• Like
λεξικό αρχαίας ελληνικής γλώσσας –α’, β΄, γ΄ γυμνασίου (1)
Upcoming SlideShare
Loading in...5
×

λεξικό αρχαίας ελληνικής γλώσσας –α’, β΄, γ΄ γυμνασίου (1)

  • 2,538 views
Uploaded on

λεξικό

λεξικό

  • Full Name Full Name Comment goes here.
    Are you sure you want to
    Your message goes here
    Be the first to comment
No Downloads

Views

Total Views
2,538
On Slideshare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
11

Actions

Shares
Downloads
17
Comments
0
Likes
2

Embeds 0

No embeds

Report content

Flagged as inappropriate Flag as inappropriate
Flag as inappropriate

Select your reason for flagging this presentation as inappropriate.

Cancel
    No notes for slide

Transcript

  • 1. selida2 21/12/2006 10:00 Ì ™ÂÏ›‰·1 §ÂÍÈÎfi ·Ú¯·›·˜ ÂÏÏËÓÈ΋˜ ÁÏÒÛÛ·˜ ∞’, μ’, °’ °Àª¡∞™π√À
  • 2. selida2 21/12/2006 10:00 Ì ™ÂÏ›‰·2 ™À°°ƒ∞º∂π™ ÷ڿϷÌÔ˜ ™˘Ìˆӛ‰Ë˜, √ÌfiÙÈÌÔ˜ ∫·ıËÁËÙ‹˜ ÙÔ˘ ∞ÚÈÛÙÔÙÂÏ›Ԣ ¶·Ó/Ì›Ô˘ £ÂÛÛ·ÏÔӛ΢ °ÈÒÚÁÔ˜ •ÂÓ‹˜, ∂›ÎÔ˘ÚÔ˜ ∫·ıËÁËÙ‹˜ ÙÔ˘ ¶·ÓÂÈ- ÛÙËÌ›Ô˘ ∫‡ÚÔ˘ ∞ÛËÌ¿Î˘ ºÏÈ¿ÙÔ˘Ú·˜, ºÈÏfiÏÔÁÔ˜ ∫ƒπΔ∂™-∞•πO§O°∏Δ∂™ πˆ¿ÓÓ˘ ¶ÂÙÚfiÔ˘ÏÔ˜, ∞Ó·ÏËÚˆÙ‹˜ ∫·ıËÁËÙ‹˜ ÙÔ˘ ¶.Δ.¢.∂ ÙÔ˘ ¢ËÌÔÎÚ›ÙÂÈÔ˘ ¶·ÓÂÈÛÙËÌ›Ô˘ £Ú¿Î˘ ™Ù·˘ÚԇϷ æ·Ïȉ¿ÎÔ˘, ™¯ÔÏÈ΋ ™‡Ì‚Ô˘ÏÔ˜ ¢‹ÌËÙÚ· ¢ÂÏÏ‹, §¤ÎÙÔÚ·˜ ÙÔ˘ ¶·ÓÂÈÛÙËÌ›Ô˘ ∫Ú‹Ù˘ ºπ§O§O°π∫∏ ∂¶πª∂§∂π∞ ªfiÛ¯Ô˘ πˆ¿ÓÓ·, ºÈÏfiÏÔÁÔ˜ À¶∂À£ÀNO™ ΔOÀ ª∞£∏ª∞ΔO™ ™ˆÙ‹ÚÈÔ˜ °ÎÏ·‚¿˜, ™‡Ì‚Ô˘ÏÔ˜ ÙÔ˘ ¶·È‰·ÁˆÁÈÎÔ‡ ∫∞Δ∞ Δ∏ ™À°°ƒ∞º∏ πÓÛÙÈÙÔ‡ÙÔ˘ À¶∂À£ÀNO™ ΔOÀ À¶O∂ƒ°OÀ °ÂÒÚÁÈÔ˜ ™Ù·ÛÈÓ¿Î˘, ºÈÏfiÏÔÁÔ˜, ∂Î·È‰Â˘ÙÈÎfi˜ ∫∞Δ∞ Δ∏ ™À°°ƒ∞º∏ μ/ıÌÈ·˜ ∂Î·›‰Â˘Û˘ ∂•øºÀ§§O ΔÚÈ·ÓÙ¿Ê˘ÏÏÔ˜ ¶·ÙÚ·ÛΛ‰Ë˜, ZˆÁÚ¿ÊÔ˜ ¶ƒO∂∫ΔÀ¶øΔπ∫∂™ ∂ƒ°∞™π∂™ ∞ºOπ N. ¶∞¶¶∞ & ™π∞ ∞.∂.μ.∂., ∞ÓÒÓ˘ÌÔ˜ ∂ΉÔÙÈ΋ & ∂ÎÙ˘ˆÙÈ΋ ∂Ù·ÈÚ›· °’ ∫.¶.™. / ∂¶∂∞∂∫ ππ / ∂Ó¤ÚÁÂÈ· 2.2.1 / ∫·ÙËÁÔÚ›· ¶Ú¿ÍÂˆÓ 2.2.1.·: «∞Ó·ÌfiÚʈÛË ÙˆÓ ÚÔÁÚ·ÌÌ¿ÙˆÓ ÛÔ˘‰ÒÓ Î·È Û˘ÁÁÚ·Ê‹ Ó¤ˆÓ ÂÎ·È‰Â˘ÙÈÎÒÓ ·Î¤ÙˆÓ» ¶∞π¢∞°ø°π∫√ π¡™ΔπΔ√ÀΔ√ ¢ËÌ‹ÙÚÈÔ˜ °. μÏ¿¯Ô˜ √ÌfiÙÈÌÔ˜ ∫·ıËÁËÙ‹˜ ÙÔ˘ ∞¶£ ¶Úfi‰ÚÔ˜ ÙÔ˘ ¶·È‰·ÁˆÁÈÎÔ‡ πÓÛÙÈÙÔ‡ÙÔ˘ ¶Ú¿ÍË Ì ٛÙÏÔ: «™˘ÁÁÚ·Ê‹ Ó¤ˆÓ ‚È‚Ï›ˆÓ Î·È ·Ú·ÁˆÁ‹ ˘ÔÛÙËÚÈÎÙÈÎÔ‡ ÂÎ·È‰Â˘ÙÈÎÔ‡ ˘ÏÈÎÔ‡ Ì ‚¿ÛË ÙÔ ¢∂¶¶™ Î·È Ù· ∞¶™ ÁÈ· ÙÔ °˘ÌÓ¿ÛÈÔ» ∂ÈÛÙËÌÔÓÈÎfi˜ À‡ı˘ÓÔ˜ ŒÚÁÔ˘ ∞ÓÙÒÓÈÔ˜ ™. ªÔÌ¤ÙÛ˘ ™‡Ì‚Ô˘ÏÔ˜ ¶·È‰·ÁˆÁÈÎÔ‡ πÓÛÙÈÙÔ‡ÙÔ˘ ∞Ó·ÏËÚˆÙ¤˜ ∂ÈÛÙËÌÔÓÈÎÔ› À‡ı˘ÓÔÈ ŒÚÁÔ˘ °ÂÒÚÁÈÔ˜ ∫. ¶·ÏËfi˜ ™‡Ì‚Ô˘ÏÔ˜ ¶·È‰·ÁˆÁÈÎÔ‡ πÓÛÙÈÙÔ‡ÙÔ˘ πÁÓ¿ÙÈÔ˜ ∂. ÷Ù˙Ë¢ÛÙÚ·Ù›Ô˘ ªfiÓÈÌÔ˜ ¶¿Ú‰ÚÔ˜ ¶·È‰·ÁˆÁÈÎÔ‡ πÓÛÙÈÙÔ‡ÙÔ˘ ŒÚÁÔ Û˘Á¯ÚËÌ·ÙÔ‰ÔÙÔ‡ÌÂÓÔ 75% ·fi ÙÔ ∂˘Úˆ·˚Îfi ∫ÔÈÓˆÓÈÎfi Δ·ÌÂ›Ô Î·È 25% ·fi ÂıÓÈÎÔ‡˜ fiÚÔ˘˜
  • 3. selida2 21/12/2006 10:00 Ì ™ÂÏ›‰·3 À¶√Àƒ°∂π√ ∂£¡π∫∏™ ¶∞π¢∂π∞™ ∫∞𠣃∏™∫∂Àª∞Δø¡ ¶∞π¢∞°ø°π∫√ π¡™ΔπΔ√ÀΔ√ X·Ú¿Ï·ÌÔ˜ ™˘Ìˆӛ‰Ë˜, °ÈÒÚÁÔ˜ •ÂÓ‹˜, ∞ÛËÌ¿Î˘ ºÏÈ¿ÙÔ˘Ú·˜ §ÂÍÈÎfi ·Ú¯·›·˜ ÂÏÏËÓÈ΋˜ ÁÏÒÛÛ·˜ ∞’, μ’, °’ °Àª¡∞™π√À √ƒ°∞¡π™ª√™ ∂∫¢√™∂ø™ ¢π¢∞∫Δπ∫ø¡ μπμ§πø¡ ∞£∏¡∞
  • 4. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Το παρόν λεξικό παρουσιάζει την ιδιοτυπία ότι απευθύνεται σε μαθητές Γυ-μνασίου και ότι περιορίζεται υποχρεωτικά σε τριακόσιες περίπου σελίδες. Συνε-πώς, οι ακόλουθες παράμετροι έπρεπε να αντιμετωπιστούν: 1) Το περιεχόμενο του γλωσσικού υλικού. Ήταν από την αρχή σαφές ότι ηπροσπάθεια έπρεπε να βασιστεί στο εγκυρότερο λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, τολεξικό των Henry Liddell, Robert Scott και Henry Jones (= LSJ, αρ. 1 στη βιβλιο-γραφία) και στο αναθεωρημένο συμπλήρωμά του, που δημοσιεύτηκε το 1996. Ω-στόσο, χρειαζόταν να γίνει δραστική περικοπή και στο μέγεθος του λημματολογί-ου και στον αριθμό των σημασιών του κάθε λήμματος. Αποφασίστηκε λοιπόν ναχρησιμοποιηθούν τα εξής δύο κριτήρια για τη συγκρότηση του λημματολογίου: (α)Να ενταχθούν στο λεξικό οι λέξεις εκείνες που απαντούν με κάποια σχετική συ-χνότητα στα πεζά κείμενα του 5ου και 4ου αι. π.Χ. της αττικής διαλέκτου και απότις σημασίες της κάθε λέξης να καταχωριστούν μόνον εκείνες που είναι κοινότερεςστην εν λόγω γραμματεία. Η δυσκολία στην υλοποίηση της απόφασης αυτής έγκει-ται κυρίως στο ότι δεν υπάρχει καμία στατιστική του λεξιλογίου της κλασικής ατ-τικής πεζογραφίας που να δείχνει το συχνότερο λεξιλόγιό της, πράγμα που θα α-ποτελούσε έναν ασφαλή οδηγό για την κατάρτιση του βασικού λημματολογίουτου λεξικού μας, κατά το πρότυπο λ.χ. της σύνταξης των εγχειριδίων που προορί-ζονται για τη διδασκαλία των ευρωπαϊκών γλωσσών. Έτσι είναι αναπόφευκτο ναέχει παρεισφρήσει ένα στοιχείο υποκειμενικότητας στον τομέα αυτόν. Ποιητικέςπάντως λέξεις δεν περιλαμβάνονται σχεδόν ποτέ στο λεξικό, εκτός και αν πρόκει-ται για ποιητικές λέξεις που διαφωτίζουν την ετυμολογία των αντίστοιχων λέξεωντου πεζού λόγου [λ.χ. ἀοιδή > ᾠδή], και για το λόγο αυτόν εμφανίζονται, εάν συ-ντρέχει ο ειδικός αυτός λόγος, μόνον στο ετυμολογικό μέρος ορισμένων λημμάτων.(β) Να μην περιληφθούν λέξεις της αρχαίας ελληνικής που είτε επιβιώνουν με φυ-σική γλωσσική εξέλιξη είτε επανήλθαν με λόγια επέμβαση στη νέα ελληνική και εί-ναι απόλυτα κατανοητές σήμερα (λ.χ. ἄγαμος, ἀγκάλη, θρηνέω, ἱκέτης κτλ.). 2) Η ελκυστικότητα προς το μαθητή. Οι χρηστικές πληροφορίες εισάγονται μεχρώματα ή ειδικά σύμβολα, με τα οποία εύκολα εξοικειώνεται ο μαθητής και βρί-σκει γρήγορα και άμεσα τη σημασιολογική, ετυμολογική ή άλλη πληροφορία πουαναζητεί. Το παρόν λεξικό συντάχθηκε με βάση τις παρακάτω προγραμματικές αρχές: Α. Λημματικοί τύποι και υπολημματικοί τύποι Ως «λημματικοί τύποι» ή απλά «λήμματα» χαρακτηρίζονται οι «βασικές μονά-δες του λημματολογίου» ή απλά «λέξεις», οι οποίες βρίσκονται στην αρχή κάθε«λεξικογραφικού άρθρου» και είναι τυπωμένες με κόκκινα έντονα στοιχεία, ώστεο εντοπισμός τους από το χρήστη του λεξικού να γίνεται εύκολα και γρήγορα. Στιςβασικές αυτές μονάδες, όπως είναι φυσικό, έχουν περιληφθεί λέξεις που ανήκουνσε όλα τα μέρη του λόγου (ουσιαστικά, ρήματα, αντωνυμίες, προθέσεις κτλ.). Για 5
  • 5. καθεμιά από αυτές έχουν εφαρμοστεί συγκεκριμένες συμβάσεις λημματογράφησης,οι οποίες είναι οι εξής:(α) Για τα ουσιαστικά: Ο κανονικός τύπος του λήμματος είναι η ονομαστική ενι-κού, η οποία είναι τυπωμένη με κόκκινα έντονα στοιχεία [ἀγορά, -ᾶς, ἡ]. Για όσεςπεριπτώσεις το ουσιαστικό απαντά σε δύο μορφές, δίνεται και δεύτερος λημματι-κός τύπος, πάλι με έντονα κόκκινα στοιχεία, ο οποίος χωρίζεται από τον πρώτο μετο σύμβολο & (με μαύρα στοιχεία). Ακολουθεί η κατάληξη της γενικής και το άρ-θρο του ουσιαστικού.(β) Για τα επίθετα, τις αντωνυμίες, τις μετοχές: Ο κανονικός τύπος του λήμματοςείναι η ονομαστική ενικού του αρσενικού γένους. Κατόπιν, έπειτα από κόμμα, κα-ταγράφονται οι αντίστοιχες καταλήξεις του θηλυκού και του ουδέτερου γένους [ἀ-γαθός, -ή, -ὸν ή βαρύς, -εῖα, -ύ]. Εάν στην κατηγορία των δικατάληκτων τριγενώνεπιθέτων της γ΄ κλίσης υπάρχει μετακίνηση του τόνου στο ουδέτερο γένος, τότεκαταγράφεται για λόγους ευκρίνειας η κατάληξη του αρσενικού/θηλυκού και η ο-νομαστική του ουδετέρου [ἀνάντης, -ης, ἄναντες].(γ) Για τα ρήματα: Ο κανονικός τύπος του λήμματος είναι το α΄ ενικό πρόσωποτου ενεστώτα της οριστικής [ἄγω], εκτός από τις περιπτώσεις των ρημάτων που α-παντούν μόνο στο γ΄ πρόσωπο της οριστικής ενεστώτα [δεῖ]. Σε περίπτωση πολυ-τυπίας ισχύει ό,τι και για τα ονοματικά στοιχεία του λημματολογίου, δηλαδή κα-ταγράφονται όλοι οι τύποι [ἀπόλλυμι & ἀπολλύω].(δ) Για τα άκλιτα μέρη του λόγου (προθέσεις, συνδέσμους, επιρρήματα, επιφω-νήματα): Σε περίπτωση πολυτυπίας καταχωρίζονται όλοι οι τύποι [ἄχρι & ἄχρις]. Οι υπολημματικοί τύποι απαρτίζονται από λέξεις που υπάγονται στο βασικόλήμμα, γιατί έχουν άμεση μορφολογική και σημασιολογική σχέση με αυτό. Οι υπο-λημματικοί τύποι, για τους οποίους παρέχεται ξεχωριστή ερμηνεία (κάποτε και μεπαραδείγματα ή παραθέματα), μπορούν να ανήκουν σε όλα τα μέρη του λόγου,συνήθως όμως είναι ρηματικοί τύποι της μέσης ή της παθητικής φωνής [βλ. λήμμαἐπιτίθημι, σημ. 4], απρόσωπα ρήματα ή μετοχές [βλ. λήμμα εἰκός, σημ. 1], καθώςκαι τύποι επιρρημάτων [βλ. λήμμα εὐπετής, σημ. 2]. Οι υπολημματικοί τύποι είναιτυπωμένοι με κανονικά μαύρα στοιχεία και δε συγχέονται με τους βασικούς λημ-ματικούς τύπους (που είναι τυπωμένοι σε έντονο κόκκινο χρώμα), στους οποίουςκαι υπάγονται. Β. ∆ιάρθρωση του λεξικογραφικού άρθρου Μετά το λημματικό τύπο ή το βασικό λήμμα παρατίθενται:(α) Απαραίτητα η γραμματική κατηγορία του λημματικού τύπου (π.χ. ρήμα, ουσι-αστικό κτλ.) με κεφαλαία στοιχεία μικρότερου μεγέθους σε χρώμα μπλε.(β) Ενδεχομένως σύντομα σχόλια για τις γραμματικές ιδιότητες του βασικού λήμ-ματος (για ουσιαστικά λ.χ. «μεταπλαστό», για ρήματα «αποθετικό, μεταβατικόκτλ.»). Όλες αυτές οι πληροφορίες αυτής της κατηγορίας, που προσφέρουν ευρύτε-ρη ενημέρωση στο χρήστη του λεξικού, καταγράφονται σε ξεχωριστή σειρά, κάτωαπό το λημματικό τύπο και πριν από τη σημασιολογική επεξεργασία του λήμμα-τος, με μικρότερα στοιχεία.(γ) Πίνακες για ορισμένα λήμματα, που έχουν αρχικούς χρόνους ρημάτων, παρα-θετικά επιθέτων και κλίση ανώμαλων ουσιαστικών, επιθέτων και αντωνυμιών,που διευκολύνουν το μαθητή να έχει καλύτερη εποπτεία του προσφερόμενου 6
  • 6. γλωσσικού υλικού. Στην περίπτωση ενός πίνακα ρήματος όπου εμφανίζονται ορι-σμένοι μόνον χρόνοι της ενεργητικής ή μεσοπαθητικής φωνής, το εξαγόμενο συμπέ-ρασμα είναι ότι οι μη αναφερόμενοι χρόνοι του ρήματος δεν είναι εύχρηστοι ή ότισπάνια χρησιμοποιούνται. Για τους αρχικούς χρόνους ορισμένων σύνθετων ρημά-των ο χρήστης παραπέμπεται στους αρχικούς χρόνους του απλού ρήματος για λό-γους οικονομίας χώρου, παρά το γεγονός ότι το σύνθετο ρήμα δεν εμφανίζεται α-ναγκαστικά σε όλους τους χρόνους του απλού ρήματος. Το γεγονός αυτό δεν το α-γνοεί ασφαλώς ούτε το LSJ, που δεν καταχωρίζει τους χρόνους πολλών σύνθετωνρημάτων με σχολαστική ακρίβεια, όπως κάνει για τα απλά, παρά μόνον ορισμένωνπολύ εύχρηστων. Τη μορφολογική και φωνολογική εικόνα της σύνθεσης [λ.χ. συλ-λέγω, συν-έλεγον] στις περιπτώσεις αυτές τη συμπληρώνει ο καθηγητής.(δ) Η σημασία του λήμματος, που είναι τυπωμένη με καφέ κανονικά στοιχεία [ἄ-βαξ, -ακος, ὁ πλάκα, σανίδα]. Εάν το λήμμα έχει περισσότερες από μία σημασίες,τότε γίνεται κατάταξη των σημασιών. Οι κύριες σημασίες σημειώνονται με έντονατυπωμένους αραβικούς αριθμούς σε μπλε χρώμα [1., 2., 3. …], ενώ οι ιδιαίτερες ση-μασιολογικές αποχρώσεις δηλώνονται με ελληνικά πεζά στοιχεία, έντονα τυπωμέ-να, σε μπλε χρώμα επίσης [α., β., γ. …]. Σε περιπτώσεις παγιωμένων συνδυασμώνλέξεων (ή φρασεολογισμών), ιδιωτισμών ή παροιμιών, που συνοδεύονται από ερμη-νευτικές πληροφορίες, χρησιμοποιείται μπλε βούλα [•], λ.χ. στο λ. Ἀβδηρίτης, -ου, ὁ:• ως Ἀβδηρίτας οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν παροιμιωδώς τους ηλιθίους. Η ίδια βούλα χρησιμο-ποιείται για να εισαγάγει μια εξειδικευμένη σημασία του βασικού λήμματος ή τουυπολήμματος. (ε) Το παράδειγμα χρήσης, που παρατίθεται αμέσως μετά τις σημασιολογικές πλη-ροφορίες, από τις οποίες χωρίζεται με διπλή τελεία. Τα παραδείγματα, που προέρ-χονται στην πλειονότητά τους από αττικά πεζά κείμενα, αλλά ορισμένα έχουν α-πλοποιηθεί για να είναι ευκολότερα κατανοητά από το μαθητικό κοινό, είναι τυ-πωμένα με πλάγια στοιχεία. Ακολουθούνται από το σύμβολο ίσον [=] και από τημετάφρασή τους στην κοινή νεοελληνική [δόκησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 1. γνώμη, ε-ντύπωση: ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας μόλις βεβαιοῦται = η εντύπωση ότι ο ομιλητήςλέει την αλήθεια με δυσκολία εμπεδώνεται].(στ) Η οικογένεια λέξεων, που εισάγεται με το ειδικό σύμβολο σε μπλε χρώμακαι αφορά τη συμμετοχή του λημματικού τύπου σε παράγωγες και σύνθετες λεξι-κές μονάδες, που σημειώνονται ως παράγ(ωγα) και σύνθ(ετα) σε έντονο πράσινοχρώμα.(ζ) Τα συνώνυμα και αντώνυμα, που εισάγονται με τα σύμβολα = και ≠ αντίστοι-χα σε έντονο μπλε χρώμα.(η) Οι αντίστοιχοι τύποι της κοινής νεοελληνικής, όπου επισημαίνεται η μορφο-λογική και σημασιολογική εξέλιξη της ίδιας λέξης στη ΝΕ. Η εισαγωγή στην κατη-γορία αυτή γίνεται με την ένδειξη ΝΕ σε έντονο μπλε χρώμα. Πρέπει να σημειωθείότι δεν προσδιορίζονται όλες οι σημασίες που έχει η λέξη στη ΝΕ, αλλά επιλέγο-νται μόνον εκείνες που συμπίπτουν με τις αρχαιοελληνικές σημασίες της λέξης πουπαρατίθενται. Επίσης, όταν σημειώνεται ότι η λέξη στη ΝΕ χρησιμοποιείται με άλ-λες σημασίες, δε σημαίνει ότι αυτές οι άλλες σημασίες κατ’ ανάγκην δεν ανάγονταιστην αρχαία εποχή, αλλά ότι πάντως δεν ανήκουν στις αρχαιοελληνικές σημασίεςπου επιλέχθηκαν να παρατεθούν. 7
  • 7. (θ) Η ετυμολογία μέσα σε όρθιες αγκύλες [ ] με κανονικά μαύρα στοιχεία. Για λό-γους οικονομίας η ετυμολογία δίνεται με κάθε δυνατή συντομία και δεν είναι πά-ντοτε εύκολο να γίνει κατανοητή από το μαθητή, γιατί προϋποθέτει τη γνώσηστοιχειωδών κανόνων της αρχαίας ελληνικής ιστορικής γραμματικής, που δυστυ-χώς δε διδάσκεται στη Μέση Εκπαίδευση. Συνεπώς, η ετυμολογία απευθύνεται πε-ρισσότερο στον καθηγητή, που μπορεί να τη διδάξει στο μαθητή ιδίως αν συμβου-λευτεί ορισμένα βασικά βοηθήματα που περιλαμβάνει η βιβλιογραφία. Συχνά γίνε-ται αναφορά σε συγγενικούς και παράλληλους τύπους των άλλων ινδοευρωπαϊ-κών γλωσσών, για να κατανοήσει ο μαθητής ότι η ελληνική είναι μέλος της μεγά-λης αυτής οικογένειας γλωσσών που καλύπτει ολόκληρη την Ευρώπη και φτάνειως τις Ινδίες. Βασικό στοιχείο της ετυμολογικής ανάλυσης είναι αν η ετυμολογού-μενη λέξη είναι παράγωγη ή σύνθετη. Οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες σημειώνονται μεέντονο πράσινο χρώμα [λιθ. = λιθουανικός], όπως και οι ενδείξεις για την αβέβαιηή άγνωστη ετυμολογία [αβέβ. ετυμ. = αβέβαιας ετυμολογίας ή άγν. ετυμ. = άγνω-στης ετυμολογίας]. Γλωσσικοί τύποι που σημειώνονται με αστερίσκο [*βαλανο- <*gwol-eno] δε μαρτυρούνται στις αντίστοιχες γλώσσες. Ελπίζουμε ότι το λεξικό αυτό, που αποτελεί την πρώτη προσπάθεια στη χώραμας για τη σύνταξη λεξικού της αρχαίας ελληνικής για σχολική χρήση, θα αποτελέ-σει την αφορμή για τη σύνταξη και άλλων ανάλογων λεξικών στο μέλλον, που θαστηρίζονται στις παρατηρήσεις και την παιδαγωγική εμπειρία των συναδέλφωνπου διδάσκουν στη Μέση Εκπαίδευση, ώστε να φτάσουμε κάποτε σε μορφή λεξι-κών των κλασικών γλωσσών που θα είναι εύληπτα στο μαθητή και χρήσιμα στονεκπαιδευτικό. Η Συντακτική ΟμάδαΧαράλαμπος Συμεωνίδης, Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.Γεώργιος Ξενής, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου ΚύπρουΑσημάκης Φλιάτουρας, δρ Φιλολογίας 8
  • 8. ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ ΣΥΜΒΟΛΩΝμε καφέ χρώμα σημειώνεται η σημασία της λέξηςσε πλαγιαστά γράμματα γράφεται κυρίως το αρχαίο παράδειγμα ή παράθεμα, αλλά δευτερευόντως γράφονται και ορισμένοι υπολημ- ματικοί τύποι= (σε μαύρο χρώμα) εισάγει τη μετάφραση του αρχαίου παραδείγματος ή παραθέματος στη νέα ελληνική= (σε έντονο μπλε χρώμα) συνώνυμα (αρχαίες λέξεις με παρόμοια σημασία)≠ (σε έντονο μπλε χρώμα) αντώνυμα (αρχαίες λέξεις με αντίθετη σημασία)« » μέσα σε εισαγωγικά περικλείεται η σημασία κάποιων χρόνων, συνωνύμων και αντωνύμων, νεοελληνικών λέξεων και λέξεων στο πλαίσιο συνήθως του ετυμο- λογικού τμήματος του λήμματος (σε μπλε χρώμα) οικογένεια της λέξης (λέξεις που έχουν την ίδια ρίζα / βάση με το λημματικό τύπο, τα παράγωγα και τα σύνθετά της)ΝΕ (σε έντονο μπλε λέξεις της νέας ελληνικής που προήλθαν από τιςχρώμα) αντίστοιχες λέξεις της αρχαίας γλώσσας (σε έντονο μπλε χρώμα) βλέπε[ ] μέσα σε αγκύλες περιλαμβάνεται το ετυμολογικό τμήμα του λήμματος> (στο ετυμ. τμήμα) εξελίσσεται/εξελίχθηκε σε, π.χ. αἴθ-ω + -ρα > αἴθρα, ἡ< (στο ετυμ. τμήμα) προέρχεται/προήλθε από, π.χ. αἴθρα, ἡ < αἴθ-ω + -ρα* (στο ετυμ. τμήμα) δε μαρτυρείται ο τύπος, δεν απαντά πουθενά μέσα στα κείμενα και είναι εντελώς υποθετικός (π.χ. *ἀγάλ- jομαι > ἀγάλλομαι, *wek-: ἄκων) 9
  • 9. ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣαβέβ(αιος) βαλτ(ικός) ετυμ(ολογία)αγγλ(ικός) βαλτο-σλαβ(ικός) ηχομιμ(ητικός)αγγλοσαξον(ικός) βεβαιωτ(ικός) θεσσαλ(ικός)άγν(ωστος) βλ(έπε) θρακ(ικός)ΑΕ = αρχαίος ελληνικός γαλατ(ικός) ιλλυρ(ικός)αθροιστ(ικός) γεν(ική) ινδ(ικός)αιγυπτ(ιακός) γερμ(ανικός) ΙΕ = ινδοευρωπαϊκόςαιολ(ικός) γοτθ(ικός) ιρλ(ανδικός)αιτ(ιατ)(ική) δάν(ειος) ισλ(ανδικός)ακκαδ(ικός) δεικτ(ικός) ιταλ(ικός)αλβ(ανικός) δηλ(αδή) ιων(ικός)αμετάβ(ατος) δημοτ(ικός) κ.ά. = και άλλααναδιπλ(ασιασμός) διαλ(εκτικός) καρ(ικός)αναφορ(ικός) δοτ(ική) καυκασ(ιανός)αντίθ(ετος) δωρ(ικός) κλητ(ική)αντικ(είμενο) εβρ(αϊκός) κρητ(ικός)αντων(υμία) εγκλιτ(ικός) κτλ. = και τα λοιπάαόρ(ιστος) έκφρ(αση) κυπρ(ιακός)απαρέμφ(ατο) ελλ(ηνικός) λατ(ινικός)απλολ(ογία) ενεργ(ητικός) λ(έξη)απρόσ(ωπος) ενεστ(ώτας) λ(ήμμα)αργολ(ικός) ένθ(ημα) λιθ(ουανικός)αρκ(αδικός) εν(ικός) λόγ(ιος)αρμ(ενικός) ενν(οείται) λοκρ(ικός)αρνητ(ικός) επέκτ(αση) λυδ(ικός)αρσεν(ικός) επιγρ(αφή) λ.χ. = λόγου χάριναρχ(αίος) επίθ(ημα) μακεδ(ονικός)ασυναίρ(ετος) επίρρ(ημα) μέλλ(οντας)αττ(ικός) επιφ(ώνημα) μεσογ(ειακός) 10
  • 10. μεταβ(ατικός) πβ. = παράβαλε σλαβ(ικός)μεταγεν(έστερος) περιληπτ(ικός) σλοβακ(ικός)μεταπτ(ωτικός) περσ(ικός) σλοβεν(ικός)μεταφορ(ικός) πιθ(ανός) σουμερ(ικός)μικρασ(ιατικός) πληθ(υντικός) στερ(ητικός)μόρ(ιο) ποιητ(ικός) συγγεν(ικός)μτχ. = μετοχή προεκτετ(αμένος) συγκρ(ιτικός)μυκην(αϊκός) προελλ(ηνικός) συνεσταλμ(ένος)ΝΕ = νεοελληνικός, ή, -ό πρόθ(εση) συνηρημ(ένος)ομόρρ(ιζος) προθεμ(ατικός) συνθ(ετ)(ικός)ονομαστ(ική) προθετ(ικός) σύνθ(ετος)οσετ(ικός) προστ(ακτική) σύνθ. λ. = σύνθετηουδ(έτερος) πρόσ(ωπο) λέξηουμβρ(ικός) προσ(ωπ)(ικός) συντ(ελεσμένος)ουσιαστικοπ(οίηση) πρωσ(ικός) τοχαρ(ικός)παθ(ητικός) π.χ. = παραδείγματος υπερθετ(ικός)παρ(αγωγικός) χάριν υπερσ(υντέλικος)παράγ(ωγος) ρ(ήμα) υποκοριστ(ικός)παράγ. λ. = παράγωγη ρηματ(ικός) φοινικ(ικός) λέξη ρωσ(ικός) φρ(άση)παρακ(είμενος) σημ(ασία) φρυγ(ικός)παράλλ(ηλος) σημιτ(ικός) χετιτ(ικός)παρατ(ατικός) σκυθ(ικός) 11
  • 11. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) A Greek-English Lexicon, compiled by Henry George Liddell and RobertScott, revised and augmented throughout by Sir Henry Stuart Jones, with theassistance of Roderick Mckenzie and with the cooperation of many scholars, ένατηέκδοση (πρώτη το 1843), Oxford 1940. With a revised supplement, edited by P.G.W.Glare, with the assistance of A.A. Thomson, Oxford 1996. (2) Ελληνική μετάφραση της όγδοης έκδοσης (1897) του προηγούμενου λεξικούαποτελεί το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, μεταφρασθέν εκ της Αγγλικήςεις την Ελληνικήν υπό Ξενοφώντος Π. Μόσχου, δ.φ., καθηγητού, διά πολλών δεβυζαντινών ιδίως λέξεων και φράσεων πλουτισθέν και εκδοθέν επιστασίᾳ ΜιχαήλΚωνσταντινίδου, τόμοι 4, Αθήνα (χωρίς χρονολογία). (3) Σταματάκος Ιωάννης, Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Αθήναι1949. (4) An Intermediate Greek-English Lexicon founded upon the seventh edition(1883) of Liddell and Scott’s Greek-English Lexicon, Oxford 1889 (επανεκτύπωση2001). (5) A Lexicon abridged from Liddell and Scott’s Greek-English Lexicon, Oxford 2001 (επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης, 1891). (6) Allen W.S., Vox graeca. A guide to the pronunciation of Classical Greek,Cambridge 1974. Ελληνική μετάφραση Μ. Καραλή και Γ. Παράσογλου, Ηπροφορά της Ελληνικής στην κλασική εποχή, Θεσσαλονίκη (ΙνστιτούτοΝεοελληνικών Σπουδών, Α.Π.Θ.), 2000. (7) Buck, Carl Darling, Introduction to the Greek Dialects, Chicago 1928. (8) Chantraine Pierre, Dictionnaire étymologique de la langue grecque. Histoiredes mots, τόμ. 1-2, Paris 1968-1980. (9) Frisk Hjalmar, Griechisches Etymologisches Wörterbuch, Heidelberg 1960-1973. (10) Σταματάκος Ιωάννης, Ιστορική γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής κατάτα πορίσματα της συγκριτικής γλωσσολογίας, τόμ. 1-2, Αθήνα 1968. 12
  • 12. ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝΑἰσχίνης: Κατὰ Κτησιφῶντος Ἰσοκράτης: Ἀρεοπαγιτικὸς Περὶ τῆς παραπρεσβείας Ἑλένης ἐγκώμιον Κατὰ Τιμάρχου Εὐαγόρας ΝικοκλῆςἈνδοκίδης: Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου Πανηγυρικὸς Περὶ τῆς πρὸς Παναθηναϊκὸς Λακεδαιμονίους εἰρήνης Περὶ τῆς ἀντιδόσεως Περὶ τῶν μυστηρίων Περὶ τῆς εἰρήνης Πρὸς ΝικοκλέαἈντιφῶν: Περὶ τοῦ Ἡρῴδου φόνου Φίλιππος Περὶ τοῦ χορευτοῦ Τετραλογία Α΄, Β΄, Γ΄ Λυκοῦργος: Κατὰ Λεωκράτους Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς Λυσίας: Κατὰ Ἀγοράτου Κατὰ ἘρατοσθένουςἈριστοτέλης: Ἠθικὰ Νικομάχεια Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι φόνου ἀπολογία Πολιτικὰ Ῥητορικὴ Ξενοφῶν: Ἀπομνημονεύματα Ἑλληνικὰ∆είναρχος: Κατ’ Ἀριστογείτονος Κύρου Ἀνάβασις Κατὰ ∆ημοσθένους Κύρου παιδεία Κατὰ Φιλοκλέους Οἰκονομικὸς Συμπόσιον∆ημοσθένης: Κατὰ Λεπτίνου Κατὰ Μειδίου Πλάτων: Ἀπολογία Σωκράτους Κατὰ Φιλίππου Α΄ Γοργίας Ὀλυνθιακὸς Α΄, Β΄, Γ΄ Εὐθύδημος Περὶ Ἁλοννήσου Εὐθύφρων Περὶ συμμοριῶν Ἱππίας μείζων Περὶ τῆς ἀτελείας πρὸς Κρατύλος Λεπτίνην Κρίτων Περὶ τῆς Λάχης παραπρεσβείας Μένων Περὶ τῆς τῶν Ῥοδίων Νόμοι ἐλευθερίας Πολιτεία Περὶ τοῦ στεφάνου Πρωταγόρας Πρὸς τὴν ἐπιστολὴν τὴν Συμπόσιον Φιλίππου Φαίδων Φιλιππικὸς Α΄, Β΄, Γ΄ Φαῖδρος Πρὸς Βοιωτὸν περὶ τοῦ Χαρμίδης ὀνόματοςΘουκυδίδης: Ἱστορίαι 13
  • 13. A παράγ. ἀβελτερία, -ας, ἡ «ηλιθιότητα».A, α, ἄλφα, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βέλτ-ερος (πβ. βελτ-ίων)].το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. ἀβίωτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ• ως αριθμητικό σύμβολο α´ =1, αλλά ͵α = αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς να ζήσει, α- 1.000. νυπόφορος: ἀβίωτον πεποίηκέν μοι τὸν βίον =• στη σύνθεση εμφανίζεται ως: μου έχει κάνει τη ζωή ανυπόφορη. ≠ βιωτός. • ἀ-/ἀν- στερητικό (ΙΕ προέλευσης): εκφρά- ΝΕ αβίωτος. ζει έλλειψη, στέρηση ή απουσία, π.χ. σοφός [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βιωτός (< βιόω + παρ. ε- - ἄσοφος (= αυτός που χαρακτηρίζεται από πίθ. -τός)]. έλλειψη σοφίας)· πριν από φωνήεν, το στε- ἄβουλος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ ρητικό ἀ- εμφανίζεται ως ἀν-, π.χ. ἀνέστιος Συγκριτικός ἀβουλότερος (= αυτός που δεν έχει εστία). Υπερθετικός ἀβουλότατος • ἁ-/ἁμ- αθροιστικό (ΙΕ προέλευσης). Πιο απερίσκεπτος: ἀνὴρ ἄβουλος = απερίσκεπτος ά- ορθά ἁ- (με δασεία), π.χ. ἁπλοῦς, ἁθρόος. ντρας. = ἀπερίσκεπτος. ≠ εὔβουλος, φρόνιμος. Συχνά όμως ἀ- (με ψιλή), λόγω ανομοίω- παράγ. ἀβουλία, -ας, ἡ «απερισκεψία». σης προς δασέα σύμφωνα που ακολου- ΝΕ άβουλος (που του λείπει η θέληση). θούν, π.χ. ἄλοχος (= σύζυγος). [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βούλ-ομαι]. • ἀ- προθετικό (ΙΕ προέλευσης): εμφανί- ἁβρύνω ΡΗΜΑ ζεται στην αρχή της λέξης (όπου σε ομόρ- 1. κάνω κάποιον λεπτό στους τρόπους ή με- ριζους τύπους άλλων ΙΕ γλωσσών μπορεί ταχειρίζομαι κάποιον με λεπτότητα. να μην υπάρχει: ἀνήρ - αρχ. ιταλ. ner-, ἀ- 2. μέση φωνή ἁβρύνομαι καυχιέμαι: ἵπποις ἡϐρ- στήρ - λατ. stella). ύνετο = καυχιόταν για τα άλογά του. = ἀγάλ- [αρχ. φοινικικό alef «βόδι» > ἄλφα· το λομαι, μέγα φρονῶ ἐπί τινι. στερητικό ἀ- ή ἀν- προέρχεται από το ΙΕ παράγ. ἁβρυντικός, σύνθ. ἐναβρύνομαι. στερητικό μόριο *nο-, πβ. λατ. amicus [παράγ. λ. ἁβρός + παρ. επίθ. -ύνω]. «φίλος» αλλά in-imicus «εχθρός»]. ἀγαθός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟἄβαξ, -ακος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Συγκριτικός ἀμείνων, ἀρείων / βελτίωνπλάκα, σανίδα (τη χρησιμοποιούσαν για την κα- / κρείττων / λῴωνταμέτρηση των ψήφων): τὰς ψήφους διαριθμῶ Υπερθετικός ἄριστος / βέλτιστος /ἐπὶ τοῦ ἄβακος = καταμετρώ τις ψήφους πά- κράτιστος / λῷστοςνω στην υπολογιστική πλάκα. Α. για πρόσωπα παράγ. ἀβάκιον. 1. ο υψηλής καταγωγής: δεσπότης ἀγαθὸς καὶΝΕ άβακας. ἐξ ἀγαθῶν = άρχοντας υψηλής καταγωγής και[αβέβ. ετυμ., πιθ. δάν.]. προερχόμενος από άτομα υψηλής καταγωγής. =Ἀβδηρίτης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ γενναῖος, εὐγενής. ≠ ἀγεννής, φαῦλος.άνδρας κατάγομενος από τα Άβδηρα, που ή- 2. μέλος της πολιτικής μερίδας των αριστο-ταν πόλη της Θράκης. κρατών (ιδιαίτερα στη φρ. καλοὶ κἀγαθοί).• ως Ἀβδηρίτας οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν βέλτιστος, κράτιστος. παροιμιωδώς τους ηλίθιους. 3. γενναίος (καθώς η ανδρεία αποδιδόταν σε ά-[παράγ. λ. Ἄβδηρα + παρ. επίθ. -ίτης]. τομα υψηλής καταγωγής). = ἀνδρεῖος. ≠ δειλός.ἀβέβαιος, -ος, - ον ΕΠΙΘΕΤΟ 4. ικανός: ἀγαθὸς πύκτης = ικανός πυγμάχος. Συγκριτικός ἀβεβαιότερος ≠ φαῦλος «ανίκανος, κακός». Υπερθετικός ἀβεβαιότατος 5. με ηθική σημ. καλός, ενάρετος: τὸν κακὸναναξιόπιστος, ασταθής, άστατος: ἀβέβαιός ἐ- ἄνδρα ἀγαθὸν ποιῶ = κάνω τον κακό άν-στιν ὁ πλοῦτος = ο πλούτος είναι αναξιόπι- θρωπο καλό.στο πράγμα. = ἄπιστος, ἐπισφαλής. ≠ ἀξιόπι- 6. ὦ ᾿γαθὲ καλέ μου φίλε (χρησιμοποιείται ωςστος, πιστός. μορφή ήπιας συμϐουλής ή ήπιας επίπληξης): μή-ΝΕ αβέβαιος «όχι ασφαλής» (μέλλον αβέβαιο). πω, ὦ ᾿γαθέ, ἐκεῖσε ἴωμεν = ας μην πάμε ακό-[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βέβαιος]. μη προς τα εκεί, καλέ μου φίλε.ἀβέλτερος, -ος, - ον ΕΠΙΘΕΤΟ Β. για πράγματα Συγκριτικός ἀβελτερώτερος 1. χρήσιμος: οἶδά τι πυρετοῦ ἀγαθόν = γνωρί- Υπερθετικός ἀβελτερώτατος ζω κάτι χρήσιμο για τον πυρετό.ηλίθιος: ἀβέλτερος φαίνεται = φαίνεται ηλίθι- 2. ηθικά καλός: ἔργα ἀγαθά = καλά έργα.ος. = εὐήθης, ἄνους. ≠ δεινός «έξυπνος». = σπουδαῖος «ηθικά καλός». ≠ πονηρός. 15
  • 14. 3. ως ουσιαστικό για πρόσωπα ή πράγματα τὸ ἀ- στο Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο, έναν απόγαθὸν καλό πράγμα, ευλογία, ευεργεσία, α- τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας).γαθό: ὦ μέγα ἀγαθὸν σὺ τοῖς φίλοις, Κῦρε = [αρχικά αιτιατ. ἄγαν του ουσ. *ἄγᾱ = ἄγη, ἡεσύ, μεγάλη ευλογία για τους φίλους, Κύρε. «σεβασμός, θαυμασμός», πβ. δωρεάν].• ἐπ’ ἀγαθῷ τινος για το καλό κάποιου: ἐπ’ ἀγανακτέω -ῶ ΡΗΜΑ ἀγαθῷ τῆς Πελοποννήσου ποιῶ τι = κά- 1. δυσαρεστούμαι: ἀγανακτεῖ τοῖς σκώμμασι νω κάτι για το καλό της Πελοποννήσου. = δυσαρεστείται με τα αστεία. = δυσχεραίνω• στον πληθ. τὰ ἀγαθά αγαθά, τα καλά της ἐπί τινι. ≠ ἥδομαι, ἀγάλλομαι, τέρπομαι, εὐ- τύχης, θησαυροί, πλούτη. φραίνομαι. παράγ. ἀγαθωσύνη, ἀγαθότης, Ἀγάθων, 2. αγανακτώ: ταῦτ’ ἀγανακτοῦσιν, ὅτι ἐγὼσύνθ. ἀγαθοεργός, ἀγαθοποιός. τῷ πατρὶ φόνου ἐπεξέρχομαι = γι’ αυτόν τοΝΕ αγαθός (με τη σημ. Α5, λ.χ. αγαθή ψυχή). λόγο αγανακτούν, διότι εγώ ασκώ δίωξη κα-[αβέβ. ετυμ.]. τά του πατέρα μου για φόνο. = ἄχθομαί τινι.ἀγάλλω ΡΗΜΑ παράγ. ἀγανάκτησις. Παρατ. ἤγαλλον ΝΕ αγανακτώ (σημ. 2). Μέλλ. ἀγαλῶ [αβέβ. ετυμ., ίσως σύνθ. λ. * ἀγανέκτης «που Αόρ. ἤγηλα έχει τραβήξει πολλά» (< ἄγαν + ἔχω) > *ἀγα- Παθ. ενεστ. ἀγάλλομαι νάκτης (αφομοίωση α-έ > α-ά)]. ἀγαπάω -ῶ ΡΗΜΑ Παθ. παρατ. ἠγαλλόμην 1. αγαπώ: οἱ πατέρες τοὺς αὑτῶν παῖδας ἀ-1. εξυμνώ, τιμώ: τοὺς θεοὺς ἀγάλλω = εξυμνώ γαπῶσιν = οι πατέρες αγαπούν τα παιδιάτους θεούς. = τιμάω. τους. = φιλέω «αγαπώ». ≠ μισέω.2. μέση φωνή ἀγάλλομαι χαίρομαι, καυχιέμαι: 2. είμαι ικανοποιημένος: ἀγαπήσω, εἰ τὸ σῶ-εὐτυχίαις ἠγάλλεσθε = καυχόσασταν για την μα σώσω = θα είμαι ικανοποιημένος, αν σώ-ευτυχισμένη ζωή σας. = μέγα φρονῶ ἐπί τινι. σω τον εαυτό μου. οὐκ ἀγαπῶ τοῖς ὑπάρχου- παράγ. ἄγαλμα, σύνθ. ἐπαγάλλω. σιν ἀγαθοῖς = δεν είμαι ικανοποιημένος με ταΝΕ αγάλλομαι (σε ποιητικό λόγο) «χαίρο- πλούτη που έχω. = ἀρκεῖ μοι...μαι» (με τη σημ. 2). παράγ. ἀγαπητός, ἀγαπητικός, ἀγάπησις,[αβέβ. ετυμ., *ἀγάλ-jομαι, πβ. ἄγαλ-μα]. σύνθ. ὑπεραγαπάω.ἄγαμαι ΡΗΜΑ ΝΕ αγαπώ (σημ. 1). Παρατ. ἠγάμην [αβέβ. ετυμ., εφόσον η συνήθης σύνδεση με το Μέλλ. ἀγάσομαι & με μέση σημ. ἄγαν δεν ικανοποιεί και δε δικαιολογεί το -π]. ἀγασθήσομαι ἄγγαρος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Αόρ. ἠγασάμην & με μέση σημ. Πέρσης έφιππος ταχυδρόμος (που μετέφερε πα- ἠγάσθην ραγγέλματα ή μηνύματα του βασιλιά).1. θαυμάζω: ἄγαμαί τινα τῆς ἀνδρείας = θαυ- ΝΕ το ομόρριζο η αγγαρεία.μάζω κάποιον για τη γενναιότητά του. = ζη- [δάν. από την αρχ. περσική].λόω. ἀγγέλλω ΡΗΜΑ2. εκπλήσσομαι: ἠγάσθην αὐτοῦ εἰπόντος Παρατ. ἤγγελλονταῦτα = έμεινα έκπληκτος που είπε αυτά τα Μέλλ. ἀγγελῶπράγματα. = θαυμάζω. Αόρ. ἤγγειλα3. ευχαριστιέμαι: ἄγαμαι τοῖς ἔργοις τινός = Παρακ. ἤγγελκαευχαριστιέμαι με τα έργα κάποιου. = ἥδομαι, Μέσ. αόρ. ἠγγειλάμηνχαίρω. Παθ. μέλλ. ἀγγελθήσομαι παράγ. ἀγαστός, ἄγασμα, σύνθ. ὑπεράγα- Παθ. παρακ. ἤγγελμαιμαι. Παθ. υπερσ. ἠγγέλμηνΝΕ λόγ. επίθετο αγαστός «θαυμαστός».[αβέβ. ετυμ., πβ. ἄγαν]. αγγέλλω, αναγγέλλω. = καταγγέλλω «αγγέλ-ἄγαν ΕΠΙΡΡΗΜΑ λω».πάρα πολύ: ἄγαν κοῦφος = πάρα πολύ ελα- παράγ. ἄγγελμα, σύνθ. ἐξαγγέλλω, κα-φρός. ἡ ἄγαν ἐλευθερία = η υπερϐολική ελευ- ταγγέλλω, προαγγέλλω, ἐπαγγέλλομαί τι.θερία. = λίαν, σφόδρα. ≠ ἐλάχιστα, ἥκιστα. ΝΕ αγγέλλω.• έκφραση μηδὲν ἄγαν τίποτε (να μην κά- [παράγ. λ. ἄγγελ-ος + παρ. επίθ. -jω (*ἀγγέλ- νεις) σε υπερβολικό βαθμό (παροιμιώδης jω > ἀγγέλλω)]. φράση, την οποία ο Αριστοτέλης αποδίδει ἄγγελος, -ου, ὁ, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ αγγελιοφόρος, απεσταλμένος. 16
  • 15. παράγ. ἀγγελία, ἀγγελικός, ἀγγέλλω, αγέραστος: ἡ ταῖς ψυχαῖς ῥώμη τῶν ἀγαθῶνσύνθ. εὐάγγελος, εὐαγγελίζομαι. ἀνδρῶν ἀγήρατός ἐστι = η ψυχική δύναμηΝΕ άγγελος (με άλλη σημ., πτερωτό ον κτλ.). των ενάρετων ανδρών είναι αγέραστη.[αβέβ. ετυμ., πιθανό δάν. από γλώσσα της Α- ΝΕ αγέραστος.νατολής]. [παράγ. λ. στερ. ἀ - + *γηρα-τός (< γηράσκωἄγε, ἄγετε ΡΗΜΑ + παρ. επίθ. –τος)].προστακτικές του ἄγω που χρησιμοποιούνται ως ἅγιος, -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟεπιρρήματα εμπρός!, έλα!: «Ἄγε τοίνυν», ἔφη ὁ Συγκριτικός ἁγιώτεροςΚῦρος, «σκοπῶμεν νῦν τὰ ἐμοὶ πεπραγμένα Υπερθετικός ἁγιώτατοςπάντα» = «εμπρός λοιπόν» είπε ο Κύρος «ας 1. για πράγματα αφιερωμένος στους θεούς, ιε-εξετάσουμε τώρα όλα τα κατορθώματά μου». ρός, άγιος: ἐν μέσῳ ἱερὸν ἅγιον ἦν = στο μέσο= φέρε «εμπρός». υπήρχε άγιο ιερό.ἀγείρω ΡΗΜΑ 2. για πρόσωπα άγιος, αγνός: ὑμᾶς πάντες Παρατ. ἤγειρον πρότερον ἁγίους ἐνόμιζον = προηγουμένως Μέλλ. ἀγερῶ όλοι σας θεωρούσαν αγνούς. Αόρ. αʹ ἤγειρα παράγ. ἁγιότης, ἁγιάζω, ἁγιωσύνη, σύνθ. Μέσ. αόρ. αʹ ἠγειράμην ἁγιοφόρος, ἁγιογράφος. Παθ. αόρ. αʹ ἠγέρθην ΝΕ άγιος (και με τις δύο σημ.). Παθ. παρακ. ἀγήγερμαι [*jαγ- (πβ. ἄγ-ος, ἁγ-νός), πβ. αρχ. ινδ. yájatiσυγκεντρώνω: τὸν στόλον ἀγείρω = συγκε- «τιμώ με προσευχές ή θυσίες»· η ψιλή στο ἄ-ντρώνω το στόλο. = συνάγω. ≠ διασκεδάν- γος αντί *ἅγος επικράτησε για να μη συμπέ-νυμι «διασκορπίζω». σει με τις ιερές λέξεις ἅγιος, ἁγνός]. παράγ. ἀγορά, σύνθ. συναγείρω, πανήγυ- ἀγνοέω -ῶ ΡΗΜΑρις. [πιθ. σύνθ. λ. αθρ. ἀ- + *γερ- (πβ. ἄγρα, ἀ- Παρατ. ἠγνόουνγρέω) > *ἀγέρ-j-ω > ἀγείρω]. Μέλλ. ἀγνοήσωἀγενής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ Αόρ. ἠγνόησα Συγκριτικός ἀγενέστερος Παρακ. ἠγνόηκα Υπερθετικός ἀγενέστατος Μέσ. μέλλ. ἀγνοήσομαι1. αγέννητος, αδημιούργητος (δηλ. άναρχος): με παθ. σημ. «θα αγνοηθώ»γέγονεν ἢ ἀγενές ἐστιν; = (το σύμπαν) έχει Παθ. μέλλ. ἀγνοηθήσομαιδημιουργηθεί ή είναι αδημιούργητο; Παθ. αόρ. ἠγνοήθην2. άτεκνος. 3. ποταπός, χαμερπής. Μέσ. παρακ. ἠγνόημαιΝΕ αγενής «που του λείπουν οι καλοί τρό- αγνοώ: ἀγνοεῖ πάντα καὶ οὐδὲν οἶδεν = α-ποι». γνοεί τα πάντα και δε γνωρίζει τίποτε. = οὐ[παράγ. λ. στερ. ἀ- + γέν-ος < γίγνομαι]. γιγνώσκω, οὐκ οἶδα. ≠ οἶδα, γιγνώσκω, ἐπί-ἀγεννής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ σταμαι. Συγκριτικός ἀγεννέστερος παράγ. ἄγνοια. Υπερθετικός ἀγεννέστατος ΝΕ αγνοώ.1. αυτός που έχει ταπεινή, άσημη καταγωγή: [παράγ. λ. στερ. ἀ - + γνο- (*γνω- του γι-γνώ-οἱ ἀγεννεῖς πλείους τὸν ἀριθμόν εἰσι τῶν σκω) + παρ. επίθ. -έ-ω].γενναίων = οι ταπεινής καταγωγής άνθρωποι ἄγνυμι ΡΗΜΑείναι περισσότεροι στον αριθμό από τους υ- ρήμα του ποιητικού λόγου. Στον πεζό λόγο χρησι-ψηλής καταγωγής. ≠ γενναῖος «ο υψηλής κα- μοποιείται το σύνθετο κατάγνυμι.ταγωγής», ἀγαθός. Μέλλ. ἄξω2. για πράγματα άθλιος, αχρείος: βωμολοχεύ- Αόρ. ἔαξαματ’ ἀγεννῆ = άθλιες βωμολοχίες. Παρακ. ἔαγα παράγ. ἀγέννεια, ἀγεννησία, ἀγέννητος. με παθ. σημ. «έχω θραυσθεί»[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + γέννα, ἡ «ευγενής κα- Παθ. αόρ. ἐάγηνταγωγή», ρ. γεννάω]. σπάζω, συντρίβω.ἄγημα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ [*Fαγ-, συγγεν. με τοχαρι. wâk- «σκάζω» ].τμήμα στρατεύματος. ἀγορά, -ᾶς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝΕ άγημα. 1. η συνέλευση του λαού ή ο τόπος της συνέ-[δωρ. ἄγημα = ἥγημα < ἡγέομαι]. λευσης αυτής.ἀγήρατος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ 2. ο τόπος αγοραπωλησιών, αγορά, ή τα ίδια τα προϊόντα που πουλιούνται στην αγορά: 17
  • 16. οὐ δέχομαί τινα ἀγορᾷ οὐδ’ ἄστει = δεν επι- 2. για πράγματα συνηθισμένος, κοινός, χυδαί-τρέπω την είσοδο σε κάποιον, ούτε στην αγο- ος: σκώμματα ἀγοραῖα.ρά ούτε στην πόλη. ΝΕ αγοραίος «χυδαίος».3. ως ένδειξη χρόνου ἀγορὰ πλήθουσα [παράγ. λ. ἀγορά + παρ. επίθ. -αῖος].το χρονικό διάστημα από τις δέκα το πρωί ἀγορεύω ΡΗΜΑέως τις δώδεκα το μεσημέρι, όταν η ἀγορά Παρατ. ἠγόρευον(σημ. 2) ήταν γεμάτη με κόσμο: πρῴ τε γὰρ Μέλλ. (σύνθ.) -αγορεύσω & -ερῶεἰς τοὺς περιπάτους καὶ τὰ γυμνάσια ᾔει καὶ Αόρ. (σύνθ.) -ηγόρευσαπληθούσης ἀγορᾶς ἐκεῖ φανερὸς ἦν = και δι- & -εῖπονότι το πρωί πήγαινε στους χώρους των περι- Παρακ. (σύνθ.) -είρηκαπάτων και στα γυμναστήρια και κατά το με- Υπερσ. (σύνθ.) -ειρήκεινσημέρι παρουσιαζόταν εκεί. Μέσ. μέλλ. (σύνθ.) -αγορεύσομαι• έκφραση ἀγορᾶς διάλυσις το χρονικό διά- Παθ. μέλλ. (σύνθ.) -ρηθήσομαι στημα μετά την αποχώρηση του κόσμου Παθ. αόρ. (σύνθ.) -ηγορεύθην από την ἀγοράν (σημ. 2), το απόγευμα. & -ερρήθην παράγ. ἀγοραῖος, ἀγοράζω, σύνθ. ἀγορα- Παθ. παρακ. (σύνθ.) -είρημαινόμος, ἀγορανομία. Παθ. υπερσ. (σύνθ.) -ειρήμηνΝΕ αγορά (σημ. 2). μιλώ στην ἀγοράν (σημ. 1): τίς ἀγορεύειν βούλε-[*ἀγορ- (< *ἀγερ-, πβ. ἀγείρω «συγκεντρώνω» ται; = ποιος θέλει να απευθυνθεί στη συνέλευ-< *ἀγέρ-jω) + παρ. επίθ. -ά. Πβ. αιολ. ἄγυρις ση; (ερώτηση την οποία υπέϐαλλε ο κήρυκας στα«συγκέντρωση», απ’ όπου σύνθ. ὁμ-ήγυρις, μέλη της εκκλησίας του δήμου των Αθηναίων).παν-ήγυρις]. = δημηγορέω, ῥητορεύω.ἀγοράζω ΡΗΜΑ παράγ. ἀγόρευσις, σύνθ. ἀναγορεύω, ἀ- Παρατ. ἠγόραζον παγορεύω. Μέλλ. ἀγοράσω ΝΕ αγορεύω (κυρίως στη βουλή και το δικαστή- Αόρ. ἠγόρασα ριο). Παρακ. ἠγόρακα [παράγ. λ. ἀγορά + παρ. επίθ. -εύω]. Μέσ. αόρ. ἠγορασάμην ἄγρα, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παθ. αόρ. ἠγοράσθην κυνήγι, καταδίωξη: ἐς ἄγρας ἔρχομαι = πη- Παθ. παρακ. ἠγόρασμαι γαίνω στα κυνήγια. ἄγρα ἀνθρώπων = κατα-1. συχνάζω στην ἀγοράν (σημ. 2). δίωξη ανθρώπων. = κυνηγέσιον, θήρα.2. συγκεντρώνομαι στην ἀγοράν (σημ. 2): ἐ- παράγ. ἀγραῖος.σελθόντες ἐς τὴν πόλιν ἠγόραζον = αφού ει- ΝΕ άγρα (λ.χ. άγρα ψήφων).σήλθαν στην πόλη, συγκεντρώθηκαν στην α- [*ἀγ- (ἄγω), πβ. ἀγρέω «συλλαμβάνω»].γορά. ἀγρεύω ΡΗΜΑ3. αγοράζω: ἐκ τῆς πόλεως ἠγόραζον τὰ ἐπι- Παρατ. ἤγρευοντήδεια = αγόραζαν τις προμήθειες από την Μέλλ. ἀγρεύσωπόλη. = ὠνέομαι «αγοράζω». ≠ πωλέω. Αόρ. ἤγρευσα• μέση φωνή ἀγοράζομαι: αγοράζω για τον ε- Παθ. αόρ. ἠγρεύθηναυτό μου: εἶπε τὰ ἐπιτήδεια ἀγοράζεσθαι καὶ πιάνω στο κυνήγι ή στο ψάρεμα, αρπάζω: ἀ-συσκευάζεσθαι = είπε να αγοράσουν για τον γρεύω τῷ ἀμφιϐλήστρῳ ἰχθῦς = πιάνω ψάριαεαυτό τους τις προμήθειες και να τις συσκευ- με το δίχτυ.άσουν. [παράγ. λ. ἄγρα + παρ. επίθ. -εύω]. παράγ. ἀγοραστής, ἀγοραστικός, σύνθ. ἄγριος, -ία & -ιος, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟἀγορανόμος, ἀγορανομέω. Συγκριτικός ἀγριώτεροςΝΕ αγοράζω (με τη σημ. 3). Υπερθετικός ἀγριώτατος[παράγ. λ. ἀγορά + παρ. επίθ. -άζω < *-άδjω]. 1. αυτός που ζει στους αγρούς. ≠ ἥμερος (γιαἀγοραῖος, -αῖος, -αῖον ΕΠΙΘΕΤΟ ζώα).1. εκείνος που συχνάζει στην ἀγοράν (σημ. 2): 2. με ηθική σημ. άγριος, άξεστος. = ἀπαίδευτος.ὁ ἀγοραῖος ὄχλος = ο κόσμος που συχνάζει παράγ. ἀγριότης, ἀγριόω, ἀγρίως, ἀγριαί-στην αγορά. νω, σύνθ. ἀγριέλαιος, ἀγριόφωνος.• οἱ ἀγοραῖοι οι κοινοί θνητοί, ο όχλος: τὰ ΝΕ άγριος (με όλες τις σημ). συμπόσια τῶν ἀγοραίων. [*ἀγ- (ἄγω) + παρ. επίθ. -ρ-ιος]. ἄγροικος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ 18
  • 17. 1. αυτός που κατοικεί στους αγρούς, στην πε- Υπερσ. ἀγηόχεινδιάδα: ἄγροικα ζῷα = ζώα των αγρών. ≠ ὄ- Μέσ. μέλλ. ἄξομαιρεια ζῷα = ζώα του βουνού. με παθ. σημ.2. ο άνθρωπος της υπαίθρου, ο χωρικός. Παθ. μέλλ. ἀχθήσομαι3. ο χωριάτης, ο άξεστος: ἄγροικός ἐστιν = εί- Μέσ. αόρ. β´ ἠγαγόμηνναι χωριάτης. ≠ ἀστεῖος «άνθρωπος του άστεως, Παθ. αόρ. α´ ἤχθηντης πόλης». Παθ. παρακ. ἦγμαι παράγ. ἀγροικίζομαι, ἀγροικία «χωριατο- 1. οδηγώ, μεταφέρω: ἄγω στρατιάν = οδηγώσύνη». το στράτευμα. = φέρω.ΝΕ αγροίκος (με μετάθεση του τόνου και 2. αμετάβ. προελαύνω, πηγαίνω: θᾶσσον ὁ Νι-σημ. 3). κίας ἦγε = ο Νικίας προήλαυνε γρηγορότερα.[σύνθ. λ. ἀγρός + οἰκέω]. ἄγωμεν εἰς τὰς ἐχομένας κωμοπόλεις = ας πά-ἀγρός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ με στις κοντινές κωμοπόλεις.1. ως επί το πλείστον στον πληθυντικό ἀγροί χω- 3. διευθύνω: ἄγω τὴν πολιτείαν = διευθύνωράφια. = κτήματα. τα δημόσια πράγματα. = διοικέω, διατίθημι.2. η ύπαιθρος (σε αντιδιαστολή προς τα ἄστυ, 4. ανατρέφω, εκπαιδεύω: οἱ κακῶς ἀχθέντεςπόλις, κώμη): κατ’ ἀγροὺς τῆς χώρας γίγνεταί = οι κακώς εκπαιδευμένοι.τι = συμϐαίνει κάτι στην ύπαιθρο της χώρας. 5. γιορτάζω: Ἀπατούρια ἄγουσιν = γιορτά- παράγ. ἀγρότης, ἀγροτικός, σύνθ. ἀγρο- ζουν τα Απατούρια.κόμος, ἀγρονόμος. 6. θεωρώ: τιμιώτερόν τινα ἄγω = θεωρώ κά-ΝΕ αγρός (σημ. 1). ποιον πιο αξιότιμο.[*ἀγ- (ἄγω) + παρ. επίθ. -ρός]. 7. σε εκφράσεις α. εἰρήνην ἄγω πρός τινα έχωἄγχι ΕΠΙΡΡΗΜΑ ειρηνικές σχέσεις με κάποιον. β. ἡσυχίαν /λέξη αυστηρά ποιητική, που όμως απαντά σε σύν- σχολὴν ἄγω ησυχάζω, έχω ελεύθερο χρόνο.θετες λέξεις του πεζού λόγου ως πρώτο συνθετικό, παράγ. ἀγωγή, ἀγωγός, ἄγημα, ἀγώγιμος,λ.χ. ἀγχέμαχος «αυτός που μάχεται από κοντά» ἀγέλη, ἀκτίς, σύνθ. ἀνάγω, κατάγομαι, πα-κτλ. ράγω, ἐξάγω. Συγκριτικός ἆσσον & ἄσσον ΝΕ άγω στη λόγ. φρ. άγομαι και φέρομαι Υπερθετικός ἄγχιστα «κατευθύνομαι από άλλους».κοντά. = ἐγγύς, πλησίον, πέλας. ≠ μακράν, [*ἀγ-, ομόρρ. με αρχ. ινδ. ájati, λατ. agō].πόρρω. ἀγωγή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. ἀγχιστεία, σύνθ. ἀγχέμαχος, ἀγχί- 1. μεταφορά: πρὸς τὰς ἀγωγὰς χρῶμαι ὑπο-νους, ἀγχίνοια. ζυγίοις = για τις μεταφορές χρησιμοποιώ υ-[*ἀνχ- (ἄγχω), ἄγχω]. ποζύγια.ἀγχιστεία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 2. καθοδήγηση: ἡ ἀγωγὴ τοῦ νόμου = η καθο-1. στενή συγγένεια: ὑπάρχει μοι ἀγχιστεία δήγηση από το νόμο.πρός τινα = έχω στενή συγγένεα με κάποιον. 3. εκπαίδευση, αγωγή: ἐκ νέων ἀγωγῆς ὀρθῆς= συγγένεια. τυγχάνω = λαμβάνω ορθή αγωγή από τη νεα-2. κληρονομικά δικαιώματα. νική μου ηλικία.ΝΕ αγχιστεία (με την αντίθετη σημ.: «μη εξ σύνθ. συναγωγή, διαγωγή, καταγωγή, ἀ-αίματος συγγένεια, επιγαμία»). παγωγή. ΝΕ αγωγή (με σημ. 3).[παράγ. λ. ἀγχιστής «στενός συγγενής» + [παράγ. λ. *ἀγ-αγ- (πβ. ἤγαγ-ον, ἀγαγ-εῖν < ἄ-παρ. επίθ. -εία]. γω), *ἀγ-ωγ- + παρ. επίθ. -ή, για τον αναδι-ἄγχω ΡΗΜΑ πλασιασμό ἐδωδή].στραγγαλίζω, απαγχονίζω: τὸν Κέρβερον ἄγ- ἀγών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟχω. = πνίγω, ἀπάγχω. 1. συγκέντρωση (κυρίως η συγκέντρωση των Ελ- παράγ. ἀγχόνη, σύνθ. ἀπάγχω. λήνων κατά τους πανελλήνιους αγώνες): ποιῶΝΕ πβ. άγχος, αγχόνη. τὸν Ὀλυμπικὸν ἀγῶνα, ἵνα τοὺς Ἕλληνας ἅ-[*ἀνχ- (ἄγχι), πβ. λατ. angō]. παντας ξυναγείρω = κάνω τη συγκέντρωσηἄγω ΡΗΜΑ στην Ολυμπία, για να μαζέψω όλους τους Παρατ. ἦγον Έλληνες. Μέλλ. ἄξω 2. διαγωνισμός (για τη λήψη βραβείου στους ἀ- Αόρ. α´ ἦξα γῶνας, σημ. 1): ἀγὼν γυμνικός, μουσικός = α- Αόρ. β´ ἤγαγον θλητικός, μουσικός διαγωνισμός. ἀγὼν στε- Παρακ. ἀγήοχα & ἦχα φανηφόρος / στεφανίτης = διαγωνισμός στον 19
  • 18. οποίο το βραβείο ήταν στεφάνι. ἀγῶνα καθί- 4. στην παθ. φωνή ἀγωνίζομαι κρίνομαι.στημι = καθιερώνω διαγωνισμό. = ἅμιλλα. παράγ. ἀγώνισμα, ἀγώνισις, ἀγωνιστής,3. μάχη, αγώνας: ὁ Φίλιππος, πρὸς ὃν ἦν ἡμῖν σύνθ. ἀνταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι, δια-ὁ ἀγών = ο Φίλιππος, εναντίον του οποίου ή- γωνίζομαι.ταν ο αγώνας μας. ΝΕ αγωνίζομαι (με τις σημ. 1, 2).4. δίκη, δικαστικός αγώνας: εἰς ἀγῶνα καθί- [παράγ. λ. ἀγών + παρ. επίθ. -ίζομαι].στημι ἀνθρώπους = οδηγώ ανθρώπους σε δί- ἀγώνισμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟκη. 1. κατόθρωμα: Ἄγιδος τὸ ἀγώνισμα τοῦτο ἐ-5. ψυχική ταλαιπωρία: πολὺν τὸν ἀγῶνα ἔχω γένετο = το κατόρθωμα αυτό υπήρξε του Ά-= έχω μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία. γιδος. παράγ. ἀγωνία, ἀγωνίζομαι, ἀγωνιστής, 2. εκείνο με το οποίο κάποιος συμμετέχει σεἀγώνισμα, σύνθ. ἀγωνοθέτης, ἀγωνοδίκης. διαγωνισμό, δημηγορία: κτῆμα ἐς αἰεὶ μᾶλλονΝΕ αγώνας (με τις σημ. 2, 3). ἢ ἀγώνισμα ἐς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν ξύγ-κει-[παράγ. λ. ἄγω + παρ. επίθ. -ών]. ται = (το έργο) έχει συντεθεί πιο πολύ ως πα-ἀγωνία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ντοτινό μελέτημα, παρά σαν πρόσκαιρη δη-1. διαγωνισμός: δημοτικὴ ἀγωνία = διαγωνι- μηγορία για να την ακούουν κάποιοι.σμός του δήμου. = ἀγών. ΝΕ αγώνισμα (είδος αθλήματος).2. γυμναστική άσκηση: μουσικὴν καὶ ἀγωνί- [παράγ. λ. *ἀγωνισ- (< ἀγωνίζομαι) + παρ. ε-αν παιδεύω τινά = εκπαιδεύω κάποιον στη πίθ. -μα].μουσική και στις γυμναστικές ασκήσεις. ἀδαής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ3. αγωνία: ἐν φόβῳ καὶ πολλῇ ἀγωνίᾳ εἰμί = αυτός που δε γνωρίζει: ἀδαὴς γίγνομαί τινοςβρίσκομαι σε φόβο και μεγάλη αγωνία. = δε γνωρίζω κάτι. = ἀνεπιστήμων. παράγ. ἀγωνιάω. ΝΕ αδαής.ΝΕ αγωνία (σημ. 3 ως επακόλουθο του αντα- [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *δασ- (πβ. δαῆναι < διδά-γωνισμού στους αθλητικούς αγώνες). σκω, δαή-μων «γνώστης») + παρ. επίθ. -ής].[παράγ. λ. ἀγών + παρ. επίθ. -ία]. ἀδεής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟἀγωνιάω -ῶ ΡΗΜΑ Συγκριτικός ἀδεέστερος Παρατ. ἠγωνίων Υπερθετικός ἀδεέστατος Μέλλ. ἀγωνιάσω 1. αυτός που δε νιώθει φόϐο, ο άφοβος: θανά- Αόρ. ἠγωνίασα του ἀδεής = αυτός που δε φοβάται το θάνα- Παρακ. ἠγωνίακα το. = θαρραλέος. ≠ περιδεὴς «φοβισμένος».1. συναγωνίζομαι: πρὸς ἀλλήλους ἀγωνιῶσιν • ως ουσιαστικό τὸ ἀδεὲς η έλλειψη φόβου, η= συναγωνίζονται μεταξύ τους. = ἀγωνίζομαι, ασφάλεια.ἁμιλλάομαι. 2. αυτός που δεν προκαλεί φόβο, ο μη φοβε-2. αγωνιώ: ἐδόκει μοι ὁ Πρωταγόρας ἀγωνι- ρός: ἀδεές ἐστί τι πρὸς τοὺς ἐχθρούς = κάτιᾶν = μου φαινόταν ότι ο Πρωταγόρας αγωνι- δεν προκαλεί φόϐο στους εχθρούς. ≠ δεινόςούσε. = ἀνιῶμαι. ≠ ἡσυχάζω. «φοβερός».[παράγ. λ. ἀγωνία + παρ. επίθ. -άω]. 3. επίρρημα ἀδεῶς α. χωρίς φόβο ή δισταγμό:ἀγωνίζομαι ΡΗΜΑ ἀδεῶς τινα ὠφελοῦμεν = ωφελούμε κάποιον Μέλλ. ἀγωνιοῦμαι χωρίς φόβο. β. χωρίς φόϐο ότι θα μου επιβλη- με παθ. σημ. με «θα κριθώ» θεί ποινή ( ἄδεια σημ. 3): μηνύω τὸ ἀσέϐημα τη σημ. 4 ἀδεῶς = καταγγέλλω την ασεϐή πράξη χωρίς Παθ. μέλλ. ἀγωνισθήσομαι φόβο ότι θα μου επιϐληθεί ποινή. Αόρ. ἠγωνισάμην παράγ. ἄδεια. Παθ. αόρ. ἠγωνίσθην [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δέ-ος + παρ. επίθ. -ής]. Παρακ. ἠγώνισμαι ἄδεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ1. διαγωνίζομαι (για τη λήψη βραβείου): Ὀλυμπία- 1. αφοβία, αίσθημα ασφάλειας: πύλαι διὰσιν ἀγωνίζομαι = διαγωνίζομαι στην Ολυμπί- τὴν ἄδειαν ἀνεῳγμέναι = πύλες ανοικτές, λό-α. = ἁμιλλάομαι. γω του αισθήματος ασφάλειας. = ἀφοβία.2. μάχομαι, πολεμώ: περὶ τῶν ἁπάντων ἀγω- ≠ δέος «φόβος», φόβος.νίζομαι = μάχομαι για τα πάντα. = μάχομαί 2. αμνηστία: τοῖς ἄλλοις Μυτιληναίοις ἄδει-τινι. αν ἐδώκατε οἰκεῖν τὴν σφετέραν αὐτῶν =3. ως όρος δικανικός αντιδικώ, εμπλέκομαι σε στους άλλους Μυτιληναίους παραχωρήσατεδίκη: πάνυ ἔμπειρος τοῦ ἀγωνίζεσθαι = πολύ αμνηστία, με την οποία τους επιτρέπατε ναέμπειρος στο να συμμετέχει σε δίκες. κατοικούν στη δική τους πόλη. 20
  • 19. 3. άδεια που ζητούσε ένας πολίτης από το Αόρ. ἠδίκησαδήμο, προκειμένου να υποβάλει πρόταση που Παρακ. ἠδίκηκασυγκρουόταν με ισχύοντα νόμο ή για να α- Παθ. ενεστ. ἀδικοῦμαισκήσει δίωξη εναντίον κάποιου: ἄδειαν αἰ- Μέσ. μέλλ. ἀδικήσομαιτοῦμαι ἐπὶ μηνύσει τινός = ζητώ άδεια να κα- με παθ. σημ. «θα αδικηθώ»ταγγείλω κάποιον. Παθ. μέλλ. ἀδικηθήσομαιΝΕ άδεια (συγκατάθεση σε αίτημα). Παθ. αόρ. ἠδικήθην[παράγ. λ. ἀδε-ής + παρ. επίθ. -ια]. Παθ. παρακ. ἠδίκημαιἀδέκαστος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ 1. διαπράττω αδίκημα, παραβιάζω το νόμο:αδωροδόκητος, αμερόληπτος: ἀδέκαστος κρί- Σωκράτης ἀδικεῖ ζητῶν τὰ ἐπουράνια = ονω τι = κρίνω κάτι αμερόληπτα. Σωκράτης διαπράττει αδίκημα που διερευνάΝΕ αδέκαστος. τα επουράνια.[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + *δεκαστὸς «που μπορεί 2. έχω άδικο, κάνω λάθος: εἰ μὴ ἀδικῶ γε =να δεκαστεί, να δωροδοκηθεί» < δεκ-άζω (πβ. αν βέβαια δεν έχω άδικο. = ἀπατῶμαι περί τι.δέχ-ομαι) «προσφέρω δώρο»]. 3. αδικώ κάποιον: ἀδικῶ τοὺς δεσπότας = α-ἀδελφιδοῦς, -οῦ ὁ / ἀδελφιδῆ, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ δικώ τους ηγεμόνες. ἀδικῶ τινά τι = αδικώανιψιός, ανιψιά. κάποιον σε κάτι.[ασυναίρετο ἀδελφ-ιδέος > συνηρημένο αττ. 4. βλάπτω: ἀδικῶ γῆν τὴν Πλαταιίδα = βλά-ἀδελφ-ιδοῦς]. πτω την πλαταιική γη. = κακῶς ποιῶ τι. ≠ ὠ-ἄδηλος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ φελέω.1. αόρατος. ≠ δῆλος «φανερός». παράγ. ἀδίκημα, ἀδικία, σύνθ. ἀνταδικέω.2. άγνωστος: ἄδηλος ὁ κτείνας ἐστίν = ο φο- ΝΕ αδικώ (με σημ. 3).νιάς είναι άγνωστος. [παράγ. λ. ἄδικος + παρ. επίθ. -έω].• ἄδηλόν ἐστι, εἰ... = είναι αβέβαιο εάν... ἀδόκητος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἀδηλότης, ἀδηλία, ἀδήλως, σύνθ. απροσδόκητος: ξυμφορὰ ἀδόκητος = απροσδό-κατάδηλος. κητη συμφορά. = ἀπροσδόκητος. ≠ πβ. πρὸς[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δῆλος]. προσδοκίαν «σύμφωνα με ό,τι αναμενόταν».ᾍδης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. ἀδοκήτως, σύνθ. ἀπροσδόκητος.1. ο Άδης (για τους αρχαίους Έλληνες, ο Άδης ή- ΝΕ αδόκητος (στη φρ. κυρίως αδόκητος θά-ταν ο θεός των νεκρών. Ήταν παιδί του Κρόνου νατος).και της Ρέας και αδελφός του ∆ία, του Ποσειδώ-να, της Ήρας, της ∆ήμητρας και της Εστίας. Όταν [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δοκέω + παρ. επίθ. -τος].έγινε η διανομή της εξουσίας του σύμπαντος, ο Ά- ἀδολέσχης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟδης έλαϐε τον κάτω κόσμο, ο Ποσειδώνας τη θά- φλύαρος: ἀδολέσχης σοφιστής = φλύαρος σο-λασσα και ο ∆ίας πήρε τον έλεγχο του ουρανού φιστής.και της γης). παράγ. ἀδολεσχία, ἀδολεσχέω «φλυαρώ».• ἐν ᾍδου (ενν. οἴκῳ) μέσα στο σπίτι του [αυτός του οποίου ο διαρκής λόγος ενοχλεί, Άδη. εἰς ᾍδου (ενν. οἶκον) προς το σπίτι σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + *Fαδο- (= ἥδομαι, πβ. του Άδη. ἀαδεῖν· ὀχλεῖν) + λέσχη «συζήτηση, λόγος» >2. τόπος όπου πηγαίνουν οι ψυχές μετά το *ἀαδολέσχης > ἀδολέσχης].θάνατο του σώματος. ἄδοξος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ[αβέβ. ετυμ., ίσως σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *F(ε)ιδ- που δεν έχει φήμη, άσημος, ασήμαντος.(εἶδον) με τη σημ. του τόπου που δεν είναι ο- παράγ. ἀδοξέω «δεν έχω καλή φήμη», ἀ-ρατός]. δοξία «έλλειψη καλής φήμης».ἀδιάλλακτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ ΝΕ άδοξος.ασυμφιλίωτος: τὰ πρὸς ὑμᾶς ἀδιάλλακτα ὑ- [σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + δόξα].πάρχει = οι σχέσεις μου με εσάς δεν επιδέχο- ἁδρός, -ά, - ὸν ΕΠΙΘΕΤΟνται συμφιλίωση. Συγκριτικός ἁδρότερος παράγ. ἀδιαλλάκτως. Υπερθετικός ἁδρότατοςΝΕ αδιάλλακτος. 1. πυκνός, παχύς, αδρός: χιὼν ἁδρά = πυκνό[παράγ. λ. στερ. ἀ- + *διαλλακτός (πβ. διαλ- χιόνι. = παχύς. ≠ ἰσχνός.λακτής) < διαλλάσσομαι + παρ. επίθ. -τός]. 2. εύσωμος: ἁδροὶ παῖδες = εύσωμα παιδιά.ἀδικέω -ῶ ΡΗΜΑ παράγ. ἁδροσύνη, ἁδρόομαι, ἁδρύνω, Παρατ. ἠδίκουν σύνθ. ἁδρομερής. Μέλλ. ἀδικήσω ΝΕ αδρός (και με τις δύο σημ.). 21
  • 20. [παράγ. λ. ἁδ- (ἅδην «άφθονα») + παρ. επίθ. 2. αιώνιος, παντοτινός: ἀέναον τὴν τροφὴν-ρός]. παρέχω = παρέχω αιώνια τροφή.ἄδυτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἀενάως.αυτός στον οποίο δεν επιτρέπεται να μπει ΝΕ αέναος (με σημ. 2).κανείς. = ἄβατος. ≠ βέβηλος «αυτός στον ο- [σύνθ. λ. ἀεί + νάω «ρέω»].ποίο επιτρέπεται η είσοδος, μη ιερός». ἀζήμιος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ• ως ουσιαστικό τὸ ἄδυτον το εσωτερικό 1. αποζημιωμένος: ἀζήμιον παρέχω τινά = α- τμήμα ενός ιερού, το άδυτο: ἡ Πυθία εἰς ποζημιώνω κάποιον. τὸ ἄδυτον κατῆλθεν. 2. ατιμώρητος: ὁ συλλήπτωρ ἀζήμιος ἀπέφυ-ΝΕ το άδυτο (με τις δύο σημ.). γεν = ο συνεργός ξέφυγε ατιμώρητος. = ἀθῷ-[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δύω + παρ. επίθ. -τος]. ος, ἀτιμώρητος.ᾄδω ΡΗΜΑ 3. αυτός που δεν προξενεί ζημιά, ο μη βλαϐε- Παρατ. ᾖδον ρός: ἀζήμιοι ἀχθηδόνες = ενοχλήσεις που δεν Μέλλ. ᾄσομαι προξενούν ζημιά. ≠ βλαβερός. με σημ. ενεργ. «θα τραγουδήσω» παράγ. ἀζημίως. Αόρ. ᾖσα [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + ζημία + παρ. επίθ. -ος]. Παθ. αόρ. ᾔσθην ἀηδών, -όνος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παθ. παρακ. ᾖσμαι αηδόνι.τραγουδώ: οἱ τῶν γερόντων ἐν Λακεδαίμονι ΝΕ αηδόνι.χοροὶ ᾄδουσιν «ἁμὲς ποτ’ ἦμες ἄλκιμοι νεα- [*ἀFηδών (πβ. ἀFείδω > ἀείδω «τραγουδώ»)νίαι» = οι χοροί των γερόντων στη Σπάρτη κατά το χελιδὼν κτλ.].τραγουδούν «κάποτε εμείς ήμασταν γενναίοι ἀήθεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟνέοι». έλλειψη πείρας, απειρία: ἀήθεια τοῦ κακο- παράγ. ᾆσμα, ἀηδών, ᾠδή, ἀοιδὸς «τρα- πραγεῖν = απειρία στις αποτυχίες. = ἀπειρία,γουδιστής». ἀνεπιστημοσύνη. ≠ ἐμπειρία.[ασυναίρετο ἀείδω > συνηρημένο ᾄδω]. [παράγ. λ. ἀήθης + παρ. επίθ. -εια].ἀεὶ ΕΠΙΡΡΗΜΑ ἀήθης, -ης, ἄηθες ΕΠΙΘΕΤΟ1. πάντοτε: ἀεὶ θεοῖς ἐχθρός ἐστιν = πάντοτε Συγκριτικός ἀηθέστεροςείναι μισητός στους θεούς. ≠ οὔποτε «ποτέ δεν», Υπερθετικός ἀηθέστατοςμήποτε «ποτέ να μη». 1. ασυνήθιστος, παράξενος.• με το άρθρο οἱ ἀεὶ ὄντες οι αθάνατοι (οι 2. ασυνήθιστος σε κάτι: ἀήθεις τοιαύτης μά- θεοί). χης = ασυνήθιστοι σε τέτοια μάχη.• αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + ἦθος + παρ. επίθ. -ης]. ἄλλων πάντοτε να είσαι άριστος και να ἀήρ, ἀέρος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ξεπερνάς τους άλλους (Ομ. Ιλ. Ζ 208). αέρας. Πρόκειται για στίχο που έχει αποκτήσει ευ- παράγ. ἀέριος, σύνθ. ἀερώδης, ἀεροειδής. ρεία διάδοση ως ευχή αναγραφόμενη σε βρα- ΝΕ αέρας. ϐεία, τιμητικές πλακέτες κτλ.). [ἀήρ «κρέμασμα ατμοσφαιρικό» < *ἀFήρ-2. ὁ ἀεὶ ο εκάστοτε: οἱ ἀεὶ δικάζοντες = οι ε- (πβ. ἄημι, αὔρα) < ἀFείρω = αττ. αἴρω «υψώ-κάστοτε δικαστές. νω»]. σύνθ. ἀείμνηστος, ἀειθαλής, ἀειφυγία «πα- Ἀθῆναι, -ῶν, αἱ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟντοτινή εξορία». 1. η πόλη της Αθήνας (Ο πληθυντικός αριθμός[μαρτυρείται ως αἰFεί, πβ. λατ. aevum, αἰών]. σε ονόματα πόλεων, λ.χ. αἱ Θῆϐαι, αἱ Μυκῆναιἀείμνηστος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ κτλ., οφείλεται στο γεγονός ότι οι πόλεις αυτέςαυτός που τον θυμούνται για πάντα: ἀείμνη- προήλθαν από συνένωση πολλών γειτονικών δή-στος ἡ ἁμαρτία = το σφάλμα θα το θυμού- μων).νται για πάντα. ΝΕ αείμνηστος. • επιρρήματα α. Ἀθήναζε προς την Αθήνα.[σύνθ. λ. ἀεί + μνηστός < μιμνήσκομαι]. β. Ἀθήνηθεν από την Αθήνα. γ. Ἀθήνησινἀειφυγία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ στην Αθήνα.παντοτινή εξορία: φευγέτω ἀειφυγίαν = ας ε- 2. η Αττική (στο σύνολό της).ξοριστεί για πάντα. παράγ. Ἀθηναῖος, σύνθ. Παναθήναια.[σύνθ. λ. ἀεί + *φυγ- (ἔ-φυγ-ον) + παρ. επίθ. -ία]. ΝΕ Αθήνα (από την έκφραση εἰς πόλιν Ἀθήναςἀέναος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ (=τὰς Ἀθήνας, αιτ. πληθ.), που εκλήφθηκε ως γεν.1. αυτός που πάντοτε κυλά: ποταμὸς ἀέναος ενικού, της Αθήνας).= ποταμός που πάντοτε κυλά. 22
  • 21. [Ἀθηνᾶ (η θεά) > Ἀθῆναι με μετακίνηση τό- στράτευμα ήταν όλο μαζί (δηλαδή συγκε-νου και τροπή σε πληθ., επειδή πολλοί συνοι- ντρωμένο).κισμοί αποτελούσαν την πόλη]. παράγ. ἀθρόως.ἄθλιος, -ία & -ιος, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ ΝΕ πβ. αθρόα προσέλευση. Συγκριτικός ἀθλιώτερος [με τη σημασία αυτού που εμφανίζεται ως συ- Υπερθετικός ἀθλιώτατος νολική εικόνα πιθ. αθροιστικό ἁ- (< ΙΕ *smo-) +με ηθική σημ. αξιολύπητος, άθλιος. -θροος, πβ. ἀθρέω «προσαρμόζω το βλέμμα, πα-= οἰκτρός, ἐλεεινός. ρατηρώ»]. παράγ. ἀθλιότης, ἀθλίως, σύνθ. πανάθλι- ἀθυμέω -ῶ ΡΗΜΑος. αποκαρδιώνομαι, χάνω το θάρρος μου: οὐΝΕ άθλιος. μὴν ἐπὶ τούτοις ἀθυμήσας εἱλόμην ῥᾳθυμεῖν[παράγ. λ. (ἄεθλον >) ἆθλον + παρ. επίθ. -ιος]. = ασφαλώς δεν επέλεξα να αδρανώ, επειδή έ-ἆθλον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ χασα το θάρρος μου από αυτά.έπαθλο (ενός διαγωνισμού): ἆθλα ὁ ἄρχων παράγ. ἀθυμία.προτίθησιν = ο κυϐερνήτης ορίζει έπαθλα. τὰ [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + θυμός + παρ. επίθ. -έω].πρῶτα τῶν ἄθλων ἠνεγκάμην = κέρδισα τα ἄθυρμα, -ματος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟκαλύτερα έπαθλα. παιχνίδι.= τὰ πρωτεῖα «το πρώτο βραβείο». ΝΕ πβ. άθυρμα της μοίρας ο άνθρωπος. παράγ. ἄθλιος, σύνθ. πένταθλον, ἀθλοθε- [παράγ. λ. ἀθύρω «παίζω» + παρ. επίθ. -μα].τέω, ἀθλοθεσία, ἀθλοθέτης. ἀθῷος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ[μαρτυρείται ως ἄFε-θλον, αβέβ. ετυμ.· ωστό- Συγκριτικός ἀθῳότεροςσο πβ. αρχ. ινδ. vāyati «κάμνω, είμαι κουρα- Υπερθετικός ἀθῳότατοςσμένος»]. άτρωτος, απρόσβλητος, ατιμώρητος, αζημίω-ἁθροίζω ΡΗΜΑ τος: ἀθῷος ἅπασι = άτρωτος από κάθε άπο- Παρατ. ἥθροιζον ψη. ἀθῷοι τῶν ἀδικημάτων τούτων = ατιμώ- Αόρ. ἥθροισα ρητοι για αυτά τα αδικήματα. οὐκ ἀθῷος ἄ- Παρακ. ἥθροικα πεισιν = δε θα ξεφύγει ατιμώρητος (με το α- Παθ. αόρ. ἡθροίσθην ζημίωτο). Παθ. παρακ. ἥθροισμαι παράγ. ἀθῳόω. Παθ. υπερσ. ἡθροίσμην ΝΕ αθώος (απαλλαγμένος από ενοχή, τιμωρίαη οικογένεια των λέξεων του ἁθροίζω στην αττική κτλ.).διάλεκτο εμφανίζεται με δασεία, στις λοιπές δια- [παράγ. λ. στερ. ἀ- + θω-ὴ «τιμωρία» (< *θη- <λέκτους με ψιλή. τί-θη-μι) + παρ. επίθ. -ιος].1. συγκεντρώνω: ἁθροίζει τό τε βαρβαρικὸν αἰγιαλός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟκαὶ τὸ ἑλληνικόν = συγκεντρώνει και το βαρ- παραλία, ακροθαλασσιά.βαρικό και το ελληνικό στράτευμα. = ἀγείρω. ΝΕ γιαλός.≠ διασκεδάννυμι «διασκορπίζω». [σύνθ. λ. *αἰγι- (πβ. «αἶγες· τὰ κύματα ∆ωρι-2. στην παθ. φωνή για το νου ἁθροίζομαι εἰς ἐμαυ- εῖς» και «τὰ μεγάλα κύματα αἶγας λέγομεν»)τὸν συγκεντρώνομαι, συμμαζεύω το νου μου. = + -αλός (< ἁλὸς «της θάλασσας» ή -αλός < ἅλ-συντείνω ἐμαυτόν, συναγείρω ἐμαυτόν. λομαι «πηδώ»), πβ. ΝΕ τα προβατάκια της παράγ. ἄθροισμα, ἄθροισις. θάλασσας = τα κύματα].[παράγ. λ. ἁθρό-ος + παρ. επίθ. -ίζω > ἁθροί- αἰγίς, -ίδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟζω, ἁθρόος]. 1. το δέρμα της κατσίκας (που φορούσαν ωςἁθρόος, -α & -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ ένδυμα).1. κατά πλήθη, στοίβες ή μάζες συγκεντρωμέ- 2. η δερμάτινη ασπίδα του ∆ία.νες μαζί. ΝΕ αιγίδα (στη φρ. υπό την αιγίδα κάποιου• για στρατιώτες συντεταγμένοι: λείπουσιν = υπο την προστασία). τὸν λόφον οὐ μὴν ἔτι ἁθρόοι ἀλλ᾿ ἄλλοι [παράγ. λ. αἴξ, αἰγ-ός + παρ. επίθ. -ίς]. ἄλλοθεν = εγκαταλείπουν το λόφο, όχι αἰδέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ πια συντεταγμένοι, αλλά άλλοι από εδώ Παρατ. ᾐδούμην και άλλοι από εκεί. Μέλλ. αἰδέσομαι2. όλος συνολικά, όλος μαζί: ἡ πόλις ἁθρόα Μέσ. αόρ. ᾐδεσάμηνσφάλλεται = όλη συνολικά η πόλη σημειώνει Παθ. αόρ. ᾐδέσθηναποτυχίες. ἁθρόον ἦν τὸ στράτευμα = το με μέση σημ. Παρακ. ᾔδεσμαι 23
  • 22. 1. ντρέπομαι. = αἰσχύνομαι. Μέλλ. αἰνίξομαι2. αισθάνομαι δέος (δηλ. φόβο ανάμεικτο με σε- Αόρ. ᾐνιξάμηνβασμό): φοβοῦμαί γε τοὺς μοχθηρούς (οὐ γὰρ Παθ. αόρ. ᾐνίχθηνδήποτε εἴποι’ ἂν ὥς γε αἰδοῦμαι) = φοβούμαι Παθ. παρακ. ᾔνιγμαιβέβαια τους μοχθηρούς (γιατί ποτέ δε θα έλε- υπαινίσσομαι: τί αἰνίττεται ὁ θεός; = τι υπαι-γα ότι νιώθω δέος γι’ αυτούς). νίσσεται ο θεός;3. ως δικανικός όρος συγχωρώ: αἰδοῦμαί τινα παράγ. αἴνιγμα, αἰνιγμός.καὶ ἀφίημι = συγχωρώ κάποιον και τον αθω- [αἶνος, ὁ «λόγος με ιδιαίτερη σημασία» +ώνω. παρ. επίθ. -ίττομαι/-ίσσομαι < *-ίκ/γομαι (πβ. παράγ. αἰδοῖος, αἰδώς, αἰδήμων. αἰνίξομαι, αἴνιγμα)].[*αισ-δ- (> αἰδώς) αἰδώς]. αἴξ, αἰγός, ὁ, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟαἰδήμων, -ων, αἰδῆμον ΕΠΙΘΕΤΟ κατσίκα (κυρίως θηλυκή): αἲξ ἄγριος = άγριο Συγκριτικός αἰδημονέστερος κατσίκι (πβ. αἴγαγρος). Υπερθετικός αἰδημονέστατος • παροιμία αἲξ Σκυρία κατσίκι από τη Σκύ-ντροπαλός. = αἰσχυντηλός. ≠ ἀναίσχυντος. ρο. (Οι αρχαίοι έλεγαν ότι η κατσίκα αυτή, παράγ. αἰδημόνως. μόλις την αρμέξουν, αναποδογυρίζει το σκεύος[παράγ. λ. αἰδέ-ομαι + παρ. επίθ. -μων]. με το γάλα. Η παροιμία χρησιμοποιείται γιαἀΐδιος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ τους αχάριστους ανθρώπους).αιώνιος: ἔχθραν τινὶ ἀΐδιον ἔχω = έχω αιώνιο ΝΕ αίγα, συχνότερα κατσίκα.μίσος προς κάποιον. = αἰώνιος. [λ. που δανείστηκαν οι ΙΕ, πβ. αρχ. περσ. izaēna παράγ. ἀϊδιότης. «καμωμένος από δέρμα κατσίκας»].[σύνθ. λ. ἀεί + παρ. επίθ. -ιος με επένθεση ε- Αἰολεύς, -έως, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟνός δ]. ο κάτοικος της Αιολίδας ή αυτός που ανήκειαἰδώς, -οῦς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ στην αιολική φυλή.1. ντροπή: αἰδώς τίς μ’ ἔχει ποιοῦντα τοῦτο = [παράγ. λ. αἰόλος + παρ. επίθ. -εὺς με τη σημ.με διακατέχει κάποια ντροπή που το κάνω «ποικίλος» ή «γρήγορος», πβ. αἰόλειος· ὁ ποι-αυτό. = αἰσχύνη. ≠ ἀναισχυντία, ἀναίδεια. κίλος καὶ αἰολίδας· ποικίλους, ταχεῑς].2. σεβασμός, συμπάθεια: αἰδοῦς οὐδεμιᾶς ἔ- αἰπόλος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟτυχον = δεν έτυχα καμιάς συμπάθειας. βοσκός κατσικιών, κατσικοβοσκός. Βλ. και3. συγχώρεση: ἄξιόν ἐστι αἰδοῦς αὐτὸν τυγ- βουκόλος.χάνειν παρ’ ὑμῶν = είναι ορθό να πάρει συγ- παράγ. αἰπολέω «βόσκω κατσίκες», αἰπό-χώρεση από εσάς. λια, τὰ «κοπάδια κατσικιών».ΝΕ αιδώς (στη νομική φρ. προσβολή της δη- [σύνθ. λ. αἴξ (πβ. αρχ. ινδ. aja) + *kwol-os (πβ.μοσίας αιδούς). πέλομαι «περιφέρομαι»)].[αβέβ. ετυμ., όμως για τη σημ. «φοβούμαι, ευ- αἵρεσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟλαβούμαι» πβ. γοτθ. aislan «φοβούμαι, σέβο- 1. κατάληψη (κυρίως μιας πόλης). = ἅλωσις.μαι» και αρχ. ινδ. īdé «τιμώ»]. 2. επιλογή: ποιοῦμαι τὴν αἵρεσιν = κάνω τηναἰθήρ, -έρος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ επιλογή μου.αιθέρας, ουρανός (το πέμπτο από τα βασικά συ- 3. εκλογή (αξιωματούχων): ἐκ δημοκρατίαςστατικά του υλικού κόσμου. Λέγεται και πέμπτη αἱρέσεως γιγνομένης ῥᾷόν τις τὰ ἀποβαίνον-ουσία, απ᾿ όπου προήλθε το ουσιαστικό πεμπτ-ου- τα φέρει = στη δημοκρατία, επειδή γίνεται ε-σία. Τα υπόλοιπα τέσσερα είναι γῆ, ἀήρ, ὕδωρ και κλογή των αρχόντων (και όχι λ.χ. διορισμόςπῦρ, δηλαδή χώμα, αέρας, νερό και φωτιά). τους), ευκολότερα ανέχεται κάποιος το απο- παράγ. αἰθέριος, αἰθεριώδης, αἰθερώδης. τέλεσμα.ΝΕ αιθέρας. 4. σύστημα φιλοσοφικών αρχών, ή το σύνολο[*αἰθ- (αἴθω, ἰθαρός) + παρ. επίθ. -ήρ]. των διανοουμένων που πρεσβεύουν τέτοιεςαἴθριος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ αρχές.για τον καιρό καθαρός, ασυννέφιαστος. = ἀνέ- 5. θρησκευτική αίρεση.φελος. ≠ ἐπινέφελος. σύνθ. αἱρεσιάρχης, καθαίρεσις, προαίρε- αἰθρία «καθαρός ουρανός». σις, συναίρεσις.ΝΕ αίθριος. ΝΕ αίρεση (με τη σημ. 5).[παράγ. λ. αἴθρη (αἰθήρ) + παρ. επίθ. -ιος]. [παράγ. λ. αἱρέω + παρ. επίθ. -σις].αἰνίττομαι ΡΗΜΑ αἱρετικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟο κοινός τύπος είναι αἰνίσσομαι. 1. αυτός που επιλέγει: αἱρετικὸς ὧν χρή = ά- Παρατ. ᾐνιττόμην τομο που επιλέγει αυτά που πρέπει. 24
  • 23. 2. με τη θρησκευτική σημ. αιρετικός. 7. μέση φωνή αἱροῦμαι εκλέγω: αἱροῦνται παράγ. αἱρετικῶς. γοῦν αὐτὸν ἐπὶ τὰς μεγίστας ἀρχάς = τον ε-ΝΕ αιρετικός (με τη σημ. 2). κλέγουν λοιπόν στα πιο υψηλά αξιώματα.[παράγ. λ. αἱρετ-ός + παρ. επίθ. -ικός]. 8. παθ. φωνή αἱροῦμαι εκλέγομαι: ᾕρημαιαἱρετός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ στρατηγεῖν = έχω εκλεγεί να είμαι στρατηγός.1. αυτός που μπορεί να καταληφθεί: δόλῳ αἱ- παράγ. αἵρεσις, αἱρετός, αἱρετέον, σύνθ.ρετοί = που μπορούν να καταληφθούν με δό- ἀφαιρέω, διαιρέω, ἐξαιρέω, καθαιρέω.λο. = ἁλωτός. ≠ ἀπόρθητος. [αβέβ. ετυμ., για τον αόρ. ἑλεῖν πβ. γοτθ.2. αυτός που μπορεί να επιλεγεί, επιλέξιμος: saljan «προσφέρω στους θεούς, θυσιάζω»].ἆρ’ οὖν αἱρετὸς ἡμῖν βίος ὁ τοιοῦτος; = συνε- αἴρω ΡΗΜΑπώς, είναι επιλέξιμη για μας μια τέτοια ζωή; ο ασυναίρετος τύπος είναι ἀείρω (ποιητ.).= ἐκλεκτός, ἐπίλεκτος. Παρατ. ᾖρον3. για αξιωματούχο εκλεγμένος (σε αντιδιαστο- Μέλλ. ἀρῶλή προς το κληρωτός = αυτός που έχει ανα- Αόρ. ἦραλάβει ένα αξίωμα με κλήρωση). Παρακ. ἦρκα παράγ. αἱρετιστής, αἱρετικός, αἱρετίζω. Υπερσ. ἤρκεινΝΕ αιρετός (με σημ. 3). Μέσ. & παθ. ενεστ. αἴρομαι[παράγ. λ. αἱρέ-ω + παρ. επίθ. -τός]. Μέσ. & παθ. παρατ. ᾐρόμηναἱρέω -ῶ ΡΗΜΑ Μέσ. μέλλ. ἀροῦμαι Παρατ. ᾕρουν Παθ. μέλλ. ἀρθήσομαι Mέλλ. αἱρήσω Μέσ. αόρ. ἠράμην Aόρ. β΄ εἷλον Παθ. αόρ. ἤρθην Παρακ. ᾕρηκα Μέσ. παρακ. ἦρμαι Mέσ. μέλλ. αἱρήσομαι 1. σηκώνω, υψώνω: ἀπὸ γῆς αἴρω τι. Παθ. μέλλ. αἱρεθήσομαι 2. αμετάβ. ξεκινώ, αναχωρώ: ἄρας τῷ στρατῷ Μέσ. αόρ. β´ εἱλόμην προὐχώρει ἐς τὴν γῆν αὐτῶν = αφού ξεκίνησε Παθ. αόρ. ᾑρέθην με το στρατό προχωρούσε προς τη χώρα Mέσ. & παθ. παρακ. ᾕρημαι τους. Μέσ. & παθ. υπερσ. ᾑρήμην παράγ. ἄρσις, ἄρδην, ἀρτηρία, ἀορτή, αἰ-ως παθητική φωνή της σημ. 4 χρησιμοποιείται το ώρα. ἁλίσκομαι. ΝΕ αίρω (στη φρ. αίρω την εμπιστοσύνη1. παίρνω με το χέρι, αρπάζω, δράττομαι: χει- μου).ρὸς αἱρῶ τινα = παίρνω κάποιον από το χέρι. [*αFερ- + παρ. επίθ. -jω > ἀείρω (ποιητ.) > αἴ-2. για συναισθήματα, επιθυμίες, ασθένεια κατα- ρω].λαμβάνω: αὐτὸν αἱρεῖ τὸ νόσημα = τον κατα- αἰσθάνομαι ΡΗΜΑλαμβάνει το νόσημα. Παρατ. ᾐσθανόμην3. για άψυχα πράγματα παίρνω, αποκτώ: αἱρῶ Mέλλ. αἰσθήσομαιτι = αποκτώ κάτι. Aόρ. β´ ᾐσθόμην4. για έμψυχα όντα συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω: Παρακ. ᾔσθημαιαἱρῶ τινα τῶν πολεμίων = αιχμαλωτίζω έναν 1. αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις: ἐξ ὧν ἐ-από τους εχθρούς. Με τη σημ. «αιχμαλωτίζομαι» γὼ ἀκοῇ αἰσθάνομαι = από όσα εγώ ακούωχρησιμοποιείται το ἁλίσκομαι. (αντιλαμβάνομαι μέσω της ακοής). ὁπότε τις αἴ-5. ως δικανικός όρος καταδικάζω: αἱρῶ τινα ἀ- σθοιτο κάμνων = κάθε φορά που κάποιος α-κουσίου φόνου = καταδικάζω κάποιον για α- ντιλαμβανόταν ότι κουραζόταν.κούσιο φόνο. 2. καταλαβαίνω (για διανοητική αντίληψη):• αἱρῶ δίκην/γραφὴν λαμβάνω έγκριση για ᾐσθόμην τὸ πραχθέν = κατάλαβα αυτό που έ- καταδίκη: μεγάλας γραφὰς διώξας οὐδε- γινε. = μανθάνω «καταλαβαίνω». μίαν εἷλεν = αν και πολλές καταγγελίες 3. πληροφορούμαι, μαθαίνω: ᾔσθετο ὅτι τὸ του είχε προσάψει, δεν εξασφάλισε καμία στράτευμα ἤδη ἐν Κιλικίᾳ ἦν = έμαθε ότι ήδη έγκριση για καταδίκη του. το στράτευμα βρισκόταν στην Κιλικία.6. μέση φωνή αἱροῦμαι παίρνω για τον εαυτό = πυνθάνομαι, ἀκούω, μανθάνω.μου, επιλέγω, προτιμώ: τὴν ἐλευθερίαν ἑλοί- παράγ. αἴσθημα, αἴσθησις, αἰσθητήριον,μην ἂν ἀντὶ ὧν ἔχω = θα προτιμούσα την ε- αἰσθητός.λευθερία μου αντί γι’ αυτά που έχω. ΝΕ αισθάνομαι. 25
  • 24. [*αFισ-θ- (ἀΐω), πβ. λατ. audio]. Παθ. παρακ. ᾔσχυμμαιαἴσθησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 1. ασχημίζω κάποιον ή κάτι: αἰσχύνω τὸν ἵπ-1. αισθητηριακή αντίληψη. πον = ασχημίζω το άλογο.2. αισθητήριο όργανο: πᾶσαι αἱ αἰσθήσεις ἐν 2. με ηθική σημ. ντροπιάζω, ατιμάζω: τοὺς ἡμε-τῇ κεφαλῇ εἰσιν = όλα τα αισθητήρια όργανα τέρους πατέρας αἰσχύνομεν = ντροπιάζουμεβρίσκονται στο κεφάλι. τους πατέρες μας.3. γνώση, κατανόηση, αντίληψη (για διανοη- 3. παθ. φωνή αἰσχύνομαι ντρέπομαι: αἰσχυνό-τική διεργασία): ἐν αἰσθήσει τῶν ἀποριῶν ἐ- μενος τῇ συμφορᾷ ἠνειχόμην = επειδή ντρε-γένετο, αἷς συνείχοντο οἱ στρατιῶται = έλα- πόμουν για τη συμφορά, τα δεχόμουν. ᾐσχύ-βε γνώση των ελλείψεων που καταπίεζαν νοντο ὅτι ἦσαν οἱ βάρβαροι αὐτῶν ἐν τῇ χώ-τους στρατιώτες του. ρᾳ = ένιωθαν ντροπή που ήταν οι βάρβαροι• για πράγματα αἴσθησιν ἔχω/παρέχω στη χώρα τους. γίνομαι αντιληπτός, αισθητός: διέχοντες • με μετοχή αἰσχύνομαι ποιῶν τι ντρέπομαι ᾖσαν ὅπως τὰ ὅπλα μὴ κρουόμενα πρὸς που κάνω κάτι (το οποίο όμως κάνω): οὐκ ἄλληλα αἴσθησιν παρέχοι = βάδιζαν απέ- αἰσχύνῃ εἰς τοιαῦτα ἄγων, ὦ Σώκρατες, χοντας ο ένας από τον άλλο, για να μη τοὺς λόγους; = δεν ντρέπεσαι, Σωκράτη, γίνονται αισθητά τα όπλα, όταν συ- που οδηγείς τη συζήτηση σε τέτοια θέματα; γκρούονταν μεταξύ τους. • με απαρέμφατο αἰσχύνομαι ποιεῖν τι ντρέ- παράγ. αἰσθησιακός. πομαι να κάνω κάτι (και επομένως δεν τοΝΕ αίσθηση (με σημ. 1 και 3). κάνω): ᾐσχύνου τὸ ψεῦδος λέγειν = ντρε-[παράγ. λ. *αἰσθη- (πβ. αἰσθη-τός, αἴσθ-ομαι) πόσουν να πεις το ψέμα.+ παρ. επίθ. -σις]. παράγ. αἰσχυντηλός.αἰσχρός, -ὰ & -ός, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ [παράγ. λ. αἶσχος + παρ. επίθ. -ύνω]. Συγκριτικός ὁ, ἡ αἰσχίων, τὸ αἴσχιον αἰτέω -ῶ ΡΗΜΑ Υπερθετικός αἴσχιστος, -η, -ον Παρατ. ᾔτουν1. για εξωτερική εμφάνιση άσχημος: αἰσχρὰ παρ- Mέλλ. αἰτήσωθένος = άσχημη νεαρή. ≠ καλὸς «όμορφος». Aόρ. ᾔτησα2. με ηθική σημ. κακοήθης, άτιμος, που προκα- Παρακ. ᾔτηκαλεί ντροπή, επαίσχυντος: ἔργον αἰσχρόν = ά- Παθ. παρακ. ᾔτημαιτιμη πράξη. ≠ ἀγαθὸς «καλός». 1. ζητώ: αἰτῶ τινά τι = ζητώ κάτι από κάποιον.• ως ουσιαστικό τὸ αἰσχρόν η ατιμία, η κα- αἰτῶ τινα ποιῆσαί τι = ζητώ από κάποιον να κία: τὸ καλὸν καὶ τὸ αἰσχρόν = η αρετή κάνει κάτι. (∆εν είναι συνώνυμο προς το αἰτῶ τo και η κακία. ρήμα ζητῶ, επειδή το τελευταίο στα αρχαία ελλ. παράγ. αἰσχρότης, σύνθ. αἰσχρουργός, αἰ- σημαίνει «ψάχνω», όχι «ζητώ»: αἰτεῖτε, καὶ δοθή-σχροπρεπής, αἰσχροπραγέω. σεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε = να ζητείτε καιΝΕ αισχρός (με τις τη σημ. 2). θα σας δίνεται, να ψάχνετε και θα βρίσκετε).[παράγ. λ. αἶσχ-ος + παρ. επίθ. -ρός]. 2. μέση φωνή αἰτοῦμαι ζητώ: Λύσανδρον ἄρ-αἰσχύνη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ χοντα ᾐτήσατο = ζήτησε το Λύσανδρο ως άρ-1. ντροπή: ἐς αἰσχύνην μεγάλην φέρει τι = χοντα.κάτι προκαλεί μεγάλη ντροπή. 3. παθ. φωνή αἰτοῦμαι μου ζητείται: ᾐτήθησαν2. αίσθημα ντροπής: ἐπὶ τοῖς αἰσχροῖς αἰσχύ- (οὗτοι) χρήματα = τους ζητήθηκαν χρήματα.νη = αίσθημα ντροπής απέναντι στα άτιμα παράγ. αἴτησις, αἴτημα, αἰτητής.έργα. ≠ ἀναισχυντία. ΝΕ λόγ. αιτούμαι (με τη σημ. 2).ΝΕ αισχύνη (με τις σημ. 1, 2). [*αἶτος «αιτία» ( αἰτία) + παρ. επίθ. -έω].[παράγ. αἶσχ-ος + παρ. επίθ. -ύνη]. αἰτία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟαἰσχύνω ΡΗΜΑ 1. ενοχή, ευθύνη. Παρατ. ᾔσχυνον 2. κατηγορία. Μέλλ. αἰσχυνῶ • αἰτίαν ἔχω / φέρομαι κατηγορούμαι: ἔχω Αόρ. ᾔσχυνα αἰτίαν τοῦ φόνου = κατηγορούμαι για το Παρακ. ᾔσχυγκα φόνο. ἕξετε καὶ αἰτίαν ὡς Σωκράτη ἀπε- Παθ. μέλλ. αἰσχυνοῦμαι κτόνατε = θα κατηγορηθείτε ότι έχετε «θα ντραπώ» σκοτώσει το Σωκράτη. = μομφή, ψόγος. Παθ. αόρ. ᾐσχύνθην 3. αιτία. «ντράπηκα» παράγ. αἰτιάομαι, αἴτιος, σύνθ. αἰτιολο- γέω. 26
  • 25. ΝΕ αιτία. ΝΕ Ακαδημία (λ.χ. Παιδαγωγική, Επιστημών[*αἶτος «αιτία» (πβ. ἔξ-αιτος, αἶσα «μερίδιο», κτλ.).αἴνυμαι «λαμβάνω»)]. ἀκαιρία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟαἰτιάομαι -ῶμαι ΡΗΜΑ 1. κακοκαιρία: ἐνιαυτῶν πολλῶν ἀκαιρία = Παρατ. ᾐτιώμην κακοκαιρία πολλών χρόνων. Μέλλ. αἰτιάσομαι 2. έλλειψη ευκαιρίας: τὴν ἀκαιρίαν τὴν ἐκεί- Αόρ. ᾐτιασάμην νου καιρὸν ἡμέτερον νομίζω = θεωρώ δική Παρακ. ᾐτίαμαι μας ευκαιρία τη δική του έλλειψη ευκαιρίας. με μέση ή παθ. «έχω κατηγορήσει» ή «έχω ≠ καιρός «ευκαιρία». σημ. κατηγορηθεί» [παράγ. λ. ἄκαιρ-ος + παρ. επίθ. -ία]. Παθ. αόρ. ᾐτιάθην ἀκαρής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ «κατηγορήθηκα» για χρονικά διαστήματα ελάχιστος: ἐν ἀκαρεῖ1. κατηγορώ: αἰτιῶμαί τινά τινος = κατηγο- χρόνου = σε μια στιγμή, στο πι και φι.ρώ κάποιον για κάτι. παράγ. ἀκαριαῖος, ἀκαριαίως. = μέμφομαι, ψέγω, ἐγκαλῶ. ≠ ἐπαινέω. ΝΕ επίθετο ακαριαίος «που συμβαίνει στο πι2. ισχυρίζομαι: τὸν λόγον ᾐτιᾶτο δυσχερῆ εἶ- και φι».ναι = ισχυριζόταν ότι η άποψη αυτή τον έ- [σύνθ. στερ. ἀ- + *καρ- (πβ. ἐ-κάρ-ην, αόρ. β΄φερνε σε δύσκολη θέση. του κείρω «κουρεύω»· η πρώτη σημ. του ἀ- παράγ. αἰτιατός, αἰτίασις «κατηγορία». καρὴς ήταν σχετική με τα μαλλιά, «τόσο κο-ΝΕ λόγ. αιτιώμαι (με τη σημ. 1). ντός που δεν μπορεί να κοπεί περισσότερο»)[παράγ. λ. αἰτία + παρ. επίθ. -άομαι]. + παρ. επίθ. -ής].αἴτιος, -ία & -ιος, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ ἀκέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ Συγκριτικός αἰτιώτερος Μέλλ. ἀκοῦμαι Υπερθετικός αἰτιώτατος Αόρ. ἠκεσάμην1. ένοχος. 1. θεραπεύω. = ἰάομαι.2. αίτιος, υπεύθυνος (για κάτι): ἐν τούτῳ ὑ- 2. μεταφορικά επανορθώνω: ἀδίκημά τι ἀκοῦ-μᾶς αἰτιωτέρους ἡγήσονται = γι’ αυτό το κα- μαι = επανορθώνω κάποια άδικη πράξη.κό εσάς θα θεωρήσουν πιο υπεύθυνους (πα- παράγ. ἄκεσις, ἀκεσία, ἀκέσιμος, ἀκέσιος,ρά εμάς). ἄκεσμα, σύνθ. συνακέομαι, ἀνήκεστος. παράγ. αἰτιώδης. [*jακ- (ἄκος, τὸ «θεραπεία») + παρ. επίθ.ΝΕ αίτιος (και με τις δύο σημ.). -έομαι].[*αἶτος «αιτία» ( αἰτία) + παρ. επίθ. -ιος]. ἀκκίζομαι ΡΗΜΑαἰών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέλλ. ἀκκιοῦμαι1. η ζωή, η χρονική διάρκεια της ζωής. εύχρηστο ιδίως στον ενεστώτα.2. εποχή, γενεά: προγόνων ἢ τοῦ μέλλοντος προσποιούμαι ότι αγνοώ, προσποιούμαι: οἶ-αἰῶνος εἶχεν λόγον = λογάριαζε τους προγό- σθα, ἀλλ’ ἀκκίζει = τα γνωρίζεις, αλλά προ-νους ή τις μελλοντικές γενιές. σποιείσαι ότι τα αγνοείς.3. μεγάλο χρονικό διάστημα: σύνοικον αὑτῇ παράγ. ἀκκισμός.εἰς ἅπαντα τὸν αἰῶνα κατεστήσατο = τον έ- ΝΕ λόγ. ακκίζομαι.κανε σύνοικό της για πάντα. [παράγ. λ. ἀκκώ, ἡ «φόβητρο των παιδιών» +• στον πληθ. οἱ αἰῶνες η αιωνιότητα: εἰς παρ. επίθ. -ίζομαι]. τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων = αιώνια, πα- ἄκλητος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ ντοτινά. απρόσκλητος. παράγ. αἰωνίως, αἰώνιος, αἰωνιότης, [σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + κλητός < καλῶ].σύνθ. αἰωνόβιος, μακραίων. ἀκμάζω ΡΗΜΑΝΕ αιώνας (με τη σημ. 3). Παρατ. ἤκμαζον[*αἰFι- (> αἰεί), πβ. λατ. aevum «αιώνας»]. Μέλλ. ἀκμάσωἈκαδήμεια & Ἀκαδημία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Αόρ. ἤκμασα1. η Ακαδημία· ήταν γυμνάσιον, δηλαδή γυ- Παρακ. ἤκμακαμναστήριο, στα δυτικά προάστια της Αθή- 1. θάλλω. = θάλλω, ἀνθέω.νας, το οποίο πήρε το όνομά του από τον ή- 2. για πρόσωπα α. είμαι ακμαίος: ἀκμάζω τῷρωα Ακάδημο. σώματι = είμαι ακμαίος στο σώμα. ≠ παρακ-2. η φιλοσοφική σχολή του Πλάτωνα, η Ακα- μάζω. β. έχω κάτι σε αφθονία: χρήμασιν ἀ-δημία (ονομάστηκε έτσι, επειδή ο Πλάτωνας την κμάζει = έχει αφθονία χρημάτων.ίδρυσε στο χώρο της Ακαδημίας). 27
  • 26. γ. είμαι αρκετά δυνατός: ἀκμάζω ἐρύκειν ἀπ’ κούω τι ἀπό τινος / ἔκ τινος / παρά τινος =ἐμαυτοῦ τὰ κακά = είμαι αρκετά δυνατός, για ακούω κάτι από κάποιον. ἀκούω σου λέγον-να απομακρύνω τους κινδύνους από τον εαυ- τος ταῦτα = σε ακούω να λες αυτά.τό μου. 2. δίνω προσοχή, υπακούω: Φωκυλίδου οὐκ παράγ. ἀκμαῖος, ἀκμαστικός, σύνθ. συνα- ἀκούεις; = δε δίνεις προσοχή στο Φωκυλίδη;κμάζω. ≠ ἀνηκουστέω «απειθαρχώ».ΝΕ ακμάζω (με τις σημ. 2α, 2β). 3. είμαι μαθητής: Παρμενίδης Ἀναξιμάνδρου[παράγ. λ. ἀκμή + παρ. επίθ. -άζω]. ἤκουσεν = ο Παρμενίδης ήταν μαθητής τουἀκολουθέω -ῶ ΡΗΜΑ Αναξιμάνδρου.1. με δοτική ακολουθώ: ἠκολούθουν οὗτοι τῷ • εὖ ἀκούω ὑπό τινος επαινούμαι από κά-ἡγουμένῳ = αυτοί ακολουθούσαν αυτόν που ποιον.προηγείτο. = ἕπομαι «ακολουθώ» ≠ ἡγέομαι, • κακῶς ἀκούω ὑπό τινος κακολογούμαιπρόειμι «προπορεύομαι». από κάποιον.2. με δοτική υπακούω: ἀκολουθῶ τοῖς ἄρχου- παράγ. ἄκουσμα, ἀκοή, ἀκουστέον, ἀκου-σι καὶ τοῖς νόμοις = υπακούω στους αξιωμα- στός, σύνθ. ἀνήκοος, ἐπήκοος, ὑπήκοος, ἀνή-τούχους και στους νόμους. κουστος, κατακούω, ἐπακούω, εἰσακούω, ὑ- παράγ. ἀκολουθία, ἀκολούθησις, ἀκο- πακούω.λουθητέον, ἀκολουθητικός, σύνθ. παρακο- ΝΕ ακούω (με τις σημ. 1, 2).λουθέω, συνακολουθέω, ἐπακολουθέω. [σύνθ. λ. προθετ. ἀ- + κοέω «ακούω, καταλα-ΝΕ ακολουθώ (με τις σημ. 1, 2). βαίνω», πβ. γοτθ. hausjan «ακούω»].[παράγ. λ. ἀκόλουθ-ος + παρ. επίθ. -έω]. ἄκρα, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἀκόντως ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. ακρωτήριο.αθέλητα, ακουσίως: ὡμολόγησεν καὶ μάλ’ ἀ- 2. κορυφή (όρους), ύψωμα.κόντως = το παραδέχτηκε, και μάλιστα πολύ • κατ’ ἄκρας ολοκληρωτικά: κατ’ ἄκρας τὴν πό-απρόθυμα. = ἀκουσίως. ≠ ἑκουσίως. λιν αἱρῶ = κυριεύω ολοκληρωτικά την πόλη.[παράγ. λ. ἄκων, -οντος + παρ. επίθ. -ως]. 3. οχυρό, φρούριο (οικοδομημένο σε απόκρη-ἀκόσμητος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ μνο βράχο): ὁ Ἐτεόνικος εἰς τὴν ἄκραν ἀπο-1. ατακτοποίητος: καὶ ψυχὴ κόσμον ἔχουσα φεύγει = ο Ετεόνικος δραπετεύει στο φρούριο.ἀμείνων τῆς ἀκοσμήτου; = και η ψυχή που έ- = ἀκρόπολις.χει τάξη είναι καλύτερη από την ατακτοποί- 4. η άκρη (ενός πράγματος).ητη; [*ακ- (ἀκμή) + παρ. επίθ. -ρα].2. ο μη διακοσμημένος: πόλις ἀκόσμητος. = ἀ- ἀκράδαντος, -ος, - ον ΕΠΙΘΕΤΟκαλλώπιστος. ≠ εὐπρεπής, κόσμιος. άσειστος. παράγ. ἀκοσμία, ἀκόσμως. παράγ. ἀκραδάντως.[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κοσμέω + παρ. επίθ. -τος]. ΝΕ επίρρ. ακράδαντα.ἀκούσιος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κραδαίνω «σείω, κινώ»ο ασυναίρετος τύπος είναι ἀ-εκούσιος. (*κραδαντός) + παρ. επίθ. -τος].μη θεληματικός: ἀκούσιος φόνος. = ἄκων. ἀκράτεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ≠ ἑκούσιος, ἑκών. έλλειψη αυτοκυριαρχίας: ἀκράτεια ἡδονῶν παράγ. ἀκουσίως. καὶ ἐπιθυμιῶν = έλλειψη αυτοκυριαρχίαςΝΕ ακούσιος. στις ηδονές και στις επιθυμίες. = ἀκρασία.[παράγ. ἀέκων > ἄκων, ἄκοντος + παρ. επίθ. ≠ ἐγκράτεια, σωφροσύνη.-ιος > *ἀκόντιος > *ἀκόνσιος > ἀκούσιος]. ΝΕ λόγ. ακράτεια (λ.χ. ούρων).ἀκούω ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κρατέ-ω + παρ. επίθ. -ια]. Παρατ. ἤκουον ἀκρατής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ Mέλλ. ἀκούσομαι αυτός που δεν έχει αυτοκυριαρχία: ἀκρατὴς Aόρ. ἤκουσα ὀργῆς, ἀφροδισίων = αυτός που δεν έχει αυ- Παρακ. ἀκήκοα τοκυριαρχία στην οργή, στις σωματικές ηδο- Υπερσ. ἠκηκόειν νές. ≠ ἐγκρατής, σώφρων. Παθ. μέλλ. ἀκουσθήσομαι [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κρατέω + παρ. επίθ. -ής]. ἀκρατίζομαι ΡΗΜΑ Παθ. αόρ. ἠκούσθην Μέλλ. ἀκρατιοῦμαι Παθ. παρακ. ἤκουσμαι 1. πίνω το κρασί ανόθευτο (χωρίς δηλαδή να1. ακούω: βούλομαι δ’ ὑμᾶς ἀκοῦσαι τοῦ ὅρ- το αναμειγνύω με νερό).κου = θέλω εσείς να ακούσετε τον όρκο. ἀ- 28
  • 27. 2. προγευματίζω: ἀκρατίζομαι κοκκύμηλα = • ἀκροαματικαὶ διδασκαλίαι διδασκαλίεςπρογευματίζω με δαμάσκηνα. (Η σημασία προ- που οι φιλόσοφοι παρέδιδαν μόνο προ-γευματίζω προέκυψε επειδή το πρόγευμα ήταν φορικά και αποκλειστικά στο στενό κύ-ψωμί βουτηγμένο σε ανόθευτο κρασί). κλο των μαθητών τους, όχι στο ευρύ κοι- παράγ. ἀκράτισμα, ἀκράτισις, σύνθ. συν- νό.ακρατίζω. ΝΕ στη φρ. ακροαματική διαδικασία και[παράγ. λ. ἄκρατος (οἶνος) + παρ. επίθ. -ίζο- στο ουσ. ακροαματικότητα.μαι]. [παράγ. λ. ἀκρόαμα, -ατ-ος + παρ. επίθ. -ικός].ἀκράτισμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἀκροάομαι -ῶμαι ΡΗΜΑπρόγευμα: ἕως ἀκρατίσματος ὥρας = μέχρι Παρατ. ἠκροώμηντην ώρα του προγεύματος. Μέλλ. ἀκροάσομαι[παράγ. λ. ἀκρατίζομαι + παρ. επίθ. -μα]. Αόρ. ἠκροασάμηνἄκρατος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ Παθ. αόρ. ἠκροάθην1. ανόθευτος (για υγρά και ιδιαίτερα για το κρα- Παρακ. ἠκρόαμαισί, όταν δεν το αναμείγνυαν με νερό): οἶνος πάνυἄκρατος = πάρα πολύ δυνατό κρασί. 1. ακούω προσεκτικά: τῶν ἀγωνιζομένων ἀ-2. για καταστάσεις αμιγής, απόλυτος: ὀλιγαρ- κροῶμαι = ακούω προσεκτικά όσους διεξά-χία ἄκρατος = απόλυτη ολιγαρχία. = ἀμιγής. γουν δίκη. ἀκροῶμαί τινός τι = ακούω προ- σεκτικά από κάποιον κάτι.≠ μεικτός, συμμιγής. • ὁ ἀκροώμενος ο αναγνώστης, ο μελετη- παράγ. ἀκράτως, σύνθ. ἀκρατοποτέω. τής: ἀνὴρ Ἀριστοτέλους ἠκροαμένος = ά-ΝΕ λόγ. άκρατος (λ.χ. οίνος). ντρας, μελετητής του Αριστοτέλη.[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *κρατ- (κεράννυμι) + παρ.επίθ. -τος]. 2. υπακούω: οὐκ ἠκροῶντο τῶν ἀρχόντων =ἀκρίβεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ δεν υπάκουαν τους αξιωματούχους.1. ακρίβεια. 2. αυστηρότητα: τὰ πλήθη καὶ αἱ παράγ. ἀκρόασις, ἀκρόαμα, ἀκροατήριον,ἀκρίβειαι τῶν νόμων = η πληθώρα και η αυ- ἀκροαματικός.στηρότητα των νόμων. [τεντώνω το αυτί: ἄκρον οὖς + παρ. επίθ. -άο-ΝΕ ακρίβεια (με τη σημ. 1). μαι].[παράγ. λ. ἀκριβής + παρ. επίθ. -εια]. ἀκρόασις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἀκριβής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ 1. προσεκτική ακρόαση.1. ακριβής. 2. υπακοή: τῶν ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκρόασις καὶ2. αυστηρός: δικασταὶ ἀκριϐεῖς = αυστηροί τῶν νόμων = υπακοή στους αξιωματούχουςδικαστές. και στους νόμους. παράγ. ἀκριβῶς, ἀκριβόω, ἀκρίβεια, σύνθ. 3. μάθημα: ἀκροάσεις ποιοῦμαι = παραδίδω μα-ἀκριβοδίκαιος, ἀκριβολόγος. θήματα. φυσικὴ ἀκρόασις = μάθημα για τη φύση (πρόκειται για τον τίτλο έργου του Αριστοτέλη).ΝΕ ακριβής (με τη σημ. 1).[αβέβ. ετυμ., α΄ συνθ. ἄκρος ]. ΝΕ ακρόαση (με τη σημ. 1).ἀκριβόω -ῶ ΡΗΜΑ [παράγ. λ. ἀκροά-ομαι + παρ. επίθ. -σις].1. κάνω κάτι με ακρίβεια: ἡ ἀνάγκη ἡμᾶς ἀκροβολίζομαι ΡΗΜΑταῦτα ἀκριϐοῦν ἐδίδαξεν = η ανάγκη μας δί- κάνω βολή εναντίον κάποιου από μακριά (μεδαξε να τα κάνουμε αυτά με ακρίϐεια. ακόντια, βέλη κτλ.), αψιμαχώ: πρὸς ἀλλήλους2. παθ. φωνή ἀκριβοῦμαι είμαι ακριβής, τελει- ἠκροβολίσαντο = (οι αντίπαλοι) αντάλλαξανοποιούμαι: ἠκρίϐωμαι πρὸς πᾶσαν ἀρετήν = από μακριά βολές.έχω τελειοποιηθεί για κάθε αρετή. παράγ. ἀκροβόλισμα, ἀκροβολιστής, ἀ-3. ερευνώ με ακρίβεια, κατανοώ πλήρως: ὁ γι’ κροβολισμός, ἀκροβόλισις.ἐμὸς λόχος σοι ἀκριβοῖ πάντα τὰ παρὰ σοῦ = [σύνθ. λ. ἄκρος + *βολ- (βολή, βάλλω) + παρ.ο δικός μου βέβαια λόχος κατανοεί πλήρως ό- επίθ. -ίζομαι].λες τις εντολές σου. ἀκρογωνιαῖος, -αία, -αῖον ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἀκριβωτέον, ἀκρίβωσις, ἀκρίβωμα, αυτός που βρίσκεται στην έσχατη γωνιά: ἀ-σύνθ. διακριβόω, ἐξακριβόω. κρογωνιαῖος λίθος.ΝΕ σύνθ. εξακριβώνω (διαπιστώνω, καταλή- ΝΕ στη φρ. ακρογωνιαίος λίθος. [σύνθ. λ. ἄ-γω σε συμπέρασμα). κρος + γωνιαῖος (< γωνία + παρ. επίθ. -αῖος)].[παράγ. λ. ἀκριβ-ής + παρ. επίθ. -όω]. ἄκρον, -ου, τό ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἀκροαματικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ 1. κορυφή (βουνού): τὰ ἄκρα τῆς Εὐβοίας =αυτός που προορίζεται μόνο να ακουστεί. οι κορυφές των βουνών της Εύβοιας. = ἄκρα, 29
  • 28. ἡ. 2. ακρωτήριο. 3. εσχατιά: ἐπὶ τὰ ἄκρα τῆς σύνθ. ἀκτινοβολία, ἀκτινογραφία, ἀκτι-θαλάττης ἀφικνοῦμαι = φθάνω στις εσχατιές νοειδής, ἀκτινωτός.της θάλασσας. 4. μεταφορικά ο ύψιστος βα- ΝΕ ακτίνα.θμός: σοφίας ἄκρον = ο ύψιστος βαθμός σο- [*ἀκτ-, πβ. αρχ. ινδ. aktú- «ακτίνωση»].φίας. ἄκυρος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟΝΕ άκρο (με τις σημ. 3, 4). Συγκριτικός ἀκυρότερος[ουσιαστικοπ. του ἄκρος, -ον (ὕψος, ὅριον)]. Υπερθετικός ἀκυρότατοςἀκρόπολις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 1. για νόμους αυτός που δεν έχει κύρος, άκυ-1. η άνω πόλη ή το υψηλότερο μέρος της πό- ρος: ἄκυρον ψήφισμα.λης, κατά συνέπεια η ακρόπολη, το oχυρό: ἄ- 2. για πρόσωπα αυτός που δεν έχει δικαίωμα: ἡ-μαχος ἀκρόπολις = ακαταμάχητη, απόρθητη μᾶς ἀκύρους τίθεται ποιεῖν τοῦτο = μας θεωρείακρόπολη. άτομα που δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν2. η Ακρόπολη (δηλαδή ειδικά η ακρόπολη της αυτό. ≠ κύριος «που έχει το δικαίωμα».Αθήνας). 3. για πράγματα ο μη έγκυρος: ἄκυρος κρίσις =• εἰς ἀκρόπολιν ἀνηνέχθην = καταγράφηκα ως μη έγκυρη γνώμη. οφειλέτης του κράτους (καθώς η Ακρόπολη παράγ. ἀκυρόω, ἀκύρωσις, ἀκύρως, σύνθ. της Αθήνας λειτουργούσε και ως θησαυροφυ- λάκιο). ἀκυρολογέω, ἀκυρολογία.[σύνθ. λ. ἄκρα + πόλις]. ΝΕ άκυρος (με τη σημ. 1).ἄκρος, -α, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κῦρος]. Συγκριτικός ἀκρότερος ἄκων, ἄκουσα, ἆκον ΕΠΙΘΕΤΟ ο ασυναίρετος τύπος είναι ἀέκων. Υπερθετικός ἀκρότατος αθέλητος, απρόθυμος: τίς οὖν ὁ λύσων ἐστὶν1. ανώτατος, ύψιστος: ἐν ἄκρῳ Ὀλύμπῳ = στο ἄκοντος ∆ιός; = ποιος λοιπόν θα σε λυτρώσειπιο ψηλό σημείο του Ολύμπου. χωρίς τη θέληση του ∆ία; ≠ ἑκών.2. ο πιο μακρινός, απώτατος, ακρινός: ἄκρα [στερητ. ἀ- + Fεκών (= ἑκών) > ἄκων, ΙΕχείρ = το ακρινό σημείο του χεριού. ≠ ἐγγύτα- *wek-, πβ. χετιτ. wek-mi «θέλω». Τη ρηματικήτος, πλησιέστατος. σημ. ανέλαβαν τα βούλομαι και ἐθέλω].3. έξοχος: ἄκροι εἰς φιλοσοφίαν = άνθρωποι ἀλαζονεία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟέξοχοι στη φιλοσοφία. ανυπόστατη καύχηση: τοῦτο ἐξετάσωμεν μὴ παράγ. ἄκρως, ἀκρότης, σύνθ. ἔπακρος, ἀ- τῇ τούτου προσέχοντες ἀλαζονείᾳ τὸν νοῦν,κροσφαλής. ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα οἷον γέγονεν τῇ ἀληθείᾳ[*ακ- (ἀκ-τή, ἀκ-μή) + παρ. επίθ. -ρος]. σκοποῦντες = ας το εξετάσουμε τούτο, χωρίςἀκρωτήριον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ να δίνουμε προσοχή στις ανυπόστατες καυ-1. ακρωτήριο. χήσεις του, αλλά μελετώντας πώς έγινε το2. η άκρη (ενός πράγματος): ἀκρωτήριον νε- πράγμα στ’ αλήθεια.ώς = η άκρη του πλοίου, επομένως η πλώρη. ΝΕ λόγ. αλαζονεία.• στον πληθυντικό τὰ ἀκρωτήρια τα άκρα του [παράγ. λ. ἀλαζονε-ύομαι + παρ. επίθ. -ία]. σώματος (χέρια και πόδια, δάκτυλα χεριών ἀλαζονεύομαι ΡΗΜΑ και ποδιών): τὰ ἀκρωτήρια τινὸς περικό- υπερηφανεύομαι, μεγαλοπιάνομαι: τοῦ ἀλα- πτω = κατακόϐω τα άκρα κάποιου. ζονεύεσθαι ἀποτρέπω τοὺς συνόντας = απο-3. σε ναούς αγάλματα ή κομψοτεχνήματα το- τρέπω τους μαθητές μου από το να μεγαλο-ποθετημένα στις γωνιές αετώματος. πιάνονται. = μεγαλαυχέω, ἐπαίρομαι, ὑπερο- παράγ. ἀκρωτηριώδης. ράω, κομπάζω.ΝΕ ακρωτήριο, ακρωτήρι (με τη σημ. 1). παράγ. ἀλαζονεία, ἀλαζονικός.[παράγ. λ. *ἄκρω- (μακρό θέμα του ἄκρο-ς) + [παράγ. λ. ἀλαζών, -όνος + παρ. επίθ. -εύο-παρ. επίθ. -τήριον]. μαι].ἀκτή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἀλγέω -ῶ ΡΗΜΑακρωτήριο: ἡ Ἰασονία ἀκτή = το ακρωτήριο 1. αισθάνομαι σωματικό πόνο: τὸν δάκτυλοντου Ιάσονα. ἀλγῶ = με πονάει το δάκτυλο. παράγ. Ἀττική < *Ἀκτ-ική (που περιβάλ- 2. αισθάνομαι ψυχικό πόνο, θλίβομαι: περὶλεται από ακτή). τὰ οἰκεῖα ἀλγῶ = πονώ για τα δεινά μου. = ἀ-ΝΕ ακτή (ακρογιαλιά). νιῶμαι. ≠ ἥδομαι, εὐφραίνομαι, χαίρω.[*ακ- (ἀκ-μή, ἄκ-ρος) + παρ. επίθ. -τ-ή]. παράγ. ἀλγηδών, σύνθ. ἀνάλγητος.ἀκτίς, -ῖνος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ [παράγ. λ. ἄλγ-ος + παρ. επίθ. -έω].ακτίνα. ἄλγος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 30
  • 29. 1. σωματικός πόνος. 2. ψυχικός πόνος, θλίψη. ΝΕ στα σύνθ. λόγ. αλεξικέραυνο, αλεξί- παράγ. ἀλγεινός. σφαιρο, αλεξίπτωτο.ΝΕ σύνθ. οδοντ-αλγία, κεφαλ-αλγία. [*αλεκ- (ἀλκή), ομόρρ. με αρχ. ινδ. raks-[παράγ. του ἀλέγω «προσέχω, φροντίζω»]. «προστατεύω»].ἀλείφω ΡΗΜΑ ἀλέω ΡΗΜΑ Παρατ. ἤλειφον Παρατ. ἤλεον Μέλλ. ἀλείψω Aόρ. α΄ ἤλεσα Αόρ. ἤλειψα Παρακ. ἀλήλεκα Παρακ. ἀλήλιφα Παθ. αόρ. ἠλέσθην Μέσ. μέλλ. ἀλείψομαι Παθ. παρακ. ἀλήλε(σ)μαι Παθ. μέλλ. ἀλειφθήσομαι αλέθω. Μέσ. αόρ. ἠλειψάμην παράγ. ἄλεσις, ἄλεσμα, ἀλέτης. Παθ. αόρ. α΄ ἠλείφθην [*αλεFω > ἀλέω (από όπου ἄλευ-ρον, αρμεν. Παθ. αόρ. β΄ ἠλίφην alewr «αλεύρι»]. Μέσ. παρακ. ἀλήλιμμαι ἀλήθεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ1. αλείφω το δέρμα κάποιου με λάδι (όπως γι- 1. αλήθεια: ἡ ἀλήθεια περὶ τῆς ἀποστάσεως =νόταν μετά το μπάνιο ή πριν από τις ασκήσεις γυ- η αλήθεια για την αποστασία. ≠ ψεῦδος.μναστικής). • ως επίρρημα τῇ ἀληθείᾳ πραγματικά, αλη-• μέση φωνή ἀλείφομαι αλείφω το δικό μου θινά: τῇ ἀληθείᾳ φίλους πιστοτάτους ἡ- δέρμα με λάδι: λίπα ἠλείψαντο = αλεί- γοῦμαι αὐτούς = τους θεωρώ πραγματικά φτηκαν με πολύ λάδι. φίλους αξιόπιστους.2. μεταφορικά προετοιμάζω: Θεμιστοκλῆς ἑ- παράγ. ἀληθότης.αυτὸν ὑπὲρ τῆς ὅλης Ἑλλάδος ἤλειφε = ο Θε- ΝΕ αλήθεια.μιστοκλής προετοιμαζόταν για το καλό ολό- [παράγ. λ. ἀληθής + παρ. επίθ. -εια].κληρης της Ελλάδας. ἀληθής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἄλειμμα, ἄλειψις, ἀλοιφή, σύνθ. ἐ- Συγκριτικός ἀληθέστεροςξαλείφω, ἀπαλείφω. Υπερθετικός ἀληθέστατοςΝΕ αλείφω (με γενίκευση της σημ. 1). 1. αληθινός, πραγματικός. ≠ ψευδής, ἀναλη-[συγγεν. με λίπος, αθροιστ. ἀ- + λείφ-, ΙΕ *leibh-]. θής.ἀλεκτρυών, -όνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 2. για πρόσωπα φιλαλήθης, ειλικρινής. = ἀλη-πετεινός, κόκορας. = ἀλέκτωρ. θευτικός «φιλαλήθης».[ομόρρ. με ἀλέκτωρ]. • παροιμία οἶνος ἀληθής το κρασί είναι φι-ἀλέκτωρ, -ορος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ λάληθες (δηλαδή από το μεθυσμένο μαθαί-πετεινός, κόκορας. = ἀλεκτρυών. νεις την αλήθεια).[παράγ. λ. ἀλέξω + παρ. επίθ. -τωρ]. • επίρρημα (ὡς) ἀληθῶς αληθινά, πραγματικά.Ἀλέξανδρος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. ἀληθεύω, ἀληθινός, ἀλήθεια, ἀλη-κύριο όνομα που σημαίνει αυτόν που απομα- θότης, ἀληθοσύνη, ἀληθῶς, σύνθ. φιλαλήθης,κρύνει τους άντρες του εχθρού ( ἀλέξω). ἀναληθής.ἀλέξω ΡΗΜΑ ΝΕ αληθής (με τη σημ. 1). [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + Mέλλ. ἀλεξήσω & ἀλέξω *λαθ- (λανθάνω) + παρ. επίθ. -ής]. Aόρ. ἠλέξησα & ἤλεξα ἁλιεύς, -έως, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέσ. ενεστ. ἀλέξομαι ψαράς. παράγ. ἁλιεύω, ἁλίευσις, ἁλιευτής. Μέσ. μέλλ. ἀλεξήσομαι [παράγ. λ. ἁλι- (ίσως παλιό ουδ. όνομα παράλ- Μέσ. αόρ. ἠλεξάμην ληλο προς το ἅλς, ἁλός) + παρ. επίθ. -εύς].1. αποτρέπω. ἅλις ΕΠΙΡΡΗΜΑ2. βοηθώ, υπερασπίζω: προθύμως ἀλέξω τινί επαρκώς, αρκετά: περὶ τούτων ἅλις = γι’ αυ-= βοηθώ κάποιον πρόθυμα. τό το θέμα αρκετά. = ἱκανῶς «αρκετά».3. στη μέση φωνή ἀλέξομαι [*Fελ-, *Fαλ- (ἁλής «αθρόος»)].ανταμείβω κάποιον: τοὺς εὖ ποιοῦντας ἀλέ- ἁλίσκομαι ΡΗΜΑ χρησιμοποιείται ως παθητική φωνή του αἱρέω.ξομαι = ανταμείβω όσους με ευεργέτησαν. παράγ. ἀλεξητήριος, ἀλέξημα, ἀλεξητήρ, Παρατ. ἡλισκόμηνσύνθ. ἀλεξίκακος, ἀλέξανδρος (και Ἀλέξαν- Μέλλ. ἁλώσομαι με παθ. σημ.δρος), ἀλεξιφάρμακος. Αορ. β΄ ἥλων & ἑάλων με παθ. σημ. 31
  • 30. Παρακ. ἥλωκα & ἑάλωκα 4. οὐ μὴν ἀλλά / οὐ μέντοι ἀλλά παρ’ όλα αυ- με παθ. σημ. τά, εντούτοις: ὁ ἵππος πίπτει καὶ μικροῦ αὐ- Υπερσ. ἡλώκειν τὸν ἐξετραχήλισεν· οὐ μὴν ἀλλὰ ἐπέμεινεν ὁ με παθ. σημ. Κῦρος = το άλογο πέφτει και λίγο έλειψε να1. για τοποθεσίες κυριεύομαι: ἡ πόλις ἑάλω = η τον ρίξει κάτω· παρ’ όλα αυτά ο Κύρος κρα-πόλη κυριεύτηκε. τήθηκε στη θέση του.2. για πρόσωπα και πράγματα συλλαμβάνομαι, 5. ἀλλ’ οὖν πάντως, εν πάση περιπτώσει: τοὺςαρπάζομαι: ἁλίσκομαι πράττων τι = συλλαμ- πρώτους χρόνους ἀλλ’ οὖν προσεποιοῦνθ’ ὑ-βάνομαι (επ’ αυτοφώρω) να κάνω κάτι. = ζω- μῖν εἶναι φίλους = πάντως τον πρώτο καιρόγρέομαι «συλλαμβάνομαι». προσποιούνταν ότι ήταν φίλοι σας.3. ως νομικός όρος καταδικάζομαι: λιποταξίου ΝΕ αλλά (με τη σημ. 1).γραφὴν ἥλωκεν = έχει καταδικαστεί για λι- [ουδ. πληθ. της αντων. ἄλλος με μετατόπισηποταξία. ἑάλωσαν ἀστρατείας (δηλ. γραφήν) του τόνου: ἄλλα > ἀλλά].= καταδικάστηκαν για μη εκπλήρωση της ἀλλαγή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟστρατιωτικής τους θητείας. 1. αλλαγή. παράγ. ἅλωσις, ἁλωτός, σύνθ. εὐάλωτος, 2. ανταλλαγή, δοσοληψία.αἰχμάλωτος. ΝΕ αλλαγή (με τη σημ. 1). [παράγ. λ. *ἀλλαγ-[*Fαλ-, *Fελ- (εἵλωτες), πβ. γοτθ. wilwan «αρ- (< ἀλλάττω) + παρ. επίθ. -ή].πάζω»]. ἀλλᾶς, -ᾶντος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἄλκιμος, -ιμος & -ίμη, -ιμον ΕΠΙΘΕΤΟ αλλαντικό (λουκάνικα κτλ.): ἀλλᾶντας πωλῶ Συγκριτικός ἀλκιμώτερος = πουλώ αλλαντικά. Υπερθετικός ἀλκιμώτατος ΝΕ αλλαντικό.εύρωστος, γενναίος. [αβέβ. ετυμ., όπως και πολλοί άλλοι όροι της• παροιμία πάλαι ποτ’ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλή- μαγειρικής]. σιοι κάποτε στο παρελθόν ήταν γενναίοι ἀλλάττω ΡΗΜΑ οι Μιλήσιοι. (Χρησιμοποιούσαν την παροι- ο κοινός τύπος είναι ἀλλάσσω μία αυτή, για να δηλώσουν ότι οι καιροί άλ- Παρατ. ἤλλαττον λαξαν πια). Μέλλ. ἀλλάξω παράγ. ἀλκιμότης, σύνθ. ἀλκίφρων. Aόρ. α΄ ἤλλαξα[παράγ. λ. ἀλκή + παρ. επίθ. -ιμος]. Παρακ. ἤλλαχαἀλκυονίς, -ίδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέσ. μέλλ. ἀλλάξομαι• ως επίθετο με ή χωρίς το ουσιαστικό ἡμέραι Παθ. μέλλ. ἀλλαχθήσομαι αἱ ἀλκυονίδες ημέρες του χειμώνα, κατά & ἀλλαγήσομαι τη διάρκεια των οποίων η θάλασσα είναι Μέσ. αόρ. ἠλλαξάμην ήρεμη και έτσι η αλκυών μπορεί να κτί- Παθ. αόρ. ἠλλάχθην & ἠλλάγην σει τη φωλιά της: ἀλκυονίδας ἄγω ἡμέ- Μέσ. & παθ. ἤλλαγμαι ρας ἀεί = πάντοτε έχω αδιατάρακτη γα- παρακ. λήνη. Παθ. υπερσ. ἠλλάγμην[παράγ. λ. ἀλκυών + παρ. επίθ. -ίς, ἀλκυ-ών]. 1. αλλάζω.ἀλκυών, -όνος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 2. στην ενεργ. και τη μέση φωνή ανταλλάσσω:μυθικό πουλί που ταυτίζουν με το ψαροπού- ἠλλάξαντο πολλῆς εὐδαιμονίας πολλὴν κα-λι. κοδαιμονίαν = αντάλλαξαν πολλή ευτυχία με παράγ. ἀλκυονίς, ἀλκυονίδες. πολλή δυστυχία (δηλαδή έδωσαν αυτοί ευτυχία και έλαβαν από άλλους δυστυχία).[πιθ. δάνεια, μεσογειακή λ., από ἅλς + κύω«κυοφορώ» σύμφωνα με την αρχ. παράδοση]. 3. μέση φωνή ἀλλάττομαι αγοράζω: ἀντ’ ἀργυ-ἀλλὰ ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΣ ρίου ἀλλάττομαί τι = αγοράζω κάτι έναντιαντιθετικός. χρημάτων.1. με τη σημερινή σημ. αλλά. παράγ. ἀλλακτέον, ἀλλαγή, ἄλλαγμα,2. στην απόδοση υποθετικών λόγων όμως, του- σύνθ. διαλλάττω, συνδιαλλάττω, ἀπαλλάτ-λάχιστον: εἰ δὲ μὴ ὁρῶ, ἀλλ’ ἀκούω γε = αν δε τω, παραλλάττω.βλέπω, τουλάχιστον ακούω. ΝΕ αλλάζω (με τη σημ. 1).3. παρά μόνον: ἡδέα δ’ οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ τού- [παράγ. λ. ἄλλος + παρ. επίθ. -άττω < *-αγ-j-τοις = ευχάριστα δεν είναι παρά μόνον σε ω)].αυτούς. ἀλλαχῇ ΕΠΙΡΡΗΜΑ 32
  • 31. αλλού, σε άλλον τόπο: ἄλλοτε ἀλλαχῇ = άλ- αποξένωση: κακοῦ παντὸς ἀλλοτρίωσις = α-λοτε σε έναν τόπο και άλλοτε σε άλλον. = ἀλ- ποξένωση από κάθε κακό.λαχόθι «αλλού». ΝΕ λόγ. αλλοτρίωση.[παράγ. λ. ἄλλ-ος + ένθημα -αχ- + επίθ. -ῇ]. [παράγ. λ. ἀλλοτρι-όω + παρ. επίθ. -σις].ἀλλαχόθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ ἄλλως ΕΠΙΡΡΗΜΑαπό αλλού, από άλλον τόπο. 1. διαφορετικά, με άλλον τρόπο (συνήθως με[παράγ. λ. ἀλλαχοῦ + παρ. επίθ. -θεν]. άλλα επιρρήματα) ἄλλως πως: ἄλλως οὐ δύνα-ἀλλαχόσε ΕΠΙΡΡΗΜΑ μαι τὴν πόλιν ἑλεῖν = δεν μπορώ να κυριεύσωπρος άλλον τόπο. την πόλη με άλλον τρόπο.[παράγ. λ. ἀλλαχοῦ + παρ. επίθ. -σε]. 2. καὶ ἄλλως και εκτός αυτού, επιπλέον: ἄριστοςἀλλαχοῦ ΕΠΙΡΡΗΜΑ καὶ ἄλλως φρονιμώτατος καὶ δικαιότατος.αλλού, σε άλλον τόπο. 3. ἄλλως τε καὶ ιδίως, πρό πάντων: βασιλικόν[παράγ. λ. ἄλλος + ένθ. -αχ- + παρ. επίθ. -οῦ]. τι κάλλος ἄλλως τε καὶ ἂν μετ’ αἰδοῦς καὶἄλλῃ ΕΠΙΡΡΗΜΑ σωφροσύνης κεκτῆταί τις αὐτό = η ομορφιά1. με γενική τοπική σε άλλον τόπο: ἄλλοι ἄλλῃ είναι κάτι το βασιλικό, ιδίως αν κάποιος τητῆς πόλεως ἀπώλλυντο = σκοτώνονταν άλλοι συνδυάζει με αιδώ και εγκράτεια.σε έναν τόπο της πόλης και άλλοι σε άλλον. ΝΕ άλλως (με τη σημ. 1).2. κατά άλλον τρόπο, αλλιώς: ἄλλῃ ἐν νῷ ἔχω [παράγ. λ. ἄλλος + παρ. επίθ. -ως].λέγειν = έχω κατά νου να μιλήσω αλλιώς. ἄλογος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ[παράγ. λ. ἄλλος + παρ. επίθ. -ῃ]. Συγκριτικός ἀλογώτεροςἀλλ’ ἢ ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΣ Υπερθετικός ἀλογώτατοςέπειτα από λέξεις που δηλώνουν άρνηση παρά 1. ο στερούμενος λόγου (φωνής), ο άφωνος:μόνον: τούτου ἔμελλε οὐδεὶς ἄρξειν ἄλλ’ ἢ ἐ- ἄλογος σιγή = άφωνη σιωπή.κείνη = αυτόν δε θα τον εξουσίαζε κανένας 2. αυτός που δεν υπακούει στο λογιστικό μέ-άλλος παρά μόνον εκείνη. ρος της ψυχής, στη λογική: τὴν τοῦ σώματος[ἀλλὰ ἤ]. ἕξιν τῇ ἀλόγῳ ἡδονῇ ἐπιτρέπω = εμπιστεύο-ἀλλοδαπός, -ή, - ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ μαι την κατάσταση του σώματός μου στην ά-που ανήκει σε άλλο λαό ή σε άλλη χώρα, ξέ- λογη ηδονή. ἄλογος δόξα = υποκειμενική ά-νος. ποψη που δε σχηματίστηκε σύμφωνα με τις ε-[*ἀλλοδ- (πβ. λατ. aliud = ἄλλο) + παρ. επίθ. πιταγές του λογιστικού μέρους της ψυχής. ≠ ἡ-απός < ΙΕ -*nokwos]. μετὰ λόγου δόξα.ἄλλοσε ΕΠΙΡΡΗΜΑ 3. τὰ ἄλογα τα ζώα.προς άλλον τόπο. 4. παράλογος, ανόητος: ἀνδρὶ τυράννῳ οὐδὲν[παράγ. λ. *ἄλλοδ- (πβ. ἀλλοδ-απός) + παρ. ε- ἄλογον ὅ,τι συμφέρον = στον τύραννο τίποτεπίθ. -σε]. που είναι συμφέρον δεν είναι παράλογο.ἀλλότριος, -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἀλόγως.αυτός που ανήκει σε άλλον, ξένος. = ξένος, ἀ- ΝΕ άλογο (με τη σημ. 3), άλογος (με σημ. 4).νοίκειος. ≠ ἴδιος, οἰκεῖος, γηγενής. [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + λόγος]. παράγ. ἀλλοτρίως, ἀλλοτριότης, σύνθ. ἀλ- ἅλς, ἁλός, ὁ (Α) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟλοτριοπράγμων. στον πληθ. oἱ ἅλες, τῶν ἁλῶν αλάτι.ΝΕ αλλότριος. • παροιμία τοὺς ἅλας συναναλίσκω (τινί)[ἄλλος + συγκριτ. επίθ. -τερος + -ιος]. τρώω μαζί με κάποιον αλάτι (δηλαδή συν-ἀλλοτριόω -ῶ ΡΗΜΑ δέομαι μαζί του με στενή φιλία).1. αποστερώ, αποξενώνω: τῶν σωμάτων τὴν [*σαλ- (ἅλμη), πβ. λατ. sal].πόλιν ἀλλοτριῶ = αποστερώ την πόλη από ἅλς, ἁλός, ἡ (Β) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟτους πολίτες της. λέξη που απαντά αποκλειστικά στην ποίηση και ι-2. κάνω κάτι εχθρικό προς κάποιον άλλο: διαίτερα στα ομηρικά έπη.ταῦτα τοῖς συμμάχοις ἀλλοτριώσει τὴν χώ- θάλασσα: παρὰ θῖν’ ἁλός = στην ακτή της θά-ραν = αυτά θα κάνουν τη χώρα τους εχθρική λασσας, δίπλα στο γιαλό.προς τους συμμάχους της. = ἀποξενόω. ≠ συν- παράγ. ἅλιος, ἅλμη.διαλλάττω. ΝΕ στη φρ. παρὰ θῖν’ ἁλός. παράγ. ἀλλοτρίωσις, σύνθ. ἀπαλλοτριόω. [ το προηγούμενο λ.].ΝΕ λόγ. αλλοτριώνω, απαλλοτριώνω. ἄλφιτον, -ίτου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ[παράγ. λ. ἀλλότρ-ιος + παρ. επίθ. -όω]. στον πληθ. ἄλφιτα αλεύρι από κριθάρι, κριθά-ἀλλοτρίωσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ λευρο. 33
  • 32. ἀλωπεκῆ, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἀγρὸν λέγουσιν Ἀμαλθείας κέρας εἶναι =δέρμα αλεπούς. λένε ότι το χωράφι αυτό είναι κέρας της παράγ. ἀλωπεκία. Αμαλθείας (πολύ εύφορο).ΝΕ λόγ. η αλωπεκία. [θηλ. ενός κύριου ονόματος *Ἀμαλθεὺς «γεν-[παράγ. λ. επίθ. ἀλωπεκέη > συνηρημ. ἀλωπε- ναιόδωρος», συγγεν. του μαλθ-ακός].κῆ < ἀλώπηξ]. ἁμαρτάνω ΡΗΜΑἀλώπηξ, -εκος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρατ. ἡμάρτανοναλεπού. Μέλλ. ἁμαρτήσομαι• παροιμία ἡ κέρκος τῇ ἀλώπεκι μαρτυρεῖ = & μεταγεν. ἁμαρτήσω η ουρά αποτελεί μαρτυρία για την αλε- Αόρ. β´ ἥμαρτον πού (δηλαδή ένα μικρό μέρος επαρκεί, για να Αόρ. α´ μεταγεν. ἡμάρτησα δώσει σαφή εικόνα για το όλον, πβ. ἐξ ὄνυχος Παρακ. ἡμάρτηκα τὸν λέοντα). Παθ. αόρ. ἡμαρτήθην[συγγεν. με αρμεν. ałues, λατ. volpes]. Παθ. παρακ. ἡμάρτημαιἅλως, ἅλω, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παθ. υπερσ. ἡμαρτήμηναλώνι. παράγ. ἁλώνιον, ἁλωνίζω. ΝΕ αλώνι. 1. αστοχώ: τοῦ σκοποῦ ἁμαρτάνω = αστοχώ[*ἀλω-, ἀλFω- (ἀλωή, ἡ «ανοικτός χώρος, κή- στο στόχο μου. γνώμης ἁμαρτάνει καὶ οὐκπος», πβ. κυπρ. ἀλFω = ἅλω, γεν.)]. αἰσθάνεται = αστοχεί στην κρίση του και δενἅμα ΕΠΙΡΡΗΜΑ/ ΠΡΟΘΕΣΗ/ ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΣ το αντιλαμβάνεται.Α. ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. συγχρόνως: τοῦ εὐτυχεῖν καὶ 2. κάνω λάθος: ἄκοντες ἁμαρτάνομεν = κά-τοῦ καλῶς βουλεύεσθαι οὐχ ἅμ’ ἡ κτῆσις πα- νουμε λάθος χωρίς τη θέλησή μας. ἡμαρτήκα-ραγίγνεται τοῖς ἀνθρώποις = δε συμβαίνει σι περὶ τῆς ὄντως οὐσίας θεῶν = έκαναν λά-στους ανθρώπους συγχρόνως η απόκτηση της θος σχετικά με την πραγματική ουσία των θε-ευτυχίας και της ορθής σκέψης. ών.ἅμα εἰπὼν ἀνέστη = μίλησε και συγχρόνως παράγ. ἁμάρτημα, ἁμαρτία, ἁμαρτωλός,σηκώθηκε (δηλ. μίλησε και αμέσως μετά ση- σύνθ. ἀναμάρτητος.κώθηκε, μόλις τέλειωσε να μιλά, σηκώθηκε). ΝΕ αμαρτάνω «κάνω αμαρτία, ηθική παρά-2. ἅμα μέν… ἅμα δέ… …και συγχρόνως…: πα- βαση».ραμυθοῦμαι ἅμα μὲν ὑμᾶς, ἅμα δ’ ἐμαυτόν = [σύνθ. λ. στερ. ἁ- + *μερ- (μείρομαι, μόρος) +παρηγορώ εσάς και συγχρόνως τον εαυτό παρ. επίθ. -άνω, δηλ. *ἁμορτάνω > ἁμαρτάνω,μου. πβ. νη-μερ-τὴς «αναμάρτητος»].3. ἅμα δέ… καί… / ἅμα τε… καί… / ἅμα… καί… ἁμάρτημα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟμόλις… και αμέσως μετά: ἅμα διαλλάττομαι λάθος: γνώμης ἁμάρτημα = λάθος στην κρίση.πρός τινα καὶ τῆς ἔχθρας τῆς γεγενημένης ἐ- ΝΕ αμάρτημα.πιλανθάνομαι = μόλις συμφιλιωθώ με κάποιον, [παράγ. λ. ἁμαρτάνω + παρ. επίθ. -μα].ξεχνώ την έχθρα (συμφιλιώνομαι με κάποιον ἁμαρτία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟκαι αμέσως μετά ξεχνώ την έχθρα). 1. λάθος: ἁμαρτία δόξης = λάθος στην κρίση.4. παροιμία ἅμ’ ἔπος ἅμ’ ἔργον από τα λόγια 2. με τη θρησκευτική σημ. αμαρτία.στην πράξη, πες το κι έγινε. ΝΕ αμαρτία (με τη σημ. 2).Β. ΠΡΟΘΕΣΗ που συντάσσεται με δοτική την ίδια [παράγ. λ. ἁμαρτάνω + παρ. επίθ. -ία].ώρα με, μαζί με: ἅμα ἕῳ = με την αυγή. οἱ ἅμα ἀμείνων (ὁ, ἡ), ἄμεινον (τό), γεν. ἀμείνονος ΕΠΙΘΕΤΟΓυλίππῳ ὄντες = όσοι είναι μαζί με το συγκριτικός βαθμός του ἀγαθός ( ἀγαθός).Γύλιππο. καλύτερος: ἄμεινόν ἐστι καταβαίνειν τοὺςΓ. ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΣ μόλις: ἅμα δ’ ἂν ἡβήσῃ τις τῶν στρατιώτας ἐκ τοῦ χωρίου = είναι καλύτεροὀρφανῶν = μόλις ένας ορφανός φτάσει στην να κατεβούν οι στρατιώτες από τον τόπο αυ-εφηβική ηλικία. τόν.ΝΕ άμα (με σημ. Γ). [επίθετο θετικού βαθμού *ἀμείν-, που θεωρή-[*σεμ- (εἷς, μία, ὁμοῦ)]. θηκε συγκριτικού, δηλ. δεν έχουμε *ἀμέν-jωνἈμάλθεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ > ἀμείνων].κατσίκα, η οποία θήλασε το ∆ία στην Κρήτη ἄμεμπτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ(από το κέρατό της έρρεε ό,τι αγαθό επιθυμούσε ο άψογος: δεῖπνον ἄμεμπτον παρέθηκας = πα-κάτοχός της). ρέθεσες άψογο δείπνο.• παροιμία κέρας Ἀμαλθείας το κέρατο της παράγ. ἀμέμπτως. Αμαλθείας (δηλ. πηγή κάθε είδους αγαθών): ΝΕ άμεμπτος. 34
  • 33. [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + μεμπτός (< μέμφομαι + 3. περιβάλλω: ἀμπίσχω τινὰ σμικρότητι = πε-παρ. επίθ. -τός)]. ριβάλλω κάποιον με μικρότητα, δηλαδή δενἅμιλλα, -ίλλης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ τον εκτιμώ.συναγωνισμός (για το ποιος θα υπερισχύσει): ἅ- παράγ. ἀμπεχόνη, ἀμπέχονον.μιλλα ἀγαθῶν ἀνδρῶν = συναγωνισμός γεν- [σύνθ. λ. ἀμφί + ἔχω > ἀμφέχω > ἀμπέχω, μεναίων ανδρών. ανομοίωση δασέων].ΝΕ άμιλλα. ἄμπωτις, -εως & -ιδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ[παράγ. λ. ἅμα «συγχρόνως» + παρ. επίθ. -ιλ- το τράβηγμα των θαλάσσιων νερών προς ταλα < *-ιλ-jα με τη σημ. δύο ατόμων που συνα- μέσα. ≠ παλίρροια.γωνίζονται]. ΝΕ άμπωτη.ἁμιλλάομαι -ῶμαι ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἀνά + *πωτ- (< πίνω, πβ. ποτ-όν, Μέλλ. ἁμιλλήσομαι ποτ-ίζω), παράγ. ουσ. του ἀναπίνω]. Παθ. αόρ. ἡμιλλήθην ἀμύνω ΡΗΜΑ με μέση σημ. Παρατ. ἤμυνον Αόρ. μεταγεν. ἡμιλλησάμην Μέλλ. ἀμυνῶ Παρακ. ἡμίλλημαι Αόρ. ἤμυνα1. συναγωνίζομαι (κάποιον): ἁμιλλῶμαί τινα Μέσ. μέλλ. ἀμυνοῦμαιτόξοις = συναγωνίζομαι κάποιον στην τοξο- Μέσ. αόρ. ἠμυνάμηνβολία. 2. προσπαθώ (να πετύχω κάτι). 1. αποκρούω: ἀμύνω τὸν βάρβαρον = απο-[παράγ. λ. ἅμιλλα + παρ. επίθ. -ομαι]. κρούω τους βαρβάρους.ἄμουσος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ 2. μέση φωνή ἀμύνομαι αποκρούω, υπερασπί- Συγκριτικός ἀμουσότερος ζω: οἱ περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνόμενοι = όσοι υ- Υπερθετικός ἀμουσότατος περασπίζουν τα σπίτια τους.1. απαίδευτος, άξεστος. 3. μέση φωνή ἀμύνομαι αμύνομαι.• παροιμία τῶν Λειβηθρίων ἀμουσότερος = παράγ. ἄμυνα, ἀμυντήριος, ἀμυντικός. πιο άξεστος από τους Λειβηθρίους (δηλώ- ΝΕ αμύνομαι (σημ. 3). νει τον κατώτατο βαθμό πνευματικής καλλι- [σύνθ. λ. αθροιστ. ἀ- + μύνη «πρόφαση»]. έργειας). ἀμφὶ ΠΡΟΘΕΣΗ2. αυτός που δε γνωρίζει μουσική. 1. γύρω από (χρησιμοποιείται κυρίως για ομάδα3. για ήχους κακόηχος: ἄμουσος ᾠδή. ατόμων τα οποία περιστοιχίζουν άλλο άτομο): οἱ παράγ. ἀμουσία, σύνθ. φιλόμουσος. ἀμφὶ Πρωταγόραν = οι οπαδοί του Πρωτα-[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + μοῦσα + παρ. επίθ. -ος]. γόρα.ἄμπελος, -έλου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 2. για χρόνο κατά τη διάρκεια: τὸν μὲν ἀμφὶ1. το κλήμα (το συγκεκριμένο φυτό, που λέ- τὸν χειμῶνα χρόνον διῆγεν ἐν Βαβυλῶνι ἑ-γεται και αμπέλι). 2. έκταση γης φυτεμένης με πτὰ μῆνας = και κατά τη διάρκεια του χειμώ-κλήματα, αμπέλι. να περνούσε επτά μήνες στη Βαβυλώνα. παράγ. ἀμπελών, ὁ «αμπέλι, αμπελώνας», 3. για αριθμούς περίπου: ἀμφὶ τὰς δώδεκα μυ-σύνθ. ἀμπελουργός, ἀμπελόφυτος. ριάδας = περίπου 120.000.ΝΕ αμπέλι. 4. ως α΄ συνθετικό δηλώνει α. και στις δύο πλευ-[προελλ., μεσογ. λ.]. ρές: ἀμφίστομος = αυτός που έχει στόμα και α-ἀμπέχω & ἀμπίσχω ΡΗΜΑ πό τη μια και από την άλλη πλευρά. β. σε ό- Μέλλ. ἀμφέξω λες τις πλευρές, ολόγυρα: ἀμφιβάλλω = βάζω Αόρ. β´ ἤμπεσχον κάτι από όλες τις πλευρές. Μέσ. ενεστ. ἀμπέχομαι γ. για χάρη κάποιου, για κάτι: ἀμφιμάχονται & ἀμπίσχομαι τείχους = μάχονται για το τείχος. Μέσ. παρατ. ἠμπειχόμην ΝΕ σε σύνθ. λέξεις, λ.χ. αμφίβιος. Μέσ. μέλλ. ἀμφέξομαι [σύνθ. λ. *αμ- (< ἀνά) + παρ. επίθ. -φι, πβ. Μέσ. αόρ. β´ ἠμπεσχόμην λατ. ambi].1. ντύνω: δούλους ἀμπίσχω = ντύνω τους δο- ἀμφιέννυμι ΡΗΜΑύλους. = ἐνδύω. ≠ ἐκδύω. Παρατ. ἠμφιέννυν2. μέση φωνή ἀμπέχομαι ντύνομαι, φορώ: τὸ Μέλλ. ἀμφιῶ (-εῖς, -εῖ)τῆς γυναικὸς ἀμπέχει χιτώνιον; = φορείς το Αόρ. ἠμφίεσαχιτώνα της γυναίκας σου; Μέσ. μέλλ. ἀμφιέσομαι Μέσ. αόρ. ἠμφιεσάμην 35
  • 34. Παθ. αόρ. ἠμφιέσθην παράγ. ἀμφοτέρωθεν «και από τις δύο Παρακ. ἠμφίεσμαι πλευρές».1. περιβάλλω, ντύνω: ἀμφιέννυμι ἱμάτιόν τι- [παράγ. λ. δυικός ἄμφω (< ἀμφί) + παρ. επίθ.να = περιβάλλω κάποιον με μανδύα. = ἐνδύω. -τερος].≠ ἐκδύω. ἂν ΜΟΡΙΟ2. μέση φωνή ἀμφιέννυμαι ντύνομαι: ἀρετὴν 1. χρησιμοποιείται με οριστική παρελθοντικούἀντὶ ἱματίων ἀμφιέσονται = θα ντυθούν με α- χρόνου, για να σχηματίσει τη λεγόμενη δυνητικήρετή αντί με μανδύες. οριστική, που δηλώνει το μη πραγματικό: ἦλθες παράγ. ἀμφίεσις, ἀμφίεσμα, ἀμφιεσμός. ἄν = θα ερχόσουν (ενν.: αλλά δεν ήλθες). εἰ μὴ[σύνθ. λ. ἀμφί + ἕννυμι < *ἕσ-νυ-μι]. ἐπλούτουν, οὐκ ἂν ἦρχον = αν δεν ήμουνἀμφιθέατρος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ πλούσιος, δε θα κυβερνούσα (όμως κυβερνώ).αυτός που έχει θέσεις για θεατές ολόγυρα. ἠγνόεις ἄν, εἰ οὐκ εὖ ἐπαιδεύου = θα αγνοού-• ως ουσιαστικό τὸ ἀμφιθέατρον αμφιθέατρο. σες, αν δε λάμβανες καλή παιδεία (όμως δενΝΕ αμφιθέατρο. αγνοείς).[σύνθ. λ. ἀμφί + θέατρον]. 2. χρησιμοποιείται με ευκτική, για να σχηματιστεί η λεγόμενη δυνητική ευκτική, που δηλώνει αυτόἀμφισβητέω -ῶ ΡΗΜΑ που είναι πιθανό να συμβεί στο μέλλον: πολλὴ ἂν Παρατ. ἠμφεσβήτουν ἀλογία εἴη, εἰ οὗτοι φοβοῖντο τὰ μειράκια= Mέλλ. ἀμφισβητήσω θα είναι μεγάλη αφροσύνη, αν αυτοί φοβού- Aόρ. ἠμφεσβήτησα νται τα παιδιά. Mέσ. μέλλ. ἀμφισβητήσομαι 3. με δυνητική σημασία γενικά ἡδέως δ’ ἂν ἐροί- με παθ. σημ. «θα αμφισβητηθώ» μην Λεπτίνην = με ευχαρίστηση θα ρωτούσα Παθ. αόρ. ἠμφεσβητήθην το Λεπτίνη.1. διαφωνώ: ὁ ἕτερος τῶν λόγων τῷ πρότερον 4. ως ήπια προσταγή, προτροπή ή παράκληση λέ-λεχθέντι ἀμφισβητεῖ = η άλλη εκδοχή διαφω- γοις ἄν = λέγε, σε παρακαλώ.νεί με την εκδοχή που λέχθηκε προηγουμέ- 5. με απαρέμφατο ή μετοχή οἴεσθε τὸν πατέρανως. περὶ δὲ τούτων ἠμφεσβήτουν = σχετικά οὐκ ἂν φυλάττειν; = νομίζετε ότι ο πατέραςμε αυτά διαφωνούσα. δε θα διαφύλαττε αυτά; πόλλ’ ἂν ἔχων ἕτερ’• οἱ ἀμφισβητοῦντες οι διάδικοι. εἰπεῖν παραλείπω = αν και πολλά θα μπο-2. αμφισβητώ: ὅτι μὲν οὖν τό γε εἶδος ὅμοιος ρούσα να πω, τα παραλείπω.εἶ τούτοις, ὦ Σώκρατες, οὔτ’ αὐτὸς ἄν που 6. όταν βρίσκεται μετά το εἰ, συγχωνεύονται ταἀμφισβητήσαις = ούτε ο ίδιος, Σωκράτη, θα δύο μόρια (εἰ + ἄν) και έτσι προκύπτουν τα ἄν, ἐ-μπορούσες να αμφισβητήσεις ότι τουλάχι- άν, ἤν. Αυτά συντάσσονται με υποτακτική: ἢν ἐγ-στον στην εμφάνιση είσαι όμοιος με αυτούς. γὺς ἔλθῃ θάνατος, οὐδεὶς βούλεται θνῄσκειν παράγ. ἀμφισβητήσιμος, ἀμφισβήτησις, σύνθ. = αν πλησιάσει ο θάνατος, κανείς δε θέλει ναἀναμφισβήτητος. πεθάνει.ΝΕ αμφισβητώ (με τη σημ. 2). 7. σε χρονικές προτάσεις με υποθετική σημα-[σύνθ. λ. πρόθ. ἀμφίς (σπάνια μορφή της ἀμ- σία, το ἂν συγχωνεύεται με τα ὅτε, ὁπότε, ἐ-φί από το επίρρ. ἀμφίς) + *βατ-, *βητ- (βαί- πεί, ἐπειδή και έτσι προκύπτουν αντίστοιχανω, βατός) + παρ. επίθ. -έω]. τα ὅταν, ὁπόταν, ἐπήν / ἐπάν, ἐπειδὰν πουἀμφισβήτησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ συντάσσονται με υποτακτική.1. αμφισβήτηση: ἀμφισϐήτησις ἔσται τίνας 8. σε τελικές προτάσεις που εισάγονται με τα ανα-ἄρχειν δεῖ = θα υπάρξει αμφισβήτηση για το φορικά επιρρήματα ὡς, ὅπως, ἕως το ἂν εμφανίζε-ποιοι πρέπει να κυβερνούν. ται κάποτε: ὅπως ἂν φαίνηται κάλλιστος =2. διεκδίκηση (συνήθως κληρονομιάς): τὴν για να φαίνεται πάρα πολύ ωραίος.ἀμφισβήτησιν ποιοῦμαι πρός τινα = διεκδικώ 9. χρησιμοποιείται με οριστική παρατατικού ή ο-την κληρονομιά από κάποιον. ριστική αορίστου, για να δηλώσει πράξη που επα-ΝΕ αμφισβήτηση (με τη σημ. 1). ναλαμβάνεται στο παρελθόν: διηρώτων ἂν αὐ-[παράγ. λ. ἀμφισβητέω + παρ. επίθ. -σις]. τοὺς τί λέγοιεν = κάθε φορά τούς ρωτούσα τιἀμφότερος, -τέρα, -τερον ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ έλεγαν. [συγγεν. με λατ. an, γοτθ. an].σπάνια στον ενικό, κυρίως στον πληθυντικό. ἀμ- ἀνὰ ΠΡΟΘΕΣΗφότεροι, -αι, -α και ο ένας και ο άλλος, και 1. τοπικά κατά μήκος, σε όλη την έκταση: ἀνὰοι δύο: ἀμφότεροι ἤκουσαν Ἀναξαγόρου = τὴν Ἑλλάδα = σε ολόκληρη την Ελλάδα.και οι δύο ήταν μαθητές του Αναξαγόρα. 2. χρονικά στη διάρκεια: ἀνὰ πᾶσαν τὴν ἡμέ- ραν = σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. 36
  • 35. 3. με αριθμητικά εκφράζει καταμερισμό σε τμήμα- την οποία εξιστορεί ο Ξενοφώντας στο έργο τουτα ανά, κατά: ἔστησαν ἀνὰ ἑκατόν = στάθη- Κύρου ἀνάϐασις).καν ανά εκατό. παράγ. ἀναβάσιμος, ἀναβασμός.4. ως α΄ συνθετικό δηλώνει α. πάνω σε, προς ΝΕ ανάβαση (με τη σημ. 1).τα πάνω, πάνω, π.χ. ἀναβαίνω. β. αύξηση ή ε- [ἀνά- + βάσις < βαίνω ως παράγ. λ. του ἀνα-νίσχυση, π.χ. ἀνακρίνω. γ. επανάληψη, βελτί- βαίνω].ωση, π.χ. ἀναβιόω. δ. προς τα πίσω, π.χ. ἀνα- ἀναβιβάζω ΡΗΜΑλαμβάνω «παίρνω πίσω, ανακτώ» ἀνα- Για τους χρόνους βιβάζωλαμβάνω (σημ. 3). 1. ανεβάζω: ἀναβιβάζω τινὰ ἐπὶ τὸν τροχόν =ΝΕ λόγ. ανά. ανεβάζω κάποιον στον τροχό (για να τον βα-[ΙΕ προέλευσης, πβ. αρχ. περσ. ana, γοτθ. σανίσω). ≠ καταβιβάζω.ana]. 2. στην ενεργ. και τη μέση φωνή ἀναβιβάζω & ἀ-ἀναβαίνω ΡΗΜΑ ναβιβάζομαι παρουσιάζω (προσάγω) κάποιον Για τους χρόνους βαίνω στο δικαστήριο ως μάρτυρα: βούλομαι τού-1. ανεβαίνω: ἀναβαίνει εἰς τὸ τεῖχος = ανεβαί- τους ὑμῖν μάρτυρας ἀναβιβάσαι = θέλω νανει στο τείχος. = ἀνέρχομαι. ≠ καταβαίνω. παρουσιάσω αυτούς ως μάρτυρες σ’ εσάς.2. μεταβαίνω από τα παράλια στο εσωτερικό παράγ. ἀναβιβασμός, ἀναβίβασις, ἀναβι-μιας χώρας (συνήθως της Μικράς Ασίας): ἀ- βαστέον, σύνθ. συναναβιβάζω.ναβαίνει οὖν ὁ Κῦρος λαβὼν Τισσαφέρνη ὡς ΝΕ ανεβάζω (με τη σημ. 1).φίλον = μεταβαίνει προς την Κεντρική Ασία [σύνθ. λ. ἀνά + βιβάζω].λοιπόν ο Κύρος, παίρνοντας μαζί του και τον ἀναβιόω -ῶ ΡΗΜΑΤισσσαφέρνη, με την ιδέα ότι είναι φίλος Για τους χρόνους βιόωτου. ≠ καταβαίνω «μεταβαίνω από τα μεσό- επανέρχομαι στη ζωή, ζω ξανά μια κατάστα-γεια προς τα παράλια». ση: καὶ ἐπειδὴ ἀνεβίω, ἀποδρᾶσα ἐκ τῆς οἰ-3. ως αττικός νομικός όρος ἀναβαίνω (ἐπὶ τὸ κίας ᾤχετο = και όταν ανέκτησε τις αισθήσειςβῆμα) ανέρχομαι στο βήμα, σηκώνομαι να μι- της, δραπέτευσε αμέσως από το σπίτι της.λήσω. ≠ καταβαίνω «κατεβαίνω από το βήμα, παράγ. ἀναβίωσις, ἀναβιώσιμος, σύνθ. ἐ-σταματώ να αγορεύω». παναβιόω. παράγ. ἀναβάτης, ἀναβαθμός, ἀνάβασις. ΝΕ αναβιώνω.ΝΕ ανεβαίνω (με τις σημ. 1, 2). [σύνθ. λ. ἀνά + βιόω].[σύνθ. λ. ἀνά + βαίνω]. ἀναβολεύς, -έως, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἀναβάλλω ΡΗΜΑ υπηρέτης (ή όργανο) που βοηθά κάποιον να Για τους χρόνους βάλλω ιππεύσει το άλογο: ἵππου χωρὶς ἀναβολέως1. ρίχνω προς τα πάνω: ἐκ τοῦ ὀρύγματος ἀ- ἐπέβαινε = ίππευε το άλογο χωρίς τη βοήθειανέβαλλον τὸν χοῦν = από το χαντάκι έριχναν του αναβολέα.το χώμα προς τα πάνω (προς τα χείλη του). ΝΕ αναβολέας.2. ανεβάζω: οὐδεὶς ἄλλος βασιλέα ἐπὶ τὸν ἵπ- [παράγ. του ἀναβάλλω «ωθώ προς τα πά-πον ἀνέβαλλεν = κανένας άλλος δεν ανέβαζε νω»: ἀνά + βολ- + -εύς].το βασιλιά στο άλογο. ἀναγιγνώσκω ΡΗΜΑ3. μέση φωνή ἀναβάλλομαι αναβάλλω: εἰς τὴν Για τους χρόνους γιγνώσκωὑστεραίαν ἀναβάλλομαι τὴν δίαιταν = ανα- διαβάζω: τὰ ὀνόματα ὑμῖν ἀναγνώσομαι τῶνβάλλω για την επόμενη μέρα τη διαιτησία. ἀνδρῶν = θα σας διαβάσω τα ονόματα των4. μέση φωνή ἀναβάλλομαι ρίχνω πάνω στους ανδρών.ώμους μου το πανωφόρι (έτσι ώστε να κρέμεται • τὰ βιβλία τὰ ἀνεγνωσμένα τα βιβλία τα ο-δημιουργώντας πτυχές): τὴν χλαῖναν ἀναϐαλοῦ ποία έχουν διαβαστεί (μεγαλοφώνως, μπρο-= ρίξε επάνω σου τη χλαίνη. στά σε ακροατήριο, και άρα έχουν δημοσιευτεί). παράγ. ἀναβολή, ἀναβολεύς. παράγ. ἀνάγνωσις, ἀναγνώστης, ἀναγνω-ΝΕ αναβάλλω (με τη σημ. 3). στέον, ἀναγνωστικός, σύνθ. συναναγιγνώ-[σύνθ. λ. ἀνά + βάλλω]. σκω.ἀνάβασις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ [σύνθ. λ. ἀνά + γιγνώσκω].1. ανάβαση. ≠ κατάβασις, κάθοδος. 2. εκ- ἀναγκαῖος, -αία & -αῖος, -αῖον ΕΠΙΘΕΤΟστρατεία που εκκινεί από τα παράλια και 1. αναγκαστικός. = ἄκων, ἀκούσιος. ≠ ἑκών,κατευθύνεται προς το εσωτερικό της χώρας ἑκούσιος, αὐτόβουλος.(ιδιαίτερα προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, 2. πειστικός: ἀναγκαῖαι ἀποδείξεις = πειστι-όπως ήταν η εκστρατεία του Κύρου του νεότερου, κές αποδείξεις. 37
  • 36. 3. αναγκασμένος, με το ζόρι: πολεμισταὶ ἀ- τοποθέτηση κάποιου πράγματος σε δημόσιοναγκαῖοι = στρατιώτες με το ζόρι. χώρο, προσφορά αναθημάτων σε ναούς: τρί-4. απαραίτητος. ποδος ἀνάθεσις = προσφορά τρίποδα.• τὰ ἀναγκαῖα τα αναγκαία αγαθά για την ΝΕ ανάθεση (λ.χ. εργασίας, καθηκόντων ανθρώπινη διαβίωση. οἱ ἀναγκαῖοι οι κτλ.). συγγενείς. [σύνθ. λ. ἀνά + θέσις < τίθημι]. παράγ. ἀναγκαίως, ἀναγκαιότης. ἀναθεωρέω -ῶ ΡΗΜΑΝΕ αναγκαίος (με τη σημ. 4). Για τους χρόνους θεωρέω[παράγ. λ. ἀνάγκη + παρ. επίθ. -αῖος]. εξετάζω προσεκτικά.ἀνάγκη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. ἀναθεώρησις «προσεκτική εξέτα-1. εξαναγκασμός, ανάγκη, αναγκαιότητα. = βία. ση».• ως επίρρημα ἀνάγκῃ αναγκαστικά. ΝΕ αναθεωρώ (λ.χ. μια άποψη κτλ.).2. στον πληθ. αἱ ἀνάγκαι βία, τιμωρία (ιδιαίτε- [παράγ. λ. ἀνά + θεωρέω].ρα για βασανιστήρια): προσάγω τινὶ τὰς ἀνάγ- ἀνάθημα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟκας = χρησιμοποιώ βία εναντίον κάποιου. αφιέρωμα που προσφέρεται σε ναό ή στήνε- παράγ. ἀναγκάζω, ἀναγκαῖος, σύνθ. πει- ται σε δημόσιο χώρο. = ἀφιέρωμα.θανάγκη. [παράγ. λ. ἀνά + *θη- (ἀνα-τί-θη-μι) + παρ. ε- [ίσως ἀν- (< ἀνά) + *-άγκη (πβ. ἀγκών) με τη πίθ. -μα].σημ. «σύλληψη μέσα στα μπράτσα»]. ἀναθηματικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟἀναγράφω ΡΗΜΑ αυτός που συνίσταται σε ἀναθήματα. Για τους χρόνους γράφω [παράγ. λ. ἀνάθημα, -ατος + παρ. επίθ. -ικός].1. για συνθήκες και νόμους εγχαράσσω και στή- ἀναθρέω -ῶνω δημόσια: τὰς ξυνθήκας τὰς περὶ τῆς ξυμ- παρατηρώ με προσοχή: μόνον τῶν θηρίωνμαχίας ἀνέγραψαν ἐν στήλῃ λιθίνῃ = εγχάρα- ὀρθῶς ὁ ἄνθρωπος ἄνθρωπος ὠνομάσθη ἀ-ξαν τις συμφωνίες για τη συμμαχία σε πέτρι- ναθρῶν ἃ ὄπωπεν = από όλα τα ζώα μόνον ονη στήλη. άνθρωπος ορθώς ονομάστηκε «άνθρωπος», ε-2. για συγγραφέα περιγράφω: οὐδὲ ταῦτα ἐς πειδή παρατηρεί προσεκτικά (= ἀναθρῶν)τὸ ἀληθὲς ἀνέγραψαν = ούτε αυτά τα περιέ- αυτά που έχει δει (= ὄπωπεν).γραψαν με τρόπο αληθινό. παράγ. ἀνάθρησις.ΝΕ αναγράφω (με σημ. παραπλήσια προς τη [παράγ. λ. ἀνά + ἀθρέω].σημ. 1). ἀναίδεια & ἀναιδεία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ[παράγ. λ. ἀνά + γράφω]. αναίδεια, αδιαντροπιά: εἰς τοῦθ᾽ ἧκεν ἀναι-ἀνάγω ΡΗΜΑ δείας, ὥστ᾽ ἐτόλμα λέγειν... = έφτασε σε αυτό Για τους χρόνους ἄγω το σημείο αναίδειας, ώστε τολμούσε να λέει...1. οδηγώ προς τα πάνω, ανεβάζω: ἀνάγω • λίθος ἀναιδείας πέτρα στον Άρειο Πάγο,πελταστὰς πρὸς τὸ ὄρος = ανεβάζω πελτα- επάνω στην οποία στεκόταν ο κατήγο-στές στο βουνό. ρος, όταν απαιτούσε από το δικαστήριο2. οδηγώ από τα παράλια (ιδιαίτερα της Μι- να επιβάλει τη μέγιστη δυνατή ποινή πουκράς Ασίας) στο εσωτερικό της χώρας ή από προέβλεπε ο νόμος στο άτομο που κατη-τον Πειραιά προς την Αθήνα: Φαρνάβαζος γορούσε για ανθρωποκτονία.κατεῖχε τοὺς πρέσβεις, φάσκων ἀνάξειν αὐ- ΝΕ αναίδεια.τοὺς παρὰ βασιλέα = ο Φαρνάβαζος κρατού- [παράγ. λ. ἀναιδής (στερ. ἀ + αἰδώς) + παρ. ε-σε τους απεσταλμένους, λέγοντας ότι θα τους πίθ. -εια].οδηγήσει στο βασιλιά. ἀναίρεσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ3. μέση φωνή ἀνάγομαι αποπλέω, σηκώνω ά- 1. περισυλλογή (ιδίως πτωμάτων για ενταφια- σμό): νεκρῶν ἀναίρεσις = περισυλλογή τωνγκυρα: ἐπλήρουν τὰς ναῦς ὡς ἀναξόμενοι =έμπαιναν στα καράβια, γιατί επρόκειτο να νεκρών.σηκώσουν άγκυρα. = ἀποπλέω, ἀπαίρω «α- 2. καταστροφή: τῶν τειχῶν ἀναίρεσις = κα-ποπλέω». ≠ κατάγομαι «φτάνω στην ξηρά». ταστροφή των τειχών. παράγ. ἀναγωγὴ «απόπλους», σύνθ. συ- 3. θανάτωση.νάγω. ΝΕ αναίρεση «ακύρωση» (λ.χ. νόμου, επιχει-ΝΕ ανάγομαι (για χρόνο, πηγαίνω πίσω). ρήματος με σημ. παρόμοια με τη 2).[σύνθ. λ. ἀνά + ἄγω]. [σύνθ. λ. ἀνά + αἵρεσις].ἀνάθεσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἀναιρέω -ῶ ΡΗΜΑ Για τους χρόνους αἱρέω -ῶ 38
  • 37. 1. σηκώνω από το έδαφος: τῶν τεθνεώτων τὰ ἀνακαλέω -ῶ ΡΗΜΑὀστᾶ ἀνεῖλον = σήκωσαν από τη γη τα κόκα- Για τους χρόνους καλέω -ῶλα των πεθαμένων. 1. επικαλούμαι: εὔχομαι τῷ Ἀπόλλωνι τὰς ἐ-2. για ανθρώπους καταστρέφω, σκοτώνω: τοὺς πωνυμίας τοῦ θεοῦ ἀνακαλῶν = προσεύχομαιτούτων μηνυτὰς ἀναιροῦσι = σκοτώνουν ό- στον Απόλλωνα επικαλούμενος τους λατρευ-σους αποκαλύπτουν αυτά τα πράγματα. τικούς τίτλους του θεού.3. καταργώ: τοὺς μὲν ἀναιροῦσιν τῶν νόμων, 2. καλώ πίσω, ανακαλώ: διὰ ταῦτα ἀνεκάλε-τοὺς δὲ καταλείπουσιν = μερικούς νόμους σαν αὐτόν = για τους λόγους αυτούς τον κά-τους καταργούν και άλλους τους αφήνουν σε λεσαν πίσω.ισχύ. παράγ. ἀνάκλησις, ἀνακλητικός, σύνθ. ἐ-4. για επιχείρημα αναιρώ. πανακαλέω.5. για χρησμούς ορίζω, δίνω εντολή: χρωμένῳ ΝΕ ανακαλώ (με τη σημ. 2).δὲ τῷ Κύλωνι ἀνεῖλεν ὁ θεὸς καταλαβεῖν τὴν [σύνθ. λ. ἀνά + καλέω].Ἀθηναίων ἀκρόπολιν = στον Κύλωνα, που ἀνάκειμαι ΡΗΜΑζητούσε χρησμό, ο Απόλλωνας όρισε να κα- Για τους χρόνους κεῖμαιταλάβει την Ακρόπολη των Αθηναίων. 1. είμαι τοποθετημένος ως προσφορά ή αφιέ-6. μέση φωνή ἀναιροῦμαι περισυλλέγω για ε- ρωμα στο ναό κάποιου θεού: τῆς ἀρετῆς τὰνταφιασμό: τοὺς ἑαυτῶν νεκροὺς ἀνείλοντο μνημεῖα πρὸς τοῖς ὑμετέροις ἱεροῖς ἀνάκειται= περισυνέλεξαν τους νεκρούς τους για εντα- = τα μνημεία της αρετής του είναι τοποθετη-φιασμό. μένα ως αφιερώματα στα δικά σας ιερά.7. μέση φωνή ἀναιροῦμαι αναλαμβάνω: ἀναι- 2. εξαρτώμαι: ἐπὶ σοὶ τάδε πάντα ἀνάκειταιροῦμαι δημόσιον ἔργον = αναλαμβάνω δημό- = από σένα εξαρτώνται όλα αυτά.σιο έργο. 3. είμαι πλαγιασμένος, ανακεκλιμένος ( ἀ-8. μέση φωνή ἀναιροῦμαι ακυρώνω: τὴν συγ- ναπίπτω).γραφὴν ἀνείλετο = ακύρωσε τη συμφωνία. [σύνθ. λ. ἀνά + κεῖμαι]. παράγ. ἀναίρεσις, ἀναιρετικός, ἀναιρέτης, ἀνακλίνω ΡΗΜΑσύνθ. συναναιρέω. Για τους χρόνους κλίνωΝΕ αναιρώ (με τις σημ. 3 και 4). είμαι γερμένος προς τα πίσω στηριζόμενος[σύνθ. λ. ἀνά + αἱρέω]. στον αγκώνα μου (σε στάση ανάπαυσης ή φαγη-ἀναίσθητος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ τού, ἀναπίπτω). = ἀνάκειμαι.1. αυτός που στερείται αίσθησης: ἀναίσθητος παράγ. ἀνάκλισις, ἀνάκλιντρον, σύνθ. συν-τῶν περὶ αὐτόν = δεν έχει αίσθηση για το τι ανακλίνομαι.συμβαίνει γύρω του. [σύνθ. λ. ἀνά + κλίνω].2. αμβλύνους, ανόητος: οἱ κατάπτυστοι Θετ- ἀνακομιδή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟταλοὶ καὶ ἀναίσθητοι Θηβαῖοι = εκείνοι οι α- ανάκτηση: τῶν πλοίων ἀνακομιδή = ανάκτη-χρείοι Θεσσαλοί και εκείνοι οι ανόητοι Θη- ση των πλοίων.βαίοι. = εὐήθης «ηλίθιος». ΝΕ ανακομιδή (των λειψάνων ενός αγίου).3. ανεπαίσθητος: ἀναίσθητος θάνατος = θά- [σύνθ. λ. ἀνά + κομιδή].νατος που δε γίνεται αντιληπτός. ἀνακράζω ΡΗΜΑ παράγ. ἀναισθησία, ἀναισθήτως. Μέλλ. ἀνακράξομαιΝΕ αναίσθητος. Για τους άλλους χρόνους κράζω[σύνθ. λ. στερ. ἀν- + αἰσθητός (< αἰσθάνομαι φωνάζω δυνατά, κραυγάζω: ἀνέκραγον ὡς+ παρ. επίθ. -τός)]. εὖ λέγοι = φώναξαν δυνατά ότι ομιλεί ορθά.ἀναίσχυντος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ [σύνθ. λ. ἀνά + κράζω]. Συγκριτικός ἀναισχυντότερος ἀναλαμβάνω ΡΗΜΑ Υπερθετικός ἀναισχυντότατος Για τους χρόνους λαμβάνω1. για πρόσωπα αδιάντροπος: οὕτω δ’ ἀναί- εύχρηστο στον ενεστώτα και τον αόριστο β΄.σχυντός ἐστιν, ὥστε... = είναι τόσο αδιάντρο- 1. παίρνω στα χέρια μου ή μαζί μου: καὶ ἀνα-πος, ώστε... λαβόντες αὐτοὺς οἱ Συρακόσιοι ἐπὶ τὰς ναῦς2. για πράγματα ατιμωτικός. παρέπλεον ἐπ’ οἶκον = οι Συρακούσιοι, αφού παράγ. ἀναισχύντως «χωρίς ντροπή», ἀ- τους πήραν στα πλοία, έπλευσαν προς τηνναισχυντέω «είμαι αναιδής, αδιάντροπος». πόλη τους. = αἱρέω (σημ. 1), λαμβάνω.ΝΕ λόγ. αναίσχυντος (με τις σημ. 1, 2). 2. αναλαμβάνω: τὴν προξενίαν ἀναλαμβάνω.[σύνθ. λ. στερητ. ἀν- + αἰσχύν-ομαι + παρ. ε- 3. παίρνω πίσω, επανακτώ: τὴν ἀρχὴν ἣνπίθ. -τος]. πρότερον ἐκεκτήμεθα ἀναλαβεῖν βουλόμεθα 39
  • 38. = θέλουμε να επανακτήσουμε την ηγεμονία και οι Αμβρακιώτες ήταν παρατεταγμένοι α-που είχαμε προηγουμένως. νάμεικτα. παράγ. ἀνάληψις, ἀνάλημμα, σύνθ. συνα- [σύνθ. λ. ἀνά + επίρρ. μίξ].ναλαμβάνω. ἄνανδρος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟΝΕ αναλαμβάνω (με τη σημ. 2). 1. ως ουσιαστικό ἡ ἄνανδρος γυναίκα χωρίς[σύνθ. λ. ἀνά + λαμβάνω]. σύζυγο, δηλαδή ανύπαντρη ή χήρα.ἀναλίσκω & ἀναλόω -ῶ ΡΗΜΑ 2. δειλός. ≠ ἀνδρεῖος. Παρατ. ἀνήλισκον & ἀνήλουν παράγ. ἀνανδρία, ἀνάνδρως. Μέλλ. ἀναλώσω ΝΕ άνανδρος (με τη σημ. 2). Αόρ. ἀνήλωσα [σύνθ. λ. στερ. ἀν- + ανδρ- (< ἀνήρ) + -ος]. Παρακ. ἀνήλωκα ἀνανεύω ΡΗΜΑ Παθ. μέλλ. ἀναλωθήσομαι Για τους χρόνους νεύω Παθ. αόρ. ἀνηλώθην κλίνω το κεφάλι προς τα πίσω σε ένδειξη άρ- & ἀναλώθην νησης: ἐδεόμην σῶσαι μοι τὸν Ζώσιμον· ὁ θε- Παθ. παρακ. ἀνήλωμαι & ἀνάλωμαι ὸς ἀνένευσεν = παρακαλοῦσα να μου σώσει1. ξοδεύω: τρεῖς μνᾶς ἀνήλωσα = ξόδεψα το Ζώσιμο· ο θεός το αρνήθηκε. ≠ κατανεύω.τρεις μνες. = δαπανάω. [σύνθ. ἀνά + νεύω].2. για πρόσωπα σκοτώνω: καὶ ἄλλους τινὰς ἀν- ἀνανήφω ΡΗΜΑεπιτηδείους τῷ αὐτῷ τρόπῳ κρύφα ἀνήλω- Για τους χρόνους νήφωσαν = κατά τον ίδιον τρόπο σκότωσαν κρυ- 1. γίνομαι πάλι νηφάλιος (έπειτα από μέθη): ἐκφά και μερικούς άλλους ανεπιθύμητους. μακρᾶς ἀνανήφω μέθης = αποκτώ τη νηφαλι- παράγ. ἀνάλωμα, ἀνάλωσις, ἀναλωτέος, ότητά μου έπειτα από μεγάλη μέθη.ἀναλωτής, ἀναλωτικός, σύνθ. συναναλίσκω, 2. επανέρχομαι στα λογικά μου: ἀνανήφω ἐκἐπαναλίσκω. τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος = επανέρχομαι σταΝΕ αναλώνω (με τη σημ. 1). λογικά μου ξεφεύγοντας από την παγίδα του[σύνθ. λ. ἀνά + ἁλίσκω]. διαβόλου.ἀναμένω παράγ. ἀνάνηψις. Για τους χρόνους μένω [σύνθ. λ. ἀνά + νήφω].περιμένω. ἀνάντης, -ης, ἄναντες ΕΠΙΘΕΤΟΝΕ αναμένω. ανηφορικός, απότομος: ἀνάντης ἀνάϐασις =[σύνθ. λ. ἀνά + μένω]. ανηφορική ανάβαση.ἀναμιμνῄσκω ΡΗΜΑ ≠ κατάντης «κατηφορικός». Για τους χρόνους μιμνήσκω [σύνθ. λ. ἀνά + ἀντ- (πβ. ἄντα «έναντι») + -ης].1. υπενθυμίζω: οἱ Ἐγεσταῖοι ξυμμαχίαν ἀνέ- ἄναξ, ἄνακτος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟμνησαν τοὺς Ἀθηναίους = οι Εγεσταίοι υπεν- μόνον στον ποιητικό λόγο.θύμισαν στους Αθηναίους τη συμμαχία τους. κύριος, αφέντης (χρησιμοποιείται κυρίως ωςἀναμιμνῄσκω ὑμᾶς τῶν κακῶν = σας υπενθυ- προσδιορισμός θεών και βασιλέων).μίζω τα κακά. παράγ. ἀνάσσω, ἄνασσα, ἀνάκτορον.2. υπενθυμίζω, αναφέρω: πάντα ὅσα ἐναντία [προελλ. δάν. Fάναξ].Θηϐαίοις ἐπράξατε ἀναμιμνῄσκουσιν = ανα- ἀνάπαλιν ΕΠΙΡΡΗΜΑφέρουν όλα όσα εχθρικά προς τους Θηβαίους 1. πίσω πάλι.πράξατε. 2. πάλι, ξανά: ὧδε δὴ ἀνάπαλιν ἄκουε = ά-3. παθ. φωνή ἀναμιμνῄσκομαι θυμάμαι: ἐν δὲ κουσέ το πάλι κατ᾿ αυτόν τον τρόπο.τῷ κακῷ ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ ἔπους 3. αντίθετα, αντίστροφα: ὅταν ἀνάπαλιν ἡ= κατά τη διάρκεια της συμφοράς θυμήθηκαν γένεσις τούτων πορεύηται, τότε ταῦτα δια-και τον ακόλουθο στίχο. ἀνεμνήσθην τὰ νῦν φθείρεται = όταν η δημιουργία αυτών κινεί-γεγενημένα = θυμήθηκα όσα έχουν γίνει πρό- ται αντίστροφα, τότε αυτά καταστρέφονται.σφατα. [σύνθ. λ. ἀνά + πάλιν]. παράγ. ἀνάμνησις, ἀναμνηστικός. ἀνάπαυλα, -παύλης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ[σύνθ. λ. ἀνά + μιμνήσκω (χωρίς υπογεγραμ- 1. ξεκούραση: καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλεί-μένη)]. στας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα =ἀναμὶξ ΕΠΙΡΡΗΜΑ και εξασφαλίσαμε για το πνεύμα μας πάραανάμεικτα: Πελοποννήσιοι καὶ Ἀμβρακιῶται πολλούς τρόπους ξεκούρασης από τους κό-ἀναμὶξ τεταγμένοι ἦσαν = οι Πελοποννήσιοι πους. 40
  • 39. 2. τόπος ξεκούρασης: καὶ ἀνάπαυλαι κατὰ για να γευματίσουν): μετὰ ταῦτ᾿ ἀναπεσεῖν ἐ-τὴν ὁδὸν ἐν τοῖς ὑψηλοῖς δένδρεσί εἰσι σκια- κέλευον αὐτὴν παρ᾿ ἐμέ = έπειτα από αυτά,ραί = και στο δρόμο υπάρχουν δροσερά ανα- της είπα να κάτσει δίπλα μου.παυτήρια, κάτω από τα ψηλά δέντρα. [σύνθ. λ. ἀνά + πίπτω].ΝΕ ανάπαυλα (με τη σημ. 1). ἀνάπλεως, ἀναπλέα, ἀνάπλεων ΕΠΙΘΕΤΟ[αβέβ. ετυμ., ίσως παράγ. λ. ἀναπαύ-ομαι + γεμάτος: σκότους ἀνάπλεως ἔχω τοὺς οφθαλ--λα]. μούς = έχω τα μάτια γεμάτα από σκοτάδι.ἀναπείθω ΡΗΜΑ = πλήρης. Για τους χρόνους πείθω [σύνθ. λ. ἀνά + πλέως/πλέος, πβ. πλῆ-θος,1. πείθω: ἀναπείθω τοὺς νέους ὡς σοφώτατός πλή-ρης, πλέ-ον].εἰμι = πείθω τους νέους ότι είμαι σοφότατος. ἀναπληρόω -ῶ ΡΗΜΑ2. παρασύρω: κἀνέπειθον τῶν Λακώνων τοὺς Για τους χρόνους πληρόωμεγίστους χρήμασιν = και αποπλανούσαν 1. γεμίζω: ἀναπληροῖς τὸ κεχηνὸς τοῦ ῥυθμοῦτους πιο ισχυρούς από τους Σπαρτιάτες με = γεμίζεις το χάσμα του ρυθμού. = πίμπλημιχρήματα. «γεμίζω», πληρόω «γεμίζω». ≠ κενόω.[σύνθ. λ. ἀνά + πείθω]. 2. συμπληρώνω: ἀλλ᾽ εἴ τι ἐξέλιπον, σὸν ἔρ-ἀναπέμπω ΡΗΜΑ γον, ὦ Ἀριστόφανες, ἀναπληρῶσαι = αλλά Για τους χρόνους πέμπω αν άφησα κάτι πίσω, Αριστοφάνη, είναι δικόστέλνω από τόπο χαμηλότερο σε τόπο ψηλό- σου καθήκον να το συμπληρώσεις.τερο ή από τα παράλια στο εσωτερικό μιας παράγ. ἀναπλήρωσις, ἀναπληρωματικός.χώρας (και ιδίως της Μικράς Ασίας): φρουροὺς ΝΕ αναπληρώνω (με τη σημ. 2).εἰς τὰ ἄκρα ἀνέπεμπε = έστελνε φρουρούς [σύνθ. λ. ἀνά + πληρόω].στις κορυφές. αὐτοὺς ἔμελλεν ὡς βασιλέα ἀ- ἀναπτύσσω ΡΗΜΑναπέμψειν = αυτούς σκόπευε να τους στείλει Για τους χρόνους πτύσσωστο βασιλιά. ξετυλίγω (κυρίως τους παπυρικούς κυλίνδρους παράγ. ἀναπομπή, σύνθ. προαναπέμπω. πάνω στους οποίους έγραφαν τα κείμενά τους οιΝΕ αναπέμπω (στέλνω κάτι για επανεξέταση αρχαίοι Έλληνες), ανοίγω για διάβασμα: ἀνα-κτλ.). πτύσσω τὸ βυβλίον = ανοίγω το βιβλίο. = ἐ-[σύνθ. λ. ἀνά + πέμπω]. ξελίττω.ἀναπετάννυμι & ἀναπεταννύω ΡΗΜΑ παράγ. ἀνάπτυξις «ξεδίπλωμα». Για τους χρόνους πετάννυμι ΝΕ αναπτύσσω (λ.χ. ένα θέμα, «περιγράφωξεδιπλώνω: τὰς πύλας ἀναπεταννύω = ξεδι- με κάθε λεπτομέρεια»).πλώνω (ανοίγω) τις πύλες. [σύνθ. λ. ἀνά + πτύσσω].• μετοχή παθ. παρακ. ἀναπεπταμένος ανοι- ἀνάπτω ΡΗΜΑ κτός: τὰ ὄμματα ἔχω ἀναπεπταμένα = έχω Για τους χρόνους ἅπτω τα μάτια ανοικτά. 1. δένω. παράγ. ἀναπεπταμένως. 2. μέση φωνή ἀνάπτομαι δένω (πάνω μου): ἐ-ΝΕ λόγ. μτχ. αναπεπταμένος. πιστολὴν ἐκ τῶν δακτύλων ἀναψάμενος πε-[σύνθ. λ. ἀνά + πετάννυμι]. ριεπορεύετο = αφού έδεσε στα δάκτυλα τηνἀναπίμπλημι ΡΗΜΑ επιστολή, βάδιζε γύρω γύρω. Για τους χρόνους πίμπλημι 3. ανάβω: ἀνῆψεν τὴν πυράν = άναψε την πυ-γεμίζω: αἰσχύνης ὅλην ἀναπίμπλησι τὴν πό- ρά.λιν = γεμίζει ολόκληρη την πόλη από ντροπή. σύνθ. προσανάπτω. ΝΕ ανάβω (σημ. 3).= πληρόω. ≠ κενόω. [σύνθ. ἀνά + ἅπτω]. παράγ. ἀνάπλεως «γεμάτος». ἀναρτάω -ῶ ΡΗΜΑ[σύνθ. λ. ἀνά + πίμπλημι]. Για τους χρόνους ἀρτάωἀναπίπτω ΡΗΜΑ 1. κρεμάω: ἑαυτὴν ἀνήρτησεν = κρεμάστηκε. Για τους χρόνους πίπτω = κρεμάννυμι.1. πέφτω προς τα πίσω. 2. αποδίδω: εἰς θεοὺς ἀναρτῶ τι = αποδίδω2. αποκαρδιώνομαι: δέδοικα μὴ νῦν ἀναπε- κάτι στους θεούς.πτωκότες ἦτε = φοβούμαι μήπως έχετε τώρα 3. παθ. φωνή ἀναρτῶμαι κρέμομαι.αποκαρδιωθεί. 4. παθ. φωνή ἀναρτῶμαι εξαρτώμαι: πᾶσι δὲ3. ανακλίνομαι (δηλ. κάθομαι γέρνοντας την τούτοις ἐξ ἐκείνης τῆς λίθου ἡ δύναμις ἀνήρ-πλάτη μου προς τα πίσω και στηρίζομαι στον α- τηται = η δύναμη λοιπόν για όλα αυτά εξαρ-γκώνα μου. Αυτή τη στάση έπαιρναν οι αρχαίοι τάται από εκείνη την πέτρα. 41
  • 40. παράγ. ἀνάρτησις, σύνθ. συναναρτάομαι. ΝΕ αναχαιτίζω (με τη σημ. 2).ΝΕ αναρτώ (με τις σημ. 1 και 3, λ.χ. αναρτώ- [σύνθ. λ. ἀνά + χαίτη (του αλόγου) + παρ. ε-νται τα αποτελέσματα των εξετάσεων). πίθ. -ίζω].[σύνθ. λ. ἀνά + ἀρτάω]. ἀναψύχω ΡΗΜΑἀναρχία, -ας, ἡ Για τους χρόνους ψύχω1. έλλειψη αρχηγού: ἀναρχίας οὔσης ταῦτα ἐ- δροσίζω: παρὰ κρήνην ἀναψύχω τι = δροσί-γένετο = επειδή δεν υπήρχε αρχηγός, έγιναν ζω κάτι κοντά στην πηγή.αυτά. παράγ. ἀναψυκτήρ, ἀνάψυξις, ἀναψυχή,2. ανομία, αναρχία: ἐν πάσῃ ἀναρχίᾳ καὶ ἀ- ἀναψυκτικός.νομίᾳ ἔζων = ζούσαν σε πλήρη αναρχία και ΝΕ αναψυχή, αναψυκτήριο (λόγιο).ανομία. [σύνθ. λ. ἀνά + ψύχω].3. στην Αθήνα έλλειψη άρχοντα, χρονιά κατά ἀνδραγάθημα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟτη διάρκεια της οποίας δεν υπήρχε άρχοντας: γενναία πράξη.διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν ἀναρχίαν ἐποίησαν = ΝΕ ανδραγάθημα.για τον ίδιο λόγο δεν ανέδειξαν άρχοντα. [παράγ. λ. ἀνδραγαθέω (< σύνθ. ἀνήρ + ἀγα-ΝΕ αναρχία (με τη σημ. 2). θός + -έω) + παρ. επίθ. -μα].[παράγ. λ. ἄναρχος + παρ. επίθ. -ία]. ἀνδραγαθία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἀνατείνω ΡΗΜΑ γενναιότητα: ἐστὶ δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους Για τους χρόνους τείνω ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι =τεντώνω προς τα πάνω, υψώνω: ἀνατείνω είναι δίκαιο να προβάλλουμε τη γενναιότητατὴν χεῖρα = υψώνω το χέρι. υπέρ της πατρίδος στους πολέμους. παράγ. ἀνάτασις, ἀνατεταμένως. [παράγ. λ. ἀνδραγαθέω (< σύνθ. λ. ἀνήρ + ἀ-ΝΕ ανάταση. γαθός + -έω) + παρ. επίθ. -ία].[σύνθ. λ. ἀνά + τείνω]. ἀνδραποδίζω ΡΗΜΑἀνατίθημι ΡΗΜΑ Παρατ. ἠνδραπόδιζον Για τους χρόνους τίθημι Μέλλ. ἀνδραποδιῶ1. αποδίδω: ἂν ἐκεῖνος ἁμάρτῃ, σοὶ τὰς αἰτί- Aόρ. ἠνδραπόδισαας ἀναθήσουσιν = εάν εκείνος αποτύχει, θα Παθ. μέλλ. ἀνδραποδισθήσομαιαποδώσουν σε σένα τις ευθύνες. Παθ. αόρ. ἠνδραποδίσθην2. αφιερώνω: εἰς ∆ελφοὺς ἀνατίθημί τι = αφι- Παθ. παρακ. ἠνδραπόδισμαιερώνω κάτι στους ∆ελφούς. = ἀφιερόω. υποδουλώνω: ἠνδραπόδισαν Σκύρον = υπο- παράγ. ἀνάθεσις, ἀνάθημα, ἀναθηματικός. δούλωσαν τη Σκύρο. = δουλόω. ≠ ἐλευθερόω.ΝΕ αναθέτω (λ.χ. εργασία, καθήκον κτλ.). παράγ. ἀνδραπόδισις, ἀνδραποδισμός, ἀν-[σύνθ. λ. ἀνά + τίθημι]. δραποδιστής.ἀναφέρω ΡΗΜΑ ΝΕ λόγ. σύνθ. εξανδραποδίζω (με την ίδια Για τους χρόνους φέρω σημ.).1. φέρνω πάνω: ἀναφέρω τινὰ εἰς Ὄλυμπον = [παράγ. λ. ἀνδράποδον + παρ. επίθ. -ίζω].φέρνω κάποιον πάνω στον Όλυμπο. ἀνδραποδισμός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ2. επαναφέρω (σε μια προηγούμενη καλή κατά- υποδούλωση.σταση): ἐκ πονηρῶν τῶν πραγμάτων γενομέ- ΝΕ λόγ. σύνθ. εξανδραποδισμός.νων τοῦτο πρῶτον ἀνήνεγκε τὴν πόλιν = από [παράγ. λ. ἀνδραποδίζω + παρ. επίθ. -μός].την κακή κατάσταση πραγμάτων αυτό το μέ- ἀνδράποδον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟτρο πρώτα επανέφερε την πόλη σε καλή κα- αιχμάλωτος, αυτός που αιχμαλωτίζεται στοντάσταση. πόλεμο και πωλείται σαν δούλος (ανεξάρτητα3. πληρώνω, επιστρέφω χρήματα: ἀνηνέγκα- από το αν πριν αιχμαλωτιστεί ήταν δούλος ή ελεύ-μεν χίλια τάλαντα = πληρώσαμε χίλια τάλα- θερος. Αρχικά διακρινόταν από το δοῦλος, πουντα. σήμαινε αυτόν που γεννήθηκε δούλος): Τισσα- παράγ. ἀναφορά, ἀναφορικός, σύνθ. ἐπα- φέρνει παρέδοσαν τὰ ἀνδράποδα πάντα καὶναφέρω. δοῦλα καὶ ἐλεύθερα = παρέδωσαν στον Τισ-ΝΕ αναφέρω «καταθέτω, διηγούμαι». σαφέρνη όλους τους αιχμαλώτους, και τους[σύνθ. λ. ἀνά + φέρω]. ελευθέρους και τους δούλους.ἀναχαιτίζω ΡΗΜΑ παράγ. ἀνδραποδίζω, ἀνδραποδιστής.1. ρίχνω τον αναβάτη. [σύνθ. λ. ἀνήρ, ἀνδρ-ός + -ά-ποδον (< πούς,2. μεταφορικά ανατρέπω. ποδός) κατά το τετρ-ά-ποδον]. παράγ. ἀναχαίτισις. ἀνδρείκελον, -έλου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 42
  • 41. ομοίωμα άνδρα. παράγ. ἀνεπιτηδεύτως.ΝΕ ανδρείκελο (με την ίδια σημ.). [σύνθ. λ. ΝΕ ανεπιτήδευτος (με τη σημ. 1).ἀνήρ + εἴκελος «που μοιάζει εξωτερικά με...»]. [σύνθ. λ. στερητ. ἀν- + ἐπιτηδευτός (παράγ.ἀνδριάς, -άντος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ λ. ἐπιτηδεύομαι + παρ. επίθ. -τός)].ομοίωμα ανδρός, άγαλμα. ἄνευ ΠΡΟΘΕΣΗ σύνθ. ἀνδριαντοποιός. συντάσσεται πάντοτε με γενικήΝΕ ανδριάντας. 1. χωρίς: μόνος ἄνευ τινός = μόνος χωρίς κα-[παράγ. λ. ἀνήρ, ἀνδρός + παρ. επίθ. -ιάς]. νέναν.ἀνδρών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 2. εκτός από…: πάντα ἄνευ χρυσοῦ = τα πά-αίθουσα σπιτιού που χρησιμοποιούσαν μόνο ντα εκτός από το χρυσάφι.άνδρες, αίθουσα συμποσίων: ὁ ἀνδρὼν κεκο- ΝΕ άνευ (λόγ., με τη σημ. 1 στη φρ. άνευ λό-σμημένος ἐστί = η αίθουσα συμποσίου είναι γου και αιτίας).τακτοποιημένη. = ἡ ἀνδρωνῖτις. ≠ ἡ γυναικω- [ΙΕ αρχής, συγγεν. με λατ. sine, που διαφέρεινῖτις. ως προς τη δασεία].[παράγ. λ. ἀνήρ, ἀνδρ-ός + παρ. επίθ. -ών]. ἀνήρ, ἀνδρός, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἀνδρωνῖτις, -ιδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 1. άντρας.αίθουσα των σπιτιών που χρησιμοποιούσαν 2. άνθρωπος: πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε = ομόνο άνδρες ( ἀνδρών). = ὁ ἀνδρών. ≠ ἡ γυ- πατέρας και των ανθρώπων και των θεών (οναικωνῖτις. ∆ίας).[παράγ. λ. ἀνδρών (ἀνήρ) + παρ. επίθ. -ῖτις]. 3. παλικάρι: ἄνδρας ἡγοῦνται μόνους τοὺςἀνεγείρω ΡΗΜΑ πλεῖστα δυναμένους φαγεῖν = θεωρούν ως Για τους χρόνους ἐγείρω παλικάρια μόνο αυτούς που μπορούν να φά- νε πάρα πολύ.1. σηκώνω από τον ύπνο. 4. ο σύζυγος. ≠ γυνή «η σύζυγος».2. μεταφορικά ξεσηκώνω. 5. κυρίως σε προσφωνήσεις στον πληθυντικό ἄν-3. ανεγείρω (οικοδόμημα). δρες δικασταί. παράγ. ἀνέγερσις. παράγ. ἀνδρεῖος, ἀνδρεία, σύνθ. ἀνδρο-ΝΕ ανεγείρω (με τη σημ. 3). φόνος.[σύνθ. λ. ἀνά + ἐγείρω]. ΝΕ άνδρας / άντρας (με τις σημ. 1, 3, 4).ἀνειμένως ΕΠΙΡΡΗΜΑ [*(ἀ)νερ-, πβ. αρχ. ιταλ. ner- «ανδρικός»].ελεύθερα, άνετα: ἡμεῖς ἀνειμένως διαιτώμεθα Ἀνθεστήρια, -ίων, τὰ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ= εμείς ζούμε άνετα. η Γιορτή των Ανθέων, η τριήμερη γιορτή[μτχ. παθ. παρακ. του ἀνίημι + παρ. επίθ. προς τιμήν του θεού ∆ιόνυσου στις 11, 12 και-ως]. 13 του μηνός Ἀνθεστηριῶνος.ἀνελεύθερος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ [επίθ. *ἀνθεστήριος, -α (ενν. ἑορτάσματα)].1. δουλικός, δουλοπρεπής. Ἀνθεστηριών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ2. τσιγκούνης, φιλάργυρος. ≠ ἐλευθέριος «γεν- ο όγδοος μήνας του αττικού ημερολογίου,ναιόδωρος». που αντιστοιχεί στο διάστημα από 15 Ιανου- παράγ. ἀνελευθερία, ἀνελευθέρως. αρίου έως 15 Φεβρουαρίου. Τότε τελούντανΝΕ ανελεύθερος (με τη σημ. 1). τα Ἀνθεστήρια.[σύνθ. λ. στερ. ἀν- + ἐλεύθερος]. [Ἀνθεστήρια + παρ. επίθ. -(ι)ών].ἀνελίττω ΡΗΜΑ ἀνθίστημι ΡΗΜΑ Για τους χρόνους ἑλίττω Για τους χρόνους ἵστημιο κοινός τύπος είναι ἀνελίσσω 1. στήνω (ενάντια ή απέναντι σε κάτι).ξετυλίγω. = ἀναπτύσσω «ξεδιπλώνω». 2. μέση φωνή μαζί με τους χρόνους με αμετάβ. σημ. παράγ. ἀνέλιξις, ἀνελικτικός. ( ἵστημι) αντιστέκομαι: ἀντέστησαν Ἀλε-ΝΕ λόγ. ανελίσσομαι. ξάνδρῳ = αντιστάθηκαν στον Αλέξανδρο.[σύνθ. λ. ἀνά + ἐλίττω]. ≠ ἐνδίδωμι «υποχωρώ».ἀνεπιτήδευτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἀντίστασις, ἀντιστάτης.1. λιτός: ἀνεπιτήδευτος σύνθεσις ὀνομάτων = ΝΕ ανθίσταμαι (με τη σημ. 2).λιτός συνδυασμός λέξεων. [σύνθ. λ. ἀντί + ἵστημι].2. αδοκίμαστος: Ἀλκιϐιάδῃ οὐδὲν ἦν ἀμίμη- ἄνθος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟτον οὐδ’ ἀνεπιτήδευτον = για τον Αλκιβιάδη 1. λουλούδι.τίποτε δεν έμεινε που να μη μιμηθεί και να μη 2. ακμή κάθε πράγματος, καλού ή κακού: ἔ-δοκιμάσει. ρωτος ἄνθος = η ακμή του έρωτα. 43
  • 42. παράγ. ἀνθέω, ἄνθεμον, ἀνθηρός, σύνθ. Παθ. υπερσ. ἀνεῴγμηνἀνθοφορία, ἀνθοφόρος. ανοίγω.ΝΕ άνθος (και με τις δύο σημ.). παράγ. ἄνοιγμα, ἄνοιξις, ἀνοικτός.[*ἀνθεσ-, πβ. αρχ. ινδ. ándhas- «φυτό»]. ΝΕ ανοίγω.ἀνιάω -ῶ ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἀνά + οἴγω & οἴγνυμι < *Fοιγ- ΙΕ Παρατ. ἠνίων αρχής]. Μέλλ. ἀνιάσω ἀντέχω ΡΗΜΑ Αόρ. ἠνίασα Για τους χρόνους ἔχω Παρακ. ἠνίακα 1. υπομένω: ἀντεῖχε παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπω- Παθ. παρατ. ἠνιώμην ρίᾳ = υπέμενε τις ταλαιπωρίες ξεπερνώντας Παθ. μέλλ. ἀνιάσομαι κάθε προσδοκία. Παθ. αόρ. ἠνιάθην 2. επαρκώ: ἀντέχει ὁ σῖτος = τα τρόφιμα ε- Παρακ. ἠνίαμαι παρκούν.1. στενοχωρώ κάποιον. = θλίβω, λυπέω. 3. μέση φωνή ἀντέχομαι είμαι προσκολλημένος2. παθ. φωνή ἀνιῶμαι στενοχωριέμαι: ἀνιῶμαι σε κάποιον ή κάτι: ἀντέχομαι τῆς ἀληθείας =ταῦτα = στενοχωριέμαι γι’ αυτά. είμαι προσκολλημένος στην αλήθεια. παράγ. ἀνιαρός. ΝΕ αντέχω (με τη σημ. 1).[σύνθ. λ. ἀνία «στενοχώρια» + παρ. επίθ. -άω]. [σύνθ. λ. ἀντί + ἔχω].ἀνίημι ΡΗΜΑ ἀντὶ ΠΡΟΘΕΣΗ Για τους χρόνους ἵημι Α. πάντοτε με γενική1. στέλνω (προς τα πάνω ή προς τα εμπρός). 1. για τόπο απέναντι από / σε κάτι ή από / σε2. για το τόξο ή για έγχορδα μουσικά όργανα χα- κάποιον: ἀντὶ τῶν πιτύων ἕστηκα = στέκομαιλαρώνω. ≠ ἐπιτείνω, ἐντείνω «τεντώνω». απέναντι στα πεύκα.3. παραμελώ, χαλαρώνω: τὴν φυλακὴν ἀνίη- 2. αντί, στη θέση κάποιου προσώπου ή πρά-μι = χαλαρώνω την περιφρούρηση. γματος: οὐκ ὤκνουν πόλεμον ἀντ’ εἰρήνης με-[σύνθ. λ. ἀνά + ἵημι]. ταλαμβάνειν = δε δίσταζαν να υιοθετούν πό-ἀνίστημι ΡΗΜΑ λεμο αντί για ειρήνη. Για τους χρόνους ἵστημι 3. ως αντάλλαγμα: οὐδέ τις χάρις ἐστὶ ἀντ’ ἀ-1. στήνω κάποιον, τον σηκώνω: ἐκ τῆς κλίνης γαθῶν παρά σοι = ούτε υπάρχει κάποια ευ-ἀνίστημί τινα = σηκώνω κάποιον από το κρε- γνωμοσύνη σε σένα ως αντάλλαγμα για τα α-βάτι. γαθά (που σου πρόσφερα).2. ανασταίνω: δοὺς αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν 4. για χάρη: ἀντὶ παίδων ἱκετεύομέν σε = σεαὐτήν = αφού της έδωσε το χέρι του, την ανέ- ικετεύουμε για χάρη των παιδιών.στησε. 5. σε σύγκριση: ἓν ἀνθ’ ἑνός = το ένα σε σύ-3. στη μέση φωνή και στους χρόνους με αμετάβ. γκριση με το άλλο.σημ. ἀνίσταμαι α. σηκώνομαι: ἀναστὰς εἶπε = Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνειαφού σηκώθηκε, είπε. ἔκαμνον καὶ οὐδ’ ἀνι- α. απέναντι, π.χ. ἀντιβλέπω. β. σε αντίθεση μεστάμην ἐκ τῆς κλίνης = ήμουν άρρωστος και κάποιον, εναντίον κάποιου, π.χ. ἀντιλέγω.ούτε σηκωνόμουν από το κρεβάτι. β. αναστα- γ. ανταπόδοση, π.χ. ἀντιβοηθέω. δ. αντικατά-ίνομαι: Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν = ο Χρι- σταση, π.χ. ἀντιβασιλεύς. ε. ισότητα, ομοιό-στός αναστήθηκε από τους νεκρούς. τητα, π.χ. ἀντίθεος «ισόθεος». παράγ. ἀνάστασις, ἀνάστατος. ΝΕ αντί (με τις σημ. 2, 3).ΝΕ ανασταίνω (με τη σημ. 2, και ανασταίνο- [συγγεν. του ἄντα «έναντι, απέναντι», πβ.μαι με τη σημ. 3β). αρχ. ινδ. ánti, λατ. ante].[σύνθ. λ. ἀνά + ἵστημι]. ἀντίδοσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἀνοίγω & ἀνοίγνυμι ΡΗΜΑ 1. ανταπόδοση. Παρατ. ἀνέῳγον 2. διαδικασία ανταλλαγής περιουσιών. (Σύμ- φωνα με αυτήν, ο πολίτης στον οποίο το κράτος Μέλλ. ἀνοίξω ανέθετε κάποια κοινωφελή εισφορά ή δραστηριό- Αόρ. ἀνέῳξα τητα, τις λεγόμενες λειτουργίες, μπορούσε να προ- Παρακ. ἀνέῳχα καλέσει οποιονδήποτε άλλο συμπολίτη του, τον ο- Παθ. ενεστ. ἀνοίγομαι ποίο θεωρούσε πλουσιότερο από τον ίδιο, να α- Παθ. παρατ. ἀνεῳγόμην νταλλάξουν τις περιουσίες τους. Αν ο τελευταίος Παθ. αόρ. ἀνεῴχθην αρνιόταν, αυτό ήταν ένδειξη ότι όντως ήταν πιο εύπορος, και επομένως θα έπρεπε να αναλάβει ε- Παθ. παρακ. ἀνέῳγμαι κείνος τη λειτουργία.) 44
  • 43. [σύνθ. λ. ἀντί + δόσις]. 2. Συχνά απαντά η μετοχή αορίστου ἀνύσας μαζίἀντιλαμβάνω ΡΗΜΑ με ρήμα βιάζομαι να κάνω κάτι: ἀνάβαιν’ ἀνύ- Για τους χρόνους λαμβάνω σας κατὰ τὴν ἑτέραν = βιάσου να ανεβείς από1. δέχομαι κάτι ως αντάλλαγμα για κάτι άλ- την άλλη.λο: οὔτε κακοὺς εὖ δρῶν εὖ πάλιν ἀντιλάβοις [το αττ. ἀνύ-τω (με τους παράλληλους μη αττ.ἄν = ούτε αν ευεργετείς κακούς ανθρώπους τύπους ἀνύω, ἄνυ-μι) αντιστοιχεί στο αρχ.θα δεχθείς ως αντάλλαγμα κάτι καλό. ινδ. sanóti «κερδίζω», ΙΕ *sen-].2. μέση φωνή ἀντιλαμβάνομαι αρπάζω: ὁ Καλ- ἄνω ΕΠΙΡΡΗΜΑ/ΠΡΟΘΕΣΗλίας τῇ ἀριστερᾷ ἀντελάβετο τοῦ τρίβωνος = Συγκριτικός ἀνωτέρωο Καλλίας με το αριστερό του χέρι άρπαξε το Υπερθετικός ἀνωτάτωπαλτό του άλλου. Α. ως επίρρημα3. μέση φωνή ἀντιλαμβάνομαι βοηθώ: δεῖ ἀν- 1. με ρήματα που δηλώνουν κίνηση προς τα πά-τιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων = πρέπει να νω.βοηθάτε τους αδύνατους. ἀντιλαβοῦ, σῶσον, 2. για γεωγραφικές σχέσεις προς το πάνω μέρος,ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ προς το Βορρά: οἱ κατὰ τὴν Θρᾴκην τε καὶχάριτι = βοήθησέ μας..., Θεέ μου, με τη χάρη σχεδόν τι κατὰ τὸν ἄνω τόπον = αυτοί πουσου. κατοικούν στην περιοχή της Θράκης και χον-4. μέση φωνή ἀντιλαμβάνομαι επιχειρώ: ἁπάν- δρικά στις βόρειες περιοχές.των οὖν τούτων ἀναμνησθέντες ἐρρωμενέστε- 3. μακριά από την ακτή, στα μεσόγεια, στο ε-ρον ἀντιλαβώμεθα τοῦ πολέμου = ας θυμη- σωτερικό: ἐς τὴν ἄνω πόλιν ἀφίκετο = έφθα-θούμε όλα αυτά λοιπόν και ας επιχειρήσουμε σε στην πόλη των μεσογείων (την Αθήνα).τον πόλεμο με μεγαλύτερο θάρρος. 4. στο παρελθόν: οἱ ἄνω χρόνοι = οι παρελ-ΝΕ αντιλαμβάνομαι «υποπίπτει στην αντίλη- θοντικοί χρόνοι.ψή μου, καταλαβαίνω». Β. ως πρόθεση συντάσσεται με γενική πάνω από[σύνθ. λ. ἀντί + λαμβάνω]. κάτι: ἄνω τοῦ γόνατος = πάνω από το γόνα-ἀντιλέγω ΡΗΜΑ το. Για τους χρόνους λέγω παράγ. ἄνωθεν.μιλώ ενάντια, αντίθετα σε κάποιον ή κάτι, α- ΝΕ σύνθ. επάνω, πάνω, σύνθ. ανωφερής κτλ.ντιτίθεμαι με το λόγο. [ἀνά + -ω κατά τα επιρρ. κάτ-ω, οὕτ-ω κ.ά.].ΝΕ αντιλέγω. ἄνωθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ[σύνθ. λ. ἀντί + λέγω]. 1. από πάνω, από ψηλά: οἱ Συρακόσιοι ἔβαλ-ἄντρον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ λον ἄνωθεν τοὺς ᾽Αθηναίους = οι Συρακού-σπηλιά. σιοι έριχναν από ψηλά στους Αθηναίους.ΝΕ άντρο. 2. από την αρχαία εποχή: οἶμαι γὰρ τοιόνδε[αβέβ. ετυμ.]. τι λέγειν αὐτούς, ἀρχομένους ποθὲν ἄνωθεν =ἀνύτω & ἁνύτω & ἀνύω ΡΗΜΑ νομίζω, αλήθεια, πως αυτοί λένε κάτι τέτοιοοι πρώτοι δύο τύποι είναι αττικοί και αντιστοι- αρχίζοντας από κάπου από την αρχαία επο-χούν στο ἀνύω των άλλων διαλέκτων. χή. Παρατ. ἤνυτον & ἥνυτον & [σύνθ. λ. ἄνω + παρ. επίθ. -θεν]. ἤνυον ἀνωφελής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ Μέλλ. ἀνύσω Συγκριτικός ἀνωφελέστερος Αόρ. ἤνυσα Υπερθετικός ἀνωφελέστατος Παρακ. ἤνυκα που δεν ωφελεί, ανώφελος, άχρηστος. Μέσ. μέλλ. ἀνύσομαι ΝΕ ανωφελής. Μέσ. αόρ. ἠνυσάμην [σύνθ. λ. στερητ. ἀν- + *ωφελ- (ὠφελῶ) + παρ. Παθ. μέλλ. ἀνυσθήσομαι επίθ. -ής]. Παθ. αόρ. ἠνύσθην ἄξιος, -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ Παθ. παρακ. ἤνυσμαι Συγκριτικός ἀξιώτερος1. πετυχαίνω: εἴξασί τινες... τὸ νουθετητικὸν Υπερθετικός ἀξιώτατοςεἶδος τῆς παιδείας σμικρὸν ἀνύτειν = φαίνε- 1. αυτός που έχει κάποιο βάρος ή αξία: πολ-ται μερικοί να υποστηρίζουν... ότι ο συμβου- λοῦ ἄξιος = αυτός που έχει μεγάλη αξία.λευτικός τρόπος της παιδείας πετυχαίνει ασή- 2. αξιόλογος: ἄξια δῶρα = αξιόλογα δώρα.μαντα αποτελέσματα. ≠ ἀνάξιος. 45
  • 44. 3. απρόσωπη έκφραση ἄξιόν ἐστι αρμόζει: τῇ Παθ. αόρ. ἀπερρήθηνπόλει ἄξιόν ἐστι συλλαβεῖν τὸν ἄνδρα = αρ- Παθ. παρακ. ἀπείρημαιμόζει στην πόλη να συλλάβει τον άντρα. 1. απαγορεύω: καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἰατροὶ πάν- παράγ. ἀξιόω, ἀξίως, σύνθ. ἀξιοτίμητος, τες ἀπαγορεύουσιν τοῖς ἀσθενοῦσιν χρῆσθαιἀξιοσέβαστος, ἀξιόποινος. ἐλαίῳ = και γι’ αυτό όλοι οι γιατροί απαγο-ΝΕ άξιος (με τη σημ. 2). ρεύουν στους αρρώστους να χρησιμοποιούν[πιθ. ἄγω, *ἄκ-τι-ος > *ἄκσιος με ουρανωτική λάδι.τροπή τ ⇒ σ]. 2. ως αμετάβατο εξαντλούμαι: ἐπειδὴ ἑώραἀξιόω -ῶ ΡΗΜΑ Λακεδαιμονίους τῷ κατὰ θάλατταν πολέμῳ Παρατ. ἠξίουν ἀπαγορεύοντας = επειδή έβλεπε ότι οι Λακε- Μέλλ. ἀξιώσω δαιμόνιοι εξαντλούνταν στον πόλεμο που γι- Παρακ. ἠξίωκα νόταν στη θάλασσα. Παθ. μέλλ. ἀξιωθήσομαι παράγ. ἀπαγορευτικός, ἀπαγόρευσις, ἀ- Παθ. αόρ. ἠξιώθην παγόρευμα, σύνθ. συναπαγορεύω, προαπα- Παθ. παρακ. ἠξίωμαι γορεύω.1. θεωρώ κάποιον άξιο: τῶν καλλίστων ἐμαυ- ΝΕ απαγορεύω (με τη σημ. 1).τὸν ἀξιῶ = θεωρώ τον εαυτό μου άξιο για τα [σύνθ. λ. ἀπό + ἀγορεύω].πιο όμορφα πράγματα. ἀπαγχονίζω ΡΗΜΑ2. απαιτώ, αξιώνω: ἀξιοῦμεν τἀληθῆ αὐτοὺς πνίγω.λέγειν = απαιτούμε να πουν την αλήθεια. ΝΕ απαγχονίζω. παράγ. ἀξίωσις, ἀξίωμα, ἀξιωματικός, [σύνθ. λ. ἀπό + ἀγχονίζω].σύνθ. καταξιόω, ἀπαξιόω. ἀπάγω ΡΗΜΑΝΕ αξιώνω (με τη σημ. 2). Για τους χρόνους ἄγω[παράγ. λ. ἄξιος + παρ. επίθ. -όω]. 1. μεταφέρω.ἀξίωμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 2. αποσύρω στρατεύματα: τὰς ναῦς ἀπὸ Ἐπι-1. τιμή, υπόληψη: τὸ τῶν ἐλευθέρων γυναι- δάμνου ἀπάγω = αποσύρω τα καράβια απόκῶν ἀξίωμα = η υπόληψη των ελεύθερων γυ- την Επίδαμνο.ναικών. 3. ως νομικός όρος οδηγώ ενώπιον αξιωματού-2. κοινωνική θέση: οὐκ ἀξιώματος ἀφανείᾳ χου κάποιον που έχω συλλάβει, για να τονκεκώλυνται = δεν έχουν εμποδιστεί εξαιτίας κατηγορήσω: κατὰ τοὺς νόμους ἀπήχθη = συ-της ασημότητας της κοινωνικής τους θέσης. νελήφθη, οδηγήθηκε ενώπιον του αξιωματού- παράγ. ἀξιωμάτιον. χου και κατηγορήθηκε σύμφωνα με τους νό-ΝΕ αξίωμα «τιμητική κοινωνική θέση». μους.[παράγ. λ. ἀξιόω + παρ. επίθ. -μα]. παράγ. ἀπαγωγή, ἀπαγωγός, σύνθ. συνε-ἀπαγγέλλω ΡΗΜΑ πάγω. Για τους χρόνους ἀγγέλλω ΝΕ απάγω «οδηγώ παράνομα».1. αναγγέλλω: ταῦτα ἀπαγγέλλουσιν πρὸς [σύνθ. λ. ἀπό + ἄγω].τὸν Ξενοφῶντα = αναγγέλλουν αυτά στον ἀπαίρω ΡΗΜΑΞενοφώντα. = ἀναγγέλλω. Παρατ. ἀπῇρον2. διηγούμαι: τούτων ἔνια οὐδ’ ἂν ἀπαγ- Μέλλ. ἀπαρῶγεῖλαι δύναιτό τις = κάποια από αυτά ούτε Αόρ. α΄ ἀπῆρανα τα διηγηθεί κανείς μπορεί. = ἀφηγέομαι, Παρακ. ἀπῆρκαδιηγέομαι. αποπλέω, αναχωρώ: πληρώσαντες τὰς ναῦς παράγ. ἀπαγγελία, ἀπαγγελτικός, σύνθ. ἀπῆραν = αφού επιβιβάστηκαν στα καράβια,προαπαγγέλλω. απέπλευσαν. = ἀνάγομαι.ΝΕ αναγγέλλω (με τη σημ. 1). [σύνθ. λ. ἀπό + αἴρω].[σύνθ. λ. ἀπό + ἀγγέλλω]. ἄπαις, -αιδος, ὁ, ἡ ΕΠΙΘΕΤΟἀπαγορεύω ΡΗΜΑ άτεκνος. Παρατ. ἀπηγόρευον [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + παῖς]. Μέλλ. ἀπερῶ ἀπαλλάττω ΡΗΜΑ Αόρ. ἀπεῖπον & ἀπηγόρευσα ο κοινός τύπος είναι ἀπαλλάσσω. Παρακ. ἀπείρηκα Για τους χρόνους ἀλλάττω & μεταγεν. ἀπηγόρευκα 1. απαλλάσσω: τὴν πόλιν ἐκ κακῶν ἀπήλλα- Παθ. μέλλ. ἀπορρηθήσομαι ξε = απάλλαξε την πόλη από τα κακά. 46
  • 45. 2. μέση και παθ. φωνή ἀπαλλάττομαι διαφεύ- στον πληθ. αἱ ἀπαρχαὶ οι πρώτοι καρποί πουγω: ἀζήμιος ἀπαλλάττομαι = διαφεύγω χωρίς προσφέρονται ως θυσία στους θεούς.πρόστιμο. ΝΕ απαρχή «πρώτη αρχή».3. μέση και παθητική φωνή ἀπαλλάττομαι ανα- [σύνθ. λ. ἀπό + ἀρχὴ ως παράγ. του ἀπάρχο-χωρώ: πρὸς ἄλλην ἀπαλλάττομαι χώραν = α- μαι «κάνω αρχή»].ναχωρώ για άλλον τόπο. ἅπας, ἅπασα, ἅπαν ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ παράγ. ἀπαλλαγή. 1. όλος, ολόκληρος: ἀργυροῦς ἐστιν ἅπας = εί-ΝΕ απαλλάσσω (με τη σημ. 1). ναι ολόκληρος ασημένιος. τὸ Ἄργος προεῖχε[σύνθ. λ. ἀπό + ἀλλάττω]. ἅπασι = το Άργος υπερείχε σε όλα.ἁπαλός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ 2. ο καθένας: ταύτην ἅπας φεύγει = ο καθέ- Συγκριτικός ἁπαλώτερος νας την αποφεύγει αυτήν. Υπερθετικός ἁπαλώτατος [σύνθ. λ. *(σ)α-, *σεμ- (εἷς) + αντων. πᾶς].1. μαλακός. 2. ήσυχος, γλυκός (χαρακτήρας). Ἀπατούρια, -ίων, τὰ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ3. μαλθακός. γιορτή που γιόρταζαν ετησίως στην Αθήνα παράγ. ἁπαλότης, ἁπαλύνω. και στις ιωνικές πόλεις οι φρατρίες (αδελφό-ΝΕ απαλός (με τη σημ. 1). τητες, δηλ. ομάδες συγγενικών προσώπων) που υ-[αβέβ. ετυμ., για το -αλὸς πβ. ὁμ-αλός]. πήρχαν στην κάθε πόλη. (Η κάθε φρατρία τελούσε τη γιορτή μόνη της, στο δικό της λατρευτικό κέ-ἀπαντάω -ῶ ΡΗΜΑ ντρο. Στα Απατούρια οι πατέρες που πρόσφατα εί- Παρατ. ἀπήντων χαν αποκτήσει παιδί το παρουσίαζαν, και με τον Μέλλ. ἀπαντήσω τρόπο αυτόν το ενέτασσαν στη φρατρία τους.) & ἀπαντήσομαι [αθροιστ. ἀ- + πατήρ, δηλ. *ἀπάτουρος < *ἁ- Αόρ. ἀπήντησα πατορFός = ὁμοπάτωρ]. Παρακ. ἀπήντηκα ἀπείθεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέσ. παρακ. ἀπήντημαι ανυπακοή: τὸ θάρσος ἀμέλειαν καὶ ἀπείθει-1. συναντώ: τούτῳ ἰόντι ἐξ ἀγροῦ ἀπήντησα αν ἐμβάλλει = η αυτοπεποίθηση γεννά την α-= τον συνάντησα, όταν ερχόταν από την ύ- μέλεια και την ανυπακοή.παιθρο. ΝΕ απείθεια.2. αντιμετωπίζω (στη μάχη): ἀπήντησαν τοῖς [παράγ. λ. ἀπειθέ-ω + παρ. επίθ. -ια].βαρβάροις Μαραθῶνι = αντιμετώπισαν τους ἀπειθέω -ῶ ΡΗΜΑβαρβάρους στο Μαραθώνα. είμαι ανυπάκουος. = ἀπειθαρχέω. ≠ ὑπακούω,3. στο δικαστήριο παρουσιάζομαι: πρὸς τὴν δί- πειθαρχέω.κην ἀπαντῶ = παρουσιάζομαι στη δίκη. [παράγ. ἀπειθ-ής + παρ. επίθ. -έω]. παράγ. ἀπάντησις. ἀπειθής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟΝΕ απαντώ (με τη σημ. 1, λ.χ. η λέξη αυτή α- Συγκριτικός ἀπειθέστεροςπαντά στον Όμηρο. Το σημερινό απαντώ «δί- Υπερθετικός ἀπειθέστατοςνω απάντηση» οι αρχαίοι το έλεγαν ἀποκρί- ανυπάκουος: ἀπειθὴς τοῖς νόμοις = ανυπά-νομαι). κουος στους νόμους.[σύνθ. λ. ἀπό + ἀντάω (< παράγ. ἄντα «απέ- [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πείθομαι].ναντι» + παρ. επίθ. -άω)]. ἄπειμι (Α) ΡΗΜΑἅπαξ ΕΠΙΡΡΗΜΑ Για τους χρόνους εἰμὶμια φορά: μὴ ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ πολλάκις = όχι απουσιάζω. ≠ πάρειμι «είμαι παρών».μόνο μία φορά αλλά πολλές. [σύνθ. λ. ἀπό + εἰμί].ΝΕ άπαξ, στη φρ. άπαξ διά παντός. ἄπειμι (Β) ΡΗΜΑ[σύνθ. λ. *σα-, *σεμ- (εἷς, μία, ἅμα) + *παγ- (< Για τους χρόνους εἶμιπήγνυμι)]. χρησιμοποιείται ως μέλλοντας του ἀπέρχομαι.ἀπαξιόω -ῶ ΡΗΜΑ φεύγω: ἀπῇσαν ἐπὶ οἶκον = έφευγαν για τις Για τους χρόνους ἀξιόω πατρίδες τους.απορρίπτω κάποιον ή κάτι ως ανάξιο: ἀπαξιῶ [σύνθ. λ. ἀπό + εἶμι].τί τινος = θεωρώ κάτι ανάξιο για κάποιον. ἀπείργω ΡΗΜΑ παράγ. ἀπαξίωσις. Για τους χρόνους εἴργωΝΕ απαξιώνω. εμποδίζω: οὔκ ἐστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείρ-[σύνθ. λ. ἀπό + ἀξιόω, ἀξιόω]. γομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος = ποτέ μεἀπαρχή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ απελάσεις ξένων δεν εμποδίζουμε κάποιον να μάθει ή να δει κάτι. 47
  • 46. [σύνθ. λ. ἀπό + εἴργω]. [παράγ. λ. ἀπεχθής (< σύνθ. ἀπό + ἔχθος) +ἀπειρόκαλος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ παρ. επίθ. -αν-ομαι].ακαλαίσθητος. ≠ ἀπειρόκακος «που δεν έχει ἀπεχθής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟπείρα του κακού, ο μη καχύποπτος». Συγκριτικός ἀπεχθέστερος παράγ. ἀπειροκαλία, ἡ «έλλειψη καλαι- Υπερθετικός ἀπεχθέστατοςσθησίας». 1. μισητός. = μισητός. ≠ ἀγαπητός.[σύνθ. λ. ἄπειρος + καλός]. 2. εχθρικός. 3. επίρρημα ἀπεχθῶς: ἀπεχθῶς ἔχωἀπελαύνω ΡΗΜΑ τινί = είμαι εχθρικός απέναντι σε κάποιον. Για τους χρόνους ἐλαύνω παράγ. ἀπεχθάνομαι, ἀπέχθεια «μίσος».εκδιώκω: ἀπελαύνω Χαλδαίους ἀπὸ τούτων ΝΕ απεχθής (με τη σημ. 1).τῶν ἄκρων = εκδιώκω τους Χαλδαίους από [σύνθ. λ. ἀπό + ἔχθος + παρ. επίθ. -ής].αυτές τις βουνοκορφές. ἀπέχω ΡΗΜΑ παράγ. ἀπέλασις. Για τους χρόνους ἔχωΝΕ λόγ. απελαύνω. 1. είμαι μακριά από κάποιον ή κάτι: τῆς πό-[σύνθ. λ. ἀπό + ἐλαύνω]. λεως οὐ πολλὴν ὁδὸν ἀπέχει = δεν είναι πολύἀπελεύθερος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ μακριά από την πόλη.χειραφετημένος δούλος: Ἀντισθένους ἀπελευ- 2. με απαρέμφατο εμποδίζω: οὐδὲν ἀπέχει αὐ-θέρῳ ἐμίσθωσα τὸν ἀγρόν = νοίκιασα το χω- τὸν ποιεῖν τοῦτο = τίποτα δεν τον εμποδίζειράφι στο χειραφετημένο δούλο του Αντισθένη. να κάνει αυτό.[σύνθ. λ. ἀπό + ἐλεύθερος ως παράγ. του ἀπε- 3. μέση φωνή ἀπέχομαι κρατιέμαι μακριά απόλευθερόω]. κάποιον ή κάτι: ἀπέχομαι τοῦ πολέμου =ἀπεργάζομαι ΡΗΜΑ κρατιέμαι μακριά από τον πόλεμο. Για τους χρόνους ἐργάζομαι παράγ. ἀποχή.1. αποτελειώνω, τελειοποιώ: ἀπεργάζεται τοῦ- ΝΕ απέχω (με τη σημ. 1).το τὸ ἔργον = αποτελειώνει αυτό το έργο. [σύνθ. λ. ἀπό + ἔχω].2. προξενώ, επιφέρω: νίκην καὶ σωτηρίαν ἡ- ἀπηλιώτης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟμῖν ἀπεργάζεται = μας εξασφαλίζει τη νίκη δυτικός άνεμος (που φυσά από τον ορίζοντα ό-και τη σωτηρία. που δύει ο ήλιος).3. μεταβάλλω, καθιστώ: ἀγαθόν τινα ἀπεργά- [σύνθ. λ. ἀπό + ἠλιώτης με ιωνική ψίλωση].ζομαι = καθιστώ κάποιον καλό. ἀπήνεμος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἀπεργασία. απάνεμος: ἀπήνεμος λιμήν = απάνεμο λιμάνι.ΝΕ στη φρ. απεργάζομαι την καταστροφή ΝΕ απάνεμος.κάποιου, δηλαδή την προετοιμάζω με τέλειο [σύνθ. λ. ἀπό + ἄνεμος].τρόπο (σημ. 1). ἀπιστέω -ῶ ΡΗΜΑ[σύνθ. λ. ἀπό + ἐργάζομαι]. Παρατ. ἠπίστουνἀπέρχομαι ΡΗΜΑ Μέλλ. ἀπιστήσω Για τους χρόνους ἔρχομαι Αόρ. ἠπίστησα1. φεύγω: ἀπὸ τοῦ βουλευτηρίου ἀπέρχομαι = Παρακ. ἠπίστηκαφεύγω από το βουλευτήριο. Μέσ. μέλλ. ἀπιστήσομαι• με την πρόθεση εἰς υποδηλώνεται αναχώρηση με παθ. σημ. από έναν τόπο και μετάβαση σε άλλον: εἰς Παθ. μέλλ. ἀπιστηθήσομαι Θουρίους οἰκήσοντες ἀπέρχονται = αναχω- Παθ. αόρ. ἠπιστήθην ρούν, για να εγκατασταθούν στους Θουρίους. με δοτική δεν εμπιστεύομαι: τῷ Τισσαφέρνει= ἄπειμι «φεύγω». ≠ ἥκω «έχω φτάσει». ἀπιστῶ = δεν εμπιστεύομαι τον Τισσαφέρνη.[σύνθ. λ. ἀπό + ἔρχομαι]. ἀπιστῶ λόγῳ τινί = δεν εμπιστεύομαι κάποιοἀπεχθάνομαι ΡΗΜΑ επιχείρημα. Παρατ. ἀπηχθανόμην [παράγ. λ. ἄπιστος + παρ. επίθ. -έω]. Μέλλ. ἀπεχθήσομαι ἄπιστος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ Αόρ. β´ ἀπηχθόμην Συγκριτικός ἀπιστότερος Παρακ. ἀπήχθημαι Υπερθετικός ἀπιστότατοςκυρίως με δοτική προσώπου είμαι μισητός σε 1. αναξιόπιστος: ἄπιστόν τινα ποιῶ = καθι-κάποιον, επισύρω το μίσος του: οὐδενὶ ἀπε- στώ κάποιον αναξιόπιστο.χθάνεται = δεν είναι μισητός σε κανέναν. 2. απίστευτος: ἄπιστος ὁ τοιοῦτος λόγος = εί- παράγ. ἀπεχθὴς «μισητός». ναι απίστευτα αυτά τα λόγια.ΝΕ απεχθάνομαι κάτι (μεταβατικό). 48
  • 47. 3. δύσπιστος: ἄπιστος ἦν πρὸς Φίλιππον = ή- ολοφυρμό μου, το θρήνο μου). δ. επιστροφή,ταν δύσπιστος απέναντι στο Φίλιππο. π.χ. ἀποδίδωμι (= δίνω πίσω). παράγ. ἀπιστέω, ἀπιστία, ἀπίστως. [ΙΕ αρχής, πβ. αρχ. ινδ. ápa, λατ. ab].ΝΕ άπιστος (με τη σημ. 3 στη φρ. άπιστος ἀποβαίνω ΡΗΜΑΘωμάς). Για τους χρόνους βαίνω[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πιστός]. βγαίνω (από ένα χώρο): ἐκ τῶν νεῶν ἀποβαί-ἄπλετος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ νουσιν οἱ ὁπλῖται = οι οπλίτες βγαίνουν απόαπεριόριστος: ἐπιπίπτει χιὼν ἄπλετος = πέ- τα πλοία. = ἐξέρχομαι. ≠ εἰσέρχομαι.φτει απεριόριστο χιόνι. παράγ. ἀποβάθρα, ἀπόβασις.ΝΕ κυρίως στη φράση ρίχνω άπλετο φως. ΝΕ αποβαίνω «καταλήγω, καταντώ».[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *πλε- (πλέ-θρον «μέτρο [σύνθ. λ. ἀπό + βαίνω].μήκους και επιφάνειας») + -τος]. ἀποβάλλω ΡΗΜΑἁπλοῦς, -ῆ, -οῦν ΕΠΙΘΕΤΟ Για τους χρόνους βάλλωο ασυναίρετος τύπος είναι ἁπλόος κυρίως στη μέση φωνή ἀποβάλλομαι διώχνω α- Συγκριτικός ἁπλούστερος πό πάνω μου κάτι, αποβάλλω: τὴν μὲν βασι- Υπερθετικός ἁπλούστατος λέως δύναμιν ἀπεβαλόμεθα = αποβάλαμε από1. ένας (μία, ένα) μόνον: περιτειχίζουσι Μυ- πάνω μας την εξουσία του βασιλιά.τιλήνην ἁπλῷ τείχει = περιτειχίζουν τη Μυτι- παράγ. ἀποβλητέον, ἀπόβλητος, ἀποβολή,λήνη με ένα μόνον τείχος. ἀποβλητικός, ἀπόβλημα.2. απλός: οὐδὲν ἔχω ἁπλούστερον εἰπεῖν = ΝΕ αποβάλλω.δεν έχω τίποτε πιο απλό να πω. [σύνθ. λ. ἀπό + βάλλω]. παράγ. ἁπλότης, ἁπλόω, ἅπλωμα. ἀποβλέπω ΡΗΜΑΝΕ απλός (και με τις δύο σημ.). Για τους χρόνους βλέπω[σύνθ. λ. *(σ)α, *σεμ- (εἷς, ἅμα) + -πλος (πβ. στρέφω το βλέμμα μου: καὶ πρὸς ἡμᾶς ἀπο-λατ. sim-pl-ex), που παρετυμολογήθηκε σε βλέψας εἶπεν = και στρέφοντας το βλέμμαπλόος < πλέω]. του προς εμάς είπε.ἁπλῶς ΕΠΙΡΡΗΜΑ ΝΕ αποβλέπω «αποσκοπώ, στοχεύω». Συγκριτικός ἁπλούστερον [σύνθ. λ. ἀπό + βλέπω]. Υπερθετικός ἁπλούστατα ἀπογιγνώσκω ΡΗΜΑ1. με απλό τρόπο: ὡς δ’ ἁπλῶς εἰπεῖν... = και Για τους χρόνους γιγνώσκωγια να μιλήσουμε με απλό τρόπο... 1. εγκαταλείπω ένα σχέδιο: ἔδοξε καὶ Κύρῳ2. απολύτως: ἁπλῶς τε ἀδύνατόν ἐστι = και καὶ τοῖς ἄλλοις ἀπεγνωκέναι τοῦ μάχεσθαι =είναι απολύτως αδύνατον. 3. γενικά. φάνηκε καλό στον Κύρο και στους άλλουςΝΕ απλώς (με τη σημ. 1). να εγκαταλείψουν το σχέδιο για μάχη.[παράγ. λ. ἁπλοῦς + παρ. επίθ. -ῶς]. 2. χάνω κάθε ελπίδα: ἀπογιγνώσκω τῆς ἐλευ-ἀπὸ ΠΡΟΘΕΣΗ θερίας = χάνω κάθε ελπίδα για ελευθερία.Α. με γενική 3. ως δικανικός όρος απορρίπτω μια καταγγελί-1. για απόσταση μακριά από κάπου: αἱ παλαι- α εναντίον κάποιου, άρα κηρύσσω κάποιον α-αὶ (πόλεις) ἀπὸ θαλάσσης ᾠκίσθησαν = οι θώο: ἀπογιγνώσκω τινὸς ἀδικεῖν = απαλλάσ-παλαιές (πόλεις) χτίστηκαν μακριά από τη σω κάποιον από την κατηγορία ότι αδικεί.θάλασσα. ≠ καταγιγνώσκω «καταδικάζω».2. για χρόνο μετά: ἀπὸ τῶν σίτων οἱ μὲν δια- 4. παθ. φωνή ἀπογιγνώσκομαι είμαι απεγνω-πονούμενοι εὖχροί τε καὶ εὔσαρκοί εἰσιν = σμένος.μετά το φαγητό, οι ασκούμενοι και χρώμα έ- παράγ. ἀπόγνωσις, ἀπόγνοια.χουν καλό και σώματα ωραία. Ἀργεῖοι ἀπὸ [σύνθ. λ. ἀπό + γιγνώσκω].τούτου τοῦ χρόνου ἐποιήσαντο νόμον = οι ἀποδείκνυμι ΡΗΜΑΑργείοι έπειτα από αυτήν την εποχή έκαναν Για τους χρόνους δείκνυμινόμο. 1. επιδεικνύω: ἀρετήν ἀπέδειξαν = επέδειξαν3. για άτομο από το οποίο πρόερχεται κάποια θάρρος. 2. παρέχω, παρουσιάζω. 3. αποδει-πράξη ἐπράχθη τε ἀπ’ αὐτῶν οὐδὲν ἔργον ἀξι- κνύω. 4. διορίζω, ορίζω. 5. καθιστώ.όλογον = από αυτούς δεν πραγματοποιήθηκε παράγ. ἀπόδειξις, ἀποδεικτικός.καμιά αξιόλογη πολεμική επιχείρηση. ΝΕ αποδεικνύω (με τη σημ. 3).Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνει α. χωρισμό, π.χ. ἀ- [σύνθ. λ. ἀπό + δείκνυμι].ποκόπτω. β. ολοκλήρωση, π.χ. ἀπεργάζομαι. ἀποδειλιάω -ῶ ΡΗΜΑγ. λήξη, π.χ. ἀπολοφύρομαι (= τελειώνω τον Παρατ. ἀπεδειλίων 49
  • 48. Μέλλ. ἀποδειλιάσω 1. δραπετεύω: ἀποδρᾶσα ᾤχετο = δραπέτευσε Αόρ. ἀπεδειλίασα και έφυγε. 2. αποφεύγω: οὐκ ἀπέδρα τὴν Παρακ. ἀποδεδειλίακα στρατείαν = δεν απέφυγε την εκστρατεία.1. είμαι δειλός, δειλιάζω: ἀναγκάζονται ἀπο- παράγ. ἀπόδρασις.δειλιᾶν διὰ τὴν πονηρίαν τῶν σωμάτων ἐν τοῖς ΝΕ αποδρώ (με τη σημ. 1).κινδύνοις = αναγκάζονται να δειλιάζουν στους [σύνθ. λ. ἀπό + διδράσκω].πολεμικούς κινδύνους λόγω της κακής κατά- ἀποδίδωμι ΡΗΜΑστασης (της αδυναμίας) του σώματός τους. Για τους χρόνους δίδωμι2. αποφεύγω κάτι από δειλία: ἀποδειλιῶ τοῦ 1. δίνω πίσω, επιστρέφω κάτι, πληρώνω (λ.χ.ποιεῖν τι = αποφεύγω να κάνω κάτι. χρέη): ἀπόδος τὸν ναῦλον = πλήρωσέ μου το[σύνθ. λ. ἀπό + δειλιάω]. ναύλο. 2. παραπέμπω: ἀποδίδωμι εἰς τὴνἀποδεκατόω -ῶ ΡΗΜΑ βουλὴν περί τινος = παραπέμπω στη βουλή Μέλλ. ἀποδεκατώσω σχετικά με ένα ζήτημα. 3. επιτρέπω: ταῖς πό-δίνω τη δεκάτη, δίνω το ένα δέκατο κάποιου λεσιν ἀπέδοσαν αὐτονομεῖσθαι = επέτρεψανεισοδήματος: πάντα ἀποδεκατῶ = δίνω το έ- στις πόλεις να είναι αυτόνομες.να δέκατο απ’ όλα όσα παίρνω. παράγ. ἀπόδοσις, ἀποδοτέον.ΝΕ αποδεκατίζω «καταστρέφω και αφήνω ΝΕ αποδίδω (λ.χ. λογαριασμό, την αιτία σετο ένα δέκατο του συνόλου». κάποιο πρόσωπο κτλ.).[σύνθ. λ. ἀπό + δεκατόω]. [σύνθ. λ. ἀπό + δίδωμι].ἀποδέχομαι ΡΗΜΑ ἀποδύω ΡΗΜΑ Για τους χρόνους δέχομαι Παρατ. ἀπέδυον1. παραδέχομαι: ἀπόδεξαί μου ὃ λέγω = πα- Μέλλ. ἀποδύσωραδέξου αυτό που λέγω. Αόρ. α΄ ἀπέδυσα2. δέχομαι: πάντ’ ἄνδρα εἰκότως ἀποδέχον- Αόρ. β΄ ἀπέδυνται περὶ ταύτης τῆς ἀρετῆς σύμβουλον = δι- με μέση σημ. «απογυμνώθηκα»καιολογημένα δέχονται κάθε άνθρωπο ως Παρακ. ἀποδέδυκασύμβουλο γι’ αυτή την αρετή. με μέση σημ. «έχω απογυμνωθεί»3. εγκρίνω: ἀποδέχομαι τὰς κατηγορίας = ε- Μέσ. μέλλ. ἀποδύσομαιγκρίνω τις κατηγορίες. Μέσ. αόρ. ἀπεδυσάμην4. καταλαβαίνω: τοιαῦτα δυσχερῶς πως ἀπο- απογυμνώνω: τὴν ψυχήν τινος ἀπεδύσαμενδέχομαι = κάπως δύσκολα καταλαβαίνω τέ- καὶ ἐθεασάμεθα = απογυμνώσαμε την ψυχήτοιου είδους πράγματα. κάποιου και την παρατηρήσαμε. παράγ. ἀποδοχή, ἀποδεκτός, ἀποδέκτης, = ἐκδύω «ξεντύνω».ἀποδεκτέον. παράγ. ἀποδυτήριον, ἀποδυτέον.ΝΕ αποδέχομαι (με τις σημ. 1, 2, 3). ΝΕ αποδύομαι «καταπιάνομαι, αφιερώνομαι[σύνθ. λ. ἀπό + δέχομαι]. σε κάτι».ἀποδημέω -ῶ ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἀπό + δύω]. Παρατ. ἀπεδήμουν ἀποθνῄσκω ΡΗΜΑ Μέλλ. ἀποδημήσω Για τους χρόνους θνῄσκω Αόρ. ἀπεδήμησα 1. πεθαίνω.είμαι μακριά από το σπίτι μου, είμαι στο ε- 2. ως παθ. του ἀποκτείνω θανατώνομαι, σκοτώ-ξωτερικό ή ταξιδεύω, απουσιάζω: ἀποδημῶν νομαι: ἀπέθανεν ὑπὸ τῆς πόλεως = φονεύτηκετυγχάνει = τυχαίνει να είναι στο εξωτερικό. από την πόλη.≠ ἐνδημέω. ΝΕ πεθαίνω (με τη σημ. 1). παράγ. ἀποδημητής, ἀποδημία, ἀποδημητι- [σύνθ. λ. ἀπό + θνῄσκω].κός. ἀποικέω -ῶ ΡΗΜΑΝΕ αποδημώ. Για τους χρόνους οἰκέω -ῶ[παράγ. λ. ἀπόδημος + παρ. επίθ. -έω]. φεύγω από το σπίτι, κυρίως ως άποικος, ε-ἀποδιδράσκω ΡΗΜΑ γκαθίσταμαι σε ξένη χώρα, μεταναστεύω: ἐκ Παρατ. ἀπεδίδρασκον πόλεως ἀπῴκησαν = μετανάστευσαν από την Μέλλ. ἀποδράσομαι πόλη. Αόρ. β΄ ἀπέδραν παράγ. ἀποίκησις. Παρακ. ἀποδέδρακα [σύνθ. λ. ἀπό + οἰκέω]. Υπερσ. ἀπεδεδράκειν ἀποικία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 50
  • 49. οικισμός ανθρώπων μακριά από την πατρίδα ἀποκρίνω ΡΗΜΑτους. ≠ μητρόπολις. Παθ. μέλλ. ἀποκριθήσομαιΝΕ αποικία. με μέση σημ. «θα απαντήσω»[παράγ. λ. ἀποικέω (< σύνθ. ἀπό + οἰκέω) + Παθ. αόρ. ἀπεκρίθηνπαρ. επίθ. -ία]. με μέση σημ. «απάντησα»ἀποικίζω ΡΗΜΑ Παθ. παρακ. ἀποκέκριμαι Μέλλ. ἀποικιῶ με μέση σημ. «έχω απαντήσει»1. στέλνω μακριά από την πατρίδα. Για τους άλλους χρόνους κρίνω2. ιδρύω αποικία σε κάποιο μέρος, στέλνω σ’ 1. απορρίπτω ύστερα από έρευνα. ≠ ἐγκρίνω.αυτό αποικία: ταύτην ἀπῴκισαν = σ’ αυτήν ί- 2. μέση φωνή ἀποκρίνομαι απαντώ.δρυσαν αποικία. 3. μέση φωνή ἀποκρίνομαι υπερασπίζομαι τον παράγ. ἀποίκισις, ἀποικισμός, ἀποικιστής. εαυτό μου σε κατηγορίες, απολογούμαι.ΝΕ αποικίζω (με τη σημ. 2). παράγ. ἀπόκρισις, ἀποκριτέον, ἀπόκριτος,[παράγ. λ. ἀποικία (< σύνθ. λ. ἀποικέω + σύνθ. ἀνταποκρίνομαι.παρ. επίθ. -ία) + παρ. επίθ. -ίζω]. ΝΕ αποκρίνομαι (με τη σημ. 2).ἀποκαθίστημι ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἀπό + κρίνω]. Για τους χρόνους ἵστημι ἀποκτείνω ΡΗΜΑαποκαθιστώ. παράγ. ἀποκατάστασις. Παρακ. ἀπέκτοναΝΕ αποκαθιστώ. Για τους άλλους χρόνους κτείνω[σύνθ. λ. ἀπό + καθίστημι]. 1. σκοτώνω: τοὺς πολεμίους ἀποκτείνει =ἀποκάμνω ΡΗΜΑ σκοτώνει τους εχθρούς. Για τους χρόνους κάμνω 2. για δικαστές καταδικάζω σε θάνατο.κουράζομαι: οὐ χρὴ ἀποκάμνειν = δεν πρέπει [σύνθ. λ. ἀπό + κτείνω].να κουραζόμαστε. = ἀπαγορεύω «εξαντλού- ἀπολαμβάνω ΡΗΜΑμαι». Για τους χρόνους λαμβάνωΝΕ αποκάμνω. 1. παίρνω πίσω, ανακτώ: οὔτε Σόλλιον ἀπέ-[σύνθ. λ. ἀπό + κάμνω]. λαβον παρ’ Ἀθηναίων οὔτε Ἀνακτόριον =ἀπόκειμαι ΡΗΜΑ ούτε το Σόλλιο πήραν πίσω από τους Αθη- Για τους χρόνους κεῖμαι ναίους ούτε το Ανακτόριο.είμαι αποθηκευμένος: σῖτος ἀποκείμενος = το 2. εμποδίζω, αποκλείω: ἀπολαμβάνω τείχει =αποθηκευμένο σιτάρι. αποκλείω με τείχος. Παθ. ἀπολαμβάνομαι =[σύνθ. λ. ἀπό + κεῖμαι]. περιορίζομαι.ἀποκληρόω -ῶ ΡΗΜΑ παράγ. ἀποληπτέον, ἀπόληψις, ἀπολαβή. Για τους χρόνους κληρόω -ῶ ΝΕ απολαμβάνω κάτι. Το σημερινό απολαμ-διαλέγω με κλήρο: καὶ διεβίβαζον εἰς τὴν νῆ- βάνω οι αρχαίοι το έλεγαν ἀπολαύω.σον τοὺς ὁπλίτας ἀποκληρώσαντες ἀπὸ πάν- [σύνθ. λ. ἀπό + λαμβάνω].των τῶν λόχων = και έστελναν στο νησί τους ἀπολαύω ΡΗΜΑοπλίτες, αφού τους διάλεξαν με κλήρο απ’ ό-λους τους λόχους. Παρατ. ἀπέλαυον παράγ. ἀποκλήρωσις. Μέλλ. ἀπολαύσομαιΝΕ αποκληρώνω «στερώ το κληρονομικό δι- & ἀπολαύσωκαίωμα». Αόρ. ἀπέλαυσα[παράγ. λ. ἀπόκληρος (< σύνθ. λ. ἀπό + κλῆ- Παθ. αόρ. ἀπελαύσθηνρος) + παρ. επίθ. -όω]. Παρακ. ἀπολέλαυκαἀποκλίνω ΡΗΜΑ απολαμβάνω κάτι, επωφελούμαι από κάτι: ἐ- λάχιστα ἀπολαύω τῶν ὑπαρχόντων = απο- Για τους χρόνους κλίνω λαμβάνω ελάχιστα από όσα έχω.1. στρέφω. παράγ. ἀπόλαυσις.2. αμετάβατο ξεπέφτω (ηθικά): ἐπὶ τὸ ῥᾳθυμεῖν ΝΕ απολαύω «απολαμβάνω».ἀπέκλινε = ξέπεσε προς την οκνηρία. [σύνθ. λ. ἀπό + *λαύω (< *λαF- (λεία, δωρ. παράγ. ἀπόκλισις. λᾱFίᾱ)].ΝΕ αποκλίνω «στρέφομαι σε μια κατεύθυν- ἀπολείπω ΡΗΜΑση». Για τους χρόνους λείπω[σύνθ. λ. ἀπό + κλίνω]. 51
  • 50. 1. αφήνω κάτι πίσω, υπερβαίνω: τοσοῦτον δ’ δικαιολογώ, υπερασπίζω τον εαυτό μου απέ-ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν ναντι σε κατηγορίες: ἀπολογοῦμαι περί τι =καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους... = τόσο υπερασπίζω τον εαυτό μου απέναντι σε κάτι.πολύ έχει υπερβεί η πόλη μας τους άλλους αν- παράγ. ἀπολογία.θρώπους ως προς τη σκέψη και τη ρητορεία... ΝΕ απολογούμαι.2. εγκαταλείπω: τὴν πρὶν ξυμμαχίαν ἀπολεί- [παράγ. λ. ἀπόλογος + -έομαι].πω = εγκαταλείπω τον προηγούμενο σύμμαχό ἀπολογία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟμου. = ἀφίημι «αφήνω». λόγος για την υπεράσπιση του ατόμου απέ-3. είμαι ελλιπής σε κάτι: οὐδὲν ἀπολείπω προ- ναντι σε κατηγορία.θυμίας = καθόλου δε μου λείπει η προθυμία. ΝΕ απολογία. παράγ. ἀπολειπτέον, ἀπόλειψις. [παράγ. λ. ἀπολογ-έομαι + παρ. επίθ. -ία].[σύνθ. λ. ἀπό + λείπω]. ἀπολύω ΡΗΜΑἀπόλεμος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ Για τους χρόνους λύω1. αυτός που δε διαθέτει πολεμική εμπειρία. 1. απαλλάσσω: ἐγὼ ἀπολύω καὶ ὑμᾶς τῆς αἰτίας2. αυτός που δεν αγαπά τον πόλεμο. = εγώ απαλλάσσω και εσάς από την κατηγορία.[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πολεμέω -ῶ]. 2. για στράτευμα διαλύω: τοὺς Σπαρτιάτας ἀ-ἄπολις, -ις, -ι ΕΠΙΘΕΤΟ πέλυσεν οἴκαδε = διέλυσε τους Σπαρτιάτεςαυτός που δεν έχει πόλη ή πατρίδα, ο εξόρι- και τους έστειλε στην πατρίδα τους.στος. παράγ. ἀπόλυτος, ἀπόλυσις.[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πόλις]. ΝΕ απολύω (λ.χ. από το στρατό, έμμισθη ερ-ἀπόλλυμι & ἀπολλύω ΡΗΜΑ γασία κτλ.). Παρατ. ἀπώλλυν & ἀπώλλυον [σύνθ. λ. ἀπό + λύω]. Μέλλ. ἀπολῶ ἀπονέμω ΡΗΜΑ Αόρ. ἀπώλεσα Για τους χρόνους νέμω Παρακ. ἀπολώλεκα μοιράζω, κάνω διανομή. Μέσ. ενεστ. ἀπόλλυμαι ΝΕ απονέμω (λ.χ. βραβείο, τιμητική διάκριση Μέσ. μέλλ. ἀπολοῦμαι κτλ.). Μέσ. αόρ. β΄ ἀπωλόμην [σύνθ. λ. ἀπό + νέμω]. Μέσ. παρακ. ἀπόλωλα ἀπόπειρα, -πείρας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ «έχω καταστραφεί, προσπάθεια. έχω χαθεί» ΝΕ απόπειρα. Μέσ. υπερσ. ἀπωλώλειν [παράγ. λ. του ἀπό + πειρῶμαι, πεῖρα]. «είχα καταστραφεί, ἀπορέω -ῶ ΡΗΜΑ είχα χαθεί» Παρατ. ἠπόρουν1. καταστρέφω. Μέλλ. ἀπορήσω2. χάνω: ἵππους ἑβδομήκοντα ἀπώλεσαν = έ- Αόρ. ἠπόρησαχασαν εβδομήντα άλογα. Παρακ. ἠπόρηκα3. μέση φωνή ἀπόλλυμαι καταστρέφομαι, πε- Παθ. μέλλ. ἀπορηθήσομαιθαίνω: ἡ πατρὶς στασιαζόντων ἡμῶν ἀπόλλυ- Παθ. αόρ. ἠπορήθηνται = η πατρίδα καταστρέφεται όταν εμείς Παθ. παρακ. ἠπόρημαιφιλονικούμε. 1. βρίσκομαι σε αμηχανία: ἀπορεῖ Κροῖσος ὅ-ΝΕ τύποι του παθ. αορίστου απολέσθη σκύ- πως διαβήσεται τὸν ποταμὸν ὁ στρατός =λος «χάθηκε» κτλ. βρίσκεται σε αμηχανία ο Κροίσος πώς θα πε-[σύνθ. λ. ἀπό + ὄλλυμι, *ὄλ-νυ-μι < *ολ- (πβ. ράσει τον ποταμό ο στρατός.ὀλο-ὸς «καταστροφέας») + παρ. ένθ. νυ- + 2. έχω έλλειψη: συμμάχων ἀποροῦσιν = έχουνπαρ. επίθ. -μι]. έλλειψη από συμμάχους. ≠ εὐπορέω.Ἀπόλλων, -ωνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἄπορος, ἀπορία.ο θεός Απόλλωνας (παιδί του ∆ία και της Λη-τώς, αδελφός της Άρτεμης). ΝΕ απορώ (με τη σημ. 1). παράγ. ἀπολλώνειος. [παράγ. λ. ἄπορος + παρ. επίθ. -έω].[προελλ. αρχής]. ἀπορία, -ας ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἀπολογέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ 1. δυσκολία: ἀπορία τῆς προσορμίσεως = δυ- Μέλλ. ἀπολογήσομαι σκολία στην προσόρμιση (πλοίων). 2. έλλει- Αόρ. ἀπελογησάμην & ἀπελογήθην ψη κάποιου πράγματος, φτώχεια. ≠ εὐπορία. ΝΕ απορία (λ.χ. σε ένα πρόβλημα). Παρακ. ἀπολελόγημαι 52
  • 51. [παράγ. λ. ἄπορος + παρ. επίθ. -ία]. 2. με παθ. σημ. αυτός που δεν έχει κανέναἄπορος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ σφάλμα. Συγκριτικός ἀπορώτερος 3. επίρρημα ἀπταίστως χωρίς σφάλμα ή εμπό- Υπερθετικός ἀπορώτατος διο, χωρίς καμιά δυσκολία.1. απροσπέλαστος, απλησίαστος: ἄπορον ὄ- ΝΕ άπταιστος (με τη σημ. 2).ρος = απροσπέλαστο βουνό. ≠ βατός. [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πταίω + παρ. επίθ. -τος].2. πάρα πολύ δύσκολος: ἄπορον χρῆμα = πά- ἅπτω ΡΗΜΑρα πολύ δύσκολο πράγμα. Παρατ. ἧπτον3. ως ουσιαστικό τὸ ἄπορον / τὰ ἄπορα πάρα Μέλλ. ἅψωπολύ μεγάλη δυσκολία: ἐν ἀπόρῳ ἦσαν = ή- Αόρ. ἧψαταν σε πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία. Παθ. μέλλ. ἁφθήσομαι4. για ανθρώπους φτωχός: οἱ ἀπορώτατοι = οι Μέσ. μέλλ. ἅψομαιπάρα πολύ φτωχοί. ≠ εὔπορος. Μέσ. αόρ. ἡψάμην παράγ. ἀπορία, ἀπορέω. Παθ. αόρ. ἧμμαιΝΕ άπορος (με τη σημ. 4). με μέση και παθ. σημ.[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πόρος]. 1. μέση φωνή ἅπτομαι α. εμπλέκομαι σε κάτι,ἀποτελέω -ῶ ΡΗΜΑ το αναλαμβάνω: χρὴ τοῦ πολέμου ἅπτεσθαι = Για τους χρόνους τελέω -ῶ πρέπει να εμπλακούμε στον πόλεμο. β. αγγί-αποτελειώνω: ἀπετέλεσε τὸ τεῖχος ἀρξάμενος ζω: ἅπτει μου τοῖς λόγοις τῆς ψυχῆς = αγγί-ἀπὸ ἠρινοῦ χρόνου = αποτέλειωσε το τείχος ζεις την ψυχή μου με τα λόγια σου.ξεκινώντας από την άνοιξη. = περαίνω «τε- 2. ανάβω, βάζω φωτιά: ἧψε τοῦ τείχους = έ-λειώνω». βαλε φωτιά στο τείχος. παράγ. ἀποτελεσματικός, ἀποτέλεσμα, ἀ- [αβέβ. ετυμ., καθώς δεν είναι ασφαλής η πα-ποτελεστέον, ἀποτέλεσις. ραγωγή από *ἅπFω, όπου πF > πτ].ΝΕ αποτελώ «είμαι» (λ.χ. μέλος μιας ομάδας). ἄπωθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ[σύνθ. λ. ἀπό + τελέω]. 1. από μακριά.ἀπότομος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ 2. μακριά από κάποιον / κάτι: ἄπωθεν τῶναποκομμένος ανώμαλα. Μυκηνῶν = μακριά από τις Μυκήνες.ΝΕ απότομος «ξαφνικός, μη αναμενόμενος» κτλ. [παράγ. λ. ἄπω + παρ. επίθ. -θεν].[παράγ. λ. ἀπότομ- (< ἀποτέμνω) + παρ. επίθ. ἀπώλεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ-ος]. 1. καταστροφή. 2. χάσιμο.ἀποτρέπω ΡΗΜΑ ΝΕ απώλεια (και με τις δύο σημ.). Για τους χρόνους τρέπω [παράγ. λ. ἀπώλ- (ἀπόλ-λυμι) + παρ. επίθ. -εια].τρέπω μακριά από κάποιον. ἄρα ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΣ παράγ. ἀποτροπή, ἀποτρόπαιος. 1. συμπερασματικός άρα, επομένως: ἄριστον ἄ-ΝΕ αποτρέπω. ρα ἡ εὐδαιμονία = άρα η ευδαιμονία είναι ά-[σύνθ. λ. ἀπό + τρέπω]. ριστο πράγμα.ἀποφαίνω ΡΗΜΑ 2. εἰ ἄρα εάν ίσως. Για τους χρόνους φαίνω [συγγεν. των ἀρ-αρ-ίσκω, ἄρ-τι].1. παρουσιάζω: ἀποφαίνω καλὰ ἔργα = πα- ἆρα ΜΟΡΙΟρουσιάζω ωραία έργα. 1. χρησιμοποιείται σε ερωτήσεις και υποδηλώνει2. αποδεικνύω: ἀποφαίνω τινὰ ἔνοχον ὄντα αγωνία ή ανυπομονησία άραγε.= αποδεικνύω ότι κάποιος είναι ένοχος. 2. ἆρα μή...; / ἆρα οὐ...; χρησιμοποιούνται για3. μέση φωνή ἀποφαίνομαι διατυπώνω μια την εισαγωγή ερωτήσεων, που προδικάζουν απα-κρίση, απαντώ: ἀποφαίνομαι γνώμην = δια- ντήσεις αρνητικές ή θετικές αντιστοίχως: ἆρα μὴτυπώνω την άποψή μου. ἄλλο τι ᾖ ὁ θάνατος; = άραγε, μήπως ο θάνα- παράγ. ἀπόφανσις. τος είναι τίποτε άλλο; (ασφαλώς όχι.) ἆρ’ οὐχΝΕ αποφαίνομαι (με τη σημ. 3). οὕτως; = άραγε, δεν είναι έτσι; (ασφαλώς έτσι[σύνθ. λ. ἀπό + φαίνω]. είναι.)ἄπταιστος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ [ετυμολογικά ταυτόσημο με το ἄρα].1. με ενεργ. σημ. αυτός που δε σκοντάφτει: ἀ- ἀργός, -ὸς & -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟπταιστότερον παρέχει τὸν ἵππον = κάνει ένα Συγκριτικός ἀργότεροςάλογο να έχει λιγότερο την τάση να σκοντά- Υπερθετικός ἀργότατοςφτει. 53
  • 52. 1. οκνηρός: θεὸς τοῖς ἀργοῖς οὐ παρίσταται = 2. με ηθική σημ. αρετή, ηθική αξία. ≠ κακία.ο θεός δε συμπαραστέκεται στους οκνηρούς ΝΕ αρετή (με τη σημ. 2).ανθρώπους. [*αρ-, πβ. ἀρ-είων, ἄρ-ιστος (συγκρ. και υ-2. για τη γη αυτός που παραμένει ακαλλιέργη- περθετ. του ἀγαθός)].τος. ἀριθμέω -ῶ ΡΗΜΑ παράγ. ἀργῶς. Παρατ. ἠρίθμουνΝΕ αργός (με τη σημ. 1). Μέλλ. ἀριθμήσω[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *Fεργός (ἔργον)]. Αόρ. ἠρίθμησαἀργύριον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέσ. & παθ. παρ. ἠριθμούμηνχρήματα: τοῦτο δρῶσιν τοῦ ἀργυρίου χάριν Μέσ. μέλλ. ἀριθμήσομαι= το κάνουν αυτό για χάρη των χρημάτων. με παθ. σημ. «θα αριθμηθώ»ΝΕ πβ. τα τριάντα αργύρια του Ιούδα. Παθ. μέλλ. ἀριθμηθήσομαι[παράγ. λ. ἄργυρος + παρ. επίθ. -ιον]. Παθ. παρακ. ἠρίθμημαιἄργυρος, -ύρου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 1. απαριθμώ κάτι, το μετρώ.ασήμι. 2. πληρώνω: οὐ τοὺς πλεῖστον ἀριθμοῦντας παράγ. ἀργύριον, σύνθ. ἀργυρότοξος. χρυσίον θαυμάζει = δε θαυμάζει όσους τονΝΕ άργυρος. πληρώνουν με μεγάλα χρηματικά ποσά.[παράγ. λ. ἀργὸς «λαμπερός» + παρ. επίθ. -υρός ΝΕ αριθμώ (με σημ. 1).> ἀργυρός > ἄργυρος με ανέβασμα του τό- [παράγ. λ. ἀριθμ-ός + παρ. επίθ. -έω].νου]. ἀριστάω -ῶ ΡΗΜΑἄρδην ΕΠΙΡΡΗΜΑ Παρατ. ἠρίστωνπαντελώς: πᾶσαν πόλιν ἄρδην ἀπόλλυμι = Μέλλ. ἀριστήσωκαταστρέφω κάθε πόλη παντελώς. Αόρ. ἠρίστησαΝΕ άρδην. Παρακ. ἠρίστηκα[με τη σημ. «στον αέρα, σηκωτά» *ἀρ- (από ό- Παθ. παρακ. ἠρίστημαιπου *ἀρ-jω > αἴρω «σηκώνω») + παρ. επίθ. -ην,πβ. βά-δην]. παίρνω το μεσημεριανό γεύμα: μήτ’ ἀριστᾶνἀρέσκω ΡΗΜΑ ἐπιθυμεῖς = μήτε να πάρεις το μεσημεριανό φαγητό σου επιθυμείς. Παρατ. ἤρεσκον [παράγ. λ. ἄριστ-ον + παρ. επίθ. -άω]. Μέλλ. ἀρέσω ἀριστοκρατία, -ίας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Αόρ. ἤρεσα το πολίτευμα που δίνει την εξουσία στα υψη- Μέσ. μέλλ. ἀρέσομαι λής καταγωγής άτομα, στους ευγενείς. Μέσ. αόρ. ἠρεσάμην ΝΕ αριστοκρατία. Παθ. αόρ. ἠρέσθην [σύνθ. λ. ἄριστοι + κρατέω + παρ. επίθ. -ία,1. συμμορφώνομαι: ἀρέσκω τρόποις τινός = πβ. μεταγεν. ἀριστοκράτης].συμμορφώνομαι με τους τρόπους κάποιου. ἄριστον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ2. για πράγματα ευχαριστώ: τοῖς πρέσβεσιν ἤ- αρχικά το πρόγευμα ( ἀριστοποιέω) καιρεσκεν τοῦτο = ευχαριστούσε τους πρέσβεις κατόπιν το μεσημεριανό φαγητό: εἰργάζοντοτούτο. μέχρις ἀρίστου = δούλευαν ως την ώρα του3. παθ. φωνή ἀρέσκομαι είμαι ευχαριστημένος: μεσημεριανού φαγητού.τοῖς λόγοις τοῖς ἀπὸ σοῦ ἀρέσκομαι = είμαι [*αἰερι-δ-τον, όπου *αἰερι = ἦρι επίρρ. «πρωί»ευχαριστημένος με τα λόγια σου. (πβ. ποιητ. ἠέρ-ιος «πρωινός», δ- < ἐδ- (ἔδ-ο-4. μετοχή ενεστώτα ἀρέσκων, -ουσα, -ον αρε- μαι «θα φάγω», μέλλ. του ἐσθίω) + παρ. επίθ.στός, ευπρόσδεκτος: μηδέν μὴ ἀρέσκον λέγω -τον].= δε λέω τίποτε που δεν είναι αρεστό. ἀριστοποιέω -ῶ ΡΗΜΑ παράγ. ἀρεστός, σύνθ. εὐάρεστος, δυσάρε- 1. παρασκευάζω το πρόγευμα.στος. ΝΕ αρέσω (με τη σημ. 2). 2. μέση φωνή ἀριστοποιοῦμαι προγευματίζω.[*ἀρ-, ἀρε- (ίσως συγγεν. με μτχ. ἄρ-μενος «ευ- [σύνθ. λ. ἄριστον + ποιέομαι].χάριστος» του ρ. ἀραρίσκω) + παρ. επίθ. -σκω]. ἀρκέω -ῶ ΡΗΜΑἀρετή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρατ. ἤρκουν1. ικανότητα κάθε είδους, το ιδανικό σε σχέση Μέλλ. ἀρκέσωμε κάποιον ή κάτι, επιδεξιότητα, τελειότητα, Αόρ. ἤρκεσατελείωση: ῥήτορος ἀρετὴ τἀληθῆ λέγειν = το Παθ. ενεστ. ἀρκοῦμαιιδανικό για το ρήτορα είναι να λέει την αλή- Παθ. μέλλ. ἀρκεσθήσομαιθεια. 54
  • 53. Παθ. αόρ. ἠρκέσθην [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *ραγ- (ἐρ-ράγ-ην < ῥήγνυ- Παθ. παρακ. ἤρκεσμαι μι) + παρ. επίθ. -ής].αρκώ, επαρκώ, είμαι αρκετός. ἄρρην, -ην, -εν ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἀρκετός, σύνθ. αὐτάρκης, ὀλιγαρ- αρσενικός.κής. [*ἀρσεν-, ομόρρ. με αρχ. περσ. aršan– «αρσε-ΝΕ αρκώ. νικός»].[*αρκ-, ΙΕ αρχής]. ἀρτάω -ῶ ΡΗΜΑἁρμόττω ΡΗΜΑ Παρατ. ἤρτωνο κοινός τύπος είναι ἁρμόζω Μέλλ. ἀρτήσω Παρατ. ἥρμοττον Αόρ. ἤρτησα Μέλλ. ἁρμόσω Παρακ. ἤρτηκα Αόρ. ἥρμοσα Παθ. αόρ. ἠρτήθην Παρακ. ἥρμοκα Παθ. παρακ. ἤρτημαι Μέσ. μέλλ. ἁρμόσομαι 1. κρεμώ. = κρεμάννυμι. 2. παθ. φωνή ἀρτῶμαι Μέσ. αόρ. ἡρμοσάμην (ἔκ τινος) εξαρτώμαι (από κάποιον/κάτι). Παθ. αόρ. ἡρμόσθην παράγ. ἄρτησις, σύνθ. ἀναρτάω, ἐξαρτάω, Παθ. παρακ. ἥρμοσμαι προσαρτάω.1. συνενώνω. 2. τακτοποιώ. ΝΕ σύνθ. εξαρτώμαι (με τη σημ. 2).3. ως απρόσωπο ἁρμόττει αρμόζει. [πιθ. *αρ- (ἀρ-αρ-ίσκω «ενώνω, προσαρμό-4. μετοχή ἁρμόττων, -ουσα, -ον κατάλληλος. ζω») + παρ. επίθ. -τ-άω]. παράγ. ἁρμοστής, ἁρμόδιος, σύνθ. προσ- ἄρτι ΕΠΙΡΡΗΜΑαρμόζω, συναρμόζω. 1. μόλις πριν από λίγο, τώρα δα: τέθνηκενΝΕ αρμόζω (με τη σημ. 3). ἄρτι = πέθανε τώρα δα. 2. αμέσως.[παράγ. λ. ἁρμός + παρ. επίθ. -ζω]. [*αρτ-, συγγεν. με αρμ. ard «πρόσφατος» + -ι,ἀρόω -ῶ ΡΗΜΑ πβ πέρυσ-ι]. Μέλλ. ἀρόσω ἀρχή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Αόρ. ἤροσα 1. αρχή: ἀρχήν τινος ποιοῦμαι = κάνω αρχή Παθ. ενεστ. ἀροῦμαι κάποιου πράγματος. Παθ. αόρ. ἠρόθην 2. εξουσία: ἀρχὴ ἄνδρα δείξει = η εξουσία θα Παθ. παρακ. ἀρήρομαι δείξει το χαρακτήρα του ανθρώπου. μετέχωοργώνω. κρίσεως καὶ ἀρχῆς = συμμετέχω στη δικαστι- παράγ. ἄροσις, ἀρόσιμος, ἄροτος, ἄρο- κή και εκτελεστική εξουσία.τρον «αλέτρι». 3. κράτος, βασίλειο: Κύρου ἀρχή = το βασί-ΝΕ αλέτρι (< *ἀρότριον < ἄροτρον). λειο του Κύρου.[*αρ-, λατ. ar-are «οργώνω»]. 4. αἱ ἀρχαὶ οι αξιωματούχοι.ἁρπάζω ΡΗΜΑ παράγ. ἀρχαῖος, ἀρχεῖον, ἀρχαϊκός, ἀρχῆ- Παρατ. ἥρπαζον θεν, σύνθ. ἀρχηγέτης, ἀρχηγός. ΝΕ αρχή (με τις σημ. 1, 2). Μέλλ. ἁρπάσω & ἁρπάσομαι [αβέβ. ετυμ., *ἀρχ-]. Αόρ. ἥρπασα ἄρχω ΡΗΜΑ Παρακ. ἥρπακα Παρατ. ἦρχον Μέσ. αόρ. ἡρπασάμην Μέλλ. ἄρξω Παθ. μέλλ. ἁρπαγήσομαι Αόρ. ἦρξα Παθ. αόρ. ἡρπάσθην & ἡρπάγην Παρακ. ἦρχα & ἡρπάχθην Μέσ. μέλλ. ἄρξομαι Παθ. παρακ. ἥρπασμαι Μέσ. αόρ. ἠρξάμην1. αρπάζω. 2. λεηλατώ: ἁρπάζω πόλεις. Παθ. αόρ. ἤρχθην παράγ. ἁρπαγή, ἅρπαξ, σύνθ. ἀναρπάζω,διαρπάζω, ἐφαρπάζω, συναρπάζω. Παρακ. ἦργμαιΝΕ αρπάζω (με τις σημ. 1, 2). 1. α. στην ενεργ. ή μέση φωνή ἄρχω ή ἄρχομαι[*σαρπ- (ἁρπ-αγή, ἅρπ-αξ, ἅρπ-υια) + -άζω]. ξεκινώ: ἄρχομαι τοῦ πολέμου = ξεκινώ τονἀρραγής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ πόλεμο. ≠ λήγω, παύω. β. ἄρχω με γεν. πράγμα- τος και δοτ. προσώπου, όταν το υποκείμενο είναιάθραυστος. = ἄρρηκτος. ≠ θραυστός. πράγμα γίνομαι η απαρχή, σηματοδοτώ τηνΝΕ λ.χ. αρραγές μέτωπο. αρχή κάποιου πράγματος για κάποιον: νομί- 55
  • 54. ζοντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἄρχειν ἐλευθερίας [προθετ. ἀ- + *στερ-, *στηρ-, πβ. λατ. stella].τῇ Ἑλλάδι = νομίζοντας ότι εκείνη η ημέρα ή- ἄστυ, -εως, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟταν η απαρχή της ελευθερίας για την Ελλά- 1. πόλη. = πόλις. 2. κάτω πόλη (σε αντιδιαστο-δα. λή προς την ἀκρόπολιν).2. κυβερνώ (κάποιον): οἱ ἀρχόμενοι = οι υπή- 3. η πόλη των Αθηνών (σε αντιδιαστολή προς τονκοοι. ἀγρόν, δηλαδή την ύπαιθρο της Αττικής): ἐξ ἄστεως παράγ. ἀρκτέον, ἄρχων, σύνθ. ἐξάρχω. νῦν εἰς ἀγρὸν χωρῶμεν = ας πάμε τώρα από[αβέβ. ετυμ., ἀρχή]. την πόλη (των Αθηνών) στην ύπαιθρο.ἄρχων, -οντος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. ἀστικός, σύνθ. ἀστυνόμος.1. κυβερνήτης, διοικητής, αρχηγός. ΝΕ άστυ (λόγιο, αντί πόλη, λ.χ. «το κλεινόν2. στην Αθήνα οἱ ἐννέα ἄρχοντες. Έτσι χαρα- άστυ», δηλαδή η Αθήνα).κτηρίζονταν ο Ἄρχων (= ο επώνυμος Άρχων), [*Fεστ- (ἑστία), *Fαστυ, αρχ. ινδ. vástu].ο Βασιλεύς, ο Πολέμαρχος και οι έξι Θεσμο- ἀσφαλής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟθέται. Συγκριτικός ἀσφαλέστερος[μετοχή του ἄρχω]. Υπερθετικός ἀσφαλέστατοςἀρωγός, -ός, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ 1. αυτός που δεν πέφτει κάτω, ασάλευτος: ἀ-χρήσιμος για κάτι, ωφέλιμος. σφαλῆ θεῶν νόμιμα = οι νόμοι των θεών είναιΝΕ αρωγός «που συμπαρίσταται, που βοηθεί». ασάλευτοι.[*αρηγ- (πβ. ἀρήγω «βοηθώ», *αρωγ- ΙΕ αρ- 2. πιστός (λ.χ. φίλος).χής]. 3. προφυλαγμένος από κινδύνους, ασφαλής:ἀσθενής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ ἀσφαλὴς ὁδός = ασφαλής δρόμος. Συγκριτικός ἀσθενέστερος παράγ. ἀσφαλίζω, ἀσφάλεια, ἀσφαλῶς, ἀ- Υπερθετικός ἀσθενέστατος σφάλισις, σύνθ. ἀνασφαλής, ἐπισφαλής.1. αδύναμος, ασθενικός: ὁ παντάπασιν ἀσθε- ΝΕ ασφαλής (με τις σημ. 2, 3).νὴς τῷ σώματι = ο εντελώς ασθενικός στο σώ- [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + σφάλλω «ρίχνω κάποιονμα. κάτω»].2. φτωχός: ὅ τ’ ἀσθενὴς ὁ πλούσιός τε = και ο ἅτεφτωχός και ο πλούσιος. αιτιολογική λέξη που συνοδεύει πάντοτε μετοχή.3. ασήμαντος: οὐκ ἀσθενέστατος σοφιστὴς επειδή: ἅτε τῶν ὁδῶν φυλαττομένων = επειδήἙλλήνων ἐστί = δεν είναι ο πιο ασήμαντος οι δρόμοι φρουρούνταν.Έλληνας σοφιστής. [ουδ. πληθ. της αντων. ὅστις, ἥτις, ὅ τι/ὅ,τι]. παράγ. ἀσθένεια, ἀσθενέω, ἀσθενόω, ἀ- ἄτοπος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟσθενῶς, σύνθ. ἐξασθενέω. Συγκριτικός ἀτοπώτεροςΝΕ ασθενής (με τις σημ. 1 και 2, και «άρρω- Υπερθετικός ἀτοπώτατοςστος», που στα αρχαία δηλωνόταν λ.χ. με το 1. παράδοξος, ασυνήθιστος: δοῦλοι τῶν ἀεὶνοσῶν). ἀτόπων = δέσμιοι σε παραδοξότητες.[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *σθεν- (σθένω) + παρ. ε- 2. απρόσωπο ἄτοπόν ἐστι είναι παράλογο.πίθ. -ής]. ΝΕ άτοπος.ἀσπάζομαι ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + τόπος]. Παρατ. ἠσπαζόμην Ἄτροπος, -όπου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέλλ. ἀσπάσομαι μία από τις τρεις Μοίρες, που ήταν αρμόδια Αόρ. ἠσπασάμην στο να διατηρεί ἄτροπον, δηλ. αμετάτρεπτο,1. χαιρετώ: πόρρωθεν ἠσπάζοντό με = με χαι- αναλλοίωτο, το χαρακτήρα της μοίρας τουρετούσαν από μακριά. κάθε ανθρώπου ( Λάχεσις & Κλωθώ).• στις κατακλείδες επιστολών ἀσπάζομαι ὑμᾶς αὖ ΕΠΙΡΡΗΜΑ ἐγὼ Τέρτιος ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν ἐν 1. ξανά, πάλι, ακόμη μια φορά. Κυρίῳ = σας στέλνω τους χαιρετισμούς μου 2. συχνά συνοδεύει το δὲ αφετέρου, από την εγώ, ο Τέρτιος, που έγραψα την επιστολή. άλλη πλευρά: ὁ μὲν ἥμαρτεν... ὁ δ’ αὖ κατειρ- παράγ. ἀσπασμός, ἄσπασμα, ἀσπασίως, γάσατο = ο ένας αστόχησε... από την άλλη ό-σύνθ. ἀντασπάζομαι. μως ο άλλος το σκότωσε (το λιοντάρι).ΝΕ ασπάζομαι «φιλώ, συμφωνώ». [*αυ-, πβ. λατ. aut, autem «πάλιν»].[αβέβ. ετυμ., ίσως προθ. ἀ- + σπάω]. αὖθις ΕΠΙΡΡΗΜΑἀστήρ, -έρος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ πάλι, ξανά: αὖθις πρὸς τοὺς Μεγαρέας ἐπο-αστέρι. λέμησαν = πολέμησαν πάλι εναντίον των Με-ΝΕ αστέρι. γαρέων. 56
  • 55. [παράγ. λ. αὖ + παρ. επίθ. -θις]. με; β. ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου ή ἀπὸ ταὐτομάτουαὐλέω -ῶ ΡΗΜΑ τυχαία, κατά τύχη.παίζω τον αυλό. παράγ. αὐτομάτως, αὐτοματίζω. παράγ. αὔλησις, αὐλητρίς, αὐλητής, σύνθ. ΝΕ αυτόματος (με τη σημ. 1).ἐπαυλέω, συναυλέω. [σύνθ. λ. αὐτός + *μα- (< μέ-μον-α < μιμνή-[παράγ. λ. αὐλός + παρ. επίθ. -έω]. σκω) + -τος].αὐλητρίς, -ίδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ αὐτός, -ή, -ὸ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑαυλήτρια. οριστική και επαναληπτική αντωνυμίαΝΕ αυλήτρια, αυλητρίδα. 1. ως οριστική αντωνυμία ο ίδιος: αὐτὸς ἐγώ =[παράγ. λ. αὐλέω + παρ. επίθ. -τρίς < *-τηρίς]. εγώ ο ίδιος. ὁ βασιλεὺς αὐτὸς ἦλθε = ήλθε ο ί-αὔξω & αὐξάνω ΡΗΜΑ διος ο βασιλιάς. Παρατ. ηὖξον & ηὔξανον 2. μόνος: ἐάν τις ἄνευ τοῦ σίτου τὸ ὄψον αὐ- Μέλλ. αὐξήσω τὸ ἐσθίῃ... = αν κάποιος τρώει το κρέας μόνο Αόρ. ηὔξησα του χωρίς ψωμί... Παρακ. ηὔξηκα 3. σε πτώση δοτική με ουσιαστικό μαζί με κά- Μέσ. & παθ. αὔξομαι & αὐξάνομαι ποιον ή κάτι: ναῦς τέτταρας αὐτοῖς ἀνδράσιν ενεστ. εἷλον = έπιασαν τέσσερα καράβια μαζί με Μέσ. & παθ. ηὐξόμην & ηὐξανόμην τους άντρες τους (μαζί με το πλήρωμά τους). παρατ. 4. ως επαναληπτική αντωνυμία χρησιμοποιείται μόνον στις πλάγιες πτώσεις ως αντωνυμία του γ΄ Μέσ. μέλλ. αὐξήσομαι προσώπου, για να επαναλάβει ένα ουσιαστικό Παθ. μέλλ. αὐξηθήσομαι που έχει αναφερθεί προηγουμένως στην πρόταση. Παθ. αόρ. ηὐξήθην Γι’ αυτό λέγεται επαναληπτική αντωνυμία αυτός: Μέσ. & παθ. ηὔξημαι ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ (δηλ. τοῦ βασι- παρακ. λέως) = ο βασιλιάς και όσοι είναι μαζί του. Μέσ. & παθ. ηὐξήμην 5. με το άρθρο ὁ αὐτός, ἡ αὐτή, τὸ αὐτὸ & με υπερσ. κράση αὑτός, αὑτή, ταὐτὸ(ν) ο ίδιος, η ίδια,αυξάνω, μεγαλώνω. το ίδιο: ἀεὶ τὰ αὐτὰ λέγει = λέει πάντοτε τα ί-ΝΕ αυξάνω, αυξάνομαι. δια πράγματα.[*αFεκσ-, λατ. augeō «αυξάνω»]. ΝΕ αυτός (με τη σημ. 4).αὔριον ΕΠΙΡΡΗΜΑ [αβέβ. ετυμ., πιθ. αὖ, αὖτε + -τός].αύριο: αὔριον τηνικάδε = αύριο τέτοια ώρα. αὐτουργός, -ός, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. αὐρίζω, αὐρινός. αυτός που καλλιεργεί τη γη μόνος του, χωρίςΝΕ αύριο. τη βοήθεια σκλάβων.[παράγ. λ. *αυσρ- (συγγεν. με ἕως «αυγή» = αι- ΝΕ αυτουργός στη φρ. ηθικός αυτουργός.ολ. αὔως, δωρ. ἀώς, ἀFώς) + παρ. επίθ. -ιον, [σύνθ. λ. *αὐτοFεργός < αὐτός + *Fεργ- (ἐρ-πβ. λιθ. aušrá «αυγή»]. γάζομαι, ἔργον) + παρ. επίθ. -ός].αὐτίκα ΕΠΙΡΡΗΜΑ ἀφαιρέω -ῶ ΡΗΜΑ1. αμέσως: ταῦτα εἶπε καὶ αὐτίκα ἄγγελον ἔπεμ- Μέσ. παρακ. ἀφῄρημαιπε = τα είπε αυτά και αμέσως έστειλε αγγελια- με μέση σημ. «έχω αφαιρέσει»φόρο. Για τους άλλους χρόνους αἱρέω -ῶ2. με ελαφρά χροιά μέλλοντος όπου να ᾿ναι, σε λί- 1. αφαιρώ, παίρνω.γο: αὐτίκα ἐπισκεψόμεθα εἰ... = θα εξετάσουμε 2. μέση φωνή ἀφαιρέομαι -οῦμαι αφαιρώσε λίγο εάν... (παίρνω) κάτι για τον εαυτό μου: ἀφαιροῦ-3. για παράδειγμα: εἰ γάρ τις αὐτίκα εἴποι... = μαι τοὺς τούτου παῖδας τὴν δωρεάν = αφαι-αν για παράδειγμα έλεγε κάποιος... ρώ από τα παιδιά αυτού τη δωρεά (για να τη[αὐτ-ός + -ίκα, όπως την-ίκα, ἡν-ίκα]. χρησιμοποιήσω προς όφελός μου).αὐτόματος, -ματος & -μάτη, -ματον ΕΠΙΘΕΤΟ [σύνθ. λ. ἀπό + αἱρέω].1. για γεγονότα αυτός που γίνεται μόνος του, ἀφανής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟχωρίς εξωτερική επενέργεια: ἀπό τινος αἰτίας Συγκριτικός ἀφανέστεροςαὐτομάτης = από κάποια αιτία που ενεργεί Υπερθετικός ἀφανέστατοςαπό μόνη της (και δεν επιβάλλεται από έξω). 1. κρυμμένος και άρα αθέατος. = ἀόρατος.2. α. τὸ αὐτόματον τυχαίο περιστατικό, τύχη: 2. άγνωστος: σὺν ἀφανεῖ λόγῳ = με άγνωστητοὺς θεοὺς χρὴ ἢ τὸ αὐτόματον αἰτιᾶσθαι; = κατηγορία. 3. για πρόσωπα άσημος. = ἄσημος.πρέπει τους θεούς ή την τύχη να κατηγορού- παράγ. ἀφάνεια, ἀφανῶς. 57
  • 56. ΝΕ αφανής (με τις σημ. 1, 3). 3. αθωώνω: ἀφίημί τινα φόνου = αθωώνω[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *φαν- (ἐ-φάν-ην < φαίνο- κάποιον από την κατηγορία του φόνου. = ἀ-μαι) + παρ. επίθ. -ής]. πολύω «αθωώνω».ἀφανίζω ΡΗΜΑ 4. διαλύω το γάμο μου, άρα χωρίζω. = δια- Παρατ. ἠφάνιζον ζεύγνυμι. Μέλλ. ἀφανιῶ 5. παραμελώ: ἀφίημι τὰ θεῖα = παραμελώ τις Παρακ. ἠφάνικα θρησκευτικές υποθέσεις.1. αποκρύπτω: ἀφανίζω τὸ συμφορώτατον = 6. επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι: ἀφίη-αποκρύπτω τα πιο μεγάλα συμφέροντα. μί τινα ἀποπλεῖν = επιτρέπω σε κάποιον να2. καταστρέφω εντελώς: ὅλως ἀφανίζω τὰ ἱε- αποπλεύσει.ρά = καταστρέφω εντελώς τα ιερά. = δῃόω παράγ. ἄφεσις, ἀφέτης, ἀφετηρία, σύνθ.«λεηλατώ». συναφίημι.3. παθ. φωνή ἀφανίζομαι εξαφανίζομαι: ὑπο- ΝΕ αφήνω «εγκαταλείπω, επιτρέπω κτλ.».βρύχιος ἠφανίσθη = εξαφανίστηκε κάτω από [σύνθ. λ. ἀπό + ἵημι].την επιφάνεια της θάλασσας. ἀφικνέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ παράγ. ἀφανισμός, ἀφάνισις, σύνθ. συνα- Για τους χρόνους ἱκνέομαιφανίζω. φθάνω: ἀφίκοντο οἱ πρέσϐεις οἴκαδε = έφθα-ΝΕ αφανίζω (με τις σημ. 2, 3). σαν οι πρέσβεις στην πατρίδα τους.[σύνθ. λ. ἀφανής ( ἀφανής) + παρ. επίθ. = ἥκω «έχω φτάσει».-ίζω]. παράγ. ἄφιξις.ἄφατος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ [σύνθ. λ. ἀπό + ἱκνέομαι].ανέκφραστος, απερίγραπτος: ἄφατα χρήματα ἀφίστημι ΡΗΜΑ= απερίγραπτα χρηματικά ποσά. = ἄρρητος. Για τους χρόνους ἵστημι παράγ. ἀφάτως. 1. απομακρύνω κάποιον.ΝΕ άφατος «με κλειστό στόμα». 2. στην παθ. φωνή και στους αμετάβ. χρόνους της[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + φατός (< φημί + παρ. επίθ. ενεργ. (ἀπέστην, ἀφέστηκα ἵστημι) ἀφίσταμαι–τός)]. α. απέχω από κάποιον/κάτι: ἀφίσταμαι κιν-ἄφθονος, -ος, -ον (Α) ΕΠΙΘΕΤΟ δύνου = απέχω από τον κίνδυνο. Συγκριτικός ἀφθονώτερος β. αποστατώ από κάποιον: ἀπέστησαν ἀπὸ & ἀφθονέστερος τοῦ ∆αρείου = αποστάτησαν από το ∆αρείο. Υπερθετικός ἀφθονώτατος γ. αποφεύγω να κάνω κάτι: ἀπέστην τοῦτ’ ἐ- & ἀφθονέστατος ρωτῆσαι σαφῶς = απέφυγα να ρωτήσω αυτόαυτός που δε νιώθει φθόνο. επακριβώς.• επίρρημα ἀφθόνως χωρίς φθόνο: τοὺς ἄλ- [σύνθ. λ. ἀπό + ἵστημι]. λους ἅπαντας ἀφθόνως ἠλευθέρωσεν = ε- ἄφρων, -ων, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ λευθέρωσε όλους τους άλλους χωρίς κανέ- Συγκριτικός ἀφρονέστερος να φθόνο. Υπερθετικός ἀφρονέστατος[στερητ. ἀ- + *φθον- (< φθονέω) + παρ. επίθ. -ος]. ανόητος, ηλίθιος.ἄφθονος, -ος, -ον (Β) ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἀφροσύνη, ἀφρόνως.1. παθητικό αυτός που προσφέρεται σε αφθο- ΝΕ πβ. η παραβολή του άφρονος πλουσίου.νία, άφθονος. [σύνθ. λ. στερ. ἀ- + φρήν].2. ενεργητικό αυτός που προσφέρει άφθονα. Ἀχέρων, -οντος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. ἀφθονία, ἀφθόνως. ποταμός στον Κάτω Κόσμο.ΝΕ άφθονος (με τη σημ. 1). ΝΕ Αχέροντας.[σύνθ. λ. αθροιστ. ἀ- + φθον- (συγγεν. του ἀφ- [ουδ. *ἄχερος «βάλτος, λίμνη», ομόρρ. με αρχ.νειὸς «πλούσιος» και εὐθ-ηνὸς «φτηνός, διότι σλαβ. jezero «λίμνη», λιθ. ēžeras].προσφέρεται σε αφθονία», εὐθ-ενέω «προσφέ- ἄχθομαι ΡΗΜΑρομαι σε αφθονία, αφθονώ», ΙΕ *gwh > φ/θ, Παρατ. ἠχθόμην*gwhen- < ελλ. (ἀ)φνε(ιός) - (εὐ)θην(ός), πβ. αρχ. Μέσ. μέλλ. ἀχθέσομαιινδ. ghaná- «πυκνός, παχύς», λιθ. ganà «αρκε- Παθ. μέλλ. ἀχθεσθήσομαιτός»]. με μέση σημ. «θα στενοχωρηθώ»ἀφίημι ΡΗΜΑ Παθ. αόρ. ἠχθέσθην Για τους χρόνους ἵημι με μέση σημ. «στενοχωρήθηκα»1. ρίχνω με δύναμη. Παθ. παρακ. ἤχθημαι2. ελευθερώνω. = ἀπολύω. με μέση σημ. «έχω στενοχωρηθεί» 58
  • 57. στενοχωριέμαι, ενοχλούμαι: Ἀρίσταρχον στρα- Βτηγοῦντ’ ἄχθομαι = στενοχωριέμαι να είναι ο Β, β, βῆτα, τὸ OΥΣΙΑΣΤΙΚΟΑρίσταρχος στρατηγός. το δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. παράγ. ἀχθηδών «ενόχληση», σύνθ. ἐπά- Κατά την κλασική περίοδο (5oς-4oς αι. π.Χ.) εί-χθομαι, συνάχθομαι. χε τη φωνητική αξία ηχηρού κλειστού φθόγγου[αβέβ. ετυμ., ίσως συγγεν. του ἄγω, πβ. ἄχθ-ος]. και οι αρχαίοι Έλληνες το πρόφεραν ως [b].ἀχρεῖος, -εῖος & -εία, εῖον ΕΠΙΘΕΤΟ • ως αριθμητικό σύμβολο: β΄ = 2, αλλά ͵β = Συγκριτικός ἀχρειότερος 2.000. Υπερθετικός ἀχρειότατος βαβαὶ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑάχρηστος, ασύμφορος: οὐκ ἀπράγμονα ἀλλ’ ως έκφραση έκπληξης ή θαυμασμού ( και πα-ἀχρεῖον νομίζομεν = δεν τον θεωρούμε φιλή- παῑ): βαβαὶ τοῦ λόγου = μπα, μπα, τι λόγος!συχο αλλά άχρηστο. [ηχομιμ.]ΝΕ αχρείος «άχρηστος, ελεεινός» κτλ. βάδην ΕΠΙΡΡΗΜΑ[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *χρει- (< χρειόω «είμαι χρή- με βήμα πορείας, βαδίζοντας: βάδην ταχύ = μεσιμος») + παρ. επίθ. -ος]. γρήγορο βηματισμό. ≠ δρόμῳ «τρέχοντας».ἀχρειόω -ῶ ΡΗΜΑ ΝΕ βάδην.αχρηστεύω κάτι. [*βα-δ- < *βα- (< βαίνω) + παρ. επίθ. -ην, πβ.ΝΕ σύνθ. εξαχρειώνω «ταπεινώνω ηθικά, κου- τροχάδ-ην].ρελιάζω». βαδίζω ΡΗΜΑ[παράγ. λ. ἀχρεῖος + παρ. επίθ. -έω]. Παρατ. ἐβάδιζονἄχρι & ἄχρις ΠΡΟΘΕΣΗ/ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΣ Μελλ. βαδιοῦμαιΑ. Ως πρόθεση συντάσσεται με γενική και δηλώ- Αόρ. ἐβάδισανει: Παρακ. βεβάδικα1. χρόνο μέχρι: ἄχρι τῆς σήμερον ἡμέρας = μέ- 1. προχωρώ με βήμα πεζού, βαδίζω. ≠ τρέχω.χρι σήμερα. 2. πηγαίνω κάπου: οὐδεὶς ἤθελε βαδίζειν =2. τόπο μέχρι: ἄχρι τοῦ Πειραιῶς = μέχρι τον κανένας δεν ήταν πρόθυμος να πάει. ἐπ’ οἰκί-Πειραιά. ας βαδίζω = πηγαίνω στο σπίτι μου.Β. Ως σύνδεσμος συντάσσεται με αναφορική πρό- 3. μεταφορικά αἱ τιμαὶ ἐπ’ ἔλαττον ἐβάδιζον =ταση, για να δηλώσει χρόνο: μέχρι: ἄχρι οὗ ὅδε οι τιμές έπεφταν.ὁ λόγος ἐγράφετο = μέχρι που γράφτηκε αυ- παράγ. βάδισις, βάδισμα, σύνθ. συμβαδί-τό το κείμενο. ζω.[αντιστοιχεί στο μέχρι, πβ. για την ισοδυνα- ΝΕ βαδίζω.μία ἄ-χρι = μέ-χρι αρχ. ἄ-λευρον = μυκην. [παράγ. λ. *βα-δ- (< *βα- < βαίνω) + παρ. επίθ.mereuro = μέ-λευρον]. -ίζω].ἄψυχος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ βαθμός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Συγκριτικός ἀψυχότερος 1. σκαλί, σκαλοπάτι, κατώφλι. Υπερθετικός ἀψυχότατος 2. μεταφορικά μέγεθος, βαθμός.1. αυτός που δεν έχει ψυχή. παράγ. βαθμίς, βαθμηδόν.2. δειλός: ἀψυχότεραι αἱ θήλειαι = τα θηλυκά ΝΕ βαθμός (με τη σημ. 2). Προς τη σημ. 1 συγ-είναι πιο δειλά. ≠ ἀνδρεῖος. γενής σημασιολογικά λέξη είναι η βαθμίδα παράγ. ἀψυχία, ἀψυχέω, ἀψυχεί, ἀψύχως. στη φρ. οι βαθμίδες της ιεραρχίας.ΝΕ άψυχος (με τη σημ. 1 και άλλες σημ.). [παράγ. λ. *βα- (< βαίνω) + σ (πβ. βασ-μός) +[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + ψυχή + παρ. επίθ. -ος]. παρ. επίθ. -μός]. βάθος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 1. βάθος ή ύψος, ανάλογα με την κατεύθυνση προς τα πάνω ή προς τα κάτω: αἰθέρος βάθος = το ύψος της ατμόσφαιρας. Ταρτάρου βάθη = τα βάθη του Κάτω Κόσμου. 2. το βάθος μιας στρατιωτικής παράταξης, σε αντίθεση προς το μέτωπο: τοὺς πρώτους οὐ πλέον ἢ ἐπὶ δώδεκα ἐποίησαν, τὸ βάθος δ’ ἐπὶ πολλῶν = έφτιαξαν το μέτωπο της στρατιωτι- κής παράταξης όχι με περισσότερους από δώ- δεκα στρατιώτες, ενώ το βάθος με πολλούς. 59
  • 58. ΝΕ βάθος (με τις σημ. 1, 2). [ξένη λ., πιθ. αρχ. θρακική].[παράγ. λ. βαθύς + παρ. επίθ. -ος > βάθος, βαλανεῖον, -είου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟπου υποκατέστησε τη λ. βένθος, -ους, τό = ο μπάνιο (το οίκημα): ὑπὸ φειδωλίας οὐδ’ εἰςβυθός της θάλασσας]. βαλανεῖον ἦλθε λουσόμενος = από την τσι-βάθρον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ γκουνιά του δεν ήρθε ούτε στα λουτρά για1. βάση: ἐπειρῶντο τὰ ἀγάλματα ἐκ τῶν βά- να πλυθεί.θρων ἐξανασπᾶν = προσπαθούσαν να αφαι- ΝΕ μπάνιο < ιταλ. bagno < λατ. balnĕum,ρέσουν τα αγάλματα από τα βάθρα τους. balnēum < βαλανεῖον.2. θρανίο σε σχολείο, ή κάθισμα σε βουλευτή- [παράγ. λ. *βαλανε- (πβ. βαλανεύω = θερμαί-ριο: οἱ διδάσκαλοι παρατιθέασιν αὐτοῖς ἐπὶ νω το λουτρό με βαλανίδια) + παρ. επίθ. -ι-τῶν βάθρων ποιήματα = οι δάσκαλοι τους ον].παρουσιάζουν πάνω στα θρανία ποιήματα. βάλανος, -άνου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟοἱ τριάκοντα ἐκάθηντο ἐπὶ τῶν βάθρων = οι βαλανίδι.Τριάκοντα (τύραννοι) κάθονταν στις έδρες σύνθ. βαλανηφόρος.τους. ΝΕ βαλανίδι, βελανίδι.ΝΕ βάθρο. [*βαλανο- < ΙΕ *gwol-eno].[παράγ. λ. *βα- (< βαίνω) + παρ. επίθ. -θρον]. βαλλάντιον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟβαθύς, -εῖα, -ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ σακουλάκι όπου έβαζαν τα χρήματα, πουγκί. Συγκριτικός βαθύτερος ΝΕ βαλάντιο «πορτοφόλι». Υπερθετικός βαθύτατος [αβέβ. ετυμ., πιθανότατα δάν.].1. βαθύς ή ψηλός, ανάλογα με τη θέση του βάλλω ΡΗΜΑπαρατηρητή. Παρατ. ἔβαλλον2. ως προσδιορισμός χρόνου βαθὺ γῆρας = βαθιά Μέλλ. βαλῶγεράματα. ὄρθρος βαθύς = βαθιά ξημερώμα- Αόρ. β΄ ἔβαλοντα, μόλις αρχίζει να χαράζει. Παρακ. βέβληκα παράγ. βαθύνω, σύνθ. βαθύπλουτος. Υπερσ. ἐβεβλήκεινΝΕ βαθύς (με τις σημ. 1, 2). Μέσ. μέλλ. βαλοῦμαι[αβέβ. ετυμ.]. Παθ. μέλλ. βληθήσομαιβαίνω ΡΗΜΑ Μέσ. αόρ. β΄ ἐβαλόμην Παρατ. ἔβαινον Παθ. αόρ. ἐβλήθην Μέλλ. βήσομαι Παθ. παρακ. βέβλημαι Αόρ. ἔβην Παθ. υπερσ. ἐβεβλήμην Παρακ. βέβηκα 1. ρίχνω κάτι εναντίον κάποιου, για να τον Υπερσ. ἐβεβήκειν χτυπήσω, τον χτυπώ: βάλλω τινὰ δόρατι /κε- Παθ. μέλλ. (σε σύνθ.) -βαθήσομαι ραυνῷ = χτυπώ κάποιον με το δόρυ / με κε- Παθ. αόρ. (σε σύνθ.) -εβάθην ραυνό. = παίω, τύπτω, πλήττω, πατάσσω. Παθ. παρακ. (σε σύνθ.) -βέβαμαι 2. γενικά ρίχνω: βάλλω τινὰ ἐν δαπέδῳ = ρί- & -βέβασμαι χνω κάποιον κάτω. βάλλω σπόρον = ρίχνω τοπερπατώ, βαδίζω. σπόρο. = ῥίπτω. παράγ. βάσις, βῆμα, βαθμός, βάθρον, βω- παράγ. βλῆ-μα, βέλ-ος, βελ-όνη, διά-βολ-μός, βάδην, σύνθ. ἀναβαίνω, ἐπιβαίνω, ἀνα- ος, σύνθ. ἀντι-παρα-βάλ-λω, δια-βάλ-λω, ἐπι-βάτης, ἐπιβάτης. βάλ-λω, ἀν-υπέρ-βλη-τος.[*βᾱν-jω, θέματα: βη-, βᾰ-, βᾱ-]. ΝΕ βάζω (ενεστ. από αόρ. έβανα < έβαλα) μεβακτηρία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ σημ. «τοποθετώ». Το σημερινό βάζω οι αρ-1. ραβδί, μπαστούνι. = ῥάβδος. χαίοι το έλεγαν τίθημι.2. μεταφορικά ράβδος, ως σύμβολο εξουσίας: [*βαλ-jω, θέματα βαλ-, βλη-].λαβὼν τὴν βακτηρίαν βαδίζει εἰς τὸ δικαστή- βάναυσος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟριον. αυτός που ασκεί κάποια τέχνη, ο τεχνίτης (σε[παράγ. λ. *βακ- (αβέβ.) + παρ. επίθ. -τηρ + αντίθεση λ.χ. με το γεωργό): ὁ βάναυσος καὶπαρ. επίθ. -ία]. ὁ γεωργικὸς δῆμος = οι τεχνίτες και οι γεωρ-Βάκχος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ γοί. οἱ βάναυσοι ως ουσ. = οι τεχνίτες.κύριο όνομα ο θεός ∆ιόνυσος. παράγ. βαναυσία, βαναυσικός. παράγ. βακχάω -ῶ, βάκχειος/βακχεῖος, ΝΕ βάναυσος «βίαιος, σκληρός».Βάκχη. 60
  • 59. [ίσως (με ανομοιωτική έκπτωση του πρώτου 2. αυτός που δύσκολα μπορεί κανείς να τοναπό τα δύο υ) *βαυν-αυσος < βαῡν-ος «φούρ- αντέξει, οδυνηρός ή ενοχλητικός: βαρεῖανος» + αὔω «καίω», πβ. τον ορισμό για τη λ. ξυμφορά.βαναυσία: πᾱσα τέχνη διὰ πυρός· κυρίως δὲ 3. έντονος, σφοδρός: βαρεῖα ἐπιθυμία.ἡ περὶ τὰς καμίνους = βαναυσία ονομάζεται 4. βαριά οπλισμένος στρατιώτης.κάθε επάγγελμα που χρησιμοποιεί φωτιά και 5. για πρόσωπα αυστηρός, σοβαρός.ιδιαίτερα του σιδηρουργού]. 6. στη μουσική βαρύς ἦχος. ≠ ὀξύς.βαπτίζω ΡΗΜΑ παράγ. βαρέως, βάρος, βαρύνω, βαρύτης, Παρατ. ἐβάπτιζον σύνθ. βαρύθυμος. Μέλλ. βαπτιῶ ΝΕ βαρύς (με τις σημ. 1, 5, 6). Αόρ. ἐβάπτισα [*βαρύ- + -ς, πβ. αρχ. ινδ. gurú-, γοτθ. kaurus]. Παθ. αόρ. ἐβαπτίσθην βασανίζω ΡΗΜΑ Παθ. παρακ. βεβάπτισμαι Παρατ. ἐβασάνιζον1. βυθίζω σε νερό ή σε άλλο υγρό, εμβαπτίζω: Μέλλ. βασανιῶβάπτισον σεαυτόν = μπες μέσα στο νερό. Αόρ. ἐβασάνισα2. βαφτίζω (βουτώντας αυτόν που βαπτίζεται Παθ. αόρ. α΄ ἐβασανίσθηνμέσα στο νερό). Παθ. παρακ. βεβασάνισμαι3. παθητική φωνή βαπτίζομαι βυθίζομαι. 1. δοκιμάζω τη γνησιότητα του χρυσού.• μεταφορικά ὀφλήμασι βεβαπτισμένος = βυ- 2. ελέγχω κάτι ή κάποιον πολύ προσεκτικά: θισμένος στα χρέη. βεβασανισμένος εἰς δικαιοσύνην = που έχει παράγ. βάπτισμα, βάπτισις. δοκιμαστεί η πίστη του στη δικαιοσύνη.ΝΕ βαπτίζω, βαφτίζω (με σημ. 2). 3. ανακρίνω κυρίως δούλο χρησιμοποιώντας[παράγ. λ. βάπτω + παρ. επίθ. -ίζω]. βασανιστήρια.βάπτω ΡΗΜΑ παράγ. βασανιστής. Παρατ. ἔβαπτον ΝΕ βασανίζω (με αλλαγή σημ. «ταλαιπωρώ», Μέλλ. βάψω που είναι επέκταση της σημ. 3). Αόρ. ἔβαψα [παράγ. λ. βάσαν-ος + παρ. επίθ. -ίζω]. Μέσ. μέλλ. βάψομαι βάσανος, -άνου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέσ. αόρ. ἐβαψάμην 1. η πέτρα (λυδία λίθος) με την οποία δοκί- Παθ. αόρ. β΄ ἐβάφην μαζαν τη γνησιότητα του χρυσού, και κατ’ ε- Παθ. παρακ. βέβαμμαι πέκταση ο έλεγχος πράγματος ή προσώπου:1. βυθίζω κάτι σε υγρό: βάπτω εἰς ὕδωρ. πλοῦτος βάσανος ἀνθρώπου τρόπων = ο2. βυθίζω σε βαφή, βάφω: ἔρια βεβαμμένα = πλούτος δείχνει το χαρακτήρα του ανθρώ-μαλλιά (ζώων) βαμμένα. που. παράγ. βαφή, βαφεύς, βάμμα (< *βάφ-μα), 2. βασανιστήριο για να ομολογήσει ένας δού-βαπτός. λος: εἰς βάσανον παραδίδωμι τὸν δοῦλον =ΝΕ βάφω (με τη σημ. 2). παραδίδω το δούλο για να βασανιστεί.[*βάφ-τ-ω, ΙΕ αρχής]. ΝΕ βάσανο.βάρβαρος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ [δάν. από ανατολ. γλώσσα].1. αυτός που είναι ξένος, ξενικός (σε αντίθεση βασιλεύς, -έως, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟμε το ελληνικός): βάρβαρος φωνή = ξένη, βαρ- 1. βασιλιάς.βαρική, γλώσσα. = ξένος. 2. στην Αθήνα ένας από τους ἐννέα ἄρχοντας2. αγενής, απάνθρωπος ή αμόρφωτος: σκαιός ( ἄρχων).ἐστι καὶ βάρβαρος = είναι απαίσιος και α- βασιλίς, -ίδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟπάνθρωπος. βασίλισσα. παράγ. βαρβαρικός, βαρβαρισμός, βαρβα- [παράγ. λ. βασιλ(εύς) + παρ. επίθ. -ίς].ρόομαι -οῦμαι, σύνθ. βαρβαρόφωνος. βάσκανος, -κάνου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝΕ βάρβαρος (με τις σημ. 1, 2). 1. ως ουσιαστικό α. μάγος. β. συκοφάντης.[ηχοποίητη λέξη]. 2. ως επίθ. βάσκανος, -ος, -ον συκοφαντικός,βαρύς, -εῖα, -ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ μοχθηρός.1. αυτός που έχει μεγάλο βάρος, βαρύς. παράγ. βασκανία.≠ ἐλαφρός. ΝΕ βάσκανος στη φρ. βάσκανος οφθαλμός «μάτι που ματιάζει». [πβ. Ησύχιο «βάσκειν· λέγειν, κακολογεῖν», πβ. βά-ζω «λέγω, ομιλώ»]. 61
  • 60. βδελύττομαι ΡΗΜΑ καλύτερος: τὰ βελτίονα προσδοκῶ = ελπίζωο κοινός τύπος είναι βδελύσσομαι στο καλύτερο. Παρατ. ἐβδελυττόμην • γνωμικό βέλτιον (ἐστί) ὑφ’ ἑτέρου ἢ ὑφ’ ἑ- Μέλλ. βδελύξομαι αυτοῦ ἐπαινεῖσθαι = είναι καλύτερα να Αόρ. ἐβδελύχθην σε επαινούν οι άλλοι παρά να επαινείςαισθάνομαι αηδία για το φαγητό, και κατ’ ε- εσύ τον εαυτό σου.πέκταση αποστρέφομαι κάτι. παράγ. βελτίωσις. παράγ. βδελυγμία. ΝΕ βελτίωση.ΝΕ βδελύσσομαι (με την ίδια σημ.). [*βελτ-, ΙΕ αρχής].[ηχοποίητη λέξη, πβ. το ηχοποίητο βδέω = βῆμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟπέρδομαι]. 1. η κίνηση των ποδιών στο βάδισμα, το βή-βέβαιος, -αιος & -αία, -αιον ΕΠΙΘΕΤΟ μα: σπουδῇ βημάτων πορεύεται = προχωρεί1. στερεός: βέβαιον ὄχημα. με γρήγορα βήματα.2. σταθερός, ασφαλής, βέβαιος: ἀρετῆς βέβαι- 2. υπερυψωμένη θέση για τον ομιλητή μιαςαι αἱ κτήσεις = ασφαλή είναι μόνο όσα απο- δημόσιας συνέλευσης: προσελθὼν Περικλῆςκτά κανείς με την αρετή. ἐπὶ βῆμα ὑψηλὸν πεποιημένον, ὅπως ἀκούοι-3. για πρόσωπα αυτός που είναι σταθερός στις το ὡς ἐπὶ πλεῖστον τοῦ ὁμίλου, ἔλεγε τοιάδειδέες και στις αποφάσεις του, αξιόπιστος: βέ- = και αφού ανέβηκε ο Περικλής σε ένα ψηλόβαιος φίλος. βήμα, για να ακούγεται σε όσο γίνεται περισ- παράγ. βεβαίως, βεβαιότης, βεβαιόω, βε- σότερο πλήθος, έλεγε τα εξής.βαιωτικός. παράγ. βηματίζω.ΝΕ βέβαιος. ΝΕ βήμα (και με τις δύο σημ.).[βε-βαι- < βαίνω με εμφατικό διπλασιασμό [*βη- (πβ. βέ-βη-κα < βαίνω) + παρ. επίθ. -μα].συλλαβής]. βία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟβέβηλος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ εξαναγκασμός: βίᾳ = διά της βίας.1. αυτός τον οποίο επιτρέπεται να πλησιάσει παράγ. βιάζω, βίαιος, βιαιότης.και να χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος, σε αντί- ΝΕ βία στη φρ. διά της βίας.θεση με αυτόν που είναι ἱερός: βέβηλον ἄλ- [αντιστοιχεί ακριβώς στο αρχ. ινδ. jiyd- «κυ-σος = προσιτό δάσος (όχι ἱερὸν ἄλσος). ≠ ἄ- ριαρχία», *gwiye-].δυτος. βιάζω ΡΗΜΑ2. για πρόσωπα αυτός που είναι αμύητος στα Παθ. μέλλ. βιασθήσομαιθρησκευτικά μυστήρια: ἑκὰς οἱ βέβηλοι = να Μέσ. αόρ. ἐβιασάμηναπομακρυνθούν οι αμύητοι (από τις τελετές Παθ. αόρ. ἐβιάσθηντων Ελευσινίων μυστηρίων). Παθ. & μέσ. πα- βεβίασμαι παράγ. βεβηλόω. ρακ.ΝΕ βέβηλος «που προσβάλλει τα θεία». 1. μεταχειρίζομαι βία.[*βέ-βη-λος (< βαίνω) = αυτός όπου μπορεί να 2. παθητική φωνή βιάζομαι αναγκάζομαι ναμπει άνθρωπος, βέ-βη-(κα) (παρακ. του βαί- κάνω κάτι: βιαζόμενοι ὑπὸ τῆς προσβολῆςνω) + παρ. επίθ. -λος]. ἱππέων, ἠπείγοντο πρὸς τὸν ποταμόν = επει-βέλτιστος, -ίστη, -ιστον ΕΠΙΘΕΤΟ δή πιέζονταν από την επίθεση του ιππικού, έ-υπερθετικός βαθμός του επιθέτου ἀγαθὸς σπευδαν προς το ποτάμι. = ἀναγκάζομαι.1. πάρα πολύ καλός, άριστος: βέλτιστος ἀ- 3. μέση φωνή βιάζομαι πετυχαίνω κάτι με βίανήρ. τὰ βέλτιστα τῶν πραγμάτων ἐπιθυμοῦ- ή με δυναμικό τρόπο: βιάζομαι τὸν ἔκπλουνσιν = επιθυμούν ό,τι καλύτερο. = κατορθώνω να αποπλεύσω διά της βίας.• γνωμικό δυοῖν κακοῖν προκειμένοιν, τὸ παράγ. βιασμός, βιαστικός. μὴ χεῖρον βέλτιστον = ανάμεσα σε δύο ΝΕ παθ. βιάζομαι «υφίσταμαι βία» και μέσο κακά, θεωρείται καλό το λιγότερο κακό. βιάζομαι «με κατέχει βιασύνη».• ως φιλική προσφώνηση ὦ βέλτιστε = φίλε [παράγ. λ. βία + παρ. επίθ. -άζω]. μου. βιβάζω ΡΗΜΑ2. οἱ βέλτιστοι η αριστοκρατία ως πολιτική Παρατ. ἐβίβαζονπαράταξη ( ἀγαθός, κράτιστος). Μέλλ. βιβῶ (-ᾷς, ᾷ κτλ.)[*βελτ-]. Αόρ. ἐβίβασαβελτίων, -ίων, βέλτιον ΕΠΙΘΕΤΟ Μέσ. μέλλ. βιβῶμαι (-ᾷ, -ᾶται κτλ.)συγκριτικός βαθμός του επιθέτου ἀγαθὸς Παθ. μέλλ. βιβασθήσομαι 62
  • 61. Μέσ. αόρ. ἐβιβασάμην αυτός που μπορεί, που αξίζει να τον ζήσει Παθ. αόρ. ἐβιβάσθην κανείς: βίος οὐ βιωτός = ανυπόφορη ζωή. ≠ ἀ- Παθ. παρακ. βεβίβασμαι βίωτος.μεταβατικό του βαίνω, που χρησιμοποιείται κυρί- παράγ. ἀβίωτος.ως ως β΄ συνθετικό, λ.χ. ἀναβιβάζω [παράγ. λ. βιόω -ῶ + παρ. επίθ. -τός].διαβιβάζω, μεταβιβάζω, στέλνω. βλάξ, βλακός, ὁ, ἡ ΕΠΙΘΕΤΟ[*βι-βάδ-jω > βιβάζω, < *βαδ- (πβ. βάδ-ην, Συγκριτικός βλακίστερος, -α, -ονβαδ-ίζω < *gwnod)]. Υπερθετικός βλακίστατος, -η, -ονβίβλος & βύβλος, -ου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ανόητος, ηλίθιος: βλὰξ ἄνθρωπος. βλὰξ ἵπ-1. ο πάπυρος (το φυτό). 2. ο παπυρικός κύ- πος.λινδρος που ήταν η συνηθισμένη μορφή του παράγ. βλακικός, βλακώδης.βιβλίου στην αρχαιότητα, βιβλίο. 3. υποδιαί- ΝΕ βλάκας.ρεση ενός βιβλίου, κεφάλαιο (λχ. η ιστορία του [*βλᾱ- < *μλᾱ-, πβ. μαλ-ακός].Ηροδότου περιλάμβανε 9 βίβλους). βλαστάνω ΡΗΜΑ παράγ. βίβλινος. Παρατ. ἐβλάστανονΝΕ Βίβλος «η Αγία Γραφή». Μέλλ. βλαστήσω[Βύβλος, ἡ (αρχαία φοινικική πόλη)]. Αόρ. α΄ & β΄ ἐβλάστησα & ἔβλαστονβίος, -ίου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρακ. βεβλάστηκα1. η ζωή, ο τρόπος ζωής του ανθρώπου: ὁ καθ’ Υπερσ. ἐβεβλαστήκεινἡμέραν βίος = η καθημερινή ζωή. ἐν εἰρήνῃ για φυτά φυτρώνω, αυξάνω, αναπτύσσομαι.διάγω τὸν βίον = ζω μια ζωή ειρηνική. βίος [αβέβ. ετυμ.]οὐ βιωτός = ζωή ανυπόφορη. βλασφημέω -ῶ ΡΗΜΑ• γνωμικό βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς Παρατ. ἐβλασφήμουν ἀπανδόκευτος = ζωή χωρίς γιορτή μοιά- Μέλλ. βλασφημήσω ζει με μεγάλη οδοιπορία χωρίς πανδοχείο στη διαδρομή. Αόρ. ἐβλασφήμησα2. τα υλικά μέσα τα απαραίτητα για τη ζωή, Παρακ. βεβλασφήμηκακαι ειδικότερα η περιουσία, το βιος: τὸ πλεῖ- 1. μιλώ με ασέβεια για τα ιερά και τα θεία:στον τοῦ βίου ἐντεῦθεν ἐποιοῦντο = από εδώ βλασφημῶ εἰς θεούς (≠ εὐφημῶ).(από την πειρατεία) απεκόμιζαν τα περισσό- 2. κακολογώ κάποιον ή συκοφαντώ: βλασφη-τερα εισοδήματά τους. μῶ κατά τινος = κατηγορώ κάποιον. παράγ. βιόω -ῶ, σύνθ. βιοδότης. παράγ. βλασφημία, βλάσφημος.ΝΕ ο βίος (με σημ. 1), το βιος (με σημ. 2). ΝΕ βλασφημώ (με τη σημ. 1).[*βιFος, πβ. λατ. vivus, IE *gwey- από όπου [σύνθ. λ. *βλάσ- + φημ-έω (παράγ. φήμη +και ὑγιής, πβ. αρχ. ινδ. gàya- «ζωή»]. παρ. επίθ. -έω)· το σ- του *βλασ- μένει ανερ-βιόω -ῶ ΡΗΜΑ μήνευτο]. Παρατ. ἐβίουν βλέπω ΡΗΜΑ Μέλλ. βιώσομαι Παρατ. ἔβλεπον & μεταγεν. βιώσω Μέλλ. βλέψομαι Αόρ. α΄ & β΄ ἐβίωσα & ἐβίων & μεταγεν. βλέψω Παρακ. βεβίωκα Αόρ. ἔβλεψα Παθ. παρακ. βεβίωμαι Παρακ. βέβλεφα ζω, περνώ τη ζωή μου: βιῶ κοσμίως / παρα- Παθ. αόρ. ἐβλέφθηννόμως. τὰ σοὶ κἀμοὶ βεβιωμένα = οι πράξεις Παθ. παρακ. βέβλεμμαιτης δικής σου και της δικής μου ζωής. = ζήω – κοιτάζω, στρέφω το βλέμμα μου σε κάτι.ζῶ. ≠ ἀποθνῄσκω. παράγ. βλέμμα, βλέψις, σύνθ. διαβλέπω,• γνωμικό βιοῦν ἀλύπως θνητὸν ὄντα οὐ παραβλέπω. ῥᾴδιον = δεν είναι εύκολο να ζήσεις χω- ΝΕ το σημερινό βλέπω αντιστοιχεί όχι στο ρίς λύπες, αφού είσαι θνητός. αρχαίο βλέπω αλλά στο ὁράω -ῶ. παράγ. βιοτή, βιώσιμος, βιωτός, ἀβίωτος, [*γλεπ-, *βλεπ-, συγγεν. με αρχ. σλαβ. glipatiσύνθ. ἀναβιόω -ῶ. «βλέπω»].ΝΕ βιώνω (με αντικ., λ.χ. μια κατάσταση). βλοσυρός, -ὰ & -ός, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ[παράγ. λ. βίος + παρ. επίθ. -όω]. ανδροπρεπής, θαρραλέος, γενναίος: ἔχει βλο-βιωτός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ συρὰν ψυχήν. ΝΕ βλοσυρός «πολύ σοβαρός, άγριος». 63
  • 62. [αβέβ. ετυμ.]. απόφαση έπειτα από σκέψη ή σύσκεψη.βλώσκω ΡΗΜΑ [παράγ. βουλεύ-ω + παρ. επίθ. -μα].ρήμα αυστηρά ποιητικό βουλευτήριον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρατ. ἔβλωσκον αίθουσα συνεδριάσεων. Μέλλ. μολοῦμαι ΝΕ βουλευτήριο. Αόρ. β΄ ἔμολον [παράγ. λ. βουλεύ-ω + παρ. επίθ. -τήριον, πβ. Παρακ. μέμβλωκα βουλευ-τήρ = βουλευ-τής].εύχρηστο στον αόρ. β΄ ἔμολον = ήλθα: μολὼν λα- βουλευτής, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟβέ = έλα να τα πάρεις! στην Αθήνα μέλος της Βουλής των πεντακοσί- σύνθ. αὐτόμολος «που εγκατέλειψε το στρα- ων.τό», ἡ αὐτομολία «εγκατάλειψη της στρατιωτι- ΝΕ βουλευτής.κής τάξης». [παράγ. λ. βουλεύ-ω + παρ. επίθ. -τής].[*μολ-, *βλω-, συγγεν. με σλαβ. iz-moliti βουλεύω ΡΗΜΑ«προκαλώ την εμφάνιση, αναγγέλλω»]. Παρατ. ἐβούλευονβοάω -ῶ ΡΗΜΑ Μέλλ. βουλεύσω Παρατ. ἐβόων Αόρ. ἐβούλευσα Μέλλ. βοήσομαι Παρακ. βεβούλευκα & μεταγεν. βοήσω Μέσ. μέλλ. βουλεύσομαι Αόρ. ἐβόησα Μέσ. αόρ. ἐβουλευσάμην Παρακ. βεβόηκα Παθ. αόρ. ἐβουλεύθηνφωνάζω δυνατά, κραυγάζω. Παθ. παρακ. βεβούλευμαι παράγ. βοητής. 1. αποφασίζω έπειτα από σκέψη ή σύσκεψη:[παράγ. λ. βοά / βοή (ίσως ηχοποίητη) + παρ. ἐξῆν Ἀθηναίοις βουλεῦσαι περὶ Μυτιληναί-επίθ. -άω]. ων = οι Αθηναίοι είχαν δικαίωμα να αποφα-Βοηδρομιών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ σίσουν για την τύχη των Μυτιληναίων.ο τρίτος μήνας του αττικού έτους, που αντι- 2. είμαι μέλος της Βουλής: πέρυσιν ἔλαχονστοιχεί στο διάστημα από 15 Αυγούστου μέ- βουλεύειν = πέρσι κληρώθηκα βουλευτής.χρι 15 Σεπτεμβρίου. Το μήνα αυτόν τελούσαν 3. μέση φωνή βουλεύομαι κρίνω, αποφασίζωτα Ελευσίνια Μυστήρια. (όπως στη σημ. 1): ἄριστα περὶ τῶν οἰκείων[παράγ. λ. βοηδρόμι-ος «που τρέχει σε αντα- βουλεύονται = αποφασίζουν για τις υποθέ-πόκριση μιας βοής (κραυγής), για να παρά- σεις τους με τον καλύτερο τρόπο.σχει βοήθεια» + παρ. επίθ. -ών]. παράγ. βουλευτήριος, βουλευτικός, βου-βορά, -ᾶς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ λευτής, βούλευμα, βούλευσις, σύνθ. ἐπιβου-η τροφή των σαρκοφάγων κυρίως ζώων: ὁ λέ- λεύω, συμβουλεύω.ων χαίρει ὅτι βορὰν ἕξει = το λιοντάρι χαίρε- [παράγ. λ. βουλ-ή + παρ. επίθ. -εύω].ται, γιατί θα έχει τροφή. βουλή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ [*βορ-, βι-βρώ-σκω «τρώω»]. 1. θέληση: ∆ιὸς βουλή. ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀν-Βορέας, -ου, ὁ & στην αττ. διάλ. Βορρᾶς, -ᾶ, ὁ θρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει = άλλα απο-ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ φασίζουν οι άνθρωποι και άλλα διατάζει οκύριο όνομα βόρειος άνεμος, ο Bορράς, το βό- Θεός.ρειο σημείο του ορίζοντα: πρὸς βορρᾶν τινος 2. γνώμη, συμβουλή: οὐ κοινὴ βουλὴ ἡμῖν == προς τo Bορρά ενός τόπου. = ἡ ἄρκτος «ο δεν έχουμε την ίδια γνώμη.Bορράς». ≠ νότος. 3. σύσκεψη. παράγ. βόρειος. 4. συμβούλιο.ΝΕ Βορράς. 5. στην Αθήνα ἡ βουλή η Βουλή των πεντακο-[*βορη-, πβ. σλαβ. gora = βουνό (για τον άνε- σίων.μο που φυσά από τα βουνά), πβ. αρχ. ινδ. σύνθ. βουληφόρος.giri = αρχ. περσ. gairi «βουνό»]. [δωρ. βωλά, αιολ. βολλά < *βολνά, πβ. βούλο-βουκόλος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ μαι].βοσκός βοδιών ( αἰπόλος). βούλησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. βουκολέω «βόσκω βόδια», μετα- θέληση: κατὰ τὴν βούλησιν αὐτοῦ = σύμφωναφορ. «κοιμίζω κάποιον, τον εξαπατώ», βου- με τη θέλησή του.κολικός (λ.χ. βουκολική ποίησις). ΝΕ βούληση.[σύνθ. λ. βοῦς + *kwol-os ( αἰπόλος)]. [παράγ. λ. *βουλη- (πβ. βουλη-τός < βούλο-βούλευμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ μαι) + παρ. επίθ. -σις]. 64
  • 63. βούλομαι ΡΗΜΑ παράγ. βραχύνω, βραχύτης, σύνθ. βραχύ- Παρατ. ἐβουλόμην & ἠβουλόμην βιος, βραχυχρόνιος. Μέλλ. βουλήσομαι ΝΕ στη φρ. διά βραχέων «με λίγα λόγια, σύ- Αόρ. ἐβουλήθην & ἠβουλήθην ντομα». Παρακ. βεβούλημαι [*βραχύ-ς, πβ. αρχ. περσ. merezu «βραχύς»].θέλω: οὐ τοῦτο βούλονται. εἰ βούλει = αν θέ- βροτός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟλεις. = ἐπιθυμέω -ῶ τινος, ἐθέλω. λέξη ποιητική, κυρίως στον ενικό. παράγ. βούλησις, βουλητός, σύνθ. βουλη- ο θνητός άνθρωπος, σε αντίθεση με τον αθά-φόρος. νατο θεό. = θνητός, ἄνθρωπος. ≠ ἀθάνατος,[παράγ. λ. *βουλ- (βουλή) + παρ. επίθ. -ομαι]. θεός.βοῦς, βοός, ὁ, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ • γνωμικό βροτοῖς πέφυκε τὸν πεσόντα λακτί-ταύρος ή αγελάδα. σαι = είναι στη φύση των ανθρώπων να δί- παράγ. βόειος, σύνθ. βουκόλος «που βό- νουν μια κλοτσιά σε όποιον ατυχήσει.σκει αγελάδες», βούκεντρον, βουστροφηδόν. [βροτός, αιολ. τύπος αντί *βρατός· η βασικήΝΕ βόδι και βόιδι (< βοΐδιον). ΙΕ ρίζα είναι *mer- (λατ. morior «πεθαίνω»,[βοῦ-ς < *βωῦ-ς < *gwōu-s, ομόρρ. με αρχ. ινδ. πβ. μόρ-σιμος «που έχει σχέση με το θάνα-gaúh, λατ. bōs, bōvis]. το»)].βουστροφηδὸν & βουστρηδὸν ΕΠΙΡΡΗΜΑ βρῶμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟτρόπος γραφής που ξεκινούσε από αριστερά τροφή, φαγητό, κρέας: σῖτος ἀληλεσμένοςπρος τα δεξιά και συνέχιζε αντίστροφα από καὶ τυρὸς καὶ εἴ τι ἄλλο βρῶμα = αλεσμένοτα δεξιά προς τα αριστερά, όπως κινούνται σιτάρι και τυρί και όποια άλλη τροφή.τα βόδια όταν οργώνουν. [*βρω- (βι-βρώ-σκω «τρώω») + παρ. επίθ. -μα].[παράγ. λ. *βουστροφ- (βοῦς + στροφ- < στρέ- βρῶσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟφω) + παρ. επίθ. -ηδόν, πβ. πρην-ηδόν]. 1. το φαγητό: ἡ βρῶσις καὶ ἡ πόσις = το φα-βραβευτής, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ γητό και το ποτό.κριτής, διαιτητής σε ένα διαγωνισμό. = βραβεύς. 2. η σκουριά (που τρώει το σίδερο): μὴ θη- παράγ. ἡ βραβεία, τὸ βραβεῖον, βραβεύω σαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου«κρίνω κάτι». σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει = μη μαζεύετε θη-ΝΕ βραβευτής «αυτός που βραβεύει». σαυρούς πάνω στη γη που τους αφανίζει ο[αβέβ. ετυμ., πβ. περσ. *mrava- «αυτός που σκόρος και η σκουριά (είπε ο Χριστός).κρίνει το δίκαιο» < αρχ. περσ. mrav(i) «μι- παράγ. βρώσιμος.λώ» = αρχ. ινδ. bravīti]. [*βρω- (βι-βρώ-σκω) + παρ. επίθ. -σις].βραδύς, -εῖα, -ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ βύρσα, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Συγκριτ. βραδύτερος & βραδίων τομάρι, δορά, πετσί. Υπερθ. βραδύτατος & βράδιστος παράγ. βυρσίνη, σύνθ. βυρσοδέψης, βυρ- & βραδίστατος σοπώλης. [άγν. ετυμ., δάν., μη αττικό, καθώς στα αττι-1. αργός: βραδεῖς ἵπποι. ≠ ταχύς. κά δε γίνεται *βύρρα].2. αργός στη σκέψη, βραδύνους: ἐπιλήσμων βωμολόχος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟκαὶ βραδύς = ξεχασιάρης και αργόστροφος. 1. αυτός που περιμένει κοντά στους βωμούς≠ ἀγχίνους. για να του δώσουν ή για να κλέψει ένα κομ-3. αυτός που αργεί, καθυστερεί: σκόπει, ὅ- μάτι κρέας μετά τη θυσία.πως μὴ βραδεῖς γένωνται = πρόσεχε να μην 2. χυδαίος άνθρωπος, και ειδικότερα αυτόςκαθυστερήσουν (στην εκτέλεση της αποστο- που λέει χυδαία αστεία.λής τους). παράγ. βωμολοχέω. παράγ. βραδύτης, σύνθ. βραδύπους. ΝΕ βωμολόχος (με τη σημ. 2).ΝΕ βραδύς (με τις σημ. 1, 2). [σύνθ. *βωμο- (βωμός) + *λοχ- < *λοχάω -ῶ[αβέβ. ετυμ.]. «ενεδρεύω»].βραχύς, -εῖα, - ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ Συγκριτικός βραχύτερος Υπερθετικός βραχύτατοςμικρός, λίγος: ἐν βραχεῖ χρόνῳ = σε μικρόχρονικό διάστημα.• σε εκφράσεις διὰ βραχέων = με λίγες λέ- ξεις. παρὰ βραχύ = παρά λίγο. 65
  • 64. Γ [παράγ. λ. *γαμήλ(ι)- (πβ. γαμήλ-ιος, γαμήλ-Γ, γ, γάμμα, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ευμα «γάμος») + παρ. επίθ. -ών].το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. γὰρ ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΣΚατά την κλασική περίοδο (5ος-4ος αι. π.Χ.) 1. αιτιολογικός διότι, επειδή, γιατί: μηδενὶ συμ-είχε τη φωνητική αξία ηχηρού κλειστού φθόγ- φορὰν ὀνειδίσῃς, κοινὴ γὰρ ἡ τύχη καὶ τὸγου και οι αρχαίοι Έλληνες το πρόφεραν ως μέλλον ἀόρατον = μην κατηγορήσεις κανένα[g]. για τις συμφορές του, γιατί η τύχη είναι ίδια• ως αριθμητικό σύμβολο: γ΄ = 3, αλλά ͵γ = για όλους μας και το μέλλον άγνωστο. 3.000. 2. επεξηγηματικός δηλαδή: ὅμως δὲ λεκτέα ἃγαῖα, γαίης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ γιγνώσκω, ἔχει γὰρ ἡ χώρα πεδία κάλλιστα =ποιητικός τύπος της λέξης γῆ. αλλά όμως πρέπει να πω όσα γνωρίζω, έχειχώμα: γαῖαν ἔχοις ἐλαφράν = ας είναι ελα- δηλαδή η χώρα πολύ ωραίες πεδιάδες.φρό το χώμα σου (ευχή την ώρα που ενταφιάζε- [σύνθ. γε + ἄρα].ται ο νεκρός). γαστήρ, γαστρός, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ• έκφραση γαῖα πυρὶ μειχθήτω = ας ανακα- η κοιλιά και ειδικότερα το στομάχι: γαστρὶ τωθεί το χώμα με τη φωτιά (δηλαδή ας δουλεύων = κοιλιόδουλος, λαίμαργος. γίνει ό,τι θέλει). παράγ. γάστρων «κοιλαράς», σύνθ. γα-[*γαFjα, γῆ, αβέβ. ετυμ.]. στρί-μαργος.Γαῖα, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΝΕ γαστέρα «κοιλιά».κύριο όνομα η μητέρα και σύζυγος του Ουρα- [αβέβ. ετυμ., ίσως από το *γρα-στήρ < γράωνού, μητέρα των Τιτάνων. «χωνεύω»].[*γαFjα, γῆ, αβέβ. ετυμ.]. γε ΕΓΚΛΙΤΙΚΟ ΜΟΡΙΟγαλῆ, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 1. συχνά με αντωνυμίες τουλάχιστον, πάντως,γάτα. εν πάση περιπτώσει: ἔγωγε = εγώ τουλάχι-[*γαλέjᾱ > γαλῆ, ίσως συγγεν. με αρχ. ινδ. στον.girikā «ποντίκι», αρχικά όνομα της νυφίτσας 2. με βεβαιωτική σημασία πάντως: ὅτι ἤκουσάπου ως οικόσιτο ζώο χρησίμευε για το κυνήγι γε ταῦτα, εὖ οἶδα = ότι πάντως τα άκουσατων ποντικιών]. αυτά, είμαι βέβαιος.γαμέω -ῶ ΡΗΜΑ [αβέβ. ετυμ., ΙΕ αρχής]. Παρατ. ἐγάμουν γέγηθα ΡΗΜΑ Μέλλ. γαμῶ (-εῖς, -εῖ κτλ.) παρακ. του ρήματος γηθέω με σημασία ενεστώτα. Αόρ. ἔγημα χαίρομαι: φαιδρὸς καὶ γεγηθώς = εύθυμος και Παρακ. γεγάμηκα χαρούμενος. = χαίρω. ≠ λυπέομαι, ἄχθομαι. Υπερσ. ἐγεγαμήκειν παράγ. γηθοσύνη «χαρά», γηθόσυνος «χα- ρούμενος». Μέσ. μέλλ. γαμοῦμαι [*γᾱθ-, πβ. λατ. gaudeo]. Μέσ. αόρ. ἐγημάμην γελάω ΡΗΜΑ Παθ. αόρ. ἐγαμήθην Παρατ. ἐγέλων Παθ. παρακ. γεγάμημαι Μέλλ. γελάσομαι1. για τον άντρα παίρνω γυναίκα, νυμφεύομαι: & μεταγεν. γελάσωοὗτος γήμας Λυσιδίκην ἐποίησεν παῖδας ἐξ Παθ. μέλλ. γελασθήσομαιαὐτῆς δύο = αυτός, αφού παντρεύτηκε τη Λυ- Αόρ. ἐγέλασασιδίκη, έκανε από αυτήν δύο παιδιά. = ἄγο-μαι γυναῖκα. Παθ. αόρ. ἐγελάσθην2. για τη γυναίκα παθ. φωνή γαμοῦμαι πα- Παθ. παρακ. γεγέλασμαιντρεύομαι: γαμοῦμαι, ἡ τάλαινα, βίᾳ = πα- γελώ: γελῶ ἐπί τινι = κοροϊδεύω κάποιον.ντρεύομαι, η δυστυχισμένη, παρά τη θέλησή ΝΕ γελώ.μου. [*γελ-, συγγεν. με γαλ-ήνη (διαφορετικό φω- παράγ. γαμήλιος, γαμβρός, σύνθ. νεόγα- νήεν, α-ε)].μος. γέλως, -ωτος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ[παράγ. λ. *γάμ- (πβ. γάμ-ος) + παρ. επίθ. -έω]. 1. γέλιο: κινῶ τὸν γέλωτα = προκαλώ το γέλιο.Γαμηλιών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ γέλωτα ὀφλισκάνω = προκαλώ σε βάρος μουο έβδομος μήνας του αττικού έτους (15 ∆ε- τα γέλια.κεμβρίου-15 Ιανουαρίου), εποχή κατά την ο- • έκφραση σαρδάνιον γέλωτα γελῶ = γελώποία τελούνταν συνήθως οι γάμοι. πικρά ή ειρωνικά. 66
  • 65. 2. η αιτία που προκαλεί γέλιο, ο περίγελος: είται στον πληθ. με πολιτική σημασία οἱ γεραιοίγέλως γίγνομαί τινι = γίνομαι περίγελος σε η γερουσία, οι προύχοντες.κάποιον. [*γερα- (πβ. γῆρα-ς, γέρ-ων) + παρ. επίθ. -ιος]. σύνθ. γελωτοποιός, κλαυσίγελως «κλάμα γεραίρω ΡΗΜΑκαι γέλιο μαζί». Μέλλ. γεραρῶΝΕ γέλιο (με τη σημ. 1). τιμώ κάποιον με δώρα και γενικότερα τιμώ:[*γελω- (πβ. γελάω -ῶ) + -ς]. γεραίρω δώροις καὶ πάσαις τιμαῖς = τιμώ μεγένειον, -είου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ δώρα και με όλες τις τιμές.το γένι: παροιμία οὐδὲν ἄλλο πλὴν γένειόν τε παράγ. γεραρός.καὶ κέρατα = μόνο γένια και κέρατα, δηλαδή [παράγ. λ. *γεραρ- (πβ. γεραρός) + παρ. επίθ.πετσί και κόκαλο (για αδύνατο ζώο). -jω > *γεράρ-jω > γεραίρω]. παράγ. γενειάς. γέρας, γέρως, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝΕ γένι. προνόμιο, τιμητικό δικαίωμα.[*γενεF- (< γένυς, -υος, ἡ «σαγόνι») + παρ. ε- παράγ. γεράσμιος, σύνθ. γερασφόρος.πίθ. -ιον]. [γέρα-ς, γῆρα-ς, πβ. αρχ. ινδ. jarás- «ηλικία»].γένεσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ γερουσία, -ας ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ1. αρχή, προέλευση: ἡ γένεσις τοῦ Οὐρανοῦ. η βουλή των γερόντων.2. δημιουργία, κατασκευή: γένεσις πύου. γέ- ΝΕ γερουσία.νεσις ἱματίων. [παράγ. λ. *γεροντ- (πβ. γέρων, -οντος) + παρ.ΝΕ γένεση (με τη σημ. 1). επίθ. -ία > *γερονσία > γερουσία].[*γενε- (< γίγνομαι) + παρ. επίθ. -σις]. γέρων, -οντος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟγενναῖος, -αία, -αῖον ΕΠΙΘΕΤΟ 1. γέροντας: οὕτως ἀνόητος ἐγεγενήμην καὶ Συγκριτικός γενναιότερος γέρων; = τόσο ανόητος έγινα και τόσο γέρα- Υπερθετικός γενναιότατος σα; ≠ νέος, ἔφηβος.1. αυτός που έχει υψηλή, αριστοκρατική, κατα- 2. οἱ γέροντες οι προύχοντες.γωγή. παράγ. γερόντειος, γερουσία.2. για πράγματα καλός στο είδος του: γενναῖα ΝΕ γέρος (με τη σημ. 1).σῦκα. [αρχικά τύπος μετοχής *γεροντ-, πβ. αρχ. ινδ. παράγ. γενναίως, γενναιότης, σύνθ. γεν- járant- = γέρος].ναιοπρεπής. γεύω ΡΗΜΑΝΕ γενναίος (που αντιστοιχεί σημασιολογι- Παρατ. ἔγευονκά όχι στο αρχαίο γενναῖος αλλά στο ἀν- Μέλλ. γεύσωδρεῖος). Αόρ. ἔγευσα[παράγ. λ. γέννα «γέννηση» (< γίγνομαι) + παρ. Μέσ. μέλλ. γεύσομαιεπίθ. -αῖος]. Μέσ. αόρ. ἐγευσάμηνγένος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παθ. παρακ. γέγευσμαι1. συγγένεια εξ αίματος: γένει υἱός = γιος εξ με μέση σημ.αίματος (και όχι από υιοθεσία). 1. κάνω κάποιον να γευτεί κάτι.2. απόγονος ή απόγονοι: ἐκεῖνοι καὶ τὸ γένος 2. μέση φωνή γεύομαι δοκιμάζω κάποια τρο-τὸ ἀπ’ ἐκείνων = εκείνοι και οι απόγονοί φή, γεύομαι: γεύομαι μέλιτος.τους. • γενικότερα δοκιμάζω: γεύομαι πόνων = α-3. φυλή, φύλο: τὸ δωρικὸν γένος. ποκτώ την εμπειρία του μόχθου.4. σύνολο ανθρώπων με την ίδια περίπου η- παράγ. γεῦσις, γεῦμα, σύνθ. ἄγευστος.λικία, γενιά: τὸ χρυσοῦν γένος = η (μυθική) ΝΕ γεύομαι (με τη σημ. 2).γενιά των εκλεκτών ανθρώπων. [*γεύσ-, λατ. gust-are]. παράγ. γενικός. γεωργέω -ῶ ΡΗΜΑΝΕ γένος (με τις σημ. 2, 3). 1. ασχολούμαι με τη γεωργία, είμαι γεωργός:[*γενε-σ- (< γίγνομαι) και με τροπή του ε σε ο ἐγεώργουν ἐν τῇ Νάξῳ.> γένο-ς]. 2. καλλιεργώ: γεωργῶ γῆν/ἀγρόν.γεραιός, -ά, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ [παράγ. λ. γεωργ-ός + παρ. επίθ. -έω]. Συγκριτικός γεραίτερος γῆ, γῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Υπερθετικός γεραίτατος αττικός τύπος του γαῖα1. μόνο στην ποίηση χρησιμοποιείται με τη σημ. 1. η γη, σε αντιδιαστολή προς τον ουρανό ήγέρος, σεβάσμιος. 2. στον πεζό λόγο χρησιμοποι- τη θάλασσα, η στεριά: κατὰ γῆν = από την ξηρά. κατὰ γῆς = κάτω από τη γη. ποῦ γῆς; = 67
  • 66. σε ποιο μέρος της γης; τῆς γῆς ἐκράτουν οἱ 4. για πράγματα παράγομαι: ὁ ἐκ τῆς χώραςΜυτιληναῖοι = τη στεριά είχαν υπό την κατο- γιγνόμενος σῖτος = το σιτάρι που παράγεταιχή τους οι Μυτιληναίοι (σε αντίθεση με τη στη χώρα μας.χρήση της θάλασσας). 5. συμβαίνω: ἐγένετο μάχη = έγινε μάχη. τὸ2. χώρα: ἐκ τῆς ἐμαυτοῦ γῆς = από τη χώρα γενόμενον = το γεγονός.μου. 3. χώμα. • στην ευκτική εκφράζει ευχή γένοιτο = μακά-• έκφραση γῆν καὶ ὕδωρ δίδωμι = δίνω χώ- ρι. εὖ σοι γένοιτο = να είσαι καλά. μα και νερό ως σημείο πλήρους υποτα- 6. με γενική της αξίας αξίζω: ὀβολοῦ γίγνεται = γής. έχει την αξία ενός οβολού. παράγ. γήινος, σύνθ. γηγενής, γήπεδον. 7. το ρήμα γίγνομαι χρησιμοποιείται, όπως καιΝΕ γη (με τις σημ. 1, 2). στα νέα ελληνικά, σε πολλές εκφράσεις: γίγνομαι[*γᾱFjα και γαῖα]. διὰ λόγων = λέγω. δι’ ὀργῆς γίγνομαι = οργί-γηραιός, -ὰ & -ός, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ ζομαι.γέρος. παράγ. γενεά, γένος, γένεσις σύνθ. συγγί-[*γερα- (πβ. γῆρα-ς, γέρ-ων) + παρ. επίθ. -ιος]. γνομαι, παραγίγνομαι, περιγίγνομαι.γῆρας, γήρως, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΝΕ γίνομαι (με τις σημ. 4, 5).η γεροντική ηλικία, τα γεράματα: γῆρας πο- [*γι-γ(ε)ν-ομαι, ομόρρ. με λατ. gignō, πβ. αρχ.λιόν = τα λευκά γεράματα. ≠ νεότης. ινδ. jajána = γέγονα]. παράγ. γηραιός. γιγνώσκω ΡΗΜΑΝΕ γηρατιά. Παρατ. ἐγίγνωσκον[αρχικά γέρας = η γεροντική ηλικία (που εξε- Μέλλ. γνώσομαιλίχθηκε σημασιολογικά σε βραβείο των γηρα- «θα γνωρίσω»τιών, πβ. γέρων) και έπειτα γῆρας με τροπή Αόρ. β΄ ἔγνωντου ε σε η κατά τα αντίθετα ἥβη, ἡβάω]. Παρακ. ἔγνωκαγηράσκω & γηράω ΡΗΜΑ Υπερσ. ἐγνώκειν Παρατ. ἐγήρασκον Παθ. μέλλ. γνωσθήσομαι Μέλλ. γηράσομαι & γηράσω Παθ. αόρ. ἐγνώσθην Αόρ. ἐγήρασα Παθ. παρακ. ἔγνωσμαι Παρακ. γεγήρακα Παθ. υπερσ. ἐγνώσμηνγερνώ, αρχίζω να γίνομαι γέρος. ≠ νεάζω, ἡ- 1. για αισθητηριακή αντίληψη γνωρίζω, αντιλαμ-βάσκω. βάνομαι: ἐγὼ δὲ οἶδα ὅτι γιγνώσκετε αὐτὸν ἅ-• γνωμικό γηράσκω ἀεὶ πολλὰ διδασκόμε- παντες = εγώ ξέρω ότι τον γνωρίζετε όλοι. γνῶ- νος = γερνώ μαθαίνοντας ασταμάτητα θι σαυτόν = γνώρισε τον εαυτό σου (επίγραμμα πολλά πράγματα. στο ναό του Απόλλωνα στους ∆ελφούς). γνόντες σύνθ. ὑπεργηράσκω. οὐδεμίαν σφίσι τιμωρίαν οὖσαν = όταν αντιλή-ΝΕ γερνώ. φθηκαν ότι δεν έχουν καμία βοήθεια.[γῆρα-ς + παρ. επίθ. -σκω]. 2. νομίζω, έχω μια γνώμη: τἀναντία τούτοιςγίγνομαι ΡΗΜΑ γιγνώσκω = έχω την αντίθετη προς αυτά ά- Παρατ. ἐγιγνόμην ποψη. Μέλλ. γενήσομαι 3. στο διάλογο κυρίως ἔγνων = κατάλαβα! Αόρ. β΄ ἐγενόμην παράγ. γνώμη, γνῶσις, γνωστός, ἄγνοια, Παρακ. γέγονα & γεγένημαι σύνθ. ἀναγιγνώσκω, καταγιγνώσκω. Υπερσ. ἐγεγόνειν [*γι-γνώ-σκω, *γνω-, θέματα γνω-, γνο-, ο- & ἐγεγενήμην μόρρ. με λατ. nōscō].αποθετικό ρήμα γλαὺξ & γλαῦξ, γλαυκός, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ1. για πρόσωπα γεννιέμαι: ∆αρείου καὶ Παρυσά- η κουκουβάγια (πουλί με σπινθηροβόλα αστρα-τιδος γίγνονται παῖδες δύο = από το ∆αρείο φτερά μάτια, που ήταν και το σύμβολο της Αθη-και την Παρυσάτιδα γεννιούνται δύο παιδιά. νάς, της θεάς της σοφίας).• κατάγομαι: οὕτως καλῶς καὶ γνησίως γε- • παροιμία ἄγω γλαῦκ’ Ἀθήναζε / εἰς Ἀθή- γόναμεν = από τόσο καλή και ευγενή γε- νας = λέω πολύ γνωστά και επομένως πε- νιά καταγόμαστε. ριττά πράγματα.2. φτάνω: ἐγένετο εἰς Ἀθήνας. σύνθ. γλαυκώδης.3. γίνομαι, αποδεικνύομαι: ἀνὴρ ἀγαθὸς γε- [αβέβ. ετυμ., αν και οι αρχ. γραμματικοί τονοῦ = να φανείς ενάρετος άνθρωπος. συνδέουν με το επίθετο γλαυκός]. 68
  • 67. γλαφυρός, -ά, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ [*γλευφ-, πβ. αρχ. γερμ. klioban «γλύφω»,για πρόσωπα ακριβολόγος, λεπτολόγος: γλα- *gleubh-].φυρὸς νομοθέτης. γλαφυρὰ διάνοια = κριτι- γλῶττα, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟκό μυαλό. ο κοινός τύπος είναι γλῶσσα παράγ. γλαφυρῶς. 1. η γλώσσα ως ανατομικό όργανο ανθρώπουΝΕ γλαφυρός «σαφής, ολοκάθαρος». ή ζώου.[γλαφυ-ρός < *γλυφυ-ρός < γλύφω με ανομοί- 2. η γλώσσα που μιλιέται σε έναν τόπο: βάρ-ωση υ – υ > α – υ]. βαρον γλῶτταν ἱᾶσιν = μιλούν βαρβαρικήγλίσχρος, -α, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ γλώσσα. δωρίδα γλῶτταν ἱᾶσιν = μιλούν δω-1. αυτός που κολλάει σε κάτι και μεταφορικά ρική διάλεκτο.αυτός που επιμένει ενοχλητικά ζητώντας κάτι: ΝΕ γλώσσα (και με τις δύο σημ.).γίγνεται γλίσχρος προσαιτῶν λιπαρῶν τε = [*γλώχ-jα, γλωχὶς «μύτη, αιχμή»].σου κολλάει ζητώντας και παρακαλώντας. γνώμη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ2. φειδωλός, σφιχτοχέρης. ≠ ἀφειδής. 1. σκέψη, κρίση: γνώμην ἱκανός = δυνατός3. για πράγματα μικρός σε μέγεθος, ποσότητα στη σκέψη, μυαλωμένος.ή ποιότητα: γλίσχρον οἰκοδόμημα/δεῖπνον. 2. θέληση, διάθεση, ζήλος: τῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ γνώ-≠ πλούσιος. μῃ = με τη θέλησή του. παρεσκευάζοντο πάσῃ παράγ. γλίσχρων, γλίσχρως. τῇ γνώμῃ = προετοιμάζονταν με πολύ ζήλο.ΝΕ γλίσχρος (με τις σημ. 2, 3). 3. γνώμη, άποψη: Περικλῆς τὴν αὐτὴν γνώ-[*γλι-, πβ. γλίνη «οποιαδήποτε κολλητική ου- μην εἶχεν ὥσπερ καὶ πρότερον = ο Περικλήςσία», πβ. ρωσ. glina «άργιλος»]. είχε την ίδια γνώμη όπως και πριν.γλίχομαι ΡΗΜΑ 4. γνῶμαι γνωμικά, αποφθέγματα.χρησιμοποιείται στον ενεστώτα, τον παρατατικό 5. σκοπός: ἀπὸ τοιᾶσδε γνώμης = με τέτοιοκαι τον αόριστο ἐγλιξάμην επιδιώκω κάτι, επι- σκοπό.θυμώ πολύ: γλίχομαι περὶ ἐλευθερίας = προ- παράγ. γνωμικός σύνθ. γνωμολογῶ «δια-σπαθώ να κερδίσω την ελευθερία. γλίχομαι τυπώνω γνωμικό».τοῦ ζῆν = επιθυμώ να ζήσω. ΝΕ γνώμη (με τη σημ. 3).= βούλομαι, ἐπιθυμῶ, ἐφίεμαι. [*γνω- (γι-γνώ-σκω) + παρ. επίθ. -μη].[*γλι- (< γλίνη) και *γλιχ- (πβ. γλιχὸς «φειδω- γνωρίζω ΡΗΜΑλός») + -ομαι]. Παρατ. ἐγνώριζονγλυκύς, -εῖα, -ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ Μέλλ. γνωριῶ Συγκριτικός γλυκίων & γλυκύτερος Παρακ. ἐγνώρικα Υπερθετικός γλύκιστος 1. κάνω κάτι γνωστό, το γνωστοποιώ: γνώρι- & γλυκύτατος σόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι = δείξε1. γλυκός στη γεύση: γλυκὺ ὕδωρ = το πόσιμο μου, Κύριε, το δρόμο που πρέπει να βαδίσω.νερό. = ἡδύς. ≠ πικρός. • παθ. φωνή γνωρίζομαι γίνομαι γνωστός.2. ευχάριστος: γλυκὺς ὕπνος. 2. ανακαλύπτω κάτι, το γνωρίζω.3. για πρόσωπα αγαπητός: ὦ γλυκύτατε! 3. γίνομαι γνώριμος με κάποιον, τον γνωρί- παράγ. γλυκέως, γλυκύτης. ζω: οὐκ ἐγνώριζον τοὺς ἀνθρώπους τούτους.ΝΕ γλυκός και γλυκύς (με όλες τις σημ.). παράγ. γνώρισις «γνωστοποίηση», γνώρι-[πιθ. από *δλυκ-ύς, πβ. λατ. dulc-is]. σμα «αναγνωριστικό σημάδι», γνωρισμός.γλύφω ΡΗΜΑ ΝΕ γνωρίζω (με τη σημ. 2). Παρατ. ἔγλυφον [*γνω- (γι-γνώ-σκω) + παρ. επίθ. -ρ-ίζω ή ουσ. Μέλλ. γλύψω *γνῶρον (πβ. λατ. ignorō) + παρ. επίθ. -ίζω]. Αόρ. ἔγλυψα γνῶσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέσ. αόρ. ἐγλυψάμην 1. διερεύνηση, ιδιαίτερα η δικαστική: αἱ τῶν Παθ. παρακ. γέγλυμμαι & (σε σύνθ.) δικαστηρίων γνώσεις = οι έρευνες των δικα- ἐξ-έγλυμμαι στηρίων.σκαλίζω με ειδικό όργανο ξύλο, μάρμαρο ή 2. γνώση. ≠ ἄγνοια.μέταλλο: παιδάριον ὂν ναῦς ἔγλυφεν = όταν σύνθ. διάγνωσις, ἀγνωσία, ἀνάγνωσις.ήταν παιδάκι σκάλιζε (στο ξύλο) πλοία. ΝΕ γνώση (με τη σημ. 2). παράγ. γλύπτης, γλυπτός, γλυφίς, γλύφανος [*γνω- (< γι-γνώ-σκω) + παρ. επίθ. -σις]./ γλύφανον και γλυφεῖον, γλαφυρός, σύνθ. το- γόης, -ητος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟκογλύφος. 1. μάγος (που έψαλλε τις μαγικές επωδές μεΝΕ γλύφω. γοερές φωνές). 69
  • 68. 2. απατεώνας: πονηρὸς γόης. μελέτη μιας γλώσσας και ειδικά με τη γραμ- παράγ. γοητικός. ματική της.ΝΕ γόης (με επέκτ. της σημ. 1 «αυτός που μα- ΝΕ γραμματική (με τη σημ. 3).γεύει με την ομορφιά του»). [παράγ. λ. γράμμα, -ατος (< γράφ-ω) + παρ. ε-[*γό- (γοάω «βγάζω κραυγή πόνου, κόπτο- πίθ. -ικός].μαι» + παρ. επίθ. -ης, πβ. πέν-ης, κέλ-ης]. γραμματιστής, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟγοητεία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ δάσκαλος που μαθαίνει στο παιδί τα πρώταμαγεία και με επέκταση απάτη. γράμματα.ΝΕ γοητεία (πβ. το ΝΕ γόης στο προηγού- [παράγ. λ. γραμματίζω + παρ. επίθ. -τής].μενο λήμμα). γραῦς, γραός, ἡ & γραῖα, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ[παράγ. λ. γοητε-ύω + παρ. επίθ. -ία]. γριά γυναίκα.γόνυ, γόνατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. γραώδης. ≠ νεᾶνις.γόνατο: πρὸς τὰ γόνατά τινος πίπτω = πέφτω ΝΕ γραία, γριά.στα γόνατα κάποιου. γόνυ κάμπτω = κλίνω [*γρᾱF-, πβ. διαλ. γραιFία = γραῑα· αρχικάτα γόνατα, γονατίζω. τα γραῡς και γραῑα σήμαιναν «τσίπα του γά- σύνθ. γονυπετής. λακτος», κατόπιν «ρυτίδα του δέρματος»].ΝΕ γόνατο. γραφή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ[*γονF-, ομόρρ. με λατ. genū, αρχ. ινδ. jānu]. 1. ζωγραφική.γοῦν ΜΟΡΙΟ 2. ζωγραφιά.1. με περιοριστική και συμπερασματική χροιά 3. η χρήση γραμμάτων, και κατ’ επέκταση ητουλάχιστον λοιπόν: ἔοικα γοῦν τούτου γε συγγραφή.σοφώτερος εἶναι = τουλάχιστον λοιπόν φαί- 4. ως δικανικός όρος καταγγελία, δίωξη ή δίκηνεται ότι είμαι πιο σοφός από αυτόν. που αφορά αδίκημα που στρέφεται κατά της2. εισάγει παράδειγμα με το οποίο τεκμηριώνεται πόλεως: ἀστρατείας γραφή = δίωξη για ανυ-μια θέση που εκφράστηκε στα αμέσως προηγούμε- ποταξία. Κηφισοφῶντα γραφὴν ἱερῶν χρη-να. τὸν γοῦν ἄλλον χρόνον... = κατά το πα- μάτων ἐδίωκες = δίωκες τον Κηφισοφώνταρελθόν πράγματι... για ιεροσυλία. ≠ δίκη «καταγγελία ή δίκη για[σύνθ. γέ + οὖν]. αδίκημα στρεφόμενο ενάντια σε ιδιώτη».γράμμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΝΕ γραφή (με τη σημ.3).1. ζωγραφιά. [παράγ. λ. γράφ-ω + παρ. επίθ. -ή].2. στοιχείο του αλφαβήτου, γράμμα: γράμ- γράφω ΡΗΜΑματα μανθάνω = μαθαίνω να διαβάζω. Παρατ. ἔγραφον3. στον πληθυντικό γράμματα Μέλλ. γράψωα. τα έγγραφα: τὰ γράμματα τῆς δίκης. β. το Αόρ. ἔγραψασύγγραμμα, το βιβλίο: τὰ τοῦ Ζήνωνος γράμ- Παρακ. γέγραφαματα. γ. νόμοι, κανονισμοί: ἡ κατὰ γράμματα Μέσ. μέλλ. γράψομαιπολιτεία = το πολίτευμα που στηρίζεται σε Παθ. μέλλ. γραφήσομαινόμους. δ. μόρφωση: ἄπειρος γραμμάτων = α- Μέσ. αόρ. ἐγραψάμηνμόρφωτος. Παθ. αόρ. ἐγράφην παράγ. γραμματεύς, γραμματεύω «είμαι Παθ. παρακ. γέγραμμαιγραμματέας», γραμματεῖον «πινακίδα πάνω Παθ. υπερσ. ἐγεγράμμηνστην οποία έγραφαν», γραμματική, γραμμα-τικός «φιλόλογος», σύνθ. γραμματοδιδάσκα- 1. χαράζω γράμματα, και κατ’ επέκταση δια-λος, γραμματοφύλαξ. τυπώνω γραπτώς, γράφω: γράφω ἐπιστολήν.ΝΕ γράμμα (με τη σημ. 2, και γράμματα με • γράφω νόμον / ψήφισμα = προτείνω νό-τη σημ. 3δ). μο / ψήφισμα.[παράγ. λ. γράφ-ω + παρ. επίθημ. -μα]. 2. ζωγραφίζω: ἀνδριάντα γράφω = ζωγραφί-γραμματικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ ζω ένα άγαλμα. εἰκὼν γεγραμμένη. = ζωγρα-1. αυτός που ξέρει πολλά γράμματα, λόγιος, φέω -ῶ.μελετημένος. ≠ ἀγράμματος. 3. μέση φωνή γράφομαι καταγγέλλω: οἱ γρα-2. ως ουσιαστικό, από την ελληνιστική περίοδο ψάμενοι = αυτοί που έχουν καταγγείλει, οικαι μετά γραμματικός φιλόλογος, μελετητής μηνυτές. τοὺς ἀρχαίους θεοὺς οὐ νομίζοντατης γλώσσας και της γραμματείας. ἐγράψατό με = με κατάγγειλε, επειδή δήθεν3. ως ουσιαστικό γραμματική (ενν. τέχνη) ο ε- δεν πιστεύω στους παλιούς θεούς.πιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη 70
  • 69. παράγ. γραφή, γραφεύς, γραφικός, γρα- ∆φίς, γράμμα, γραπτός, σύνθ. ἀναγράφω, ἐπι- ∆, δ, δέλτα, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟγράφω, καταγράφω, συγγράφω. το τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβή-ΝΕ γράφω (με τη σημ. 1). του. Κατά την κλασική περίοδο (5oς-4oς αι.[*γραφ-, ΙΕ αρχής]. π.Χ.) είχε τη φωνητική αξία ηχηρού κλειστούγυμνασίαρχος, -άρχου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ φθόγγου και οι αρχαίοι Έλληνες το πρόφε-Αθηναίος πολίτης που ήταν υπεύθυνος για τη ραν ως [d].γυμναστική εκπαίδευση ή διηύθυνε ένα γυ- • ως αριθμητικό σύμβολο δ΄ = 4, αλλά ͵δ =μνάσιον, δηλαδή γυμναστήριο. 4.000.ΝΕ γυμνασιάρχης «διευθυντής σχολικής μο- δᾳδοῦχος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟνάδας». αυτός που κρατούσε δάδα, συνήθως ως αξιω-[σύνθ. λ. γυμνάσιον + ἄρχω]. ματούχος, όταν τελούνταν τα Ελευσίνια μυ-γυμνάσιον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ στήρια προς τιμήν της θεάς ∆ήμητρας: Καλλί-1. στον πληθυντικό τὰ γυμνάσια οι γυμναστι- ας ὁ δᾳδοῦχος. = δᾳδοφόρος.κές ασκήσεις. παράγ. δᾳδουχέω -ῶ, δᾳδουχία, σύνθ. δᾳ-2. γυμναστήριο, χώρος αθλητικής εκπαίδευ- δοφόρος.σης. [σύνθ. λ. δᾴς, δᾳδό-ς + ἔχω]. σύνθ. γυμνασίαρχος. δαιμόνιον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝΕ γυμνάσια «ασκήσεις», γυμνάσιο (με επέ- 1. η θεία δύναμη: πάντῃ ἀψευδὲς τὸ δαιμόνι-κτ. της σημ. 2 «χώρος για κάθε είδος εκπαί- ον καὶ τὸ θεῖον = η θεία δύναμη και ο θεός εί-δευσης, όχι μόνο αθλητικής»). ναι εντελώς ξένα προς το ψέμα.[παράγ. λ. γυμνασ- (< γύμνασ-ις < γυμνάζω) 2. κατώτερος θεός, κάτι ανάμεσα στους θεούς+ παρ. επίθ. -ιον]. και στους θνητούς: καινὰ δαιμόνια = καινού-γυμνικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ ριες θεότητες (στις οποίες κατηγορούσαν τοαυτός που έχει σχέση με τη γυμναστική, α- Σωκράτη ότι πίστευε).θλητικός: γυμνικὸς ἀγών = διαγωνισμός στη • το θεϊκό πνεύμα που εμπόδιζε το Σωκρά-γυμναστική, αθλητικός διαγωνισμός. τη να κάνει κάτι κακό: τὸ δαιμόνιον κω-[παράγ. λ. γυμνός (*μυγ-νός < *νυγνός, πβ. λύει = με εμποδίζει το δαιμόνιο.λατ. nudus) + παρ. επίθ. -ικός]. 3. στην Καινή ∆ιαθήκη το πονηρό πνεύμα: ἐκ-γυμνόω -ῶ ΡΗΜΑ βάλλω δαιμόνια = διώχνω τα κακά πνεύμα-γυμνώνω, αφαιρώ τα ρούχα ή το κάλυμμα. ≠ τα.ἐνδύω. ΝΕ δαιμόνιο (με τη σημ. 3, αλλά και με τη παράγ. γυμνικός, γυμνῆτες «ελαφρά οπλι- σημ. «τζίνι των παραμυθιών»).σμένοι στρατιώτες του πεζικού», σύνθ. γυ- [ουσιαστικοπ. ουδ. του δαιμόνιος, -ία, -ιον].μνοπαιδίαι, γυμνοσοφισταί. δαιμόνιος, -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟΝΕ γυμνώνω. 1. αυτός που έχει σχέση με το δαίμονα (δηλ.[παράγ. λ. γυμνός + -όω]. το θεό), που προέρχεται από αυτόν, και επο-γυνή, γυναικός, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ μένως ο θαυμαστός: εἰ μή τι δαιμόνιον εἴη =1. γυναίκα. ≠ ἀνήρ. αν δεν είναι κάποια θεϊκή παρέμβαση.• γνωμικό γυνὴ δὲ χρηστὴ πηδάλιόν ἐστ’ οἰ- 2. για πρόσωπα θαυμάσιος, θεϊκός: δαιμόνιος κίας η καλή σύζυγος είναι το τιμόνι του τὴν σοφίαν = έχει θαυμαστή σοφία. σπιτιού. • συχνά στην κλητική και ειρωνικά ὦ δαιμόνιε2. γυναίκα παντρεμένη, σύζυγος. ≠ παρθένος. Γλαύκων = ευλογημένε μου, Γλαύκωνα!3. θνητή γυναίκα. ≠ θεά. ΝΕ δαιμόνιος (με τη σημ. 2) παράγ. γυναικεῖος, γύναιος, γυναικὼν ἡ, [παράγ. λ. δαίμων, -ονος + παρ. επίθ. -ιος].γυναικωνῖτις, σύνθ. γυναικοκρατοῦμαι. δαίμων, -ονος, ὁ, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝΕ γυναίκα (με τις σημ. 1,2). 1. η ακαθόριστη ανώτερη δύναμη που καθο-[*γυνᾱ, αρχ. ινδ. gnā- «γυναίκα, θεά»]. ρίζει την πορεία του ανθρώπου.γύψ, γυπός, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 2. η τύχη ενός ανθρώπου, καλή ή κακή, οι πε-το αρπακτικό πουλί γύπας. ριστάσεις και συνθήκες της ζωής του. σύνθ. γυπώδης. παράγ. δαιμόνιον, δαιμονίως, δαιμονιώ-ΝΕ γύπας. δης, σύνθ. κακοδαιμονέω -ῶ, δεισιδαίμων.[*γυ- (γύαλον «κοιλότητα») + παρ. επίθ. -π-ς ΝΕ δαίμονας (με τη σημ. 3).> γύψ]. [*δαί- (δαί-ω «τεμαχίζω, μερίζω» < *δαF-jω) + παρ. επίθ. -μων]. 71
  • 70. δάκνω ΡΗΜΑ επίθ. -άω, ομόρρ. με αρχ. ινδ. dāpayati «μοι- Παρατ. ἔδακνον ράζω»]. Μέλλ. δήξομαι δᾴς, δᾳδός, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Αόρ. β΄ ἔδακον δαυλός από ξύλο πεύκου. = πυρσός. Παρακ. δέδηχα παράγ. δᾴδινος, δᾳδίον, σύνθ. δᾳδοῦχος, Παθ. μέλλ. δηχθήσομαι δᾳδουχέω. Παθ. αόρ. ἐδήχθην ΝΕ δάδα. Παθ. παρακ. δέδηγμαι [*δαι-Fις < *δαF-jω > δαίω «καίω»].1. δαγκώνω. 2. μεταφορικά, συχνά στην παθ. δασύς, -εῖα, -ὺ ΕΠΙΘΕΤΟφωνή ερεθίζω, πληγώνω την ψυχή κάποιου: Συγκριτικός δασύτεροςδηχθεῖσα κέντροις ἠράσθη… = αφού πληγώ- Υπερθετικός δασύτατοςθηκε από το κεντρί (του έρωτα), ερωτεύτηκε 1. τριχωτός, δασύτριχος: δέρμα αἰγὸς δασύ =τον… δασύτριχο δέρμα κατσίκας. παράγ. δῆγμα «δάγκωμα». 2. αυτός που έχει πυκνό φύλλωμα ή που είναιΝΕ δαγκώνω (από τον αόρ. ἔδακον). καλυμμένος με πυκνόφυλλα φυτά: διὰ τῶν[*δακ- (από *δενκ- «δαγκώνω») + επίθ. -ν-ω]. δασέων = μέσα από πυκνά δάση.δανείζω ΡΗΜΑ 3. για φθόγγους αυτός που προφέρεται με μια Παρατ. ἐδάνειζον άχνα, με μια εκβολή αέρος. Στην αρχαία δα- Μέλλ. δανείσω σέα σύμφωνα ήταν τα θ, φ, χ, που προφέρο- Αόρ. ἐδάνεισα νταν αντίστοιχα ως τ με άχνα, π με άχνα και Παρακ. δεδάνεικα κ με άχνα. ≠ ψιλός «που προφέρεται λιτά και Παθ. αόρ. ἐδανείσθην απέριττα, δηλαδή χωρίς άχνα», λ.χ. τα σύμ- Μέσ. & παθ. δεδάνεισμαι φωνα τ, π, κ). παρακ. «έχω δανείσει» (μέσο) & «έ- παράγ. δασύνω, δασύτης, σύνθ. δασύθριξ χω δανειστεί» (παθητικό) (γεν. δασύτριχος), δασύμαλλος, δασυπώγων1. δανείζω σε κάποιον χρήματα: ἐδάνεισεν «με δασύ γένι».αὐτῷ δισχιλίας δραχμάς = του δάνεισε δύο ΝΕ λόγ. δασύς (και δασύτριχος «με πολλέςχιλιάδες δραχμές. τρίχες»).2. μέση φωνή δανείζομαι παίρνω χρήματα με [*δασύς, ομόρρ. με λατ. densus].δάνειο: ἀποδώσουσιν οἱ δανεισάμενοι τοῖς δαψιλής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟδανείσασι τὸ ἀργύριον = θα επιστρέψουν τα Συγκριτικός δαψιλέστεροςχρήματα στους δανειστές αυτοί που τα δα- Υπερθετικός δαψιλέστατοςνείστηκαν. 1. άφθονος: δαψιλεῖς ἔπαινοι. = ἄφθονος. παράγ. δανεισμός, δανειστής. 2. για πρόσωπα γενναιόδωρος ή σπάταλος: δα-ΝΕ δανείζω και δανείζομαι. ψιλὴς χορηγός.[δάνος, -ους «δώρο, οφειλή» (*δα- < δί-δωμι), παράγ. δαψίλεια, ἡ «αφθονία», δαψιλῶς,*δανεσ-ίζω > δανείζω]. δαψιλεύομαι.δαπανάω -ῶ ΡΗΜΑ [*δαψ- (ἔ-δαψ-α, αόρ. του δάπ-τω «καταβρο- Παρατ. ἐδαπάνων χθίζω») + παρ. επίθ. -ιλής]. Μέλλ. δαπανήσω δὲ ΑΝΤΙΘΕΤΙΚΟ/ΣΥΝ∆ΕΤΙΚΟ ΜΟΡΙΟ Αόρ. ἐδαπάνησα 1. συχνά προηγείται το μέν εξάλλου, από το άλ- Παθ. μέλλ. δαπανηθήσομαι λο μέρος: πρῶτος μέν… δεύτερος δέ. Μέσ. αόρ. ἐδαπανησάμην 2. όταν δεν προηγείται το μὲν, το δὲ λειτουργεί Παθ. αόρ. ἐδαπανήθην α. ως αντιθετικό αλλά: …ἐπ’ ἐλευθερώσει δὲ τῶν Ἑλλήνων παρελήλυθα = …αλλά ήρθα για Παθ. παρακ. δεδαπάνημαι να απελευθερώσω τους Έλληνες. Παθ. υπερσ. ἐδεδαπανήμην β. ως συνδετικό σε επεξηγηματικές προτάσεις δη-1. ξοδεύω, δαπανώ: πάντα ἐκ τῶν ἰδίων ἐδα- λαδή: τὴν νῦν Βοιωτίαν, πρότερον δὲ Καδμη-πανῶμεν = εμείς πληρώναμε όλα τα έξοδα με ίδα γῆν καλουμένην = τη σημερινή Βοιωτία,δικά μας χρήματα. αυτή δηλαδή που την ονόμαζαν παλαιότερα2. μέση φωνή δαπανῶμαι ξοδεύω από τα δικά Καδμεία γη.μου χρήματα. 3. όταν, έπειτα από διακοπή, συνεχίζει κάποιοςΝΕ δαπανώ (με τη σημ. 1). την ομιλία του λέω λοιπόν, που λέτε: χρόνου[παράγ. λ. δαπάνη (*δα-π- «ξοδεύω, τρώγω», δὲ ἐπιγενομένου καὶ κατεστραμμένων πάν-πβ. δα-τέομαι «τεμαχίζω κρέας κτλ.») + παρ. 72
  • 71. των… = αφού πέρασε ο καιρός, που λέτε, και ὀλίγου δεῖ = παρά λίγο, σχεδόν. ἐλαχί-υποδουλώθηκαν όλοι… στου ἐδέησε διαφθεῖραι τὸ πῦρ τοὺςΝΕ δε (λόγιο). Πλαταιεῖς = η πυρκαγιά λίγο έλειψε να[μεταπτωτ. τύπος του δή (*δή-, δή)]. κάψει τους Πλαταιείς.-δε ΕΓΚΛΙΤΙΚΟ ΜΟΡΙΟ 3. με δοτική προσώπου δεῖ μοί τινος = χρειάζο-1. με ονόματα τόπων δηλώνει κίνηση προς έναν μαι κάποιον ή κάτι.τόπο: οἴκαδε = προς την πατρίδα. Ἀθήναζε (< παράγ. το δέον, τα δέοντα, δεόντως.Ἀθήνασδε) = προς την Αθήνα. [*δευσ- «υπολείπομαι, έχω ανάγκη», πβ. δέη-2. με δεικτικές αντωνυμίες επιτείνει τη σημασία σις, δεύ-τερος «που στερείται τη θέση τουτους ὅδε = αυτός εδώ. πρώτου», πβ. αρχ. ινδ. dosa «έχω έλλειψη α-δέδοικα & δέδια ΡΗΜΑ πό κάτι»]. Μέλλ. δείσομαι δείκνυμι & δεικνύω ΡΗΜΑ Αόρ. ἔδεισα Παρατ. ἐδείκνυν & ἐδείκνυον Παρακ. δέδοικα & δέδια Μέλλ. δείξω με σημ. ενεστ. «φοβάμαι» Αόρ. ἔδειξα Υπερσ. ἐδεδοίκειν Παρακ. δέδειχα με σημ. παρατ. «φοβόμουν» Παθ. μέλλ. δειχθήσομαιπαρακείμενος του ρήματος δείδω με ενεστωτική Παθ. αόρ. ἐδείχθηνσημασία. Παθ. παρακ. δέδειγμαι1. φοβάμαι: δέδοικα μή… = φοβάμαι μήπως… Παθ. υπερσ. ἐδεδείγμηνδεδιότες μὴ καταλυθείη ὁ δῆμος = φοβούμε- 1. δείχνω κάποιον ή κάτι: δείκνυμι εἴς τινα =νοι μήπως καταλυθεί η δημοκρατία. ἐδείσατε δείχνω προς το μέρος κάποιου. = δηλόω -ῶ.ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν = φοβηθήκατε για τον εαυ- 2. αποδεικνύω: ἔδειξαν ἕτοιμοι ὄντες = απέ-τό σας. ≠ θαρρέω. δειξαν πως ήταν έτοιμοι.2. με αιτιατική φοβάμαι κάποιον: μήτε αἰσχύ- παράγ. δεῖγμα, δεικτέος, δεικτικός, δεῖξις,νεσθαι δεῖ αὐτὸν μήτε δεδιέναι τοὺς γονεῖς = σύνθ. ἀναδείκνυμι, ἀποδείκνυμι, ἔνδειξις, πα-δεν πρέπει ούτε να ντρέπεται ούτε να φοβά- ράδειγμα.ται τους γονείς του. ΝΕ δείχνω (και με τις δύο σημ.). παράγ. δειλός, σύνθ. δεισιδαίμων. [*δεικ- + παρ. επίθ. -νυ + -μι, πβ. λατ. dicō,[*δFει-, δειλός, με αναδιπλ. δέ-δοι-κα]. αρχ. ινδ. disáti «δείχνω»].δέησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ δείλη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ1. ικεσία. 2. ανάγκη, έλλειψη: κατὰ τὰς δεή- οι πρώτες ώρες του απογεύματος μετά το με-σεις = ανάλογα με τις ανάγκες τους. σημέρι: ἡνίκα δὲ δείλη ἐγένετο = κατά το α-ΝΕ δέηση (με τη σημ. 1). πόγευμα.[παράγ. λ. δε-η- (πβ. δεητικός, δέω, δέομαι παράγ. δειλινός, -ή, -όν.«στερούμαι» < *δευσ-) + παρ. επίθ. -σις]. ΝΕ δείλι (ποιητ.), δειλινό.δεῖ ΡΗΜΑαπρόσωπο ρ. του προσωπικού δέω [ουσιαστικοπ. θηλ. του επιθέτου δείελος· ὀψὲ δύ- Παρατ. ἔδει ων «που δύει αργά», χωρίς σαφή ετυμολογία]. δεῖνα, -ος, ὁ, ἡ, τὸ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ Μέλλ. δεήσει αόριστη αντωνυμία. Αόρ. ἐδέησε πάντα με άρθρο κάποιος: ἐμὸς ἢ τοῦ δεῖνος; = Παρακ. δεδέηκε δικός μου ή κάποιου άλλου; Υπερσ. ἐδεδεήκει • μειωτικά τί δὲ ἔδρασε ὁ δεῖνα; = γιατί τα1. με απαρέμφατο ως υποκείμενο πρέπει: δεῖ με έκανε αυτά ο λεγάμενος;ἐλθεῖν = πρέπει να έρθω. δεῖ ἡμᾶς ἀνδρείους ΝΕ ο δείνα.εἶναι = πρέπει να είμαστε γενναίοι. οἴομαι [αβέβ. ετυμ., κατά τους αρχ. γραμματικούς α-δεῖν... = νομίζω ότι πρέπει… = χρή, προσήκει. πό *ταδεἶνα < *τάδε ἔνα, πβ. για το -εν- ἐ-2. με γενική πράγματος υπάρχει ανάγκη για κεῖν-ος < *ἐ-κεν-jος].κάτι: εὐβουλίας δεῖ = χρειάζεται σύνεση. δεῖ δεινός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟδὴ χρημάτων καὶ ἄνευ τούτων οὐδὲν ἔστι γε- Συγκριτικός δεινότεροςνέσθαι τῶν δεόντων = χρειάζονται χρήματα Υπερθετικός δεινότατοςκαι χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει τίποτε α- 1. αυτός που προκαλεί φόβο, φοβερός: δεινὸςπό τα αναγκαία. ἰδεῖν = φοβερός στο να τον βλέπεις. εἰ δεινὰ• εκφράσεις α. πολλοῦ δεῖ (οὕτως ἔχειν) = ἔδρασας, δεινὰ καὶ παθεῖν σε δεῖ = αν έκανες πολύ απέχει από την πραγματικότητα. β. 73
  • 72. φοβερά πράγματα, φοβερά πρέπει και να πά- το ένα δέκατο των εισοδημάτων, που δίνεταιθεις. ως φόρος ή ως προσφορά στους θεούς.• με απαρέμφατο δεινόν ἐστι = είναι επικίν- [ουσιαστικοπ. θηλ. του επιθέτου δέκατος, -η, δυνο να… -ον].2. θαυμαστός, παράξενος: πολλὰ τὰ δεινὰ δελεάζω ΡΗΜΑκοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει = πολλά 1. πιάνω με δόλωμα.είναι τα θαυμαστά, αλλά από τον άνθρωπο 2. εξαπατώ με δόλιο τρόπο, με τέχνασμα.δεν υπάρχει τίποτε πιο θαυμαστό. παράγ. δελεασμός, δελέασμα.3. έξυπνος, ικανός: Πρωταγόρας ἦν σοφὸς ΝΕ λόγ. δελεάζω (με τη σημ. 2).καὶ δεινὸς ἀνήρ = ο Πρωταγόρας ήταν σοφός [δέλε-αρ + -άζω, δέλεαρ].και ικανός άντρας. δέλεαρ, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ• με απαρέμφατο δεινὸς λέγειν = πολύ ικα- μεταπλαστό ουσιαστικό νός ρήτορας. 1. το δόλωμα. παράγ. δεινότης, δεινόω, δείνωσις, δεινῶς, 2. μέσο εξαπάτησης: ἡδονὴ κακοῦ δέλεαρ = ησύνθ. δεινοπαθέω. ηδονή παρακινεί στο κακό. = δόλος.ΝΕ λόγ. δεινός «ικανός» (σημ. 3). παράγ. δελεάζω, δελεασμός.[*δFεινός, *δFει- < δείδω «φοβάμαι», πβ. δει- ΝΕ λόγ. δέλεαρ (με τη σημ. 2).λός]. [*δέλεFαρ, πβ. αιολ. βλῆρ < *βελ(η)- «καταπί-δειπνέω -ῶ ΡΗΜΑ νω», ομόρρ. με *βερη- «βορά»]. Παρατ. ἐδείπνουν ∆ελφοί, -ῶν, οἱ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέλλ. δειπνήσω & δειπνήσομαι το μαντείο του Απόλλωνα στους πρόποδες Αόρ. ἐδείπνησα του Παρνασσού (οι ∆ελφοί θεωρούνταν το κέ- ντρο, ο ομφαλός της γης). Παρακ. δεδείπνηκα [*∆ελφFοί < *δελφ- «μήτρα» + παρ. επίθ. -οί, Υπερσ. ἐδεδειπνήκειν σε πληθ. κατά τους περισσότερους συνοικι-τρώω, (και ειδικότερα στους αττικούς) τρώω σμούς].το κύριο φαγητό της ημέρας: δειπνῶ παρά τι- δεξιά, -ᾶς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟνι = δειπνώ στο σπίτι κάποιου. το δεξί χέρι: δεξιὰν δόντες καὶ λαβόντες συν-[παράγ. λ. δεῖπνον + παρ. επίθ. -έω]. ωμολόγησαν = έδωσαν τα χέρια και έκλεισανδεῖπνον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ μια συμφωνία.το φαγητό και η ώρα του φαγητού, (και ειδι- [ουσιαστικοπ. θηλ. δεξιά (χείρ) του επιθέτουκότερα στους αττικούς) το κύριο γεύμα της δεξιός, -ιά, -ιόν].ημέρας: καλῶ ἐπὶ δεῖπνον = προσκαλώ σε δεί- δεξιόομαι -οῦμαι ΡΗΜΑπνο. πρὸ δείπνου = πριν από το φαγητό. ἀπὸ χαιρετώ δίνοντας το δεξί μου χέρι.δείπνου = μετά το φαγητό. ΝΕ δεξιώνομαι κάποιον «υποδέχομαι τιμητι- παράγ. δειπνόω -ῶ, δειπνίζω, σύνθ. δει- κά κτλ.».πνοσοφιστής. [παράγ. λ. δεξιός + παρ. επίθ. -ό-ομαι].ΝΕ δείπνο. δεξιός, -ά, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ[αβέβ. ετυμ., ίσως μεσογειακή λ.]. 1. αυτός που βρίσκεται από την πλευρά τουδεισιδαίμων, -ων, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ δεξιού χεριού. ≠ ἀριστερός, εὐώνυμος. Συγκριτικός δεισιδαιμονέστερος 2. αυτός που προμηνύει κάτι καλό, ο αίσιος: Υπερθετικός δεισιδαιμονέστατος δεξιὸς ὄρνις = αίσιος οιωνός.1. με θετική σημ. αυτός που φοβάται τους θε- 3. επιδέξιος, έξυπνος: πολλοὶ κακοῦργοι ὄν-ούς και συνεπώς ο ευσεβής, ο θρήσκος: οἱ δει- τες δεξιοὶ κέκληνται = πολλοί, ενώ είναι πα-σιδαίμονες ἧττον τοὺς ἀνθρώπους φοβοῦν- λιάνθρωποι, θεωρούνται έξυπνοι.ται = όσοι φοβούνται (σέβονται) τους θεούς, παράγ. δεξιά, δεξιόομαι -οῦμαι, δεξιότης,δε φοβούνται τους ανθρώπους. σύνθ. ἐπιδέξιος, ἀδέξιος.2. με αρνητ. σημ. αυτός που διακατέχεται από ΝΕ δεξιός (με τις σημ. 1, 2).δεισιδαιμονίες. [*δεξιFός, *δεκ-, δέχομαι, πβ. δεξι-τερός]. παράγ. δεισιδαιμονία. δέομαιΝΕ δεισιδαίμων και δεισιδαίμονας (με τη αποθετικό ρήμασημ. 2). Παρατ. ἐδεόμην[σύνθ. λ. *δFεισιδαίμων < *δFεισι- (< δείδω Μέλλ. δεήσομαι«φοβάμαι») + δαίμων]. Αόρ. ἐδεήθηνδεκάτη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρακ. δεδέημαι 74
  • 73. 1. χρειάζομαι κάποιον ή κάτι: οὐδὲν δέομαι [παράγ. λ. *δεσμωτήρ (πβ. δεσμώτης < δεσμό-Σωκράτους = δε χρειάζομαι τίποτε από το ω + παρ. επίθ. -της) + παρ. επίθ. -ιον].Σωκράτη. τοῦτο ἔτι δέομαι μαθεῖν = αυτό δεσπότης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟχρειάζομαι ακόμα να καταλάβω. Κλητ. ενικού δέσποτα2. παρακαλώ για κάτι, ζητώ κάτι: τοῦτο δέο- 1. ο αφέντης (σε αντιδιαστολή προς τον δοῦλον).μαι ὑμῶν = αυτό ζητώ από σας (για τούτο 2. απόλυτος άρχοντας.σας παρακαλώ). παράγ. δέσποινα, δεσπόζω «είμαι κυρίαρ- παράγ. δέησις. χος», δεσποτικός.ΝΕ δέομαι (με επέκταση της σημ. 2 «προ- ΝΕ λόγ. δεσπότης (με την αρχ. σημ.) και δη-σεύχομαι»). μοτ. δεσπότης «επίσκοπος της Εκκλησίας».[*δευσ- < δέω «χρειάζομαι», πβ. δεύ-τερος [*δεμσ- (δέμω «κτίζω») + *πότις > πόσις «ο«που υπολείπεται του πρώτου», επίσης δεῖ κύριος του σπιτιού», πβ. αρχ. ινδ. dámpati& δέω (Α)]. «κύριος του σπιτιού»].δέον, -οντος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ δεῦρο ΕΠΙΡΡΗΜΑ / ΕΠΙΦΩΝΗΜΑμετοχή του απροσώπου δεῖ 1. τοπικά εδώ, προς τα εδώ: δεῦρο παρὰ Σω-αυτό που είναι αναγκαίο ή σωστό, το ορθό: κράτη καθέζου = κάθισε εδώ, κοντά στο Σω-πράττω τὸ δέον = κάνω το σωστό. μᾶλλον κράτη.τοῦ δέοντος = περισσότερο από όσο χρειάζε- 2. χρονικά έως τώρα: δεῡρο ἀεί = συνεχώς έωςται. τώρα.ΝΕ το δέον. 3. ως επιφώνημα εμπρός! έλα! καί μοι δεῦρο, ὦ[*δευσ- < δέω «χρειάζομαι», πβ. δεύ-τερος]. Μέλητε, εἰπέ = εμπρός, Μέλητε, πες μου. Στηδέος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ μεταγενέστερη γραμματεία ως πληθ. του δεῦρο1. φόβος: τρέμω τῷ δέει τί πείσομαι = τρέμω χρησιμοποιήθηκε ο τύπος δεῦτε: δεῦτε λάβετε φῶςαπό το φόβο τι θα πάθω. τὸ ἀντίπαλον δέος = εμπρός (εσείς οι πολλοί) πάρτε φως.= ο φόβος που προξενεί ο αντίπαλος. ΝΕ στη φρ. δεύρο έξω «έλα έξω».2. σεβασμός. [*δε-υρο ή *δε-αυρο, πβ. λιθ. aurè = δεῦρο].ΝΕ λόγ. δέος (και με τις δύο σημ.). δέχομαι ΡΗΜΑ[*δFέιος > δέος, δείδω «φοβάμαι»]. Παρατ. ἐδεχόμηνδέρω ΡΗΜΑ Μέλλ. δέξομαι Παρατ. ἔδερον Αόρ. ἐδεξάμην Μέλλ. δερῶ Παθ. μέλλ. δεχθήσομαι Αόρ. ἔδειρα με ενεργ. σημ. «θα δεχθώ κάτι» Παθ. μέλλ. δαρήσομαι Παθ. αόρ. ἐδέχθην Παθ. αόρ. ἐδάρην με ενεργ. σημ. «δέχθηκα κάτι» Παθ. παρακ. δέδαρμαι Παρακ. δέδεγμαι1. γδέρνω (ζώο). 2. δέρνω κάποιον. 1. δέχομαι, καλωσωρίζω, εγκρίνω, συμφωνώ.• παροιμία ὁ μὴ δαρεὶς ἄνθρωπος οὐ παιδεύεται 2. περιμένω την επίθεση κάποιου. = όποιος δε φάει ξύλο δε γίνεται άνθρωπος. παράγ. δέκτης, δεξαμενή (< μτχ. *δεξαμέ- παράγ. δέρας, δέρμα, δορά. νη), σύνθ. καταδέχομαι, παραδέχομαι.ΝΕ γδέρνω (< ἐκ-δέρω, με τη σημ. 1) και δέρ- ΝΕ δέχομαι (με τη σημ. 1).νω (με τη σημ. 2). [*δεχ-, δεκ-, ΙΕ αρχής].[*δέρ-ω «γδέρνω», πβ. λιθ. derù «γδέρνω»]. δέω (Α) ΡΗΜΑδεσμός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρατ. ἔδεονπληθ. οἱ δεσμοὶ και τὰ δεσμὰ Μέλλ. δεήσω1. κάτι που χρησιμοποιείται για σύνδεση ή Αόρ. ἐδέησαγια στερέωση. Παρακ. δεδέηκα2. πληθυντικός οἱ δεσμοί = οι αλυσίδες των 1. έχω ανάγκη από κάτι: παραδείγματος τοῦτοφυλακισμένων. δεδέηκε = αυτό έχει ανάγκη από παράδειγμα.ΝΕ δεσμός (και με τις δύο σημ.). ὀλίγου δέω δακρῦσαι = λίγο θέλω να δακρύσω.[παράγ. λ. *δε- (< δέω «δένω» < *δεjω) + παρ. πολλοῦ δέω ἀπολογεῖσθαι = πολύ απέχω απόεπίθ. -σ-μός]. το να υπερασπίσω τον εαυτό μου. παρὰ μικρὸνδεσμωτήριον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἐδέησα ἀποθανεῖν = παρά λίγο να πεθάνω.φυλακή: πολλοὶ ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ ἦσαν = 2. δέων, -ουσα, -ον ο πρέπων, ο αρμόζων.πολλοί ήταν οι φυλακισμένοι. παράγ. δέησις, σύνθ. ἐνδεής, ἔνδεια.ΝΕ λόγ. δεσμωτήριο. [*δευσ-, δέησις, δεῖ & δέομαι]. 75
  • 74. δέω (Β) ΡΗΜΑ 3. ως αμετάβατο είναι ξεκάθαρο (φανερό) ό- Παρατ. ἔδουν (-εις, -ει κτλ.) τι...: δηλοῖ δὲ ταῦτα ὅτι οὕτως ἔχει = είναι ξε- Μέλλ. δήσω κάθαρο ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Αόρ. ἔδησα ΝΕ δηλώνω «λέω με έμφαση». Παρακ. δέδεκα [παράγ. λ. δῆλος + παρ. επίθ. -όω]. Υπερσ. ἐδεδέκειν δημαγωγός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέλλ. δεθήσομαι 1. με θετική σημ. ο αρχηγός του λαού, αυτός Παθ. αόρ. ἐδέθην που επηρεάζει, κατευθύνει το λαό (όπως λ.χ. Παθ. παρακ. δέδεμαι ο Περικλής): δημαγωγοὶ ἀγαθοί. Παθ. υπερσ. ἐδεδέμην 2. συνήθως με κακή σημ. δημαγωγός: ἔστιν γὰρ1. δένω: δέω κύνα κλοιῷ = δένω το σκυλί με δημαγωγὸς ὁ τοῦ δήμου κόλαξ = γιατί ο δη- μαγωγός είναι αυτός που κολακεύει το λαό.περιλαίμιο. = δεσμεύω. ≠ λύω. παράγ. δημαγωγία.2. επιβάλλω δεσμά σε κάποιον ως μορφή φυ- ΝΕ δημαγωγός (με τη σημ. 2).λάκισης, τον δένω με αλυσίδες ή χειροπέδες: [σύνθ. λ. δῆμον + ἄγω].ἦσαν δεδεμένοι πρὸς ἀλλήλους = ήταν αλυ- δημηγορέω -ῶ ΡΗΜΑσοδεμένοι ο ένας με τον άλλο. μιλώ, αγορεύω στην εκκλησία του δήμου. παράγ. δέσις, δέσμη, δεσμός, δέσμιος, δε- [παράγ. δημηγόρος + παρ. επίθ. -έω].σμώτης, σύνθ. ὑπόδημα, διάδημα. δημηγορία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝΕ δένω (με σημ. 1). ομιλία, αγόρευση στην εκκλησία του δήμου.[*δη-, *δε-, *δέ-jω, πβ. αρχ. ινδ. dıtá- = δετός]. ΝΕ λόγ. δημηγορία.δὴ ΜΟΡΙΟ [παράγ. λ. δημηγόρος + παρ. επίθ. -ία].1. συνοδεύει επιρρήματα χρόνου: νῦν δή. ∆ημήτηρ, -τερος & -τρος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ2. προσδίδει έμφαση ασφαλώς, βεβαίως, πρά- κύριο όνομα η θεά της γεωργίας ∆ήμητρα, μη-γματι: καὶ ἴστε δὴ οἷος... = και γνωρίζετε α- τέρα της Περσεφόνης, που λατρευόταν στηνσφαλώς ποιος... Ελευσίνα.3. δηλώνει μετάβαση στα επόμενα, με ή χωρίς συ- παράγ. ∆ημήτριος, ∆ημήτρια (τά).μπερασματική χροιά: γίγνονται δὴ οὗτοι χίλιοι ΝΕ ∆ήμητρα.= αυτοί λοιπόν φτάνουν τους χίλιους. [σύνθ. λ. πιθ. ∆ᾱ (= Γᾱ = Γῆ) + μήτηρ].[*δη-, δέ-, δέ]. δήμιος, -ίου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟδηλαδὴ ΕΠΙΡΡΗΜΑ επίθετο δήμιος (ενν. δοῦλος) δούλος του δή-φανερά, ολοφάνερα, ξεκάθαρα, βεβαιότατα. μου, δηλ. δούλος που όριζε το κράτος για τηνΝΕ δηλαδή. εκτέλεση των θανατικών ποινών, δήμιος.[δῆλα + δή, δῆλος]. ΝΕ δήμιος (συνήθως με μεταφορ. σημ. «σκλη-δηλονότι ΕΠΙΡΡΗΜΑ ρός κτλ.»).είναι φανερό ότι…, δηλαδή. [ουσιαστικοπ. αρσ. του επιθ. δήμιος, -ιος, -ιον[δῆλον + ὅτι, δῆλος]. που αρχικώς σήμαινε «δημόσιος»].δῆλος, -η & -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ δημιουργός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟσαφής, φανερός: δῆλοί εἰσι μὴ ἐπιτρέψοντες = 1. αυτός που ασκεί έργο ωφέλιμο για το δήμο,είναι φανερό ότι δε θα επιτρέψουν. και κατ’ επέκταση ο τεχνίτης. 2. δημιουργός.• ως απρόσωπο δῆλον (ἐστί) ὅτι τὰ Κύρου παράγ. δημιουργέω -ῶ. οὕτως ἔχει = είναι φανερό ότι έτσι έχουν ΝΕ δημιουργός (με τη σημ. 2). τα πράγματα τα σχετικά με τον Κύρο. [παράγ. λ. δήμιος + *Fεργ- (πβ. Fέργον = ἔρ- παράγ. δηλονότι, δηλαδή, δηλόω, σύνθ. ἄ- γον) + παρ. επίθ. -ός, *δημιοFεργός].δηλος, ἔκδηλος. δημοκρατέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ[*δεελος (πβ. αιολ. εὔδειλος = εὔδηλος) > δῆλος]. Παρατ. ἐδημοκρατούμην∆ῆλος, -ου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέσ. μέλλ. δημοκρατήσομαιτοπωνύμιο το νησί όπου, σύμφωνα με τη μυ- με παθ. σημ.θολογία, η Λητώ γέννησε το θεό Απόλλωνα έχω δημοκρατικό πολίτευμα: πόλις δημοκρα-και την αδελφή του, Άρτεμη. τουμένη. ≠ τυραννέομαι -οῦμαι.[προελλ.]. [σύνθ. λ. δημοκρατ- (< δῆμος + κρατέω) +δηλόω -ῶ ΡΗΜΑ παρ. επίθ. -έομαι].1. δείχνω κάτι. = δείκνυμι. δῆμος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ2. αποδεικνύω κάτι: δηλώσω οὐ παραγενόμε- 1. ο απλός λαός (σε αντιδιαστολή προς τους ἄρ-νος = θα αποδείξω πως δεν ήμουν παρών. χοντες). ≠ δυνατοί. 76
  • 75. 2. με πολιτική σημ. τα μέλη εκείνα του πληθυ- Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνει α. διαμέσου, π.χ. δι-σμού μιας κοινότητας που διέθεταν πολιτικά αβαίνω. β. μεταξύ, ενδιάμεσα, π.χ. διαλείπω.δικαιώματα, το σύνολο των πολιτών. γ. χωρισμό ή διανομή, π.χ. διακρίνω, διαδί-3. το δημοκρατικό πολίτευμα (σε αντιδιαστολή δωμι. δ. διάρκεια, π.χ. διαβιῶ. ε. επίταση, ενί-προς τους ὀλίγους). σχυση, π.χ. διαφθείρω. στ. συναγωνισμό, ά-4. το πολιτειακό όργανο της εκκλησίας του μιλλα, π.χ. διαγωνίζομαι.∆ήμου. ΝΕ διά (με τις σημ. Α1α, Α1γ).5. οἱ δῆμοι στην Αττική, οι περιφέρειες που [*δισα-, δίς, δύο, πβ. λατ. dis].αποτελούσαν κοινότητες, καθώς και οι υπο- διαβαίνω ΡΗΜΑδιαιρέσεις των φυλών: δήμου ∆εκελῆθεν = α- Για τους χρόνους βαίνωπό το δήμο της ∆εκέλειας. 1. περνώ από το ένα μέρος στο άλλο, διαβαί- παράγ. δημεύω, δήμιος, δημοσίᾳ, δημηγο- νω: διαβαίνω ποταμόν/διὰ ποταμοῦ = περνώρέω -ῶ, σύνθ. δημαγωγός, δημηγορία, δήμαρ- το ποτάμι/από το ποτάμι. διέβη εἰς Μακεδο-χος. νίαν = ήρθε (πέρασε από τη Μ. Ασία) στηΝΕ δήμος (με τη σημ. 5, «διοικητική αρχή σε Μακεδονία.κάθε πόλη ή κοινότητα»). 2. δρασκελώ.[*δα-, *δη- (< δαίομαι «διανέμω») + παρ. επίθ. παράγ. διάβασις, διαβατήριος.-μος]. ΝΕ διαβαίνω (με τη σημ. 1).δημοσίᾳ ΕΠΙΡΡΗΜΑ [σύνθ. λ. διά + βαίνω].1. στη δημόσια ζωή, στο δημόσιο. ≠ ἰδίᾳ. διαβάλλω ΡΗΜΑ2. με δημόσια έξοδα: Τέλλον Ἀθηναῖοι δημο- Για τους χρόνους βάλλωσίᾳ ἔθαψαν. 1. περνώ μέσα από κάτι ή περνώ απέναντι:ΝΕ δημόσια, (λογ.) δημοσία (π.χ. δημοσία τὸ Ἰόνιον διαβάλλω = διασχίζω το Ιόνιο πέ-δαπάνη). λαγος.[παράγ. λ. δημόσιος + παρ. επίθ. -ᾳ]. 2. προκαλώ αντιπαράθεση μεταξύ δύο αν-δημόσιος, -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ θρώπων, τους διαβάλλω: διαβάλλω τινὰς ἀλ-αυτός που ανήκει στο λαό ή στην πολιτεία, λήλοις = διαβάλλω τον έναν στον άλλο (καιδημόσιος. ≠ ἴδιος «ιδιωτικός». τους κάνω να μαλώσουν). παράγ. δημοσίᾳ, δημοσιεύω «δημεύω κτλ.». • γενικά κατηγορώ: διέβαλον τοὺς Λακεδαι-[*δημότ-ιος (πβ. δημότης < δῆμος)]. μονίους ἐς τοὺς Ἕλληνας.δήπου & δή που ΕΠΙΡΡΗΜΑ παράγ. διαβολή, διάβολος.1. βεβαιωτικό βέβαια, εννοείται: οὐδεὶς δή που ΝΕ διαβάλλω (με τη σημ. 2).ἀγνοεῖ... = κανένας βέβαια δεν αγνοεί... [σύνθ. λ. διά + βάλλω].2. ερωτηματικό οὐ δή που; = έτσι δεν είναι; διαβολή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ[δή + που]. συκοφαντία, ψευδής κατηγορία.δῆτα ΕΠΙΡΡΗΜΑ ΝΕ διαβολή.1. ασφαλώς, βέβαια: οὐ δῆτα = όχι βέβαια. [παράγ. λ. *διαβολ- (< διαβάλλω) + παρ. επίθ.2. σε ερώτηση έχει συμπερασματική χροιά λοι- -ή].πόν: τί δῆτα; = τι λοιπόν; διάβολος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ[προεκτετ. τύπος του δὴ με το -τα, πβ. ἔ- 1. συκοφαντικός. 2. ως ουσ. ο σατανάς.πει-τα]. ΝΕ διάβολος (με τη σημ. 2).διὰ ΠΡΟΘΕΣΗ [παράγ. λ. *διαβολ- (< διαβάλλω) + παρ. επίθ. -ος].Α. 1. με γενική δηλώνει α. διαμέσου, μέσα από: διαγγέλλω ΡΗΜΑδιὰ τῆς ἀγορᾶς. β. κατά τη διάρκεια: διὰ βί- Για τους χρόνους ἀγγέλλωου = κατά (σε όλη) τη διάρκεια της ζωής. 1. μεταφέρω μήνυμα με αγγελιαφόρο: οἱ ἀ-γ. το μέσο ή τον τρόπο: ἔλεγε δι’ ἑρμηνέως = κούσαντες διήγγειλαν τοῖς στρατηγοῖς = αυ-μιλούσε μέσω διερμηνέα. διὰ βραχέων = με τοί που άκουσαν μετέφεραν το μήνυμα στουςσυντομία. στρατηγούς.2. με αιτιατική δηλώνει α. την αιτία: ἐπετιμήθη 2. μέση φωνή διαγγέλλομαι διαβιβάζω μια δια-ὑπὸ Κύρου δι’ εὔνοιαν = κατηγορήθηκε από ταγή: ἐβούλοντο ἀπιέναι καὶ διηγγέλλοντο =τον Κύρο για μεροληπτική συμπεριφορά. β. ήθελαν να αποχωρήσουν και διαβίβαζαν τητον αίτιο, τον υπεύθυνο: οὐ δι’ ἐμέ = όχι εξαι- διαταγή από τον ένα στον άλλο.τίας μου. γ. το σκοπό: διὰ τοῦτο, ἵνα τὰ λοι- παράγ. διάγγελος, διαγγελία, διάγγελμα.πὰ βελτίω γένηται = με αυτόν το σκοπό, για [σύνθ. λ. διά + ἀγγέλλω].να βελτιωθούν δηλαδή τα υπόλοιπα. διαγίγνομαι ΡΗΜΑ 77
  • 76. Για τους χρόνους γίγνομαι 1. παραδίδω κάτι, το περνώ από χέρι σε χέρι:1. περνώ το χρόνο μου, ζω με ένα συγκεκρι- λαμπάδας ἔχοντες διαδιδόασιν ἀλλήλοις = κρα-μένο τρόπο τη ζωή μου: οὐδὲν ἄλλο ποιῶν δι- τώντας λαμπάδες, τις δίνει ο ένας στον άλλο.αγεγένηται ἤ… = ζει τη ζωή του μη κάνοντας 2. παθ. φωνή διαδίδομαι εξαπλώνομαι ως φή-τίποτε άλλο παρά… = διάγω, ζήω -ῶ. μη, διαδίδομαι: λόγος διεδόθη.2. για χρονικό διάστημα περνώ: χρόνου μεταξὺ 3. διανέμω: τὸ διαδιδόμενον εἰς τὰς φλέβας =διαγενομένου = όταν μεσολάβησε κάποιο χρο- (για φάρμακο) που διανέμεται σε όλες τιςνικό διάστημα. φλέβες του σώματος. = διανέμω.[σύνθ. λ. διά + γίγνομαι]. παράγ. διάδοσις.διαγιγνώσκω ΡΗΜΑ ΝΕ διαδίδομαι (με τη σημ. 2). Για τους χρόνους γιγνώσκω [σύνθ. λ. διά + δίδωμι].1. διακρίνω, ξεχωρίζω το ένα από το άλλο: διάθεσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟδιαγιγνώσκω εἰ ὅμοιοί εἰσι = διακρίνω αν εί- 1. οργάνωση, ρύθμιση: ἡ διάθεσις τῆς πολι-ναι ίσοι ή όχι. τείας = η ρύθμιση του πολιτεύματος.2. αποφασίζω έπειτα από ψηφοφορία: διέ- 2. διαθήκη.γνωσαν σφίσι βοηθεῖν = αποφάσισαν να τους 3. ό,τι διαθέτει κανείς για πώληση, η πώληση:βοηθήσουν. διάθεσις ἄφθονος = άφθονα πράγματα για3. βγάζω δικαστική απόφαση. πούλημα. παράγ. διάγνωσις. 4. η σωματική ή ψυχική κατάσταση του αν-[σύνθ. λ. διά + γιγνώσκω]. θρώπου, η διάθεση.διάγνωσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΝΕ διάθεση (σημ. 3, 4).1. το να διακρίνω τη διαφορά ανάμεσα σε [παράγ. λ. διαθε- (διαθέτω) + παρ. επίθ. -σιςδύο πράγματα ή καταστάσεις: τὴν διάγνωσιν ως ουσ. του διαθέτω].ἐποιοῦντο, τίς ἐκράτει = προσπαθούσαν να διαθήκη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟκαταλάβουν ποιος νικούσε. 1. διαθήκη (έγγραφη κατάθεση ενός ατόμου για2. σχηματισμός γνώμης, λήψη απόφασης: τὴν την περιουσία του κτλ.).διάγνωσιν ποιοῦμαι = παίρνω την απόφαση. 2. συμφωνία, συμβόλαιο, σύμβαση: ἡ ΚαινὴΝΕ διάγνωση (ιδίως ιατρική, με τη σημ. 2). ∆ιαθήκη = η καινούρια συμφωνία μεταξύ Θε-[σύνθ. λ. διά- + -γνω (γι-γνώ-σκω) + παρ. ε- ού και ανθρώπων.πίθ. -σις ως παράγ. ουσ. του σύνθ. διαγιγνώ- ΝΕ διαθήκη (με τις σημ. 1, 2).σκω]. [σύνθ. λ. διά + θήκη ως παράγ. ουσ. του δια-διάγω ΡΗΜΑ τίθημι]. Για τους χρόνους ἄγω δίαιτα, -αίτης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ1. μεταφέρω, περνώ απέναντι: διάγω τὴν 1. τρόπος ζωής: εὐτελὴς δίαιτα = πολύ απλόςστρατιάν. τρόπος ζωής.2. περνώ το χρόνο, τον καιρό μου: διῆγε τὸν 2. κατοικία ή τόπος κατοικίας.βίον μαχόμενος = περνούσε τη ζωή του πολε- 3. διαιτησία, διάλυση διαφοράς: ἐπιτρέπω τὴνμώντας. = διαγίγνομαι. δίαιτάν τινι = αναθέτω τη διαιτησία σε κάποιον.• ως αμετάβατο διάγω ἐν φιλοσοφίᾳ = ζω φι- παράγ. διαιτάομαι -ῶμαι. λοσοφώντας. διάγω μανθάνων = περνώ τη ΝΕ δίαιτα «πρόγραμμα λήψης τροφής». ζωή μου με τη μελέτη. [διά + *αἰτάω (πβ. αἴτιος), ομόρρ. με αἶσα. παράγ. διαγωγή. «μερίδα», *αι- «μερίζω, δίνω»].ΝΕ λόγ. διάγω (σημ. 2, λ.χ. διάγει έντιμο βίο). διαιτάω -ῶ ΡΗΜΑ[σύνθ. λ. διά + ἄγω]. Αόρ. διῄτησαδιαγωγή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρακ. δεδιῄτηκα1. μεταφορά, πέρασμα. Μέσ. μέλλ διαιτήσομαι2. ο τρόπος ζωής και ειδικότερα η διασκέδα- Παθ. αόρ. διῃτήθηνση: ἐλευθέριος διαγωγή = διασκέδαση που Παθ. παρακ. δεδιῄτημαιταιριάζει σε ελεύθερο άνθρωπο (και όχι σε 1. μέση & παθ. φωνή διαιτῶμαι ζω με έναν ορι-δούλο). σμένο τρόπο: διαιτῶμαι ἐπ’ ἀγρῷ = ζω στηνΝΕ διαγωγή «κοινωνική συμπεριφορά». εξοχή.[παράγ. λ. διά + ἀγωγὴ ως ουσ. του διάγω]. 2. γίνομαι κριτής ή διαιτητής, διαιτητεύω: δι-διαδίδωμι ΡΗΜΑ αιτῶ δίαιταν = είμαι κριτής σε διαιτησία. Για τους χρόνους δίδωμι παράγ. διαιτητής. [παράγ. λ. δίαιτα + παρ. επίθ. -άω]. 78
  • 77. διάκειμαι ΡΗΜΑ ΝΕ διακονία. Για τους χρόνους κεῖμαι [παράγ. λ. διακονέω + παρ. επίθ. -ία].χρησιμοποιείται ως παθ. φωνή του διατίθημι, συ- διάκονος, -όνου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟχνά με επίρρημα ή μετοχή βρίσκομαι σε μια ορι- υπηρέτης και γενικά αυτός που προσφέρεισμένη σωματική ή ψυχική διάθεση: κακῶς δι- κάποια ειδική υπηρεσία: ὁ διάκονος τοῦ τυ-άκειμαι = έχω κακή διάθεση. εὖ διάκειμαί τι- ράννου = ο υπηρέτης του άρχοντα.νι/πρός τινα = είμαι ευνοϊκά διατεθειμένος α- παράγ. διακονέω -ῶ, διακονία.πέναντι σε κάποιον. ὁρᾶτε ὡς διάκειμαι ὑπὸ ΝΕ διάκονος και διάκος «κληρικός πρώτουτῆς νόσου = βλέπετε σε τι κατάσταση βρίσκο- βαθμού ιεροσύνης».μα από την αρρώστια. [διά + *κεν- (πβ. δια-κον-έω) + παρ. επίθ. -ος].ΝΕ διάκειμαι (σε λόγιες εκφράσεις, όπως διά- διακούω ΡΗΜΑκειμαι εχθρικά απέναντι σε κάποιον). Για τους χρόνους ἀκούω[σύνθ. λ. διά + κεῖμαι]. 1. ακούω κάτι (μια διήγηση) μέχρι τέλους: δι-διακελεύομαι ΡΗΜΑ ακήκοα τὰ λεγόμενα ὑπὸ σοῦ = άκουσα μέχρι Για τους χρόνους κελεύω τέλους όσα είπες.1. δίνω εντολή, διατάσσω, 2. συμβουλεύω. 2. μαθαίνω κάτι από κάποιον άλλο: διήκου-[σύνθ. λ. διά + κελεύομαι]. σα τὰ δόξαντα τοῖς ἄρχουσιν = έμαθα τις α-διακομίζω ΡΗΜΑ ποφάσεις των αρχόντων. • με γεν. προσώπου είμαι μαθητής ή ακροατής Για τους χρόνους κομίζω κάποιου: διακήκοα Πλάτωνος.1. μεταφέρω, μεταβιβάζω, από έναν τόπο σε • με γεν. πράγματος διακούω τῶν λόγων = α-άλλον: διεκομίσαμεν τὴν εὐδαιμονίαν ἐκ τῆς κούω τους λόγους.Ἀσίας εἰς τὴν Εὐρώπην = μεταφέραμε τον [σύνθ. λ. διά + ἀκούω].πλούτο από την Ασία στην Ευρώπη. διακρίνω ΡΗΜΑ2. μέση φωνή διακομίζομαι αναλαμβάνω να Για τους χρόνους κρίνωμεταφέρω δικούς μου ανθρώπους ή κάτι άλ-λο που μου ανήκει: διεκομίζοντο παῖδας καὶ 1. χωρίζω το ένα από το άλλο, διαχωρίζω:γυναῖκας = μετέφεραν (πίσω στην πόλη) τα στήμονας συγκεχυμένους διακρίνω = ξεχωρί-παιδιά και τις γυναίκες. ζω τα μπερδεμένα στημόνια. • παθ. φωνή διακρίνομαι χωρίζομαι, διασκορ- παράγ. διακομιδή «μεταφορά από έναντόπο σε άλλον». πίζομαι: διεκρίθησαν ἀπ’ ἀλλήλων = χωρί-ΝΕ διακομίζω (με τη σημ. 1). στηκαν ο ένας από τον άλλο.[*διακομίδ-jω]. 2. καταλαβαίνω τη διαφορά που υπάρχει α-διακονέω -ῶ ΡΗΜΑ νάμεσα σε πρόσωπα ή πράγματα, τα διακρί- Παρατ. ἐδιακόνουν νω: διακρίνω τὰς καθαρὰς ἡδονὰς καὶ τὰς ἀ- & διηκόνουν καθάρτους = διακρίνω τις αγνές από τις βρό- μικες ηδονές. Αόρ. διηκόνησα 3. αποφασίζω για κάτι, το κανονίζω: τοῦτο Παρακ. δεδιηκόνηκα δὲ ᾍδης διακρινεῖ = γι’ αυτό θα αποφασίσει Μέσ. μέλλ. διακονήσομαι ο Άδης (ως δικαστής). Μέσ. αόρ. διηκονησάμην παράγ. διακριτός, διάκρισις. Παθ. αόρ. ἐδιακονήθην ΝΕ διακρίνω (με τις σημ. 1, 2). Παθ. παρακ. δεδιακόνημαι [σύνθ. λ. διά + κρίνω].1. συχνά με δοτ. προσώπου υπηρετώ, προσφέρω διακυβεύω ΡΗΜΑυπηρεσίες: δεσπότῃ διακονῶ. 1. παίζω ζάρια με κάποιον άλλον.2. μέση φωνή διακονοῦμαι εξυπηρετώ (τον ε- 2. μεταφορικά διακινδυνεύω, διακυβεύω κάτι,αυτό μου): διακονοῦντες καὶ διακονούμενοι το παίζω στα ζάρια: διακυβεύω περὶ βασιλεί-ἑαυτοῖς = υπηρετώντας τους άλλους και τους ας καὶ τοῦ σώματος = διακινδυνεύω το βασί-εαυτούς τους. λειό μου και τη ζωή μου. παράγ. διακονία, διακόνημα. ΝΕ διακυβεύω (με τη σημ. 2).ΝΕ διακονώ (με τη σημ. 1). [σύνθ. λ. διά + κυβεύω].[παράγ. λ. διάκονος + παρ. επίθ. -έω]. διακωλύω ΡΗΜΑδιακονία, -ίας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Για τους χρόνους κωλύωπροσφορά υπηρεσίας: τάττω ἐμαυτὸν εἰς τὴν εμποδίζω: διακωλύω τινὰ ποιεῖν τι = εμποδί-διακονίαν ταύτην = αναλαμβάνω να προσφέ- ζω κάποιον να κάνει κάτι. διακωλύω τὸν φό-ρω αυτή την υπηρεσία. 79
  • 78. νον = εμποδίζω, αποτρέπω το φόνο. = ἐμποδί- ΝΕ διάλεκτος «η γλώσσα ενός τόπου».ζω. [παράγ. λ. διαλέγ-ομαι + παρ. επίθ. -τος].[σύνθ. λ. διά + κωλύω]. διαλλάττω ΡΗΜΑδιαλαμβάνω ΡΗΜΑ ο κοινός τύπος είναι διαλλάσσω Για τους χρόνους λαμβάνω Για τους χρόνους ἀλλάττω1. παίρνω το μερίδιό μου, όταν έρθει η σειρά 1. ανταλλάσσω. 2. συμφιλιώνω (δηλ. ανταλ-μου: διαλαμβάνουσιν ἕκαστοι τὰ ἄξια = παίρ- λάσσω την έχθρα με τη φιλία).νουν όλοι τους το μερίδιο που τους αξίζει. [σύνθ. λ. διά + ἀλλάσσω].2. χωρίζω, διαιρώ: διαλαμβάνω εἰς δύο πάν- διαλύω ΡΗΜΑτας = τους χωρίζω όλους σε δύο μερίδες. Για τους χρόνους λύω[σύνθ. λ. διά + λαμβάνω]. 1. αποχωρίζω τα μέρη ενός συνόλου, απομα-διαλέγω ΡΗΜΑ κρύνω το ένα από το άλλο: διαλύω τὴν πανή-1. ξεχωρίζω κάτι, το ξεδιαλέγω: τὸ πτύον δι- γυριν = διαλύω τη συγκέντρωση.αλέγει τοὺς ἀθέρας = το φτυάρι ξεδιαλέγει 2. διαλύοντας κάτι, το καταστρέφω: διαλύωτα στάχυα. = διακρίνω. τὴν πολιτείαν = ανατρέπω το πολίτευμα.2. μέση φωνή διαλέγομαι 3. δίνω τέλος σε κάτι: διαλύω τὴν ἔχθραν/τὴν Παρατ. διελεγόμην φιλίαν/τὸν πόλεμον. διαλύω τὰς διαβολάς = Μέλλ. διαλέξομαι αποδεικνύω ότι οι συκοφαντίες είναι ψεύτι- & διαλεχθήσομαι κες. Αόρ. διελέχθην & διελέγην παράγ. διάλυσις. Παρακ. διείλεγμαι ΝΕ διαλύω (με τις σημ. 1, 2, 3). Υπερσ. διειλέγμην [σύνθ. λ. διά + λύω].συνομιλώ: διαλέγομαί τινι/πρός τινα = συζη- διαμαρτάνω ΡΗΜΑτώ με κάποιον. Για τους χρόνους ἁμαρτάνω παράγ. του διαλέγομαι: διάλεξις, διάλε- 1. παραπλανώμαι, πέφτω έξω: διήμαρτε τῆςκτος, διάλογος. ὁδοῦ = μπερδεύτηκε και έχασε το δρόμο.ΝΕ διαλέγω (με τη σημ. 1) και διαλέγομαι (με 2. αποτυγχάνω εντελώς, ολοκληρωτικά: δια-τη σημ. 2). μαρτάνω τῆς εἰρήνης = δεν πετυχαίνω να συ-[σύνθ. λ. διά + λέγ-ω, συγγεν. του λατ. legō νάψω ειρήνη. καὶ τούτου διήμαρτον = απέτυ-«διαλέγω» και κατόπιν «διαβάζω»]. χαν και σε αυτό.διαλείπω ΡΗΜΑ παράγ. διαμαρτία. Για τους χρόνους λείπω [σύνθ. λ. διά + ἁμαρτάνω].1. αφήνω ένα ενδιάμεσο κενό: διαλείπω τὸ ὀ- διαμαρτύρομαι ΡΗΜΑλίγιστον = αφήνω ένα ελάχιστο κενό. Για τους χρόνους μαρτύρομαι2. αφήνω να περάσει ένα χρονικό διάστημα: 1. επικαλούμαι ως μάρτυρες θεούς ή ανθρώ-ἐνιαυτὸν διαλείπω = αφήνω διάλειμμα ενός πους ότι είμαι αθώος.χρόνου. • γενικά διαβεβαιώνω επίσημα: διαμαρτύρο-3. ως αμετάβατο απέχω τοπικά από κάτι: αἱ μαι ὅτι σὺ οὐδὲν ἄλλο λέγεις = διαβεβαιώνωὁλκάδες διέλειπον δύο πλέθρα ἀπ’ ἀλλήλων ότι εσύ δε λες τίποτε άλλο.= τα εμπορικά πλοία απείχαν μεταξύ τους ΝΕ διαμαρτύρομαι «εκφράζω τη δυσαρέσκειάδύο πλέθρα. μου».4. μετοχή διαλείπων που συμβαίνει με δια- [σύνθ. λ. διά + μαρτύρομαι].λείμματα, όχι συνεχώς: διαλείποντες πνέου- διαμένω ΡΗΜΑσιν οἱ ἄνεμοι = οι άνεμοι φυσούν κατά χρονι-κά διαστήματα. Για τους χρόνους μένω παράγ. διάλειμμα. επιμένω, μένω σταθερός σε κάτι: χαλεπὸν δι-[σύνθ. λ. διά + λείπω]. αμένειν ἐν ταύτῃ τῇ ἕξει = είναι δύσκολο ναδιάλεκτος, -ου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ κρατηθεί κανείς σ’ αυτή τη συνήθεια (να πα-1. συζήτηση, συνομιλία: ἡ διάλεκτος θεοῖς ραμείνει δηλαδή ενάρετος).πρὸς ἀνθρώπους = η συνομιλία θεών με αν- παράγ. διαμονή.θρώπους. ΝΕ διαμένω «κατοικώ».2. η γλώσσα, ο έναρθρος λόγος, και ειδικότε- [σύνθ. λ. διά + μένω].ρα η γλώσσα ενός τόπου: ἀττική διάλεκτος. διαμερίζω ΡΗΜΑ παράγ. διαλεκτικός. διαμοιράζω. 80
  • 79. • μέση φωνή διαμερίζομαι μοιράζομαι κάτι με παράγ. διατριβή. άλλους: διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ = δι- ΝΕ (σύνθ.) ενδιατρίβω (με τη σημ. 1). αμοίρασαν (οι στρατιώτες) τα ενδύματά [σύνθ. λ. διά + τρίβω]. του (του Χριστού). διαφέρω ΡΗΜΑ[σύνθ. λ. διά + μερίζω]. Για τους χρόνους φέρωδιανοέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ 1. διαβιβάζω κάτι, το περνώ απέναντι: διαφέ- Μέσ. μέλλ. διανοήσομαι ρω ναῦς τὸν Ἰσθμόν = περνώ τα πλοία μέσα Μέσ. αόρ. διενοήθην από τον Ισθμό. Μέσ. παρακ. διανενόημαι 2. περνώ (το χρόνο), ζω: διαφέρω τὸν βίον =σπάνιος ο ενεργ. ενεστ. διανοέω -ῶ περνώ τη ζωή μου.έχω στο νου να..., σκέπτομαι κάτι: τί διανο- 3. αντέχω μέχρι τέλους: διαφέρω τὸν πόλε-ούμενος εἶπε; = τι σκεπτόμενος το είπε αυτό; μον.ΝΕ διανοούμαι. 4. εξαπλώνω, διαδίδω: διαφέρω φήμην = δια-[σύνθ. λ. διά + νοέομαι]. δίδω τη φήμη.διαρρήδην ΕΠΙΡΡΗΜΑ 5. ως αμετάβατο είμαι διαφορετικός, διαφέρω:ρητά, κατηγορηματικά. οὐδὲν διαφέρεις Χαιρεφῶντος = δε διαφέρειςΝΕ διαρρήδην (λόγ.). καθόλου από το Χαιρεφώντα.[σύνθ. λ. διά + ῥη-θῆναι (πβ. ῥῆ-σις) + παρ. ε- • ως απρόσωπο διαφέρει: σμικρὸν οἴει διαφέ-πίθ. -δην (πβ. τροχά-δην)]. ρειν; = νομίζεις ότι η διαφορά είναι μικρή;διατάττω ΡΗΜΑ 6. μέση φωνή διαφέρομαι έχω διαφορές με κά-ο κοινός τύπος είναι διατάσσω ποιον: διαφέρομαί τινι περί τινος = έχω δια- Για τους χρόνους τάττω φορές με κάποιον για κάποιο ζήτημα.τακτοποιώ κάτι. παράγ. διαφέρον, διαφορά, διάφορος, δι-ΝΕ διατάσσω (λόγ. με την ίδια σημ., αλλά αφόρως.και δημοτ. «δίνω διαταγή, εντολή»). ΝΕ διαφέρω (με τη σημ. 5).[σύνθ. λ. διά + τάττω]. [σύνθ. λ. διά + φέρω].διατίθημι ΡΗΜΑ διαφθείρω ΡΗΜΑ Για τους χρόνους τίθημι Για τους χρόνους φθείρω1. τακτοποιώ, ρυθμίζω: κράτιστα διέθεσαντὰ τοῦ πολέμου = τα πολεμικά πράγματα τα 1. καταστρέφω εντελώς: διαφθείρω τὴν πό-ρύθμισαν με άριστο τρόπο. λιν. • καταστρέφω ηθικά, διαφθείρω: διαφθείρω2. παθ. φωνή διατίθεμαι βρίσκομαι σε μια ορι-σμένη διάθεση: οὕτως πρός με διατίθεται = τοὺς νέους.τέτοια είναι η διάθεσή του απέναντί μου 2. παθ. φωνή διαφθείρομαι καταστρέφομαι,( διάκειμαι). (και ειδικότερα), φονεύομαι: διαφθείρομαι ἐ-ΝΕ διαθέτω (με τη σημ. 1). πὶ τοῖς ἱματίοις = με σκοτώνουν για να μου[σύνθ. λ. διά + τίθημι]. πάρουν τα ρούχα.διατριβή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 3. μετοχή διεφθαρμένος αυτός που καταστρά-1. διασκέδαση: γέλωτα καὶ διατριβὴν παρέ- φηκε υλικά ή ηθικά.χω τινός = δίνω αφορμή (στον κόσμο) να γε- παράγ. διαφθορά, διεφθαρμένος.λά και να διασκεδάζει για κάτι. ΝΕ διαφθείρω (με τη σημ. 1β και 3).2. σοβαρή απασχόληση: διατριβὴν ποιοῦμαι [σύνθ. λ. διά + φθείρω].περί τι = ασχολούμαι με κάτι. διαφθορά, -ᾶς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ3. αργοπορία: διατριβὴν παρέχω = προκαλώ το να διαφθείρω κάποιον ή κάτι, η υλική ή η-αργοπορία. θική καταστροφή: ἡ διαφθορὰ τῆς πόλεως =ΝΕ διατριβή (με επέκτ. της σημ. 2 «πρωτότυ- η καταστροφή της πόλης. ἡ διαφθορὰ τῶν νέ-πη επιστημονική εργασία»). ων = η ηθική καταστροφή των νέων, η δια-[παράγ. λ. διατρίβω + παρ. επίθ. -ή]. φθορά. ἐπολέμουν μέχρι διαφθορᾶς (τῶν πο-διατρίβω ΡΗΜΑ λεμίων) = πολεμούσαν (όχι μόνο για τη νίκη) Για τους χρόνους τρίβω αλλά για την εξόντωση των εχθρών.1. περνώ τον καιρό μου ασχολούμενος με κά- ΝΕ διαφθορά (με την ηθική σημ.).τι: διατρίβω ἐν γυμνασίοις = περνώ το χρόνο [σύνθ. λ. διά + *φθορ- (πβ. *φθέρ-jω > φθείρω) +μου στα γυμναστήρια. = διαγίγνομαι. παρ. επίθ. -ὰ ως παράγ. ουσ. του διαφθείρω].2. καθυστερώ, σπαταλώ το χρόνο μου: λέγε διάφορος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟκαὶ μὴ διάτριβε = μίλα και μη χάνεις τον και- 1. διαφορετικός.ρό σου. 81
  • 80. 2. εξαιρετικός: διάφορος γλυκύτητι = εξαιρε- δίδωμι ΡΗΜΑτικός ως προς τη γλύκα. πάντων διάφορος = Παρατ. ἐδίδουνο καλύτερος απ’ όλους. Μέλλ. δώσω3. ως ουσιαστικό τὸ διάφορον Αόρ. ἔδωκαα. η διαφορά. β. το συμφέρον. Παρακ. δέδωκα4. εχθρικός: ἦν διάφορος Κλεομένει = ήταν ε- Υπερσ. ἐδεδώκεινχθρικός προς τον Κλεομένη (εχθρός του Κλε- Μέσ. & παθ. δίδομαιομένη). ενεστ.ΝΕ διάφορος (με τη σημ. 1). Μέσ. & παθ. ἐδιδόμην[παράγ. λ. διαφέρω (με ετεροίωση *φερ- > παρατ.*φορ-) + παρ. επίθ. -ος]. Μέσ. μέλλ. δώσομαιδιαφορά, -ᾶς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παθ. μέλλ. δοθήσομαι1. διαφορετικότητα, διαφορά. ≠ ὁμοιότης. Μέσ. αόρ. β΄ ἐδόμην «έδωσα»2. διαφορές, διαφωνίες: διαφοραὶ πρὸς τινα = Παθ. αόρ. β΄ ἐδόθην «δόθηκα»διαφωνίες με κάποιον. Παθ. παρακ. δέδομαι3. υπεροχή. Παθ. υπερσ. ἐδεδόμηνΝΕ διαφορά (με τη σημ. 1). 1. δίνω: δίδωμι τινί τι = δίνω σε κάποιον κά-[παράγ. λ. διάφορος + παρ. επίθ. -ά (πβ. φο- τι. = παρέχω.ρά, ἡ)]. 2. σε εκφράσεις δίδωμι λόγον τινί = δίνω σεδιδασκαλία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ κάποιον το δικαίωμα να μιλήσει. δίκην δίδω-1. διδασκαλία. μί τινι = τιμωρούμαι από κάποιον. δίδωμι θυ-2. η εκπαίδευση ομάδας χορευτών, για να λά- γατέρα ἀνδρί = παντρεύω την κόρη μου.βουν μέρος στην παράσταση αρχαίου δράμα- παράγ. δόσις, δῶρον, δότης, σύνθ. ἀναδί-τος ή στην εκτέλεση διθυράμβου. δωμι, διαδίδωμι, ἀποδίδομαι.ΝΕ διδασκαλία. ΝΕ δίνω (με τη σημ. 1).[παράγ. λ. διδάσκαλος + παρ. επίθ. -ία]. [*δω-, *δο-, δί-δω-μι, δό-σις].διδάσκω ΡΗΜΑ διερωτάω -ῶ ΡΗΜΑ Παρατ. ἐδίδασκον Για τους χρόνους ἐρωτάω -ῶ Μέλλ. διδάξω ρωτώ επίμονα: διηρώτων ἂν αὐτούς, ἵνα μαν- Αόρ. ἐδίδαξα θάνοιμι παρ’ αὐτῶν... = θα τους έκανα πολλές Παρακ. δεδίδαχα ερωτήσεις για να μάθω απ’ αυτούς… Μέσ. μέλλ. διδάξομαι παράγ. διερωτητέον. Παθ. μέλλ. διδαχθήσομαι ΝΕ διερωτώμαι «ερωτώ τον εαυτό μου». Μέσ. αόρ. ἐδιδαξάμην [σύνθ. λ. διά + ἐρωτάω-ῶ]. Παθ. αόρ. ἐδιδάχθην διήκω ΡΗΜΑ Παθ. παρακ. δεδίδαγμαι Για τους χρόνους ἥκω1. διδάσκω: πολλὰ διδάσκει με ὁ πολὺς βίος φτάνω από το ένα μέρος στο άλλο.= τα πολλά χρόνια της ζωής μου μου μαθαί- [σύνθ. λ. διά + ἥκω].νουν πολλά. διίστημι ΡΗΜΑ• ειδικότερα για δραματικό ή διθυραμβικό Για τους χρόνους ἵστημιποιητή που δίδασκε στα μέλη του χορού το 1. διαχωρίζω: διέστησεν αὐτοὺς εἰς πολλὰ μέ-χορό τους και στους ηθοποιούς τους ρόλους ρη.τους. 2. η μέση φωνή έχει πάντοτε μεταβατική σημασία2. α. μέση φωνή διδάσκομαι φροντίζω να δι- διίσταμαι διαχωρίζω: διίσταμαι τόν τε δικαι-δαχθεί κάποιος: διδάσκομαι τὸν υἱόν = στέλ- ότατον καὶ τὸν ἀδικώτατον = είμαι σε θέσηνω το γιο μου στο δάσκαλο. να ξεχωρίσω αντιπαραθετικά τον πολύ δί-β. παθ. φωνή διδάσκομαι μαθαίνω. καιο από τον πολύ άδικο.3. εξηγώ: πῶς δή; δίδαξον = πώς ακριβώς; ε- 3. παθητ. μένω ξεχωριστά, φιλονικώ: κατὰ πό-ξήγησέ μου. λεις διέσταμεν = φιλονικούμε οι πόλεις μετα- παράγ. δίδαγμα, διδάσκαλος, διδασκαλεῖον, ξύ μας.δίδακτρα, σύνθ. ἀναδιδάσκω. [σύνθ. λ. διά + ἵστημι, ἵστημι].ΝΕ διδάσκω (με τη σημ. 1) και διδάσκομαι δικάζω ΡΗΜΑ(με τη σημ. 2β). Παρατ. ἐδίκαζον[*δι-δάσ-κω, *dnos-]. Μέλλ. δικάσω 82
  • 81. Αόρ. ἐδίκασα θῆναι τοιαύτην πόλιν = θεωρώ δίκαιο να μη Παρακ. δεδίκακα χάσω μια τέτοια πόλη. Μέσ. μέλλ. δικάσομαι 2. μέση φωνή δικαιοῦμαι καταδικάζω, τιμωρώ: Παθ. μέλλ. δικασθήσομαι κατ’ ἀξίαν ἑκάστου ἀδικήματος δικαιοῦμαι Μέσ. αόρ. ἐδικασάμην = τιμωρώ ανάλογα με τη βαρύτητα κάθε αδι- Παθ. αόρ. ἐδικάσθην κήματος (για δικαστή). Παθ. παρακ. δεδίκασμαι 3. παθ. φωνή δικαιοῦμαι Παθ. υπερσ. ἐδεδικάσμην α. τιμωρούμαι: εἶδον αὐτὸν δικαιούμενον =1. ενεργώ ως δικαστής, εκδίδω δικαστική α- τον είδα να τιμωρείται.πόφαση για κάτι: δικάζω ἐμπορικὰς δίκας = β. κρίνομαι δίκαιος: οὐκ οἱ ἀκροαταί, ἀλλ’ οἱβγάζω απόφαση για καταγγελίες σχετικές με ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται = θα α-εμπορικά αδικήματα. ναγνωριστούν ως δίκαιοι όχι όσοι απλώς α-• φυγὴν δικάζω τινί = επιδικάζω εξορία σε κούουν το θείο νόμο, αλλά και όσοι τον ε- κάποιον, ορίζω ως ποινή την εξορία. φαρμόζουν.2. μέση φωνή δικάζομαι καταφεύγω στο δικα- παράγ. δικαίωσις, δικαίωμα, σύνθ. δικαι-στήριο ως αντίδικος: ἐδικάζετο τούτῳ τῶν οδοτῶ, δικαιοδοσία, δικαιολογέομαι.πληγῶν, ὧν ἔλαβε = τον πήγε στο δικαστήριο ΝΕ δικαιώνομαι (με τη σημ. 3β).για τα χτυπήματα που δέχτηκε. [παράγ. λ. δίκαιος + παρ. επίθ. -όω].3. παθ. φωνή δικάζομαι δικάζομαι ως κατηγο- δικανικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟρούμενος. 1. για πρόσωπα έμπειρος στις δίκες. παράγ. δικαστήριον, δικαστής, δικαστι- 2. για πράγματα αυτός που έχει σχέση με τακός, δίκαιος, σύνθ. καταδικάζω, προδικάζω, δικαστήρια και τις δίκες: οἱ δικανικοὶ λόγοιἐκδίκασις, διαδικασία. τοῦ Ἰσοκράτους.ΝΕ δικάζω (με τη σημ. 1) και δικάζομαι (με παράγ. δικανική (τέχνη).τη σημ. 3). ΝΕ λόγ. δικανικός (με τη σημ. 2).[*δικάδ-jω > δικάζω (πβ. δίκ-η, δείκνυμι < [*δικ-αν (< δίκη, πιθ. κατά το νεαν-ικός) +*δεικ-)]. παρ. επίθ. -ικός].δίκαιος, -αία, -αιον ΕΠΙΘΕΤΟ δίκη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Συγκριτικός δικαιότερος 1. το δίκαιο, το ορθό. 2. α. η δίκη στο δικαστήριο. = κρίσις. β. ειδι- Υπερθετικός δικαιότατος κότερα ιδιωτική καταγγελία ή δίκη, δηλ. κα-1. νόμιμος, δίκαιος. = ἄδικος. ταγγελία ή δίκη που αφορά αδίκημα που• ως ουσιαστικό τό δίκαιον: τὸ ἐμὸν δίκαιον = στρέφεται ενάντια σε ιδιώτη. ≠ γραφή «κα- το δίκιο μου. = ἄδικον. ταγγελία ή δίκη που αφορά αδίκημα που στρέ-2. αυτός που αρμόζει σε κάποια περίπτωση, φεται κατά της πόλης».ο σωστός: δικαίαν χάριν παρέχω = δείχνω 3. το αποτέλεσμα μιας δίκης, η ποινή που επι-την πρέπουσα ευγνωμοσύνη. βάλλει το δικαστήριο: δίκην δίδωμί τινι = τι-3. δίκαιός εἰμι έχω δικαίωμα ή δίκιο, είναι δί- μωρούμαι από κάποιον. δίκην λαμβάνω πα-καιο εγώ να...: δίκαιός εἰμι κολάζειν = έχω δι- ρά τινος = τιμωρώ κάποιον: δεῖ ὑμᾶς παρὰκαίωμα να τιμωρώ. δίκαιός εἰμι ἀπιστεῖν = έ- τῶν ἀδικούντων δίκην λαμβάνειν = πρέπειχω δίκιο να δυσπιστώ. να τιμωρείτε όσους διαπράττουν αδικήματα. παράγ. δικαίως, δικαιόω -ῶ, σύνθ. ἄδικος, δίκην ὀφλισκάνω ὑπό τινος = καταδικάζομαιἀδικέω -ῶ. σε ποινή από κάποιον.ΝΕ δίκαιος (με τη σημ. 1). 4. θεία ∆ίκη προσωποποίηση της δικαιοσύ-[παράγ. λ. δίκη ( δικάζω) + παρ. επίθ. -αιος]. νης που τιμωρεί: ἔστι δίκης ὀφθαλμός, ὃς τὰδικαιόω -ῶ ΡΗΜΑ πανθ’ ὁρᾷ = υπάρχει η θεία δικαιοσύνη που Παρατ. ἐδικαίουν βλέπει τα πάντα (και τιμωρεί). Μέλλ. δικαιώσω παράγ. δίκαιος, σύνθ. ἄδικος. & δικαιώσομαι ΝΕ δίκη (με τη σημ. 2α). Αόρ. ἐδικαίωσα [*δικ- «κατεύθυνση» < *δεικ-, δείκνυμιι, ο- Παθ. μέλλ. δικαιωθήσομαι μόρρ. με αρχ. ινδ. dis- «κατεύθυνση»]. Παθ. αόρ. ἐδικαιώθην διομολογέω -ῶ ΡΗΜΑ Παθ. παρακ. δεδικαίωμαι Για τους χρόνους ὁμολογέω -ῶ1. θεωρώ δίκαιο, αξιώνω κάτι, το απαιτώ (ε- 1. κάνω συμφωνία.πειδή το θεωρώ δίκαιο): δικαιῶ μὴ ἀφαιρε- 83
  • 82. 2. παθ. φωνή διομολογοῦμαι συμφωνούμαι: 1. στα δυο, σε δύο μέρη, κομμάτια κτλ.: δίχατοῦτό ἐστι διωμολογημένον ἐμοί τε καὶ σοί = τὸ στράτευμα ποιῶ = χωρίζω το στράτευμααυτό έχει συμφωνηθεί ανάμεσα σε μένα και στα δυο.σε σένα. 2. διχῇ με δύο τρόπους: διχῇ βοηθητέον =3. μέση φωνή διομολογοῦμαι συμφωνώ αμοι- πρέπει να βοηθήσουμε με δύο τρόπους.βαία, δίνω και παίρνω υπόσχεση: διομολογη- παράγ. διχάζω, διχῶς, σύνθ. διχογνωμέω.σάμενος πρὸς τὸν πατέρα... = αφού συμφώνη- ΝΕ πβ. δίχως «χωρίς» (< σύμφυρση των δίχασε με τον πατέρα του… και διχῶς). παράγ. διομολόγησις. [ομόρρ. με δίς, *διχ-, από όπου *διχ-jός > δισ-[σύνθ. λ. διά + ὁμολογέω]. σός].∆ιονύσια, -ίων, τὰ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ διψῶ ΡΗΜΑκύριο όνομα γιορτή προς τιμήν του θεού ∆ιο- ομηρικό και μεταγεν. διψά-ω, αττικό διψή-ωνύσου (Βάκχου) στην Αθήνα: τὰ κατ’ ἀγροὺς Παρατ. ἐδίψων∆ιονύσια ή τὰ Μικρὰ ∆ιονύσια (τα γιόρταζαν Μέλλ. διψήσωστην εξοχή). τὰ κατ’ ἄστυ ή ἐν ἄστει ∆ιονύσια Αόρ. ἐδίψησα(τα γιόρταζαν στην πόλη). Παρακ. δεδίψηκα[επίθετο ∆ιονύσιος με ουσιαστικοποίηση του έχω δίψα, υποφέρω από δίψα.ουδ. πληθ. (ενν. ἑορτάσματα) < θρακ. ∆ιόνυ- ΝΕ διψώ.σος + παρ. επίθ. -ιος]. [άγν. ετυμ. μαζί με τα ἡ δίψα, τὸ δίψος «δί-διορίζω ΡΗΜΑ ψα», διψαλέος]. Για τους χρόνους ὁρίζω διώκω ΡΗΜΑ1. χωρίζω, διαιρώ: διορίζω δίχα = χωρίζω Παρατ. ἐδίωκονστα δύο. Μέλλ. διώξω2. καθορίζω, ορίζω: διορίζω περί τινος τί ἐ- Αόρ. ἐδίωξαστιν = καθορίζω τι είναι κάτι. Παρακ. δεδίωχα3. μεταφέρω κάποιον έξω από τα σύνορα της Παθ. μέλλ. διωχθήσομαιχώρας, τον εξορίζω: διορίζω τι ἔξω τῶν ὅρων Παθ. αόρ. ἐδιώχθην= μεταφέρω κάτι έξω από τα σύνορα. Παθ. παρακ. δεδίωγμαιΝΕ διορίζω (με επέκτ. της σημ. 2 «τοποθετώ 1. καταδιώκω κάποιον για να τον συλλάβω,κάποιον σε δημόσια επαγγελματική θέση»). τον κυνηγώ.[σύνθ. λ. διά + ὁρίζω]. 2. προσπαθώ να πετύχω κάτι, επιδιώκω: διώ-∆ιόσκουροι, -κούρων, οἱ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ κω τιμάς.κύριο όνομα τα δίδυμα αδέλφια Κάστωρ και 3. ως δικανικός όρος, συχνά με γεν. που δηλώνειΠολυδεύκης, γιοι του ∆ία και της Λήδας και την ποινή ή την αιτία (το αδίκημα) καταγγέλλωαδέλφια της Κλυταιμήστρας και Ελένης. κάποιον ενώπιον του δικαστηρίου: διώκω τι-[σύνθ. λ. ∆ιός + κοῦρος < *κόρFος]. νὰ θανάτου = για κατηγορία που τιμωρείταιδὶς ΕΠΙΡΡΗΜΑ με θάνατο. διώκω φόνου = με την κατηγορίαδύο φορές. ≠ ἅπαξ «μια φορά». για φόνο.• παροιμία δὶς παῖδες οἱ γέροντες = οι γέροι 4. ὁ διώκων ο κατήγορος: κοινοὶ τῷ τε διώ- είναι δύο φορές παιδιά. δειπνῶ δὶς τῆς ἡμέ- κοντι καὶ τῷ φεύγοντι = αμερόληπτοι απένα- ρας = τρώγω δύο φορές την ημέρα. ντι στον κατήγορο και τον κατηγορούμενο.ΝΕ δις. ≠ ὁ φεύγων «ο κατηγορούμενος».[*δFις, πβ. αρχ. ινδ. dvih, λατ. bis]. παράγ. δίωξις, διώκτης, σύνθ. καταδιώκω,δίφρος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἐπιδιώκω, καταδίωξις, ἐκδίωξις.1. πολεμικό άρμα ή άμαξα που μπορούσε να ΝΕ διώχνω «εκδιώκω, απομακρύνω» και δι-χωρέσει μόνο δύο άτομα, τον ἡνίοχον και ώκω (λόγ., με τη σημ. 3).τον παραιβάτην, δηλαδή τον πολεμιστή. [δίω «εξαναγκάζω σε φυγή» + ρηματ. ένθ. -κ-2. σκαμνί: καθῆστο ἐπὶ προσκεφαλαίου τε που ενισχύει τη δράση (*δι-, *δjᾱ-)].καὶ δίφρου = καθόταν σ’ ένα σκαμνί με μαξι- ∆ιώνη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟλάρι. κύριο όνομα η μητέρα της Αφροδίτης. παράγ. διφρεύω, σύνθ. διφρηλάτης. [∆ι-ώνη, πβ. Ζεύς, ∆ιός].[σύνθ. λ. *δι-, *δίς + *φρ- από το *φερ- «φέρω»]. δόγμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟδίχα & διχῇ ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. γνώμη, πεποίθηση: ἔστι ἡμῖν δόγματα ἐκ παίδων περὶ δικαίων = έχουμε από την παι- 84
  • 83. δική μας ηλικία κάποιες πεποιθήσεις για τη γνησιότητά του). δοκιμάζω τοὺς μηνυτάς (ωςδικαιοσύνη. προς την αξιοπιστία τους).2. ψήφισμα, απόφαση: τὰ τῶν Ἀμφικτυόνων 2. επιδοκιμάζω, εγκρίνω: νόμοι δοκιμασθέντεςδόγματα = οι αποφάσεις των Αμφικτυόνων. = νόμοι που εγκρίθηκαν. παράγ. δογματικός, δογματίζω, σύνθ. δο- 3. ως πολιτικός όρος εξετάζω την καταλληλό-γματοποιέω, δογματολογία. τητα ενός πολίτη να αναλάβει ένα αξίωμα:ΝΕ δόγμα στη φράση τα δόγματα της Εκκλη- δοκιμασθεὶς ἀρχέτω = αφού κριθεί κατάλλη-σίας (με σημ. παραπλήσια προς την 1). λος, ας αναλάβει την εξουσία.[παράγ. λ. *δογ- (πβ. δοκέω -ῶ) + παρ. επίθ. -μα]. παράγ. δοκιμασία.δοκέω -ῶ ΡΗΜΑ ΝΕ δοκιμάζω (σημ. 1). Παρατ. ἐδόκουν [παράγ. λ. δόκιμος + παρ. επίθ. -άζω]. Μέλλ. δόξω δοκιμασία, -ίας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Αόρ. ἔδοξα εξέταση, δοκιμασία για να διαπιστωθεί η κα-& ως απρόσωπο ταλληλότητα κάποιου προσώπου ή πράγμα- Ενεστ. δοκεῖ τος: ἡ δοκιμασία τῶν στρατηγῶν. Παρατ. ἐδόκει ΝΕ δοκιμασία. Μέλλ. δόξει [παράγ. λ. δοκιμάζω + παρ. επίθ. -ία]. Αόρ. ἔδοξε δόκιμος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ Παρακ. δέδοκται πρόσωπο ή πράγμα που δοκιμάστηκε και & δεδογμένον ἐστί κρίθηκε εξαιρετικό, διακεκριμένος: δοκιμώ- Υπερσ. ἐδέδοκτο τατος ἐν Ἑλλάδι = πολύ τιμημένος στην Ελ- λάδα.1. νομίζω, υποθέτω, φαντάζομαι: ἔδοξα ἀ- ΝΕ δόκιμος (λχ. δόκιμο ύφος).κοῦσαι ὄνομα αὐτῷ εἶναι Ἀγάθωνα = νομίζω [παράγ. λ. δοκέω + παρ. επίθ. -ιμος].πως άκουσα ότι το όνομά του ήταν Αγάθων. δολιχοδρόμος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ2. δοκῶ μοι α. νομίζω. β. είμαι αποφασισμέ- αθλητής του δολίχου.νος να... [σύνθ. λ. δόλιχος + *δρομ- (< δραμεῖν, πβ.3. φαίνομαι, θεωρούμαι, δίνω την εντύπωση: δρόμος) + παρ. επίθ. -ος].δοκεῖ ἐπαίνου ἄξιος εἶναι = θεωρείται ότι εί- δόλιχος, -ίχου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟναι άξιος επαίνου. η μεγάλη διαδρομή σε αγώνα δρόμου: δόλι-4. ως απρόσωπο δοκεῖ φαίνεται καλό, αποφα- χον θέω = τρέχω το δόλιχο.σίζεται: ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ... = απο- σύνθ. δολιχοδρόμος.φασίστηκε από τη βουλή και την εκκλησία [από το επίθ. δολιχός «μακρύς» με ανέβασματου δήμου. ἐδόκει αὐτοῖς ὑπουργεῖν τοῖς Συ- του τόνου δολιχός < *δελεχός (πβ. ἐνδελεχής),ρακουσίοις = αποφάσισαν να βοηθούν τους πβ. λατ. longus].Συρακουσίους. δόλος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. δόγμα, δόκησις, δόκιμος, δόξα, 1. δόλωμα για τα ψάρια.σύνθ. ἔνδοξος, παράδοξος, προσδοκία, εὐδό- 2. τέχνασμα, πανουργία: οὐ κατ’ ἰσχύν... δό-κιμος. λῳ δὲ ἐκράτει = δεν υπερίσχυσε με τη δύναμή[δοκ-έω < *δεκ-, δέχομαι, δέκομαι]. του, αλλά με τέχνασμα. = ἀπάτη.δόκησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. δόλιος, δολιεύομαι, σύνθ. δολο-1. γνώμη, εντύπωση: ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας πλόκος, δολοφόνος.μόλις βεβαιοῦται = η εντύπωση ότι ο ομιλη- ΝΕ δόλος (με τη σημ. 2).τής λέει την αλήθεια με δυσκολία εμπεδώνε- [*δόλ-ος, συγγεν. του δέλ-εαρ, λατ. dolus].ται. δόξα, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ2. η καλή φήμη: καταλείπω δόκησιν ἰσχύος 1. δοξασία, γνώμη, ιδέα σε αντιδιαστολή, συνή-καὶ συνέσεως = αφήνω την καλή φήμη του ι- θως, προς τη γνῶσιν και την ἐπιστήμην: κατά γεσχυρού και του συνετού. τὴν ἐμὴν δόξαν = σύμφωνα με τη δική μου σύνθ. δοκησίσοφος «που έχει την εντύπω- γνώμη. δόξαι ἀληθεῖς καὶ ψευδεῖς.ση, την ψευδαίσθηση, ότι είναι σοφός», δοκη- 2. εικασία, υπόθεση: δόξῃ χρῶμαι = μιλώ υ-σισοφία. ποθετικά.[παράγ. λ. δοκέω -ῶ + παρ. επίθ. -σις]. 3. η γνώμη που έχουν οι άλλοι για κάποιον:δοκιμάζω ΡΗΜΑ ἀνθρώπων δόξαν ἔχει καλήν = έχουν καλή1. υποβάλλω κάτι σε δοκιμασία, για να το ε- γνώμη γι’ αυτόν. δόξαν κακὴν ἔλαβον = σχη-λέγξω: δοκιμάζω τὸν χρυσόν (για να δω τη μάτισαν γι’ αυτούς κακή γνώμη. 85
  • 84. • η καλή γνώμη, η υπόληψη: δόξαν εἶχον ἄ- ΝΕ δούλος (με σημ. 1). μαχοι εἶναι = είχαν τη φήμη των ακαταμά- [πιθ. ξένη λέξη, μυκην. δόελος (ασυναίρ.)]. χητων. δουλόω -ῶ ΡΗΜΑ παράγ. δοξάζω, δοξασία, σύνθ. ἄδοξος, ἀ- 1. υποδουλώνω: δουλοῖς καὶ σὲ καὶ πᾶσανδοξία, παράδοξος, φιλόδοξος, ἐπίδοξος «πι- πόλιν = υποδουλώνεις και εσένα και όλη τηνθανός». πόλη. ≠ ἐλευθερόω -ῶ.ΝΕ δόξα (με τη σημ 3β). 2. μέση φωνή δουλοῦμαι κάνω κάποιον δούλο[*δοκ- (δοκ-έω) + -σ-α]. μου: οἵ γε ἐπὶ τὴν ἡμετέραν ἧκον δουλωσόμε-δοξάζω ΡΗΜΑ νοι = αυτοί ήρθαν στη χώρα μας για να μας1. νομίζω, υποθέτω, πιστεύω: πῶς ταῦτα ἀλη- υποδουλώσουν.θῆ δοξάσω; = πώς να υποθέσω ότι αυτά είναι ΝΕ δουλώνω, λ.χ. το φρόνημα ενός λαού (μεαληθινά; τη σημ. 1).• δοξάζω δόξαν = έχω γνώμη. [παράγ. λ. δοῦλ-ος + παρ. επίθ. -όω].2. εγκωμιάζω κάποιον, τον δοξάζω: δεδοξα- δρᾶμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟσμένος ἐπ’ ἀρετῇ = δοξασμένος για τη γενναι- 1. έργο, υπηρεσία, καθήκον: τὸ δρᾶμα τῶνότητά του. μαιῶν = τα καθήκοντα των μαιών.ΝΕ δοξάζω (με τη σημ. 2). 2. έργο που παριστάνεται στη σκηνή, θεατρι-[*δοξάδ-jω < δόξα]. κό έργο, δράμα (τραγωδία, κωμωδία, σατυρι-δόρυ, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ κό δράμα): τὰ δράματα μιμοῦνται δρῶντας =πολεμικό όργανο, το δόρυ. τα δράματα παριστάνουν πρόσωπα δρώντα.• ἐπὶ δόρυ = προς τα δεξιά (γιατί με το δεξί διδάσκω δρᾶμα = προετοιμάζω και παριστά- χέρι κρατούσαν το ακόντιο). ≠ ἐπ’ ἀσπίδα νω δραματικό έργο. «προς τα αριστερά». ΝΕ δράμα (με τη σημ. 2). σύνθ. δορυφόρος, δοριάλωτος. [παράγ. λ. δράω + παρ. επίθ. -μα].ΝΕ δόρυ. δράττομαι ΡΗΜΑ[*δορF-, συγγεν. του δένδρον, ομόρρ. με αρχ. ο κοινός τύπος είναι δράσσομαιινδ. dáru, χετιτ. taru- «ξύλο»]. Παρατ. ἐδραττόμηνδορυφόρος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ Μέλλ. δράξομαι1. αυτός που κρατά το δόρυ. Αόρ. ἐδραξάμην2. ως ουσιαστικό ακοντιστής, κυρίως ως σωμα- Παρακ. δέδραγμαιτοφύλακας βασιλέων ή τυράννων. με γεν. πράγματος αρπάζω με το χέρι, παίρνωΝΕ δορυφόρος «για κράτος που εξαρτάται μια χούφτα από κάτι: δράττομαι τῶν ἁλῶν =από άλλο ισχυρότερο». παίρνω μια χούφτα αλάτι.[σύνθ. λ. δόρυ + φέρω]. • μεταφορικά δράττομαι τῆς ἐλπίδος = αρπά-δουλεία, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ζω την ελπίδα.1. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο δού- παράγ. δράξ «ό,τι μπορεί να χωρέσει ηλος: δουλείας ζυγά = ο ζυγός της δουλείας. χούφτα, η δράκα», δραχμή.2. περιληπτικά οι δούλοι: ἢν ἡ δουλεία ἐπανι- ΝΕ (μόνο στη λόγια φράση) δράττομαι τηςστῆται = αν επαναστατήσουν οι δούλοι. ευκαιρίας «αρπάζω» (από τη σημ. 1).ΝΕ δουλεία (με τη σημ. 1) και δουλειά «εργα- [*δερχ-, *δραχ- + παρ. επίθ. -j-ομαι].σία», επειδή η εργασία ήταν το κυριότερο δραχμή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟπράγμα που έκανε ο δούλος. αττικό νόμισμα που ισοδυναμούσε με έξι ο-[παράγ. λ. δουλεύω + παρ. επίθ. -εία]. βολούς (1 δραχμή = 6 ὀβολοί. 100 δραχμαί = 1δουλεύω ΡΗΜΑ μνᾶ. 60 μναῖ = 1 τάλαντον).είμαι δούλος. ΝΕ δραχμή.ΝΕ δουλεύω «εργάζομαι», δουλεία. [*δερχ-, *δραχ- (δράττομαι ) + παρ. επίθ. -μή].[παράγ. λ. δοῦλος + παρ. επίθ. -εύω]. δράω -ῶ ΡΗΜΑδοῦλος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρατ. ἔδρων1. αυτός που γεννήθηκε από γονείς σκλάβους Μέλλ. δράσω(σε αντιδιαστολή προς το ἀνδράποδον, που έγινε Αόρ. ἔδρασαδούλος κατόπιν αιχμαλωσίας). Παρακ. δέδρακα2. ως επίθ. δοῦλος, -η, -ον δουλικός. Παθ. αόρ. ἐδράσθην παράγ. δουλικός, δούλειος «δουλικός», Παθ. παρακ. δέδραμαιδουλεύω, δουλόω -ῶ, σύνθ. δουλοπρεπής, κάνω κάτι: καλῶς τι δρῶ = κάνω κάτι καλά.δουλοκρατέομαι -οῦμαι. = ποιέω -ῶ, ἐργάζομαι, ἐνεργέω -ῶ, πράττω. 86
  • 85. • γνωμικό δίκαια δράσας συμμάχους ἕξεις θε- ΝΕ ∆ρυάδα. ούς = αν οι πράξεις σου είναι δίκαιες, θα έ- [παράγ. λ. δρῦς (*δρυ- από *δερεF-) + -άς]. χεις συμμάχους τους θεούς. δρυμός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. δρᾶμα, δρᾶσις, δράστης. δάσος με δρυς, και γενικότερα δάσος.ΝΕ δρω (με παρόμοια σημ. «αναπτύσσω δράση»). ΝΕ εθνικός δρυμός «δασώδης έκταση υπό[*δρᾱ-, πβ. λιθ. daraū «κάνω»]. την προστασία νομοθεσίας».δρέπω ΡΗΜΑ [παράγ. λ. δρῦς (*δρυ- από *δερεF-) + παρ. ε-1. κόβω (καρπούς, άνθη κτλ.). πίθ. -μός].2. μέση φωνή δρέπομαι κόβω για τον εαυτό δρῦς, δρυός, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟμου, δρέπω, συλλέγω: ἀπὸ κρηνῶν μελιρρύ- βελανιδιά.των δρέπομαι μέλη = δρέπω τραγούδια από • παροιμία δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύε-μελίρρυτους κρουνούς. ται = από μια πεσμένη βελανιδιά κόβει ξύ- παράγ. δρεπάνη, δρέπανον, σύνθ. δρεπα- λα όποιος θέλει (δηλαδή, όταν κάποιος χάσεινοειδής, δρεπανηφόρος. τη δύναμή του, τότε όλοι τον εκμεταλλεύονται).ΝΕ δρέπω (με σημ. 2). παράγ. δρυάς, δρύϊνος, δρυμός, σύνθ. δρυ-[*δρε-π-, δρεπάνη, πιθ. συγγεν. με δέρω οκολάπτης.«γδέρνω»]. ΝΕ δρυς.δριμύς, -εῖα, -ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ [*δρυ- από *δερεF-, πβ. δόρυ]. Συγκριτικός δριμύτερος δύναμαι ΡΗΜΑ Υπερθετικός δριμύτατος αποθετικό ρήμα1. καυστικός, ερεθιστικός (ιδίως για τα μάτια, Παρατ. ἐδυνάμην & ἠδυνάμηνλ.χ. ο καπνός, και τη γεύση). Μέλλ. δυνήσομαι2. μεταφορικά για άνθρωπο οξύς, έξυπνος, πα- & δυνηθήσομαινούργος: δριμὺς ἐν τῷ ἀποκρίνεσθαι = έξυ- Αόρ. ἐδυνήθην & ἠδυνήθηνπνος στις απαντήσεις. Παρακ. δεδύνημαι παράγ. δριμύτης «καυστικότητα, εξυπνά- 1. είμαι ικανός να κάνω κάτι, μπορώ: οὐ δύ-δα», δριμύλος. ναμαι μὴ γελᾶν = δεν μπορώ να μη γελάσω.ΝΕ δριμύς «οξύς» (από τη σημ. 2, λ.χ. δριμεία οἱ δυνάμενοι = όσοι έχουν δύναμη, εξουσία.επίθεση). 2. συνήθως με άρνηση ανέχομαι να κάνω κάτι: οὐ-[*δρι-, αβέβ. ετυμ.]. κέτι ἐδύνατο ἐν τῷ καθεστῶτι τρόπῳ βιοτεύεινδρόμος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ = δεν ανεχόταν πια να ζει με αυτό τον τρόπο.1. τρέξιμο: ως επίρρημα δρόμῳ = τρέχοντας. ως 3. ισοδυναμώ: ὁ σίγλος δύναται δύο ὀβολούςπροσδιορισμός τόπου ἡμέρας δρόμος = η από- = ο σίγλος ισοδυναμεί με δύο οβολούς. τοὺςσταση που διανύει κάποιος τρέχοντας σε μία λόγους ὡς ἔργα δυναμένους κρίνω = κρίνωημέρα, περίπου 1.300 στάδια. τα λόγια σαν να έχουν την ίδια αξία με τις2. αγώνας δρόμου (δηλ. διαγωνισμός στο τρέξι- πράξεις.μο): σε παροιμιακές εκφράσεις όπως περὶ τοῦ παν- παράγ. δύναμις, δυνάστης, δυνατός, σύνθ.τὸς δρόμον θέοντες = αγωνιζόμενοι για να κερ- ἀδύναμος, ἀδυναμέω -ῶ, ἀδυναμία.δίσουν ή να χάσουν τα πάντα. περὶ ψυχῆς ὁ δρό- ΝΕ λόγ. δύναμαι.μος = ο αγώνας είναι για τη σωτηρία της ζωής. [δύν-α-μαι, αβέβ. ετυμ.].3. τόπος όπου έτρεχαν οι νέοι και, γενικότε- δύναμις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟρα, δημόσιος περίπατος: ἐν εὐσκίοις δρόμοις 1. σωματική δύναμη και με επέκταση, η ικα-= στους περιπάτους κάτω από τη σκιά. νότητα να πράξει κάποιος κάτι: εἴ μοι δύνα-4. έκφραση ἔξω/ἐκτὸς δρόμου φέρομαι = ξε- μις παρείη = αν είχα τη δύναμη.φεύγω από το θέμα της συζήτησης. • σε εκφράσεις κατὰ δύναμιν = όσο μου επι- παράγ. δρομικός, δρομαῖος «που κινείται τρέπουν οι δυνάμεις μου. παρὰ/ὑπὲρ δύνα-τρέχοντας», δρόμῳ, ὁ/ἡ δρομὰς «που τρέχει». μιν = πέρα/πάνω από τις δυνάμεις μου.ΝΕ δρόμος «οδός» (και με τη σημ. 1 στη φρ. 2. πολιτική δύναμη, εξουσία, επιρροή.αγώνας δρόμου). Στα αρχαία το δρόμο τον έ- 3. πολεμικές δυνάμεις, στράτευμα: πεζὴ καὶλεγαν ἡ ὁδός. ναυτικὴ δύναμις = δυνάμεις πεζικού και ναυ-[*δρομ-, *δρεμ-, ἔ-δραμ-ον]. τικού.∆ρυάς, -άδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 4. ποσοτική ή ποιοτική αξία, ικανότητα: τε-κύριο όνομα δευτερεύουσα θεότητα που κα- τρακοσίων ταλάντων ἀργυρίου δύναμις =τοικούσε σε δάση (με δρυς), νύμφη των δα- χρηματική αξία τετρακοσίων ταλάντων. ἡσών. δύναμις τῆς ὄψεως = η ικανότητα (οξύτητα) 87
  • 86. της όρασης. ἡ δύναμις τῆς λέξεως = η σημασία είμαι δύστροπος ή δυσαρεστημένος.της λέξης. [*δύσκολ-ος, *δυσκολ-αν-jω > δυσκολαίνω].ΝΕ δύναμη (με όλες τις σημ.). δύσκολος, -η, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ[δύν-α-μις, δύναμαι]. Συγκριτικός δυσκολώτεροςδυναστεία, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Υπερθετικός δυσκολώτατος1. κυριαρχία, εξουσία: δυναστεία ὀλίγων ἀν- 1. αυτός που είναι δύστροπος ή κακότροπος:δρῶν. οὐ παύσει δύσκολος ὤν; = δε θα σταματήσεις2. κλειστή ολιγαρχία: δυναστείᾳ μᾶλλον ἢ ἰ- με τις ιδιοτροπίες σου; ≠ εὔκολος «καλότρο-σονομίᾳ ἐχρῶντο οἱ Θεσσαλοί = οι Θεσσαλοί πος».διοικούσαν μάλλον με ολιγαρχία παρά με ι- 2. για πράγματα κοπιαστικός ή ενοχλητικός:σονομία. δύσκολος ἡ ἡνιόχησις = η οδήγηση των αλό-ΝΕ δυναστεία (με παρόμoια σημ. προς τη σημ. γων του άρματος είναι κοπιαστική.2 «διαδοχική σειρά κληρονομικών αρχόντων»). παράγ. δυσκόλως.[παράγ. λ. δυναστεύω (παράγ. δυνάστης + ΝΕ δύσκολος «κοπιαστικός». Στα αρχαία τοπαρ. επίθ. –εύω) + παρ. επίθ. -(ε)ία]. σημερινό δύσκολος το έλεγαν χαλεπός.δυνάστης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ [δυσ- + *κόλος (μυκην. kwolos), πιθ. *πελ- τουάρχοντας, κυβερνήτης. πέλω - πέλομαι «υπάρχω, γίνομαι»].ΝΕ δυνάστης (με εξειδίκευση της σημ. «από- δυσμαθής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟλυτος και τυραννικός άρχοντας»). Συγκριτικός δυσμαθέστερος[*δυνά- + -σ- (πβ. δυνασ-θῆναι) + παρ. επίθ. Υπερθετικός δυσμαθέστατος-της]. αυτός που δύσκολα μαθαίνει. ≠ εὐμαθής.δυνατός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. δυσμάθεια. Συγκριτικός δυνατώτερος ΝΕ δυσμαθής. Υπερθετικός δυνατώτατος [σύνθ. λ. δυσ- + μαθ- (πβ. ἔ-μαθ-ον < μανθά-1. αυτός που έχει σωματική ή ψυχική δύναμη, νω) + παρ. επίθ. -ής].δυνατός: δυνατοὶ καὶ τοῖς σώμασι καὶ ταῖς δυσχεραίνω ΡΗΜΑψυχαῖς. = ἰσχυρός. Παρατ. ἐδυσχέραινον2. ικανός: δυνατὸς λέγειν = ο ικανός στο λό- Μέλλ. δυσχερανῶγο, ο εύγλωττος. Αόρ. ἐδυσχέρανα3. αυτός που έχει δύναμη εξουσίας ή επιρρο- 1. μεταβ. φέρω κάτι βαρέως: δυσχεραίνω τὸ ἀ-ής. δικεῖν = φέρω την αδικία βαρέως, δύσκολα• ως ουσιαστικό οἱ δυνατοὶ οι ισχυροί, αυτοί μπορώ να την αντέξω. που έχουν εξουσία. 2. αμετάβ. δυσαρεστούμαι με κάτι, δυσανα-4. για πράγματα κατορθωτός. σχετώ: δυσχεραίνω ἐπί τινι.• έκφραση κατὰ τὸ δυνατόν = όσο είναι δυνα- παράγ. δυσχερῶς. τό (να γίνει). ΝΕ δυσχεραίνω «δυσκολεύω». παράγ. δυνατῶς, δυνατέω -ῶ. [παράγ. λ. δυσχερής (< χερ-, χειρ- «χέρι») +ΝΕ δυνατός (με τις σημ. 1, 4). παρ. επίθ. -αίνω].[δυνα- (< δύνα-μαι) + παρ. επίθ. -τός]. δυσχερής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟδυσ- ΜΟΡΙΟ Συγκριτικός δυσχερέστεροςαχώριστο μόριο που χρησιμοποιείται ως α΄ συνθε-τικό λέξεων που σημαίνουν κάτι δύσκολο ή δυ- Υπερθετικός δυσχερέστατοςσάρεστο, π.χ. δυσεύρευτος = αυτός που βρί- 1. για πράγματα α. δυσάρεστος. β. δύσκολος:σκεται δύσκολα. δυστυχής = αυτός που έχει δυσχερὴς βίος.κακή τύχη. 2. για πρόσωπα ιδιότροπος.ΝΕ δυσ-. ΝΕ δυσχερής (με τη σημ. 1β).[δυσ-, ομόρρ. με αρχ. περσ. duš-, π.χ. duš- [σύνθ. λ. δυσ- + χερ- (< χείρ) + -ής].manah- «δυσμενής»]. δυσώδης, -ης, δυσῶδες ΕΠΙΘΕΤΟδυσειδής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ Συγκριτικός δυσωδέστεροςάσχημος. Υπερθετικός δυσωδέστατοςΝΕ λόγ. δυσειδής. που αναδίδει δυσάρεστη μυρωδιά. ≠ εὐώδης.[σύνθ. λ. δυσ- + εἶδος «μορφή, εμφάνιση»]. ΝΕ δυσώδης.δυσκολαίνω ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. δυσ- + παρ. επίθ. -ώδης < ὄζω «μυρί- Παρατ. ἐδυσκόλαινον ζω» < ὀδ- + jω]. Μέλλ. δυσκολανῶ δύω ΡΗΜΑ 88
  • 87. Μέσ. παρατ. ἐδυόμην που προφερόταν και αυτό στα βυζαντινά χρόνια Μέσ. μέλλ. δύσομαι ως [e], αλλά γραφόταν με δύο γράμματα. Αόρ. β΄ ἔδυν • ως αριθμητικό σύμβολο: ε΄ = 5, αλλά ͵ε = 5.000. με μέση σημ. «έδυσα» ἔαρ, ἔαρος & ἦρος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρακ. δέδυκα άνοιξη. με μέση σημ. «έχω δύσει» παράγ. ἐαρινός «ανοιξιάτικος».στη μέση φωνή και στους χρόνους με μέση σημ. για NE λόγ. εαρινός (λ.χ. εαρινή ισημερία, εαρι-τον ήλιο δύω, βασιλεύω: πρὸ ἡλίου δύντος = νό εξάμηνο).πριν από τη δύση του ήλιου. [*Fέσαρ, ομόρρ. με λιθ. vasarà «έτος»]. παράγ. δύσις, δύτης, σύνθ. λωποδύτης, ἑαυτοῦ, ἑαυτῆς, ἑαυτοῦ & αὑτοῦ, αὑτῆς, αὑ-τρωγλοδύτης. τοῦ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑΝΕ δύει ο ήλιος (πβ. και εν-δύ-ομαι και υπο- αυτοπαθής γ´ προσώπου του εαυτού του: ἐπιμε-δύομαι). λεῖται ἑαυτοῦ = φροντίζει για τον εαυτό του.[*δύσ- + παρ. επίθ. -jω > δύω, πβ. δύσγω· ἀπο- αὐτὸ καθ’ αὑτό = αυτό καθαυτό.δύω]. [προσωπ. αντων. ἓ κτλ. + αὐτοῦ κτλ.].∆ωδώνη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἐάω -ῶ ΡΗΜΑτοπωνύμιο πόλη της Ηπείρου, όπου βρισκόταν Παρατ. εἴωντο μαντείο του ∆ιός. Μέλλ. ἐάσω[∆ωδώνα < ποταμός ∆ώδων + παρ. επίθ. -α, Αόρ. εἴασαιλλυρ. λ.]. Παρακ. εἴακαδωρέω -ῶ ΡΗΜΑ Μέσ. μέλλ. ἐάσομαι Παρατ. ἐδώρουν με παθ. σημ. «θα αφεθώ» Μέλλ. δωρήσω Παθ. αόρ. εἰάθην Αόρ. ἐδώρησα Παθ. παρακ. εἴαμαι Μέσ. αόρ. ἐδωρησάμην 1. αφήνω, επιτρέπω: οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν τὸ1. δωρίζω. 2. πιο συχνά στη μέση φωνή δωροῦ- τοῦ Μιλτιάδου τρόπαιον = δε με αφήνει ναμαι δωρίζω: δωροῦμαί τινί τι = δωρίζω σε κοιμηθώ ο θρίαμβος του Μιλτιάδη. = ἀφίημι.κάποιον κάτι. 2. αφήνω κάτι ήσυχο, κατά μέρος, δε σκοτί-ΝΕ δωρίζω. ζομαι: ἐὰν ἐπὶ τὰ μείζω ἔλθῃς ἐάσας ἤδη φι-[παράγ. λ. δῶρον (< *δω-, πβ. δί-δω-μι + παρ. λοσοφίαν = αν καταπιαστείς με σοβαρότεραεπίθ. -ρον) + παρ. επίθ. -έω]. θέματα αφήνοντας πια κατά μέρος τη φιλο-δωροδοκέω -ῶ ΡΗΜΑ σοφία.1. δωροδοκούμαι: δωροδοκοῦσιν καὶ δια- παράγ. ἐατέος.φθείρονται = δωροδοκούνται και διαφθεί- [*σεF- + παρ. επίθ. -άω, αβέβ. ετυμ.].ρονται. ἐβίων ΡΗΜΑ αόρ. β΄ του ρ. ζήω -ῶ.2. δωροδοκώ κάποιον. ἐγγίγνομαι ΡΗΜΑ[σύνθ. λ. δῶρον + δοκέω που έχει δύο σημ., Για τους χρόνους γίγνομαια) παθ. δέχομαι (δοκ-: δέχ-ομαι), β) ενεργ. δί- 1. γεννιέμαι, δημιουργούμαι, μέσα σε κάτι.νω, προσφέρω (πβ. το ομώνυμο λατ. doceo 2. απρόσωπο ἐγγίγνεται είναι επιτρεπτό ή δυ-«προσφέρω, διδάσκω»]. νατό. [σύνθ. λ. ἐν + γίγνομαι]. ἐγγράφω ΡΗΜΑ Για τους χρόνους γράφω 1. εγχαράσσω (λ.χ. στην πέτρα επιγραφή). 2. εγγράφω, καταχωρίζω: καθ᾿ ἑκάστην δὲ ἡ- μέραν ἀργύριον λαμβάνων τοὺς μὲν ἐνέγρα- φε, τοὺς δὲ ἐξήλειφεν = και παίρνοντας κα- Ε θημερινά χρήματα άλλους νόμους έγραφε καιΕ, ε, ἒ ψιλόν, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ άλλους αφαιρούσε.Tο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβή- 3. κατηγορώ για παράνομη ενέργεια ή ηθικήτου. Οι αρχαίοι ονόμαζαν το γράμμα αυτό εἶ. Οι παράβαση: ἐγγράφω τινὰ λιποταξίας = κατη-Bυζαντινοί ήταν εκείνοι που πρώτοι το αποκάλεσαν γορώ κάποιον για λιποταξία.ἒ ψιλόν, ονομασία που σήμαινε το «ε το ψιλόν», δηλ. παράγ. ἐγγραφή.το λιτό, το ε που γράφεται με ένα γράμμα. Και το ΝΕ εγγράφω (με τη σημ. 2).ονόμασαν έτσι, για να το διαχωρίσουν από το αι, [σύνθ. λ. ἐν + γράφω]. 89
  • 88. ἐγγυάω -ῶ ΡΗΜΑ 2. για δήλωση χρόνου προσεχώς, στο άμεσο Παρατ. ἠγγύων μέλλον: ἄντρες φίλοι, ὁ μὲν ἀγὼν ἐγγὺς ἡμῖν Αόρ. ἠγγύησα = άντρες, η διαμάχη είναι κοντά μας. Παρακ. ἠγγύηκα 3. με αριθμούς περίπου, σχεδόν, κοντά: ἐγγὺς Υπερσ. ἠγγυήκειν εἴκοσι ἔτη = σχεδόν είκοσι χρόνια. Μέσ. μέλλ. ἐγγυήσομαι παράγ. ἐγγύθεν, ἐγγύτης «εγγύτητα», ἐγγί- Μέσ. αόρ. ἠγγυησάμην ζω. Παθ. αόρ. ἠγγυήθην ΝΕ στη φρ. στο εγγύς μέλλον (με τη σημ. 2). Παθ. παρακ. ἠγγύημαι [*ἐγγύ- + -ς των επιρρημάτων (συγγεν. με ἐγ-1. δίνω ή εγχειρίζω κάτι ως ενέχυρο. γυάω) στη σημασία «κοντά στο χέρι, κο-2. κυρίως για τον πατέρα αρραβωνιάζω: ἢν μή ντά»].περ ὁ πατὴρ αὐτὴν ἐγγυήσῃ = αν ο πατέρας ἐγείρωμιας κόρης δεν την αρραβωνιάσει. Παρατ. ἤγειρον3. μέση φωνή ἐγγυῶμαι Μέλλ. ἐγερῶα. αρραβωνιάζομαι ή δέχομαι γυναίκα ως σύ- Αόρ. ἤγειραζυγο: καὶ ἐγγυᾶται ὁ πατὴρ τὴν μητέρα τὴν ἐ- Παρακ. ἐγρήγοραμὴν παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῆς Τιμοκράτους = αμετάβ., ως ενεστ. «είμαι ξύπνιος»και αρραβωνιάζεται ο πατέρας τη δική μου Υπερσ. ἐγρηγόρεινμητέρα από τον αδελφό της Τιμοκράτη. αμετάβ., ως παρατ. «ήμουν ξύπνιος»β. εγγυώμαι, δίνω εγγύηση. Παθ. μέλλ. ἐγερθήσομαιγ. υπόσχομαι, διαβεβαιώνω: καὶ ἠγγυᾶτο μη- Παθ. αόρ. ἠγέρθηνδὲν αὐτοὺς κακὸν πείσεσθαι πειθομένους Παθ. παρακ. ἐγήγερμαιΣεύθῃ = και τους υποσχέθηκε ότι δε θα πά- Παθ. υπερσ. ἐγηγέρμηνθουν κανένα κακό, εάν υπακούσουν στο 1. αφυπνίζω, ξυπνώ κάποιον: ἐγείρω τινὰ ἐξΣεύθη. ὕπνου = σηκώνω κάποιον από τον ύπνο. παράγ. ἐγγυητής, ἐγγύησις «ασφάλεια, αρ- 2. ξεσηκώνω κάποιον, τον διεγείρω.ραβώνας». 3. σηκώνω από τους νεκρούς, ανασταίνω: ἀ-ΝΕ εγγυώμαι (με τις σημ. 3β, 3γ). σθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζε-[παράγ. λ. ἐγγύη + παρ. επίθ. -άω]. τε, νεκροὺς ἐγείρετε = να θεραπεύετε τουςἐγγύη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ αρρώστους, να γιατρεύετε τους λεπρούς, να1. ενέχυρο που τοποθετείται στο χέρι κάποιου, ανασταίνετε τους νεκρούς.και γενικά ασφάλεια, βεβαίωση, εγγύηση που 4. στην παθ. φωνή μαζί με τον αμετάβ. παρακ. καιπαίρνει ή δίνει κανείς: μεγάλας ἐγγύας ἀποτί- υπερσ. ἐγείρομαι είμαι ξύπνιος: Σώκρατες, ἔ-νω = πληρώνω μεγάλες εγγυήσεις. φη, ἐγρήγορας ἢ καθεύδεις; = Σωκράτη, είπε,2. αρραβώνας: ποιοῦμαι τὴν ἐγγύην γυναι- ξύπνιος είσαι ή κοιμάσαι;κός τινος = αρραβωνιάζομαι κάποια γυναί- παράγ. ἔγερσις «αφύπνιση, ξεσήκωμα», ἐ-κα. γερτήριον. παράγ. ἐγγυάω. ΝΕ εγείρεται ένα ζήτημα (τίθεται, προκύ-[σύνθ. λ. ἐν + *γύα, *γύη «καμπυλότητα, χέ- πτει).ρι»]. [ο τύπος ἐγρήγορα αντιστοιχεί στο αρχ. ινδ.ἐγγύθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ jāgāra, αρχ. περσ. jagára «είμαι ξύπνιος»· τηαπό κοντά: ὁρῶ τι ἐγγύθεν καὶ πόρρωθεν = βλέπω βάση αποτελεί το ἐ-γέρ-jω > ἐγείρω, όπου τοκάτι από κοντά και από μακριά. ἐ- είναι αυτό του αορίστου β΄ ἔ-γρετο, ο ο-[παράγ. λ. ἐγγύ-ς + παρ. επίθ. -θεν]. ποίος δημιούργησε τον ενεστώτα ἐγείρω].ἔγγυος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ ἐγκαθίστημι ΡΗΜΑεγγυημένος. Για τους χρόνους ἵστημι[παράγ. λ. *ἐγγυ- (ἐγγυάω) + παρ. επίθ. -ος]. τοποθετώ, εγκαθιστώ: τοὺς ἑαυτοῦ παῖδαςἐγγὺς ΕΠΙΡΡΗΜΑ ἡγεμόνας ἐγκατέστησε = τοποθέτησε τα παι- Συγκριτικός ἐγγυτέρω & ἐγγύτερον διά του ως ηγεμόνες. Υπερθετικός ἐγγυτάτω & ἐγγύτατα παράγ. ἐγκατάστασις. ΝΕ εγκαθιστώ (με την ίδια σημ.).1. με γενική του τόπου δίπλα, κοντά (με ρήματα [σύνθ. λ. ἐν + καθίστημι].στάσεως σημαντικά): ὑμεῖς δὲ θρηνεῖτ᾿ ἐγγὺς ἑ- ἐγκαλέω -ῶ ΡΗΜΑστῶτες τάφου = εσείς λοιπόν κοντά στον τά- Παρατ. ἐνεκάλουνφο κάθεστε και θρηνείτε. 90
  • 89. Μέλλ. ἐγκαλέσω ἐγκρατής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ Παρακ. ἐγκέκληκα Συγκριτικός ἐγκρατέστερος Για τους άλλους χρόνους καλέω -ῶ Υπερθετικός ἐγκρατέστατος 1. που έχει εξουσία πάνω σε κάτι: ἐγκρατὴς1. απαιτώ κάτι που μου χρωστούν: ἐγκαλῶ γαστρός = που ελέγχει την κοιλιά του, ο μητὰς τριακοσίας δραχμὰς = απαιτώ να πάρω κοιλιόδουλος.πίσω τις τριακόσιες δραχμές. 2. που έχει αυτοκυριαρχία, εγκρατής. = σώφρων2. κατηγορώ κάποιον: οἱ μὲν δὴ στρατιῶται «εγκρατής».Ξενοφῶντι ἐνεκάλουν ὅτι οὐκ εἶχον τὸν μι- ΝΕ εγκρατής (με τη σημ. 2).σθόν = οι στρατιώτες λοιπόν κατηγορούσαν παράγ. ἐγκράτεια, ἐγκρατῶς.τον Ξενοφώντα ότι δεν είχαν πάρει το μισθό [σύνθ. λ. ἐν + κράτ-ος + -ής].τους. = αἰτιάομαι. ἐγκρίνω ΡΗΜΑ παράγ. ἔγκλημα «κατηγορία». Για τους χρόνους κρίνωΝΕ λόγ. εγκαλώ (με τη σημ. 2). επιλέγω, αποδέχομαι κάποιον, εισδέχομαι κά-[σύνθ. λ. ἐν + καλέω]. ποιον, δηλ. του επιτρέπω την είσοδο σε έναἔγκειμαι ΡΗΜΑ σωματείο κτλ.: ἐγκρίνω τινὰ εἰς τὴν γερουσί-παθητ. του ἐντίθημι. αν = δέχομαι κάποιον στη γερουσία. ≠ ἀπο- Για τους χρόνους κεῖμαι κρίνω «απορρίπτω κάποιον».1. βρίσκομαι, είμαι καλυμμένος, μέσα σε κάτι. παράγ. ἔγκρισις, ἔγκριτος, ἐγκριτέος.2. πιέζω ασφυκτικά, απειλώ (ιδίως ένα στρά- ΝΕ εγκρίνω «αποδέχομαι».τευμα που έχει ηττηθεί ή υποχωρεί). [σύνθ. λ. ἐν + κρίνω].3. σε πολιτικές αντιπαραθέσεις αντίκειμαι, ενα- ἐγκύκλιος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟντιώνομαι: ἐνέκειντο τῷ Περικλεῖ = εναντιώ- 1. κυκλικός: ἐγκύκλιος κίνησις.νονταν στον Περικλή. 2. τακτικός, καθημερινός: ἐγκύκλιοι διακο-ΝΕ έγκειμαι (με τη σημ. 1, λ.χ. έγκειται στην νίαι = καθημερινές υποχρεώσεις.καλή του θέληση το αν θα επιστρέψει τα λε- ΝΕ η εγκύκλιος (ως ουσιαστ. «έγγραφη κρατι-φτά). κή εντολή που κυκλοφορεί στις υπηρεσίες»).[σύνθ. λ. ἐν + κεῖμαι]. [σύνθ. λ. ἐν + κύκλ-ος + παρ. επίθ. -ιος].ἔγκλημα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἐγκύμων (ὁ, ἡ), ἔγκυμον (τό), -ονος ΕΠΙΘΕΤΟκατηγορία, παράπονο: τὰ ἐγκλήματα τὰ ἐς έγκυος.τοὺς ᾿Αθηναίους = οι κατηγορίες εναντίον [σύνθ. λ. ἐν + *κυ- (κυέω) + παρ. επίθ. -μων].των Αθηναίων. ἐγκωμιάζω ΡΗΜΑΝΕ έγκλημα «εγκληματική ενέργεια κτλ.». Παρατ. ἐνεκωμίαζον[σύνθ. λ. ἐν + *κλη- (καλῶ) + παρ. επίθ. -μα].ἐγκλίνω ΡΗΜΑ Μέλλ. ἐγκωμιάσω & ἐγκωμιάσομαι Για τους χρόνους κλίνω Αόρ. ἐνεκωμίασα1. κάνω κάτι να κλίνει, το γέρνω, το λυγίζω:ἐγκλίνω τὰ σκέλη. ἐγκλίνω τι εἰς δεξιά = γέρ- Παρακ. ἐγκεκωμίακανω κάτι προς τα δεξιά. Παθ. παρακ. ἐγκεκωμίασμαι2. στη γραμματική προφέρω μια λέξη με έγκλι- επαινώ, εκθειάζω: ταῦτα δὴ καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἐ-ση τόνου (λ.χ. ἄνθρωπός τις). γκωμιάζουσι δικαιοσύνην = αυτά και άλλα παρό-ΝΕ εγκλίνω (με τη σημ. 2). μοια εγκώμια έχουν για τη δικαιοσύνη. = ἐπαινέω. παράγ. ἔγκλισις. παράγ. ἐγκωμιαστής, ἐγκωμιαστικός.[σύνθ. λ. ἐν + κλίνω]. ΝΕ εγκωμιάζω.ἐγκράτεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ [παράγ. λ. ἐγκώμιον + παρ. επίθ. -άζω].1. κυριαρχία, έλεγχος πάνω σε κάτι: ἡ σω- ἐγκώμιον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟφροσύνη ἐστὶν καὶ ἡδονῶν τινων καὶ ἐπιθυ- 1. επαινετική ωδή: καὶ Σιμωνίδης, ὁ μελοποι-μιῶν ἐγκράτεια = η σωφροσύνη είναι ο έλεγ- ός, ἐποίησεν ἐγκώμιον ἄξιον ἀρετῆς αὐτῶν =χος κάποιων ηδονών και επιθυμιών. και ο Σιμωνίδης, ο λυρικός ποιητής, έπλεξε ε-2. εγκράτεια, αυτοκυριαρχία: ἐγκράτεια κα- παινετική ωδή για την ανδρεία τους.λόν τε κἀγαθὸν ἀνδρὶ κτῆμά ἐστιν = η ε- 2. γενικά εγκώμιο, πανηγυρικός λόγος: ἔπαι-γκράτεια είναι καλό και ωφέλιμο απόκτημα νοι καὶ ἐγκώμια παλαιῶν ἀνδρῶν.στον άνθρωπο. = σωφροσύνη «εγκράτεια». ΝΕ εγκώμιο (με τη σημ. 2).ΝΕ εγκράτεια (με τη σημ. 2). [ουσιαστικοπ. του ουδ. του ἐγκώμιος, -ιον (ενν.[παράγ. λ. ἐγκρατής + παρ. επίθ. -εια]. ᾆσμα) < ἐν + κῶμος «γλέντι» + παρ. επίθ. -ιος]. 91
  • 90. ἐγρήγορα ἐγείρω. ἐγχώριος, -ιος & -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟἐγρήγορσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ που ανήκει στην ίδια χώρα, στον ίδιο τόπο,το να είναι κανείς άγρυπνος, η κατάσταση εντόπιος: θεοὶ καὶ ἥρωες ἐγχώριοι = οι ντόπιοιτης αγρυπνίας, η αγρύπνια: ὁ ὕπνος καὶ ἡ ἐ- θεοί και ήρωες. = ἐπιχώριος.γρήγορσις τῶν ζῴων = ο ύπνος και η αγρύ- παράγ. ἐγχωρίως.πνια των ζώων. ΝΕ εγχώριος.ΝΕ εγρήγορση «ετοιμότητα». [παράγ. λ. ἔγχωρος + παρ. επίθ. -ιος].[παράγ. λ. ἐγρήγορ-α (ἐγείρομαι) + παρ. επίθ. ἐγὼ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ-σις]. προσ. αντων. α´ προσώπουἐγχειρέω -ῶ ΡΗΜΑ • με επίταση ἔγωγε = εγώ τουλάχιστον, όσο1. παίρνω κάτι στο χέρι, επιχειρώ, αναλαμ- για μένα, βεβαίως. Συχνά στις απαντήσειςβάνω. ως βεβαιωτική έκφραση:῏Η καὶ τοῦτο ἀκή-• με δοτ. του πράγματος και αργότερα με αιτ.: ἄ- κοας; –Ἔγωγε = Έχεις ακούσει και αυτό; ξιόν ἐστιν ὡς τάχιστα τούτοις ἐγχειρεῖν = – Ναι, βεβαίως. αξίζει να επιχειρήσουμε αυτές τις μεταρρυ- • δυϊκός αριθμός ονομ. και αιτ. αττ. νώ = εμείς θμίσεις όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. οι δύο, γεν. και δοτ. νῷν.• με απαρέμφατο: ἐνεχείρησα εὐθὺς παρά σε ἰ- ΝΕ εγώ. έναι = προσπάθησα αμέσως να έρθω σε σέ- [*εγωμ-, αντίστοιχο του αρχ. ινδ. ahám, λατ. να. = ἐπιχειρέω, ἅπτομαί τινος. egō].2. απλώνω τα χέρια, επιτίθεμαι: καὶ ὁ μὲν ἔ- ἐγᾦδα, ἐγᾦμαιμελλεν ἐγχειρήσειν ταῖς πόλεσι ταύταις = και αττ. κράση αντί ἐγὼ οἶδα «εγώ ξέρω», ἐγὼεκείνος επρόκειτο να επιτεθεί κατά των πό- οἶμαι «εγώ θεωρώ».λεων αυτών. ἔδεσμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ παράγ. ἐγχείρημα, ἐγχείρησις «επιχείρηση, κρέας, φαγητό. Στον πληθ. ἐδέσματα = φαγώ-απόπειρα», ἐγχειρητέον, ἐγχειρητής, ἐγχειρη- σιμα, τρόφιμα.τικός. ΝΕ έδεσμα (λόγ.)[σύνθ. λ. ἐν + χείρ + παρ. επίθ. -έω]. [σύνθ. λ. ἔδω + παρ. επίθ. -μα > *ἔδμα, που δι-ἐγχειρίζω ΡΗΜΑ αμορφώθηκε σε ἔδεσ-μα κατά το ἐδέσθην]. Παρατ. ἐνεχείριζον ἕδρα, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέλλ. ἐγχειριῶ 1. κάθισμα, και ειδικότερα τιμητική θέση: τού- Παρακ. ἐγκεχείρικα τους καὶ δώροις καὶ ἕδραις καὶ πάσαις τι-με δοτ. του προσώπου και αιτ. του πράγματος βά- μαῖς ἐγέραιρεν = αυτούς συνήθιζε να τους τι-ζω κάτι στα χέρια κάποιου, εμπιστεύομαι: ἐγ- μά με δώρα και τιμητικές θέσεις και όλες τιςχειρίζω τοὺς ἄνδρας τοῖς στρατηγοῖς = εμπι- τιμές.στεύομαι τους άνδρες στους στρατηγούς. 2. τόπος όπου βρίσκεται κάτι, η θέση του: ἡ παράγ. ἐγχείρισις, ἐγχειρισμός. ἕδρα τοῦ ἥπατος = η θέση του συκωτιού.ΝΕ εγχειρίζω (λόγ., «βάζω στο χέρι»). παράγ. ἑδράζω, ἑδραῖον, ἕδρανον.[σύνθ. λ. ἐν + χείρ + παρ. επίθ. -ίζω]. ΝΕ έδρα (με τη σημ. 2, λ.χ. η έδρα του ΟΗΕ).ἔγχελυς, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ [*σεδ- (ἕζομαι «κάθομαι») + παρ. επίθ. -ρα].χέλι. ἐδώδιμος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ παράγ. ἐγχελύδιον. 1. φαγώσιμος.ΝΕ χέλι. 2. ως ουσιαστικό τὰ ἐδώδιμα τα φαγώσιμα, οι[συγγεν. με ἔχις, -εως, ὁ/ἡ «οχιά», ομόρρ. με προμήθειες.λατ. anguis «χέλι»]. ΝΕ εδώδιμος, τα εδώδιμα.ἐγχωρέω -ῶ ΡΗΜΑ [παράγ. λ. ἐδωδή (< παράγ. ἔδω + παρ. επίθ. -ή) Για τους χρόνους χωρέω -ῶ + παρ. επίθ. -ιμος· το ἐδ-ωδ-ὴ προκύπτει με α-1. παρέχω χώρο για να κάνει κανείς κάτι, ε- ναδιπλασιασμό της ρίζας *εδ- (ἔδ-ομαι): *εδ-πιτρέπω: ὁ χρόνος οὐκ ἐγχωρεῖ = ο χρόνος εδ- και έκταση του δεύτερου ε σε ω, πβ. *αγ-δεν επιτρέπει. αγ- (ἄγω) > ἀγ-ωγ-ή].2. απρόσ. ἐγχωρεῖ υπάρχει ακόμη χρόνος: ἀλ- ἐθέλω & θέλω ΡΗΜΑλὰ μηδὲν ἐπείγου, ἔτι γὰρ ἐγχωρεῖ = αλλά μη Παρατ. ἤθελονβιάζεσαι καθόλου [ενν. να πιεις το κώνειο, Μέλλ. (ἐ)θελήσωΣωκράτη], διότι υπάρχει ακόμη χρόνος. Αόρ. ἠθέλησα παράγ. ἐγχώριος. Παρακ. ἠθέληκα[σύνθ. λ. ἐν + χωρέω]. Υπερσ. ἠθελήκειν 92
  • 91. 1. είμαι πρόθυμος, εκφράζει κυρίως συγκατάθε- Παρακ. εἴωθαση παρά προτίμηση και επιθυμία, σε αντίθεση με σημ. ενεστ.προς το βούλομαι: εἰ βούλει, ἐγὼ ἐθέλω = αν θέ- Υπερσ. εἰώθεινλεις, εγώ είμαι πρόθυμος. με σημ. παρατ.2. με άρνηση οὐκ ἐθέλω σχεδόν σημαίνει δεν είμαι συνηθισμένος, έχω μια συνήθεια, συνη-μπορώ: τὰ μὲν χωρία καὶ τὰ δένδρα οὐδὲν μ’ θίζω: οἱ ᾿Αθηναῖοι εἰώθασι τὰ πολεμικὰ ἀ-ἐθέλει διδάσκειν = οι τόποι της υπαίθρου και σκεῖν = οι Αθηναίοι συνηθίζουν να ασκού-τα δέντρα δεν μπορούν να με διδάσκουν τί- νται στην πολεμική τέχνη. = ἐθίζομαι.ποτε. • απρόσ. ὡς εἴωθε όπως είναι το έθιμο: ἀλλὰ παράγ. ἐθελοντής, ἐθελούσιος, θέλησις, θέ- σπεύσασθ’ ὡς εἴωθ’ ἐκεῖ = αλλά βιαστείτελημα. (να πάτε) εκεί, όπως είναι το έθιμο.ΝΕ θέλω (που σημαίνει ό,τι το αρχαίο βού- • συχνά στο ουδέτερο γένος παρὰ τὸ εἰωθὸςλομαι). παρά τη συνήθεια, αντίθετα προς τη συ-[*θελ-, *φελ-, *φαλ-, πβ. φαλίζει· θέλει· η εναλ- νήθειά μας.λαγή φ και θ οδηγεί σε υπερωικοχειλικό gwh > παράγ. εἰωθότως.φ ή θ]. [*σFεθ- (ἔθος), ἔθος].ἐθίζω ΡΗΜΑ εἰ ΜΟΡΙΟ / ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΣ Παρατ. εἴθιζον Α. Επιφωνηματικά: Μέλλ. ἐθιῶ (-εῖς κτλ.) α. η φράση εἰ γὰρ μαζί με ευκτική δηλώνει ευχή Αόρ. εἴθισα μακάρι: εἰ γὰρ γενοίμην ἀντὶ σοῦ νεκρός = Παρακ. εἴθικα μακάρι να ήμουν νεκρός στη θέση σου. β. το Παθ. μέλλ. ἐθισθήσομαι εἴθε με ιστορικούς χρόνους της οριστικής δηλώνει Παθ. αόρ. εἰθίσθην ανεκπλήρωτη ευχή μακάρι: εἴθε σοι, ὦ Περί- Παθ. παρακ. εἴθισμαι κλεις, τότε συνεγενόμην = μακάρι, Περικλή, Παθ. υπερσ. εἰθίσμην να σε συναναστρεφόμουν τότε. Β. Χρησιμοποιείται σε υποθετικούς λόγους και1. ενεργ. συνηθίζω κάποιον σε κάτι ή να κά- τότε σημαίνει εάν, αν (η άρνηση είναι μή):νει κάτι: ἐθίζω ἐμαυτὸν τοῖς αὐτοῖς τῷ δε- α. εἰ + οριστική οποιουδήποτε χρόνου, για να εκ-σπότῃ χαίρειν = συνηθίζω τον εαυτό μου να φράσει απλώς μια υπόθεση χωρίς να εξυπονοεί κατάχαίρεται με τα ίδια πράγματα με τον τύραν- πόσο και σε ποιο βαθμό αληθεύει η υπόθεση αυτή: εἰνο. θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν, οὔκ εἰσιν θεοί = αν οι2. παθ., με απαρέμφ. ἐθίζομαι είμαι συνηθι- θεοί κάνουν κάτι αισχρό, δεν είναι θεοί.σμένος, συνηθίζω: ἄνθρωποι εἰθισμένοι ἀναι- β. εἰ + οριστική ιστορικού χρόνου, για να εκφρά-σχυντεῖν = άνθρωποι συνηθισμένοι να μην σει μια υπόθεση που είναι βέβαιο ότι δεν αληθεύει:ντρέπονται. εἰ εἶχον χρήματα, ἐδίδουν ἄν σοι = αν είχα παράγ. ἐθισμός «συνήθεια», ἐθιστέον, ἐθι- χρήματα, θα σου έδινα (αλλά δεν έχω).στός. γ. ἐάν (= εἰ + ἄν) + υποτακτική, για να εκφράσειΝΕ εθίζω (με τη σημ. 1). μια υπόθεση που ενδέχεται να επαληθευτεί στο[παράγ. λ. ἔθος + παρ. επίθ. -ίζω]. μέλλον: ἐὰν κλέψῃς, δίκην δώσεις = αν κλέ-ἐθνικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ ψεις, θα τιμωρηθείς.1. αυτός που ανήκει σε ένα έθνος. δ. εἰ + ευκτική, για να εκφράσει μια υπόθεση που2. στη χριστιανική περίοδο μη Εβραίος, αυτός ενδέχεται να επαληθευτεί στο μέλλον αλλά οι πι-που δεν ανήκει στην ιουδαϊκή θρησκεία (λ.χ. θανότητες επαλήθευσης είναι περιορισμένες: εἰ ἔλ-οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι). ≠ ἰουδαῖος. θοις αὔριον τηνικάδε, εἴποιμι ἂν ὅσα χθὲς ἐ-ΝΕ εθνικός (με τη σημ. 1). γένετο = εάν έρθεις (ή ερχόσουν) αύριο τέτοια[παράγ. λ. ἔθνος + παρ. επίθ. -ικός]. ώρα, θα σου πω (ή θα σου έλεγα) όσα έγινανἔθος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ χθες (δε θεωρώ όμως και πολύ πιθανό ότι θαέθιμο, συνήθεια: τὰ πάτρια ἔθη = τα πατρο- έρθεις όντως).παράδοτα έθιμα. Γ. Σε πλάγιες ερωτήσεις εάν, αν (η άρνηση είναι• ἔθει από συνήθεια, συνήθως. οὐ): ἐρωτᾷ εἰ πάρεστι ὁ στρατηγός = ρωτά αν παράγ. ἐθίζω. είναι ο στρατηγός παρών.NE λόγ. έθος. [τοπική πτώση των αντωνυμικών μορίων[*σFεθ- (ἔθω), ΙΕ *swedhos, πβ. αρχ. ινδ. *ε/η, *ο/ω].svadhá «συνήθεια»]. εἶδον ΡΗΜΑἔθω ΡΗΜΑ αόρ. β´ του ρήματος ὁράω. 93
  • 92. εἶδος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 2. δίκαιο, δικαιολογημένο, εύλογο, λογικό: τού-1. ό,τι φαίνεται, η εμφάνιση. 2. μορφή, σχή- τους εἰκὸς τοιαῦτα παθεῖν οἷά περ αὐτοὶμα. 3. είδος, η ιδιαίτερη φύση: τὸ εἶδος τῆς ποιοῦσιν = είναι δίκαιο αυτοί να πάθουν πρά-νόσου. 4. κατηγορία: ἑνὶ εἴδει τὰ πάντα περι- γματα παρόμοια με αυτά που κάνουν οι ίδιοι.έλαβεν = τα ενέταξε όλα σε μια κατηγορία. [*εἰκ- (ἔοικα) + -ός, ουδ. μτχ. παρακ.]. παράγ. εἴδωλον, εἰδικός, εἰδικῶς. εἰκότως ΕΠΙΡΡΗΜΑΝΕ είδος (με τις σημ. 3, 4). εύλογα, δίκαια, δικαιολογημένα: ὑμῖν εἰκό-[*Fειδ- (οἶδα, ἰδέα)]. τως συγγνώμην ἔχουσιν = δικαιολογημέναεἴδωλον, εἰδώλου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ σας συγχωρούν εσάς.1. άυλο ομοίωμα κάποιου πράγματος (λ.χ. η σκι- [παράγ. λ. εἰκός, -ότος (μτχ. του ἔοικα) +ά του ή η αντανάκλασή του μέσα στο νερό). παρ. επίθ. -ως].2. νοητική παράσταση, ιδέα. εἴκω ΡΗΜΑΝΕ είδωλο (με τη σημ. 1). Παρατ. εἶκον παράγ. εἰδωλολάτρης, εἰδωλολατρία. Μέλλ. εἴξω[παράγ. λ. εἶδος «μορφή» + παρ. επίθ. -ωλο-ν, Αόρ. εἶξαπβ. φειδ-ωλό-ς]. υποχωρώ: εἴκω τινί = υποχωρώ, υποκύπτω,εἰδώς, εἰδυῖα, εἰδὸς ΕΠΙΘΕΤΟ σε κάποιον.μετοχή του οἶδα. παράγ. εἰκτέον, σύνθ. ὑπείκω.αυτός που γνωρίζει κάτι, ο γνώστης. [*F(ε)ικ- «υποχωρώ»].[εἰδ- + -ώς > εἰδώς· *εἰδ-, *οἰδ-, *weid-, ομόρρ. εἰκών, -όνος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟμε αρχ. ινδ. védas- «κατοχή, γνώση»]. 1. ομοίωμα αντικειμένου ή προσώπου, άγαλ-εἰκάζω ΡΗΜΑ μα, ανδριάντας. Παρατ. ᾔκαζον 2. παρομοίωση. Μέλλ. εἰκάσω παράγ. εἰκονίζω, εἰκονικός. Αόρ. ᾔκασα ΝΕ εικόνα (με τη σημ. 1). Παθ. μέλλ. εἰκασθήσομαι [*Fεικ- + παρ. επίθ. -ών, ἔοικα «μοιάζω»]. Παθ. αόρ. εἰκάσθην εἴληφα ΡΗΜΑ Παθ. παρακ. ᾔκασμαι παρακ. του ρ. λαμβάνω.1. παριστάνω κάτι, το απεικονίζω: γυναῖκα εἰλικρινής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟγραφῇ ᾔκασεν = απεικόνισε μια γυναίκα με Συγκριτικός εἰλικρινέστεροςτη ζωγραφική του. 2. παρομοιάζω κάτι με Υπερθετικός εἰλικρινέστατοςκάτι άλλο. 3. εικάζω, υποθέτω. 1. αμιγής, καθαρός, όχι ανάμεικτος: εἰλικρινῆ παράγ. εἰκασία, εἰκασμός, εἰκαστικός. ἕκαστα ἦσαν τὰ φῦλα = καθένα από τα έθνηNE εικάζω (με τη σημ. 3). των πολεμιστών ήταν αμιγές.[παράγ. λ. *Fεικ- (εἰκών) + παρ. επίθ. -άζω]. 2. καθαρός, απόλυτος: τῇ διανοίᾳ εἰλικρινεῖεἰκασία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ χρῶμαι = χρησιμοποιώ καθαρά τη διάνοια1. απεικόνιση. 2. παρομοίωση. 3. εικασία, υ- (και τίποτε άλλο).πόθεση. ΝΕ ειλικρινής «άδολος, αληθινός».ΝΕ εικασία (με τη σημ. 3). [εἰλι-κρινής, όπου το β΄ συνθετ. από το ρ.[παράγ. λ. εἰκάζω + παρ. επίθ. -ία, πβ. εἰκα-στός]. κρίνω· το α΄ συνθετ. ανερμήνευτο, καθώς ηεἰκῇ ΕΠΙΡΡΗΜΑ σύνδεση με εἵλη, ἡ «το κάψιμο του ηλίου»στην τύχη, όπως τύχει, απερίσκεπτα: εἰκῇ δεν είναι ασφαλής].πράττουσιν = ενεργούν απερίσκεπτα. εἰμὶ ΡΗΜΑ παράγ. εἰκαῖος. Παρατ. ἦν & ἦ[*ἐFεκῇ- (< *Fἑκών) «αυτοβούλως, τυχαία»]. Μέλλ. ἔσομαιεἰκός, -ότος, τὸ ΜΕΤΟΧΗ / ΕΠΙΘΕΤΟ Αόρ. β΄ ἐγενόμην Συγκριτικός εἰκότερον Παρακ. γέγονα1. πιθανό, εύλογο, λογικό: απρόσωπη έκφραση Υπερσ. ἐγεγόνεινεἰκός (ἐστι) = είναι εύλογο, είναι λογικό, εί- 1. υπάρχω: ἂν ᾖ τὸ στράτευμα = αν το στρά-ναι πιθανό. τευμα υπάρχει.• ως ουσιαστικό τὸ εἰκὸς η πιθανότητα: μιᾷ νί- 2. ως απρόσ. ρήμα που συντάσσεται με απαρέμφα- κῃ ναυμαχίας κατὰ τὸ εἰκὸς ἁλίσκονται = το ἔστι είναι δυνατό: τούτων ἔστι τεκμήρια ὁ- με μια νίκη μας σε ναυμαχία κατά πάσαν ρᾶν τὰ τρόπαια = είναι δυνατό να βλέπει κα- πιθανότητα χάνονται. νείς ως αποδείξεις τούτων τα τρόπαια. 94
  • 93. 3. είμαι: σοφός ἐστιν = είναι σοφός. 5. δηλώνει σκοπό: εἰς συμβουλὴν παρεκάλεσέ4. με δοτική κτητική έχω: ἔστι μοι καλὴ θυγά- με = με κάλεσε για να τον συμβουλεύσω.τηρ = έχω όμορφη κόρη. Β. εἰσ-/ ἐσ- ως α΄ συνθετικό δηλώνει παράγ. οὐσία, ὄν (ὄντος), ὀντότης. 1. μέσα, π.χ. εἰσέρχομαι. 2. επίταση, π.χ. εἰσο-ΝΕ είμαι (με τη σημ. 3). ρῶ.[*ἐσ- + -μί, πβ. αρχ. ινδ. ásmi = εἰμί, ási = εἶ, [αργολ. και κρητ. ἐνς > εἰς, ἐς].ásti = ἐστί]. εἷς, μία, ἕν ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΟεἶμι ΡΗΜΑ απόλυτο ένας, μία, ένα. Για τους χρόνους ἔρχομαι ΝΕ ένας, μία, ένα.στην αττική διάλεκτο το εἶμι χρησιμοποιείται όχι [*σεμς- > εἷς, *σεμ- > ἕν].με σημασία ενεστώτα αλλά ως μέλλοντας του ἔρ- εἰσαγγελία, -ας ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟχομαι δημόσια καταγγελία.1. πηγαίνω ή έρχομαι. ΝΕ εισαγγελία (όρος της δικαιοσύνης).2. στην προστακτ. ἴθι (δή) εμπρός λοιπόν, ε- [παράγ. λ. εἰσαγγέλ-λω + παρ. επίθ. -ία].μπρός: ἴθι πέραινε = εμπρός, τέλειωνε! = ἄγε εἰσαγγέλλω ΡΗΜΑδή, ἴθι δή. Για τους χρόνους ἀγγέλλω παράγ. ἰταμός, ἰσθμός. καταγγέλλω κάποιον για κάτι: εἰσαγγέλλω[*εἶ-μι, ομόρρ. με αρχ. ινδ. é-mi, προστ. ἴ-θι = τινὰ εἰς τὸν δῆμον ἐπὶ τυραννίδος αἰτίᾳ =αρχ. ινδ. i-hi]. καταγγέλλω κάποιον στην εκκλησία του δή-εἶξα ἔοικα μου με την κατηγορία απολυταρχικής διακυ-εἴπερ ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΣ βέρνησης.υποδηλώνει ότι η υπόθεση συμφωνεί με την πρα- [σύνθ. λ. εἰς + ἀγγέλλω].γματικότητα εάν πράγματι. εἰσάγω ΡΗΜΑ[σύνθ. λ. εἰ + περ]. Για τους χρόνους ἄγωεἵργω & εἴργω ΡΗΜΑ 1. οδηγώ κάποιον μέσα σε ένα χώρο. Παρατ. εἶργον 2. για εμπορεύματα κάνω εισαγωγή. Μέλλ. εἴρξω 3. εἰσάγω δίκην / γραφήν καταθέτω αγωγή Αόρ. εἷρξα συνήθως με δασεία στο δικαστήριο. Μέσ. μέλλ. εἴρξομαι ΝΕ εισάγω. με παθ. σημ. «θα αποκλειστώ» [σύνθ. λ. εἰς + ἄγω]. Παθ. αόρ. εἴρχθην εἴσειμι ΡΗΜΑ Παθ. παρακ. εἶργμαι Για τους χρόνους εἰσέρχομαικλείνω κάτι μέσα σε κάτι άλλο, αποκλείω εισέρχομαι, μπαίνω μέσα.κάποιον από κάπου, εμποδίζω: ἀπὸ τῆς ἀγο- παράγ. εἰσιτήριον (< αττ. επιγρ. εἰσιτητή-ρᾶς εἴργομαι = με αποκλείουν από την αγο- ριον).ρά. ΝΕ εισιτήριο. παράγ. εἱρκτή, εἷρξις, εἱργμός. [σύνθ. λ. εἰς + εἶμι].[*ἐFεργ- + -jω > εἴργω]. εἰσέρχομαι ΡΗΜΑεἱρκτή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παρατ. εἰσῄεινφυλακή. Μέλλ. εἴσειμι[επίθετο *εἱρκτός, -ή < εἵργ- (εἵργω) + παρ. ε- & εἰσελεύσομαιπίθ. -τός]. Αόρ. β΄ εἰσῆλθονεἰς & ἐς ΠΡΟΘΕΣΗ Για τους άλλους χρόνους ἔρχομαιΑ. ως πρόθεση συντάσσεται πάντοτε με αιτιατική1. για κίνηση σε τόπο σε, στον, στην, στο, 1. μπαίνω μέσα, εισέρχομαι: εἰσέρχομαι εἰςστους, στις, στα, προς τον/την/το, προς οἴκημα. εἰσέρχομαι εἰς τὸν πόλεμον = μπαίνωτους/τις/τα: εἰσέβαλον εἰς τὴν Ἀττικήν. Κατέ- στον πόλεμο.βην χθὲς εἰς Πειραιᾶ. 2. παρουσιάζομαι στο δικαστήριο ως κατή-2. για χρόνο μέχρι, ως: εἰς τὴν ὑστεραίαν οὐχ γορος ή ως κατηγορούμενος.ἧκε = ως την επόμενη ημέρα δεν είχε έρθει. ΝΕ εισέρχομαι (με τη σημ. 1).3. δηλώνει το μέτρο ή το όριο: ἐς ὃ ἐμέμνηντο = [σύνθ. λ. εἰς + ἔρχομαι].όσο μπορούσαν να θυμηθούν. ναῦς ἐς τὰς δι- εἰσηγέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑακοσίας = πλοία μέχρι διακόσια. Για τους χρόνους ἡγέομαι -οῦμαι4. δηλώνει αναφορά σχετικά με: τὰ εἰς τὸν πό- 1. προτείνω κάτι: εἰσηγεῖται γῆς ἀναδασμόν.λεμον = τα σχετικά με τον πόλεμο. τίς ἂν εἰσηγήσαιτο τοῖς πολεμίοις ἃ χρὴ ποι- 95
  • 94. εῖν; = ποιος θα συμβούλευε τους εχθρούς αυ- ἑκὰς & ἕκας ΕΠΙΡΡΗΜΑτό που πρέπει να κάνουν; μακριά: περιορᾶτε (τοὺς πολεμίους) οὐχ ἑκὰς2. συμβουλεύω: τοῖς νεωτέροις εἰσηγοῦμαι. ἀλλὰ ἐγγὺς ὄντας = αδιαφορείτε για τους ε- παράγ. εἰσήγησις, εἰσηγητής. χθρούς, που δεν είναι μακριά αλλά κοντάΝΕ εισηγούμαι (με τη σημ. 1). σας.[σύνθ. λ. εἰς + ἡγέομαι]. [αντων. γ΄ προσ. ἕ + -κάς, λ.χ. ἀνδρα-κὰς «κα-εἰσφέρω ΡΗΜΑ τά άνδρα»]. Για τους χρόνους φέρω ἕκαστος, ἑκὰστη, ἕκαστον ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ1. συνεισφέρω, πληρώνω την εἰσφοράν (το αόριστη επιμεριστική αντωνυμίαφόρο δηλαδή ακίνητης ιδιοκτησίας, που οι ο καθένας, καθένας: ὅσα εἶπον ἕκαστοι, χα-Αθηναίοι πολίτες κατέβαλλαν για σκοπούς λεπὸν διαμνημονεῦσαι = είναι δύσκολο ναπολεμικής προετοιμασίας). θυμάται κανείς όσα είπε ο καθένας τους.2. εισάγω, προτείνω: εἰσφέρω καινὰ δαιμό- ΝΕ έκαστος (λόγ., αντί καθένας).νια = εισάγω καινούριους θεούς. παράγ. ἑκάστοτε, ἑκάστοθι, ἑκασταχόσε, παράγ. εἰσφορά. ἑκασταχοῦ.ΝΕ εισφέρω (με τη σημ. 1). [σύνθ. λ. *ἑκάς + τις, γεν. *ἑκάς τεο > ἑκά-[σύνθ. λ. εἰς + φέρω]. στου, από όπου η νέα ονομαστ. ἕκαστος].εἴσω & ἔσω ΕΠΙΡΡΗΜΑ ἑκάτερος, -τέρα, -τερον ΕΠΙΘΕΤΟ Συγκριτικός ἐσώτερον ο καθένας από τους δύο χωριστά: ἑκάτερος Υπερθετικός ἐσώτατα ὑμῶν = ο καθένας σας.προς τα μέσα, μέσα: σῶμα εἴσω νοσοῦν = σώ- παράγ. ἑκατέρωθεν, ἑκατέρωθι, ἑκατέρω-μα που νοσεί από μέσα. = ἔνδον. σε, ἑκατεράκις.ΝΕ έσω ( λόγ., ο έσω άνθρωπος, εκ των έσω). ΝΕ στη λόγ. φρ. έτερον εκάτερον. [από την ανάλυση του ἕκασ-τος ως ἕκα-στος[πρόθ. εἰς + -ω αναλογικά προς τα ἄν-ω, κάτ-ω προέκυψε το ἑκά-τερος, όπου το -τερος είναικτλ.]. το επίθημα για τη σύγκριση].εἶτα ΕΠΙΡΡΗΜΑ Ἑκατομβαιών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟέπειτα, κατόπιν. ο πρώτος μήνας του αττικού έτους (15 Ιουνί-[σύνθ. λ. εἰ + τα, πβ. ἔπει-τα]. ου έως 15 Ιουλίου), κατά τον οποίο τελού-εἴωθα ἔθω. νταν τα Παναθήναια, η πιο μεγάλη γιορτήεἰωθώς, -υῖα, -ὸς ΕΠΙΘΕΤΟ των Αθηναίων.συνηθισμένος, συνήθης. [ἑκατόμβαι-ος «αυτός στον οποίο προσφέρο-ΝΕ στη λόγ. φράση κατά τα ειωθότα. νται εκατόμβες» + παρ. επίθ. -ών].[μτχ. παρακ. του ἔθω]. ἑκατόμβη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἐκ & ἐξ ΠΡΟΘΕΣΗ θυσία εκατό βοδιών, και γενικότερα οποια-από δήποτε θυσία ζώων.Α. συντάσσεται με γενική και δηλώνει1. κίνηση από έναν τόπο ή πράγμα: ἐξ ἀγο- [σύνθ. λ. ἑκατόν + βοῡς, *ἑκατόμβFᾱ].ρᾶς ἔρχεται = έρχεται από την αγορά. πίνει ἐκβαίνω ΡΗΜΑἐκ φιάλης = πίνει από μια κούπα. Για τους χρόνους βαίνω2. χρονική διάρκεια: ἐκ παιδὸς ἦν αὐτῷ ἑταῖ- βγαίνω έξω από κάτι: ἐκ τῆς νεώς = από τορος = ήταν φίλος του από την παιδική ηλικία. πλοίο. τῆς εἰωθυίας διαίτης = από το συνηθι-ἐκ πολλοῦ χρόνου = πριν από πολύ χρόνο. σμένο τρόπο ζωής.3. καταγωγή: οἱ ἐξ Ἡρακλέους = οι απόγονοι παράγ. ἔκβασις. ≠ εἰσβαίνω, ἐμβαίνω.του Ηρακλή. [σύνθ. λ. ἐκ + βαίνω].4. αιτία: ἐτελεύτησεν ἐκ τοῦ τραύματος = πέ- ἐκβάλλω ΡΗΜΑθανε από το τραύμα. Για τους χρόνους βάλλω5. τρόπο: πάτριον ἡμῖν ἐκ τῶν πόνων τὰς ἀ- πετάω κάποιον έξω από ένα μέρος, εξορίζω:ρετὰς κτᾶσθαι = είναι πατροπαράδοτο σε ἐκβάλλω τινὰ ἔξω τῆς πόλεως. ἐκβάλλω γυ-μας με κόπους να αποκτούμε τις αρετές. ναῖκα ἐκ τῆς οἰκίας = διώχνω τη γυναίκα α-6. ύλη: πλοῖα ἐκ ξύλων. πό το σπίτι, τη χωρίζω.Β. ἐκ-/ ἐξ- ως α΄ συνθετικό δηλώνει ΝΕ εκβάλλω (λόγ.).1. έξω, π.χ. ἐξάγω, 2. επίταση, π.χ. ἐκμανθά- [σύνθ. λ. ἐκ + βάλλω].νω, 3. καταγωγή, π.χ. ἔκγονος. ἐκβολή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝΕ λόγ. εκ, εξ. 1. εκδίωξη, εξορία: ἡ τῶν τυράννων ἐκβολή. 96
  • 95. 2. εκβολή ποταμού. παράγ. ἐκκλησιάζω, ἐκκλησιαστικός.ΝΕ εκβολή (με τη σημ. 2). ΝΕ εκκλησία (με τη θρησκευτική σημ.).[παράγ. λ. ἐκβάλλω + παρ. επίθ. -ή, πβ. βολή < [ουσ. του ἐκκλητὸς «καλεσμένος»: *ἐκκλητ-ίαβάλλω]. > ἐκκλησία, πβ. ἔκκλησις].ἔκγονος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ ἐκκλησιάζω ΡΗΜΑ1. αυτός που κατάγεται από κάποιον: ἀδικία Παρατ. ἠκκλησίαζονὕβρεως ἔκγονος = η αδικία γεννιέται από τη & ἐξεκλησίαζονθρασύτητα. Μέλλ. ἐκκλησιάσω2. ως ουσιαστ. ο απόγονος. Αόρ. ἐξεκλησίασα[σύνθ. λ. ἐκ + *γον- (γέ-γον-α < γίγνομαι, γόνος)]. συγκαλώ συνέλευση, συζητώ κάποιο θέμαἐκδίδωμι ΡΗΜΑ στη συνέλευση: ἔμελλον ἐκκλησιάσειν περὶ ἀ- Για τους χρόνους δίδωμι παλλαγῆς τοῦ πολέμου = επρόκειτο να συζη-1. παραδίδω: ἐκδίδωμι τινὰ τοῖς ἐχθροῖς. τήσουν στη συνέλευση σχετικά με τη διακοπή2. ἐκδίδωμί τινι θυγατέρα δίνω την κόρη μου του πολέμου.σε κάποιον, για να την παντρευτεί. ΝΕ εκκλησιάζομαι «παρίσταμαι στην εκκλη-3. νοικιάζω κάτι σε κάποιον. σία κτλ.».4. για σύγγραμμα δημοσιεύω, εκδίδω. [παράγ. λ. ἐκκλησία + παρ. επίθ. -άζω]. παράγ. ἔκδοσις, ἐκδότης, ἔκδοτος. ἐκκομίζω ΡΗΜΑΝΕ εκδίδω (με τη σημ. 4). Για τους χρόνους κομίζω[σύνθ. λ. ἐκ + δίδωμι]. μεταφέρω σε ασφαλές μέρος.ἐκδύω ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἐκ + κομίζω]. Παρατ. ἐξέδυον ἐκκρούω ΡΗΜΑ Μέλλ. ἐκδύσω Για τους χρόνους κρούω Αόρ. α΄ ἐξέδυσα 1. βγάζω κάτι χτυπώντας το (π.χ. πάσσαλον). Μέσ. μέλλ. ἐκδύσομαι 2. αποκρούω: μάχῃ ἐξέκρουσαν τοὺς ἐπιόντας Μέσ. αόρ. ἐξεδυσάμην = απέκρουσαν τους επιτιθέμενους στη μάχη. Παθ. αόρ. ἐξεδύθην ΝΕ εκκρούω (λόγ.). Παθ. παρακ. ἐκδέδυμαι [σύνθ. λ. ἐκ + κρούω].ξεντύνω κάποιον: ἐξέδυσαν αὐτὸν τὸν χιτῶ- ἐκλαμβάνω ΡΗΜΑνα = του έβγαλαν το χιτώνα. Για τους χρόνους λαμβάνω[σύνθ. λ. ἐκ + δύω]. 1. αρπάζω: ἐκλαμβάνω βίᾳ τοὺς παῖδας.ἐκεῖ ΕΠΙΡΡΗΜΑ 2. αντιλαμβάνομαι κάτι με έναν ορισμένοεκεί, σε εκείνο το μέρος. ≠ ἐνδάθε «εδώ». τρόπο, εκλαμβάνω: οὕτως ἐκλαμβάνω τοὺς παράγ. ἐκεῖθεν «από εκείνο το μέρος», ἐ- νόμους = έτσι αντιλαμβάνομαι τη σημασίακεῖσε «προς εκείνο το μέρος». των νόμων.ΝΕ εκεί. ΝΕ εκλαμβάνω (με τη σημ. 2).[ ἐκεῑ-νος]. [σύνθ. λ. ἐκ + λαμβάνω].ἐκεῖνος, -η, -ο ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ ἐκλέγω ΡΗΜΑδεικτική Για τους χρόνους συλλέγω1. για πρόσωπα και πράγματα που βρίσκονται 1. εκλέγω.μακριά εκείνος, ο άνθρωπος ή το πράγμα εκεί. 2. συλλέγω (φόρους) κτλ.2. όταν το οὗτος και το ἐκεῖνος αφορούν σε δύο παράγ. ἐκλογή.πράγματα που έχουν αναφερθεί προηγουμένως, ΝΕ εκλέγω (με τη σημ. 1).τότε το οὗτος αφορά στο πλησιέστερο, ενώ το ἐ-κεῖνος στο πιο απομακρυσμένο. [σύνθ. λ. ἐκ + λέγω].3. η δοτ. ενικού του θηλ. ως επίρρημα ἐκείνῃ α. ἐκλείπω ΡΗΜΑσε εκείνο το μέρος. β. με εκείνο τον τρόπο. Για τους χρόνους λείπωΝΕ εκείνος (με τη σημ. 1). 1. παραλείπω: εἴ τι ἐξέλιπον, σὸν ἔργον ἀνα-[*ε-κε-εν-ος, όπου το *ε- είναι δεικτικό επίρρ. πληρῶσαι = αν τυχόν παρέλειψα κάτι, είναι(πβ. ἐ-κεῖ, ρωσ. e-to «ιδού»), το -κε- επίσης δει- δικό σου έργο να το συμπληρώσεις.κτικό (πβ. λατ. ec-ce «ιδού») και για το -εν- 2. εγκαταλείπω: ἐκλείπω τὴν τάξιν = εγκατα-πβ. χετιτ. en-is «ο αναφερθείς»]. λείπω τη θέση μου στην παράταξη της μάχης.ἐκκλησία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 3. ως αμετάβατο πεθαίνω: οἱ ἐκλιπόντες = οισυνέλευση, συγκέντρωση: ἐκκλησία τοῦ δή- πεθαμένοι.μου = συνέλευση των δημοτών. παράγ. ἔκλειψις (ἡλίου). 97
  • 96. ΝΕ εκλείπω «εξαφανίζομαι». ΝΕ εκπλήσσω (με τη σημ. 2).[σύνθ. λ. ἐκ + λείπω]. [σύνθ. λ. ἐκ + πλήττω].ἐκλύω ΡΗΜΑ ἐκποδὼν ΕΠΙΡΡΗΜΑ Για τους χρόνους λύω έξω απ’ τα πόδια κάποιου, έξω από το δρόμο1. μέσο ἐκλύομαι απελευθερώνω, λυτρώνω: ἐξε- του, μακριά: ἄπαγε σεαυτὸν ἐκποδών = φύγελύσαντο τοὺς Ἀργείους. απ’ τα πόδια μου. ἐκποδὼν ποιοῦμαί τινα =2. τερματίζω: ἐκλύω ἔριν = θέτω τέρμα στον βγάζω κάποιον από το δρόμο μου. ≠ ἐμποδώνκαβγά. «μέσα στα πόδια κάποιου».3. παθ. φωνή ἐκλύομαι χαλαρώνω: ἐξελύθησαν ΝΕ στη λόγ. φρ. θέτω εκποδών κάποιον.πρὸς τὸν πόλεμον = χαλάρωσαν τις πολεμικές [σύνθ. ἐκ + ποδ- (πούς, ποδ-ός) + παρ. επίθ. -ών].τους προσπάθειες. ἐκπορίζω ΡΗΜΑΝΕ εκλύω (λόγ., λ.χ. εκλύει μεγάλες ποσότη- Για τους χρόνους πορίζωτες ραδιενέργειας). προμηθεύω: ἐκπορίζω τινὶ ὅπλα / χρήματα.[σύνθ. λ. ἐκ + λύω]. [σύνθ. λ. ἐκ + πορίζω].ἑκούσιος, -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ ἐκτρέπω ΡΗΜΑπου ενεργεί με τη θέλησή του, εθελούσιος, θε- Για τους χρόνους τρέπωληματικός. = ἑκών. ≠ ἄκων, ἀκούσιος. βγάζω από την τροχιά, βγάζω από το δρόμο,ΝΕ εκούσιος. κάνω εκτροπή: ἐκτρέπω τὸ ῥεῖθρον τοῦ πο-[παράγ. λ. ἑκών, -όντος + παρ. επίθ. -ιος]. ταμοῦ = αλλάζω την κοίτη του ποταμού.ἐκπίπτω ΡΗΜΑ παράγ. ἐκτροπή. Για τους χρόνους πίπτω ΝΕ εκτρέπω (λ.χ. το όχημα εξετράπη της πο-1. ναυαγώ. ρείας του).2. χάνω την περιουσία ή τη δύναμή μου, ξε- [σύνθ. λ. ἐκ + τρέπω].πέφτω: ἐκ τῶν πατρῴων ἐκπεπτωκότες = έχο- ἐκτρέφω ΡΗΜΑντας χάσει την πατρική περιουσία. Για τους χρόνους τρέφω• μεταφορικά ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει = η 1. ανατρέφω: ἐκτρέφω παῖδα. αγάπη δε χάνει ποτέ τη δύναμή της, την α- 2. για φυτά τρέφω: ἐκτρέφει ἡ γῆ τὸ σπέρμα = ξία της. η γη εκτρέφει το σπόρο.3. εξορίζομαι: τῆς πόλεως ἐκπίπτω. παράγ. ἐκτροφή. παράγ. ἔκπτωσις. ΝΕ εκτρέφω (με τη σημ. 2 για τα ζώα ή αφη-ΝΕ εκπίπτω (λ.χ. από ένα αξίωμα αλλά και ρημένες έννοιες, λ.χ. εκτρέφω ζώα, τη βία).«ξεπέφτω» με τη σημ. 2). [σύνθ. λ. ἐκ + τρέφω].[σύνθ. λ. ἐκ + πίπτω]. ἐκφαίνω ΡΗΜΑἐκπληρόω -ῶ ΡΗΜΑ Για τους χρόνους φαίνω Για τους χρόνους πληρόω -ῶ 1. παθ. φωνή ἐκφαίνομαι φανερώνομαι, γίνο-1. συμπληρώνω (αριθμητικά): ἱππέας ἐξε- μαι φανερός.πλήρωσαν εἰς δισχιλίους = συμπλήρωσαν τον 2. ἐκφαίνω πόλεμον πρός τινα = κηρύσσωαριθμό των ιππέων σε δύο χιλιάδες. πόλεμο εναντίον κάποιου.2. πληρώνω ολόκληρο ένα χρηματικό ποσό. παράγ. ἔκφανσις.3. με τη σημερινή σημ. εκπληρώνω. ΝΕ έκφανση. παράγ. ἐκπλήρωσις. [σύνθ. λ. ἐκ + φαίνω].ΝΕ εκπληρώνω (με τη σημ. 3). ἐκφέρω ΡΗΜΑ[σύνθ. λ. ἐκ + πληρόω]. Για τους χρόνους φέρωἐκπλήττω ΡΗΜΑ 1. βγάζω κάτι έξω από κάπου: ἐκφέρω ὅπλα Για τους χρόνους πλήττω ἐκ μεγάρου = βγάζω τα όπλα από το ναό. 2. φανερώνω: ἐκφέρω τὴν ἀπάτην.1. απομακρύνω, διώχνω: φόβος μνήμην ἐκ- 3. ἐκφέρω πόλεμον = αρχίζω πόλεμο.πλήττει. 4. παθ. φωνή ἐκφέρομαι παραφέρομαι: ὀργῇ2. καταπλήσσω κάποιον, του προκαλώ κατά- ἐκφέρονται = παραφέρονται από οργή.πληξη, τον ξαφνιάζω, τον σαστίζω, τον τρο- παράγ. ἐκφορά.μάζω: ἐκπλαγεὶς τῷ μεγέθει τῶν κακῶν = ε- ΝΕ εκφέρω (λ.χ. εκφέρω άποψη).πειδή εξεπλάγη από το μέγεθος της συμφο- [σύνθ. λ. ἐκ + φέρω].ράς. ἐκφεύγω ΡΗΜΑ παράγ. ἔκπαγλος, ἔκπληξις, ἔκπληκτος, ἐκ- Για τους χρόνους φεύγωπληκτικός. διαφεύγω, δραπετεύω, ξεφεύγω. 98
  • 97. ΝΕ εκφεύγω. 3. ευπροσάρμοστος: ἐμαυτὸν ἐλαφρὸν τοῖς συ-[σύνθ. λ. ἐκ + φεύγω]. νοῦσι παρέχω = παρουσιάζομαι προσαρμο-ἑκών, -οῦσα, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ στικός με όσους με συναναστρέφονται.που ενεργεί με τη θέλησή του, εκούσιος, πρό- ΝΕ ελαφρός (με τη σημ. 1).θυμος. = ἑκούσιος. ≠ ἄκων, ἀκούσιος. [*ἐλαφ- (= *ἐλαχ-, ἐλαχ-ύς, ἐλάχιστος) +[*Fεκ- «θέλω» (ἕνεκα, ἕκατι «εξαιτίας») + αρ. επίθ. -ός > *ἐλαφ-ός > ἐλαφ-ρὸς κατά ταπαρ. επίθ. -ών]. επίθετα σε -ρός, λ.χ. ἀνια-ρός].ἔλαιον, -αίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ἐλάχιστος, -ίστη, -ιστον ΕΠΙΘΕΤΟλάδι ελιάς. υπερθετικός βαθμός του μικρὸςΝΕ έλαιο (λόγ.), λάδι. πάρα πολύ μικρός ή πάρα πολύ λίγος: δι᾽ ἐ-[πβ. κυπρ. ἔλαιFον = ἔλαιον, μεσογ. λ.]. λαχίστου χρόνου = σε πολύ λίγο χρόνο. ἐλά-ἐλάττων, -ονος (ὁ, ἡ), ἔλαττον (τό) ΕΠΙΘΕΤΟ χιστος τὸν ἀριθμόν = πολύ λίγος αριθμητικά.συγκρ. του μικρός· ο κοινός τύπος είναι ἐλάσσων. • έκφραση περὶ ἐλαχίστου ποιοῦμαί τι υπολο-1. μικρότερος, λιγότερος. ≠ μείζων. γίζω κάτι πάρα πολύ λίγο.2. κατώτερος σε σχέση με κάτι, που υποκύ- ΝΕ ελάχιστος.πτει σε αυτό: ἐλάττων σιτίων = που υποκύ- [*ἐλαχύ- + -ς, ομόρρ. του αρχ. ινδ. Laghú-πτει στο πολύ φαγητό. «γρήγορος, ελαφρύς»]. παράγ. ἐλαττόω. ἐλέγχω ΡΗΜΑΝΕ ελάσσων (λόγ.). Παρατ. ἤλεγχον[παράγ. λ. ἐλαχὺς «ελαφρός» + παρ. επίθ. -j + Μέλλ. ἐλέγξωπαρ. επίθ. -ων, *ἐλάχ-jων > ἐλάττων]. Αόρ. ἤλεγξαἐλαύνω ΡΗΜΑ Παθ. μέλλ. ἐλεγχθήσομαι Παρατ. ἤλαυνον Παθ.αόρ. ἠλέγχθην Μέλλ. ἐλῶ (-ᾷς, -ᾷ) Αόρ. ἤλασα Παθ. παρακ. ἐλήλεγμαι Παρακ. ἐλήλακα Παθ. υπερσ. ἐληλέγμην Υπερσ. ἐληλάκειν 1. ανακρίνω, εξετάζω. Παθ. μέλλ. ἐλασθήσομαι 2. κατηγορώ κάποιον: ἐλεγχθήσεται γελοῖος Μέσ. αόρ. ἠλασάμην ὤν = θα κατηγορηθεί ότι είναι γελοίος. 3. αποδεικνύω. Παθ. αόρ. ἠλάθην 4. ανασκευάζω, αναιρώ (επιχείρημα). Παθ. παρακ. ἐλήλαμαι παράγ. ἔλεγχος, σύνθ. ἀνεξέλεγκτος.1. προχωρώ επάνω σε άμαξα: ἐπὶ ζευγῶν ἐ- ΝΕ ελέγχω (με τη σημ. 1).λαύνω = προχωρώ με άμαξα που τη σέρνουν [*ελεγ-, *ελεχ-, συγγεν. με ἐλαχ-, ἐλάχι-δύο άλογα.2. ως αμετάβατο ἐλαύνω προχωρώ: πόρρω σο- στος].φίας ἐλαύνω = προχωρώ μακριά σε σοφία ἐλεεινός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ(προοδεύω, προκόβω σε σοφία). αυτός που αξίζει να τον συμπονέσει κανείς,3. παθ. φωνή ἐλαύνομαι καταδιώκομαι: ὑπὸ αξιολύπητος.οἴστρου ἐλαύνομαι = με καταδιώκει ο οί- παράγ. ἐλεεινῶς.στρος, η βοϊδόμυγα. ΝΕ ελεεινός (με την ίδια σημ., λ.χ. ελεεινές παράγ. ἔλασις, σύνθ. προέλασις, παρέλασις. συνθήκες).ΝΕ ελαύνομαι «οδηγούμαι ασυνείδητα». [παράγ. λ. μάλλον ἔλεος, ὁ + παρ. επίθ. -εινὸς[*ἐλα-υν-, αβέβ. ετυμ.]. κατά το ἀλγ-εινὸς παρά ἔλεος, τὸ (< *ελεσε +Ἐλαφηβολιών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ -ς) + παρ. επίθ. -ινός, εφόσον το ἔλεος, τὸο ένατος μήνας του αττικού έτους (15 Φε- είναι μεταγεν.].βρουαρίου-15 Μαρτίου), κατά τον οποίο τε- ἐλεέω -ῶ ΡΗΜΑλούνταν τα Μεγάλα ∆ιονύσια με τις παρα- Παρατ. ἠλέουνστάσεις δράματος. Μέλλ. ἐλεήσω[ἐλαφηβόλι-ος «που βάλλει κατά των ελάφων», Αόρ. ἠλέησα+ παρ. επίθ. -ών]. αισθάνομαι συμπόνια για κάποιον, τον συ-ἐλαφρός, -ά, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ μπονώ, τον λυπούμαι: ἐπὶ τοῖς ἀκουσίοις πα- Συγκριτικός ἐλαφρότερος θήμασιν ἐλεῶ τινα = συμπονώ κάποιον για Υπερθετικός ἐλαφρότατος τις συμφορές που δεν προκάλεσε ο ίδιος.1. ελαφρύς, ελαφρός. ≠ βαρύς. παράγ. ἐλεήμων. ≠ οἰκτίρω.2. εύκολος, πιο υποφερτός. [παράγ. λ. ἔλεος + παρ. επίθ. -έω]. 99
  • 98. ἐλεήμων, -ων, ἐλεῆμον ΕΠΙΘΕΤΟ ΝΕ έλκω, εκλκύω.ευσπλαχνικός, που συμπονεί. [*ἑλκ- «σύρω», πβ. λιθ. velkù]. παράγ. ἐλεημοσύνη «συμπόνια». Ἑλλανοδίκαι, -ῶν, οἱ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝΕ ελεήμων ή ελεήμονας. κύριο όνομα οι κριτές των Ολυμπιακών Αγώ-[παράγ. λ. ἐλεέω + παρ. επίθ. -μων]. νων.ἔλεος, -έου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ [῾Ελλανο- = ῾Ελληνο- + -*δίκας = *δίκης < δι-οίκτος, συμπόνια: ἄξιος ἐλέου τυχεῖν παρ’ ὑ- κάζω].μῶν = αξίζει να τον συμπονέσετε. ἐλλείπω ΡΗΜΑ παράγ. ἐλεεινός, ἐλεέω. Για τους χρόνους λείπωΝΕ το έλεος (όχι ὁ ἔλεος, όπως στα αρχαία). 1. παραλείπω να κάνω κάτι: λέγε μηδὲν ἐλλεί-[πιθ. ηχομιμ., πβ. ἐλελεῦ]. πων = λέγε χωρίς να παραλείψεις τίποτε.ἐλευθέριος, -ιος & -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ 2. έχω έλλειψη από κάτι: ἐλλείπω χρημάτων.1. αυτός που συμπεριφέρεται ως ελεύθερος 3. ως απρόσωπο: ἐλλείπει σίτων καὶ ποτῶν =άνθρωπος και όχι ως δούλος. υπάρχει έλλειψη τροφίμων και ποτών.2. γενναιόδωρος: ἐλευθέριος εἰς χρήματα. 4. υστερώ σε κάτι, είμαι κατώτερος: ἐμπειρίᾳ3. αυτός που ταιριάζει σε ελεύθερο άνθρωπο: οὐκ ἐλλείπω ἐκείνων = δεν υστερώ σε εμπει-ἐλευθέριος βίος. ρία σε σχέση με εκείνους.ΝΕ ελευθέριος (λ.χ. ελευθέριο επάγγελμα). παράγ. ἐλλιπής, ἔλλειψις, ἔλλειμμα.[παράγ. ἐλεύθερος + παρ. επίθ. -ιος]. ΝΕ ελλιπής, έλλειψη, έλλειμμα.ἐλευθερόω -ῶ ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἐν + λείπω].1. ελευθερώνω. ≠ δουλόω. 2. αθωώνω. ἑλληνίζω ΡΗΜΑ παράγ. ἐλευθέρωσις, ἐλευθερωτής. 1. μιλώ ελληνικά. 2. μιλώ και γράφω σωστάΝΕ ελευθερώνω. ελληνικά. 3. εξελληνίζω.[παράγ. λ. ἐλεύθερος + παρ. επίθ. -όω]. [παράγ. λ. ῞Ελλην + παρ. επίθ. -ίζω].ἑλίττω ΡΗΜΑ ἐλπίζω ΡΗΜΑο κοινός τύπος είναι ἑλίσσω Παρατ. ἤλπιζον Παρατ. εἵλιττον Μέλλ. ἐλπίσω & ἐλπιῶ Μέλλ. ἑλίξω Αόρ. ἤλπισα Αόρ. εἵλιξα Παρακ. ἤλπικα Παθ. αόρ. εἱλίχθην Παθ. αόρ. ἠλπίσθην Παθ. παρακ. εἵλιγμαι Παθ. παρακ. ἤλπισμαι & ἑλήλιγμαι 1. ελπίζω.περιστρέφω κάτι, τυλίγω. 2. περιμένω, προσδοκώ, προβλέπω: τοῦτο τὸΝΕ ελίσσομαι, περιελίσσομαι. κακὸν οὐδέποτε ἤλπισα = ποτέ δεν περίμενα [*Fελ-, *Fελικ- (από όπου ἕλιξ, -ικος, ὁ) + αυτό το κακό.παρ. επίθ. -jω]. ΝΕ ελπίζω.ἕλκω ΡΗΜΑ [παράγ. λ. ἐλπίς + παρ. επίθ. -ίζω > ἐλπίζω <μεταγενέστερο ἑλκύω *ἐλπίδ-jω]. Παρατ. εἷλκον ἐλπίς, -ίδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Μέλλ. ἕλξω 1. ελπίδα. Αόρ. εἵλκυσα 2. προσδοκία (είτε καλή είτε κακή), αυτό που Παρακ. εἵλκυκα περιμένει κανείς: πρᾶγμα μόνον ἐλπίδος Μέσ. μέλλ. ἑλκύσομαι κρεῖσσον γεγενημένον = το μοναδικό πράγμα Παθ. μέλλ. ἑλκυσθήσομαι που έχει ξεπεράσει αυτό που περιμέναμε. Μέσ. αόρ. εἱλκυσάμην ΝΕ ελπίδα. Παθ. αόρ. εἱλκύσθην ἐμαυτοῦ, ἐμαυτῆς ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ Παθ. παρακ. εἵλκυσμαι αυτοπαθής α´ προσώπου του εαυτού μου. Παθ. υπερσ. εἱλκύσμην [σύνθ. λ. ἐμοῦ + αὐτοῦ].1. έλκω, σύρω, τραβώ: εἷλκον τὰς νευράς = ἐμβαίνω ΡΗΜΑτραβούσαν τις νευρές των τόξων (ώστε να τα Για τους χρόνους βαίνωτεντώσουν). μπαίνω, και ειδικότερα επιβιβάζομαι: ἐμβαί-2. ρυμουλκώ (πλοίο). νω ἐς πλοῖον = επιβιβάζομαι σε πλοίο. παράγ. ἕλξις, ἑλκτός, σύνθ. ἀμφέλκω, διέλ- • μεταφορικά ἐμβαίνω εἰς κίνδυνον = μπαίνωκω. σε κίνδυνο. 100
  • 99. ΝΕ μπαίνω. 1. επιτίθεμαι: ἐνέπεσον τοῖς πολεμίοις = επι-[σύνθ. λ. ἐν + βαίνω]. τέθηκαν στους εχθρούς.ἐμβάλλω ΡΗΜΑ 2. για κακό, συμφορά προσβάλλω, πέφτω: λύτ- Για τους χρόνους βάλλω τα ἐμπέπτωκε τοῖς κυσί = έπεσε λύσσα στα1. ρίχνω κάποιον ή κάτι μέσα σε κάτι: ἐμβάλ- σκυλιά.λω τινὰ εἰς συμφοράς = ρίχνω κάποιον σε ΝΕ εμπίπτω (με άλλη σημ., λ.χ. εμπίπτει στηνσυμφορές. αρμοδιότητα κάποιου).2. ρίχνω κάτι εναντίον κάποιου: ἐμβάλλω λί- [σύνθ. λ. ἐν + πίπτω].θον τινὶ εἰς κεφαλήν = ρίχνω πέτρα στο κε- ἔμπλεως, -ως, -ων ΕΠΙΘΕΤΟφάλι κάποιου. εντελώς γεμάτος: ἔμπλεως πονηρίας = γεμά-3. εισβάλλω: ἐμβάλλω εἰς τὸν ᾿Ισθμόν. τος κακία.ΝΕ εμβάλλω (εμβάλλω κάποιον σε υποψίες). ΝΕ έμπλεος (λόγ.).[σύνθ. λ. ἐν + βάλλω]. [ἔμπλεως, συνηρημ. από ἔμπλεος < ἐν + *πλε-ἐμβιβάζω ΡΗΜΑ (πίμ-πλη-μι) + -ος]. Για τους χρόνους βιβάζω ἐμποδὼν ΕΠΙΡΡΗΜΑ1. βάζω μέσα, επιβιβάζω (σε πλοίο). μέσα στα πόδια κάποιου, μέσα στο δρόμο2. καθοδηγώ προς ένα πράγμα: εἰς τὴν δικαι- του (ως εμπόδιο): τί ἐμποδὼν τούτῳ μὴ οὐ... =οσύνην τοὺς οἰκέτας = καθοδηγώ τους δού- τι τον εμποδίζει αυτόν, ώστε να μη...;λους στη δικαιοσύνη. [παράγ./σύνθ. ἐν + *ποδ- (πούς, ποδ-ός) +[σύνθ. λ. ἐν + βιβάζω]. παρ. επίθ. -ών].ἐμμένω ΡΗΜΑ ἐμπορία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Για τους χρόνους μένω εμπόριο, και ειδικότερα το εμπόριο που γίνε- ται με πλοία: ἐμπορίας οὐκ οὔσης = επειδή1. μένω κάπου: ἐμμένω ἐν τῇ Ἀττικῇ. δεν υπήρχε θαλάσσιο εμπόριο.2. μένω σταθερός: ἐμμένω ταῖς συνθήκαις. ΝΕ εμπορία. παράγ. ἐμμενής, ἐμμονή, ἔμμονος. [παράγ. λ. ἔμπορ-ος + παρ. επίθ. -ία].ΝΕ εμμένω (με σημ. 2, λ.χ. στις απόψεις μου). ἔμπορος, -όρου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ[σύνθ. λ. ἐν + μένω]. έμπορος που ταξιδεύει και εισάγει ο ίδιος ταἐμός, -ή, -ὸν ΑΝΤΩΝΥΜΙΑκτητική α´ προσώπου εμπορεύματα και τα πουλάει χοντρικά (σε α- ντιδιαστολή προς τον κάπηλον, το λιανέμπορα).δικός μου, δική μου, δικό μου: οἱ ἐμοὶ ἑταῖροι ΝΕ έμπορος.= οι σύντροφοί μου. [σύνθ. λ. ἐν + *πορ- (πορίζομαι) + -ος].[ἐγώ, γεν. ἐμ-οῦ + -ός]. ἔμπροσθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ & ΠΡΟΘΕΣΗἔμπαλιν ΕΠΙΡΡΗΜΑσυνήθως με το άρθρο: τὸ ἔμπαλιν ή τοὔμπαλιν Α. ως επίρρημα1. προς τα πίσω: εἰς τοὔμπαλιν ἄπιμεν = γυρί- 1. τοπικά μπροστά από κάτι: τὸ ἔμπροσθεν &ζουμε πίσω. τὰ ἔμπροσθεν = το μπροστινό μέτωπο. εἰς τὸ2. αντίστροφα, αντίθετα: τοὔμπαλιν οὗ βού- ἔμπροσθεν = προς τα εμπρός. ἐκ τοῦ ἔμπρο-λονται = το αντίθετο από αυτό που θέλουν. σθεν ἔστη = στάθηκε μπροστά.[τὸ ἔμπαλιν < ἐν + πάλιν]. 2. χρονικά προηγουμένως, πριν: τὰ λεχθένταἐμπίμπλημι ΡΗΜΑ ὀλίγον ἔμπροσθεν = όσα ειπώθηκαν λίγο Για τους χρόνους πίμπλημι πριν. Β. ως πρόθεση, με γενικήγεμίζω: ἐμπίμπλημί τινα ἐλπίδων κενῶν = γε- 1. τοπικά μπροστά από κάτι: ἔμπροσθεν τῆςμίζω κάποιον με κενές ελπίδες. ≠ ἐκκενόω. νεώς = μπροστά στο πλοίο.[σύνθ. λ. ἐν + πίμπλημι]. 2. χρονικά πριν από κάτι: ἔμπροσθεν τῶνἐμπίμπρημι ΡΗΜΑ πραγμάτων = πριν από τα γεγονότα. Για τους χρόνους πίμπρημι [σύνθ. λ. ἐν + πρόσθεν].καίω, πυρπολώ: ἐμπίμπρημι οἰκίαν = καίω το ἐμφαίνω ΡΗΜΑσπίτι. = ἐμφλέγω, ἐγκαίω. Για τους χρόνους φαίνω παράγ. ἐμπρησμός, ἐμπρηστής. δείχνω, φανερώνω.ΝΕ (χρησιμοποιούνται τα παραπάνω παρά- • παθ. φωνή ἐμφαίνομαι φαίνομαι.γωγα). [σύνθ. λ. ἐν + φαίνω].[σύνθ. λ. ἐν + πίμπρημι]. ἔμφρων, -ων, -ον, γεν. -ονος ΕΠΙΘΕΤΟἐμπίπτω ΡΗΜΑ Συγκριτικός ἐμφρονέστερος Για τους χρόνους πίπτω Υπερθετικός ἐμφρονέστατος 101
  • 100. 1. έλλογος: ζῷα ἔμφρονα. 2. συνετός. 2. κατώτερος, χειρότερος: τῆς δυνάμεως ἐνδεᾶ[σύνθ./παράγ. ἐν + *φρ(εν)- (φρήν, -ενός) + πράττω = ενεργώ με τρόπο κατώτερο των δυ-παρ. επίθ. -ων]. νατοτήτων μου.ἐν ΠΡΟΘΕΣΗ [σύνθ. λ. ἐν + δέ-ομαι «στερούμαι» + -ής].Α. συντάσσεται με δοτική ἔνδεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ1. δηλώνει τον τόπο όπου γίνεται κάτι: ἡ ἐν 1. έλλειψη: δυνάμεως ἐνδείᾳ ἐπάθομεν τοῦτοΣαλαμῖνι ναυμαχία. = αυτό το πάθαμε από έλλειψη δύναμης.2. μπροστά σε: ἐν τῷ δήμῳ λέγω = μιλάω 2. φτώχεια.μπροστά στο λαό. ΝΕ ένδεια (και με τις δύο σημ.).3. στην εξουσία κάποιου: ἐν ἐμοί ἐστι γενέ- [παράγ. λ. ἐνδε-ής + παρ. επίθ. -εια].σθαι τοῦτο = από μένα εξαρτάται να γίνει ἐνδείκνυμι & ἐνδεικνύω ΡΗΜΑαυτό. Για τους χρόνους δείκνυμι4. δηλώνει το χρόνο ή τις συνθήκες μέσα στις 1. δείχνω, υποδεικνύω.οποίες γίνεται κάτι: ἐν νυκτί. ἐν πολέμῳ. 2. καταγγέλλω: ἐνδείκνυμί τινα.5. δηλώνει το μέσο, το όργανο ή τον τρόπο: 3. μέση φωνή ἐνδείκνυμαι α. επιδεικνύω: ἐν-ἐν λόγοις πείθει = πείθει με λόγια. τὰ πρα- δείκνυμαι εὔνοιάν τινα. β. προσπαθώ να γίνωχθέντα ἐν ἐπιστολαῖς ἴστε = γνωρίζετε τα αρεστός σε κάποιον (τινί).συμβάντα μέσω των επιστολών. ΝΕ ενδείκνυται «συνιστάται, πρέπει».Β. ἐν- ως α΄ συνθετικό δηλώνει μέσα, π.χ. ἐμπί- [σύνθ. λ. ἐν + δείκνυμι].πτω. ἐνδέχομαι ΡΗΜΑΓ. η ἐν- γίνεται Για τους χρόνους δέχομαι1. ἐμ- πριν από χειλικά σύμφωνα (β, μ, π, φ, 1. αποδέχομαι κάτι, το εγκρίνω: ἐνδέχομαι τὰψ), π.χ. ἐμβάλλω. λεγόμενα.2. ἐγ- πριν από τα γ, κ, ξ, χ, π.χ. ἐγκαλῶ. 2. για πράγματα επιτρέπω, επιδέχομαι: καθ᾿ ὅ-3. ἐλ- πριν από το λ, π.χ. ἐλλείπω. σον φύσις ἐνδέχεται = όσο το επιτρέπει η φύ-4. ἐρ- πριν από το ῥ, π.χ. ἔρρινον. ση.ΝΕ εν (αρχαιοπρεπές). 3. απρόσωπο ἐνδέχεται είναι ενδεχόμενο, είναι[*en, λατ. en και in, γοτθ. in κτλ.]. πιθανόν.ἐναντίος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ ΝΕ ενδέχεται (με τη σημ. 3, «είναι ενδεχόμενο»).1. τοπικά ο απέναντι. [σύνθ. λ. ἐν + δέχομαι].2. με εχθρική σημ. ο αντίπαλος. ἐνδημέω -ῶ ΡΗΜΑ3. ως ουσ. οἱ ἐναντίοι οι εχθροί. Παρατ. ἐνεδήμουν4. αντίθετος: δύο τὰ ἐναντιώτατα εὐβουλίᾳ, Μέλλ. ἐνδημήσωτάχος καὶ ὀργή = δύο πράγματα είναι αντίθε- Αόρ. ἐνεδήμησατα προς τη σωστή σκέψη, η βιασύνη και ο θυ- Παρακ. ἐνδεδήμηκαμός. παράγ. ἐναντίως, ἐναντιόω. μένω σε έναν τόπο: μέχρις ἂν ἐνδημῶσιν οἱNE εναντίον, ενάντιος. πρέσβεις = μέχρις ότου οι απεσταλμένοι μέ-[σύνθ. λ. ἐν + ἀντίος]. νουν (βρίσκονται) στην πόλη.ἐναργής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ [παράγ. λ. ἔνδημ-ος + παρ. επίθ. -έω]. ἐνδίδωμι ΡΗΜΑ Συγκριτικός ἐναργέστερος Για τους χρόνους δίδωμι Υπερθετικός ἐναργέστατος 1. παραδίδω κάτι ή κάποιον: ἐνδίδωμί τιναφανερός, σαφής: ἐναργὲς τεκμήριον = φανερή τοῖς πολεμίοις = παραδίδω κάποιον στους ε-απόδειξη. χθρούς.ΝΕ εναργής. 2. προσφέρω: ἐνδίδωμι πρόφασίν τινι.[σύνθ. λ. ἐν + *ἄργ-ος (-εσος > -ους < ἀργός 3. υποχωρώ, υποκύπτω. ≠ εἴκω.«λαμπρός») + -ής]. παράγ. ἐνδόσιμος.ἐναυλίζομαι ΡΗΜΑ ΝΕ ενδίδω (λόγ., με τη σημ. 3).για στρατιώτες διανυκτερεύω κάπου στο ύπαι- [σύνθ. λ. ἐν + δίδωμι].θρο. ἔνδοθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ[σύνθ. λ. ἐν + αὐλίζομαι]. από μέσα, μέσα: ὁ ἔνθοδεν θόρυβος.ἐνδεής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ [σύνθ. λ. ἔνδον + παρ. επίθ. -θεν κατά το οἴ-1. αυτός που στερείται κάτι: πολλῶν ἐνδεής κο-θεν].εἰμι = μου λείπουν πολλά. ἔνδον ΕΠΙΡΡΗΜΑ 102
  • 101. Συγκριτικός ἐνδοτέρω ἔνθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ Υπερθετικός ἐνδοτάτω από εκεί: ἔνθεν καὶ ἔνθεν = από δω και από κει.1. μέσα. 2. μέσα στο σπίτι. [παράγ. λ. *ἔνθ- (ἔνθα) + παρ. επίθ. -εν]. παράγ. ἔνδοθεν. ἐνθένδε ΕΠΙΡΡΗΜΑΝΕ στη λόγ. φρ. εκ των ένδον. 1. τοπικό από εδώ: ἐνθένδε ἐκεῖσε φέρομαι =[δεν υπάρχει σχέση με δόμ-ος κτλ., πβ. χετιτ. μεταφέρομαι από εδώ προς τα εκεί.andan, λατ. indu-]. 2. αναφορικό απ’ όπου: ἐπάνειμι ἔνθεν ἐξέβηνἐνδύω ΡΗΜΑ = επανέρχομαι εκεί απ’ όπου έκανα την πα- Παρακ. ἐνδέδυκα ρέκβαση. Για τους άλλους χρόνους ἐκδύω [παράγ. λ. ἔνθεν + παρ. επίθ. -δε].1. στον ενεστ., μέλλ. και αόρ. ντύνω κάποιον: ἔνθεος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟἐνδύω τινά τι = ντύνω κάποιον με κάτι. θεόπνευστος.2. ο παρακ. με αμετάβ. σημ. ἐνδέδυκα φορώ. ΝΕ ένθεος. παράγ. ἔνδυμα, ἔνδυσις. [σύνθ. λ. ἐν + *θε- (θεός) + -ος].ΝΕ ντύνω (με τη σημ. 1). ἐνθουσιάζω & ἐνθουσιάω -ῶ ΡΗΜΑ[σύνθ. λ. ἐν + δύω]. βρίσκομαι σε έκσταση: ἡ ψυχὴ ἐνθουσιάζει.ἔνειμι ΡΗΜΑ ΝΕ ενθουσιάζω κάποιον ως (1) μεταβ. Για τους χρόνους εἰμὶ [παράγ. λ. ἐνθεάζω (ἔνθεος + παρ. επίθ. -άζω)1. ενυπάρχω, βρίσκομαι μέσα: σίτου οὐκ ἐν- «είμαι θεόπνευστος» > ἐνθουσιάζω με επί-όντος = καθώς μέσα εκεί δεν υπήρχε σιτάρι. δραση του θυσιάζω].2. απρόσωπο ἔνεστιν ή ἔνι είναι δυνατό. ἐνθυμέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ3. τὰ ἐνόντα όλα τα διαθέσιμα πράγματα, μέ- Παρατ. ἐνεθυμούμηνσα. Μέλλ. ἐνθυμήσομαι & μεταγεν.ΝΕ στη λόγ. φρ. εκ των ενόντων «από τα μέ- ἐνθυμηθήσομαισα / υλικά / πόρους που διαθέτουμε». Αόρ. ἐνεθυμήθην[σύνθ. λ. ἐν + εἰμί]. Παρακ. ἐντεθύμημαιἕνεκα & ἕνεκεν ΠΡΟΘΕΣΗ Υπερς. ἐνετεθυμήμηνμε γενική βάζω κάτι στο νου μου, συλλογίζομαι: ἐνεθυ-1. εξαιτίας κάποιου προσώπου ή πράγματος μοῦντο ὅσον πλοῦν ἀπεστέλλοντο = συλλογίζο-ή χάριν αυτού: τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ἕνε- νταν σε τι μακρινό ταξίδι τους έστελναν. ὧν ἐν-κα βούλομαι τοῦτο εἰπεῖν = θέλω να το πω θυμηθέντες = σκεπτόμενοι τα πράγματα αυτά.αυτό χάριν του κοινού συμφέροντος. ΝΕ ενθυμούμαι ή θυμούμαι ή θυμάμαι. Ακρι-2. όσον αφορά: ἕνεκέν γε χρημάτων = όσον α- βέστερα το νεοελληνικό θυμάμαι αντιστοιχείφορά τα χρήματα. στο αρχαίο μέμνημαι.ΝΕ ένεκα ή ένεκεν (λόγ., με τη σημ. 1). [σύνθ. λ. ἐν + *θυμ- (θυμός) + -έομαι].[αβέβ. ετυμ., πιθ. Fεκών = ἑκών]. ἐνιαύσιος, -ιος & -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟἐνεός, -ά, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ αυτός που γίνεται κάθε χρόνο ή που διαρκείαυτός που δεν μπορεί να μιλήσει, ο άλαλος. ένα χρόνο, ετήσιος: ἐνιαύσιος ἑορτή. ἐνιαύσι-ΝΕ ενεός (λόγ., έμεινα ενεός «αμίλητος»). ος ἐκεχειρία = ετήσια κατάπαυση της μάχης.[άγν. ετυμ.]. ΝΕ ενιαύσιος (λόγ.).ἔνθα ΕΠΙΡΡΗΜΑ [παράγ. λ. ἐνιαυτός + παρ. επίθ. -ιος].Α. δεικτικό επίρρημα ἐνιαυτός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ1. τοπικό εκεί: ἔνθα μέν... ἔνθα δέ... = εδώ... και χρονιά, έτος: δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ = δύο φορές τοεκεί... χρόνο. κατ᾿ ἐνιαυτόν = κάθε χρόνο.2. χρονικό τότε: ἔνθα δή = τότε λοιπόν. [ἐνι-αυτός, όπου ἐνι- = έτος, πβ. δί-ενος «δύοΒ. αναφορικό επίρρημα ετών», αὐ-τός < αὖ «πάλι» + -τός].1. τοπικό όπου. 2. χρονικό όταν, οπότε. ἐνίημι ΡΗΜΑ παράγ. ἐνθάδε, ιων. ἐνθαῦτα = ἐνταῦθα. Για τους χρόνους ἵημι[επίρρ. *ἔν (πβ. επίρρ. ἔνην «μεθαύριο») + θα- ρίχνω, χύνω μέσα (σε κάτι): πάντα ἔφλεγον ἐν-(στο ἰ-θα-γενής)]. ιέντες πῦρ εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ ἱερά = κα-ἐνθάδε ΕΠΙΡΡΗΜΑ τέκαιγαν τα πάντα ρίχνοντας φωτιά στις πό-εδώ, εκεί. λεις και στους ναούς.ΝΕ στη λόγ. φρ. ενθάδε κείται «εδώ βρίσκε- παράγ. ἔνεσις «ένεση, εισροή υγρού».ται θαμμένος». ΝΕ τα παράγωγα ένεση και ενέσιμος (λόγ).[παράγ. λ. ἔνθα + παρ. επίθ. -δε]. (λ.χ. ενέσιμο φάρμακο). 103
  • 102. [σύνθ. λ. ἐν + ἵημι]. Παρακ. ἐντέταλμαιἔνιοι, -ιαι, -ια ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ δίνω εντολή, παραγγέλλω.αόριστη μερικοί. παράγ. ἐντολή, ἔνταλμα.[πιθ. *ἕνιοι < ἕν- από εἷς με ιωνική ψίλωση]. ΝΕ εντέλλομαι (λόγ.).ἐνίοτε ΕΠΙΡΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἐν + τέλλομαι].μερικές φορές. = ἔστιν ὅτε «κάποτε». ἐντεῦθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑΝΕ ενίοτε (λόγ.). 1. τοπικό από εδώ ή από εκεί.[πιθ. *ἐνι (πβ. ἔνιοι) + ὅτε]. 2. χρονικό από τότε και έπειτα.ἐνίστημι ΡΗΜΑ 3. από αυτήν την πηγή: τὸν βίον ἐντεῦθεν ἐ- Για τους χρόνους ἵστημι ποιοῦντο = έπαιρναν το εισόδημά τους από1. τοποθετώ, στήνω κάτι σε έναν τόπο: στή- αυτήν την πηγή.λας ἐνίστη εἰς τὰς χώρας = έστηνε στήλες στις [παράγ. λ. ἐνταῦθα κατά το ἔνθ-εν < ἔνθα].χώρες (από όπου περνούσε). ἐντίθημι ΡΗΜΑ2. μέσ. αόρ. ἐνεστησάμην άρχισα: ὁ ἐνεστὼς Για τους χρόνους τίθημιπόλεμος = ο πόλεμος που άρχισε. ἐντίθημι ή μέσο ἐντίθεμαι βάζω μέσα: ἐντίθε-3. παθ. φωνή, με αόρ. β΄, παρακ. και υπερσ. ενεργ. μαι εἰς τὴν ναῦν φορτία.φωνής (ἐνέστην, ἐνέστηκα, ἐνεστήκειν), ἐνίσταμαι παράγ. ἔνθεσις, ἔνθετος.α. στη μετοχή ενεργ. παρακ. τοῦ ἐνεστῶτος μηνός ΝΕ το παράγωγο ένθετο (σε εφημερίδες).= του τρέχοντος μηνός. ὁ ἐνεστὼς χρόνος = ο ε- [σύνθ. λ. ἐν + τίθημι].νεστώτας. β. αντιστέκομαι. γ. αντιλέγω. ἔντιμος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟΝΕ ενίσταμαι (με τη σημ. 3γ). Συγκριτικός ἐντιμότερος[σύνθ. λ. ἐν + ἵστημι]. Υπερθετικός ἐντιμότατοςἐννοέω -ῶ ΡΗΜΑ για πρόσωπα αυτός που τον εκτιμούν και τον τι- Για τους χρόνους νοέω -ῶ μούν. ≠ ἄτιμος «αυτός που δεν τον εκτιμούν».ἐννοῶ ή ἐννοοῦμαι σκέπτομαι: ἐννοήσωμεν ΝΕ έντιμος.καὶ τῇδε ὡς πολλὴ ἐλπίς ἐστιν αὐτὸ ἀγαθὸν [σύνθ. λ. ἐν + τιμ- (τιμάω) + -ός].εἶναι = ας σκεφθούμε και με αυτόν τον τρό- ἐντυγχάνω ΡΗΜΑπο, ότι δηλαδή είναι πολύ πιθανόν (ο θάνα- Για τους χρόνους τυγχάνωτος) να είναι καλό πράγμα. με δοτική του προσώπουΝΕ εννοώ «δηλώνω, υποδηλώνω». 1. συναντώ κάποιον: ἐνέτυχον αὐτῷ ἐν τῇ ὁ-[σύνθ. λ. ἐν + νοέω]. δῷ = τον συνάντησα στο δρόμο.ἔννοια, -οίας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 2. για πράγματα ἐνέτυχον βιβλίῳ σοφοῦ ἀν-1. σκέψη: τοῦτο ἄξιον ἐννοίας = αυτό αξίζει δρός = έτυχε να δω το βιβλίο κάποιου σοφού.να το σκεφτούμε. 3. συνομιλώ με κάποιον.2. έννοια: χρόνου ἔννοια. παράγ. ἔντευξις.ΝΕ έννοια (με τη σημ. 2). ΝΕ το σύνθ. συνέντευξη από το παράγ. ἔν-[παράγ. λ. ἐννο-έω + παρ. επίθ. -ια]. τευξις.ἔννομος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ [σύνθ. λ. ἐν + τυγχάνω].νόμιμος, δίκαιος. ἐνύπνιον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝΕ έννομος. όνειρο.[σύνθ. λ. ἐν + *νομ- (νέμω) + -ος]. [ουσιαστικοπ. ουδ. επιθέτου ἐνύπνιος, -ιον].ἐνταῦθα ΕΠΙΡΡΗΜΑ ἐξ ΠΡΟΘΕΣΗ1. τοπικό α. εδώ, εκεί. β. σε αυτό το σημείο: ἐ- η μορφή που παίρνει η πρόθεση ἐκ όταν ακολου-νταῦθα που ἦμεν τοῦ λόγου, ἐν ᾧ... = βρισκό- θείται από φωνήεν: ἐξ ἀρχῆς.μασταν κάπου σε αυτό το σημείο της επιχει- [πβ. λατ. ex, ΙΕ *eghs ή *eks].ρηματολογίας, στο οποίο... ἐξάγω ΡΗΜΑ2. χρονικό σ᾿ αυτό το χρονικό σημείο, τότε: Για τους χρόνους ἄγωἐνταῦθα εἶ τῆς ἡλικίας... = βρίσκεσαι σε αυτό 1. βγάζω έξω. 2. εξάγω προϊόντα. 3. παρασύ-το σημείο της ηλικίας... ρω κάποιον: ἃ ἄν τις ἐξαχθῇ πρᾶξαι = οσα-ΝΕ ενταύθα (λόγ., με τη σημ. 1α). δήποτε παρασυρθεί κανείς να πράξει.[ἔνθα > ἐνθαῦθα > ἐνταῦθα με ανομοίωση θ – παράγ. ἐξακτέον, ἐξαγωγή.θ > τ – θ, ἔνθα]. ΝΕ εξάγω (με τη σημ. 2).ἐντέλλομαι ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἐξ + ἄγω]. Παρατ. ἐνετελλόμην ἐξαιρέω -ῶ ΡΗΜΑ Αόρ. ἐνετειλάμην 104
  • 103. Για τους χρόνους αἱρέω -ῶ 2. εκδιώκω: ἐξανέστησαν τοὺς Κᾶρας ἐκ τῶν1. ἐξαιρῶ ή μέσο ἐξαιροῦμαι αφαιρώ, απομα- νήσων = εξεδίωξαν [ενν. οι Ίωνες] τους Κάρεςκρύνω: ἐπιχειρητέον ὑμῶν ἐξελέσθαι τὴν δια- από τα νησιά.βολήν = πρέπει να προσπαθήσω να αφαιρέσω 3. ως αμετάβ. στην παθ. φωνή και στον αόρ. β΄,από το μυαλό σας τη συκοφαντία (εις βάρος παρακ. και υπερσ. της ενεργητικής (ἐξανέστην, ἐ-μου). ≠ προστίθημι. ξανέστηκα, ἐξανεστήκειν) ἐξανίσταμαι σηκώ-2. μέση φωνή ἐξαιροῦμαι ελευθερώνω, απαλ- νομαι: ἐξαναστησόμεθα μετὰ δεῖπνον = θαλάσσω: ἐξαιροῦμαί τινα ἐκ τῶν κινδύνων. σηκωθούμε μετά το δείπνο (από το τραπέζι).3. καταστρέφω: Ἀμπρακίαν ἐξεῖλον. ΝΕ εξανίσταμαι «ξεσηκώνομαι». παράγ. ἐξαίρεσις, ἐξαιρετέος ἐξαιρετός, ἐξ- [σύνθ. λ. ἐξ + ἀνίστημι].αίρετος. ἐξάπτω ΡΗΜΑΝΕ εξαιρώ. Για τους χρόνους ἅπτω[σύνθ. λ. ἐξ + αἱρέω]. 1. δένω κάτι από κάπου: ἐξῆψε σχοινίον ἐκἐξαίρω ΡΗΜΑ τοῦ ναοῦ = έδεσε ένα σχοινί από το ναό. Για τους χρόνους αἴρω 2. ανάβω φωτιά.1. σηκώνω: ἐξάρας αὐτὸν παίει εἰς τὴν γῆν = 3. μεταφορικά διεγείρω, εξάπτω.αφού τον σήκωσε, τον χτυπάει στο έδαφος. παράγ. ἔξαψις.2. παθητική φωνή ἐξαίρομαι α. υψώνομαι: τὸ ΝΕ εξάπτω (με τη σημ. 3).τεῖχος ἐξῄρετο διπλάσιον τοῦ ἀρχαίου = το [σύνθ. λ. ἐξ + ἅπτω].τείχος υψωνόταν διπλάσιο από το παλιό. β. ἐξαρκέω -ῶ ΡΗΜΑκαυχιέμαι, επαίρομαι. Για τους χρόνους ἀρκέω -ῶΝΕ εξαίρω «υπερτονίζω, ανυψώνω». 1. για αντικείμενα είμαι αρκετός, επαρκώ: ἐξ-[σύνθ. λ. ἐξ + αἴρω]. αρκῶ εἴς τι = επαρκώ για κάτι.ἐξαιτέω -ῶ ΡΗΜΑ 2. ως απρόσωπο ἐξαρκεῖ είναι αρκετό, φτάνει: Για τους χρόνους αἰτέω -ῶ ἐξαρκέσει σοι τύραννον γενέσθαι = θα σου1. απαιτώ: οὐκ ἐξεδίδου τοὺς Σκύθας ἐξαι- είναι αρκετό να γίνεις τύραννος.τοῦντι Κυαξάρῃ = δεν παρέδιδε τους Σκύθες [σύνθ. λ. ἐξ + ἀρκέω].στον Κυαξάρη που τους απαιτούσε. ἐξαρτάω -ῶ ΡΗΜΑ2. μέση φωνή ἐξαιτοῦμαι ζητώ για τον εαυτό Μέσ. μέλλ. ἐξαρτήσομαιμου: ἐξαιτοῦμαι χάριν παρά τινος. με παθ. σημ. «θα εξαρτηθώ»[σύνθ. λ. ἐξ + αἰτέω]. Για τους άλλους χρόνους ἀρτάωἐξαμαρτάνω ΡΗΜΑ παθ. φωνή ἐξαρτῶμαι α. κρέμομαι από κάτι. β. Για τους χρόνους ἁμαρτάνω εξαρτώμαι από κάτι.1. αποτυγχάνω: βούλομαι καλῶς δρῶν ἐξα- παράγ. εξάρτησις.μαρτεῖν μᾶλλον ἢ νικᾶν κακῶς = προτιμώ να ΝΕ εξαρτώμαι (με τη σημ. β).αποτύχω ενεργώντας σωστά παρά να νικήσω [σύνθ. λ. ἐξ + ἀρτάω].με άδικο τρόπο. ἐξαρτύω ΡΗΜΑ2. κάνω λάθος, σφάλλω. 1. προετοιμάζω, εφοδιάζω: ἐξήρτυον τὸν ἐπί-[σύνθ. ἐξ + ἁμαρτάνω]. πλουν τῶν νεῶν = προετοίμαζαν τα πλοία γιαἐξανδραποδίζομαι ΡΗΜΑ να πλεύσουν εναντίον του εχθρού.χρησιμοποιείται συνήθως ο μέσος τύπος 2. μέσ. φωνή ἐξαρτύομαι εφοδιάζω τον εαυτό μου. Παρατ. ἐξηνδραποδιζόμην παράγ. ἐξάρτυσις «εφοδιασμός». Μέλλ. ἐξανδραποδιοῦμαι ΝΕ το παράγ. εξάρτυση «τα ατομικά είδη μεταβ. συνήθως «θα υποδουλώσω» του στρατιώτη». Παθ. αόρ. ἐξηνδραποδίσθην [σύνθ. λ. ἐξ + ἀρτύω].υποδουλώνω κάποιον. ἔξειμι ΡΗΜΑ παράγ. ἐξανδραποδισμός. Για τους χρόνους εἶμιΝΕ εξανδραποδίζω (λόγ.). εκστρατεύω: ὅταν ἐξῇσαν = όταν εκστράτευαν.[σύνθ. λ. ἐξ + ἀνδραποδίζομαι]. ΝΕ (παράγωγο) εξιτήριο.ἐξανίστημι ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἐξ + εἶμι]. Για τους χρόνους ἵστημι ἐξελαύνω ΡΗΜΑ1. σηκώνω κάποιον. Για τους χρόνους ἐλαύνω εκδιώκω κάποιον (από ένα μέρος). παράγ. ἐξέλασις. [σύνθ. λ. ἐξ + ἐλαύνω]. 105
  • 104. ἐξεργάζομαι ΡΗΜΑ 2. α. προηγούμαι και δείχνω το δρόμο: ἕπον- Για τους χρόνους ἐργάζομαι ται ᾗ οὗτοι ἐξηγοῦνται = ακολουθούν το δρό-1. τελειώνω εντελώς: ἠπείγοντο τὰ ἐπιχώμα- μο που δείχνουν αυτοί. β. μεταφορικά δείχνω σετα ἐξεργάσασθαι = βιάζονταν να τελειώσουν κάποιον τι πρέπει να κάνει: ὅ,τι χρὴ ποιεῖντα οχυρώματα. αὐτοῖς ἐξηγοῦ σύ = να τους δείξεις τι πρέπει2. πραγματοποιώ κάτι. να κάνουν. παράγ. ἐξεργασία. 3. ερμηνεύω κάτι.ΝΕ το σύνθ. επεξεργάζομαι (με τη σημ. 1). 4. διηγούμαι.[σύνθ. λ. ἐξ + ἐργάζομαι]. ΝΕ εξηγώ (με σημ. 3).ἔξεστι ΡΗΜΑ [σύνθ. λ. ἐξ + ἡγέομαι]. Παρατ. ἐξῆν ἑξῆς ΕΠΙΡΡΗΜΑ Μέλλ. ἐξέσται 1. με τη σειρά: γέγραπται δὲ ἑξῆς, ὡς ἕκαστααπρόσωπο επιτρέπεται, είναι δυνατόν: ἔξεστί ἐγένετο = έχει γραφτεί ο πόλεμος με τη σειρά,μοι = μου επιτρέπεται ή μου είναι δυνατό να... όπως συνέβησαν τα γεγονότα ένα ένα. παράγ. ἐξουσία. 2. τὰ τούτων ἑξῆς αυτά που ακολουθούν.ΝΕ (παράγ.) εξουσία. ΝΕ εξής (με τη σημ. 2).[σύνθ. λ. ἐξ + ἐστί]. [*σεχ- (ἔχομαι)].ἐξετάζω ΡΗΜΑ ἐξικνέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ Παρατ. ἐξήταζον Για τους χρόνους ἱκνέομαι -οῦμαι Μέλλ. ἐξετάσω φθάνω: τὸ σὸν ὄμμα ἐπὶ πολλὰ στάδια ἐξι- & ἐξετῶ (-ᾷς, -ᾷ) κνεῖται = η όρασή σου φτάνει σε μεγάλη α- Αόρ. ἐξήτασα πόσταση. Παρακ. ἐξήτακα [σύνθ. λ. ἐξ + ἱκνέομαι]. Παθ. μέλλ. ἐξετασθήσομαι ἕξις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ Παθ. αόρ. ἐξητάσθην 1. το να κατέχει κάποιος κάτι: ἐπιστήμης ἕξις. Παθ. παρακ. ἐξήτασμαι 2. η κατάσταση του σώματος ή της ψυχής. 3. συνήθεια, έξη.1. ερευνώ, εξετάζω: τὸν βίον αὐτοῦ πάντα ἐξ- ΝΕ έξη (με τη σημ. 3).ετάσω = θα ερευνήσω όλη τη ζωή του. [παράγ. λ. *ἕξ- (ἕξω < ἔχω) + παρ. επίθ. -ις].2. ανακρίνω: ἐξετάζω τινά τι. ἐξίστημι ΡΗΜΑ3. για στρατεύματα επιθεωρώ.4. δοκιμάζω, ελέγχω, εξετάζω την ποιότητα ή Για τους χρόνους ἵστημιτο χαρακτήρα κάποιου προσώπου ή πράγμα- 1. βγάζω κάτι / κάποιον από τη θέση του: ἐξί-τος: ἐξετάζω τὸν χρυσόν. στημί τινα τοῦ φρονεῖν = τον κάνω να χάσει παράγ. ἐξέτασις, ἐξεταστής. τα λογικά του.ΝΕ εξετάζω (με τις ίδιες σημ.). 2. ως αμετάβατο στη μέση φωνή και στον αόρ. β´, παρακ. και υπερσ. ενεργητικής φωνής (ἐξέστην, ἐξέ-[σύνθ. λ. ἐξ + ἐτάζω (< ἐτὸς «αληθινός»)]. στηκα, ἐξεστήκειν) ἐξίσταμαι α. απομακρύνομαιἐξευρίσκω ΡΗΜΑ από κάπου: ἐκ τοῦ μέσου ἐξίσταμαι = απομα- Για τους χρόνους εὑρίσκω κρύνομαι από τη μέση. β. μεταφορικά απομακρύ-1. βρίσκω, ανακαλύπτω: τοὺς συνωμότας ἐξ- νομαι, εγκαταλείπω κάποιον ή κάτι: ἐξίσταμαιευρεῖν οὐκ εἶχον = δεν μπορούσαν να εξακρι- τῆς φιλίας τῶν μαθητῶν = εγκαταλείπω (διακό-βώσουν ποιοι ήταν οι συνωμότες. πτω) τη φιλία με τους μαθητές μου.2. εφευρίσκω. παράγ. ἔκστασις, ἐκστατικός. παράγ. ἐξεύρεσις, ἐξεύρημα. ΝΕ εξίσταμαι (λόγ. φρ. απορώ και εξίσταμαι).ΝΕ εξευρίσκω (με τη σημ. 1). [σύνθ. λ. ἐξ + ἵστημι].[σύνθ. λ. ἐξ + εὑρίσκω]. ἔξοδος, -όδου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟἐξηγέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ 1. εκστρατεία: ἔξοδον ἐποιήσαντο ἐπὶ τὸ Για τους χρόνους ἡγέομαι -οῦμαι στρατόπεδον = έκαναν εκστρατεία εναντίον1. διοικώ, είμαι ηγεμόνας: Λακεδαιμόνιοι ἐξ- του στρατοπέδου.ηγοῦντο τῶν ἐν τῇ Πελοποννήσῳ πόλεων = οι 2. τέλος: ἐπ᾽ ἐξόδῳ τοῦ ζῆν = στο τέλος της ζωής.Λακεδαιμόνιοι ήταν ηγεμόνες των πελο