H σπηλιά του Πλάτωνα και το Matrix

499 views

Published on

Published in: Education
0 Comments
0 Likes
Statistics
Notes
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

No Downloads
Views
Total views
499
On SlideShare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
1
Actions
Shares
0
Downloads
0
Comments
0
Likes
0
Embeds 0
No embeds

No notes for slide

H σπηλιά του Πλάτωνα και το Matrix

  1. 1. Ο Μύθος του Σπηλαίου του Πλάτωνα, οι ομοιότητές του με τοMatrix και η σύγρονη ερμηνεία τουΟ Μύθος με τη σπηλιά στην Πολιτεία του ΠλάτωναΗ Πολιτεία περιλαμβάνει την Αλληγορία του σπηλαίου, με την οποία ο Πλάτωνεξηγεί τη Θεωρία των Ιδεών του.Η σημερινή κατάσταση του ανθρώπου, λόγω απαιδευσίας, μπορεί νααναπαρασταθεί άψογα από τον περίφημο μύθο του σπηλαίου που διηγείται οΠλάτωνας, στην αρχή του έβδομου βιβλίου της Πολιτείας του.Ο άνθρωπος ζει σε μια ψευδαίσθησηΣύμφωνα με τον αλληγορικό μύθο οι άνθρωποι ζούμε σαν φυλακισμένοι μέσα στιςπαραισθήσεις και τις αυταπάτες μας και δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την αλήθειαγιατί μας εμποδίζουν τα δεσμά των αισθήσεων αλλά και τα δεσμά των εξουσιαστών,που χειραγωγούν τις αισθήσεις μας ώστε να αντιλαμβανόμαστε μόνο τηνπραγματικότητα όπως την καθορίζουν εκείνοι.Κάποια στιγμή μερικοί δεσμώτες απαλλάσσονται επιτέλους από την επιρροή τωνδογμάτων, χάρη στην παιδεία και τον ορθό λόγο και επιτέλους με καθαρή σκέψημπορούν να γνωρίσουν την αλήθεια βασιζόμενοι σε αποδείξεις.Ο μύθος του σπηλαίουAπατηλές παραστάσειςΟ μύθος αυτός διηγείται πως σε ένα σπήλαιο, κάτω από τη γη, βρίσκονται μερικοίάνθρωποι αλυσοδεμένοι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να δουν μόνο τοναπέναντί τους τοίχο. Δεν μπορούν να κοιτάξουν ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτεαριστερά. Πίσω τους ωστόσο είναι αναμμένη μια φωτιά. Έτσι οτιδήποτε εκδηλώνεταιπίσω από την πλάτη τους αναπαριστάνεται ως σκιά στον απέναντι τους τοίχο. Επειδήοι άνθρωποι αυτοί σε ολόκληρη τη ζωή τους τα μόνα πράγματα που έχουν δει είναι οισκιές των πραγμάτων, έχουν την εντύπωση ότι οι σκιές που βλέπουν πάνω στοντοίχο είναι τα ίδια τα πράγματα. Εάν όμως κάποιος από τους αλυσοδεμένουςανθρώπους του σπηλαίου κατορθώσει να ελευθερωθεί, να βγει από τη σπηλιά και ναανέβει πάνω στη γη και, κάτω από το φως του ήλιου πλέον, δει τα πράγματα, θακαταλάβει την πλάνη στην οποία ζούσε όσο ήταν μέσα στη σπηλιά. Θα αντιληφθείτότε ότι οι σύντροφοι του, που εξακολουθούν να βρίσκονται αλυσοδεμένοι στοσπήλαιο, ακόμη ζουν βυθισμένοι μέσα στις ψευδαισθήσεις.Η ερμηνεία του μύθου από τον μεγάλο μας φιλόσοφοΠλάτωνΚατά τον Πλάτωνα, ο απελεύθερος δεσμώτης είναι ο φιλόσοφος, ο οποίος βλέπει ταίδια τα όντα, τις ιδέες, και όχι τα είδωλά τους. Οι αλυσοδεμένοι σύντροφοι του είναιοι κοινοί άνθρωποι που, έχοντας εθισθεί στις απατηλές παραστάσεις των αισθητώνπραγμάτων, ζουν, χωρίς να το ξέρουν, μέσα στο ψέμα. Πάντοτε βέβαια, για τονΠλάτωνα, υπάρχει η δυνατότητα απεμπλοκής των αλυσοδεμένων ανθρώπων από τιςπλάνες τους. Για να το πετύχουν αυτό, χρειάζεται να αποδεσμευτούν από τις αλυσίδες
  2. 2. τους. Αυτές συμβολίζουν τις αισθήσεις τους, που τους υποχρεώνουν να παρατηρούνμόνο τα απατηλά είδωλα των ιδεών, των αληθινών όντων. Αντί για τις αισθήσειςτους όμως θα πρέπει να εμπιστευτούν το νου τους.Ο ρόλος του Μύθου και η θέση του Φιλόσοφου στην Πολιτεία του Πλάτωνα Ο φιλόσοφος - ηγέτηςΗ αλληγορία του σπηλαίου είναι μια προσπάθεια τεκμηρίωσης της θέσης τουφιλόσοφου ως βασιλιά στην Ιδεώδη Πολιτεία. Οι φυλακισμένοι αρχίζουν νααποδίδουν τα μη πραγματικά σχήματα των σκιών με όρους και έννοιες, ενώπιστεύουν ότι οι σκιές αυτές είναι η πραγματικότητα.Το ότι οι φυλακισμένοι, ωστόσο, μπορούν να δουν μόνο τις σκιές αυτές, δε σημαίνειότι ο υπαρκτός κόσμος περιορίζεται μόνο μες στο σπήλαιο. Αν κάποιοι καταφέρουννα λυθούν από τις αλυσίδες και βγουν από το σπήλαιο, θα τυφλωθούν από τη λάμψητου Ήλιου και θα επιστρέψουν πίσω. Αν, ωστόσο, συνηθίσουν το φως, θα δουνκαθαρά τον Ήλιο, που συμβολίζει το Αγαθό, και θα καταλάβουν ότι όσα έβλεπαν μεςστο σπήλαιο ήταν απλά αντίγραφα των αληθινών. Ίσως σκεφτούν να επιστρέψουνπίσω, λυπούμενοι τους φυλακισμένους συντρόφους τους. Πίσω, όμως, στο σπήλαιο,δε θα μπορούν να συνηθίσουν στο σκοτάδι, και, προσπαθώντας να διδάξουν στουςυπόλοιπους την αλήθεια, ίσως δεχτούν το μίσος και την αντίδρασή τους.Σωκράτης : « -Και αν κανείς ήθελεν να επιχειρήσει να τους λύσει από τα δεσμά τουςκαι να τους ανεβάσει, δεν θα ήσαν ικανοί να τον σκοτώσουν αν ημπορούσαν να τονπιάσουν στα χέρια τους; Αφου θα θεωρούσαν ότι θέλει να τους κάνει κακό και νατους τυφλώσει ενώ αυτός θέλει να τους δείξει το μόνο αληθινό Φώς.» Γλαύκων : «-Το δίχως άλλο!». Έχουμε πολλά θλιβερά ιστορικά παραδείγματα εν προκειμένω. Οίδιος ο Σωκράτης είχε τραγικό τέλος, επειδή εισήγαγε καινά δαιμόνια...Ωστόσο, όσοι ελευθερώθηκαν, οι φιλόσοφοι, έχουν χρέος να επιστρέψουν πίσω καινα διδάξουν και τους υπόλοιπους.Συχνά, ο Ήλιος, που συμβολίζει το Αγαθό, ωθεί στην ερμηνεία του Μύθου τουΣπηλαίου από θρησκευτικής απόψεως: χωρίς Θεό, οι άνθρωποι ζουν μες τοσκοτάδι.Ο κόσμος μέσα στο σπήλαιο, για ολόκληρο το έργο της Πολιτείας, εκφράζει τηνεμμονή στα αισθητά πράγματα, όσων μπορούν οι άνθρωποι να αντιληφθούν με τιςαισθήσεις τους, ενώ η άνοδος στον πραγματικό κόσμο και η όραση των αληθινώνΙδεών υπό το φως του Ήλιου οδηγούν στην κατα τον Πλάτωνα απόλυτη αλήθεια :Την εναρμόνιση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση τουλογιστικού.Καθηλωμένοι στην ίδια θέση οι έγκλειστοι βλέπουν μόνο σκιές και, ελλείψει άλλωνερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Τα δεσμά τούς στερούνκάθε δυνατότητα κίνησης, αυτενέργειας και διεύρυνσης του οπτικού τους πεδίου.Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνον όρασης αλλά και αυτή δεν είναιάλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αναντίρρητη αποδοχή τωνδεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη.
  3. 3. Η ανάβαση στον κόσμο του φωτός συνιστά μια πορεία, η οποία ξεκινώντας από μιααρνητική γνώση, από τη γνώση "του τι δεν είναι", απολήγει στην αυτογνωσία και τηνκοσμογνωσία. Ο κόσμος του σπηλαίου απεικονίζει την εμμονή της ψυχής στοαισθητόν, την υπερεκτίμησή του, την παντελή κυριαρχία των αισθήσεων και τουεπιθυμητικού τμήματός της επί του λογιστικού. Η προσκόλληση στο γίγνεσθαιεπιφέρει ψυχική σύγχυση, νόσον, ενώ η θέασις των όντων εσωτερική ισορροπία , τηνεναρμόνιση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικούμέρους της. Για τον Πλάτωνα, το αίτημα της αυτογνωσίας είναι πρωταρχικό. Ακόμηκι αν δε βρεθεί ποτέ ο φιλόσοφος -ηγέτης που θα διοικήσει την ιδανική πολιτεία,κάθε άνθρωπος χωριστά θα πρέπει να επιδιώξει τουλάχιστον να ρυθμίσει τοπολίτευμα της ψυχής του.Η ερμηνεία της αλληγορίας του σπηλαίου του Πλάτωνα στη σύγχρονη εποχήΜΜΕ και ΠροπαγάνδαΟι άνθρωποι, από αρχαιότατες εποχές ως σήμερα, ζούμε φυλακισμένοι στα σώματάμας, μέσα στις παραισθήσεις, τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες μας πουδημιουργούνται από τον εγωκεντρισμό, την επιθυμία για απόκτηση και εξουσία, τονατομικισμό, την αδιαφορία για τους άλλους, την προσκόλληση μόνο στις σωματικέςμας ανάγκες και σε αυτές που μας προστάζει η αυτοϊκανοποίηση του εαυτούλη μαςκαι την άκριτη υπακοή σε αυτό που μας παρουσιάζουν ως πραγματικό και ως τηνμοναδική μας επιλογή για ζωή. Για να γνωρίσουμε την αλήθεια, πρέπει ν’αποτινάξουμε τα δεσμά των αισθήσεων αλλά και τα δεσμά των ποικίλωνεξουσιαστών, που αφήνουν ν’ αντιλαμβανόμαστε μόνο τα αντίγραφα και τιςαπατηλές σκιές της πραγματικότητας.Έρχεται όμως κάποια στιγμή, που κάποιοι δεσμώτες, καταφέρνουν ν’ απαλλαγούναπ’ την επιρροή των αισθήσεων και των δογμάτων και να γνωρίσουν την αλήθεια,βασιζόμενοι στις αποδείξεις που τους παρέχει μόνο ο ορθός λόγος και η καθαρήσκέψη. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι φιλόσοφοι και οι «πεπαιδευμένοι», οιμορφωμένοι, που η παιδεία τους δείχνει τον τρόπο πώς, ξεγλιστρώντας μέσα από ταποικίλα δογματικά δίχτυα, να ξεφύγουν από τη μοίρα των δεσμωτών της σπηλιάς…Άλλωστε ο κόσμος του σπηλαίου και όσα διαδραματίζονται εντός του είναι τόσοδεδομένος, ώστε να μη γεννά την παραμικρή αμφιβολία για το αν είναι αληθινός.Ωστόσο αυτό συμβαίνει και στη δική μας πραγματικότητα που δεδομένα και αληθινάθεωρούνται μόνο όσα μας δείχνουν τα ΜΜΕ, όσα μάθαμε στο σχολείο, όσααντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας όχι όμως με τον νου μας, όσες επιθυμίεςαπορρέουν από τις σωματικές μας ανάγκες αλλά και τις ανάγκες επιβεβαίωσης τουυπέρμετρου εγώ μας με αποτέλεσμα όλα αυτά να έχουν οδηγήσει τον άνθρωπο στηψευδαίσθηση πως είναι μόνος του και ο μόνος τρόπος να επιβιώσει είναι εις βάροςτων άλλων και της φύσης.Οι ομοιότητες με την ταινία Matrixο κόσμος του Μάτριξ (σπηλιά -ΜΗΤΡΑ - matrix)Ο πυρήνας του μύθου του σπηλαίου ξαναπροτάθηκε, σε σύγχρονη εκδοχή, στηνταινία το Matrix (1999) των αδερφών Andy και Larry Wachowsky (Γουατσόφσκυ).Η ταινία, ως γνωστόν, περιγράφει ένα μέλλον στο οποίο ο κόσμος όπως τον ξέρουμεεμείς είναι ουσιαστικά το Matrix, μια εικονική πραγματικότητα που
  4. 4. δημιουργήθηκε και συντηρείται από νοήμονες μηχανές προκειμένου να κατευνάσει,υποτάξει και εκμεταλλευτεί τον ανίδεο ανθρώπινο πληθυσμό ως πηγή ενέργειας(παραγωγής και κατανάλωσης, θα λέγαμε).Όπως στο μύθο του σπηλαίου, ο κόσμος του Μάτριξ (σπηλιά -ΜΗΤΡΑ - matrix) ,είναι ένας κόσμος παραισθήσεων. Οι άνθρωποι ζουν και κινούνται σε αυτόν, χωρίςνα υποψιάζονται την πραγματική «ψεύτικη» κατάστασή του. Η ταινία αναφέρεταιδήθεν στο μέλλον, για ευνόητους λόγους, ενώ περιγράφει γλαφυρά τη σύγχρονηκατάσταση της ανθρωπότητας. Στην πρώτη ταινία της σειράς, ο ήρωας ο Neo,διαλέγει το κόκκινο χάπι που του επιτρέπει να προχωρήσει στην αφύπνιση. ΟΣκοτεινός, όπως τον αποκαλούσαν, Ηράκλειτος δηλώνει χαρακτηριστικά :« ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΥΠΝΗΤΟΥΣ. ΟΙΚΟΙΜΙΣΜΕΝΟΙ ΖΟΥΝ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟ».Όμως δεν θέλουν όλοι οι άνθρωποι να ξεφύγουν από το Μάτριξ!.. Δεν είναι όλοιέτοιμοι να αντικρούσουν την φοβερή πραγματικότητα. Θέλουν σαν το Σάιφερ ναζουν στον ψεύτικο κόσμο. Όταν τους δίνουν «το κόκκινο και το μπλε χάπι», δενεπιλέγουν οι περισσότεροι το κόκκινο που θα τους οδηγήσει στο «ξύπνημα».Προτιμούν να μένουν στο όνειρο, παρά να αντιληφθούν το μέγεθος του εφιάλτη στονοποίο είναι έτσι κι αλλιώς μπλεγμένοι. Aπό την ταινία the MatrixΟι παρόμοιες ερμηνείες του Μύθου και της ταινίας Μάτριξ στη σημερινήπραγματικότηταΟμοιότητες του μύθου με το ΜάτριξΔεν μπορούμε να αναγκάσουμε κανένα να ξυπνήσει με το ζόρι. Αυτό όμως πουέχουμε υποχρέωση είναι να καταστήσουμε εμφανή και προσβάσιμη την έξοδο από τοτούνελ γι αυτούς, που έχουν κουραστεί να ζουν στο όνειρο-εφιάλτη και η ψυχή τουςείναι έτοιμη να ανθίσει στη συνειδητότητα. Δεν είναι χρήσιμο να περιμένουμε τηνέλευση του Νέου (Νήο=New) εκλεκτού για να μας σώσει από τη μηχανικότητα, γιατίμόνο ο καθένας μπορεί, με τη δική του προσπάθεια και τη σχετική εξωτερικήβοήθεια, να γίνει o σωτήρας του εαυτού του. Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσοζοφερά. Αυτή είναι η μία πλευρά της Σελήνης, η σκοτεινή. Υπάρχει όμως και η άλληπου μας κάνει να είμαστε, υπό όρους, αισιόδοξοι....Είναι η πλευρά που υπάρχειστην έξοδο του σπηλαίου....
  5. 5. Όλη η συζήτηση του Σωκράτη και του Γλαύκωνα για τον Μύθο με τη σπηλιά ΣΩΚΡΑΤΗΣ-ΓΛΑΥΚΩΝΠαρακάτω σας παραθέτουμε ολόκληρο τον διάλογο που είχε ο Σωκράτης και οΓλαύκων όπου γίνεται η αφήγηση της αλληγορικής ιστορίας με το σπήλαιο τουΠλάτωνα και υπάρχει στην Πολιτεία του Πλάτωνα από 514α μέχρι 521β :Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ (ΣΩΚΡΑΤΗΣ‐ΓΛΑΥΚΩΝ) :  ΣΩΚΡΑΤΗΣ:  Λοιπόν,  είπα,  ύστερ’  απ’  αυτά,  παρομοίασε  με  μια  εικόνα  σαν  κι  αυτή  την ανθρώπινη  φύση  αναφορικά  με  την  παιδεία  και  την  απαιδευσία.  Φαντάσου  δηλαδή ανθρώπους σε υπόγειο οίκημα με μορφή σπηλιάς, που έχει την είσοδό του ανοιχτή προς το φως της μέρας, που το μάκρος της πιάνει πέρα πέρα όλη τη πρόσοψη της σπηλιάς  και να βρίσκονται εκεί από την παιδική τους ηλικία αλυσοδεμένοι και στα σκέλη και στον αυχένα, ώστε να μένουν με το σώμα τους ακίνητο, έτσι που να μην βλέπουν παρά μόνο ό,τι είναι μπροστά  τους,  ενώ  δεν  έχουν  την  δυνατότητα,  εξαιτίας  της  αλυσίδας,  να  περιφέρουν ολόγυρα  το  κεφάλι  τους.  Και  πίσω  τους,  σε  αρκετή  απόσταση,  σ’  επίπεδο  ψηλότερο  απ’ αυτούς  ν’  ανάβει  φως  από  φωτιά  και  στο  ενδιάμεσο,  ανάμεσα  στη  φωτιά  και  τους δεσμώτες, δρόμος ανηφορικός και παράλληλα μ’ αυτόν να’ ναι χτισμένος μαντρότοιχος, να, σαν τα χαμηλά διαφράγματα που τοποθετούν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές, πάνω απ’ τα οποία δείχνουν τα ταχυδακτυλουργικά τους. ΓΛΑΥΚΩΝ Βλέπω, είπε ο Γλαύκων. ΣΩ. Βλέπε λοιπόν ανθρώπους να κουβαλούν, παράλληλα με αυτόν τον μαντρότοιχο, σκεύη κάθε  λογής,  υψωμένα  πάνω  απ’  τον  μαντρότοιχο,  και  ανδριάντες  και  άλλα  ομοιώματα ανθρώπων και ζώων, λίθινα και ξύλινα, φιλοτεχνημένα με κάθε τρόπο κι όπως θα περίμενε κανείς, άλλους απ’ τους διερχόμενους αχθοφόρους να μιλούν, άλλους να σιωπούν. ΓΛ. Παράξενη εικόνα περιγράφεις, είπε, και παράξενους δεσμώτες. ΣΩ.  Ολόιδιους  με  μας,  αποκρίθηκα  γιατί  πιστεύεις  ότι  άνθρωποι  σε  τέτοια  κατάσταση πρώτα  πρώτα  θα  έχουν  δει  τίποτ’  άλλο  εκτός  απ’  τις  σκιές  του  εαυτού  τους  και  των συνδεσμωτών τους, που τις σχηματίζει η λάμψη της φωτιάς στον απέναντι απ’ αυτούς τοίχο της σπηλιάς; 
  6. 6. ΓΛ. Μα γίνεται να δουν τίποτ’ άλλο, είπε, εφόσον είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους; ΣΩ. Και τι θα ‘χουν δει απ’ εκείνους τους διερχόμενους αχθοφόρους; τίποτ’ άλλο, εκτός απ’ τις σκιές τους; ΓΛ. Μόνο αυτές, βέβαια. ΣΩ. Λοιπόν, αν είχαν τη δυνατότητα να κουβεντιάζουν μεταξύ τους, δεν έχεις τη γνώμη ότι θα νόμιζαν πως οι σκιές που βλέπουν είναι πραγματικά αντικείμενα; ΓΛ. Οπωσδήποτε. ΣΩ.  Και  τι  νομίζεις,  αν  απ’  τα  βάθη  του  δεσμωτηρίου  η  ηχώ  αναμετέδιδε  τις  φωνές,  κάθε φορά  που  κάποιος  απ’  τους  διερχόμενους  θα  μιλούσε,  πιστεύεις  ότι  θα  φαντάζονταν  ότι κάτι άλλο βγάζει φωνή και όχι οι σκιές των διερχόμενων; ΓΛ. Μα τον Δία, όσο για μένα, τίποτ’ άλλο. ΣΩ. Λοιπόν, είπα, άνθρωποι σε αυτή την κατάσταση  θα πίστευαν ως πραγματικό μόνο  τις σκιές των αντικειμένων που εμφανίζονται και τίποτ’ άλλο; ΓΛ. Σίγουρα, μόνο τις σκιές. ΣΩ. Σκέψου λοιπόν, είπα, τι λογής θα μπορούσε να είναι η απολύτρωση και η γιατρειά τους απ’ τα δεσμά και την άγνοιά τους, αν με φυσική ακολουθία συνέβαιναν πράματα σαν και τούτα:  κάθε  φορά  που  κάποιος  θα  λυνόταν  απ’  τα  δεσμά  του  και  θα  ‘νιωθε  ξαφνικά  την ανάγκη να σηκωθεί όρθιος και να περιστρέφει τον αυχένα του και να βαδίζει και να υψώνει το  βλέμμα  του  προς  το  φως,  και  κάνοντας  αυτές  τις  κινήσεις  θα  ‘νιωθε  πόνο  και, θαμπωμένος απ’ τον φως, θ’ αδυνατούσε να αντικρίζει εκείνα που προηγουμένως έβλεπε τις σκιές τους  λοιπόν, τι κατά τη γνώμη σου θ’ απαντούσε αυτός, αν κάποιος του έλεγε ότι εκείνα  που  έβλεπε  τότε  ήταν  ανοησίες,  τώρα  όμως  βλέπει  κάτι  που  βρίσκεται  κάπως  πιο κοντά  στην  αλήθεια  και  το  βλέμμα  του  έχει  στραφεί  σε  πράγματα  πιο  αληθινά  –  βλέπει λοιπόν  πιο  σωστά;  Και  βέβαια,  αν  δείχνοντάς  του  ξεχωριστά,  ένα  προς  ένα,  αυτά  που περνούν μπροστά του, τον ανάγκαζε να απαντήσει στις ερωτήσεις του, τι να ‘ναι αυτά, τι θ’ αποκρινόταν; δεν πιστεύεις ότι θα τα ‘χε χαμένα και θα θεωρούσε ότι βρίσκονται πιο κοντά στην αλήθεια τα όσα έβλεπε τότε απ’ αυτά που του δείχνουν τώρα; ΓΛ. Θ’ αποκρινόταν, είπε, ότι ναι, εκείνα βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην αλήθεια. ΣΩ.  Λοιπόν,  κι  αν  τον  υποχρέωνε  να  στρέψει  το  βλέμμα  του  προς  το  ίδιο  το  φως,  δε  θα ‘νιωθε πονόματο και δε θα προσπαθούσε να τα’ αποφύγει, στρέφοντας το βλέμμα του προς εκείνο που χωρίς δυσκολίες αντικρίζει και δε θα νόμιζε ότι τωόντι είναι πιο ξεκάθαρα απ’ αυτά που του δείχνουν; ΓΛ. Ναι, αυτό θα νόμιζε, είπε. ΣΩ. Κι αν, είπα, κάποιος τον έσερνε βίαια απ’ τη σπηλιά μέσ’ απ’ την τραχιά και απότομη ανάβαση,  και  δεν  τον  άφηνε  πριν  τον  σύρει  έξω,  στο  φως  του  ήλιου,  άραγε  δε  θα  ‘ταν 
  7. 7. μαρτύριο γι’ αυτόν και δε θ΄ αγαναχτούσε που τον σέρνουν μ’ αυτό τον τρόπο; και, όταν θα ‘φτανε στο φως, έχοντας τα μάτια πλημμυρισμένα απ’ τη λάμψη του ήλιου, θα μπορούσε να βλέπει τίποτε, έστω κι ένα, απ’ αυτά που τώρα λέγονται αληθινά; ΓΛ. Αποκλείεται έτσι ξαφνικά. ΣΩ. Αν όμως είχε σκοπό να δει όσα βρίσκονται εκεί ψηλά, θα έπρεπε να εξοικειωθεί έτσι, θα ‘βλεπε στην αρχή πιο εύκολα τις σκιές, κι ύστερ’ απ’ αυτές τα είδωλα και των ανθρώπων και  των  αντικειμένων,  όπως  αντικατοπτρίζονται  μες  στο  νερό,  κι  ύστερα  τα’  αντικείμενα αυτά καθαυτά κατόπι θα ύψωνε τη ματιά του και θ’ αντίκριζε ευκολότερα, τη νύχτα, τα όσα βρίσκονται  στον  ουρανό  και  το  ίδιο  το  στερέωμα  τ’  ουρανού,  αντικρίζοντας  το  φως  των άστρων και της σελήνης ευκολότερα απ’ ότι τη μέρα τον ήλιο και το φως του ήλιου. ΓΛ. Οπωσδήποτε. ΣΩ.  Και  τέλος‐  τέλος,  πιστεύω,  τον  ήλιο,  όχι  μες  στα  νερά  ούτε  το  είδωλό  του,  όπως αντανακλάται  από  άλλη  θέση,  αλλά  θα  μπορούσε  να  τον  αντικρίσει  αυτόν  καθαυτόν  στη φυσική του θέση, και να παρατηρήσει πως είναι. ΓΛ. Αυτό επιβάλλει η ανάγκη, είπε. ΣΩ. Και κατόπι θα κατέληγε πια στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι που  κάνει τις εποχές και τα έτη και που εποπτεύει όλα όσα βρίσκονται στο πεδίο της όρασής μας. Και κατά κάποιο τρόπο είναι αίτιος για όλα όσα εκείνοι έβλεπαν στη σπηλιά. ΓΛ. Είναι φανερό ότι σ’ αυτό το συμπέρασμα θα κατέληγε ύστερ’ απ’ τα παραπάνω. ΣΩ. Τί λοιπόν; δεν πιστεύεις ότι αυτός, ανακαλώντας στη μνήμη του την πρώτη κατοικία του και  τη  γνώση,  που  είχαν  εκεί  αυτός  και  οι  συγκρατούμενοί  του  εκείνο  τον  καιρό,  θα μακάριζε τον εαυτό του για την αλλαγή και θα ‘νιωθε οίκτο για τους άλλους; ΓΛ. Και με το παραπάνω. ΣΩ.  Και  νομίζεις  ότι,  για  τις  τιμητικές  διακρίσεις  και  για  τους  επαίνους  που  απένειμαν αναμεταξύ  τους  οι  δεσμώτες  και  για  τις  αμοιβές  εκείνου  που  διέκρινε  με  μοναδική οξυδέρκεια  τις  σκιές  των  όσων  περνούσαν  μπροστά  τους  και  συγκρατούσε  καλύτερα  την κανονικότητα με την οποία οι σκιές εμφανίζονταν πρώτες ή τελευταίες  ή σύγχρονα με τις άλλες, ώστε αξιοποιώντας αυτή την ικανότητά του να βρισκόνταν σε προνομιακότερη θέση να  κάνει  προβλέψεις,  ποια  σκιά  θα  παρουσιαζόταν  σε  μια  ορισμένη  στιγμή  –  τι  λες;  Θα ένιωθε λαχτάρα γι’ αυτά και θα ζήλευε τους συνδεσμώτες του που έπαιρναν τιμές κι είχαν επιρροή ανάμεσά τους ή θα βρίσκονταν στην κατάσταση που λέει ο Όμηρος ότι βρέθηκε ο Αχιλλέας  και  θα  επιθυμούσε  μ’  όλη  τη  δύναμη  της  ψυχής  του:  Κάλλιο  στη  γης  να ξενοδούλευα ξωμάχος, ρογιασμένος σ’ αφέντη που ‘χασε τον κλήρο του κι είναι το βιός του λίγο και να ξεπέσει σ’ οποιονδήποτε άλλη κατάσταση, παρά να πιστεύει εκείνα και να ζει μια τέτοια ζωή. ΓΛ. Κι εγώ αυτό πιστεύω, είπε θα προτιμούσε να ξεπέσει σ’ οποιαδήποτε κατάσταση παρά να ζει μ’ εκείνο τον τρόπο. 
  8. 8. ΣΩ.  Και  κάνε  και  την  εξής  υπόθεση,  του  είπα.  Αν  ένας  τέτοιος  άνθρωπος  κατέβαινε  ξανά εκεί κάτω και έπαιρνε την προηγούμενη θέση του, άραγε δε θα τύλιγε τα μάτια του πυκνό σκοτάδι, έτσι που ξαφνικά γύρισε απ’ τον ήλιο; ΓΛ. Σίγουρα, είπε. ΣΩ. Κι αν υποχρεωθεί λοιπόν αυτός ο άνθρωπος να λέει τη γνώμη του  για κείνες τις σκιές που διαβαίνουν και να διαγωνιστεί μ’ εκείνους που δεν έπαυσαν ποτέ να είναι δεσμώτες, όσο  τον  ταλανίζει  το  πρόβλημα  που  θα  έχει  στα  μάτια  του,  πριν  αυτά  εξοικειωθούν  (κι  ο χρόνος  αυτής  της  εξοικείωσης  δε  θα  είναι  και  τόσο  λίγος),  δε  θα  προξενούσε  λοιπόν  τα γέλια  και  δε  θα  ΄λεγαν  γι’  αυτόν  ότι,  με  το  ν’  ανέβει  εκεί  πάνω  να  ‘τον  που  γύρισε  με χαλασμένα τα μάτια, κι ότι δεν αξίζει καν τον κόπο να επιχειρήσει κανείς την ανάβαση εκεί ψηλά  και,  αν  με  κάποιο  τρόπο  μπορούσαν  να  βάλουν  στο  χέρι  τους  και  να  σκοτώσουν όποιον θα επιχειρούσε να τους λύσει απ’ τα δεσμά τους και να τους οδηγήσει επάνω, στο φως, δε θα ήταν ικανοί να τον σκοτώσουν. ΓΛ. Χωρίς άλλο, είπε. ΣΩ. Λοιπόν αγαπητέ μου Γλαύκων, αυτή την αλληγορική εικόνα πρέπει να τη συσχετίσουμε μ’  αυτά  που  λέγαμε  πρωτύτερα:  το  οίκημα  του  δεσμωτηρίου  είναι  αυτός  ο  κόσμος,  που αντικρίζουμε με την όρασή μας• το φως της φωτιάς που φωτίζει τη σπηλιά είναι η ενέργεια του ήλιου• κι αν παραβάλουμε την ανάβαση εκεί ψηλά και τη θέση των όσων βρίσκονται εκεί  με  την  άνοδο  της  ψυχής  στο  νοητό  τόπο,  θα  ‘χεις  εύστοχα  κατανοήσει  ποιες  είναι  οι προσδοκίες  μου  …Τώρα  δική  μας  υπόθεση  είναι,  είπα,  των  ιδρυτών  της  πολιτείας,  τους χαρισματικούς πολίτες να τους οδηγήσουμε αναγκαστικά στο μάθημα, που προηγουμένως είπαμε  ότι  είναι  το  μέγιστο,  και  ν’  αντικρίσουν  το  αγαθόν  και  να  επιχειρήσουν  εκείνη  την ανάβαση, κι όταν τέλος ανεβούν, να μην τους επιτρέπεται αυτό που τους επιτρέπεται τώρα. ΓΛ. Τι ακριβώς; ΣΩ.  Το  να  μένουν  συνεχώς  εκεί  πάνω  και  να  μη  θέλουν  να  κατέβουν  και  να  γυρίσουν  σ  ‘ εκείνο  το  σπήλαιο  των  δεσμωτών  και  να  μοιράζονται  μ’  εκείνους  τους  μόχθους  και  τις τιμητικές διακρίσεις τους, είτε αυτές είναι κατώτερες είτε σημαντικότερες. ΓΛ.  Αν  καταλαβαίνω  καλά,  είπε,  θα  τους  αδικήσουμε  και  θα  τους  υποχρεώσουμε  να  ζουν χειρότερα, την ώρα που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ζουν καλύτερα. ΣΩ.  Φίλε  μου,  ξέχασες  και  πάλι  ότι  ο  νόμος  δε  νοιάζεται  γι’  αυτό,  πώς  μια  κατηγορία πολιτών θα απολαμβάνει εξαιρετική ευτυχία, αλλά κινεί τους μηχανισμούς ώστε το αγαθό αυτό να τα’ απολαύσει όλη η πόλη, οδηγώντας τους πολίτες με πειθώ και με εξαναγκασμό σε  σύμπνοια  υποχρεώνοντάς  τους  να  μεταδίδουν  ο  ένας  στον  άλλο  την  ωφέλεια  που  ο καθένας  τους  θα  είναι  σε  θέση  να  προσφέρει  στα  κοινά.  Κι  ο  ίδιος  νόμος  επιδιώκει  ν’ αναδείξει  τέτοιους  άνδρες  στην  πόλη,  όχι  για  να  τους  δώσει  το  ελεύθερο  να  στραφεί  ο καθένας τους όπου θέλει, αλλά για να τους αξιοποιήσει στο έπακρο για να δεθεί η πόλη με δεσμούς φιλίας. 

×