακρωτηριασµός
γεννητικών οργάνων).
4. Οικονοµική

βία

υπάρχει

σε

πε...
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)
Upcoming SlideShare
Loading in...5
×

Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)

447

Published on

Υπεύθυνη καθηγήτρια: Αντιγόνη Κριπαροπούλου
Παρεμβατικό πρόγραμμα για την ευαισθητοποίηση των μαθητών/τριών στην ισότητα των φύλων.
Συνεργασία με το ΚΕ.ΘΙ.
Σχολικό έτος: 2006-2007
Οι μαθητές/τριες εργάστηκαν τόσο ατομικά όσο και σε ομάδες

Published in: Education
0 Comments
0 Likes
Statistics
Notes
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

No Downloads
Views
Total Views
447
On Slideshare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
0
Actions
Shares
0
Downloads
8
Comments
0
Likes
0
Embeds 0
No embeds

No notes for slide

Transcript of "Έμφυλες διαστάσεις του εγκλήματος (Εισαγωγή στο Δίκαιο και τους Πολιτικούς θεσμούς)"

  1. 1. Σε όλες τις σπουδαίες γυναίκες που συνάντησα Μέσα στην οικογένειά µου, στη γειτονιά µου, στο χώρο της εργασίας µου, Στις διάφορες µορφές τέχνης… Σε όλες όσες µοιράζονται τις αγωνίες µου Και είναι οι φίλες µου… Που µπορώ να ακουµπήσω… 1
  2. 2. «Θα ήθελα να ήµουν αυτό που ποθώ να είµαι, πίσω απ’ το παραπέτασµα της τρέλας… Κανείς δεν ξεχωρίζει από κανέναν. Κανείς δεν αγωνίζεται για τον εαυτό του. Τα πάντα καταλήγουν σ’ ένα µόνο σηµείο, αλλά και από ένα σηµείο οδηγούµαστε παντού. Η αγωνία, ο πόνος, η ηδονή και ο θάνατος, δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά η εξελικτική πορεία της ύπαρξης. Ο επαναστατικός αγώνας, γρανάζι αυτής της εξελικτικής διαδικασίας, είναι η ανοιχτή πόρτα που καταλήγει στη βαθιά γνώση. πράγµατα Θα δούµε, θα µάθουµε. Πάντα υπάρχουν νέα πράγµατα να µάθει κανείς και, πάντα, αυτά που θα µαθαίνεις βασίζονται σε άλλα, παλιότερα, που εξακολουθούν να ισχύουν…» Φρίντα Κάλο 2
  3. 3. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: • ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΤΟΧΟΙ • ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ∆ΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ Η ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ∆ΡΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ – ΣΕΞΙΣΜΟΣ – ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ – ΦΥΛΟ – ΑΥΤΟΑΝΤΙΛΗΨΗ (ΜΙΑ ΕΜΜΕΣΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ) 8. Η ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟ∆ΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ 9. ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ 10. ∆ΗΜΟΣΙΑ ΖΩΗ – ∆ΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΦΥΛΟΥ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ 11. ΠΟΡΝΕΙΑ: ΕΝΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ 12. ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ 13. Α. ΒΙΑ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (ή «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΘΥΜΑ) – Β. ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ∆Ε∆ΟΜΕΝΑ (ή «ΝΑ ΧΑΡΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙ∆Ι ΑΠΟ ΜΕΣΑ…) 14. Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΘΥΤΗΣ (ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΙ∆ΙΚΩΝ) 15. ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ (ή «Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΟΠΛΙΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ…») 16. ΟΤΑΝ Η ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑ «ΜΕΣΑ»… ( ή ΜΙΑ «ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ» ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΣΟ ΠΑΛΙΑ, ΟΣΟ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ…) 17. ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ: ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ ΤΗΝ ∆ΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ` 30 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. • ΑΝΤΙ∆ΡΑΣΕΙΣ ΜΑΘΗΤΩΝ – ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ • ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 3
  4. 4. • ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΣΤΟΧΟΙ: Για την εργασία αυτή, ερέθισµα αποτέλεσε το σχολικό εγχειρίδιο του µαθήµατος της Β΄ τάξης του Γενικού Λυκείου, «Εισαγωγή στο ∆ίκαιο και τους Πολιτικούς Θεσµούς» και συγκεκριµένα η ενότητα του Ποινικού ∆ικαίου. Έτσι, αποφασίσαµε να επιχειρήσουµε να µελετήσουµε το έγκληµα σε συνάρτηση µε το φύλο και να ανιχνεύσουµε τους παράγοντες εκείνους που συντελούν ώστε άνδρες και γυναίκες να υιοθετούν τέτοιες ακραίες συµπεριφορές. Η αρχική µας σκέψη ήταν να µελετήσουµε την εγκληµατική πράξη όχι από την πλευρά των νόµων και των διατάξεων (παρόλο που χρειάστηκε να ασχοληθούµε µε τον τρόπο που ο ποινικός νοµοθέτης κατατάσσει τα διάφορα εγκλήµατα) αλλά µε επίκεντρο τον ίδιο τον άνθρωπο και την κοινωνία µέσα στην οποία αυτός ζει και διαµορφώνεται. Μας γοήτευσε η ιδέα να επικεντρώσουµε το ενδιαφέρον µας στις έµφυλες διαστάσεις της εγκληµατικότητας, δίνοντας ιδιαίτερη έµφαση στην ακραία µορφή της, την ανθρωποκτονία από πρόθεση. Στην πορεία, και ενώ χρειάστηκε να χρησιµοποιήσουµε βιβλιογραφία και πληροφορίες του διαδικτύου, ανακαλύπταµε συνεχώς την ευρύτητα, την πολυπλοκότητα και µοιραία την δυσκολία του θέµατος που είχαµε επιλέξει, µε συνέπεια να καταπιαστούµε µε την µελέτη µιας σειράς παραγόντων που κρίναµε ότι αφορούν άµεσα ή έµµεσα την έρευνά µας. Οι βασικοί µας στόχοι σ’ αυτή µας την προσπάθεια ήταν: • Να συνειδητοποιήσουµε όλοι ότι η κοινωνικοποίηση των δυο φύλων ακόµα και σήµερα, είναι µια διαδικασία που βασίζεται πολλές φορές σε πατριαρχικές δοµές παλιότερων κοινωνιών. 4
  5. 5. • Να κατανοήσουµε ότι οι υποτιθέµενες διαφορές των δυο φύλων δεν είναι αποτέλεσµα του βιολογικού παράγοντα (έµφυτων τάσεων, κλίσεων, ροπών κ.λ.π.) αλλά των πρακτικών κοινωνικοποίησης που παγιώθηκαν προκειµένου να καθιερωθεί η ανδρική κυριαρχία. • Να διαπιστώσουµε ότι στις σύγχρονες κοινωνίες υπάρχουν έµφυλες ανισότητες σε επίπεδο θεσµών, ιδιωτικής και δηµόσιας ζωής. Γυναίκες και άνδρες δεν απολαµβάνουν τα ίδια δικαιώµατα και δεν έχουν ίσες ευκαιρίες. • Να εντοπίσουµε τις στερεότυπες αντιλήψεις για τις σχέσεις των δυο φύλων και να αποκτήσουµε όσο γίνεται, ικανότητα υπέρβασης των στερεοτύπων µε βάση το φύλο. • Να κατανοήσουµε ότι η ανισότητα, η απαξίωση και ο ανταγωνισµός µε βάση το φύλο, δεν διαµορφώνουν ποιοτικές και ουσιαστικές σχέσεις ώστε να µην ικανοποιούνται οι ψυχολογικές και κοινωνικές ανάγκες όλων µας, µε αποτέλεσµα να φθειρόµαστε και να γινόµαστε πιο δυστυχείς. • Να προβληµατιστούµε και να αναπτύξουµε διάλογο πάνω στην αρχή της ισότητας και να συνειδητοποιήσουµε ότι αυτή συνδέεται άµεσα µε την δηµοκρατία. Να συνειδητοποιήσουµε δηλαδή, ότι ο ιδιωτικός µας χώρος εξαρτάται από τον δηµόσιο χώρο και εµείς χρειάζεται να έχουµε ευαισθησία για όσα συµβαίνουν γύρω µας και να είµαστε ενεργοί πολίτες. Οι µαθητές και οι µαθήτριες εργάστηκαν ατοµικά αλλά σε αρκετές περιπτώσεις που χρειάστηκε, συνεργάστηκαν κατά οµάδες. 5
  6. 6. • ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ: 1. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ: Στην καθηµερινή ζωή έχουµε ίσως συνηθίσει να χρησιµοποιούµε τη λέξη «έγκληµα» µε µια έννοια κάπως γενική: συνήθως χαρακτηρίζουµε ως έγκληµα κάθε αντικοινωνική πράξη ή συµπεριφορά, την οποία αξιολογούµε ως ιδιαίτερα επικίνδυνη. Με αυτό το περιεχόµενο ο όρος, θυµίζει αρκετά τον ορισµό που αποδέχεται η επιστήµη της Εγκληµατολογίας και είναι ο παρακάτω: Έγκληµα είναι οποιαδήποτε πράξη που σε συγκεκριµένη κοινωνία και σε ορισµένη εποχή, προσβάλλει τα στοιχειώδη ηθικά συναισθήµατα της κοινωνίας αυτής, απαραίτητα για τη συµβίωση µέσα στα πλαίσιά της1. Η Εγκληµατολογία2 µελετάει τα αίτια του εγκληµατολογικού φαινοµένου και τον εγκληµατία άνθρωπο και προσπαθεί να εξηγήσει την εγκληµατικότητα ως φαινόµενο κοινωνικό και το έγκληµα ως προϊόν της δραστηριότητας ενός ατόµου (στενή έννοια)3. Από νοµική σκοπιά, το φαινόµενο του εγκλήµατος εξετάζεται µε βάση τους κανόνες δικαίου που η πολιτεία έχει θεσπίσει για τις περιπτώσεις αυτές (π.χ. ο Ποινικός Κώδικας ορίζει µε σαφήνεια όλες τις πτυχές του εγκλήµατος, προσδιορίζει τις αντίστοιχες κυρώσεις κ.λ.π.). 1 Garofalo (1852-1934). Α. Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου, «Εγχειρίδιο Εγκληµατολογίας», Μέρος Α, Εισαγωγικά, σελ. 21, Εκδόσεις Νοµική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1984. 3 «Υπό ευρεία έννοια η Εγκληµατολογία περιλαµβάνει και την Αντεγκληµατική Πολιτική που χαράζει, σε γενικές γραµµές, τους προσφορότερους τρόπους αναχαίτισης της εγκληµατικότητας, τη Σωφρονιστική, που µελετάει το σωστότερο τρόπο εφαρµογής των κυρώσεων που επιβλήθηκαν σ’ ένα άτοµο που εγκληµάτησε, και την Ανακριτική, που έχει ως αντικείµενο την εξιχνίαση των εγκληµάτων και την ανακάλυψη των δραστών τους», ό.π., σελ. 21. 2 6
  7. 7. Σύµφωνα µε τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα του 1951 (άρθρο 14) έγκληµα είναι µια πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη, που τιµωρείται από τον νόµο. Χρησιµοποιώντας τον όρο πράξη, ο νοµοθέτης εννοεί την ηθεληµένη εξωτερική ανθρώπινη συµπεριφορά, µια πράξη δηλαδή εκούσια, που δεν είναι δυνατόν να προκληθεί χωρίς την συγκατάθεση του δράστη. Επιπλέον ως πράξη προσµετράται και κάθε παράλειψη, δηλαδή αποφυγή µιας ενέργειας που θα έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει. Βέβαια, από όλες τις ανθρώπινες πράξεις, το Ποινικό ∆ίκαιο διώκει τις άδικες πράξεις. Μια πράξη θεωρείται άδικη όταν έρχεται σε αντίθεση µε το δίκαιο, δηλαδή µε αυτό που ο νόµος ορίζει ως δίκαιο, και, παράλληλα, δεν µπορεί να δικαιολογηθεί από κάποιες ιδιάζουσες συνθήκες (π.χ. νόµιµη άµυνα). 7
  8. 8. 2. ∆ΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ: Εκτός από την βασική διάκριση των εγκληµάτων σε πταίσµατα4, πληµµελήµατα5 και κακουργήµατα6, υπάρχουν και πολλοί τρόποι να τα διαχωρίσουµε, ανάλογα µε το κριτήριο µε το οποίο επιλέγουµε αυτό τον διαχωρισµό. Για παράδειγµα έχουµε: Εγκλήµατα από δόλο7 ή αµέλεια8. Εγκλήµατα βασικά (π.χ. σωµατική βλάβη), παραλλαγές των βασικών (π.χ. βαριά σωµατική βλάβη) και ιδιώνυµα (τα οποία εµπεριέχουν και ένα πνεύµα ηθικοκοινωνικό, όπως η ανθρωποκτονία µε συναίνεση του θύµατος). Εγκλήµατα βλάβης (π.χ. ανθρωποκτονία) και διακινδύνευσης (τα οποία δηλαδή, απειλούν ένα αγαθό που προστατεύει ο νόµος, π.χ. περιουσία). Εγκλήµατα στιγµιαία (π.χ. κλοπή) και διαρκή (που έχουν, δηλαδή, µεγαλύτερη χρονική διάρκεια, π.χ. απαγωγή και παράνοµη κράτηση ατόµου). Εγκλήµατα απονοµής δικαιοσύνης (π.χ. ψευδορκία), κατά της ζωής (π.χ. φόνος), κατά της ιδιοκτησίας (π.χ. κλοπή), κατά της τιµής (π.χ. εξύβριση, δυσφήµηση), κατά της περιουσίας (π.χ. απάτη), επικίνδυνα (π.χ. εµπρησµός). 4 Πταίσµα: ∆ιάφορες παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., η διατάραξη της κοινής ησυχίας, η παράνοµη άσκηση επαγγέλµατος κ.λ.π. 5 Πληµµέληµα: Σωµατικές βλάβες, συκοφαντική δυσφήµηση, εξύβριση, κλοπή, απάτη, ανθρωποκτονία από αµέλεια, υποκλοπές τηλεφώνων και επιστολών κ.λ.π. 6 Κακούργηµα: Εσχάτη προδοσία και κατάλυση της ∆ηµοκρατίας, η επιβουλή της ακεραιότητας της χώρας, οικονοµικά εγκλήµατα κατά του ∆ηµοσίου, ανθρωποκτονία από πρόθεση, εµπορία ναρκωτικών κατ’ επάγγελµα και κατά συνήθεια, βιασµοί, ληστείες, µεγάλες απάτες και πλαστογραφία, εµπορία ναρκωτικών κ.λ.π.. 7 ∆όλος: Ο δράστης γνωρίζει το εγκληµατικό αποτέλεσµα της συµπεριφοράς του και είτε το επιδιώκει είτε το αποδέχεται 8 Αµέλεια: Σηµαίνει την έλλειψη προσοχής εκ µέρους του δράστη, ο οποίος είτε δεν προβλέπει το εγκληµατικό αποτέλεσµα είτε το προβλέπει ως πιθανό, πιστεύει όµως ότι δεν θα επέλθει. 8
  9. 9. Ανάλογες είναι και οι τυπολογίες των εγκληµάτων, που εξαρτώνται και αυτές από το κριτήριο που θα επιλέξουµε. Έτσι, υπάρχουν: Εγκλήµατα βίας (π.χ. ανθρωποκτονία, βιασµός, ληστεία). Εγκλήµατα οικονοµικά (π.χ. όσα διαπράττονται στα πλαίσια των επαγγελµατικών δραστηριοτήτων των ατόµων, όπως δωροδοκία, αθέµιτος ανταγωνισµός κ.λ.π.). Εγκλήµατα συµβατικά (π.χ. κλοπή, φόνος, ληστεία). Εγκλήµατα αντισυµβατικά (π.χ. όσα συνδέονται µε κατάχρηση πολιτικής και οικονοµικής ισχύος, όπως απάτες σε αγοραπωλησίες, εκµετάλλευση εργαζοµένων, εγκλήµατα πολέµου, φυλετικές διακρίσεις, δουλεία κ.λ.π.). Εγκλήµατα οργανωµένα (π.χ. όταν υπάρχει οργανωµένο σχέδιο µε διασυνδέσεις µεταξύ πολλών εγκληµατιών, όπως το εµπόριο όπλων και ναρκωτικών, τα γραφεία παράνοµων στοιχηµάτων κ.λ.π.). Εγκλήµατα πολιτικά (π.χ. στις περιπτώσεις που θίγεται ένα αγαθό όπως η ελευθερία, όταν κάποιοι προσπαθούν να ανατρέψουν το δηµοκρατικό πολίτευµα κ.λ.π.). 9
  10. 10. 3. Η ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ: Το έγκληµα, όπως άλλωστε όλα τα κοινωνικά φαινόµενα, προσδιορίζεται ιστορικά και κοινωνικά. Η κάθε κοινωνία απαντά µε διαφορετικό τρόπο σε ορισµένα κοινά ερωτήµατα. Οι διαφορετικές απαντήσεις που δίνονται σε παρόµοια προβλήµατα εξαρτώνται από ποικίλους παράγοντες, γεωγραφικής, κοινωνικής, πολιτικής και οικονοµικής φύσης. Αυτό σηµαίνει ότι και η προσέγγιση του εγκλήµατος διαφοροποιείται από κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή. Οι βασικότερες απόψεις για την ερµηνεία του φαινοµένου «έγκληµα» είναι οι πιο κάτω: Παλαιές δοξασίες: Στις πρωτόγονες αλλά και τις αρχαίες κοινωνίες πίστευαν ότι η εγκληµατική συµπεριφορά οφειλόταν στην παρέµβαση των δαιµόνων ή άλλων σκοτεινών δυνάµεων. Με την πρόοδο της επιστήµης, οι αντιλήψεις αυτές ξεπεράστηκαν. ∆ιατηρήθηκε, όµως, η ιδέα ότι τα εγκλήµατα διαπράττονται από άτοµα εκ γενετής «διαφορετικά». Ανθρωπολογική προσέγγιση: Υποστηρίζει ότι µπορούµε να αναγνωρίσουµε τον εγκληµατία από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά9, διότι φέρει συγκεκριµένα «φυσικά στίγµατα» (βασικός εκπρόσωπος ο Lombroso)10. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι ο εγκληµατίας έχει τα «σπέρµατα του εγκλήµατος» που του έχουν µεταβιβαστεί κληρονοµικά, είναι δηλαδή εκ γενετής εγκληµατίας και µε την έννοια αυτή, διαφέρει από τους άλλους «οµαλούς ανθρώπους». Οι απόψεις αυτές δεν είναι αποδεκτές σήµερα, αλλά αποτέλεσαν την πρώτη επιστηµονική προσέγγιση του εγκλήµατος. 9 Μέγεθος κρανίου και, συνεπώς, εγκεφάλου, σχήµα κρανίου, των αυτιών ή του σαγονιού, ασύµµετρα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, κ.λ.π. 10 Ιταλός θετικιστής (1835-1909). Τα συµπεράσµατα της έρευνάς του περιέχονται στο βιβλίο του «Ο εγκληµατίας άνθρωπος». 10
  11. 11. Βιολογική προσέγγιση: Αποτελεί την σύγχρονη εκδοχή της ανθρωπολογικής προσέγγισης και υποστηρίζει ότι οι εγκληµατικές τάσεις ορισµένων ατόµων οφείλονται σε συγκεκριµένες βιολογικές ανωµαλίες11 που µεταβιβάζονται κληρονοµικά. Ωστόσο, βασίζεται περισσότερο σε ενδείξεις παρά σε αποδείξεις. Ψυχολογική και Ψυχαναλυτική προσέγγιση: Τονίζει την σηµασία των ψυχολογικών παραγόντων στη γένεση του εγκλήµατος και ενδιαφέρεται κυρίως για την ψυχική υγεία του εγκληµατία, καθώς και για τις αντιδράσεις του στις διάφορες προκλήσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος. Ειδικά η ψυχανάλυση12 προσπαθεί να συνδυάσει την ψυχολογική κατάσταση κάθε ατόµου µε την επιρροή του περιβάλλοντος, ιδίως του οικογενειακού κατά την παιδική ηλικία. Οι θεωρίες αυτές υποστηρίζουν ότι οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι ικανός να διαπράξει έγκληµα κάτω από ορισµένες συνθήκες. Μια άποψη επίσης είναι και η αντιψυχιατρική προσέγγιση, που εµφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1960 και υποστηρίζει ότι ο εγκληµατίας δηµιουργείται και διαµορφώνεται από αυτό που ονοµάζουν παθολογία της κοινωνίας και όχι εξαιτίας κάποιας πνευµατικής ή ψυχικής πάθησης13. Κοινωνιολογική προσέγγιση: Εστιάζει το ενδιαφέρον της όχι στον ίδιο τον εγκληµατία αλλά γενικότερα στο φαινόµενο που ονοµάζεται έγκληµα και τονίζει τον σηµαντικό ρόλο του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει µεγάλη ποικιλία κοινωνιολογικών προσεγγίσεων, αφού κάθε µελετητής µελετά µε διαφορετικό τρόπο 11 Π.χ. η ύπαρξη 47 χρωµοσωµάτων σε ορισµένα άτοµα, αντί 46 που είναι το φυσιολογικό έχει ως αποτέλεσµα την εκδήλωση επιθετικής, βίαιης ή εγκληµατικής συµπεριφοράς (σύνδροµο Klinefelter). 12 Ορµές, δυσάρεστες αναµνήσεις ή εντυπώσεις από την παιδική ηλικία, ενοχές, αντιλήψεις κ.λ.π. προκαλούν σφοδρές εσωτερικές συγκρούσεις σε κάθε άτοµο, που είναι πολύ πιθανό να αναζητήσει τη λύτρωση και µέσα από το έγκληµα (Sigmunt Freud, 1856-1939). Επίσης ο Alfred Adler (1870-1937), αποδίδει την επιθετικότητα και την ροπή ορισµένων ατόµων προς το έγκληµα στο συναίσθηµα µειονεξίας που αισθάνεται κάποιος από την παιδική ηλικία, καθώς και στην αντίληψη ότι η ζωή είναι µια διαρκής πάλη µέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Βασική έννοια στις θεωρίες αυτές είναι το «Εκείνο» ή «Αυτό», µια ισχυρή ασυνείδητη δύναµη της προσωπικότητας. (Βλέπε επίσης, Angelo Hesnard (1886-1969), Jacgues Lacan (1901-1973). 13 Ronald Laing, D. Cooper. 11
  12. 12. την επιρροή του περιβάλλοντος (κοινωνικοοικονοµικές συνθήκες στο καπιταλιστικό σύστηµα, συνθήκες που επικρατούν στο περιβάλλον του εγκληµατία, έλλειψη διαπαιδαγώγησης και αδιαφορία για τον συνάνθρωπο στις σύγχρονες κοινωνίες, επιβολή της κυρίαρχης ιδεολογίας στην εκπαίδευση και την νοµοθεσία, σχέση εγκληµατικότητας και πολιτισµικής παράδοσης ή συστήµατος, διαδοχή εποχών και κλίµατος κ.λ.π.)14. Το γενικό συµπέρασµα είναι ότι η λειτουργία και οι δοµές της κοινωνίας στην οποία ζούµε επηρεάζουν την συµπεριφορά όλων µας και οπωσδήποτε παίζουν σοβαρό ρόλο στην εγκληµατογένεση. Σύγχρονες αντιλήψεις: Καµία όµως από τις παραπάνω προσεγγίσεις δεν εξηγεί από µόνη της ικανοποιητικά το φαινόµενο έγκληµα. Επικρατέστερες σήµερα µπορούν να θεωρηθούν η ψυχαναλυτική και η κοινωνιολογική προσέγγιση. Ωστόσο και αυτές ρίχνουν το βάρος σε ορισµένους µόνο από τους παράγοντες που γεννούν το έγκληµα. Έτσι, δεχόµαστε ότι ένας άνθρωπος ωθείται στο έγκληµα, εξαιτίας µιας ολόκληρης σειράς παραγόντων που επιδρούν επάνω του, τον επηρεάζουν και, σε µεγάλο βαθµό, τον διαµορφώνουν. Όπως είδαµε, οι σηµαντικότεροι από αυτούς είναι οι εξής: • Βιολογικοί (=κληρονοµούµενα γνωρίσµατα και στοιχεία, εγκεφαλικές βλάβες, ενδοκρινολογικές ανωµαλίες κ.λ.π.). • Ψυχολογικοί (=ψυχικά τραύµατα, νευρώσεις15, ψυχώσεις16, ψυχασθένειες κ.λ.π.). A. Quetelet (1796-1874), Guerry (1802-1856), Σχολή της Λυών (τέλη 19ου αιώνα), K. Marx (18181883), F.Engels (1820-1895), W. Bonger (1916), E. Ferri (1856-1929), E. Durkheim (1858-1917), Σχολή του Σικάγο (1925), Θεωρία διαφορικών συναναστροφών (1939), Θεωρία των συστηµάτων ελέγχου (1945), A. Cohen (1956), Θεωρία ουδετεροποίησης (1957), R. Merton (1957), Vold (1957) . 15 Νεύρωση: ψυχική ασθένεια που εµποδίζει το άτοµο να είναι πραγµατικά ευτυχισµένο και θετικό για την κοινωνία ( άγχη, ψυχοσωµατικά, φοβίες, δυσκολίες στις σχέσεις µε τους άλλους κ.λ.π.) 16 Ψύχωση: ψυχική ασθένεια που κάνει τον άνθρωπο να χάνει την επαφή µε τον κόσµο γύρω του. Αυτός που πάσχει από ψύχωση έχει µια πολύ παραµορφωµένη εικόνα για τη ζωή, τους ανθρώπους, τον εαυτό του. Κινδυνεύει να κάνει κακό στον εαυτό του ή στους άλλους και δεν ανταποκρίνεται στις καθηµερινές απαιτήσεις του περιβάλλοντος. (Ζόζεφ Ρόσνερ, «Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για την Ψυχανάλυση»,σελ. 2728, Εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα, Γενάρης 1982). 14 12
  13. 13. • Κοινωνικοί (=αρνητικές συνθήκες που επικρατούν στο περιβάλλον, παρακµή της κοινωνίας, δυσλειτουργία των κοινωνικών κανόνων κ.λ.π.). • Οικονοµικοί (=ανεργία, φτώχεια, εξαθλίωση, έλλειψη βασικών αγαθών κ.λ.π.). Ο βασικότερος όµως από τους παράγοντες που οδηγούν στο έγκληµα είναι ο ψυχισµός του δράστη, ο οποίος όµως διαµορφώνεται µε έναν τρόπο ιδιαίτερα πολύπλοκο και ξεχωριστό για κάθε άτοµο και, συνεπώς, δεν µπορεί να µελετηθεί εύκολα. Για παράδειγµα, ο αριθµός των ατόµων που δέχονται αρνητικές επιδράσεις από το περιβάλλον είναι πολύ µεγάλος αλλά δεν γίνονται όλοι εγκληµατίες. Όσοι, όµως, παρουσιάζουν επιπλέον διαταραχές εξαιτίας συγκεκριµένων βιολογικών ή ψυχολογικών παραγόντων, έχουν πολύ µεγαλύτερες πιθανότητες να εγκληµατήσουν (οι εξωγενείς παράγοντες ενδέχεται να διογκώσουν τις ιδιοµορφίες του ψυχισµού τους). Το προβλέψιµο ή το απρόβλεπτο, το καθοριστικό ή τυχαίο της ανθρώπινης συµπεριφοράς και ιδιαίτερα της εγκληµατικής, ταλανίζει τους εγκληµατολόγους µε συνέπεια να διατυπώνονται συνεχώς νέες µονοσήµαντες θεωρίες (που διαψεύδονται από τις επόµενες). Το παιχνίδι του εγκλήµατος (όπως άλλωστε και αυτό της φύσης και της ζωής) παίζεται «κάπου ανάµεσα στην τύχη και στη βεβαιότητα σαν µια παρτίδα σκάκι» (όπου οι κανόνες είναι απλοί και γνωστοί, αλλά οι κινήσεις / συνδυασµοί πολλοί). Η θεωρία του εγκλήµατος αποτελεί ταυτόχρονα µια θεωρία εναλλαγών στη µεταβαλλόµενη µίξη τάξης και αταξίας. Όλες οι θεωρητικές κατασκευές (βιολογικής, ψυχολογικής, κοινωνιολογικής αφετηρίας) µπορεί να αφορούν σε κάθε είδους συµπεριφορά (νόµιµη ή παράνοµη). 13
  14. 14. Αντιφατικά ευρήµατα των επιστηµόνων αποδεικνύουν ότι η ίδια η αιτιότητα µπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσµατα. Το θέµα είναι πόσες αστάθειες κάθε φορά ένα συγκεκριµένο άτοµο αντέχει και µπορεί να διαχειριστεί χωρίς να παραβιάσει το νόµο. ∆εν υπάρχουν µηχαν(ιστι)κά «περάσµατα» ούτε από τον ένα τρόπο ζωής στον άλλο ούτε από το ένα έγκληµα στο άλλο. Η ελευθερία συνίσταται ακριβώς στον αριθµό επιλογών κίνησης που διαθέτουµε στην κρίσιµη «χαοτική» στιγµή. Κάθε «λογική δράση» προβάλλεται από µη λογικά στοιχεία και το αντίστροφο. Η πρόβλεψη του εγκλήµατος µε βάση την αρχική συνθήκη (π.χ. άνεργος, αµόρφωτος, φτωχός) µοιάζει περισσότερο µε λαθεµένη εξιδανίκευση. Πλήρης αιτία και ολοκληρωµένο αποτέλεσµα δεν εντοπίζονται εύκολα στις ανθρώπινες σχέσεις και συµπεριφορές. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ακόµα και µια µικρή αιτία µπορεί να προκαλέσει ένα µεγάλο αποτέλεσµα17. Πάντως, ακόµη και σ’ αυτή την περίπτωση, ο συνδυασµός κοινωνικών, βιολογικών, ψυχολογικών ή άλλων παραγόντων δεν οδηγεί απαραίτητα στο έγκληµα. Οι παράγοντες αυτοί µπορούν να λειτουργήσουν ως στοιχεία που ενεργοποιούν τάσεις ή ορµές του ατόµου, δηµιουργώντας µια ιδιαίτερη κατάσταση που οδηγεί σ’ ένα επόµενο στάδιο στην εγκληµατική πράξη. Γενικότερα, µπορούµε να πούµε ότι η ψυχική κατάσταση του ατόµου τη στιγµή που διαπράττει το έγκληµα αποτελεί τον κεντρικό άξονα όλων των καταβολών του και των επιδράσεων που έχει δεχτεί από το παρελθόν, την ίδια την ουσία της ύπαρξής του και της συνολικής προσωπικότητάς του. 17 Γ. Πανούσης, «Θεωρία του Χάους και έγκληµα», Κοινωνιόγραµµα, Περιοδική Έκδοση του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων, τεύχος 61, Ιούλιος Σεπτέµβριος 2003. 14
  15. 15. 4. ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ Πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι το έγκληµα έχει αλλάξει ποιοτικά τα τελευταία χρόνια και έχει γίνει περισσότερο οργανωµένο, βίαιο και κερδοσκοπικό. Έχουµε δηλαδή, την εµφάνιση και στη χώρα µας του οργανωµένου εγκλήµατος, µε κύρια χαρακτηριστικά την ιεραρχική οργάνωση, το ευρύ δίκτυο συνεργατών, ακόµη και την κρατική µηχανή, τον εξορθολογικό σχεδιασµό εγκληµατικής δραστηριότητας µε στόχο τα τεράστια κέρδη, και την προσφυγή στη χρήση βίας όταν άλλοι, ηπιότεροι τρόποι επίτευξης κάποιου στόχου δεν αποδίδουν18 – παραδείγµατα πολλά: µεγαλεµπόριο ναρκωτικών, παροχή «προστασίας» σε νυχτερινά κέντρα, επιχειρήσεις κ.λ.π., λαθραία διακίνηση διαφόρων προσώπων και αντικειµένων όπως λαθροµεταναστών, εκδιδόµενων γυναικών, όπλων, τσιγάρων, ποτών και ανθρωπίνων µελών, κλοπή αυτοκινήτων, εκτέλεση εγκληµάτων κατά παραγγελία, απαγωγές, ξέπλυµα χρήµατος. Από την άλλη πλευρά, έχουµε την ανάπτυξη και στην Ελλάδα του οικονοµικού εγκλήµατος, εκείνης δηλαδή της οικονοµικής δραστηριότητας που για την πραγµάτωσή της τίθεται σε κίνδυνο η καλή λειτουργία της οικονοµίας ή λειτουργικά σηµαντικών κλάδων και θεσµών της, π.χ. µονοπωλιακές συνεννοήσεις, προσβολή δικαιωµάτων πνευµατικής και βιοµηχανικής ιδιοκτησίας, πτωχευτικά, φορολογικά και τελωνιακά αδικήµατα σοβαρού χαρακτήρα, αθέµιτος ανταγωνισµός, απάτες, υπεξαιρέσεις, επικίνδυνες µεθοδεύσεις στο χρηµατιστήριο, υφαρπαγή κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ.λ.π. Χωρίς να επικαλύπτονται πλήρως, το οργανωµένο και το οικονοµικό έγκληµα, όµως έχουν πολλά κοινά σηµεία, κυρίως ως προς την οικονοµική τους διάσταση, την 18 Βλέπε στην ενότητα: 8. «Η µεταβατική περίοδος της σύγχρονης κοινωνίας και το έγκληµα», σελ. 24. 15
  16. 16. εξορθολογισµένη δολιότητα στον τρόπο µε τον οποίο ενεργούν οι δράστες19, και τον δυσχερέστατο τρόπο εξιχνίασής τους20. Σε ποιο βαθµό συµµετέχουν άνδρες και γυναίκες στα διάφορα είδη εγκληµατικότητας, φαίνεται στα επόµενα κεφάλαια αυτής της εργασίας. 19 Σκοτεινός αριθµός εγκληµατικότητας: δεν έχουµε ολοκληρωµένη εικόνα για τον πραγµατικό αριθµό της εγκληµατικότητας γιατί υπάρχουν εγκλήµατα ανεξιχνίαστα και εγκληµατίες που δεν έχουν συλληφθεί. 20 «Εγκλήµατα του λευκού κολάρου»: είναι τα εγκλήµατα που διαπράττονται από άτοµα µέσης ή ανώτερης κοινωνικής θέσης και αφορούν κυρίως οικονοµικές συναλλαγές (υπεξαιρέσεις, πλαστές επιταγές κ.λ.π.). Τα άτοµα αυτά, λόγω της κοινωνικής τους θέσης είτε δεν συλλαµβάνονται (είναι π.χ. «υπεράνω υποψίας» είτε αν συλληφθούν δεν τιµωρούνται (λόγω υψηλών γνωριµιών, χρηµατισµού των φορέων δικαστικής εξουσίας κ.λ.π.). 16
  17. 17. 5. ∆ΡΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ: Σε όλη την πορεία της ζωής του, ο εγκληµατίας δεν µπόρεσε να δηµιουργήσει επαρκείς αντιστάσεις. Από την πλευρά της, η κοινωνία δεν κατόρθωσε να τον επηρεάσει έτσι ώστε, να τον κάνει να βιώσει την αυτοσυγκράτηση, τον έλεγχο των ορµών του, που οδηγούν σε συµπεριφορές απορριπτέες από την ίδια. ∆εν πρέπει να ξεχνάµε, ότι η σχέση ατόµου – κοινωνίας είναι σχέση διαλεκτική, δηλαδή µια σχέση συνεχούς αλληλεπίδρασης. Αντίθετα, όταν το άτοµο έχει κοινωνικοποιηθεί οµαλά, σηµαίνει ότι έχει ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο, έχει την αίσθηση του «εµείς», σέβεται τον συνάνθρωπο και έτσι είναι δύσκολο να παρουσιάσει εγκληµατική συµπεριφορά. Βέβαια, ο καθένας από εµάς κουβαλάει µέσα του έναν εγκληµατία, µε την έννοια ότι υπό δεδοµένες συνθήκες δεν αποκλείεται να ξεπεράσουµε τα όρια του εαυτού µας, να φτάσουµε στο έγκληµα. Όµως αυτό θα είναι η εξαίρεση, η απρόβλεπτη πιθανότητα. Σε ορισµένες περιπτώσεις, οι πιθανότητες είναι πολύ µεγαλύτερες, είτε διότι ο δράστης από πολύ µικρός εξοικειώθηκε µε την ιδέα του εγκλήµατος λόγω αρνητικών βιωµάτων και ανατροφής, είτε διότι υπάρχουν µέσα του κάποιες καταβολές που ενισχύουν την ροπή προς την επιθετικότητα και την εγκληµατικότητα. Άλλωστε, όπως προέκυψε από πρόσφατες έρευνες στο εξωτερικό, εάν ένα νήπιο υποστεί στα πρώτα τρία κυρίως χρόνια της ζωής του κάποιες καταστάσεις που του δηµιουργούν stress, π.χ. ξυλοδαρµούς, εγκατάλειψη από του γονείς κ.λ.π., τότε ο οργανισµός του παράγει κάποιες ορµόνες που µειώνουν τη µετέπειτα αποτελεσµατικότητα των αναστολών του απέναντι στο έγκληµα και το καθιστούν πιο ευάλωτο σ’ αυτό (επίδραση τόσο του βιολογικού όσο και του κοινωνικού παράγοντα). 17
  18. 18. Ο «Θεός δεν παίζει ζάρια» συµφώνησε ο Αϊνστάιν, αλλά το έγκληµα ακολουθεί µάλλον τη ρήση «όχι µόνο παίζει, αλλά τα ρίχνει εκεί που εµείς δεν µπορούµε να τα δούµε». Ο εγκληµατίας, ως πρωταγωνιστής της πράξης (αλλά πολλές φορές και ως θεατής), θα έχει υποστεί και την τελική πλέον ήττα, εάν τον αφήσουµε να νιώσει «ζάρι»21. Σ’ αυτό το σηµείο θα ήταν χρήσιµο να δούµε τον τρόπο που κοινωνικοποιούνται άνδρες και γυναίκες στη σύγχρονη κοινωνία και τον βαθµό επίδρασης αυτού του παράγοντα στην διαµόρφωση της προσωπικότητας και κατά συνέπεια στην συµπεριφορά των ατόµων. 21 Γ. Πανούσης, «Θεωρία του Χάους και έγκληµα», Κοινωνιόγραµµα, ό.π. 18
  19. 19. 6. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ - ΣΕΞΙΣΜΟΣ - ΕΓΚΛΗΜΑ: Ο διαφορετικός τρόπος που κοινωνικοποιούνται τα δυο φύλα µέσα στους αιώνες, έχουν ως αποτέλεσµα να εκδηλώνονται διαφορετικές συµπεριφορές από άνδρες και γυναίκες. Ο όρος σεξισµός22 εκφράζει τις προκαταλήψεις και τις διακρίσεις σε βάρος ατόµων µε κριτήριο το φύλο τους. Είναι ένα σύνολο αρνητικών στάσεων, οι οποίες αναφέρονται σε υποτιθέµενες διαφορές των δύο φύλων, δηλαδή στην διάκριση αρσενικού/ θηλυκού. Οι σεξιστικές προκαταλήψεις αποδίδουν συγκεκριµένους ρόλους στους άνδρες και στις γυναίκες και θεωρούν ότι τα δύο φύλα δεν είναι εξίσου κατάλληλα για την άσκηση των ίδιων ρόλων23. Σε µια ανδροκρατούµενη κοινωνία, ο ανδρισµός συνδέεται µε τις ιδιότητες του ανεξάρτητου, εξουσιαστικού, ισχυρού και αποτελεσµατικού αρσενικού, ενώ η γυναίκα χαρακτηρίζεται ως συναισθηµατική, εγκάρδια, εξαρτηµένη, παθητική, υποχωρητική, εκφραστική24, κ.λ.π. Αυτές οι αντιλήψεις για τα δύο φύλα είναι αποτέλεσµα του συσχετισµού δύναµης25 που διαµορφώθηκε αιώνες τώρα. Προκειµένου να καθιερωθεί η ανδρική κυριαρχία, πρέπει να παγιωθούν συγκεκριµένες πρακτικές κοινωνικοποίησης. Με την βοήθεια αυτών των πρακτικών οι διαφορές ανάµεσα στα δύο φύλα, βιώνονται ως κάτι το φυσιολογικό, ως κάτι το αναγκαίο. 22 Κοινωνιολογία Γ Λυκείου, σελ. 225-227, Ο.Ε.∆.Β., Αθήνα 1998. Κοινωνικός ρόλος: θεωρείται ο προδιαγραµµένος τρόπος συµπεριφοράς που συνδέεται µε µια ορισµένη κοινωνική θέση. 24 Patricia J. Turner, «Βιολογικό φύλο, κοινωνικό φύλο και ταυτότητα του Εγώ», Εκδόσεις Ελληνικά Γράµµατα, Αθήνα 1998, σελ.23-27. 25 Κοινωνική ισχύς (δύναµη): η ευκαιρία που έχει ένας άνθρωπος ή ένας αριθµός ανθρώπων να επιβάλλουν τη θέλησή τους σε µια συλλογική πράξη ακόµα και παρά την θέληση των άλλων που συµµετέχουν στην πράξη αυτή. Είδη κοινωνικής ισχύος: Πολιτική ισχύς: εκφράζεται µέσα από την δυνατότητα ελέγχου της πολιτικής εξουσίας και συµµετοχής σ’ αυτήν. Οικονοµική ισχύς: αποτελεί στην ουσία τη δυνατότητα ελέγχου της αγοράς. Πολιτισµική ισχύς: αφορά την δυνατότητα που έχουν ορισµένα άτοµα να εκφράζουν άποψη που από τους υπόλοιπους να θεωρείται «έγκυρη». 23 19
  20. 20. Από πολύ νωρίς τα παιδιά µαθαίνουν και αφοµοιώνουν τα χαρακτηριστικά τα οποία το κοινωνικό περιβάλλον θεωρεί απαραίτητα για να αποκτήσουν τα άτοµα «ταυτότητα φύλου». Πολλές από τις προσδοκίες των γονιών, εξαρτώνται από το φύλο του νεογέννητου. Οι προσδοκίες αυτές σχετίζονται µε κριτήρια οικονοµικά, κοινωνικά, συµβολικά κ.λ.π. (π.χ. γαλάζιο χρώµα για τα αγόρια – ροζ για τα κορίτσια, «κοριτσίστικα» και «αγορίστικα» παιχνίδια, περισσότερες ελευθερίες στα αγόρια συγκριτικά µε τα κορίτσια). Η κοινωνικοποίηση αυτή συµπληρώνεται και από άλλους φορείς, κυρίως µέσα από την λειτουργία των Μ.Μ.Ε. (βιβλία, περιοδικά, τηλεόραση) όπου αναπαράγονται τα κοινωνικά στερεότυπα26. Με βάση αυτές τις στερεοτυπικές πεποιθήσεις, αναµένονται διαφορετικές συµπεριφορές από τα αγόρια και τα κορίτσια και µε κριτήριο αυτές τις προκαταλήψεις αξιολογούνται και οι αντίστοιχες συµπεριφορές τους. Η κοινωνία δηλαδή, αξιολογεί θετικά τα άτοµα που ανταποκρίνονται στα στερεότυπα που συνδέονται µε το φύλο τους (π.χ. «δυνατός και επιτυχηµένος άνδρας» ή «ελκυστική γυναίκα»). Τα άτοµα µε τον καιρό, εσωτερικεύουν τα κυρίαρχα αυτά πρότυπα και µε κριτήριο αυτά, αυτοαξιολογούνται. Μέσω της διαδικασίας αυτής, αποκτούν την ατοµική27 και κοινωνική τους ταυτότητα28 (αποδοχή ή όχι του εαυτού, υψηλή ή χαµηλή αυτοεκτίµηση, αισθήµατα ντροπής, άγχους29, ενοχής κ.λ.π.). Με αυτό τον τρόπο επίσης, 26 Στερεότυπο: προκατασκευασµένη, υπεργενικευµένη και απλοποιηµένη εικόνα για κάποιο άτοµο ή οµάδα. Είναι µια πεποίθηση για µια οµάδα ανθρώπων που, ακόµα κι αν δεν είναι ολωσδιόλου εσφαλµένη, είναι πολύ γενικευµένη και περιλαµβάνει όλα τα µέλη της οµάδας. Έτσι η στερεοτυπική σκέψη διαστρεβλώνει την αντίληψή µας για την γύρω µας πραγµατικότητα. Τα στερεότυπα προσδιορίζουν το περιεχόµενο των ρόλων. Κάθε κοινωνία διοχετεύει στα µέλη της τα στερεότυπα που κρίνει ότι τη συµφέρουν περισσότερο. 27 Ατοµική ταυτότητα: ∆ιαµορφώνεται καθώς το άτοµο συγκρίνει τα επιτεύγµατά του µε τα επιτεύγµατα των άλλων. Αν το άτοµο θεωρεί τον εαυτό του ικανότερο από τα άλλα άτοµα µε τα οποία κάνει την σύγκριση, τότε εκτιµά θετικά τον εαυτό του. Ορισµένες φορές, η ανάγκη των ατόµων να διατηρούν σε υψηλό επίπεδο την αυτοεκτίµησή τους, γίνεται αιτία προκατειληµµένων στάσεων απέναντι σε άτοµα ή οµάδες. 28 Κοινωνική ταυτότητα: ∆ιαµορφώνεται µέσω της ταύτισης ή της συµµετοχής των ατόµων ή έστω της ένταξής τους σε ορισµένες κοινωνικές οµάδες ή κοινωνικές κατηγορίες (άνδρες – γυναίκες). 29 Άγχος: «Είναι ένα ιδιαίτερο είδος φόβου ή ανησυχίας. Σύµφωνα µε την Ψυχανάλυση, είναι κάθε δυσάρεστη συγκινησιακή κατάσταση, στην οποία το άτοµο νιώθει συνειδητά ή ασυνείδητα πως θα του συµβεί κάτι κακό. Το συναίσθηµα αυτό µπορεί, µε τον δικό του τρόπο, να µας κάνει να υποφέρουµε έντονα», Ζ. Ρόσνερ, ό.π., σελ. 29. 20
  21. 21. διαµορφώνουν την συµπεριφορά τους απέναντι στο άλλο φύλο και αναµένουν και µια συγκεκριµένη συµπεριφορά από το άλλο φύλο. Συνδέουν το κάθε φύλο µε ορισµένες ικανότητες, δικαιώµατα και υποχρεώσεις. Σύµφωνα µε την επικρατούσα κουλτούρα, ο άνδρας δρα, ενεργεί, αποφασίζει, δηµιουργεί, διεκδικεί, επιβάλλεται, καταπιέζει, βιάζει, ενώ αντίθετα η γυναίκα, παρακολουθεί, υφίσταται, υποµένει, διατάσσεται, διεκδικείται, καταπιέζεται, ταπεινώνεται και βιάζεται καθηµερινά. Έχει αποδειχτεί ότι η κοινωνικοποίηση της γυναίκας στο ρόλο του φύλου της παράγει συναισθήµατα αδυναµίας σχετικά µε τη θυµατοποίηση. Η κοινωνικοποίηση των γυναικών, στον ρόλο του φύλου τους που διαµορφώνεται από την κυρίαρχη ιδεολογία, τις καθιστά επιρρεπείς στο να θεωρήσουν τη θυµατοποίηση ως δική τους ευθύνη. Εκπαιδεύονται µε τέτοιο τρόπο ώστε να πείθονται πως είναι οι κυρίως υπεύθυνες για να ελέγχουν καταστάσεις που δηµιουργούνται στις σχέσεις τους µε τους άνδρες. Οι παραστάσεις της µέσης γυναίκας για το ρόλο του φύλου της την καθυποτάσσουν στη σιωπή, την υποµονή, την υπακοή, την παθητικότητα30. Όλα τα παραπάνω, δηµιουργούν ένα ψυχολογικό υπόβαθρο, δηλαδή κάποια συνήθεια υπακοής και υποταγής της γυναίκας στις ανδροκρατούµενες κοινωνίες. Έτσι η γυναίκα αυτών των κοινωνιών είναι φυσικό να δίνει στις αποστερήσεις της, στην ανάσχεση ικανοποίησης των βασικών τάσεών της, συχνότερα από τον άνδρα διέξοδο προς νευρωτικές καταστάσεις παρά προς εγκληµατικές δραστηριότητες. Υπάρχει και το ενδεχόµενο, µε βάση την διαφορετική κοινωνικοποίηση, η γυναίκα συχνά να έχει εντονότερα αισθήµατα φιλαλληλίας, µεγαλύτερη ικανότητα συµπάθειας. Γι’ αυτό και οι περισσότερες αξιόποινες πράξεις των γυναικών είναι ελαφρές (αρκετά συχνά κλοπές καταστηµάτων) και πολύ σπάνια βαριά εγκλήµατα. 30 http://www.imera.ws/?id=3362&disp=1, 28/11/2006. 21
  22. 22. Η δύναµη και η ανδρική σεξουαλικότητα, είναι δυο στοιχεία στενά συνδεδεµένα στην κοινωνία µας. Συνεπώς η επιθετική συµπεριφορά του άνδρα είναι µια πράξη επιβολής, δύναµης και εξουσίας, από τους άνδρες που τις στερούνται, που στερούνται δηλαδή τους απαραίτητους όρους δόµησης του ανδρισµού τους. Με βάση τα παραπάνω, έχει υποστηριχτεί ότι οι άνδρες µε τις περισσότερες ανασφάλειες σχετικά µε τον ρόλο τους στον κόσµο, αυτοί που αισθάνονται την έλλειψη µιας σηµαντικής θέσης ή ενός αισθήµατος εξουσίας, ή γενικότερα αυτοί που αισθάνονται αλλοτριωµένοι31, είναι πιθανότερο να εκδηλώσουν βίαιη επιθετική συµπεριφορά στις σχέσεις τους µε τις γυναίκες. Η σύνδεση της αρρενωπότητας µε την ενεργητικότητα και τη δύναµη και της θηλυκότητας µε την παθητικότητα και την υποταγή, έχουν δηµιουργήσει µια ευρέως αποδεκτή αντίληψη της σεξουαλικότητας στην οποία ο άνδρας αναµένεται να είναι το ενεργητικό και η γυναίκα το παθητικό υποκείµενο. Οι άνδρες που είναι προσκολληµένοι σε διπλά κριτήρια µε βάση τα οποία προσδιορίζουν την ανδρική και τη γυναικεία συµπεριφορά, είναι πιθανότερο να εκδηλώσουν βίαιη, επιθετική συµπεριφορά. Παρόλο που οι άνδρες εξακολουθούν να εγκληµατούν σ’ όλες τις χώρες σηµαντικά περισσότερο από τις γυναίκες, θα ήταν αστείο να θεωρήσουµε την ανδρική ιδιότητα ως αιτία της εγκληµατικότητας. Ούτε καν ως άµεσο παράγοντα εγκληµατικότητας µπορούµε να τη θεωρήσουµε. Μόνο έµµεσος παράγοντας θα µπορούσε να θεωρηθεί εξαιτίας ορισµένων ψυχικών ιδιοτήτων του άνδρα (εντονότερη τάση επικράτησης και επιβολής, µεγαλύτερος εγωισµός από τις γυναίκες κ.λ.π.), ιδιοτήτων που θεωρούνται 31 Αλλοτρίωση σηµαίνει αποξένωση. Αποξένωση του ανθρώπου από τους άλλους ανθρώπους, αλλά κυρίως από τον ίδιο τον εαυτό του. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος χάνει, παραχωρεί αναγκαστικά ένα µέρος του εαυτού του, χωρίς να αναπληρώνει αυτή την απώλεια, µε αποτέλεσµα να µη µπορεί να αναγνωρίσει την ύπαρξή του µέσα στον φτωχότερο εαυτό του, να µην µπορεί να συµφιλιωθεί µαζί του και να βρει τρόπους να ξεπεράσει την απώλεια. 22
  23. 23. µάλλον ως συνέπεια της αγωγής στην ανδροκρατική κοινωνία παρά ως γνήσια και έµφυτα χαρακτηριστικά του φύλου. Αλλά και πάλι θα πρέπει να συνδυάζονται και µε διάφορους άλλους παράγοντες για να δηµιουργηθούν οι ψυχικές αυτές ιδιότητες, που χαρακτηρίζουν τους άνδρες, εγκληµατογόνες. Γιατί, διαφορετικά, όλοι σχεδόν οι άνδρες της κοινωνίας µας θα γίνονταν εγκληµατίες. Αποτελεί πάντως ευνοϊκή συνθήκη για τη µετάβαση σε εγκληµατική πράξη, η κατάσταση µερικών γυναικών κατά την διάρκεια της εµµηνορρυσίας, της κλιµακτήριας περιόδου ή µετά τον τοκετό, οπότε ο έλεγχος του Εγώ32 και του Υπερεγώ33 µπορεί να µειώνεται, ακόµα δε και να εµφανίζονται συµπτώµατα ψυχικά όχι οµαλά. Αλλά και οι άνδρες που αρχίζουν να αισθάνονται ότι γερνούν ή διανύουν κλιµακτήριο υπάρχει, όχι πολύ σπάνια, µειωµένη αντίσταση σε ωθήσεις αξιόποινων πράξεων, ιδίως πράξεων που έχουν σχέση µε την σεξουαλική δραστηριότητα και τείνουν στην επιβεβαίωση της ακµαιότητας του «ανδρισµού» τους (π.χ. κατάχρηση χρηµάτων για να κρατήσουν την νεαρή ερωµένη τους)34. Απ’ όσα προηγήθηκαν, γίνεται σαφές ότι οι παραδοσιακές στάσεις και οι συντηρητικές απόψεις, σχετικά µε το ρόλο των φύλων, προσφέρουν τη βάση για την αιτιολόγηση της βίαιης εγκληµατικότητας µε θύµα συνήθως την γυναίκα. 32 Εγώ: το συνειδητό κοµµάτι της προσωπικότητας (σύµφωνα µε τον Freud), Ζ. Ρόσνερ, ό.π., σελ.37. Υπερεγώ: το κοµµάτι της προσωπικότητας που διαµορφώνεται µέσω κοινωνικοποίησης όπου το άτοµο εσωτερικεύει τις απαγορεύσεις που θέτει η κοινωνία, Ζ. Ρόσνερ, ό.π., σελ.36. 34 Α. Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου, «Παραδόσεις εγκληµατολογίας», Τόµος Α, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Κοµοτηνή 1979, σελ.67. 33 23
  24. 24. 7. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ – ΦΥΛΟ - ΑΥΤΟΑΝΤΙΛΗΨΗ (ΜΙΑ ΕΜΜΕΣΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ): Μια από τις βασικότερες παραµέτρους στη διαµόρφωση της αυτοαντίληψης35 είναι η επίδραση του φύλου. Οι κατηγορίες του αρσενικού και θηλυκού αποτελούν κύρια γνωστικά σχήµατα τα οποία επηρεάζουν τόσο τον τρόπο µε τον οποίο κατανοεί τον περίγυρο, όσο και τα χαρακτηριστικά που αποδίδει στον εαυτό του. Ένα από τα αποτελέσµατα της κοινωνικοποίησης είναι η διαµόρφωση διαφορετικών αντιλήψεων ως προς τον εαυτό. Υποστηρίζεται ότι µια βασική πηγή των διαφορών των δύο φύλων αποτελεί η οριοθέτηση του εαυτού του που κάνει το άτοµο ως προς τους άλλους. Γυναίκες και άνδρες φαίνεται ότι βιώνουν διαφορετικά τη διάκριση εαυτός / µη εαυτός. Οι µεν άνδρες αντιλαµβάνονται τον εαυτό τους ως αυτόνοµα, ανεξάρτητα όντα, αυστηρά περιχαρακωµένα και δυνάµει ανεξάρτητα, οι δε γυναίκες αντιλαµβάνονται τον εαυτό τους σε άµεση αλληλεξάρτηση µε άλλους, γεγονός που τις κατευθύνει σε, πλήρη ή µερική, ευθυγράµµιση µε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του άµεσου κοινωνικού περιβάλλοντος. Τα αποτελέσµατα πολλών ερευνών δείχνουν ότι οι άνδρες χρησιµοποιούν χαρακτηριστικά όπως η επιθετικότητα, η δράση, η κυριαρχικότητα, για να αυτοχαρακτηριστούν, ενώ οι γυναίκες χρησιµοποιούν χαρακτηριστικά που αναφέρονται στην τρυφερότητα, την εξάρτηση, την ανασφάλεια36, την ευαισθησία και τη στοργή. Τα παραδοσιακά στερεότυπα χαρακτηριστικά κάθε φύλου συνήθως γίνονται δεκτά και ενσωµατώνονται στην εικόνα του εαυτού µε σχετική ευκολία. Αυτή η υιοθέτηση των στερεοτύπων έχει µια επιπλέον επίδραση στην αυτοαντίληψη των ατόµων. ∆εδοµένου ότι οι ανδρικές ιδιότητες αξιολογούνται πολύ θετικότερα από ό,τι οι 35 Η έννοια της αυτογνωσίας αποδίδεται σήµερα µε πιο επεξεργασµένους όρους στο χώρο της Ψυχολογίας, όπως: «αυτοαντίληψη», «αυτοεικόνα», «αυτοεκτίµηση», «ταυτότητα του εγώ». Ο όρος «αυτογνωσία» πάντως, διατηρείται και δηλώνει τη διαδικασία δόµησης της κατανόησης του εαυτού µας, την διαδικασία δόµησης της συνειδητότητάς µας, την διαδικασία διερεύνησης και µετασχηµατισµού του εαυτού. 36 Ανασφάλεια: Μια µορφή βαθιά ριζωµένης αβεβαιότητας πάνω στον εαυτό. 24
  25. 25. γυναικείες στις δυτικές κοινωνίες, ένα σύνηθες εύρηµα των ερευνών είναι ότι οι γυναίκες έχουν λιγότερο θετική αυτοαντίληψη από ό,τι οι άνδρες37. Μην ξεχνάµε ότι υπάρχει σε κάθε άνθρωπο µια διαπάλη σε δυνάµεις που εξωθούν στο έγκληµα, τα λεγόµενα εγκληµατικά κίνητρα, και σε άλλες που απωθούν και που λέγονται αναστολές (π.χ. φόβος τιµωρίας, ντροπή για την κοινωνική κατακραυγή, αυτοσυγκράτηση για λόγους αρχών και ηθικής κ.λ.π.). Οι γυναίκες συνήθως εξαιτίας του τρόπου που κοινωνικοποιούνται διακατέχονται τις περισσότερες φορές από αναστολές και χαµηλή αυτοεκτίµηση. Όπως είναι φυσικό, τα άτοµα µε χαµηλή αυτοεκτίµηση έχουν λιγότερες πιθανότητες να υιοθετήσουν ακραίες µορφές συµπεριφοράς γιατί διακατέχονται από διλήµµατα, ανασφάλεια, φόβους, ενοχές και αισθήµατα ανεπάρκειας. Τα άτοµα µε αυτά τα χαρακτηριστικά συνήθως χρησιµοποιούνται από επιτήδειους ως συνεργοί σε διάφορες εγκληµατικές ενέργειες. 37 Α. Λεονταρή, «Αυτοαντίληψη», σελ.149-151, Εκδόσεις Ελληνικά Γράµµατα, Αθήνα 1998. 25
  26. 26. 8. Η ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟ∆ΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ: Ανοµία είναι η έλλειψη κοινών κατευθυντήριων αρχών και κανόνων και συνακόλουθα τα προβλήµατα που προκύπτουν από αυτή την έλλειψη στη σκέψη και στη συµπεριφορά των ατόµων, στο πως αντιµετωπίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό, καθώς και τα προβλήµατα που προκύπτουν στις µεταξύ τους σχέσεις. Παρατηρείται σε µεταβατικές κυρίως περιόδους, στις οποίες δεν ισχύουν πια σε µεγάλο βαθµό οι παλιοί κανόνες, αξίες και αρχές και οι νέοι δεν έχουν ακόµα διαµορφωθεί ή αφοµοιωθεί και οι παλιοί δεν έχουν πλήρως αντικατασταθεί.38 Στις πιο αναπτυγµένες βιοµηχανικά και τεχνολογικά κοινωνίες, όπου οι αλλαγές είναι συνεχείς και οι άνθρωποι πρέπει να προσαρµόζονται διαρκώς στις νέες συνθήκες, νέες σχέσεις, νέες αρχές και νέους κανόνες, το φαινόµενο είναι πιο έντονο και δηµιουργεί µεγαλύτερα προβλήµατα. Καθώς δεν υπάρχουν σταθεροί κανόνες που να ρυθµίζουν τις πράξεις των ατόµων και τις σχέσεις τους, οι άνθρωποι θέτουν στόχους ή δηµιουργούν προσδοκίες που διαψεύδονται. Η διάψευση που αισθάνονται τους οδηγεί σε απογοήτευση και σε ακραίες συµπεριφορές. Επίσης, ενώ η κοινωνία θέτει ορισµένους στόχους και ταυτόχρονα εγκρίνει συγκεκριµένα µέσα για να µπορέσουν τα µέλη της να επιτύχουν τους στόχους αυτούς, κάποιες κοινωνικές κατηγορίες (π.χ. γυναίκες) δεν έχουν πρόσβαση στη χρήση αυτών των µέσων και χρησιµοποιούν παράνοµους τρόπους για την επίτευξη των στόχων39. Μια τέτοια περίοδο διανύουν οι σύγχρονες κοινωνίες και αυτό επηρεάζει σε µεγάλο βαθµό τόσο τις συµπεριφορές των ανδρών όσο και των γυναικών. Σήµερα, ίσως να υπάρχει πράγµατι µια ροπή προς τις εγκληµατικές πράξεις για λόγους µιµητισµού, 38 39 Σύµφωνα µε τον Emil Durkheim (1858-1917). Σύµφωνα µε τον Robert Merton (1910-1979). 26
  27. 27. χαλαρότητας της κοινωνικής ηθικής και κρίσης των αξιών, καθώς και για λόγους οικονοµικής δυσπραγίας. Για την ερµηνεία της αύξησης της γυναικείας εγκληµατικότητας πρέπει να λάβουµε υπόψη µας και αυτόν τον παράγοντα. Το γεγονός ότι η γυναίκα ζει σε µια µεταβατική περίοδο, που το παλιό πρότυπο γυναίκας σβήνει (νοικοκυράς, υποταγµένης και εξαρτηµένης από κάποιον άνδρα της οικογένειάς της, «βασίλισσας του σπιτιού») και στη θέση του µπαίνει ένα νέο πρότυπο, της ανεξάρτητης γυναίκας που σταδιοδροµεί και διακρίνεται στην κοινωνία, αλλά που συναντάει ακόµα πολλές δυσκολίες. Οι δυσκολίες προέρχονται πρώτα από µέσα της, γιατί ακόµα παραπαίει µεταξύ παλιού και νέου προτύπου. Έπειτα, είναι το βαρύ φορτίο των πολλαπλών ρόλων της (δηλαδή του νέου επαγγελµατικού της ρόλου παράλληλα µε τους παραδοσιακούς ρόλους της µητέρας και της νοικοκυράς που συχνά εξακολουθεί να σηκώνει εντελώς µόνη). Τέλος από την αντίδραση της κοινωνίας, που της στήνει συνεχώς παγίδες και εµπόδια σε µια σταδιοδροµία ισότιµη µε του άνδρα. Όλα αυτά δηµιουργούν πιέσεις συναισθηµατικής φύσης και συγκρούσεις στην ψυχή της, που ευνοούν αντικοινωνικές τάσεις. Αλλά και η γυναίκα, που σήµερα ακόµα εξακολουθεί να µένει µόνο στους παραδοσιακούς ρόλους, αισθάνεται πια ανικανοποίητη. Αρχίζει να αισθάνεται ότι υστερεί απέναντι στη γυναίκα που σταδιοδροµεί και αποκτάει από µόνη της κύρος στην κοινωνία. Το νέο γυναικείο πρότυπο, δηλαδή, την κάνει να νιώθει αισθήµατα µειονεξίας, τα οποία µε την σειρά τους και αυτά γεννούν αντικοινωνικές στάσεις. 27
  28. 28. 9. ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑ40: Τα Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης παίζουν χωρίς αµφιβολία καθοριστικό ρόλο στην διαµόρφωση της προσωπικότητας του σύγχρονου ανθρώπου41. Ειδικότερα η τηλεόραση, µέσα από τη συνεχή «βία» και «τροµολαγνεία»42 που παρουσιάζει, ηρωποιεί, εντυπωσιάζει, δηµιουργεί µια ανοσία43 προς τα φαινόµενα αυτά, τα δραµατοποιεί44, δηµιουργεί µια στερεότυπη αντίληψη για τις πραγµατικές διαστάσεις της εγκληµατικότητας και προκαλεί κενά ανασφάλειας στην κοινωνία. Εξίσου στερεότυπες είναι και οι αντιδράσεις που προκαλεί η µυθοποίηση της βίας. Οι αντιδράσεις αυτές διευρύνουν το πρόβληµα και καλλιεργούν την υστερία και τον ηθικό πανικό. Όταν στην ερµηνεία των κοινωνικών φαινοµένων χρησιµοποιούνται οι οργισµένες αντιδράσεις45 και η απόρριψη των νόµιµων διαδικασιών, που βρίσκονται µακριά από την λογική και τα επιστηµονικά επιχειρήµατα, τότε καταλύονται τα ατοµικά δικαιώµατα46, εµποδίζεται η ψύχραιµη αντιµετώπιση του προβλήµατος και η κοινωνία δηµιουργεί την εντύπωση ότι πλήττεται και απειλείται συνεχώς από το έγκληµα. Ο τρόπος λειτουργίας των Μ.Μ.Ε. επηρεάζει φυσικά, τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες αλλά η επίδραση αυτή δεν σηµαίνει ότι αυτά συνδέονται αυτόµατα µε το έγκληµα ή ότι οπλίζουν το χέρι του δράστη. 40 Γ. Ματσόπουλος, Γ. Παρίσης, «Εισαγωγή στο ∆ίκαιο και τους Πολιτικούς θεσµούς», τόµος Β, σελ. 103105 και 111-112, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Μάρτιος 2000. 41 Κοινωνικοποίηση δια των αντένων: επιβάλλει µια σειρά από αξίες, αρχές και πρότυπα συµπεριφοράς, καθοδηγεί και οµοιοµορφοποιεί τις ανθρώπινες προσωπικότητες. 42 Τροµολαγνεία: Το νοσηρό ενδιαφέρον και η επιθυµία για τη συνεχή επίδειξη βίας και τρόµου. 43 Ναρκωτικό της πρίζας. 44 Παρουσίαση των γεγονότων µε τρόπο υπερβολικό και εξεζητηµένο, χωρίς ψυχραιµία. 45 Εκτελέσεις υποτιθέµενων µαγισσών ή εφαρµογή του λιντσαρίσµατος, δηλαδή της βίαιης θανάτωσης των υπόπτων ή ακόµα και των ενόχων, από τον όχλο, χωρίς νόµιµες διαδικασίες (Μεσαίωνας). 46 Αστυνοµοκρατία, υπερβολική αυστηρότητα κ.λ.π. 28
  29. 29. 10. ∆ΗΜΟΣΙΑ ΖΩΗ – ∆ΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΦΥΛΟΥ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Οι διακρίσεις αφορούν τόσο την οικογενειακή και ιδιωτική ζωή, όσο και τις δηµόσιες δραστηριότητες (κοινωνικές, οικονοµικές, πολιτικές). Μην ξεχνάµε ότι όταν η γυναίκα βγήκε στην αγορά εργασίας οι αµοιβές για ίσης αξίας εργασία, ήταν χαµηλότερες από εκείνες των ανδρών. Στη χώρα µας, ακόµα και σήµερα, παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες ξεπερνούν το 50% του εκλογικού σώµατος, ελάχιστο είναι το ποσοστό των εκλεγµένων γυναικών – αντιπροσώπων του λαού µας στο ελληνικό κοινοβούλιο, στις νοµαρχίες, στους δήµους ή στα συνδικαλιστικά σωµατεία. Μετά τις εκλογές του 1996 στην Ελλάδα, η χώρα µας κατείχε την προτελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά το ποσοστό των γυναικών – βουλευτών, µε την Γαλλία στην τελευταία θέση. Όµως µετά τις εκλογές του 1997 στην Γαλλία, η Ελλάδα πλέον κατέχει την τελευταία θέση. Επιπλέον, στο χώρο της εργασίας, παρά το µεγάλο αριθµό των εργαζόµενων γυναικών, ελάχιστος είναι ο αριθµός των γυναικών που κατέχουν διευθυντικές θέσεις. Η ανεργία επίσης, µε βάση τις τελευταίες στατιστικές πλήττει περισσότερο τις γυναίκες παρά τους άνδρες. Η ανεργία (%) κατά φύλο και επίπεδο εκπαίδευσης (2006 Γ΄ τρίµηνο)47: Επίπεδο εκπαίδευσης ΑΡΡΕΝΕΣ ΘΗΛΕΙΣ ∆ιδακτορικός ή µεταπτυχιακός τίτλος 9,8 Τριτοβάθµια εκπαίδευση 3,9 9,1 Ανώτερης τεχνολ. Εκπαίδευσης 6,7 15,8 Απολυτήριο Μέσης εκπαίδευσης 47 5,6 5,4 15,6 Πηγή: Ε.Σ.Υ.Ε. 29
  30. 30. Απολυτήριο Γυµνασίου 5,5 14,6 Απολυτήριο ∆ηµοτικού 4,1 9,7 Μερικές τάξεις ∆ηµοτικού 4,1 4,0 ∆εν πήγε καθόλου 6,8 5,5 Η κοινωνική θέση48 της γυναίκας ακόµα και σήµερα εξακολουθεί να είναι υποβαθµισµένη σε σχέση µε εκείνη του άνδρα. Η γυναίκα πάντως, είχε άλλοτε λιγότερες ευκαιρίες να διαπράξει διάφορα εγκλήµατα που έχουν σχέση µε την άσκηση επαγγέλµατος και µε τις οικονοµικές συναλλαγές, αφού κατά κανόνα ασκούσε εργασίες που δεν της παρείχαν τέτοιες δυνατότητες (π.χ. ενασχόληση µε το νοικοκυριό ή µε αγροτικές δουλειές). Εξάλλου οι ασθενέστερες µυϊκές δυνάµεις της δεν ευνοούν την ροπή σε πράξεις βίας. Το ανδρικό φύλο δείχνει πολύ µεγαλύτερη εγκληµατική ετοιµότητα από το γυναικείο. Σ’ όλες τις χώρες του κόσµου η γυναικεία εγκληµατικότητα είναι πολύ χαµηλότερη από την αντρική, σε σηµείο ώστε η διάσηµη Αγγλίδα εγκληµατολόγος Barbara Wootton να γράψει ότι «αν οι άνδρες συµπεριφέρονταν όπως οι γυναίκες, οι ποινικοί δικαστές θα ήταν τεµπέληδες και οι φυλακές θα ήταν άδειες»49. Όσο για την αύξηση της γυναικείας εγκληµατικότητας σήµερα, οι περισσότεροι υποθέτουν ότι οφείλεται στην εντονότερη ανάµιξή της στην κοινωνικο – οικονοµική δραστηριότητα, που της παρέχει περισσότερες ευκαιρίες σύγκρουσης συµφερόντων. 48 Κοινωνική θέση: καθορίζεται κυρίως από την κατανοµή της κοινωνικής ισχύος (δηλαδή από την ποσότητα, το βαθµό της κοινωνικής ισχύος και από το είδος της κοινωνικής ισχύος που κατέχει το κάθε άτοµο). Από την κοινωνική θέση απορρέουν συγκεκριµένα δικαιώµατα και υποχρεώσεις. Από την κοινωνική θέση επίσης, εξαρτάται η κατανοµή του κοινωνικού γοήτρου µέσα στους κόλπους ενός κοινωνικού συστήµατος. Οποιαδήποτε εκτίµηση κοινωνικής θέσης κάνουµε, αυτή ισχύει για ένα συγκεκριµένο κοινωνικό σύστηµα, σ’ ένα συγκεκριµένο χρόνο και σε ορισµένο τόπο. 49 Α. Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου, «Παραδόσεις Εγκληµατολογίας, ό.π. σελ.63-69. 30
  31. 31. 11. ΠΟΡΝΕΙΑ: ΕΝΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ: Ο Lobroso και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς, υποστηρίζουν ότι η πορνεία είναι υποκατάστατο της εγκληµατικότητας ειδικά στην γυναίκα. Βέβαια η πορνεία χωρίς να είναι έγκληµα αποτελεί αποκλίνουσα συµπεριφορά50. ∆εν πρέπει όµως να ξεχνάµε ότι τελευταία είναι επίσης διαδεδοµένη και η ανδρική πορνεία, είτε µε πρόσωπα του άλλου φύλου, είτε µε πρόσωπα του ίδιου φύλου. Βέβαιο επίσης είναι ότι η πορνεία, όπως και η εγκληµατική συµπεριφορά, έχει βαθύτερα ψυχικά και κοινωνικά αίτια, ιδίως βαθύ συναισθηµατικό ανικανοποίητο, που έχουν τις ρίζες τους στην παιδική και εφηβική ηλικία. Κάποτε τα βαθιά συναισθηµατικά τραύµατα ή κενά καταλήγουν σε συναισθηµατική και ηθική αδιαφορία, που και αυτή ευνοεί την κατάληξη σε αντικοινωνικές στάσεις51. 50 Αποκλίνουσα συµπεριφορά: συµπεριφορά που αποµακρύνεται από τους γενικά παραδεκτούς κανόνες, δηλαδή από τα κρατούντα πρότυπα οργάνωσης της σκέψης και της συµπεριφοράς που µια κοινωνία ή µια οµάδα επιβάλλει µε διάφορους τρόπους στα µέλη της. Οι αποκλίνουσες συµπεριφορές διακρίνονται στις εξής κατηγορίες: Παραβατικές (που παραβαίνουν έναν κανόνα χωρίς η παραβίαση αυτή να περιέχει αµφισβήτηση ή ενδιαφέρον του δράστη για την ανατροπή του κανόνα). Αντικοµφορµιστικές (ο δράστης θέλει µ’ αυτές να εκφράσει την έµπρακτη απόρριψη του κανόνα). Επαναστατικές (ο δράστης όχι µόνο εκφράζει την αντίθεσή του στον συγκεκριµένο κανόνα που παραβιάζει, αλλά και στο όλο σύστηµα της έννοµης τάξης και των οργάνων που την εκφράζουν. (Α. Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου, «Εγχειρίδιο Εγκληµατολογίας», ό.π., σελ. 37. 51 Α. Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου, «Παραδόσεις Εγκληµατολογίας Α», ό.π., σελ. 68. 31
  32. 32. 12. ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ: Ένας στους δέκα κακοποιούς είναι πλέον γυναίκα. Οι ελληνίδες και αλλοδαπές γυναίκες έχουν πλέον σηµαντικό µερίδιο, της τάξεως του 10% στην εγχώρια εγκληµατικότητα. Το 199452 συνελήφθησαν σε όλη την επικράτεια για διάφορα αδικήµατα 4.651 αλλοδαπές και ελληνίδες ενώ το 1998 ο αριθµός είχε ανέλθει στις 10.168 γυναίκες. Σύµφωνα µε τα στοιχεία της πενταετίας 1994 – 1998 του Υπουργείου ∆ηµόσιας τάξης που αφορούν συλλήψεις γυναικών, οι γυναίκες έχουν πραγµατοποιήσει 3.107 ληστείες, κλοπές και διαρρήξεις, 2.190 έχουν εµπλακεί σε υποθέσεις ναρκωτικών, 1.480 έχουν παραπεµφθεί στη ∆ικαιοσύνη για συµµετοχή σε παράνοµα τυχερά παιχνίδια, 1.403 είναι συνεργοί ανδρών σε υποθέσεις βιασµών, ασελγειών και απαγωγών και τέλος 1.268 έχουν προχωρήσει σε επιθέσεις µε βαριές σωµατικές βλάβες. Το 1998 έχουµε συλλήψεις 255 γυναικών για ανθρωποκτονία και απόπειρα ανθρωποκτονίας. Στις κλοπές σηµαντική συµµετοχή έχουν οι αθίγγανες, οι οποίες αρπάζουν διάφορα τιµαλφή και αντικείµενα αξίας µε τη µέθοδο της απασχόλησης ανυποψίαστων πολιτών. Σύµφωνα µε αναφορές αξιωµατικών της ΕΛ.ΑΣ., το τελευταίο διάστηµα έχουν παρουσιαστεί κρούσµατα στα οποία οικιακοί βοηθοί – συνήθως αλλοδαπές – εκτελούν εντολές από σπείρες κακοποιών και πραγµατοποιούν διαρρήξεις και κλοπές σε σπίτια όπου εργάζονται. Οι γυναίκες επίσης, στις απαγωγές εµφανίζονται συχνά ως συνεργοί των ανδρών. Αργά αλλά σταθερά γυναίκες εµφανίζονται να διαδραµατίζουν κάποιο ρόλο στα οικονοµικά εγκλήµατα, όπως απάτες και τοκογλυφίες. Ειδικά σε χώρους γύρω από τα καζίνα έχουν συλληφθεί γυναίκες που υπόσχονται αναπλήρωση των χαµένων ποσών µε υψηλό, ηµερήσιο τόκο. Πάντα σύµφωνα µε αξιωµατικούς της Ασφάλειας, 52 http://tovima.dolnet.gr/print.php?e=B&f=12852&m=A52&aa=1, 14/12/2006. 32
  33. 33. υπάρχει ένα ποσοστό γυναικών που κινείται µε την µορφή της συνέργιας, σε κυκλώµατα κλεπταποδοχής και αρχαιοκαπηλίας. Μέσα στην τελευταία πενταετία έχουν συλληφθεί 38 γυναίκες ως συνεργοί αρχαιοκάπηλων. Τέλος, στις ανθρωποκτονίες, κύριοι λόγοι είναι η ερωτική ζήλια, η βία στις προσωπικές σχέσεις και λιγότερο λόγοι οικονοµικοί και ιδιοκτησιακοί. Οι γυναίκες αποτελούν ποσοστό 5% των κρατουµένων σε φυλακές όλης της χώρας. Το 2000 στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού βρίσκονταν 336 κρατούµενες, από τις οποίες 105 ήταν υπόδικες και 231 κατάδικες. Από αυτές 170 ήταν Ελληνίδες και 166 αλλοδαπές. Μεταξύ των κρατουµένων βρίσκονταν 26 ανήλικες. Ποινές ισόβιας κάθειρξης εκτίουν 18 γυναίκες. Άλλες 16 γυναίκες είχαν καταδικαστεί µε ποινή 15 χρόνια και άνω, σε 10 – 15 χρόνια κάθειρξης είχαν καταδικαστεί 36 και άλλες 40 σε 5 – 10 χρόνια. Ποινές φυλάκισης από 6 – 12 χρόνια είχαν 24 γυναίκες, από 2 – 5 χρόνια 36, από 1 – 2 χρόνια 30 και τέλος έως 6 µήνες 26. Από τις 336 κρατούµενες, οι 142 γυναίκες είχαν συλληφθεί για διακίνηση και χρήση ναρκωτικών ενώ 3 για χρέη. Οι υπόλοιπες 191 είχαν συλληφθεί και καταδικαστεί για ανθρωποκτονίες, πορνεία, κλοπές και παράνοµη είσοδο στη χώρα, που σε αρκετές περιπτώσεις συνοδεύεται από τα αδικήµατα της πορνείας, της µαστροπείας και της κλοπής. Οι περισσότερες κρατούµενες γυναίκες (κατά το 1994-1995)53, γεννήθηκαν και έζησαν στην Αθήνα, ήσαν ηλικίας 31-40 χρονών, εργάζονταν πριν τον εγκλεισµό τους σε εµπορικά επαγγέλµατα, διέθεταν απολυτήριο δηµοτικού, ήσαν άγαµες, είχαν ένα έως τρία παιδιά 12-17 ετών. Τα παιδιά τους δεν ζούσαν µαζί τους (ούτε τα ήθελαν στη 53 Γ. Πανούσης, Ε. Καραγιαννίδου, Σ. Τσακοτέλλη, Εργαστήριο Εγκληµατολογικών Επιστηµών της Νοµικής Σχολής του ∆ηµοκρίτειου Πανεπιστηµίου Θράκης, Έρευνα µε θέµα: «Συναισθηµατική, οικογενειακή και ερωτική ζωή κρατουµένων γυναικών στην Ελλάδα», Φυλακές Κορυδαλλού, 1994-1995, Κοινωνιόγραµµα, ό.π. τεύχος 61, Ιούλιος- Σεπτέµβριος 2003,. 33
  34. 34. φυλακή), αλλά έµεναν µε τον παππού και τη γιαγιά. ∆εν είχαν «κάνει» σε άλλη φυλακή, ο Κορυδαλλός ήταν γι’ αυτές «καλή» φυλακή, άλλοι συγγενείς τους δεν εκρατούντο σε σωφρονιστικά καταστήµατα. Οι κρατούµενες διέµεναν στα αστικά κέντρα, βρίσκονταν στην παραγωγική ηλικία, η έλλειψη εργασίας δεν φαίνεται να αποτελεί τον κύριο λόγο διάπραξης του εγκλήµατος για το οποίο καταδικάστηκαν. Αναλφάβητες ήταν µόνο οι αγρότισσες, ενώ πολλές είχαν πτυχία και καλή θέση στην κοινωνία. Επιζητούν µεγαλύτερη ενηµέρωση από ηµερήσιο και περιοδικό τύπο, τους αρέσουν τα λογοτεχνικά βιβλία, µορφώνονται από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τα σεµινάρια, επιθυµούν να αλληλογραφούν συχνότερα µε τα παιδιά τους, µε φίλους, µε γονείς ή τους ερωτικούς τους συντρόφους. Γι’ αυτές οι άντρες είναι «σύντροφοι» και «στήριγµα», ενώ ο έρωτας είναι αφοσίωση και αγάπη. Οι περισσότερες κρατούµενες ζουν σε ατοµικά κελιά, έχουν φωτογραφίες, άλλες κρυµµένες, άλλες σε άλµπουµ (των παιδιών και των συγγενών), ενώ το 39,2% έχει αναρτηµένη φωτογραφία των παιδιών και το 21,4% του συζύγου. Εργάζονται για να µειώσουν την ποινή τους και υποστηρίζουν τον διαχωρισµό (κυρίως των χρηστών από τις άλλες). Γενικά έχουν καλές σχέσεις µε το σωφρονιστικό προσωπικό (παρότι θεωρούν ότι δεν είναι επαρκές µορφωτικά και αριθµητικά) και τις συγκρατούµενες ενώ πιστεύουν ότι µετά την αποφυλάκισή τους θα έχουν φιλικές σχέσεις µε (πρώην) συγκρατούµενες. Παρότι δεν µπορούµε να εµπιστευόµαστε πολύ τις διεθνείς στατιστικές της εγκληµατικότητας, διότι άλλο περιεχόµενο έχουν τα εγκλήµατα σε κάθε χώρα, αλλιώς λειτουργεί η Αστυνοµία στην εξιχνίαση ενός εγκλήµατος και αλλιώς συλλέγονται τα στατιστικά στοιχεία, το ποσοστό της γυναικείας εγκληµατικότητας παγκόσµια, είναι 34
  35. 35. γύρω στο 11% επί του συνόλου της εγκληµατικότητας. Σύµφωνα µε στοιχεία της Interpol, µεγάλα ποσοστά εγκληµατικότητας (τα δεδοµένα αφορούν και τα δύο φύλα) εµφανίζονται να έχουν η Φιλανδία, η Σουηδία και η Γερµανία, ενώ η Ελλάδα είναι κάπου κάτω από τη µέση. Πολύ µικρά ποσοστά εγκληµατικότητας έχουν η Πορτογαλία και η Κύπρος. Ανάλογα συµπεράσµατα προκύπτουν και από στοιχεία της Eurostat για τις ανθρωποκτονίες και τα σεξουαλικά εγκλήµατα. Είναι γεγονός ότι παρότι η γυναικεία εγκληµατικότητα έχει αυξηθεί σε σχέση µε το παρελθόν, οι γυναίκες διαπράττουν πολύ λιγότερα εγκλήµατα από τους άνδρες. 35
  36. 36. 13. Α. ΒΙΑ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (ή «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΘΥΜΑ…) Είναι πολύ σηµαντικό στο σηµείο αυτό, να διευκρινίσουµε τις µορφές βίας που εκδηλώνονται στις προσωπικές σχέσεις γιατί είναι ένα πολύ διαδεδοµένο φαινόµενο, ειδικά στην εποχή µας που η ανθρώπινη ελευθερία και αξιοπρέπεια χάνουν όλο και περισσότερο την αξία τους. Έχουµε διάφορες µορφές βίας, εκδηλώνονται κυρίως από άνδρες εναντίον γυναικών και αναλυτικά είναι: 1. Σωµατική βία υπάρχει σε περιπτώσεις: ∆ολοφονίας, ξυλοδαρµού, σεξουαλικής κακοποίησης, επιθέσεων, περιορισµού κινήσεων. Είναι η πιο επικίνδυνη µορφή βίας. Μια σωµατικά κακοποιηµένη γυναίκα έχει σίγουρα κακοποιηθεί και ψυχολογικά. 2. Ψυχολογική βία έχουµε: • Όταν ο άντρας ελέγχει την κάθε κίνηση της συντρόφου του και κατακρίνει τις σχέσεις της µε τους άλλους ανθρώπους. • Όταν την αποµονώνει κοινωνικά από φίλους και συγγενείς. • Όταν συστηµατικά την ταπεινώνει και την υποτιµά, όταν την εκβιάζει και την εξευτελίζει. • Όταν την απειλεί ότι θα της πάρει τα παιδιά. • Όταν την διαβεβαιώνει ότι δεν µπορεί να τα καταφέρει µόνη της και ότι χωρίς αυτόν δεν θα τα βγάλει πέρα. 3. Σεξουαλική βία υπάρχει σε περιπτώσεις: Συζυγικού βιασµού, σεξουαλικής παρενόχλησης, αναγκαστικής εγκυµοσύνης, αναγκαστικής στείρωσης, 36
  37. 37. αναγκαστικής εκπόρνευσης, επιβλαβών πρακτικών (π.χ. ακρωτηριασµός γεννητικών οργάνων). 4. Οικονοµική βία υπάρχει σε περιπτώσεις: Ελέγχου και διαχείρισης οικογενειακού εισοδήµατος, αρπαγής µισθού, απαγόρευσης µόρφωσης, στέρησης ρουχισµού, τροφής, φαρµάκων, κ.λ.π. Ο κύκλος της βίας από την πλευρά του επιτιθέµενου ακολουθεί τα παρακάτω στάδια : 1. Επίθεση, 2. Μετάνοια, 3. Συγγνώµη, 4. Φροντίδα θύµατος, 5. Υποσχέσεις ότι δεν θα επαναληφθεί, 6. Περίοδος συµφιλίωσης κ΀

×