Ο πρώτος τόμος του «ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ» με τον υπότιτλο «Γκαρνιζόν Ουσιάκ» κάλυπτε τα
χρόνια της αιχμαλωσίας του έφεδρου, τότε, ανθυπίατρου Πέτρου Αποστολίδη, στη Μικρά Ασία
(1922-1923).
Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ειρήνης και φιλίας Αμπιντί Ιμπεχτσί για το 1983.
«Η συνέχεια» αναφέρεται στα χρόνια πριν και μετά την αιχμαλωσία (1900-1922 και 1923-1969).
Ο Πέτρος Αποστολίδης γεννήθηκε στην Καλουτά Ζαγορίου της Ηπείρου. Τελείωσε τη
Ζωσιμαία Σχολή στα Γιάννενα και σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Συνέχισε
τις σπουδές του στο Παρίσι όπου απόκτησε την ειδικότητα του δερματολόγου –
αφροδισιολόγου. Εργάστηκε στα Γιάννενα από το 1923 μέχρι το 1967.
Από το 1924 πήρε μέρος στους αγώνες της Αριστεράς, φυλακίστηκε και εξορίστηκε
επανειλημμένα. Το 1944 εκλέχτηκε Δήμαρχος στα Γιάννενα από εργατικά και επαγγελματικά
σωματεία.
Το 1978 αρχίζει να γράφει τις αναμνήσεις του, χωρίς τη σκέψη να τις δημοσιεύσει.
Με την παρακίνηση του γιού του, τυπώνεται το 1981 ο πρώτος τόμος από τις εκδόσεις
ΚΕΔΡΟΣ.
….Τον Αύγουστο του 1922, με τους πρώτους τριγμούς της επερχόμενης κατάρρευσης, αρχίζει η
εξιστόρηση καθώς υποχωρεί το Τάγμα στο οποίο υπηρετεί ο ανθυπίατρος Αποστολίδης…αρχίζει
η δεινή δοκιμασία…Το γεγονός ότι ο αφηγητής ήταν γιατρός του εξασφάλισε κάποια ιδιαίτερη
μεταχείριση, αφού και οι Τούρκοι αρρώσταιναν… Τούτο βοήθησε για να αποκατασταθεί μια
ανθρώπινη επαφή…Κι αυτή η ανάδειξη της ανθρωπιάς αποτελεί τη δεσπόζουσα γραμμή των
αναμνήσεων…
(Καθημερινή 22 Οκτ 1981 – Αλέξανδρος Κοτζιάς)
…Μια κουβέντα για να γίνει μεγάλη δε φτάνει να’ ναι. Πρέπει να ευλογηθεί. Τον Π.Α. δεν τον
ήξερα. Τον έμαθα τώρα, που μου ΄πε «όσα θυμάται». Ο συγγραφέας που διηγείται, παρατηρητής
και συμμέτοχος, τα κουβεντιάζει απλά, την προδοσία τη λέει προδοσία, τις κακουχίες έτσι, τις
αγριότητες των Ελλήνων όπως και των Τούρκων. Και χαμοί συμβαίνουν μέσα στο κείμενο και
θρήνοι. Αλλά ο γιατρός Αποστολίδης έχει ένα χιούμορ!....
Χρειάζεται, ωστόσο θάρρος ν’ αναφέρεις στοιχεία που η επίσημη ιστορία αποσιωπά…
(Διαβάζω, τευχ. 51, Μάρτης 1982, Κ.Κ.)
….Στο κείμενο του Π.Α. που μένει…πέρα από το όποιο όραμα και μήνυμα – είναι μια διάχυτη
αίσθηση καθαρότητας, ίσως γιατί …δεν κατόρθωσε να λειτουργήσει ποτέ ο μηχανισμός του
ψεύδους σ’ αυτόν τον πρεσβύτη αφηγητή… Μια Μακρυγιαννική γνησιότητα και ειλικρίνεια που
εναρμονίζεται με την παιδεία του αφηγητή κι ακόμα η εναλλαγή από το κωμικό στο τραγικό,
από τη σάτιρα στην κριτική ενόραση, δίνουν σ’ αυτό το ιστόρημα ένα ιδιαίτερο θέλγητρο που το
ζεσταίνει ο βαθύς ουμανισμός του δημιουργού του.
Αν αυτό το βιβλίο είχε γραφτεί στη δεκαετία του 30, αναμφισβήτητα θα είχε πάρει τη θέση του
στη σειρά της αντιπολεμικής λογοτεχνίας… (Επίκαιρα 22Οκτ 1981, Τάκης Μενδράκος)
Ηπειρώτης, από τα Ζαγόρια, γιατρός, ο συγγραφέας έμαθε γραφομηχανή στα γεροντάματά του,
για να ιστορήσει τι είδε και τι έζησε σ’ αυτόν τον ταραγμένο αιώνα. Όπου – καθώς φαίνεται –
δεν έλειψε από κανένα πατριωτικό προσκλητήριο…Με μνήμη αληθινά ελέφαντος, ιστορεί
απίθανες λεπτομέρειες, τόπους, ανθρώπους ονόματα, αρρώστους, αρρώστιες, Τούρκους,
Έλληνες, παρατυχόντες τρίτους –εκείνης της τρομερής χρονιάς…άνετη η αφήγηση, χάρισμα
στην απόδοση του διαλόγου, πηγαίο χιούμορ. Περιμένουμε εναγωνίως τη συνέχεια!...(Νέα,
14ΝΟΕΜ. 1981, Κ.Σταματίου)
0 comments
Post a comment