Your SlideShare is downloading. ×

χοροσ

944

Published on

0 Comments
0 Likes
Statistics
Notes
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

No Downloads
Views
Total Views
944
On Slideshare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
0
Actions
Shares
0
Downloads
4
Comments
0
Likes
0
Embeds 0
No embeds

Report content
Flagged as inappropriate Flag as inappropriate
Flag as inappropriate

Select your reason for flagging this presentation as inappropriate.

Cancel
No notes for slide

Transcript

  • 1. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ Η ∆Ι∆ΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ ΣΤΗ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ ΜΕ TH ΜΕΘΟ∆Ο ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ∆Ι∆ΑΚΤΟΡΙΚΗ ∆ΙΑΤΡΙΒΗ Του Γεωργίου Χ. Λυκεσά ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗ 2002
  • 2. Η ∆Ι∆ΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ ΣΤΗ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ ΜΕ TH ΜΕΘΟ∆Ο ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ του Γεωργίου Χ. Λυκεσά ∆ιδακτορική διατριβή που υποβάλλεταιστο καθηγητικό σώµα για την µερική ολοκλήρωση των απαιτήσεων για την απόκτηση του διδακτορικού τίτλου του Τµήµατος Επιστήµης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισµού του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης (Σχολική Φυσική Αγωγή) 2002 Θεσσαλονίκη Εγκεκριµένο από το καθηγητικό σώµα: 1ος Επιβλέπων: Καθηγητής Μουρατίδης Ιωάννης 2ος Επιβλέπων: Οµότιµος Καθηγητής Θέµελης ∆ηµήτριος 3ος Επιβλέπων: Καθηγητής Τσολάκης Χρίστος ii
  • 3. © 2002 Γεωργίου ΛυκεσάALL RIGHTS RESERVED iii
  • 4. ΕΠΤΑΜΕΛΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΜΟΥΡΑΤΙ∆ΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Καθηγητής Τ.Ε.Φ.Α.Α., Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο ΘεσσαλονίκηςΘΕΜΕΛΗΣ ∆ΗΜΗΤΡΗΣ Οµότιµος Καθηγητής Μουσικών Σπουδών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο ΘεσσαλονίκηςΤΣΟΛΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Καθηγητής Παιδαγωγικού Τµήµατος, Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο ΘεσσαλονίκηςΓΡΟΥΪΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αναπληρωτής Καθηγητής Τ.Ε.Φ.Α.Α., Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο ΘεσσαλονίκηςΤΖΟΡΜΠΑΤΖΟΥ∆ΗΣ Αναπληρωτής Καθηγητής Τ.Ε.Φ.Α.Α.,ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο ΘεσσαλονίκηςΓΙΑΤΣΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΣ Επίκουρος καθηγητής Τ.Ε.Φ.Α.Α., Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο ΘεσσαλονίκηςΠΡΑΝΤΣΙ∆ΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Λέκτορας Τ.Ε.Φ.Α.Α., Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο Θεσσαλονίκης iv
  • 5. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ Κατά την εκπόνηση της εργασίας αυτής αντιµετώπισα πολλές δυσκολίες, πουτις ξεπέρασα µόνο µε τη σωστή καθοδήγηση και τη θερµή συµπαράσταση καιενθάρρυνση πολλών ανθρώπων. Αισθάνοµαι την ανάγκη να ευχαριστήσω θερµά τους Καθηγητές κ. ΜουρατίδηΙωάννη και κ. Τσολάκη Χρίστο που µε τις πολύτιµες συµβουλές και υποδείξεις τουςσυνέβαλαν στην βελτίωση της διατριβής µου, στον κ. Θέµελη ∆ηµήτρη ΟµότιµοΚαθηγητή επιθυµώ να εκφράσω την ευγνωµοσύνη µου, που µε καλοσύνη καιυποµονή µε καθοδήγησε βήµα προς βήµα στο βαθύτερο εννοιολογικό περιεχόµενοκαι την γραφή της. Ευχαριστώ, τον Αναπληρωτή καθηγητή κ. Γρούϊο Γεώργιο για τις εποικοδοµητικέςτου υποδείξεις στην ολοκλήρωση της διατριβής, επίσης, ευχαριστώ τα µέλη τηςεξεταστικής επιτροπής κ. Τσορµπατζούδη Χαράλαµπο Αναπληρωτή καθηγητή, τον κ.Γιάτση Σωτήριο Επίκουρο καθηγητή και τον κ. Πραντσίδη Ιωάννη Λέκτορα για τησηµαντική τους βοήθεια. Επίσης θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Σελµατιανού Ελένη, καθηγήτριαΦυσικής Αγωγής, για τη βοήθεια της στην στατιστική ανάλυση των δεδοµένων καιγια τις προτάσεις της στα διάφορα µεθοδολογικά προβλήµατα. Ιδιαίτερα ευχαριστώτην φιλόλογο κ. ∆ερβισοπούλου Μερόπη για την φιλολογική επιµέλεια των κειµένωντης διδακτορικής διατριβής. Ένα µεγάλο ευχαριστώ οφείλω στους συναδέλφους καιφίλους µου Τσαπακίδου Αγγελική και Κωνσταντινίδου Μαρία για την βοήθεια καθώςκαι τον πολύτιµο χρόνο που µου αφιέρωσαν καθ΄ όλη τη διάρκεια της διατριβής.Θέλω ακόµη να ευχαριστήσω την κ. Αρσενοπούλου Μαρία, καθηγήτρια ΦυσικήςΑγωγής, για την συµµετοχή της σε όλη την διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας,καθώς και τον διευθυντή του 105ου δηµοτικού σχολείου της πόλης της Θεσσαλονίκης,κ. Χαριζάνο Στέφανο, για την άδεια να πραγµατοποιηθεί η πειραµατική διαδικασίααυτής της έρευνας στο σχολείο του. Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα την µητέρα µου Μαγδαληνή καθώςκαι τον αδελφό µου Κώστα οι οποίοι µε στήριξαν ηθικά πάνω από όλα, δίνοντας µουκουράγιο κατά την διάρκεια τριών χρόνων σκληρής δουλειάς. v
  • 6. ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΥΚΕΣΑΣ: "Η διδασκαλία των ελληνικών παραδοσιακών χορών στη Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση µε τη µέθοδο της Μουσικοκινητικής Αγωγής". (Υπό την επίβλεψη του κ. Μουρατίδη Ιωάννη) Η διαδικασία µάθησης των ελληνικών παραδοσιακών χορών και ο τρόποςπροσέγγισης των µικρών παιδιών σε όλες τις τάξεις της πρωτοβάθµιας εκπαίδευσηςαπασχόλησε πολλούς εκπαιδευτικούς και ερευνητές. Σκοπός της έρευνας είναι ηεφαρµογή ενός µοντέλου διδασκαλίας των ελληνικών παραδοσιακών χορών, που έχειως αρχή το Μουσικοκινητικό Σύστηµα και βασίζεται στην ολιστική µέθοδο, καθώςκαι η διερεύνηση της εφαρµογής των οδηγιών και υποδείξεων του προγράµµατοςσπουδών (αναλυτικού προγράµµατος), από τους καθηγητές Φυσικής Αγωγής, όσοναφορά την διαδικασία εκµάθησης των ελληνικών παραδοσιακών χορών στην ΦυσικήΑγωγή της Πρωτοβάθµιας Εκπαίδευσης. Το ερωτηµατολόγιο συµπληρώθηκε από 92καθηγητές Φυσικής Αγωγής (Ν=92). Το παρεµβατικό πρόγραµµα στηρίχθηκε στις κινητικές και µουσικέςδηµιουργικές δραστηριότητες του παιδιού και στις δοµηµένες κινητικές φόρµες τωνπαραδοσιακών χορών σε σχέση µε τα πολιτισµικά στοιχεία του κάθε τόπου. Στηνέρευνα συµµετείχαν 232 µαθητές (Ν=232), αγόρια και κορίτσια, ηλικίας 6 - 11χρονών. Το δείγµα χωρίστηκε σε δύο οµάδες στην οµάδα παρέµβασης και την οµάδαελέγχου. Η οµάδα παρέµβασης ακολούθησε το Μουσικοκινητικό Σύστηµα καικυρίως το δηµιουργικό παιδοκεντρικό τρόπο µάθησης, µε το στιλ τηςκαθοδηγούµενης ανακάλυψης ή εφευρετικότητας, σε συνδυασµό µε το στιλ τηςαποκλίνουσας παραγωγικότητας (Τhe divergent production style). Σκοπός ήταν ηανάπτυξη της δηµιουργικότητας του µαθητή και η ενεργή συµµετοχή του σε έναµάθηµα διδασκαλίας ελληνικών παραδοσιακών χορών, εµπλουτισµένο µε ποικίλεςδραστηριότητες, όπως δηµιουργικό χορό και δραµατικό παιχνίδι.Η οµάδα ελέγχου ακολούθησε την εκµάθηση των ελληνικών παραδοσιακών χορώνµε τον παραδοσιακό δασκαλοκεντρικό τρόπο, δηλαδή την κατευθυνόµενη µορφήδιδασκαλίας, η οποία είναι και η κυρίαρχη µορφή στις σηµερινές σχολικές µονάδες.Η καταγραφή των δεδοµένων και η αξιολόγηση των αποτελεσµάτων έγινε µεταυτόχρονη συµµετοχική παρατήρηση τριών ερευνητών µε τη µέθοδο τηςβιντεοσκόπησης, σε κάθε µάθηµα και στις δύο οµάδες και την συµπλήρωσηερωτηµατολογίων από όλους τους µαθητές πριν και µετά το ερευνητικό πρόγραµµα. vi
  • 7. Τα αποτελέσµατα της έρευνας παρουσίασαν σηµαντικές διαφορές µεταξύ τηςοµάδας παρέµβασης και της οµάδας ελέγχου. Τα παιδιά της οµάδας παρέµβασηςέδειξαν µεγαλύτερο ενδιαφέρον για το µάθηµα των ελληνικών παραδοσιακών χορώνσυγκριτικά µε την οµάδα ελέγχου, συµµετείχαν ενεργά στη διαδικασία εκµάθησηςτων χορών µέσα από το παιχνίδι και την δραµατοποίηση, ανάπτυξαν σε µεγάλοβαθµό τις κινητικές και δηµιουργικές τους ικανότητες, απεκόµισαν καινούριεςεµπειρίες ως προς την κίνηση, τον ρυθµό και την µουσική, καθώς και γνώσεις γιατους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς και τα πολιτισµικά τους στοιχεία. Οιµουσικοκινητικές δραστηριότητες δηµιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε η διαδικασίαµάθησης των ελληνικών παραδοσιακών χορών να επιτευχθεί πιο εύκολα και γρήγορα,σε σχέση µε την οµάδα ελέγχου. Επίσης, δόθηκε η ευκαιρία να διδαχθούνπερισσότεροι χοροί από ότι στην οµάδα ελέγχου. Αντίθετα, οι µαθητές της οµάδαςελέγχου παρουσίασαν µια αρνητική στάση µε ιδιαίτερη αδιαφορία και ένταση ωςπρος το µάθηµα και την γενικότερη µαθησιακή διαδικασία εκµάθησης των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών. Τα αποτελέσµατα των ερωτηµατολογίων έδειξαν ότι ένα µεγάλο ποσοστό(79.2%) των καθηγητών Φυσικής Αγωγής, δεν ακολουθούν πιστά τις προτάσεις καιυποδείξεις του προγράµµατος σπουδών του ΥΠΕΠΘ, αλλά εφαρµόζουν τις δικέςτους προσωπικές προτάσεις ως προς τις ώρες διδασκαλίας και την επιλογή τωνπαραδοσιακών χορών. Επίσης, τα στοιχεία που κυριαρχούν στην µεθοδολογίαµάθησης είναι κυρίως η "Μουσικοκινητική Αγωγή" σε ποσοστό 33%. Φαίνεται ότιπιστεύουν στην χρησιµότητα και τη σπουδαιότητα του στοιχείου αυτού, αλλά δενγνωρίζουν πως µπορούν να το εντάξουν στη µεθοδολογία µάθησης των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών. H χρησιµοποίηση τoυ προτεινόµενου Μουσικοκινητικού Συστήµατοςαποτέλεσε µια καινοτοµία στον τρόπο διδασκαλίας των ελληνικών παραδοσιακώνχορών στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση. Η εφαρµογή του σε µαθητές αυτής τηςηλικίας ενίσχυσε τις δηµιουργικές τους δεξιότητες και αναβάθµισε ποιοτικά τηνδιαδικασία µάθησης των ελληνικών παραδοσιακών χορών εµπλουτίζοντας µεκαινούργιες κινητικές δράσεις και ασκήσεις. Η χρήση της Μουσικοκινητικής Αγωγήςστην διδασκαλία των ελληνικών παραδοσιακών χορών πιθανόν να δώσει λύσεις καιαπαντήσεις στους προβληµατισµούς των καθηγητών Φυσικής Αγωγής για τον τρόποδιδασκαλίας των παραδοσιακών χορών στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση. vii
  • 8. ABSTRACTGeorgios Likesas: "The Teaching process of traditional Greek dances in Primary Education implementing the method of Music und Movement Education". (Under the supervision of Dr. Mouratidis Ioannis) The learning process of traditional Greek dances and the appropriate way toapproach young children of all grades in Primary School has occupied manyresearchers and instructors. The aim of the research was the implementation of ateaching model for traditional Greek dances based on the holistic approach of "Musicand Movement Education Method". An additional aim was the examination of theinstructions of the analytical program, by the Physical Education instructors, as far asthe process of learning traditional dances is concerned in the frame of Physicaleducation in Primary Schools. The questionnaire was filled by 92 Physical Educationinstructors (N=92). The intervention program was based on children’s musical and kinetic creativeactivities as well as on the existing, well structured kinetic forms of traditional dancesin relevance to the cultural characteristics of each area. The research involved 232students (N=232), girls and boys, aged between six to eleven. The sample was dividedinto two groups, that is the ‘experimental’ and ‘control’ group. The experimentalgroup was trained under the "Music and Movement Education Method" and thecreative learning method that focuses on the children, combined with the style ofguided inventiveness and the divergent production style. The aim was thedevelopment of students’ creativity and their meaningful participation in the lessonsof Greek traditional dances, which were enhanced with various activities like creativedancing and dramatized play. The control group was instructed (Greek traditionaldances) according to the common method that focuses on the instructor, that is theguided way of instruction that prevails nowadays in schools. On the contrary, the control group was implemented the instructional orguided teaching method, suggested in the curriculum given by the Ministry ofEducation and Religious Affairs and the Pedagogic Institute; this method prevails inthe teaching processes of Greek traditional dances in contemporary schools. viii
  • 9. The recording of the data and the evaluation of the effectiveness of thesuggested program were carried out by the simultaneous participating observation ofthree researchers through video recording for both groups. In addition, all studentsfilled in questionnaires before and after the research program. The results of theresearch showed significant differences between the experimental and the controlgroup. Children in the experimental group showed greater interest in the lesson ofGreek traditional dances than the control group, as they were active during thelearning process of the dances through playing and dramatization. They developed toa great extend their motor skills and creative skills, obtained further experience onkinetics, rhythm and music as well as knowledge on Greek traditional dances and thecultural elements embodied in them. The implementation of the suggested "Music andMovement Education Method" set the prerequisites so as the process of learningGreek traditional dances would be accomplished easier and quicker than in the controlgroup. On the contrary, students of the control group, that were taught less dancesthan the experimental group, presented a negative attitude and indifference to thelesson and the overall learning process of Greek traditional dances. The results of the questionnaires indicate that a significant percent (79.2%) ofthe Physical Education instructors, do not follow the suggestions andrecommendations given by the Ministry of Education and Religious Affairs as theyare, but act upon their own preferences as to the hours of instruction and the selectionof the traditional dances taught. Furthermore, what prevails in the learningmethodology is mainly the “Music and Movement Education” at a percent of 33%. Itseems that this element is acknowledged to be useful and important, but still notincluded in the learning process of Greek traditional dances. The use of the suggested “Music and Movement Education Method” was abreakthrough in teaching Greek traditional dances in Primary Education; theimplementation of this system on students of that age, enhanced their creativity skillsand upgraded qualitatively the learning process of Greek traditional dances, as it wasenriched with new kinetic activities and various exercises. Last but not least, thepractice of “Music and Movement Education” could probably offer answers andsolutions to the problems faced by the instructors as far as the learning process ofGreek traditional dances in Primary Education is concerned. ix
  • 10. Στη µητέρα µου Μαγδαληνή και στον αδελφό µου Κώστα x
  • 11. ΠΡΟΛΟΓΟΣ "Η παράδοση είναι τελείως διαφορετικό πράγµα από τη συνήθεια, ακόµα καιαπό µια εξαιρετική συνήθεια. Γιατί η συνήθεια είναι εξ ορισµού ένα ασυνείδητοαπόκτηµα και τείνει να γίνεται µηχανική, ενώ η παράδοση είναι το αποτέλεσµα µιαςσυνειδητής και σκόπιµης αποδοχής. Η πραγµατική παράδοση δεν έχει σχέση µε ταλείψανα ενός παρελθόντος. Είναι µια ζωντανή δύναµη που εµψυχώνει και διαπλάθειτο παρόν. Υπ΄ αυτή την έννοια, επαληθεύεται η χαριτωµένη παραδοξολογία πως ό,τιδεν είναι παράδοση είναι …κοινοτυπία. Η παράδοση προϋποθέτει τηνπραγµατικότητα της έννοιας: διάρκεια. Μοιάζει µε ένα κειµήλιο, µια κληρονοµιά πουτην παίρνει κανείς υπό τον όρο να την κάνει να καρποφορήσει πριν την παραδώσειστους απογόνους του…" (Στραβίνσκι, 1982, σ. 68). Ο ελληνικός παραδοσιακός χορός είναι το ζωντανό κοµµάτι της παραδοσιακήςµας κληρονοµιάς. Η έλλειψη ερευνητικού πεδίου τον κράτησε µακριά από τον χώροτης επιστήµης και τον περιόρισε στο επίπεδο της εµπειρίας. Η περιθωριοποίηση ή ηµετατροπή του σε ένα επιφανειακό φολκλόρ είχε ως συνέπεια να τον οδηγήσουν στηντυποποίηση και στην αποδυνάµωση του στοιχείου της αναδηµιουργίας. H ανάγκη τηςδυνάµωσης του στοιχείου της αναδηµιουργίας είναι το µόνο που µπορεί ναεξασφαλίσει τόσο την επαναφόρτιση και τη ζωντανή συνέχιση της λαϊκής µαςπαράδοσης και κληρονοµιάς όσο και την αποφυγή από τον κίνδυνο της αυξανόµενηςαστικοποίησης και εκδυτικοποίησης της παράδοσης των τελευταίων δεκαετιών.Παρόλα αυτά υπάρχουν ακόµη κάποιοι θεµατοφύλακες του παραδοσιακούπολιτισµού, φέρνοντας ως τις µέρες µας µηνύµατα αισιόδοξα που χαρακτηρίζουν τηνισορροπία ανάµεσα στην παράδοση και την καινοτοµία.Η διδακτορική αυτή διατριβή αποτελεί µια καινοτόµο προσπάθεια προσέγγισης τηςδιδασκαλίας του ελληνικού παραδοσιακού χορού, χρησιµοποιώντας ως µοντέλο γιατην διδασκαλία του το Μουσικοκινητικό Σύστηµα, βασιζόµενο στα στιλδιδασκαλίας της καθοδηγούµενης ανακάλυψης ή εφευρετικότητας, σε συνδυασµό µετο στιλ της αποκλίνουσας παραγωγικότητας, που προάγουν την δηµιουργικότητα τουµαθητή."Αφεντικό", φώναξε, "έχω πολλά να σου πω…, έχω πολλά να σου πω, µα δεν το πάειη γλώσσα µου…. Θα τα χορέψω το λοιπόν!" (Καζαντζάκης, Ν. 1981, σ. 295). xi
  • 12. Σύµφωνα µε τις σύγχρονες αντιλήψεις το παιδί δεν πρέπει να µαθαίνει εγκεφαλικάαλλά µέσω των αισθήσεων του, αναπτύσσοντας τη δηµιουργική του ικανότητα καιφαντασία. Ο χορός είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσει το παιδί τοπεριβάλλον του, να ελέγξει την ενστικτώδη του διάθεση, να κινηθεί ρυθµικά και νααναπτύξει τις επικοινωνιακές του δεξιότητες. Η µη λεκτική αυτή επικοινωνία,ιδιαίτερα στην µικρή ηλικία του δηµοτικού σχολείου, παρέχει την δυνατότητα στονµαθητή να εκφραστεί ελεύθερα µε τον δικό του τρόπο και να επικοινωνήσει µε τονκόσµο γύρω του. Αυτό είναι σηµαντικό κυρίως για το παιδί της πρώτης σχολικήςπεριόδου που συχνά αδυνατεί να εκφράσει µε λόγια τα συναισθήµατά του, ενώαντίθετα µπορεί να τα εκφράσει χωρίς δυσκολία µέσω της κίνησης και της µουσικής(Orff, 1955). xii
  • 13. ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΣελίδαΠΕΡΙΛΗΨΗ…………………………………………………………………………………viABSTRACT…………………………………………………………………………………viiiΠΡΟΛΟΓΟΣ…………………………………………………………………………………xiΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ……………………………………………………………………………xiiiΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ…………………………………………………………..…..….xviΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΓΡΑΦΗΜΑΤΩΝ…………………………………………………...……….xixΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι…………………………………………………………………….…...…..…1ΕΙΣΑΓΩΓΗ………………………………………………………………………………..….1ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ………………………………………………………………………………62. ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ……………………………………………….…….62.1. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ∆ΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ …………………………………………72.2. ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΟΥ ΧΟΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ…………………………………………………………………………...102.3. Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ………………………………………………………………………...122.4. ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥ∆ΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ……………………………………………………………………..…..142.5. ΟΙ ΜΕΘΟ∆ΟΙ ∆Ι∆ΑΣΚΑΛΙΑΣ………………………………………………………...262.6. ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΟΠΑΙ∆ΑΓΩΓΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ…………………….…292.6.1. Μέθοδος Emile Jaques Dalcroze (1865-1950)…………………….……………….…312.6.2. Σύστηµα Laban (1879-1958)………………………….……………………………...322.6.3. Μέθοδος Kodaly (1882-1958)…………………………….…………….…………….332.6.4. Σύστηµα Carl Orff (1895-1982)………………………………………………………342.7. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ………………………….…………………………………………..…352.7.1. Κινητικές δεξιότητες…………………………………………………………………38 xiii
  • 14. 2.7.2. Γνωστικές δεξιότητες………………………………………………………………...392.7.3. Συναισθηµατικές δεξιότητες…………………………………………………………402.7.4. Κοινωνικές δεξιότητες………………………………………...……………………..40 Σελίδα2.8. ΜΕΣΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ………………………………………………………………………..….….412.8.1. ∆ηµιουργική-εκφραστική κίνηση……………………………………………..……..422.8.2. Αυτοσχεδιασµός: Κινητικός - Μουσικός - Λεκτικός..……………………..…….….432.8.3. Ρυθµός: Λόγος - Μουσική - Κίνηση………………………………………………....452.8.4. Φωνή - Λόγος - Τραγούδι……………………………………………..…………….472.8.5. Μουσικά όργανα: Κρουστά - Αυτοσχέδια - Όργανα Orff………..…………………492.8.6. ∆ραµατοποίηση - Μιµική - ∆ραµατικό παιχνίδι………………….…………………502.8.7. ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ - ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΟΣ ΧΟΡΟΣ……………………522.9. ΕΡΕΥΝΕΣ ΣΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ……………………………………………542.9.1. ΣΧΕ∆ΙΑΣΜΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ…………..…562.9.2. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ…………………………………….……………………592.9.3. ΕΙ∆ΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ……………………………………………….…………………..612.9.4. ΣΗΜΑΣΙΑΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ………………………………………………………….612.9.5. ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ…………………………………..……………………...622.9.6. ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ……………………..…………………………………632.9.7. ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ - ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΟΡΟΙ………………… …………………………..642.9.8. ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΙΣ……………………………………………………………. ………682.9.9. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ………………………………………………………………..…...…68ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ…………………………………………….……………………………...703. ΜΕΘΟ∆ΟΛΟΓΙΑ…………………………………………………………………..…….703.1. Ερευνητικό δείγµα………………………………………………………………………713.2. Ερευνητικά µέσα………………………………………………………………………..733.3. Αξιοπιστία - Εγκυρότητα………………………………………………………..…..…763.3. ∆ιαδικασία µετρήσεων……………………………..…………………………………..873.4. Πρωτόκολλο µετρήσεων.………………………………………………………………883.5. ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ……………………………………………………….……96ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV……………………………………………………………………………984. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ……………………………………………………………………..98 xiv
  • 15. 4.1. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΑΠΟ∆ΟΧΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΗ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ ΜΑΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣελίδαΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ ΑΓΩΓΗ.….….984.1.1. Τυπολογία µαθητών…………………………………………………………………1084.2. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΑΠΟ∆ΟΧΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΗ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ ΜΑΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟ∆Ο ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΙΝΤΕΟΣΚΟΠΗΣΗΣ…………………………………………………………………..1164.3. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ Ο∆ΗΓΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟ∆ΕΙΞΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΠΟΥ∆ΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗΣ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ ΕΚΜΑΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΩΝ ΧΟΡΩΝ………………..119KΕΦΑΛΑΙΟ V……………………………………………………….…………..………1395. ΣΥΖΗΤΗΣΗ………………………………….………………………………………1395.1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ…………………………………………………………………1455.2. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ…………………………………………………………………………148KΕΦΑΛΑΙΟ VΙ……………………………………………………….…………………1506. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ………………………………………..……………………….…1506.1. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1……………………………………………………………………1516.2. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2…………………………………………………………..………..1536.3. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3…………………………………………………………..……….157ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIΙ…………………..……………………………………………………1717. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ……………………………………....……………….…………....…1717.1. Ελληνική βιβλιογραφία…………………………….…………………………………1717.2. Ξενόγλωσση βιβλιογραφία…………………………..………………………..………180 xv
  • 16. ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ ΣελίδαΠίνακας 1: Κατανοµή των µαθητών στις δύο οµάδες……………………………71Πίνακας 2: Κατανοµή των µαθητών στις δύο οµάδες ανά φύλο…………………72Πίνακας 3: Κατανοµή των µαθητών στις δύο οµάδες ανά κύκλο………………..72Πίνακας 4: Αποτελέσµατα της Παραγοντικής Ανάλυσηςσε Κύριες Συνιστώσες και δείκτες αξιοπιστίας για το Pre-test……….…………..79Πίνακας 5: Μέσα σκορ και τυπικές αποκλίσεις για τους3 παράγοντες στάσης (Pre-test)……………………………………………………82Πίνακας 6: Αποτελέσµατα της Παραγοντικής Ανάλυσηςσε Κύριες Συνιστώσες και δείκτες αξιοπιστίας για το Post-test………………….83Πίνακας 7: Μέσα σκορ και τυπικές αποκλίσεις για τουςδύο παράγοντες στάσης (Post-test)………………………………….…………….86Πίνακας 8: Σύγκριση των δύο οµάδων στην αρχική µέτρηση (pre-test)……….…99Πίνακας 9: Σύγκριση των δύο φύλων στην αρχική µέτρηση (pre-test)……….…..99Πίνακας 10: Σύγκριση των τριών κύκλων στην αρχική µέτρηση (pre-test)………100Πίνακας 11: Σύγκριση της στάσης των µαθητών ως προς τουςτρεις κύκλους κατά την αρχική µέτρηση (pre-test)………………………….….…100Πίνακας 12: Σύγκριση της οµάδας παρέµβασης και της οµάδας ελέγχουπριν και µετά το παρεµβατικό πρόγραµµα………………………………..……….101Πίνακας 13: Σύγκριση της στάσης της οµάδας (παρέµβασης - ελέγχου)ως προς τα φύλα (αγόρια - κορίτσια), πριν και µετά τοπαρεµβατικό πρόγραµµα……………………..……………………….…………...104Πίνακας 14: Σύγκριση της στάσης οµάδας (παρέµβασης - ελέγχου)ως προς τον κύκλο (1ος, 2ος, 3ος), πριν και µετάτο παρεµβατικό πρόγραµµα…………………………………..…………….…..…106Πίνακας 15: Σύγκριση της οµάδας ελέγχου και παρέµβασης ανάερώτηση πριν και µετά το παρεµβατικό πρόγραµµα……………………………...107Πίνακας 16: Οι δείκτες των δύο συστάδων ως µεταβλητέςτων δύο παραγόντων F1 και F2…………………………………………………..109 xvi
  • 17. Πίνακας 17: Το προφίλ των δύο συστάδων ως προς τηνοµάδα (παρέµβασης και ελέγχου)……………………….………………………110 ΣελίδαΠίνακας 18: Το προφίλ των δύο συστάδων ως προς τοφύλο (αγόρια και κορίτσια)…………………………………………………….112Πίνακας 19: Το προφίλ των δύο συστάδων ως προς τονκύκλο (1ος, 2ος, 3ος)……………………………………………………………..113Πίνακας 20: Οι ειδικότητες των καθηγητών Φυσικής Αγωγής και ηαπασχόληση τους µε τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούςεκτός της σχολικής Φυσικής Αγωγής……………………..…………...……….119Πίνακας 21: Ο τρόπος ενηµέρωσης των καθηγητώνΦυσικής Αγωγής για το γνωστικό αντικείµενοτων ελληνικών παραδοσιακών χορών……………………..……………………121Πίνακας 22: Η κατανοµή των µαθητών και η διαδικασίαµάθησης των ελληνικών παραδοσιακών χορώνστην σχολική Φυσική Αγωγή……………………………………………………123Πίνακας 23: Ώρες διδασκαλίας των ελληνικών παραδοσιακών χορώνστα δηµοτικά σχολεία του Νοµού Θεσσαλονίκης και οι ώρεςοι οποίες προτείνονται στο πρόγραµµα σπουδών σύµφωναµε τους καθηγητές Φυσικής Αγωγής……………………………………………125Πίνακας 24: Η επάρκεια σε ώρες διδασκαλίας στην διδασκαλίαµάθησης των ελληνικών παραδοσιακών χορών……………………………….126Πίνακας 25: Οι οδηγίες και προτάσεις του προγράµµατος σπουδώντης σχολικής Φυσικής Αγωγής ως οδηγός διδασκαλίαςγια τους καθηγητές Φυσικής Αγωγής…………………………………………..127Πίνακας 26: Οι µέθοδοι διδασκαλίας που χρησιµοποιούνταιστην διαδικασία µάθησης των ελληνικών παραδοσιακών χορών……………..128Πίνακας 27: Οι τρόποι και η οργάνωση διδασκαλίας µάθησηςτων ελληνικών παραδοσιακών χορών…………………………………………129Πίνακας 28: Τα στοιχεία τα οποία κυριαρχούν στην διαδικασίαµάθησης των ελληνικών παραδοσιακών χορών………………………………130Πίνακας 29: Τα κριτήρια µε τα οποία επιλέγουν οι καθηγητέςΦυσικής Αγωγής τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούςπου θα διδαχθούν στο δηµοτικό σχολείο………………………………………131 xvii
  • 18. Πίνακας 30: Οι στόχοι που έχουν επιλέξει οι καθηγητές Φυσικής Αγωγήςκατά την διδασκαλία των ελληνικών παραδοσιακών χορών………………….133 ΣελίδαΠίνακας 31: Οι περιοχές από τις οποίες προτείνονται και διδάσκονταιοι παραδοσιακοί χοροί στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση………………………135Πίνακας 32: Τα εποπτικά µέσα που χρησιµοποιούνται κατά την διάρκειατης διδασκαλίας των ελληνικών παραδοσιακών χορών………………………137 xviii
  • 19. ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΓΡΑΦΗΜΑΤΩΝ ΣελίδαΓράφηµα 1: Γραφική αναπαράσταση του µοντέλου των 3 παραγόντων(pre-test) και η δοµή τους σε σχέση µε τα γνωρίσµατα της στάσηςτων αρχικών οµάδων (Α, Β, Γ, ∆ και Ε)………………………………………….81Γράφηµα 2: Γραφική αναπαράσταση του µοντέλου των 2 παραγόντων(post-test) και η δοµή τους σε σχέση µε τα γνωρίσµατα τηςστάσης των αρχικών οµάδων (Α, Β, Γ, ∆ και Ε)…………………………………85Γράφηµα 3: Σύγκριση της οµάδας παρέµβασης και της οµάδαςελέγχου πριν και µετά το παρεµβατικό πρόγραµµα………………….………….102Γράφηµα 4: Η σύγκριση της οµάδας ελέγχου και της οµάδας παρέµβασης πριν καιµετά το παρεµβατικό πρόγραµµα………………………………………103Γράφηµα 5: Η τυπολογία ή οµαδοποίηση των µαθητών και τοπροφίλ της συστάδας ως προς την οµάδα, το φύλο και τον κύκλο………………115 xix
  • 20. xx
  • 21. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΗ H σηµασία της πρώτης σχολικής περιόδου ως προς την διαµόρφωση τηςπροσωπικότητας του παιδιού, την απόκτηση βασικών γνώσεων, αλλά και του τρόπουπροσέγγισής του είναι σήµερα γνωστή. Οι συγκλίνουσες απόψεις των παιδαγωγών και τωνερευνητών των θεωριών της µάθησης τονίζουν ιδιαίτερα τη σηµασία της πρώτης σχολικήςπεριόδου και την ανάγκη για δοµηµένη και σωστά προγραµµατισµένη εκπαίδευση τουπαιδιού της πρώτης σχολικής ηλικίας. Ο χορός, η µουσική και το τραγούδι είναι ακόµη απότις πιο ζωντανές πτυχές της ελληνικής παράδοσης και ως εκ τούτου είναι αναγκαίες καιαπαραίτητες οι συστηµατικές µελέτες και έρευνες, ιδιαίτερα για τον χώρο της σχολικήςεκπαίδευσης. Η έλλειψη θεσµικού πλαισίου για έρευνα κράτησε το γνωστικό αντικείµενο τουελληνικού παραδοσιακού χορού µακριά από το χώρο της επιστήµης και το περιόρισαν στοεπίπεδο της εµπειρίας. Ο παραδοσιακός χορός, ως τέχνη και ως ένας βασικός πολιτισµικόςπαράγοντας προσφέρει στο παιδί ένα ισχυρό µέσο για έκφραση, δηµιουργία και επικοινωνία.Το Gulbenkian Dance Report (1980) ορίζει τον χορό ως κοµµάτι της ιστορίας της ανθρώπινηςκίνησης, ως κοµµάτι της ιστορίας της ανθρώπινης κουλτούρας, και ως κοµµάτι της ιστορίαςτης ανθρώπινης επικοινωνίας. Ο χορός είναι µια πολυδιάστατη εµπειρία που συµβάλλεικαθοριστικά στην ολοκληρωµένη ανάπτυξη του παιδιού, εκπαιδεύοντάς το µε έναν τρόπο πουσυνδυάζει τα αισθήµατα και τα συναισθήµατα µε τη λογική και τις πρακτικές κινητικέςδεξιότητες (Sanderson, 1988). Βασίζεται στην ολιστική θεωρεία όπου ψυχή, σώµα και πνεύµαείναι αλληλένδετα µεταξύ τους και συντελούν στην αρµονική και υγιή συµπεριφορά τουατόµου. Ο χορός ως ένα µέσο αρµονικής ένωσης του εσωτερικού εαυτού διασφαλίζει τηνισορροπηµένη ένωση ψυχής - σώµατος και πνεύµατος, µέσα σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο όλο(Shreeves, 1994). 1
  • 22. Ο παραδοσιακός χορός αποτελεί στα προγράµµατα σπουδών (αναλυτικά προγράµµατα)ένα από τα βασικά γνωστικά αντικείµενα της σχολικής Φυσικής Αγωγής. ∆ιαπιστώνεται ότι ηδιδασκαλία του σε όλα τα επίπεδα αντιµετωπίζεται εµπειρικά, ως µια τεχνική υπόθεση(κινητικής φόρµας και κινητικού µοτίβου) την στιγµή που οι άλλες διαστάσεις του(λειτουργικότητα, συµβολισµός, ύφος, δηµιουργία, επικοινωνία) είναι όχι απλώς σηµαντικέςαλλά αυτές που καθορίζουν σε µεγάλο βαθµό και την µορφή του. Αν και υπάρχουνδιάσπαρτες κάποιες αξιόλογες εργασίες, αυτές εντάσσονται στην συλλογή πληροφοριώνπολιτιστικών, µουσικών και κινητικών στοιχείων των ελληνικών παραδοσιακών χορών. Οιεργασίες αυτές συµπληρώνονται και µε άλλες χωρίς να υπολείπονται και αρθρογραφίες πουδίνουν έµφαση στον κοινωνιολογικό και λαογραφικό χαρακτήρα της χορευτικής διαδικασίας.Είναι ανάγκη να βρεθεί µία διαδικασία µάθησης και προσέγγισης του ελληνικούπαραδοσιακού χορού για τα παιδιά της πρώτης σχολικής ηλικίας, ώστε να µπορέσουν οιελληνικοί παραδοσιακοί χοροί να κατανοηθούν και να αγαπηθούν, προσεγγίζοντας το παιδίιδιαίτερα στην ευαίσθητη σχολική περίοδο της Πρωτοβάθµιας Εκπαίδευσης. Να αποτελέσειακόµη αντικείµενο συστηµατικής έρευνας και µελέτης όχι µόνο για λόγους καθαράεπιστηµονικούς για την ίδια την διδασκαλία του σε όλα τα επίπεδα, αλλά και για λόγουςαυτογνωσίας. Ο Orff αναφέρει ότι “ο χορός είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσειτο παιδί το περιβάλλον του, το ρυθµό και να ελέγξει την ενστικτώδη διάθεσή του να κινηθείκαι να παίξει” (Kugler M, 1991, σ. 276). Στον τοµέα της σχολικής εκπαίδευσης και ειδικά στην Πρωτοβάθµια, διαπιστώνεται ότιτα παιδιά δεν συµµετέχουν µε διάθεση και ενδιαφέρον στην διδασκαλία των ελληνικών χορώνλόγω του κατευθυνόµενου δασκαλοκεντρικού τρόπου διδασκαλίας, που δεν αφήνει σταπαιδιά περιθώρια για παιχνίδι και δηµιουργικές δραστηριότητες. Επίσης, οι καθηγητέςΦυσικής Αγωγής αντιµετωπίζουν προβλήµατα στον τρόπο διδασκαλίας των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών, καθώς δεν δίνονται σαφείς οδηγίες από το πρόγραµµα σπουδών(αναλυτικό πρόγραµµα) και δεν προτείνεται κάποιο µοντέλο διδασκαλίας προσαρµοσµένοστις ιδιαιτερότητες αυτής της ηλικίας και στα παιδευτικά στοιχεία των παραδοσιακών χορώνκαι της συσχέτισή τους µε την πολιτιστική κληρονοµιά και την παράδοση. Η προσωπική ενασχόληση µου µε τον ελληνικό παραδοσιακό χορό (χορευτής,χοροδιδάσκαλος και χορολόγος) καθώς και η εµπειρία µου στα πλαίσια της εργασίας µου ωςκαθηγητή Φυσικής Αγωγής στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση µε ώθησε στην διερεύνηση και 2
  • 23. διαµόρφωση ενός πειραµατικού µοντέλου διδασκαλίας των παραδοσιακών χορών βασισµένοσε σύγχρονες θεωρίες της παιδαγωγικής, της κίνησης και της µουσικής. Σκοπός είναι ηδιαδικασία µάθησης των παραδοσιακών χορών να γίνει πιο ψυχαγωγική και δηµιουργική, ναπαρέχει θετικές εµπειρίες και γνώσεις στα παιδιά αυτής της ηλικίας, να µεταδίδει τηνπαιδευτική διάθεση για τα στοιχεία του πολιτισµού, αλλά και να καλλιεργεί εκείνες τιςστάσεις προς τον ελληνικό παραδοσιακό χορό, που να ωθούν τα παιδιά να συνεχίσουν ναχορεύουν και εκτός της σχολικής Φυσικής Αγωγής, ακόµη και µετά την αποφοίτηση τους απότο σχολείο. Ένας νέος τρόπος παρέµβασης στην αναµόρφωση των εκπαιδευτικώνπρογραµµάτων της Πρωτοβάθµιας Εκπαίδευσης και ιδιαίτερα στη διαδικασία διδασκαλίαςτων ελληνικών παραδοσιακών χορών, χαρακτηρίζοντας την ως µια από τις νέες µορφές τηςσύγχρονης αγωγής, η οποία να είναι ελκυστική και ταυτόχρονα αποτελεσµατική για τα παιδιάτου δηµοτικού σχολείου, ώστε να συµµετέχουν µε ενδιαφέρον στο µάθηµα τωνπαραδοσιακών χορών, είναι η Μουσικοκινητική Αγωγή. Βασίζεται στην δηµιουργική µέθοδοδιδασκαλίας, την ενεργητική συµµετοχή, την βιωµατική εµπειρία και το παιχνίδι. Το παιχνίδιως αυτόνοµη δραστηριότητα είναι µια από τις πιο ουσιαστικές εµπειρίες του παιδιού. Μέσααπό το παιχνίδι, οι µαθητές αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, χρησιµοποιούν την φαντασία τους,αποκτούν εµπειρίες και γνώσεις και τέλος αναπτύσσουν θετικές απόψεις και συναισθήµαταγια θεσµούς και λειτουργίες που είναι προσαρµοσµένες στις δικές τους αναπτυξιακέςδυνατότητες (Ιατρίδη, 1994). Το Μουσικοκινητικό Σύστηµα είναι µια συλλογή υλικού και ιδεών που εισάγει τονµαθητή στη µουσική και το χορό. Αυτό το υλικό και τις ιδέες, πρέπει πρώτα οι µαθητές να τογνωρίσουν και να ασχοληθούν µαζί του. Μετά την γνωριµία τους µε τις Καλές Τέχνες και τηνβιωµατική εµπειρία της δηµιουργικής διαδικασίας, καταλήγουν σε ολοκληρωµένεςαυτοσχέδιες καλλιτεχνικές συνθέσεις µε δικές τους πηγές έµπνευσης, τις οποίες στη συνέχειατις προβάλλουν σύµφωνα µε τον χαρακτήρα της ελληνικής παραδοσιακής πολιτιστικήςκληρονοµιάς. Είναι πρωταρχική ανάγκη η ενασχόληση µε τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούςκαι ειδικότερα µε την ελληνική παράδοση (γιορτές, δρώµενα, πολιτιστικές εκδηλώσεις) για ναµπορέσει το παιδί να ανακαλύψει και να γνωρίσει την πολιτιστική του ταυτότητα.Η παράδοση δεν µπορεί να διατηρηθεί µε το να µάθουν τα παιδιά αυτής της µικρής ηλικίαςµόνο τις ποικίλες κινητικές φόρµες των παραδοσιακών χορών. Είναι αναγκαία η πολιτιστική 3
  • 24. γνώση της χώρας τους και η κατανόηση των βασικών πολιτισµικών, ιστορικών καιλαογραφικών χαρακτηριστικών στοιχείων της κουλτούρας που τους γέννησε.Η ικανότητα να συνδέεται κανείς και να επικοινωνεί µε τους προγόνους του και µε τηνιστορία του κόσµου είναι από τα βαθύτερα δώρα που µπορεί να δώσει ο πολιτισµός.Επίσης, καθώς τα παιδιά χορεύουν, κινούνται µε ρυθµούς που βρίσκονται έξω από αυτούς καιµέσα σε αυτούς. Αυτή η συνάντηση του εξωτερικού και εσωτερικού ρυθµού δίνει µιαχορευτική διαχρονικότητα στο άτοµο. Είναι πολύ σηµαντικό να ξέρουν συνειδητά αυτή τηνσύνδεση, αλλά και τί γίνεται µέσα τους, σαν µια πνευµατική δύναµη, σαν µια αρχέγονηενέργεια. Συγκεκριµένα ο Orff (1955) συνέδεσε το µουσικό µε το κινητικό στοιχείο. Η εκµάθησητης µουσικής γίνεται µέσα από την κίνηση του σώµατος και από τον ρυθµό που δηµιουργείταιαπό την µουσική και από τον λόγο. Ο Orff έλεγε χαρακτηριστικά για τον ρυθµό: "Είναιδύσκολο να διδάξεις το ρυθµό. Το ρυθµό µπορεί κανείς µόνο να τον απελευθερώσει. Ορυθµός δεν είναι κάτι το αφηρηµένο, είναι η ίδια η ζωή. Ο ρυθµός δρα και επιδρά, είναι ηδύναµη που ενώνει τη γλώσσα, τη µουσική και την κίνηση" ( Τσιώλη - Πλαγιανού, 1998, σ. 4)Πρεσβεύει αυτό που και οι συνεργάτες και οι µαθητές του υιοθέτησαν ως κεντρική ιδέα τηςδουλειάς τους, ότι "µια αγωγή βασισµένη στην ένωση Μουσικής , Κίνησης και Λόγου, θαπρέπει να ενσωµατώνεται και να παίρνει κεντρική θέση στην γενική εκπαίδευση στα σχολείακαι να αποτελεί έτσι πολύτιµο µέσο για την ολοκλήρωση του παιδιού ως σωµατικού, ψυχικούκαι πνευµατικού συνόλου" (Ματέυ, 1978, σ. 17). Η σχολική εκπαίδευση οφείλει να διασώσει και να µεταφέρει όλα εκείνα τα στοιχείατου λαϊκού πολιτισµού που υπάρχουν και "ζουν" ακόµη και σήµερα, τα οποία είναι πλούσιασε παραδοσιακά στοιχεία και αποτελούν πηγή γνώσεων για την ελληνική λαϊκή παράδοση.Οι δηµιουργούµενες ανάγκες των τελευταίων χρόνων στην σχολική εκπαίδευση και οι νέεςπροτεινόµενες µέθοδοι διδασκαλίας, οι οποίες αναπτύχθηκαν και υιοθετήθηκαν στα νέαεκπαιδευτικά προγράµµατα, λαµβάνοντας υπόψη την αντιµετώπιση του παιδιού ολιστικά,διαµόρφωσαν µια νέα τάση µε διαφορετικές αντιλήψεις. Αναµένεται να έχουν καλύτερααποτελέσµατα από εκείνες τις µεθόδους διδασκαλίας οι οποίες διαχωρίζουν την ανάπτυξη τουπαιδιού σε τοµείς. Επίσης, το Μουσικοκινητικό Σύστηµα, δίνοντας πλήρη ελευθερία στονεκπαιδευτικό και έµφαση στην εφευρετικότητα του, πορεύεται προς το στόχο του µέσα απότις βασικές του αρχές, αυτές της βιωµατικής και επικοινωνιακής διδασκαλίας. Με την 4
  • 25. υπόθεση ότι τα νέα προγράµµατα διαµορφωµένα σε αυτή τη βάση συνεισφέρουν θετικά στηνεπίτευξη των αναπτυξιακών στόχων για τους οποίους δηµιουργήθηκαν, πιστεύεται ότι θαµπορούσαν να βοηθήσουν τους εκπαιδευτικούς στο έργο τους, αλλά και σε µια νέα αντίληψηγια τον εκπαιδευτικό χώρο της σύγχρονης επιστήµης της παιδαγωγικής. Η ερευνητική µελέτη που ακολουθεί για την διαδικασία διδασκαλίας του ελληνικούπαραδοσιακού χορού αναφέρεται σε ένα ειδικά σχεδιασµένο πρόγραµµα ΜουσικοκινητικήςΑγωγής για παιδιά της πρωτοσχολικής ηλικίας και αποτελείται από τις πέντε παρακάτωενότητες:Στην πρώτη ενότητα και στο πλαίσιο της θεωρητικής τοποθέτησης σε σχέση µε το θέµαγίνεται µια γενική βιβλιογραφική ανασκόπηση και στη συνέχεια τοποθέτηση γύρω από ταµέχρι τώρα προγράµµατα σπουδών και τις µεθόδους διδασκαλίας, την σηµασία και θέση τουελληνικού παραδοσιακού χορού στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση, τα σύγχροναµουσικοκινητικά συστήµατα και την σηµασία τους στην εκπαίδευση, αλλά και τα µέσαεξάσκησης και εφαρµογής της Μουσικοκινητικής Αγωγής. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά γύρω από τις έρευνες τις σχετικές µε τηνΜουσικοκινητική Αγωγή, τους σκοπούς, τους στόχους και την σηµασία αυτής τηςερευνητικής µελέτης, τις ερευνητικές και στατιστικές υποθέσεις, αλλά και τους περιορισµούςκαι τις οριοθετήσεις που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Στην δεύτερη ενότητα αναλύεται η µεθοδολογία της έρευνας για το συγκεκριµένο θέµα,περιγράφεται το έµψυχο υλικό (ερευνητικό δείγµα, οµάδες παρέµβασης και οµάδες ελέγχου),τα µέσα διεξαγωγής της έρευνας, η αξιοπιστία και εγκυρότητα των ερωτηµατολογίων καιτέλος η παρεµβατική διαδικασία, µε την εφαρµογή του παρεµβατικού προγράµµατος. Στην τρίτη ενότητα ακολουθεί η διαδικασία αξιολόγησης των δεδοµένων (pre - posttest), παρατίθενται οι σχετικοί πίνακες και τα γραφήµατα καθώς και η στατιστικήσηµαντικότητα των αξιολογήσεων. Η τέταρτη ενότητα κλείνει µε τη συζήτηση πάνω στα ευρήµατα και καταλήγει σεσχετικές προτάσεις, ενώ η πέµπτη ενότητα παρουσιάζει την σχετική ελληνική και ξένηβιβλιογραφία. 5
  • 26. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ 1. ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ H έρευνα ενός µοντέλου διδασκαλίας των παραδοσιακών χορών τόσο ως προς τοντρόπο προσέγγισης των µικρών παιδιών στην χορευτική διαδικασία, ιδιαίτερα στηνΠρωτοβάθµια Εκπαίδευση, όσο και ως προς τα πολιτισµικά στοιχεία της παράδοσηςµας, απασχόλησε πολλούς εκπαιδευτικούς και ερευνητές στο µάθηµα της ΦυσικήςΑγωγής. Εκπαιδευτικοί, παιδαγωγοί και καθηγητές χορού κάνουν προσπάθεια να διδάξουντους παραδοσιακούς χορούς σε παιδιά µικρής ηλικίας. Οι διάφορες µέθοδοιδιδασκαλίας του χορού οι οποίες αναπτύχθηκαν από παιδαγωγούς, ψυχολόγους,µουσικοπαιδαγωγούς και κινησιολόγους, στηρίχθηκαν σε βασικές αρχές τηςµαθησιακής λειτουργίας µε ισχυρά θεωρητικά θεµέλια και βασίσθηκαν σεπαρατηρήσεις, προτάσεις και ερευνητικά δεδοµένα των επιστηµών της ψυχολογίας καιπαιδαγωγικής. Αυτό ήταν και το ξεκίνηµα της αναζήτησης µιας πιο τεκµηριωµένης καιεπιστηµονικής προσέγγισης για την διδασκαλία των ελληνικών παραδοσιακών χορώνστον ελλαδικό χώρο. Η ερευνητική προσέγγιση για την µελέτη του παραδοσιακού χορού στον ελλαδικόχώρο άρχισε να αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια. Οι περισσότερες όµως µελέτες είναιλαογραφικές, ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές (Κουτσούµπα, 1997; Σαχινίδης,1995; Πραντσίδης 1995; Τυροβολά, 1994; ∆ήµας, 1989; Ζωγράφου, 1989; Λουτζάκη,1985). Ωστόσο υπάρχει και µια διαφορετική µελέτη µε πιο ουσιαστική προσέγγιση τουθέµατος, µε στόχο την µεθοδολογία διδασκαλίας του ελληνικού παραδοσιακού χορού σε 6
  • 27. παιδιά 9 - 11 ετών (Σερµπέζης, 19951). Η αξία αυτής της µελέτης έγκειται µεταξύ άλλωνκαι στο γεγονός ότι είναι και η µοναδική που έχει γίνει για την µεθοδολογίαδιδασκαλίας του ελληνικού παραδοσιακού χορού στον ελλαδικό χώρο. Οι νέες προκλήσεις και δηµιουργούµενες ανάγκες των τελευταίων χρόνων στηνσχολική εκπαίδευση, αλλά και τα νέα προτεινόµενα µοντέλα για ένα πιο δηµιουργικότρόπο µάθησης σε παιδιά µικρής ηλικίας, µέσω της δηµιουργικής εκφραστικής κίνησηςκαι των µουσικοκινητικών συστηµάτων, διαµόρφωσαν µια νέα τάση, µε διαφορετικέςαντιλήψεις για τον εκπαιδευτικό χώρο της σύγχρονης επιστήµης της παιδαγωγικής. Απότη προσέγγιση του παιδιού, µε τις νέες αυτές αντιλήψεις γύρω από την διαδικασίαµάθησης και διδασκαλίας της µουσικής, της κίνησης - χορού και του ρυθµού, σεσυνδυασµό µε τους στόχους του αναλυτικού προγράµµατος, προέκυψε η συγγραφήκάποιων ερευνητικών µελετών, οι οποίες έχουν το παιδί ως επίκεντρο της εκπαιδευτικήςδιαδικασίας (Μπουρνέλη, 1998; Παυλίδου, 1998; Σέργη, 1993). Για την καλύτερη αντίληψη του ερευνητικού µέρους αυτής της µελέτης είναιαπαραίτητο να δοθεί µια όσο το δυνατόν πιο πλήρης βιβλιογραφική ανασκόπηση όλωντων θεµάτων που αφορούν το θεωρητικό της πλαίσιο, επισηµαίνοντας: α) τηνεκπαιδευτική σηµασία του παραδοσιακού χορού, στην Γενική και ΠρωτοβάθµιαΕκπαίδευση, β) τα προγράµµατα σπουδών και τις µεθόδους διδασκαλίας µάθησης, γ) ταΜουσικοκινητικά Συστήµατα και την εκπαιδευτική τους σηµασία, δ) τα µέσα πουχρησιµοποιούνται σε αυτά, και ε) το σχεδιασµό της διδασκαλίας του παραδοσιακούχορού, µε κύριο άξονα τη Μουσικοκινητική Αγωγή, η οποία εφαρµόστηκε κατά τηνπαρεµβατική ερευνητική διαδικασία.2.1. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ∆ΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ Η µουσική, ο χορός, η κίνηση, οι εικαστικές και θεατρικές τέχνες, αναµφίβολαέπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν ένα σηµαντικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου. Οιτέχνες είναι µέσο έκφρασης του εσωτερικού κόσµου του ανθρώπου και ταυτόχρονα ένααναπόσπαστο µέρος των τελετουργικών διαδικασιών της ευρύτερης κοινωνικής τουζωής. Το αρχαίο δράµα δεν είναι µόνο µίµηση, αλλά είναι τέχνη του λόγου καιπαράλληλα αναπαραστατική τέχνη, που προκειµένου η θεατρική ιδέα να 7
  • 28. πραγµατοποιηθεί όσο το δυνατόν καλύτερα επικαλείται την βοήθεια πολλών άλλωντεχνών. Όπως παρατηρεί ο Jacpues Gopeau: "Είναι µέσα στη φύση του δράµατος, στηνίδια την γέννηση του, να είναι ταυτόχρονα λόγος και τραγούδι, ποίηση και δράση,χρώµα και χορός και για να τα ονοµάσουµε όλα αυτά µε τη λέξη που χρησιµοποιούσανοι αρχαίοι Έλληνες "µουσική" (Μουρέλος, 1963). Φιλόσοφοι και παιδαγωγοί, από την αρχαιότητα µέχρι την σύγχρονη εποχή έχουνεπισηµάνει την σηµασία των τεχνών για την διαµόρφωση της προσωπικότητας τουανθρώπου και την θετική τους συµβολή στην ολόπλευρη ανάπτυξη, σε τοµείς πουαφορούν την γνώση, την αντίληψη, την δηµιουργική του ικανότητα, τις ψυχοκινητικέςενέργειες και την συναισθηµατική και κοινωνική του ανάπτυξη. Στην αρχαία Ελλάδα οι τέχνες και ιδιαίτερα ο χορός, αντιµετωπίζονταν από τουςφιλοσόφους, όπως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, µέσα από το πρίσµα τηςδιδακτικής τους αξίας στην γενική αγωγή των µελλοντικών πολιτών. Το περιεχόµενοτης λέξης "χορός" στα Οµηρικά ποιήµατα και στην ποίηση του Πινδάρου, όπως καιστην αρχαία Τραγωδία αποτελούσαν την ενότητα "µουσική" που είναι τραγούδι -χορική ποίηση, αλλά και "κύκλιος χορός". Ο "χορός" κατά τον Πλάτωνα (Νόµοι 654 Β)είναι επίσης η ενότητα, χορός και χορική ποίηση-τραγούδι. Η σηµασία της λέξης"χορός" µε την πάροδο των αιώνων έχασε την αρχαία ελληνική σηµασία της καιιδιαίτερα κατά τους πρώτους χρόνους του χριστιανισµού και διασπάστηκε σε "χορός"ως σωµατική ρυθµική κίνηση και σε "χορωδία" που σηµαίνει τραγούδι (Georgiades,1958). Τα θέµατα τα οποία απασχολούσαν συνήθως τους φιλοσόφους αφορούσανιδιαίτερα την αποτελεσµατικότητα των τεχνών, τις οποίες θεωρούσαν ότι µεταφέρουντα πιο σηµαντικά στοιχεία της πολιτισµικής τους παράδοσης, καθώς και τηνκαταλληλότητα τους στην ανάπτυξη των παραδοσιακών αξιών και στην διαµόρφωσητου ιδανικού πολίτη σε σχέση µε τον πολιτισµό του. "Η έννοια µουσική ως αυτόνοµητέχνη, προέρχεται από την µετακλασική περίοδο. Η µουσική σαν µια ενότητα που τηναποτελούσαν ποίηση, τραγούδι, ενόργανη συνοδεία και χορός, απαιτούσε ολόκληρο τονάνθρωπο και επιδρούσε επάνω του όχι σαν τέχνη µε την σηµερινή σηµασία (ΚαλήΤέχνη), αλλά σαν µορφοποιητική δύναµη. Γι΄ αυτό χρησίµευε και στην παιδεία σανµέσο αγωγής" (Θέµελης, 1981). 8
  • 29. Σύµφωνα µε τα παραπάνω µέσα στην αρχαία λέξη "µουσική" βλέπουµε να περικλείεταιη έννοια της µουσικής, ο έµµετρος λόγος (ποίηση) αλλά και ο χορός (όρχηση) µέσο τωνσωµατικών ρυθµικών κινήσεων, εκφράσεων, χειρονοµιών, στάσεων, που σαν κοινότους σηµείο έχουν τον ρυθµό. Ένας από τους πιο βασικούς σκοπούς των τεχνών ήταν νασυµβάλουν στην ισόρροπη και ολοκληρωµένη ανάπτυξη του ατόµου. Η σηµασία τουόρου "µουσική" ήταν πολύ ευρύτερη, από ό,τι στην σηµερινή εποχή. Οι αρχαίοιεννοούσαν γενικά την µόρφωση ως την αρµονική καλλιέργεια της ψυχής, τουπνεύµατος και του σώµατος (Μουρατίδης, 1992). Στον αρχαιοελληνικό όρο "µουσική"αντιστοιχούν τα τρία αδιάσπαστα στοιχεία η "κίνηση", ο "λόγος", και ο "ήχος"(Neubecker, 1986). Σύµφωνα µε τον Πλάτωνα και τους άλλους Έλληνες φιλοσόφους ηµουσική δεν είναι απλά η οργανωµένη από τον άνθρωπο κίνηση των ήχων, αλλά κάτιπιο βαθύ και πολύπλευρο. Είναι η αρµονική σχέση ανάµεσα στις τρεις µορφέςέκφρασης της ανθρώπινης ύπαρξης: την κίνηση (έκφραση του σώµατος), το λόγο(έκφραση της σκέψης) και τους ήχους (έκφραση των συναισθηµάτων) (Kυµινού-Πριντάκη, 1998). Τα τρία αυτά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής λέξης "µουσική":γλώσσα (τραγούδι, απαγγελία), χορός (εκφραστική κίνηση) και µουσική (µουσικήερµηνεία), αντιστοιχούν στα στοιχεία που απαρτίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη και είναιτο πνεύµα, το σώµα και η ψυχή (Αλεξιάδου, 1999). Ο Πλάτων (427-347π.χ) πιστεύει στην ισχυρή θετική επίδραση της "µουσικής"στην ψυχή και δίνει ιδιαίτερη έµφαση στην αναγκαιότητα της ύπαρξης της, θεωρώνταςτην ως ένα σηµαντικό παράγοντα και απαραίτητο παιδευτικό µέσο µαζί µε τηγυµναστική, για την ανάπτυξη και διαµόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Γιατον λόγο αυτό η "µουσική" (η ένωση κίνησης, µουσικής, λόγου), θα έπρεπε να κατέχεικεντρική θέση στην γενικότερη αγωγή των νέων, µε σκοπό την ενότητα ψυχής,πνεύµατος και σώµατος (Neubecker, 1986). Κατά τον Αριστοτέλη (384-322π.χ), η ενασχόληση µε την "µουσική" έχεισηµασία, γιατί χρησιµεύει ως "παιδιά" και "ανάπαυσις", καθώς και για σωστή"διαγωγήν". Πέρα όµως από αυτό έχει και την ιδιαίτερη αξία να µπορεί να επενεργείστο ήθος και την ψυχή των πολιτών (Neubecker, 1986). 9
  • 30. Αυτή η ολιστική και ανθρωποκεντρική προσέγγιση των αρχαίων χρόνων έθεσε νέουςτρόπους στην κατανόηση της κίνησης και ιδιαίτερα του χορού µέσα από την χορευτικήεκπαίδευση. Σήµερα έχουµε στη διάθεση µας ποικίλα µέσα και επιστηµονικό υλικό για τηνθεωρία και ιστορία του χορού και προηγµένο εξοπλισµό για να τον γνωρίσουµε. Όµωςαυτή η πλούσια ακαδηµαϊκού τύπου πληροφόρηση είναι µόνο µία διανοητική εξάσκησηκαι αφορά µόνο ένα τµήµα αυτού του πολύµορφου ανθρώπινου δυναµικού. Ηθεωρητική εκπαίδευση δε δίνει διέξοδο στην πνευµατική και φυσική µας ανάπτυξη. Τοµυαλό ασκείται, όµως, µε την "εγκεφαλική επικράτηση", ατονεί η σωµατική καισυναισθηµατική ικανότητα. Ζωτικής σηµασίας ανάγκες και λειτουργίες, όπως ηπροδιάθεση για δηµιουργία, η συναισθηµατική και κινητική εξωτερίκευση καιεκτόνωση ατονούν και συνθλίβονται. Έτσι υπάρχει πεδίο ελεύθερο για να αναπτυχθούννευρωτικά συµπλέγµατα, κατάθλιψη, εσωστρέφεια και κάθε είδους ψυχοσωµατικέςασθένειες. Το σύστηµα Μουσικοκινητικής Αγωγής που προτείνει ο γράφων είναι µιαπολύµορφη εκφραστική διέξοδος µε ανθρωποκεντρική διάσταση και µε κύριο άξονα τηναναζήτηση της ανθρώπινης ύπαρξης και την επιβεβαίωση της µέσα από το χορό.2.2. ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΟΥ ΧΟΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ O παραδοσιακός χορός αποτελεί γνωστικό αντικείµενο που διδάσκεται σε όλες τιςβαθµίδες της εκπαίδευσης. Είναι επί µέρους αντικείµενο διδασκαλίας της ΦυσικήςΑγωγής. Η εκπαίδευση δεν είναι µόνο φορέας γνωστικών και πολιτισµικών στοιχείων,αλλά διαµορφώνει άτοµα ευαίσθητα και δηµιουργικά στην κοινωνία, τα οποίαταυτόχρονα µαθαίνουν να σέβονται την παράδοση και τον λαϊκό πολιτισµό του τόπουτους (Juergens,1982). Στον τοµέα της σχολικής εκπαίδευσης, διαπιστώνεται ότι υπάρχει ένα σηµαντικόκενό όσον αφορά τις µορφές διδασκαλίας των ελληνικών παραδοσιακών χορών. Οχορός θα πρέπει να κατέχει µια κύρια θέση στα προγράµµατα της σχολικήςεκπαίδευσης. Ο χορός είναι µια πολυδιάστατη εµπειρία που συµβάλλει καθοριστικάστην ολοκληρωµένη ανάπτυξη του παιδιού, εκπαιδεύοντας το µε ένα τρόπο που 10
  • 31. συνδυάζει τα αισθήµατα και τα συναισθήµατα µε τη λογική και τις πρακτικές κινητικέςδεξιότητες (Sanderson, 1988). Η σχολική εκπαίδευση οφείλει να διασώσει και ναµεταφέρει όλα εκείνα τα στοιχεία του λαϊκού πολιτισµού που υπάρχουν και "ζουν"ακόµη και σήµερα και τα οποία είναι πλούσια σε παραδοσιακά στοιχεία, και αποτελούνπηγή γνώσεων για την πολιτιστική λαϊκή παράδοση µας (Girke, 1982). O παραδοσιακόςχορός µεταφέρει και µεταδίδει στοιχεία πολιτισµικής παράδοσης και κληρονοµιάς,γνώσεις ιστορίας, λαογραφίας και γεωγραφίας, συνδράµει στην πολιτιστική ταυτότητακαι επιδρά καθοριστικά στο "πολιτιστικό γίγνεσθαι" της κοινωνίας (Κωνσταντινίδου,2001). O χορός µε τις παραδοσιακές του µορφές αποτελεί µέσο µεταβίβασης τηςπολιτιστικής κληρονοµιάς από γενιά σε γενιά, µέσο αναγνώρισης και αποδοχής τωνδιαφορετικών ηθών και εθίµων, θρησκειών και ιδιαιτεροτήτων κάθε διαπολιτισµικήςκοινωνίας (Best, 1982; Collinson, 1973). Ο σκοπός του µαθήµατος είναι η συνέχεια τηςελληνικής χορευτικής παράδοσης, όπου οι µαθητές σχολείου θα γίνουν οι φορείς καισυνεχιστές της. Με την συµµετοχή του παιδιού στις χορευτικές δραστηριότητεςοξύνεται η ικανότητα προσοχής, παρατηρητικότητας, µνήµης, άµεσης λήψηςαποφάσεων και αυτοσυγκέντρωσης (Mosston & Ashworth, 1994). O χορός ως µία µηανταγωνιστική κινητική δραστηριότητα προάγει την υγεία, βελτιώνει την φυσικήκατάσταση και αναπτύσσει την ευλυγισία, τη δύναµη, την αντοχή, την ισορροπία, τηρυθµική ικανότητα, το νευροµυϊκό συντονισµό, το συγχρονισµό και τον έλεγχο τουσώµατος (Sanderson, 1988; Churcher, 1971). Μέσα από τις χορευτικές κινητικέςδραστηριότητες το παιδί ανακαλύπτει τον ρυθµό, τις εκφραστικές αυτοσχέδιες καιδηµιουργικές του ικανότητες, καλλιεργεί και βελτιώνει τις σχέσεις του, την επικοινωνίακαι την συνεργασία µε τους συµµαθητές του, αλλά και µε το ευρύτερο κοινωνικόπεριβάλλον. Μαθαίνει να αποδέχεται όρια και περιορισµούς που τους θέτει η οµάδα καισυγχρόνως ανακαλύπτει την ανάγκη ύπαρξης και τήρησης κανόνων (Λυκεσάς, 1995).Έχει την δυνατότητα να εκφραστεί χρησιµοποιώντας κάθε φορά ένα διαφορετικό µέλοςτου σώµατος του. Το σώµα είναι ένας δέκτης εµπειριών και ερεθισµάτων, που οδηγείστην αντίληψη γνωστικών εννοιών, ώστε το παιδί να γνωρίσει το σώµα του(σωµατογνωσία), τη σχέση του σώµατος µε την κίνηση στον χώρο και τον χρόνο(κιναίσθηση) και το περιβάλλον, και να προσαρµοστεί σε αυτό (Laban, 1975).Παράλληλα παρατηρούµε ότι λέξεις που ήταν αόριστα σύµβολα για τα παιδιά και 11
  • 32. δηλώνουν κίνηση, όπως πηδώ, σταµατώ, τραβώ, περιστροφή, κλπ.. αλλά και οι λέξειςµε αντίθεση, όπως γρήγορα-αργά, εµπρός-πίσω, αποκτούν έννοια µέσα από τις κινητικέςαυτές εµπειρίες (Pica & Short, 1999). Ο χορός στην εκπαίδευση θα έπρεπε να έχει την έννοια της συνεχόµενηςδηµιουργικής και ελεύθερης κινητικής έκφρασης των παιδιών. Θεωρείται ως ένα βασικόµέσο διατήρησης και µετάδοσης της ιστορίας και της πολιτισµικής ανάπτυξης, ώστε ναµάθουν να εκτιµούν, να σέβονται και να διαφυλάττουν τις ρίζες του παρελθόντος, νααποκτήσουν κοινωνική και πολιτιστική συνείδηση. Οργανώνει, πληροφορεί καιδιασώζει ένα µεγάλο µέρος της πολιτιστικής τους κληρονοµιάς και λειτουργεί ως χώροςκοινωνικοποίησης και µύησης στις αξίες και συµπεριφορές της κοινωνίας.2.3. Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ Ο σκοπός της Φυσικής Αγωγής στο δηµοτικό σχολείο είναι, µέσα από ποικίλεςκινητικές και αθλητικές δραστηριότητες, να βοηθήσει κατά προτεραιότητα στησωµατική ανάπτυξη των µαθητών και να συµβάλει στην ψυχική και πνευµατική τουςκαλλιέργεια, καθώς και την αρµονική τους ανάπτυξη στην κοινωνία. Το πρόγραµµα σπουδών (αναλυτικό πρόγραµµα) του ΥΠ.Ε.Π.Θ. για το δηµοτικόσχολείο, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, "Ο σκοπός του δηµοτικού σχολείου είναι ηπολύπλευρη πνευµατική και σωµατική ανάπτυξη των µαθητών µέσα στα πλαίσια πουορίζει ο ευρύτερος σκοπός της Πρωτοβάθµιας και ∆ευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης"(Νόµος 1566/85). Στο άρθρο ένα (1) του ίδιου Νόµου αναφέρει χαρακτηριστικά τονσκοπό: "Να συµβάλει (το σχολείο) στην ολόπλευρη, αρµονική και ισόρροπη ανάπτυξητων διανοητικών και ψυχοσωµατικών δυνάµεων των µαθητών, ώστε ανεξάρτητα απόφύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωµένεςπροσωπικότητες και να ζήσουν δηµιουργικά". (H Φυσική Αγωγή στο δηµοτικό σχολείο,1997). Για να επιτευχθούν οι παραπάνω γενικοί και επιµέρους στόχοι, στηνΠρωτοβάθµια Εκπαίδευση, το πρόγραµµα σπουδών της Φυσικής Αγωγής, καθορίζει τοπεριεχόµενο µε ποικίλες αθλητικές δραστηριότητες, µία από αυτές είναι και οιελληνικοί παραδοσιακοί χοροί. Στο πρόγραµµα σπουδών οι τάξεις χωρίστηκαν, ανά δύο 12
  • 33. µε ενιαία διδακτική ύλη, σε τρεις κύκλους. Στο ωρολόγιο πρόγραµµα της διδασκαλίαςτων παραδοσιακών χορών, όλων των προγραµµάτων σπουδών, παρατηρείται τοφαινόµενο ότι, ο χορός κατέχει την τελευταία θέση στον αριθµό ωρών διδασκαλίας καιστους τρεις κύκλους. Στο τελευταίο πρόγραµµα σπουδών, δόθηκε συγκριτικά µε ταπροηγούµενα προγράµµατα περισσότερος χρόνος, µε την αιτιολογία ότι, στο δηµοτικόσχολείο οι συνθήκες για την διδασκαλία των χορών είναι περισσότερο πρόσφορες σεσχέση µε το γυµνάσιο και το λύκειο (Η Φυσική Αγωγή στο δηµοτικό σχολείο, 1997).Σύµφωνα πάντα µε το ανωτέρω πρόγραµµα σπουδών, γενικότερα ο παραδοσιακόςχορός είναι, "ίσως, η δραστηριότητα που οι περισσότεροι από τους εκπαιδευτικούςσυµφωνούν ότι συνεισφέρει στην προαγωγή της αισθητικής παιδείας των µαθητών" (ΗΦυσική Αγωγή στο δηµοτικό σχολείο, 1997; Dearden, 1968). Παρά την παραπάνω επισήµανση ο παραδοσιακός χορός συνεχίζει να κατέχει µίααπό τις τελευταίες θέσεις ως προς τον αριθµό των ωρών, αλλά και ως προς την µέθοδοδιδασκαλίας, δεν ακολουθεί τους σύγχρονους σχεδιασµούς και στιλ διδασκαλίας. Στοεπίκεντρο της διδακτικής και µαθησιακής διαδικασίας, κύριος όλων των ενεργειώνσυνεχίζει να παραµένει ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής, η δε µέθοδος µε την οποίαπροσεγγίζεται ο παραδοσιακός χορός είναι η "δασκαλοκεντρική" ή "άµεση", η οποίαισχύει κατά το πλείστον σε όλα τα µέχρι τώρα επίσηµα προγράµµατα σπουδών τουΥΠ.Π.ΕΘ (Λυκεσάς, 1995). Το τελευταίο πρόγραµµα (1997) σπουδών προσπαθεί ναβάλει κάποια τάξη στην µέχρι τώρα διδακτική αναρχία των προηγούµενωνπρογραµµάτων, δίνοντας ταυτόχρονα την δυνατότητα στον µαθητή να γίνει πιοδηµιουργικός, να έχει περισσότερες ελεύθερες επιλογές και να συµµετέχει περισσότεροστην εκπαιδευτική διαδικασία µάθησης. Στο τέλος του νέου αυτού προγράµµατος σπουδών υπάρχει το κεφάλαιο γενικάγια τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς µε τον τίτλο "Σύντοµη εισαγωγή στονελληνικό παραδοσιακό χορό και την διδασκαλία του στο δηµοτικό σχολείο", (Η ΦυσικήΑγωγή στο δηµοτικό σχολείο, 1997). Οι θέσεις και οι προτάσεις του παραπάνω κεφαλαίου στο νέο πρόγραµµασπουδών είναι πολύ γενικές, χωρίς να προσεγγίζουν ουσιαστικά τον παραδοσιακό χορόκαι να εντοπίζουν τις πραγµατικές του ανάγκες µε παραδείγµατα και αναφορές σεερευνητικά ευρήµατα, σε βιβλιογραφικές ανασκοπήσεις, σε υποδείξεις µε εποπτικά 13
  • 34. οπτικοακουστικά µέσα, που να διεγείρουν την δηµιουργικότητα των παιδιών και σεµουσικοχορευτικά δρώµενα (Gerhardt, 1973). Επίσης δεν καθιερώνει κάποιαερµηνευτική ορολογία, αλλά και δεν υπάρχει καµία αναφορά και υπόδειξη, γύρω απότον παραδοσιακό χορό, που να προσεγγίσει τα κινητικά µέρη, τη δοµή και τη λειτουργίατου, ώστε να υπάρχει µια ενιαία γλώσσα επικοινωνίας µεταξύ των καθηγητών ΦυσικήςΑγωγής, για την καλύτερη µελέτη και διδασκαλία του. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω δεν καλύπτονται τα κενά της µεθοδολογίαςστην µαθησιακή διαδικασία, αλλά και δεν δίνεται ταυτόχρονα καµία ουσιαστικήκατευθυντήρια γραµµή ούτε προτείνεται κάτι καινούριο για τον µελλοντικό σχεδιασµότων προγραµµάτων σπουδών που να αφορούν τον ελληνικό παραδοσιακό χορό,διασφαλίζοντας µε αυτό τον τρόπο τους γενικούς και τους επιµέρους στόχους τουπρογράµµατος σπουδών.2.4. ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥ∆ΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ Στην Ελλάδα, η καθιέρωση των καθηγητών Φυσικής Αγωγής για την διδασκαλίατου µαθήµατος της Φυσικής Αγωγής στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση, θεσµοθετήθηκεαπό το επίσηµο κράτος κατά το έτος 1992. Μέχρι τότε σε όλα τα δηµοτικά σχολεία τηςχώρας το µάθηµα της Φυσικής Αγωγής και η διδασκαλία των ελληνικών παραδοσιακώνχορών ήταν αποκλειστική δραστηριότητα και αρµοδιότητα των δασκάλων του κάθεδηµοτικού σχολείου. Ύστερα από προσεκτική µελέτη και καταγραφή στοιχείων για τα προγράµµατασπουδών και τις οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευµάτων από το έτος1977, όπου έχουµε και το πρώτο επίσηµο µε Προεδρικό ∆ιάταγµα πρόγραµµα σπουδών,επισηµαίνουµε τα παρακάτω: Στο επίσηµο ωρολόγιο πρόγραµµα σπουδών (αναλυτικό πρόγραµµα) τωνδιδασκοµένων µαθηµάτων του δηµοτικού σχολείου, το οποίο δηµοσιεύτηκε στηνεφηµερίδα της Κυβερνήσεως µε Προεδρικό ∆ιάταγµα 1034/1977 (Φ.Ε.Κ. 347, Α΄)αναφέρεται ότι το µάθηµα της Φυσικής Αγωγής θα πρέπει να διδάσκεται σε όλες τιςτάξεις του δηµοτικού σχολείου. ∆ίνει µια ιδιαίτερη έµφαση στην διδασκαλία τηςΦυσικής Αγωγής, όπου καθορίζεται η διδακτική ύλη για τις τάξεις Γ΄, ∆΄, Ε΄ και ΣΤ΄ 14
  • 35. του δηµοτικού σχολείου, ενώ για την Α΄ και Β΄ τάξη δεν γίνεται καµία πρόταση για µιαπιο δοµηµένη και οργανωµένη ύλη του µαθήµατος, δεν υπάρχει κανέναςπρογραµµατισµός και αντιµετωπίζεται σαν µια απλή δραστηριότητα (εκδροµές,περίπατοι, επισκέψεις, χοροί). Η υλοποίηση του προγράµµατος σπουδών της ΦυσικήςΑγωγής, λόγω της µη ύπαρξης διορισµένων ή αποσπασµένων ή αναπληρωτώνκαθηγητών Φυσικής Αγωγής, ανατίθεται από το επίσηµο κράτος στους δασκάλους τωντάξεων του κάθε σχολικού συγκροτήµατος. Στο παραπάνω πρόγραµµα σπουδώνιδιαίτερα για την Α΄ και Β΄ τάξη, το συγκεκριµένο γνωστικό αντικείµενο των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών και για τη διδασκαλία του δεν προτείνεται κάποια ύλη µεσυγκεκριµένο περιεχόµενο, αλλά σε κάποια παράγραφο αναφέρεται, ότι θα γίνονταικάποιες απλές "σωµατικές δραστηριότητες", όπως είναι οι εκδροµές, οι περίπατοι,επισκέψεις και χοροί (Εφ. Κ.1034, Φ.Ε.Κ. 347, Α΄, 1977), χωρίς καµιά άλλη επιπλέονπληροφορία ως προς το περιεχόµενο και το γενικό πλαίσιο του αντικειµένουδιδασκαλίας του. Για τις τάξεις Γ΄, ∆΄, Ε΄ και ΣΤ΄ προτείνονται γενικά οι ελληνικοί παραδοσιακοίχοροί, όπως "Καλαµατιανός, Τσάµικος και ο χορός "Μακεδονικός", επίσης µπορούν ναδιδαχθούν οι µαθητές και κάποιους τοπικούς χορούς. Παρατηρείται ότι ενώπροτείνονται οι παραπάνω παραδοσιακοί χοροί, δεν υπάρχει καµία άλλη ιδιαίτερηεπεξήγηση σε σχέση µε την δοµή και µε τον σχεδιασµό της διδασκαλίας. Στην Ε΄ και ΣΤ΄ τάξη για την καλύτερη διεξαγωγή του µαθήµατος προτείνεται οδιαχωρισµός του τµήµατος σε τµήµα αρρένων και σε τµήµα θηλέων. Για την σηµασίατου µαθήµατος της Φυσικής Αγωγής και ιδιαίτερα για την ειδική ενότητα τωνελληνικών παραδοσιακών χορών αναφέρεται χαρακτηριστικά: "Ιδιαίτερη σηµασίααποδίδεται στη διδασκαλία των εθνικών χορών, που ασκούν το σώµα µε την αρµονία,τη χάρη και την ευρυθµία των κινήσεων και διατηρούν την εθνική µας καλλιτεχνικήπαράδοση, που είναι στενά δεµένη µε το ιστορικό παρελθόν του έθνους µας" (Εφ.Κ.1034, Φ.Ε.Κ. 347, Α΄, 1977). ∆εν υπάρχει καµιά άλλη οδηγία ως προς τονπρογραµµατισµό, την δοµή και την µεθοδολογία διδασκαλίας των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών. Μέχρι το έτος 1988 ισχύει το πρόγραµµα σπουδών της Φυσικής Αγωγής στοδηµοτικό σχολείο του Προεδρικού ∆ιατάγµατος 1034/1977. Στο διάστηµα αυτό για την 15
  • 36. καλύτερη εφαρµογή του προγράµµατος σπουδών στέλλονται διάφορες οδηγίες για τηνδιδασκαλία της Φυσικής Αγωγής στο δηµοτικό σχολείο. Κατά τα έτη 1986-1987 ύστερα από υπουργική απόφαση και µε πρόταση τουΠαιδαγωγικού Ινστιτούτου στην µε αριθµό. 17/1987 πράξη, συγκροτείται οµάδαεργασίας από γυµναστές και δασκάλους, για την σύνταξη µεθοδολογικών καιερµηνευτικών οδηγιών, οι οποίες θα συµβάλουν στην καλύτερη εφαρµογή τωνπρογραµµάτων Φυσικής Αγωγής. Η οµάδα εργασίας αναµόρφωσε το υπάρχον πρόγραµµα σπουδών των Α΄ και Β΄τάξεων και συνέταξε από την αρχή νέα προγράµµατα σπουδών για τις άλλες δύοβαθµίδες, Γ΄- ∆΄και Ε΄- ΣΤ΄. Παρατηρούµε ότι γίνεται ένας διαχωρισµός των τάξεωντου δηµοτικού σχολείου σε τρεις βαθµίδες, ανά δύο τάξεις, µε συγκεκριµένη διδακτικήύλη για κάθε βαθµίδα χωριστά. Επίσης, ετοίµασε τις οδηγίες για τους συναδέλφους πουθα αναλάβουν τον σηµαντικό τοµέα της Φυσικής Αγωγής στο δηµοτικό σχολείο (β΄οδηγίες, 1987). Στα δηµοτικά σχολεία της επικράτειας στέλλονται δύο οδηγίες για τηνδιδασκαλία της Φυσικής Αγωγής. Στην πρώτη οδηγία για τις τάξεις Α΄ και Β΄επιδιώκεται η αυτοέκφραση, η ελευθερία και δηµιουργία των µαθητών, η καλλιέργειατου ρυθµού και η εκµάθηση απλών βηµάτων ενός απλού χορού, σε συνδυασµό µετραγούδι και κάποιες στοιχειώδεις λαογραφικές γνώσεις. Για τις τάξεις Γ΄ και ∆΄, στοµάθηµα της Φυσικής Αγωγής και για την ειδική ενότητα των ελληνικών παραδοσιακώνχορών, προτείνονται οι πανελλήνιοι και οι απλοί τοπικοί χοροί της περιφέρειας, όπουανήκει το σχολικό συγκρότηµα (α΄ οδηγίες, 1987). Στην οδηγία αυτή συγκεκριµένααναφέρεται: "Στις διδασκαλίες αυτές πρέπει να δίνεται πάντα ιδιαίτερος χαρούµενοςτόνος, ενώ παράλληλα επιδιώκεται η καλλιέργεια του ρυθµού στα παιδιά και ηµεταφορά σε αυτά των παραδοσιακών και λαϊκών στοιχείων" και συνεχίζει "στα παιδιάτων τάξεων αυτών µπορούν να διδαχθούν και άλλες µορφές χορού, όπως κλασικός καισύγχρονος χορός, καθώς και ξένοι λαϊκοί χοροί". Το περιεχόµενο διδασκαλίας το οποίοκαλύπτει τους παρακάτω ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς, κάνει µόνο αναφορά ωςπρος τον αριθµό των βηµάτων τους και προτείνει ονοµαστικά τους χορούς: "Συρτό ήΚαλαµατιανό, Τσάµικο ή κλέφτικο, Κοφτό Ηπείρου, ∆ωδεκανησιακή σούστα, ΑϊΓιώργη ή τον Μαντιλάτο" (α΄οδηγίες, 1987). 16
  • 37. Επισηµαίνεται ότι οι πρώτες αυτές οδηγίες, ενώ συνεχίζουν να παρουσιάζουν έναγενικό χαρακτήρα ως προς το µοντέλο διδασκαλίας και ως προς το περιεχόµενο, δίνουνγια πρώτη φορά κάποια έµφαση σε ένα πιο χαρούµενο τόνο διδασκαλίας, στηνκαλλιέργεια του ρυθµού και στην γνωριµία µε τα παραδοσιακά και λαϊκά στοιχεία τουκάθε χορού. Ακόµη για πρώτη φορά δίδεται η δυνατότητα στα παιδιά να διδαχθούν καιτις άλλες µορφές χορού, όπως κλασικού και σύγχρονου, καθώς και ξένους λαϊκούςχορούς. Φυσικά δεν αναφέρεται µε ποιο τρόπο µπορούν να διδαχθούν αυτές τις µορφέςχορού και ποιος θα είναι αυτός ο οποίος θα τις διδάξει. Αρκετά είναι τα κενά τα οποίαπαρουσιάζουν αυτές οι οδηγίες ως προς την δοµή, το περιεχόµενο και τη µεθοδολογίαδιδασκαλίας. Αυτές όµως οι γενικές κατευθύνσεις και προτάσεις παρουσιάζονται και σεόλα τα επίσηµα προγράµµατα σπουδών που έχουν σταλεί σε σχολεία της ΠρωτοβάθµιαςΕκπαίδευσης . Οι επόµενες δεύτερες οδηγίες (1987) για την Φυσική Αγωγή, οι οποίεςαποστέλλονται στα δηµοτικά σχολεία, είναι καθαρά θεωρητικές. Ο θεωρητικόςχαρακτήρας αφορά τον τρόπο διδασκαλίας όλων των αντικειµένων και για όλες τιςτάξεις του δηµοτικού σχολείου. Για το ειδικό αντικείµενο των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών προτείνονται περισσότεροι στόχοι και για πρώτη φορά ένας πιοπροσανατολισµένος και αναλυτικός θεωρητικός τρόπος διδασκαλίας. Οι προτεινόµενοι νέοι στόχοι αφορούν: α) την ελεύθερη κίνηση των παιδιών στοχώρο, δηλαδή να κινηθούν προς όλες τις κατευθύνσεις και µε κάποιες αυτοσχέδιεςχορευτικές κινήσεις, µε τη συνοδεία µουσικής, ανάλογα µε τον χορό τον οποίοπρόκειται να διδαχθούν, β) την καλλιέργεια του ρυθµού που πρέπει να γίνεται µεχτύπηµα του µέτρου, γ) την διδασκαλία των πολιτιστικών στοιχείων, τα οποία έχουνσχέση µε την πνευµατική καλλιέργεια των παιδιών, ε) την ψυχική καλλιέργεια, ως προςτην αυτοεικόνα την οποία θα δηµιουργήσουν τα παιδιά και στ) την δηµιουργία νέωνενδιαφερόντων (β΄ οδηγίες, 1987). Σύµφωνα πάντα µε τις παραπάνω οδηγίες η µεθοδολογία την οποία θα πρέπει ναακολουθήσει ο εκπαιδευτικός στην διδασκαλία ενός χορού θα περιλαµβάνει τα εξήςστάδια : "α) τοποθέτηση των παιδιών στο χώρο, σε κύκλο, β) εκµάθηση του σύνθετουµέρους των βηµάτων και µετά των πιο απλών βηµάτων του χορού, γ) το µέτρηµα καιχτύπηµα του µέτρου, δ) σύνθεση των µερών του χορού, ε) χορό σε µικρούς κύκλους, 17
  • 38. χωρίς λαβή και µετά µε λαβή, στ) τέλος εκµάθηση µε συνοδεία τραγουδιού, αν υπάρχειή τον χορεύουν µε τη µουσική. Για να γίνει περισσότερο κατανοητός ο χορός σταπαιδιά, δείχνουµε εφόσον υπάρχουν, κάποιες φωτογραφίες, κάρτες ή σχετική ταινία.Στη συνέχεια αφήνουµε τα παιδιά να συνεχίσουν να χορεύουν µέχρι το τέλος της ώρας".Προτείνεται ακόµη: α) "η δηµιουργία χορευτικής οµάδας στο σχολείο και β) ο χορόςλόγω του περιεχοµένου του, να αποτελεί εφόσον γίνεται το τελευταίο µέρος τηςδιδασκαλίας, (ως αποκατάσταση ή αποθεραπεία) όλων των άλλων γνωστικώναντικειµένων της Φυσικής Αγωγής" (β΄οδηγίες, 1987). Οι οδηγίες και οι προτάσεις της οµάδας εργασίας αν και θεωρητικές, είναι πιοολοκληρωµένες και ξεκάθαρες σε σχέση µε προηγούµενες οδηγίες, προτάσεις καιπρογράµµατα σπουδών. Για πρώτη φορά το παιδί γίνεται το κύριο αντικείµενοενασχόλησης και ο κεντρικός άξονας στην εκπαιδευτική διαδικασία, δίνοντας µια νέαδιάσταση στη διδακτική µάθησης των ελληνικών παραδοσιακών χορών στα σχολεία τηςΠρωτοβάθµιας Εκπαίδευσης. Οι οδηγίες αυτές όµως δεν προτείνουν κάποιους χορούς ήµουσικές, ούτε και τα µέσα τα οποία θα πρέπει να χρησιµοποιηθούν ως προετοιµασίακαθ΄ όλη την πορεία διδασκαλίας του αντικειµένου, ώστε να βοηθηθεί ο εκπαιδευτικόςστην διαδικασία οργάνωσης και διδασκαλίας του µαθήµατος των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών. Αφήνουν στην ελεύθερη βούληση και δηµιουργικότητα τουεκπαιδευτικού να αξιοποιήσει µε τον καλύτερο τρόπο τις ιδιαιτερότητες τις οποίεςπαρουσιάζει ο χώρος αλλά και γενικά το αντικείµενο της Φυσικής Αγωγής. Όλα αυτάενώ έχουν µια πολύ καλή θεωρητική δοµή, υπάρχει η περίπτωση ο εκπαιδευτικός ναµην µπορέσει να πετύχει τους προτεινόµενους στόχους, να οργανώσει και να διδάξει µεεπιτυχία το ειδικό αντικείµενο του ελληνικού παραδοσιακού χορού. Η έλλειψη κάποιωνεπιµορφωτικών σεµιναρίων και η πρακτική στην διδασκαλία, σύµφωνα µε τοπροτεινόµενο παραπάνω µοντέλο, δηµιουργεί πολλά ερωτηµατικά ως προς την επιτυχίακαι την εφαρµογή του στα σχολεία της πρώτης σχολικής περιόδου. Κατά τα έτη 1984 έως 1988 εφαρµόστηκε ένα πιλοτικό πρόγραµµα από τηνΓενική Γραµµατεία Αθλητισµού στα πλαίσια των προγραµµάτων Μαζικού Αθλητισµού,γνωστό ως το πρόγραµµα "Αθλητισµός και παιδί", σε κάποια δηµοτικά σχολεία τηςεπικράτειας. Η επιµόρφωση των καθηγητών Φυσικής Αγωγής οι οποίοι συµµετείχαν γιαπρώτη φορά στο πρόγραµµα αυτό πραγµατοποιήθηκε µε ταχύρυθµα επιµορφωτικά 18
  • 39. σεµινάρια για να έχουν την καλύτερη προετοιµασία, ώστε να επιτύχουν τα καλύτεραδυνατά αποτελέσµατα. Τα σεµινάρια αυτά ήταν αποκλειστικά για πτυχιούχους ΦυσικήςΑγωγής, οι οποίοι συµµετείχαν σε αυτό το πρόγραµµα. Τα Σεµινάριαπραγµατοποιήθηκαν τον Οκτώβριο µε Νοέµβριο του έτους 1986. Στην αρχή του έτους 1988, η Γενική Γραµµατεία Αθλητισµού εξέδωσε ένα µικρόοδηγό διδασκαλίας της Φυσικής Αγωγής, (Αθλητισµός και παιδί, 1988) βασισµένο στιςεισηγήσεις των σεµιναρίων του έτους 1986. Ο οδηγός αυτός απευθύνονταν στουςκαθηγητές Φυσικής Αγωγής οι οποίοι εργάζονταν στο πρόγραµµα "Αθλητισµός καιπαιδί". Οι οδηγίες αφορούσαν την οργάνωση των διδακτικών περιόδων, το περιεχόµενοδιδασκαλίας και ένα υπόδειγµα διδασκαλίας, για το κάθε αντικείµενο της ΦυσικήςΑγωγής. Για το αντικείµενο του ελληνικού παραδοσιακού χορού, ως προς το περιεχόµενοδιδασκαλίας, προτείνονται οι ελληνικοί λαϊκοί παραδοσιακοί χοροί, όπως"Καλαµατιανός, Τσάµικος, Πεντοζάλης, Συρτάκι κ.α". "Η µέθοδος διδασκαλίας που θαπρέπει να ακολουθήσει ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής εξαρτάται κύρια από τηνφιλοσοφία του, το περιεχόµενο, την ηλικία των µαθητών, την διαδικασία µάθησης πουθα επιλέξει για την διδασκαλία του χορού και την ελευθερία που θα δώσει στουςµαθητές του" (Αθλητισµός και παιδί, 1988). Το υπόδειγµα διδασκαλίας τουπαραδοσιακού χορού, το οποίο χρησιµοποιεί ως παράδειγµα, είναι ο παραδοσιακόςχορός "Συρτός στα τρία". Η διαδικασία είναι η παρακάτω: στην αρχή γίνεται αναφοράστο όνοµα του χορού και στην περιοχή όπου χορεύεται. Ο καθηγητής είναι το µοντέλοεκτέλεσης για τα βήµατα του χορού, τα οποία προσπαθούν να µιµηθούν και οι µαθητές.Καθώς η µουσική η οποία έχει επιλεγεί αρχίζει, η επιδιώξει των µαθητών είναι νασυντονίσουν την κίνηση τους µε τη µουσική. ∆εν υπάρχουν άλλες επεξηγήσεις όπωςείναι γύρω από λαογραφικά, ρυθµικά και διδακτικά στοιχεία. Χαρακτηριστικάαναφέρεται στο υπόδειγµα διδασκαλίας για την µέθοδο διδασκαλίας ότι οι µαθητές:"- ακούν - βλέπουν - εκτελούν" (Αθλητισµός και παιδί, 1988). Το µοντέλο αυτό είναι καθαρά δασκαλοκεντρικό, ο εκπαιδευτικός αποτελεί τοκέντρο όλων των ενεργειών που κατανέµονται στους µαθητές και από τις οποίεςανατροφοδοτείται. Με λίγα λόγια ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής αποτελεί το 19
  • 40. αποκλειστικό επίκεντρο του διδακτικού γεγονότος. (∆ερβίσης & Τσορµπατζούδης,1994). Στο τέλος του 1988 µε το Προεδρικό διάταγµα 373, προτείνεται από τοΥπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων, το νέο πρόγραµµα σπουδών τουµαθήµατος Φυσικής Αγωγής των Γ΄, ∆΄, Ε΄ και ΣΤ΄ τάξεων του δηµοτικού σχολείου. Από το σχολικό έτος 1988-1989 παύει πλέον να ισχύει το πρόγραµµα σπουδώντου µαθήµατος Φυσικής Αγωγής στο δηµοτικό σχολείο του προηγουµένου Προεδρικού∆ιατάγµατος 1034/1977 (Φ.Ε.Κ. 347, Α΄). Το νέο αυτό πρόγραµµα σπουδών του 1989 ακολουθεί τις προτάσεις τουτµήµατος Πρωτοβάθµιας Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου που διατυπώθηκεστην µε αριθµό 17/1987 πράξη του. Η θεσµοθέτηση του µαθήµατος της Φυσικήςαγωγής αφορούσε µόνο της τάξεις Γ΄, ∆΄, Ε΄, και ΣΤ΄ του δηµοτικού σχολείου. Οτρόπος οργάνωσης του µαθήµατος, οι προτεινόµενοι στόχοι, η διαδικασία διδασκαλίαςκαι µάθησης ακολουθούν πιστά τις οδηγίες και προτάσεις της µε αριθµό 17/1987πράξης της οµάδας εργασίας. Αντιθέτως για τις τάξεις Α΄ και Β΄ δε δόθηκαν οδηγίες,ούτε έγιναν κάποιες προτάσεις, για την αρτιότερη οργάνωση και τον προγραµµατισµότου µαθήµατος της Φυσικής Αγωγής και ειδικότερα για το γνωστικό αντικείµενο τουελληνικού παραδοσιακού χορού. Η καθολική παράβλεψη του ειδικού γνωστικούαντικειµένου του παραδοσιακού χορού για τις τάξεις Α΄ και Β΄ στο νέο πρόγραµµασπουδών έρχεται σε αντίθεση µε τις οδηγίες της µε αριθµό 17/1987 πράξη. Ηδιδασκαλία και η οργάνωση του µαθήµατος, αλλά και του ειδικού γνωστικούαντικειµένου του παραδοσιακού χορού για τις δύο παραπάνω τάξεις, της τότε οµάδαςεργασίας, κατείχε µια ξεχωριστή θέση στις προτάσεις της. Παράλληλα το ίδιο έτος 1989 στάλθηκε στα δηµοτικά σχολεία και το επίσηµοπρόγραµµα σπουδών και οδηγίες για την διδασκαλία της Φυσικής Αγωγής για όλες τιςτάξεις του δηµοτικού σχολείου όπου, στο γενικό πλαίσιο παρουσίασης του, δίνονταιπερισσότερο σαφείς οδηγίες στους καθηγητές Φυσικής Αγωγής. Για την Α΄ και Β΄ τάξητου δηµοτικού σχολείου προτεινόµενος στόχος είναι η µύηση στο ρυθµό µε παλαµάκια,περπάτηµα ή τρέξιµο και γυµναστικές ασκήσεις. Όσον αφορά τη µουσική η οποία θασυνοδεύει τις κινητικές αυτές δραστηριότητες των µαθητών, προτείνεται για πρώτηφορά, µια σειρά από ορισµένα κοµµάτια κλασικής µουσικής. Ο καθηγητής Φυσικής 20
  • 41. Αγωγής είναι πάντα αυτός ο οποίος καθορίζει τον ρυθµό και τις κινητικέςδραστηριότητες των µαθητών. Η ελευθερία και η δηµιουργικότητα και κυρίως ηαυτοέκφραση των µαθητών δεν κατέχει καµιά θέση στο πρόγραµµα σποδών. Είναι ένακαθαρά δασκαλοκεντρικό µοντέλο. Στην προσπάθεια µύησης των µαθητών στο ρυθµόγίνεται πρόταση για την διδασκαλία ενός ελληνικού παραδοσιακού χορού, του "Συρτόςστα τρία". Η διδασκαλία µάθησης δεν ακολουθεί κανένα συγκεκριµένο µοντέλο, είναιεντελώς συνοπτικά περιγραφική, χωρίς πολλές πληροφορίες, (µε εξαίρεση τηνπαρατήρηση ότι είναι µεικτός κυκλικός χορός και ο τρόπος λαβής του), γύρω από τηνδοµή του, τα λαογραφικά του στοιχεία και την πρακτική στην εκτέλεσή του . Για τιςτάξεις Γ΄ και ∆΄ προτείνονται κάποιοι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί, όπως:"Κορακιανίτικος, Μενούσης, Ζωναράδικος και Τικ". ∆ίνεται όµως η δυνατότητα στονκαθηγητή Φυσικής Αγωγής να αντικαταστήσει κάποιους από τους παραπάνωπροτεινόµενους χορούς µε κάποιους τοπικούς χορούς της περιφέρειας στην οποίαανήκει το σχολείο του. Η επιδίωξη των στόχων ως προετοιµασία για την διδασκαλίατων χορών, όπως η καλλιέργεια αίσθησης του ρυθµού, πολιτιστικά και λαογραφικάστοιχεία, αυτοέκφραση, ελευθερία και δηµιουργία, δεν υπάρχουν στο αναλυτικόπρόγραµµα. Το ίδιο πλαίσιο διαδικασίας µάθησης ισχύει και για την Ε΄ και ΣΤ΄ τουδηµοτικού σχολείου. Οι χοροί οι οποίοι προτείνονται για τις τάξεις αυτές είναι:"Καλαµατιανός, Τσάµικος, Φυσούνι, Τριπλός, Καραγκούνα, Πεντοζάλης και Λυτός". Οκαθηγητής Φυσικής Αγωγής µπορεί εκτός από τους παραπάνω παραδοσιακούς χορούςνα διδάξει και άλλους τοπικούς χορούς. Γενικά η παρουσίαση αυτού του προγράµµατος σπουδών και οι οδηγίες για τηνδιδασκαλία του ειδικού αντικειµένου "ελληνικός παραδοσιακός χορός", είναι αρκετάσυνοπτική και δεν αποτελεί αξιόλογο βοήθηµα για την καλύτερη δυνατή ενηµέρωση καιεπιµόρφωση των καθηγητών Φυσικής Αγωγής. Αλλά και για την αρτιότερη οργάνωσηενός σύγχρονου τρόπου διδασκαλίας, ακολουθώντας τις νέες τάσεις και µοντέλα τηςΦυσικής Αγωγής. Για το σχολικό έτος 1995-96 µε το Προεδρικό ∆ιάταγµα 377, (Φ.Ε.Κ. 209, Α΄),προτείνεται από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων, ένα νέοπρόγραµµα σπουδών του µαθήµατος Φυσικής Αγωγής, για όλες τις τάξεις τουδηµοτικού σχολείου. Το νέο αυτό πρόγραµµα σπουδών εµφανίζεται διαφοροποιηµένο 21
  • 42. για πρώτη φορά, µε µια νέα διδακτική ενότητα την οποία ονοµάζει " ΜουσικοκινητικήΑγωγή". Η νέα αυτή διδακτική ενότητα αποτελεί µέρος της διδακτέας ύλης για τιςτάξεις Α΄, Β΄, Γ΄, και ∆΄. Η Μουσικοκινητική Αγωγή επιδιώκει την καλλιέργεια τουρυθµού, γνώση των µουσικών φράσεων, ρυθµικά παιχνίδια και ελεύθερεςµουσικοκινητικές δηµιουργίες. Το πρόγραµµα σπουδών, είναι επίσης αρκετά συνοπτικόκαι δεν παρέχει αρκετές πληροφορίες και υλικό γύρω από τη νέα αυτή διδακτικήενότητα. Για το ειδικό γνωστικό αντικείµενο των ελληνικών παραδοσιακών χορών τοΠροεδρικό ∆ιάταγµα προτείνει για την Α΄ και Β΄ τάξη, τον χορό "Συρτό στα τρία","Γρήγορο Χασάπικο" και "Αϊ΄ Γιώργης" και έναν τοπικό χορό το κάθε τρίµηνο. Για τηνΒ΄ και Γ΄ τάξη του δηµοτικού σχολείου προτείνονται οι παραδοσιακοί χοροί"Καραγκούνα", "Παλαµάκια", "Ποδαράκι", "Συρτός Νησιώτικος" και Τσακώνικος",επίσης και ένας τοπικός χορός το κάθε τρίµηνο. Για την Ε΄ και ΣΤ΄ τάξη του δηµοτικούσχολείου προτείνονται οι παραδοσιακοί χοροί "Ζωναράδικος", "Πεντοζάλη", "Συρτός-Καλαµατιανός", "Έντεκα", "Τικ (Μονό)", "Τσάµικος" και κάποιοι γενικά τοπικοίπαραδοσιακοί χοροί, για το κάθε τρίµηνο, χωρίς καµία άλλη ιδιαίτερη επισήµανση ωςπρος την δοµή ή το περιεχόµενό τους. Η παρουσίαση όλων των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών γίνεται απλά µόνο ονοµαστικά, χωρίς κάποια προτεινόµενηµεθοδολογία διδασκαλίας και οργάνωση του µαθήµατος. Το έτος 1997 µε συνεργασία του Υπουργείου Παιδείας και του ΠαιδαγωγικούΙνστιτούτου, για πρώτη φορά αποστέλλεται στα δηµοτικά σχολεία ένα ολοκληρωµένοβιβλίο για τον διδάσκοντα, "Η Φυσική Αγωγή στο δηµοτικό σχολείο", το οποίο καιαποτελεί το νέο βελτιωµένο πρόγραµµα σπουδών Φυσικής Αγωγής για όλες τις τάξειςτου δηµοτικού σχολείου. Η συγγραφή του πρώτου αυτού βιβλίου, Φυσικής Αγωγής γιατη χώρα µας, αποτελεί ίσως τον πιο χρήσιµο οδηγό για τον διδάσκοντα. Η Μουσικοκινητική Αγωγή αλλά και οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί,αποτελούν δύο ξεχωριστές διδακτικές ενότητες, όπου δίνονται περισσότερες σαφείςοδηγίες για την διδακτέα ύλη και την καλύτερη οργάνωση του µαθήµατος. Στο νέοπρόγραµµα σπουδών δίνεται µια πιο πλήρης αναφορά για την έννοια τηςΜουσικοκινητικής Αγωγής, για τα µέσα τα οποία χρησιµοποιούνται για την κατανόησητων εννοιών της και πώς προσδιορίζονται αυτές (όπως η "ρυθµική ακρίβεια", οι"µουσικές φράσεις", τα "τραγουδάκια µε ρυθµική και κινητική συνοδεία", η "ένταση 22
  • 43. ήχου", η "ρυθµική αγωγή", τα "ρυθµικά παιχνίδια", τα "ρυθµικά µοτίβα" και ο"κινησιολογικός αυτοσχεδιασµός"). Οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί είναι ίδιοι, οιπροτεινόµενοι σύµφωνα µε το προηγούµενο πρόγραµµα σπουδών του Προεδρικού∆ιατάγµατος 377/1995 (Φ.Ε.Κ. 209, Α΄). Στο πρόγραµµα σπουδών (1997), οι τάξεις χωρίστηκαν σε τρεις κύκλους. Ανάδύο τάξεις αποτέλεσαν ένα κύκλο µε µία ενιαία διδακτική ύλη. Το περιεχόµενοδιδασκαλίας διαφέρει από κύκλο σε κύκλο, µε µεγαλύτερη την διαφορά στο τρίτο κύκλοαπό τους δύο άλλους κύκλους. Για τον πρώτο κύκλο οι θεµατολογίες διδασκαλίαςπεριέχουν για πρώτη φορά ως ξεχωριστές ενότητες την Μουσικοκινητική Αγωγή καιφαντασία-δηµιουργικότητα και τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς. Ο δεύτεροςκύκλος περιέχει µόνο την Μουσικοκινητική Αγωγή και τους ελληνικούς παραδοσιακούςχορούς, ως διαφορετικές ενότητες στο περιεχόµενο διδασκαλίας του προγράµµατοςσπουδών. Ο τρίτος κύκλος περιέχει µόνο αθλητικές δραστηριότητες, όπως τις αθλοπαιδιές,τον στίβο, την ενόργανη γυµναστική και τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς. Εδώτο αντικείµενο της Μουσικοκινητικής αγωγής δε διδάσκεται καθόλου παρατηρούµε ότιδίνεται περισσότερο έµφαση µόνο στις καθαρά κινητικές αθλητικές δραστηριότητες τηςΦυσικής Αγωγής. Οι πληροφορίες στο βιβλίο αυτό, οδηγίες για το διδάσκοντα, είναι πολύπερισσότερες και αναφέρουν επιπλέον για τους χορούς τα εξής: "τον τόπο όπουχορεύονται", "το µουσικό τους µέτρο" και "τον αριθµό των βηµάτων τους". Για τονσχεδιασµό και την οργάνωση του µαθήµατος αναφέρουν κάποιες υποδειγµατικέςδιδασκαλίες για την διδακτική διαδικασία µάθησης ενός ελληνικού παραδοσιακούχορού. Η διαδικασία µάθησης ενός παραδοσιακού χορού ακολουθεί κατά κύριο λόγοτην παρακάτω πορεία: Ξεκινάει µε την παρουσίαση των λαογραφικών στοιχείων τουχορού, τη µύηση των µαθητών στο τραγούδι ή την µελωδία, στην συνέχεια ακούγονταςτην µουσική ή τραγουδώντας οι µαθητές καλλιεργούν τον ρυθµό και την ρυθµικήκίνηση. Ακολουθεί ο σχηµατισµός της χορευτικής διάταξης, όπου οι µαθητές µαθαίνουντµηµατικά τα βήµατα του συγκεκριµένου χορού. Αφού κατανοήσουν τις υποενότητεςτων χορευτικών βηµάτων, ολοκληρώνουν την µαθησιακή διαδικασία, εκτελώνταςολόκληρη την χορευτική ενότητα. Τα χορευτικά βήµατα, ολοκληρωµένα πλέον, 23
  • 44. επαναλαµβάνονται καθ΄ όλη την διάρκεια της µουσικής ή του συγκεκριµένουτραγουδιού, για να επιτύχουν έτσι οι µαθητές την καλύτερη αντίληψη και κατανόησητης χορευτικής κίνησης. Στο τέλος του βιβλίου για τον διδάσκοντα υπάρχει και ένακεφάλαιο γενικό για τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς µε τον τίτλο "Σύντοµηεισαγωγή στον ελληνικό παραδοσιακό χορό και τη διδασκαλία του στο δηµοτικόσχολείο". Το βιβλίο αυτό του προγράµµατος σπουδών, το οποίο απευθύνεται προς τονδιδάσκοντα, ενώ προτείνει τη Μουσικοκινητική Αγωγή ως βασικό µέρος της ΦυσικήςΑγωγής δεν αξιοποιείται για την διαδικασία µάθησης των ελληνικών παραδοσιακώνχορών. ∆εν γίνεται καµία ουσιαστική σύνδεση των δύο αυτών ενοτήτων σχετικά µε τοκινητικό και το µουσικό µέρος, αλλά και σε σχέση µε τις θεµατολογίες που αφορούντην φαντασία και την δηµιουργικότητα, ώστε να έχουµε τα καλύτερα δυνατάαποτελέσµατα. Το καινούργιο αντικείµενο της Μουσικοκινητικής Αγωγής εισέρχεται ξαφνικάστο πρόγραµµα σπουδών µε πολλές καινούργιες µουσικές έννοιες για τις οποίες δενέχουν ενηµερωθεί οι περισσότεροι καθηγητές Φυσικής Αγωγής. Τα καινούργια στοιχείαδεν δείχνουν ουσιαστικές αλλαγές στην διαδικασία µάθησης των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών. Το µοντέλο διδασκαλίας είναι περισσότερο ενηµερωτικό για τονδιδάσκοντα ο οποίος ουσιαστικά κατευθύνει την διαδικασία µάθησης µε"δασκαλοκεντρική διάθεση", αλλά και µε κάποια στοιχεία ελεύθερης επιλογής στιςδραστηριότητες, τα οποία δίνουν κάποιες µικρές δυνατότητες ελεύθερης δηµιουργίαςστους µαθητές. Ο συνδυασµός αυτών των στοιχείων σε σχέση µε το παραπάνω µοντέλο,θα µπορούσαµε να ισχυριστούµε, ότι προτείνει ένα νέο µικτό µοντέλο διδασκαλίας. Οπροσδιορισµός του θα µπορούσε να θεωρηθεί ως µια µικτή µορφή διδασκαλίας. Το σύγχρονο σχολείο, ενώ θέτει το παιδί ως το κέντρο του κοινωνικού γίγνεσθαικαι του κοινωνικού προβληµατισµού, δηµιουργεί ταυτόχρονα και µια αντίφαση. Εδώ τοπαιδί λειτουργεί ως παθητικό αντικείµενο, είναι δηλαδή ένας παθητικός δέκτηςπληροφοριών και γνώσεων. ∆εν λαµβάνονται καθόλου υπόψη οι σύγχρονες ανάγκες, οιδυνατότητες και ιδιαιτερότητες του, στην σύγχρονη κοινωνία. Τα νέα προγράµµατα, όπως και τα παλαιότερα, στοχεύουν µόνο στην νοητική ήγνωστική ανάπτυξη του µαθητή και αγνοούν τις κοινωνικοσυναισθηµατικές και 24
  • 45. δηµιουργικές του ικανότητες. Παράλληλα αναπτύσσει τον ανταγωνισµό µέσω συνεχώναξιολογήσεων στοχεύοντας στην καταναγκαστική εκµάθηση πληροφοριών. Σήµερα ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής είναι στο επίκεντρο της διδακτικήςδιαδικασίας (δασκαλοκεντρική ή άµεση µέθοδος διδασκαλίας). Εφαρµόζει τη µέθοδοτης µερικής ή ολικής διδασκαλίας των παραδοσιακών χορών, που έχει ως αποτέλεσµανα περιορίζεται ο αυθόρµητος τρόπος έκφρασης, η δηµιουργική κίνηση, η φαντασία καιη κινητική ανάπτυξη του µαθητή. Γνωρίζοντας ότι το παιδί έχει µια φυσική παρόρµησηπρος την δράση και την δηµιουργικότητα, κάθε περιορισµός της παρόρµησης αυτής θαεπηρέαζε αρνητικά την ανάπτυξη της προσωπικότητας του, στην διαδικασία µάθησηςτων ελληνικών παραδοσιακών χορών. Η έρευνα γύρω από ένα µοντέλο διδασκαλίας των ελληνικών παραδοσιακώνχορών στο µάθηµα της Φυσικής Αγωγής στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση, το οποίοαποτελεί µέρος του προγράµµατος σπουδών του ΥΠ.Ε.Π.Θ, έγινε µε αφορµή ναεπισηµάνει ο γράφων ορισµένα κριτήρια, µε βάση κάποιους προβληµατισµούς που τοναπασχόλησαν ως προς το περιεχόµενο και τον τρόπο διδασκαλίας, του συγκεκριµένουγνωστικού αντικειµένου των παραδοσιακών χορών. Η σχολική Φυσική Αγωγή στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση στηρίζει καιπροβάλλει τον ελληνικό παραδοσιακό χορό ως ένα από τα κυριότερα διδακτικάγνωστικά αντικείµενα σε όλα τα επίσηµα προγράµµατα σπουδών του ΥπουργείουΠαιδείας και Θρησκευµάτων, από το έτος 1977 µε Προεδρικά ∆ιατάγµατα 1034/1977(Φ.Ε.Κ. 347, Α΄) και µέχρι και το έτος 1997 µε το Προεδρικό ∆ιάταγµα 377/1995(Φ.Ε.Κ. 209, Α΄). Ωστόσο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα ικανοποιητικές αλλαγές στηµέθοδο διδασκαλίας των ελληνικών παραδοσιακών χορών. Η εκπαίδευση ιδιαίτερα στην πρώτη σχολική περίοδο χρειάζεται αναµόρφωση καινέους τρόπους παρέµβασης, ώστε να συντελέσει αποτελεσµατικά στην ολόπλευρηανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού. Να ανασύρει τις αποκτηµένες γνώσεις καιεµπειρίες του, να ενισχύσει τις δηµιουργικές του ικανότητες, έτσι ώστε να εξελιχθούνµέσα σ΄ ένα πλαίσιο χαράς, ικανοποίησης και ψυχαγωγίας, σε συνεχή αλληλεπίδρασηµε το κοινωνικό του περιβάλλον. Με τον τρόπο αυτό η εκπαίδευση µέσω τωνπρογραµµάτων σπουδών της και των διδακτικών µοντέλων µπορεί να υποστηρίξει τηνγνωστική, αλλά και την κοινωνικό-συναισθηµατική ανάπτυξη του παιδιού. 25
  • 46. ∆ιαµορφώνοντας άτοµα υγιή, δυναµικά και ανεξάρτητα, µε δυνατότητα συνεργασίαςµεταξύ τους, ικανά κύτταρα του ζωντανού κοινωνικού ιστού, για να συνεχίσουν γόνιµακαι δηµιουργικά την πολιτισµική τους δράση. Το παιδί για να διαπαιδαγωγηθεί,χρειάζεται να προσλάβει ποικίλα ερεθίσµατα και να βιώσει εµπειρίες από διαφορετικούςτοµείς ανάπτυξης για ένα συγκεκριµένο θέµα δράσης. Έτσι έχει την ευκαιρία νασυµµετέχει ενεργά, να διεργάζεται πληροφορίες του ενδιαφέροντός του απόδιαφορετικές οπτικές γωνίες, να οργανώνεται, να συνεργάζεται µε τους άλλους και νακατανοεί µε περισσότερη πληρότητα το επιλεγµένο αντικείµενο διερεύνησης. Ηδιαδικασία προσέγγισης ενός θέµατος, µέσα από το παιχνίδι µε δραστηριότητεςδιαφόρων αναπτυξιακών τοµέων, βοηθά το παιδί να διευρύνει τους ορίζοντές του και ναεµβαθύνει στο θέµα.2.5. ΟΙ ΜΕΘΟ∆ΟΙ ∆Ι∆ΑΣΚΑΛΙΑΣ Η µέθοδος διδασκαλίας αφορά τη σχέση που αναπτύσσεται µεταξύ καθηγητή καιµαθητή στο πλαίσιο της διαδικασίας µετάδοσης γνώσεων. Πιο ειδικά αφορά τοµοίρασµα, τη µετάδοση και λήψη πληροφοριών, την αντιγραφή και αναπαραγωγήγνώσεων που έχουν αποκτηθεί στο παρελθόν, την επινόηση νέων λύσεων, τονοραµατισµό και τη δηµιουργία δρόµων για την διερεύνηση του αγνώστου (Mosston, &Ashworth, 1997; Roethig , 1972). Αυτή η σχέση δηµιουργεί και κεντρίζει συναισθήµατασυνεργασίας ή σύγκρουσης, αποδοχής ή απόρριψης, θυµού ή χαράς, εµπνέει τηναίσθηση του ωραίου, ενεργοποιεί το µυαλό και εξυψώνει το ανθρώπινο πνεύµα(Mosston, & Ashworth, 1997). Οι εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές αντιλήψειςδιαµoρφώνουν τους σκοπούς της Φυσικής Αγωγής. Αφού καθορισθούν οι σκοποίεπιλέγεται η διδακτέα ύλη και η µέθοδος διδασκαλίας που θεωρείται καταλληλότερη γιατην επίτευξη τους. Αρκετές έρευνες έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για την µεθοδολογία τηςδιδασκαλίας της Φυσικής Αγωγής στην ελληνική εκπαίδευση (Τσορµπατζούδης, 2000;Γούδας, Παπαϊωάννου & Θεοδωράκης, 1999). Ωστόσο ελάχιστες από αυτές αφορούντην διδασκαλία του ελληνικού παραδοσιακού χορού (Λυκεσάς, Τσαπακίδου & 26
  • 47. Κουκουρής, 1999; Λυκεσάς, Κουκουρής & Τσαπακίδου, 1999; Λυκεσάς, 1995;Σερµπέζης, 1995; Λυκεσάς,1994, 1993,1992).Ο τρόπος που διεξάγεται το µάθηµα επηρεάζει σηµαντικά την ανάπτυξη των κινητικών,γνωστικών και κοινωνικών ικανοτήτων των µαθητών (Παπαϊωάννου, Θεοδωράκης &Γούδας, 1999). Κατά τους (Mosston, & Ashworth (1997) και ∆ερβίση & Τσορµπατζούδη (1994),το µοντέλο διδασκαλίας των µέχρι σήµερα προγραµµάτων σπουδών έχει µιαδασκαλοκεντρική ή κατευθυνόµενη θεώρηση. Με βάση αυτήν, η διδασκαλία τουµαθήµατος είναι µια διαδικασία όπου όλες οι αποφάσεις παίρνονται από τον καθηγητήΦυσικής Αγωγής (Letzelter, 1985). Αυτός είναι υπεύθυνος για την οργάνωση και τονσχεδιασµό όλων των δραστηριοτήτων του µαθήµατος. Στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευσητο στιλ διδασκαλίας των ελληνικών παραδοσιακών χορών είναι δασκαλοκεντρικό, οκαθηγητής Φυσικής Αγωγής παίρνει τις αποφάσεις για την επιλογή των χορών που θαδιδαχθούν, υποδεικνύει τα συγκεκριµένα κινητικά µοτίβα, απαιτεί προσοχή, πιστήαντιγραφή και πειθαρχία. Ο ρόλος του µαθητή είναι να ανταποκριθεί µε προσοχή καιακρίβεια στις εντολές του καθηγητή και να αποµνηµονεύσει όλες τις γνωστικές ήκινητικές πληροφορίες που του δίνονται γύρω από τους παραδοσιακούς χορούς, χωρίςνα απαιτείται από αυτόν κάποιος ιδιαίτερος προβληµατισµός. Με τον τρόπο αυτό οµαθητής γίνεται ένας παθητικός δέκτης γνώσεων και πληροφοριών και περιορίζεται ηαυτενέργεια, η φαντασία, η πρωτοβουλία και η κριτική του ικανότητα (Παπαϊωάννου,Θεοδωράκης & Γούδας, 1999). Ο µαθητής στερείται τη χαρά και την ικανοποίηση τουαυθόρµητου χορού και παιχνιδιού. Επίσης, αναστέλλεται η ικανότητά του γιαδηµιουργική έκφραση µέσω της αυθόρµητης κίνησης και η διάθεση του για δράση καισυµµετοχή στις διαδικασίες µάθησης των παραδοσιακών χορών. Με την δασκαλοκεντρική αυτή µέθοδο αρκετοί µαθητές αισθάνονται περιορισµότης ανεξαρτησίας και της ελευθερίας τους µε αποτέλεσµα να παρουσιάζουν αρνητικήστάση και επιθετική αντιδραστική συµπεριφορά κατά τη µαθησιακή διαδικασία τωνχορών (Mosston & Ashworth, 1997; Λυκεσάς, 1995). Εντούτοις, κρίνεται ιδιαίτεραθετικό το ότι µε την δασκαλοκεντρική µέθοδο επιτυγχάνεται η υψηλότερη δυνατήαπόδοση στον λιγότερο απαιτούµενο χρόνο, άµεση και γρήγορη εκµάθηση τωνκινητικών µοτίβων των παραδοσιακών χορών. Το δασκαλοκετρικό στιλ σύµφωνα µε 27
  • 48. τους Mosston & Ashworth (1997), απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, γιατί µπορεί ναλειτουργήσει περισσότερο ως σύµβολο εξουσίας και επιβολής ελέγχου του µαθητή,παρά ως ερέθισµα για αποτελεσµατικότερη διδασκαλία και µάθηση. Ωστόσο, έχουν αναπτυχθεί στιλ διδασκαλίας που εντάσσουν ενεργά τους µαθητέςστην διαδικασία λήψης αποφάσεων για την διεξαγωγή του µαθήµατος (Mosston &Ashworth, 1994). Το στιλ της καθοδηγούµενης ανακάλυψης ή εφευρετικότητας, σεσυνδυασµό µε το στιλ της αποκλίνουσας παραγωγικότητας (Τhe divergent productionstyle), προάγουν την δηµιουργικότητα του µαθητή. Ο καθηγητής σχεδιάζει καιδηµιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες κατά τις οποίες ο µαθητής ενεργοποιείται καιµπαίνει στην διαδικασία της επινόησης-ανακάλυψης ή της δηµιουργικότητας(Παπαϊωάννου, Θεοδωράκης & Γούδας, 1999; Mosston, & Ashworth, 1994). Οβιωµατικός αυτός τρόπος µάθησης είναι µια ενεργητική διαδικασία που κεντρίζει τηδηµιουργικότητα και τη φαντασία των ατόµων που παίρνουν µέρος σε αυτή. Ο Elliot(1973) αναφέρει ότι όλες οι µορφές της δράσης, στις οποίες λειτουργεί η φαντασία, µαςελευθερώνουν από την περιορισµένη αντίληψη για τον κόσµο. Εξάλλου, η µάθηση µεενεργητική συµµετοχή και δράση είναι ο πιο φυσικός τρόπος επεξεργασίαςπληροφοριών και γνώσεων από τη διαδικασία της παθητικής ακρόασης και συµµετοχής. Ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής πρέπει να παίζει τον ρόλο του εµψυχωτή, τουκαθοδηγητή, αλλά και του συνδηµιουργού, που να αξιολογεί το κάθε αποτέλεσµα µεανατροφοδοτικές ενέργειες (feed-back) (Τσορµπατζούδης, 1998). Η ικανότηταµετάδοσης των γνώσεων, της οργάνωσης του µαθήµατος, η φαντασία, η εφευρετικότητακαι η ικανότητα αξιοποίησης του απρόοπτου, του αυθόρµητου και του πηγαίου είναιαπό τα σηµαντικότερα στοιχεία που θα πρέπει να διαθέτει ο καθηγητής ΦυσικήςΑγωγής για ένα δηµιουργικό µάθηµα παραδοσιακών χορών. Ο ρόλος του θα πρέπει ναείναι απλός, διακριτικός, να διευκολύνει τους µαθητές να εκφραστούν και να δράσουναπό µόνοι τους στο χώρο. Ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής απλώς δίνει τα κατάλληλαερεθίσµατα και διαµορφώνει το χώρο (Piaget & Ihhelder, 1975). Οφείλει να είναιπαρατηρητικός, αναλυτικός, να επιλέγει αυτό που θα διορθώσει, µε παρεµβάσεις που νααποτελούν και διανοητικές προκλήσεις, ώστε να αφυπνίζουν τις πνευµατικέςλειτουργίες και ικανότητες των µαθητών. Επίσης να έχει την ικανότητα να αποδίδει τιςκινήσεις του χορού µε λέξεις και εικόνες, κατανοητές στους µαθητές. Η φαντασία και η 28
  • 49. ευρηµατικότητα του πρέπει να αποτελούν πρόκληση στη φαντασία και την ευρηµατικότητα των µαθητών (Αντωνακάκης, 1996; Orff, 1978). Το στιλ της καθοδηγούµενης ανακάλυψης ή εφευρετικότητας, σε συνδυασµό µε το στιλ της αποκλίνουσας παραγωγικότητας διατηρεί σε υψηλά επίπεδα την παρακίνηση των µαθητών στο µάθηµα των παραδοσιακών χορών, ενεργοποιεί τις γνωστικές λειτουργίες όπως την αντιληπτική ικανότητα, την µνήµη, την καλλιέργεια της ακουστικής ικανότητας και την εστίαση της προσοχής (Gallahue, 1987). Προτρέπει τους µαθητές να εκφράζουν στοιχεία του εαυτού τους, προσωπικά βιώµατα, σκέψεις και συναισθήµατα, να αναπτύξουν την πρωτοβουλία, την πρωτοτυπία και την αυτενέργεια τους, να γνωρίσουν τον εαυτό τους και να αποκτήσουν θετική αυτοεικόνα, να αποδεχτούν τον εαυτό τους και τους άλλους, να νιώσουν την ικανοποίηση και την αισθητική χαρά και να ανακαλύψουν νέους δρόµους εξερεύνησης και χορευτικής έκφρασης (Konstantinidou, 1995; Pica, 1991; Tambling, 1990; Fritsch, 1985). Η Μουσικοκινητική Αγωγή ως µια σύγχρονη παιδαγωγική θεωρία προσεγγίζει τους µαθητές µε µια ελευθερία έκφρασης, ασυνήθιστη σ’ άλλους τοµείς της αγωγής και τους επιτρέπει να τροποποιούν για τις ανάγκες της οµάδας καθορισµένα κινητικά µοτίβα, να δηµιουργούν και να εξερευνούν νέες κινητικές φόρµες και παιχνίδια, εναλλακτικούς τρόπους κίνησης και δράσης (Αντωνακάκης, 1996; Ματέϋ, 1978; Orff,1955). Ο δηµιουργικός τρόπος µάθησης µε τον οποίο η Μουσικοκινητική Αγωγή χειρίζεται τη γνώση δίνει την δυνατότητα και την ελευθερία στα παιδιά να αντιµετωπίσουν τη γνώση ως µια προσωπική ανακάλυψη, ως ένα κοµµάτι του ίδιου τους του εαυτού. H διδασκαλία από δασκαλοκεντρική γίνεται παιδοκεντρική, δηλαδή το παιδί γίνεται επίκεντρο της µαθησιακής διαδικασίας. Η παιδοκεντρική διδασκαλία λαµβάνει υπόψη τις ατοµικές διαφορές του καθενός µαθητή χωριστά και ασχολείται µε διάφορες εκφάνσεις της προσωπικότητάς του.2.6. ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΟΠΑΙ∆ΑΓΩΓΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ Τα µουσικοπαιδαγωγικά συστήµατα γεννήθηκαν από την ανάγκη δηµιουργίας µιαςπαιδαγωγικής µεθόδου, µιας πιο επιστηµονικής και ολοκληρωµένης προσέγγισης τηςδιαδικασίας της διδασκαλίας της µουσικής, που θα συνδυάζει την µουσική και την κίνηση για 29
  • 50. την ευκολότερη κατανόηση των µουσικών εννοιών σε παιδιά µικρής ηλικίας, µέσω της οποίαςη µουσική εκπαίδευση µπορεί να αντλήσει νέα, αποτελεσµατικά στοιχεία που θα βοηθήσουνστην ανέλιξή της. Σύγχρονες µουσικοπαιδαγωγικές αντιλήψεις υποστηρίζουν ότι η αντίληψη καικατανόηση της µουσικής είναι αποτέλεσµα του συνδυασµού γνωστικών, ψυχοκινητικών καισυναισθηµατικών περιοχών µάθησης, ώστε καµιά από αυτές δεν είναι δυνατόν ναλειτουργήσει αποκοµµένη από τις άλλες (Nye & Nye, !985). Η αξία αυτών των συστηµάτωνέγκειται στο γεγονός ότι πρόσθεσαν στην εκπαιδευτική διαδικασία διδασκαλίας νέεςαντιλήψεις, δηµιουργώντας κάτι πρωτόγνωρο και πρωτοποριακό, την έννοια του στόχου καιτου σκοπού. Το µάθηµα για πρώτη φορά αποκτά ζωντάνια, ροή και δηµιουργική διάθεση γιαανακάλυψη. Ο σχεδιασµός του µαθήµατος γίνεται µε συγκεκριµένους στόχους, έχει ένα πλάνογια το τί θα διδαχθούν τα παιδιά και δεν υπάρχει τίποτα το τυχαίο. Τα µουσικοπαιδαγωγικάσυστήµατα µέσα από τον πειραµατισµό άλλαξαν σχεδόν την πορεία της εκπαίδευσης όχι µόνοστον τοµέα της διδασκαλίας της µουσικής αλλά και της κίνησης. Η σπουδαιότητα της κίνησηςστα πλαίσια της µουσικής αγωγής έχει διαπιστωθεί τόσο εµπειρικά όσο και ερευνητικά(Στάµου,2001; Ματέϋ, 1992; Ανδρούτσος, 1995; Moore, 1984; Joseph, 1983; Siemens, 1969).Η µουσική µάθηση επιτυγχάνεται αποτελεσµατικότερα, όταν ο µαθητής συµµετέχει σε αυτήνµε τον φυσικό του εαυτό, µέσα από τη µουσική πράξη και την κίνηση. Η κίνηση αποτελείµέρος της αυθόρµητης δράσης των παιδιών και αυτό δίνει την δυνατότητα στον παιδαγωγόνα την "χρησιµοποιήσει", προκειµένου να επιτύχει τους διδακτικούς του στόχους. Η κίνησηαποτελεί τον πιο φυσικό και άµεσο τρόπο αντίδρασης στη µουσική, και αυτό έχει σαναποτέλεσµα να βοηθήσει άµεσα στη βαθύτερη βίωση και κατανόηση της µουσικής. ∆ιάφορεςµουσικοπαιδαγωγικές προσεγγίσεις αποτέλεσαν τη βάση για την δηµιουργία µιας σύγχρονηςµεθόδου διδασκαλίας που στοχεύει στη δηµιουργική προσέγγιση της µουσικής και τηςκίνησης σε παιδιά µικρής ηλικίας. Η συνδυαστική δράση της µουσικής και της κίνησηςονοµάστηκε Μουσικοκινητική Αγωγή. Μουσικοκινητική Αγωγή είναι η σύνδεση µουσικής, κίνησης και λόγου. Η µουσική, ολόγος και η κίνηση αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, χωρίς το ένα να υποτάσσεται στο άλλο.Βασίζεται στην δηµιουργική µέθοδο διδασκαλίας, την ενεργητική συµµετοχή και τηνβιωµατική εµπειρία. Χρησιµοποιεί τον πειραµατισµό, την εξερεύνηση, την παρατήρηση, τηνελεύθερη έκφραση και το δηµιουργικό αυτοσχεδιασµό. Η παιδαγωγική βάση του 30
  • 51. µουσικοκινητικού συστήµατος είναι επηρεασµένη από την παιδαγωγική θεωρία του JohannHeinrich Pestalozzi (1764-1827), η οποία απορρίπτει τις πρακτικές αποµνηµόνευσης-αποστήθισης και τις αντικαθιστά µε την παρατήρηση, τον πειραµατισµό και τον συλλογισµό(Αντωνακάκης,1996). Σύµφωνα µε αυτή τη θεωρία, δίδεται µεγάλη σηµασία στη διάθεση τουπαιδιού για δράση στην πρωτοβουλία, στην ένταξή του σε οµάδες, στην ανάπτυξη τηςδηµιουργικότητας, της αυτενέργειας, της φαντασίας, αλλά και της αισθητικής τουκαλλιέργειας. Το σύστηµα αυτό ως µια παιδοκεντρική προσέγγιση, δίνει ιδιαίτερη έµφασηόχι µόνο σε γνωστικές µαθησιακές διεργασίες αλλά και στις σωµατικές. Ο νέος τρόποςπροσέγγισης και διδασκαλίας στηρίζεται στις κινητικές δηµιουργικές δραστηριότητες τουπαιδιού. Μέσα από τις δηµιουργικές κινητικές και µουσικές δραστηριότητες, το παιδί γνωρίζειτην χορευτική τέχνη, και ταυτόχρονα καλλιεργεί και αναπτύσσει τις ικανότητες και δεξιότητεςτου στους παραδοσιακούς χορούς. Οι σηµαντικότεροι µουσικοπαιδαγωγοί οι οποίοιπρωτοστάτησαν και αποτέλεσαν σταθµό στην συγκρότηση και ανάπτυξη τωνµουσικοκινητικών συστηµάτων είναι ο Εmile Jaques Dalcroze2, ο Rudolf Laban, ο ZoltanKodaly και ο Carl Orff3. Το σύστηµα του Dalcroze έγινε γνωστό και εφαρµόστηκε για πρώτηφορά στην Ελλάδα το έτος 1926 από την Μαργαρίτα Jordan. H Κούλα Πράτσικα, µαθήτριατης ρυθµικής σχολής Hellerau του Dalcroze, εισήγαγε το έτος 1930 το πιο εξελιγµένο ως προςτην κίνηση σύστηµα. Το σύστηµα Orff ήρθε στη χώρα µας το έτος 1962 µε κύριο εκφραστήτου την Πολυξένη Ματέϋ.2.6.1. Μέθοδος Emile Jaques Dalcroze (1865-1950) Ο πρώτος που εισήγαγε ένα σύστηµα Μουσικοκινητικής Αγωγής είναι ο Εmile JaquesDalcroze, µουσικοπαιδαγωγός από την Ελβετία (Mατεϋ, 1978). Το σύστηµα του είναι γνωστόως Ρυθµική Dalcroze. Το πρόβληµα της απουσίας του ρυθµού στα παιδιά πιστεύει ότι µπορείνα λυθεί µε την ενεργοποίηση του σώµατος τους σε συνολική, αλλά και τµηµατική κίνηση(Kugler, 1991). Mε την πεποίθηση ότι το ανθρώπινο σώµα είναι ένα µουσικό όργανο, τοοποίο µπορεί να ερµηνεύσει τα στοιχεία και τους νόµους της µουσικής, διδάσκει τη ευρυθµίασε παιδιά µικρής ηλικίας. Η Ρυθµική Dalcroze αποτελεί µια άµεση επαφή µε τη µουσική,στην οποία το σώµα παίζει το ρόλο του διάµεσου µεταξύ των ήχων και της σκέψης και γίνεταιτο άµεσο όργανο των συναισθηµάτων. Ο Dalcroze δηµιούργησε ένα ολοκληρωµένο σύστηµα 31
  • 52. που περιλαµβάνει τη σύµµετρη ανάπτυξη των σωµατικών, ψυχικών και πνευµατικώνικανοτήτων του µαθητή (Mατεϋ, 1978). Η βασική αρχή της µεθόδου προϋποθέτει µια µυϊκήπείρα, χάρη στη σωµατική κίνηση, που πραγµατοποιούµενη και εκφραζόµενη δια τωνσχέσεων του χώρου, του χρόνου και της ενέργειας µπορεί να διδάσκει µια πραγµατικήµουσική και ρυθµική ευαισθησία, αυτό που ο ίδιος ονοµάζει "Μυϊκό ρυθµικό Αίσθηµα"(Ζαχαριάδη, 1998). Τα µέσα που χρησιµοποιεί η Μέθοδος Dalcroze είναι ο ρυθµός, η µουσικήκαι η κίνηση. Ο Dalcroze χρησιµοποίησε την κίνηση η οποία βασιζόταν στον αυτοσχεδιασµό,στις χειρονοµίες, στις διάφορες στάσεις και πόζες για να εκφράζει τους τονισµούς, τιςδιάρκειες, τις δυναµικές αυξοµειώσεις κι άλλα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια τουµουσικού ρυθµού (Ανδρούτσος, 1995).2.6.2. Σύστηµα Laban (1879-1958) Ο Rudolf Laban παιδαγωγός της κίνησης και του ρυθµού, υπήρξε µαθητής του Dalcrozeκαι επηρεασµένος από τις αρχές της Ρυθµικής, είναι ο πρώτος ο οποίος εισήγαγε τοεννοιολογικό πλαίσιο της δηµιουργικής κίνησης (Ματεϋ, 1978). Ο Laban παρατηρώντας τηνκινητική συµπεριφορά των ανθρώπων, διαπίστωσε ότι η κίνηση παρέχει πληθώραπληροφοριών για την ανθρώπινη συµπεριφορά σε διάφορες περιστάσεις. Το έργο του έχειαποτελέσει αντικείµενο µελέτης από ψυχιάτρους, ψυχολόγους, ψυχοθεραπευτές καιχοροθεραπευτές, οι οποίοι χρησιµοποιούν την κίνηση ως θεραπευτικό µέσο. Ωστόσοσηµαντικότερη προσέγγιση έγινε από τους δασκάλους χορού για την ανάπτυξη τηςεκφραστικότητας στην κίνηση, από τους εκπαιδευτικούς µε στόχο τον εµπλουτισµό τωνµαθηµάτων τους και την κινητική ανάπτυξη των µαθητών, από τους µουσικούς µε τηχρησιµοποίηση της κίνησης για την ανάπτυξη της δηµιουργικότητας, της εκτέλεσης ήακρόασης της µουσικής, αλλά και από άλλους για τους οποίους η κίνηση είναι αναπόσπαστοµέρος της παρουσίας τους στη σκηνή. Κατά τον Laban η κίνηση έχει ροή και ολικότητα,είναι ένα µέσο επικοινωνίας και προσωπικής έκφρασης. Η βασική αρχή της "Κινητικήςθεωρίας ή σύστηµα της Πηγαίας προσπάθειας" του Laban, είναι η αυθόρµητη προσπάθεια(effort), δηλαδή η εσωτερική παρόρµηση του ανθρώπου, η οποία αποτελεί την προϋπόθεσηγια την εκτέλεση οποιασδήποτε κίνησης (Κουτσούµπα, 2000). Οι αυθόρµητες προσπάθειεςξεχωρίζουν µεταξύ τους χάρη στον συνδυασµό των στοιχείων που εµπεριέχουν. Τα στοιχεία 32
  • 53. αυτά όπως το σώµα, ο χώρος, (το σχήµα του σώµατος µέσα στο χώρο), η δυναµική και ησχέση, (Body, Space, Dynamics, Relationship) είναι απαραίτητα για την εκτέλεση κάθεκίνησης. Οι παράγοντες που δίνουν την δυναµική ποιότητα της αυθόρµητης κίνησης είναι τοβάρος, ο χώρος, ο χρόνος και η ροή (Weight, Space, Time, Flow) (Κολιοπούλου, 2000).Ανάλογα µε τη χρησιµοποίηση των στοιχείων της κίνησης και των παραγόντων που διέπουντις κινήσεις, παράγονται σειρές κινήσεων που είναι µοναδικές και ξεχωριστές για το άτοµοπου τις εκτελεί. Ο Laban διατύπωσε την άποψη, ότι η εσωτερική παρόρµηση του παιδιού ναεκτελεί ενστικτωδώς χορευτικές κινήσεις το φέρνει στο χώρο της ροής της κίνησης και τηςεκφραστικότητας. Η αυθόρµητη, δηµιουργική εκφραστική κίνηση, ενσωµατωµένη στοσχολικό πρόγραµµα, µπορεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο για την εκπαίδευση. Κατά τον Laban ο ρόλος του σχολείου είναι να καλλιεργήσει και να εµπλουτίσει τηναυθόρµητη κίνηση και να κάνει το παιδί να συνειδητοποιεί τις αρχές που διέπουν τις κινήσεις.Για το σκοπό αυτό η καλλιέργεια των καλλιτεχνικών τάσεων του παιδιού δεν πρέπει νααποβλέπει στην τελειότητα της εκτελούµενης κίνησης, αλλά στη δηµιουργική κίνηση αυτήκαθεαυτή και την ευεργετική επίδραση που έχει αυτή στην προσωπικότητα του παιδιού. Ηαυθόρµητη, δηµιουργική κίνηση, ενσωµατωµένη στο σχολικό πρόγραµµα, µπορεί νααποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο για την εκπαίδευση (Θεοδωράκου, 1996). Η αυθόρµητη δηµιουργική κίνηση παρέχει στα παιδιά τη δυνατότητα να ασκήσουν τηνεφευρετικότητα, την δηµιουργικότητα, την αγωνιστικότητα και την περιπετειώδη διάθεσήτους. Ένα καλά σχεδιασµένο πρόγραµµα συµβάλλει, όχι µόνο στην ανάπτυξη των κινητικώνεπιδεξιοτήτων, αλλά και στην ολική ανάπτυξη του παιδιού (Capel, 1986). Η δηµιουργικήκίνηση συµβάλλει στην αξιοποίηση των κινητικών ικανοτήτων και των εκφραστικώνδεξιοτήτων των παιδιών διευρύνοντας την δηµιουργικότητάς τους. Κατά την άποψη τουLaban, ο άνθρωπος είναι κίνηση και η κίνηση είναι ζωή και αυτό αποκαλύπτεται µόνο µέσααπό τον πειραµατισµό (Κraft, 1986)2.6.3 Μέθοδος Kodaly (1882-1958) Η µουσικοπαιδαγωγική µεθοδολογία του Zoltan Kodaly υποστήριξε ότι η µουσικήείναι ένας κώδικας επικοινωνίας, όπως η γλώσσα. Για την κατανόηση της µουσικής απαιτείταιη ικανότητα ανάγνωσης και γραφής ενός µουσικού κοµµατιού. Κατά την µουσική ανάγνωση 33
  • 54. θα πρέπει να αποκαλυφθούν όλα τα στοιχεία που υπάρχουν στο µουσικό κείµενο, όπωςρυθµός, µελωδία, κλίµακες, φράσεις, δοµή, αρµονία και δυναµική. Η µουσικότητα και ηγνώση αποκτώνται µέσα από τη χρήση της φωνής, που είναι και το πρώτο φυσικό όργανο τουπαιδιού (Kodaly, 1974). Οι τεχνικές διδασκαλίας τις οποίες εφαρµόζει η µέθοδος Kodaly γιατην ανάπτυξη της µουσικής αντίληψης είναι "το σχετικό σύστηµα solfa, η χειροµιµική ήαισθησιοκινητική άσκηση και οι ρυθµικές συλλαβές". Ο Zoltan Kodaly χρησιµοποιεί στοιχείααπό τη Ρυθµική του Dalcroze, ( παλαµάκια και κίνηση στο χώρο), αλλά και κάποια από τηΜουσικοκινητική Αγωγή του Carl Orff, (όπως κάποια µουσικά όργανα και απλές µορφές τωνρυθµικών και µετρικών σχηµάτων του λόγου). Ιδιαίτερη έµφαση έδωσε στη δηµιουργικότητατου δασκάλου κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Ως υλικό για την µουσική εκπαίδευση τωνπαιδιών µικρής ηλικίας, ιδιαίτερη θέση κατέχουν στη µέθοδο του το ουγγρικό παραδοσιακότραγούδι και ιδιαίτερα το χορωδιακό, η παραδοσιακή µουσική και οι παραδοσιακοί ρυθµοί(∆αµιανού-Μαρίνη, 1998; Εµπεριάδου, 1995).2.6.4. Σύστηµα Carl Orff (1895-1982) Ο µουσικοπαιδαγωγός και συνθέτης Carl Orff στηριζόµενος αρχικά στις ιδέες τουDalcroze, έδωσε µια νέα ώθηση στην εξέλιξη των µουσικοπαιδαγωγικών µεθόδων,προσθέτοντας το λόγο στη µουσική και την κίνηση. ∆ηµιούργησε το "Orff - Schulwerk", έναΜουσικοκινητικό Σύστηµα σχολικής εκπαίδευσης, µε τον υπότιτλο "Στοιχειακή Μουσική καιΚινητική Αγωγή". Στο παιδαγωγικό του, αλλά και στο συνθετικό του έργο, αντιµετωπίζει τηµουσική µε την "πλατωνική" διάσταση και σηµασία, που δίνει ιδιαίτερη έµφαση στο λόγο(έκφραση της σκέψης). Η Μουσικοκινητική αγωγή Carl Orff η οποία βασίστηκε στην ένωσηµουσικής, κίνησης και λόγου, θα έπρεπε να ενσωµατώνεται και να κατέχει κεντρική θέση στηγενική εκπαίδευση στα σχολεία και να αποτελεί πολύτιµο µέσο για την ολοκλήρωση τουπαιδιού ως ψυχικού, σωµατικού και πνευµατικού συνόλου (Mατεϋ, 1978). Κατά τον Orff, τοπαιδί έχει ανάγκη να βιώσει άµεσα τα ερεθίσµατα µέσα από το παιχνίδι και την ευχάριστηενεργητική εµπειρία και ενασχόληση. Με την κίνηση βιώνει τον ρυθµό. Ο Orff καθιέρωσε τηνστενή σχέση της µουσικής, της γλώσσας και του χορού, δίνοντας έτσι µια καινούργιαδιάσταση στη δύναµη του ρυθµού. Παρακίνησε επίσης τα παιδιά να αυτοσχεδιάζουν, ναµάθουν τους εαυτούς τους µέσα από την αυθόρµητη µουσική και χορευτική δηµιουργία τους 34
  • 55. και έτσι να γνωρίσουν τη µουσική µέσα από την δική τους ανακάλυψη. Το σύστηµα Carl Orffδίνει πλήρη ελευθερία στο διδάσκοντα και έµφαση στην εφευρετικότητά του ώστε µέσα απότην βιωµατική-επικοινωνιακή του διδασκαλία να πετύχει τον στόχο του. Αυτό πετυχαίνεταιµέσα από δηµιουργικές διεργασίες όπως είναι ο πειραµατισµός και η εξερεύνηση µε τηνενεργό συµµετοχή του µαθητή. Τα νέα στοιχεία τα οποία εισήγαγε στην ΜουσικοκινητικήΑγωγή ο Carl Orff είναι ο αυτοσχεδιασµός (ατοµικός, οµαδικός, ελεύθερος,καθοδηγούµενος, µουσικός, κινητικός, λεκτικός), ο ρυθµός (µουσικής, κίνησης, λόγου), ηδηµιουργική-εκφραστική κίνηση- χορός, η φωνή - ο λόγος - το τραγούδι, τα µουσικάόργανα (ρυθµικό παίξιµο µε όργανα κρουστά, όργανα Orff, αυτοσχέδια όργανα καιαντικείµενα που προκύπτουν κατά την διάρκεια της δηµιουργικής διαδικασίας), και ηδραµατοποίηση (µιµική, δραµατικό παιχνίδι) (Αντωνακάκης,1996; Ανδρούτσος, 1995;Mατεϋ, 1978). Ο Carl Orff (1963) δίδασκε και ενθάρρυνε τους συνεργάτες του ναχρησιµοποιούν το ρυθµικό, λεκτικό, µελωδικό και κινησιολογικό υλικό από την µουσικήπαράδοση και γενικά από την παράδοση της χώρας τους, µε σκοπό να γνωρίσουν τα παιδιάταυτόχρονα και τα εθνικά πολιτισµικά τους στοιχεία (Αλεξιάδου.1999; Αντωνακάκης, 1996).2.7. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ EΚΠΑΙ∆ΕΥΣΗ Μουσικοκινητική Αγωγή είναι ένα παιδαγωγικό σύστηµα προσέγγισης τηςµουσικής και της κίνησης µέσα από την προσωπική βιωµατική εµπειρία, την εξερεύνηση, τηνπαρατήρηση και τον δηµιουργικό αυτοσχεδιασµό. Βασίζεται στις πιο σύγχρονες κιεξελιγµένες γνωστικές αρχές της παιδοψυχολογίας, της µουσικοπαιδαγωγικής, τηςκινησιολογίας και της αισθητικής αγωγής.Η σχολική εκπαίδευση έχει την υποχρέωση να καλλιεργήσει και να ενεργοποιήσει στοαναπτυσσόµενο άτοµο όλες εκείνες τις ικανότητες οι οποίες είναι απαραίτητες για τηνεξελικτική του πορεία όπως την πρωτοβουλία, την φαντασία και την δηµιουργικότητα.(Ματεϋ, 1992). Το παιδί ιδιαίτερα στην πρώτη σχολική περίοδο παρουσιάζει µεγάληδεκτικότητα και ικανότητα αφοµοίωσης βιωµάτων που αφορούν την κίνηση, τους ήχους, ταχρώµατα, τους ρυθµούς και τις εν γένει αισθητικές µορφές. Η σχολική παιδεία πρέπει να 35
  • 56. βοηθήσει το παιδί να αναπτυχθεί σύµµετρα σωµατικά, πνευµατικά και ψυχικά (Haselbach,1978). Το πρόγραµµα σπουδών στην Πρωτοβάθµια Εκπαίδευση αναφέρει: "Ο σκοπός τουδηµοτικού σχολείου είναι η πολύπλευρη πνευµατική και σωµατική ανάπτυξη των µαθητώνµέσα στα πλαίσια που ορίζει ο ευρύτερος σκοπός της Πρωτοβάθµιας και ∆ευτεροβάθµιαςΕκπαίδευσης" (Νόµος 1566/85). Στο άρθρο ένα (1) του ίδιου Νόµου αναφέρειχαρακτηριστικά: "Να συµβάλει (το σχολείο) στην ολόπλευρη, αρµονική και ισόρροπηανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωµατικών δυνάµεων των µαθητών, ώστε ανεξάρτητααπό φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωµένεςπροσωπικότητες και να ζήσουν δηµιουργικά" (Η Φυσική Αγωγή στο δηµοτικό σχολείο,1997). Οι στόχοι της σχολικής αγωγής πρέπει να βασίζονται σε καινούργια επιστηµονικάσυµπεράσµατα που σχετίζονται µε τις ατοµικές, κοινωνικές, ψυχολογικές και παιδαγωγικέςαλήθειες, όπως και µε σύγχρονες προσεγγίσεις. Οι απαιτήσεις της σύγχρονης αγωγής αποσκοπούν να γίνει η µάθηση αποτέλεσµα τωνδυναµικών σχέσεων ανάµεσα στο δάσκαλο και στο µαθητή, µέσα από δηµιουργικέςδιεργασίες. Στόχος της είναι η ανάπτυξη της φαντασίας των παιδιών, η ενθάρρυνση γιαδιερεύνηση και διευκόλυνση της µάθησης, µέσα σε µια ατµόσφαιρα αποδοχής, µε ποικιλίαδραστηριοτήτων, εναλλακτικών λύσεων και απόψεων. Η αγωγή δεν πρέπει να απευθύνεταιµόνο στη νόηση του παιδιού, αλλά να προσφέρει κυρίως βιώµατα (Feudel, 1956). Είναι απαραίτητο η αγωγή του παιδιού της πρώτης σχολικής περιόδου ναανταποκρίνεται στις παραπάνω απαιτήσεις και να συνδυάζει την κίνηση µε τον κόσµο τωνήχων, δηλαδή, το λόγο και τη µουσική. Ο συνδυασµός αυτός στηρίζεται στα κοινά καιπαράλληλα γνωρίσµατα και στους παράγοντές τους, όπως ο χρόνος, o χώρος, ο ρυθµός και ηένταση. Βοηθάει στην ανάπτυξη της κίνησης, της µνήµης, της φαντασίας και γενικά της ίδιαςτης νοηµοσύνης, αναπτύσσοντας όλες τις λειτουργίες και ιδιαίτερα την ακουστική αντίληψηκαι την γλωσσική ικανότητα του παιδιού (Τσαπακίδου & Ζαχοπούλου, 2001; Haselbach,1978). Η Μουσικοκινητική Αγωγή έχει τις πηγές της στο συναισθηµατικό κόσµο του µικρούπαιδιού, συµβάλλει στη δηµιουργία καλής διάθεσης, χαράς και ικανοποίησης και επηρεάζειθετικά την κοινωνικό-συναισθηµατική του προσαρµογή. Τα παιδιά αντιλαµβάνονται ότι 36
  • 57. αποτελούν µέρος της κοινωνίας, συνεισφέρουν και συµµετέχουν ενεργά σε αυτήναναπτύσσοντας φιλικές σχέσεις και ισχυρούς δεσµούς. Είναι το µέσον που προσπαθεί ναβοηθήσει το παιδί στην ανακάλυψη των εκφραστικών, αυτοσχεδιαστικών και δηµιουργικώντου ικανοτήτων ( Ρica, 1991). Ένα από τα πρωταρχικά στοιχεία της µουσικοκινητικής αγωγής είναι και ο ρυθµός.Κάθε παιδί έχει το δικό του ατοµικό ρυθµό και µε τον δικό του τρόπο, βλέπει, ακούει καιπροσλαµβάνει έννοιες. Έτσι, το έργο της Μουσικοκινητικής Αγωγής είναι διπλό. ∆ίνειδιέξοδο στους φυσιολογικούς ρυθµούς του παιδιού και του προσφέρει εντυπώσεις από τονγύρω κόσµο, µέσα από τις αισθήσεις (Σέργη, 1987; Heudrie & Bray, 1985). Η Μουσικοκινητική Αγωγή προσεγγίζει τους παραπάνω στόχους και επιτρέπει µιαελευθερία έκφρασης ασυνήθιστη σ’ άλλους τοµείς της αγωγής. Eίναι µια παιδαγωγική θεωρίαη οποία απορρίπτει τις πρακτικές αποµνηµόνευσης - αποστήθισης και τις αντικαθιστά, όπωςήδη αναφέρθηκε, µε την παρατήρηση, τον πειραµατισµό και το συλλογισµό. Απευθύνεται στοπαιδί ως σύνολο σωµατικό, πνευµατικό, ψυχικό. Επιστρατεύει το σώµα µε την κίνηση και την όξυνση των αισθήσεων και τουπνεύµατος, µεταδίδοντας γνώσεις που αφορούν τη µουσική, το λόγο, το χώρο, το χρόνο καιτέλος, την ψυχή, φέρνοντας το παιδί σε επαφή µε αισθητικές µορφές. Όλα αυτά γίνονταιβιωµατικά, δηµιουργικά και όχι εγκεφαλικά (Laban, 1998; Ανδρούτσος, 1995; Ματέϋ, 1978).Βοηθά στην ανάπτυξη της µουσικής και κινητικής ανεξαρτησίας και ελευθερίας των παιδιών,ενώ διατηρούν την αυτονοµία τους, κάτι που θα τους επιτρέψει να κάνουν τις δικές τουςεπιλογές και να προτείνουν εναλλακτικές λύσεις και νέες ιδέες. Επιδιώκει την αρµονίασώµατος, ψυχής και πνεύµατος και στοχεύει επίσης στην ισόρροπη και ολόπλευρη ανάπτυξητης προσωπικότητας των παιδιών, καλλιεργώντας τις κοινωνικές τους δεξιότητες µέσα από τιςοµαδικές µουσικοκινητικές δραστηριότητες και το παιχνίδι. Οι µουσικοπαιδαγωγικές µέθοδοι, έφεραν µια σαρωτική επανάσταση στην εκπαίδευσησε παγκόσµια κλίµακα. Η σηµασία της Μουσικοκινητικής Αγωγής είναι αναµφίβολασηµαντική και η συµβολή της για την οµαλή ανάπτυξη του παιδιού είναι καθοριστική καιπολύπλευρη. Η Μουσικοκινητική Αγωγή αποτελεί απαραίτητο στοιχείο όχι µόνο τηςµουσικής, της κινητικής και της χορευτικής αγωγής, αλλά και της Γενικής Φυσικής Αγωγήςστην σχολική εκπαίδευση, η οποία σήµερα είναι απαραίτητο να οδηγεί στην απόκτηση 37
  • 58. γνώσεων, να αξιολογεί, να καθορίζει, να επιλύει και να αναπτύσσει τους γενικούς καιεπιµέρους στόχους της.Μέσα από τις µουσικοκινητικές δραστηριότητες οι µαθητές γνωρίζουν, συνειδητοποιούν καιαναπτύσσουν κινητικές, γνωστικές, συναισθηµατικές και κοινωνικές δεξιότητες.2.7.1. Κινητικές δεξιότητες Η κίνηση είναι η πρώτη µορφή εξερεύνησης και επικοινωνίας του ατόµου µε τονχώρο που το περιβάλλει (Haywood, 1986). Οι µουσικές και οι κινητικές δραστηριότητες τηςΜουσικοκινητικής Αγωγής, επιτρέπουν τους µαθητές να αναπτύξουν τις κινητικές τουςδεξιότητες. Κινητική δεξιότητα µπορεί να αναφερθεί το σύνολο των ικανοτήτων που έχεικάποιος ώστε να πετύχει ένα τελικό αποτέλεσµα µε τη µεγαλύτερη δυνατή σιγουριά και τηλιγότερη κατανάλωση ενέργειας ή χρόνου και ενέργειας κατά την διαδικασία µάθησης(Schmidt, 1991). Η Μουσικοκινητική Αγωγή βοηθάει το µαθητή να συνειδητοποιήσει τα διάφορα µέλητου σώµατος του και τους τρόπους µε τους οποίους αυτά µπορούν να κινηθούν, να τασυντονίσει κινητικά στο ρυθµό της µουσικής και να µάθει να ελέγχει το είδος και τηνταχύτητα της κίνησης του. Τον παρακινεί να αναπτύξει βασικές δεξιότητες όπως είναι ηµετακίνηση, αναπήδηση, στάση, λεπτή και αδρή κινητικότητα, χειρισµός αντικειµένων µέσααπό ερεθίσµατα κινητικά, ακουστικά, οπτικά και απτικά και ενισχύει την αποτελεσµατικότητατους (Warshofsky & Stevens, 1975). Ο παραδοσιακός χορός ως µια µη ανταγωνιστικήκινητική δραστηριότητα προάγει την υγεία, βελτιώνει την φυσική κατάσταση και αναπτύσσειτην ευλυγισία, τη δύναµη, την αντοχή, την ισορροπία, τη ρυθµική ικανότητα, το νευροµυϊκόσυντονισµό, τον συγχρονισµό και τον έλεγχο του σώµατος (Sanderson, 1988; Chrucher,1971). Μέσα από τις χορευτικές δραστηριότητες ο µαθητής αποκτά συνείδηση του σώµατος(σωµατογνωσία) και αντίληψη της σχέσης του σώµατος και της κίνησης στο χώρο / χρόνο(κιναίσθηση) (Laban, 1975; Chrucher, 1971). 38
  • 59. 2.7.2 Γνωστικές δεξιότητες Το µάθηµα της Μουσικοκινητικής Αγωγής δηµιουργεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τηνανάπτυξη των γνωστικών ικανοτήτων του µαθητή. Το παιδί µε τη συµµετοχή του στην κοινήχορευτική διαδικασία θέτει τα προσωπικά του όρια, µαθαίνει να συνεργάζεται, να σέβεταιτους άλλους, να πειθαρχεί, να µοιράζεται και να εµπιστεύεται (Tambling, 1990). Επίσης,µαθαίνει να κινείται ελεύθερα στο χώρο προς όλες τις κατευθύνσεις και τουςπροσανατολισµούς, στα διάφορα επίπεδα, θέσεις ή άξονες και γεωµετρικά σχήµατα. Σύµφωναµε την Margaret, (1992) οι δραστηριότητες της Μουσικοκινητικής Αγωγής εξασκούν τηνικανότητα της µνήµης, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσουν την αυτοσυγκέντρωση και τηναυτοπειθαρχία. Επίσης, δίνονται τα κατάλληλα ερεθίσµατα για την καλλιέργεια τηςετοιµότητας, της άµεσης αντίδρασης και της ικανότητας λήψης αποφάσεων. Κατά τον Choksyκαι τους συνεργάτες του (1986), οι µουσικοκινητικές δραστηριότητες ενεργοποιούν τηνκιναισθητική, οπτική, απτική και ακουστική αντίληψη του µαθητή. Την ίδια άποψηυποστηρίζουν και οι Θεοδωρίδης (1996), Τσουµάνης (1995) και Σακελλαρίδης (1994) καθώςαναφέρουν ότι η ανάπτυξη της ακουστικής αντίληψης, µε ταυτόχρονη άσκηση τηςκινησιολογικής αντίδρασης, επιτυγχάνεται µέσα από τις µουσικοκινητικές δραστηριότητες καικυρίως µε κινητικά παιχνίδια και ρυθµικά µοτίβα. Επίσης, µέσα από τις µουσικοκινητικέςδραστηριότητες οι µαθητές αποκτούν γνώσεις ειδικές ως προς την µουσική και την κίνηση καιγενικές ως προς το περιβάλλον και τον πολιτισµό (Σέργη, 1987; Ματεϋ, 1978). Οπαραδοσιακός χορός µεταφέρει γνώσεις ιστορίας, στοιχεία πολιτισµικής παράδοσης καιλαϊκής κληρονοµιάς, συνδράµει στην πολιτιστική ταυτότητα και επιδρά καθοριστικά στο"πολιτισµικό γίγνεσθαι" της κοινωνίας. Με τις παραδοσιακές του µορφές αποτελεί µέσοµεταβίβασης της πολιτιστικής κληρονοµιάς από γενιά σε γενιά και µέσο αναγνώρισης καιαποδοχής των ηθών και εθίµων (Redfern, 1986; Best, 1982; Eisner, 1982). Άλλωστε όπωςυποστηρίζει ο Orff (1955) µε το σύστηµα της Μουσικοκινητικής Αγωγής τα παιδιάαντιλαµβάνονται, συνειδητοποιούν και µαθαίνουν την παράδοση της χώρας τους, τα ήθη, ταέθιµα και τον πολιτισµό τους. 39
  • 60. 2.7.3 Συναισθηµατικές δεξιότητες Μια από τις πιο σηµαντικές λειτουργίες της Μουσικοκινητικής Αγωγής είναι ηικανοποίηση των ατοµικών συναισθηµατικών αναγκών του παιδιού. Η ΜουσικοκινητικήΑγωγή αποτελεί µια καθαρτική εµπειρία που δίνει στο παιδί τη δυνατότητα να εξωτερικεύσειτις διάφορες εντάσεις και τα άγχη του µε δηµιουργικό τρόπο και να απελευθερωθεί απόψυχολογικά συµπλέγµατα και αναστολές. Σύµφωνα µε τον Kohut (1990), η ίδια η µουσικήεπηρεάζει διαφορετικούς ανθρώπους µε διαφορετικό τρόπο, ή τον ίδιο άνθρωπο διαφορετικά,σε διάφορες στιγµές της ζωής του, ή τον ίδιο άνθρωπο διαφορετικά σε διάφορα επίπεδα τηςπροσωπικότητάς του. Έτσι το παιδί είναι ελεύθερο µέσα από τις µουσικοκινητικέςδραστηριότητες να αξιοποιήσει αυτά που το ίδιο έχει δηµιουργήσει, αυτά που το ίδιο έχειανάγκη και επιθυµεί, χωρίς να δεσµεύεται από τις επιλογές των άλλων. Η µουσική και ηκίνηση είναι µοναδικές µορφές µη λεκτικής επικοινωνίας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σηµαντικό γιατο παιδί της πρώτης σχολικής περιόδου που συχνά αδυνατεί να εκφράσει µε λόγια τασυναισθήµατα του, ενώ αντίθετα µπορεί να τα εκφράσει χωρίς δυσκολία µέσω της κίνησηςκαι της µουσικής ( Orff, 1955). Επίσης µέσω των µουσικοκινητικών δραστηριοτήτων το παιδίαναλαµβάνει πρωτοβουλίες, προτείνει εναλλακτικές λύσεις και νέες ιδέες, συνθέτει µουσικάκαι κινητικά σχήµατα, µε αποτέλεσµα να αναπτύξει την αυτοπεποίθηση του και το θάρροςτου και να αποκτήσει µια θετική αυτοεικόνα. Το παιδί νιώθει ενθουσιασµό και χαρά από τηνσυνεισφορά του στην συνολική οµαδική προσπάθεια που κάνει και καλλιεργείται ηυπευθυνότητα και ο αυτοσεβασµός του. Η ανάπτυξη της ικανότητας για µουσική και κινητικήεκτέλεση, όχι για άλλους λόγους, αλλά για προσωπική του ευχαρίστηση και ψυχαγωγία,δηµιουργεί το αίσθηµα της ατοµικής ικανοποίησης, της ευχαρίστησης και της ασφάλειας(Ανδρούτσος, 1995).2.7.4 Κοινωνικές δεξιότητες Οι θεµελιώδεις µουσικοκινητικές δεξιότητες βοηθούν το µαθητή να γνωρίσει τοπεριβάλλον του, να ενταχθεί και να προσαρµοστεί σε αυτό µε ευχάριστο και ψυχαγωγικότρόπο. 40
  • 61. Το σχολείο, σε κάθε βαθµίδα της εκπαίδευσης, αλλά ιδιαίτερα στην πρωτοβάθµια, έχειτην ευθύνη της κατάλληλης κοινωνικής προετοιµασίας των παιδιών. Η ΜουσικοκινητικήΑγωγή δίνει την ευκαιρία στο παιδί να καλλιεργήσει την κοινωνική του δεξιότητα και νααντιληφθεί την πολλαπλότητα του ρόλου του ως µέλος µιας µικρής οµάδας, περνώντας απότην θέση του θεατή / ακροατή στη θέση του εκτελεστή / δηµιουργού (Σταυρίδης, 1985). Η Μουσικοκινητική Αγωγή ενισχύει τις επικοινωνιακές δεξιότητες των µαθητών µέσωτης εκφραστικής κίνησης και του σώµατος. Οι µαθητές µε την συµµετοχή τους σε µια κοινήοµαδική διαδικασία µουσικοκινητικής εκφραστικής δραστηριότητας, θέτουν τα προσωπικάτους όρια, µαθαίνουν να συνεργάζονται και να σέβονται τους άλλους, καλλιεργούν το πνεύµατης οµαδικότητας, διαπλέκουν φιλικές σχέσεις µεταξύ τους και κοινωνικοποιούνται εύκολακαι αρµονικά (Shreeves, 1994). Η Μουσικοκινητική Αγωγή µέσα από τη κίνηση, την σωµατική επαφή, τοναυτοσχεδιασµό και τους πειραµατισµούς αναπτύσσει σχέσεις εµπιστοσύνης και συγχρόνωςδηµιουργεί νέες και αστείρευτες πηγές έµπνευσης καθώς και δυνατότητες ανάπτυξης νέωνµορφών κίνησης, προωθεί αξίες για ίσες ευκαιρίες, πολιτιστικές συναλλαγές και συγχρόνωςπροσωπική έκφραση και ψυχική, πνευµατική και φυσική ανάπτυξη και ολοκλήρωση.2.8 ΜΕΣΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ µ µ (Reimer, 1970). µ , µ , µ µ µ µ (Langer, 1953). µ µ µ , , µ , µ , µ , , µ µ (Gallahue, 1987; Orff, 1978). µ , µ µ . µ : 41
  • 62. • µ - ,• µ (µ , , )• µ ( ,µ , )• , , ,• µ ( , ,µ Orff)• µ (µ µ , µ ).2.8.1 ∆ηµιουργική-εκφραστική κίνηση ∆ηµιουργικότητα ορίζουµε την ικανότητα που έχει το παιδί να φέρει στην επιφάνειακάτι νέο και πρωτότυπο, κάτι που δεν υπήρχε πριν, το οποίο είναι αποτέλεσµα της ελεύθερηςκαι αυθόρµητης έκφρασης του όχι ως προς µία οµάδα ή ως προς την κοινωνία αλλά ως προςτο ίδιο το παιδί (Storr, 1991; Barlin, 1982). Κατά τους Dodd & White (1980) ηδηµιουργικότητα είναι µια ικανότητα και ιδιότητα της σκέψης. Έχει µελετηθεί σε σχέση µε τηδιαδικασία, το προϊόν ή το άτοµο και ως µια διαπροσωπική και ενδοπροσωπική διαδικασίακατά την οποία παράγονται πρωτότυπα και υψηλής ποιότητας προϊόντα (Barron &Harrington, 1981). ∆ηµιουργικότητα είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος σκέψης, που παρουσιάζειευχέρεια στη ροή των ιδεών, ευελιξία και πρωτοτυπία και σχετίζεται άµεσα µε τη διαδικασίαλύσης προβληµάτων (Slabbert, 1994). Η δηµιουργικότητα στο χώρο της Φυσικής Αγωγήςεκφράζεται µε την δηµιουργική κίνηση. Η κινητική δηµιουργικότητα ορίζεται ως η νοητικήοργάνωση και εκτέλεση διαφόρων κινητικών µοτίβων. Μπορεί να είναι απαντήσεις σεερεθίσµατα ή λύσεις σε δεδοµένα προβλήµατα ή έκφραση ιδεών (Ward, 1974; Wyrick, 1968).Κριτήρια αξιολόγησης της δηµιουργικής κίνησης είναι η ευχέρεια (αναφέρεται στον συνολικόαριθµό των διαφορετικών κινητικών απαντήσεων), η ευελιξία (σχετίζεται µε την ικανότητατων θεµατικών αλλαγών στις κινητικές απαντήσεις και επιτυγχάνεται, όταν τα στοιχεία τηςκίνησης χρησιµοποιούνται για να τροποποιήσουν τις παραγόµενες κινήσεις) και η πρωτοτυπία(δηλώνει το κριτήριο της κινητικής µοναδικότητας) (Cleland & Gallahue, 1993; Brown,1989). Οι βασικοί παράγοντες που επιδρούν στη δηµιουργικότητα του παιδιού είναι ηνοηµοσύνη, η φαντασία, η προσωπικότητα και το περιβάλλον. Όταν όλοι αυτοί οι παράγοντες 42
  • 63. συνυπάρχουν, τότε δηµιουργούνται οι καλύτερες προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί και ναεκφραστεί η δηµιουργικότητα (Lee, Webberley, Litt, 1987). Η δηµιουργικότητα µπορεί νακαλλιεργηθεί, να αναπτυχθεί και να εκφραστεί µέσα σε ένα περιβάλλον αποδοχής, ελευθερίαςκαι επικοινωνίας µε τα κατάλληλα ποιοτικά και ποσοτικά ερεθίσµατα. Κατά την Μπουρνέλη(1998), η χρησιµοποίηση ενός ερευνητικού ειδικού προγράµµατος ΜουσικοκινητικήςΑγωγής, Ψυχοκινητικής και συστήµατος Laban, κινητοποίησε και καλλιέργησε σεικανοποιητικά µεγάλο βαθµό τις εκφραστικές δηµιουργικές ικανότητες των παιδιών. Ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής πρέπει να βοηθήσει τα παιδιά µε ανάλογα ερεθίσµατανα προβληµατιστούν και να εξερευνήσουν µε το σώµα τους τον χώρο και το χρόνο δίνονταςνέα προοπτική στις γνώσεις που ήδη έχουν αποκτήσει. Η ανακάλυψη γίνεται µέσα από τονδηµιουργικό χορό. Σύµφωνα µε την Joyce (1994) ο δηµιουργικός χορός είναι µια ολιστικήδιαδικασία, που αξιοποιεί το µυαλό, το σώµα και την ψυχή. Οι µαθητές µέσα από τη δυναµικήτης κίνησής τους ανακαλύπτουν το σώµα τους, την ποιότητα της κίνησής τους µέσα στο χώροκαι το χρόνο. Έτσι αναπτύσσεται η φαντασία των παιδιών και βρίσκονται εναλλακτικές ιδέεςκαι λύσεις (Payne, 1990). Ο µαθητής παρακινείται να αξιοποιήσει την φαντασία του καθώςκαι να δείξει την πρωτοτυπία της σκέψης του, λύνοντας διάφορα προβλήµατα κίνησης. Τοσώµα του είναι το όργανο µε το οποίο εργάζεται και η κίνηση είναι το γλωσσάρι του, έτσι ηδηµιουργική έκφραση είναι ιδιαίτερα ανοιχτή και ελεύθερη να µεταφραστεί το νόηµα της. ΟΑνδρούτσος (1995), αναφέρει ότι το παιδί αφού αποκτήσει τον έλεγχο των ρυθµικώνκινήσεων µπορεί, να προχωρήσει στο επόµενο στάδιο, να χρησιµοποιήσει το σώµα του για ναεκφραστεί δηµιουργικά.2.8.2 Αυτοσχεδιασµός: Κινητικός - Μουσικός - ΛεκτικόςΑυτοσχεδιασµός είναι η πηγαία έκφραση του παιδιού ως προς τη µουσική, την κίνηση και τολόγο. Πραγµατοποιείται χωρίς προπαρασκευή, συχνά κάτω από την πίεση αντικειµενικήςανάγκης, ακολουθώντας την έµπνευση της στιγµής. Βασίζεται συνήθως στη φαντασία, στοναυθορµητισµό, στις γνώσεις, στις εµπειρίες, στην εκφραστικότητα και στη δηµιουργικήεκµετάλλευση του "τυχαίου" (Κωνσταντινίδου & Ανδρίτσου, 1999). Ο αυτοσχεδιασµός είναιη δηµιουργική κίνηση µιας συγκεκριµένης στιγµής και µπορεί να είναι ατοµικός ή οµαδικός. 43
  • 64. Κινητικός αυτοσχεδιασµός είναι η δηµιουργική έκφραση της κίνησης που αναδύεισυναισθήµατα και δηµιουργεί ένα προσωπικό κώδικα µη λεκτικής επικοινωνίας µε τουςάλλους και το περιβάλλον (Κωνσταντινίδου & Ανδρίτσου, 1999). Ο µουσικός αυτοσχεδιασµός είναι η δύναµη της µουσικής έµπνευσης και τηςευρηµατικότητας που τόσο πλούσια υπάρχει στα παιδιά µικρής ηλικίας. Σύµφωνα µε τοΛιάβα (1994), ο µουσικός αυτοσχεδιασµός, στην ελληνική παραδοσιακή µουσική, δενσηµαίνει αυθαιρεσία και φαντασία ανεξέλικτη, αλλά αναδηµιουργία. Αναδηµιουργία, µε βάσηπρότυπα ολοκληρωµένα δεδοµένα από την οµάδα και µε κανόνες σταθερούς. Ο λεκτικός αυτοσχεδιασµός είναι η ικανότητα του ατόµου σε µια συγκεκριµένη χρονικήστιγµή, να δηµιουργεί χωρίς προπαρασκευή λέξεις, , λεκτικούς ρυθµούς, τραγουδιστές λέξειςκαι φράσεις. Όλες οι παραπάνω µορφές δραστηριοτήτων δεν απαιτούν καµία ιδιαίτερηπροηγούµενη εκπαίδευση. Ο χορευτικός κινητικός αυτοσχεδιασµός συγχωνεύει τη δηµιουργία µε την εκτέλεση.Το παιδί ταυτόχρονα δηµιουργεί και παρουσιάζει κινήσεις χωρίς προσχεδιασµό. Η έννοιααυτή χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη σύνθεση και εκτέλεση. Ο ∆ρανδάκης (1993), αναφέρει ότι η έννοια της σύνθεσης στον αυτοσχεδιασµόπεριλαµβάνει δύο µέρη:• τη δηµιουργική χρησιµοποίηση γνωστών κινητικών δραστηριοτήτων και• τη δηµιουργία νέων προσωπικών πρωτότυπων κινήσεων και την ταυτόχρονη εκτέλεσητους.Το παιδί που ασχολείται µε τον αυτοσχεδιασµό κυρίως µαθαίνει να µην έχει κινησιολογικέςδεσµεύσεις, να κινείται στο χώρο ελεύθερα και να χρησιµοποιεί το σώµα του για να εκφράσειπλήθος συναισθηµάτων και ιδεών. Μπορεί να χρησιµοποιήσει ποικιλία ερεθισµάτων όπωςκινητικά παιχνίδια, ρυθµούς, µουσικά όργανα, παραδοσιακούς χορούς. Όταν καλείται νααυτοσχεδιάσει, τότε πρέπει να συνδυάσει το σύνολο των τεχνικών του γνώσεων, ναχρησιµοποιήσει τη φαντασία του και να δηµιουργήσει αυθόρµητες και πρωτότυπες κινήσεις.Μπορεί να επιλέξει κάθε είδος µουσικής σύνθεσης ή να δηµιουργήσει τη δική του µουσική ήακόµη να χρησιµοποιήσει µόνο ήχους. Έχει επίσης την ελευθερία να µη χρησιµοποιήσεικαθόλου µουσική συνοδεία. Η διαδικασία του αυτοσχεδιασµού πρέπει να είναι µια συνεχήςπροσωπική και πρωτότυπη κινητική δηµιουργία µοναδική, για το χρόνο και το χώρο όπουσυντελείται. Ο αυτοσχεδιασµός µπορεί να είναι ελεύθερος µε τη βοήθεια ερεθισµάτων που 44
  • 65. δίνονται στο παιδί, και καθοδηγούµενος, όταν πραγµατοποιείται κάτι συγκεκριµένο. Ηχρονική διάρκεια στον ελεύθερο αυτοσχεδιασµό µπορεί να είναι µικρή µε κορύφωση τουενδιαφέροντος στην αρχή και στο τέλος. Ο αυτοσχεδιασµός στηριγµένος στον αυθορµητισµότου παιδιού, προκαλείται από ερεθισµούς, οι οποίοι το οδηγούν σε τέτοια εσωτερική ένταση,ώστε να εκφραστεί µε το χορό (∆ρανδάκης, 1993). Η εκφραστικότητα είναι βασικός παράγοντας του αυτοσχεδιασµού. Με τη συµµετοχήτων παιδιών σε δραστηριότητες αυτοσχεδιασµού οξύνεται η ικανότητα προσοχής,παρατηρητικότητας, µνήµης, άµεσης λήψης απόφασης, αυτοσυγκέντρωσης και αυξάνονται οιαντιληπτικές και κινητικές τους δεξιότητες. Με τον αυτοσχεδιασµό επίσης τα παιδιάµαθαίνουν να χρησιµοποιούν τη φαντασία τους, δηµιουργούν δικά τους εκφραστικά σύµβολαµη λεκτικής επικοινωνίας, καλλιεργούν, βιώνουν και εκφράζουν συναισθήµατα, σκέψεις,επιθυµίες και εµπειρίες. Ακόµη αναπτύσσουν την πρωτοτυπία, την αυτενέργεια, αυξάνουν τηναυτοπεποίθησή τους και αποκτούν µια θετική αυτοεικόνα (Κωνσταντινίδου & Ανδρίτσου,1999). Ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής δεν υποδεικνύει, δεν διορθώνει και δεν καθορίζει τηνκίνηση. Απλά δίνει το ερέθισµα χωρίς να υπάρχει σωστό και λάθος. Ο παιδαγωγός πρέπει ναενθαρρύνει, να παροτρύνει και να εµψυχώνει τα παιδιά (Ανδρούτσος,1995).2.8.3 Ρυθµός: Λόγος - Μουσική - Κίνηση Ο µουσικός ρυθµός είναι η απόπειρα οργάνωσης των ήχων µέσα στον χρόνο. Είναι ηεναλλαγή των διαρκειών των φθόγγων ή των ήχων, ακόµα και των παύσεων, µέσα στο χρόνο,σε συνδυασµό µε στοιχεία έντασης και σηµεία χαλάρωσης (Hendrie & Bray, 1985). Αυτοί οιπαράγοντες έντασης και χαλάρωσης προκύπτουν στο µουσικό ρυθµό από τα ισχυρά καιασθενή µέρη του µουσικού µέτρου. Κατά τον Θέµελη (1972) "µουσικό µέτρο µε τη νεώτερητου σηµασία είναι η επανάληψη ενός οµοιόµορφου παλµού, που προκύπτει από τη διαδοχήτονισµένου και ατόνιστου και που το άθροισµά τους για κάθε µέτρο είναι ισόχρονο. Οπότεέχουµε µέτρα των 2/4, 3/4, 4/4, 6/8 κ.λ.π." Κατά την Τυροβολά (1992) "η συνεχής και καθορισµένη εναλλαγή ήχων µέσα στοχρόνο ή στο χώρο δηµιουργεί το αίσθηµα του µουσικού ρυθµού". Ο ρυθµός αποτελεί το κύριοστοιχείο για την επίτευξη της µουσικής και κινητικής αγωγής του παιδιού. Η µουσική αγωγήτου παιδιού επιτυγχάνεται µέσα από όλες τις µουσικές και κινητικές δραστηριότητες 45
  • 66. (Ανδρούτσος,1995). Κατά τον Orff (1995) η εκµάθηση της µουσικής γίνεται µέσα από τηνκίνηση του σώµατος και από το ρυθµό που δηµιουργείται από την µουσική και από τον λόγο.Ο ρυθµός δρα και επιδρά, είναι η δύναµη που ενώνει τη γλώσσα, τη µουσική και την κίνηση.Ο ρυθµός µέσα στη µουσική δίνει τη δυνατότητα στο παιδί, να χρησιµοποιεί στην κίνηση τουτις διαβαθµίσεις της έντασης, της βαρύτητας και της διάρκειας. Η παραµικρή κίνηση τουπαιδιού, όταν υποτάσσεται σ’ ένα ρυθµό, έχει σαν αποτέλεσµα ένα σύνολο από ελεγχόµενεςενέργειες, και θέτει σε κίνηση όλο το νευροµυϊκό του σύστηµα, µε αποτέλεσµα την ισορροπίατου κεντρικού νευρικού του συστήµατος (Hendrie & Bray, 1985). Στην ΜουσικοκινητικήΑγωγή ο ρυθµός διακρίνεται στον ρυθµό του λόγου, της µουσικής και της κίνησης. Στις δραστηριότητες που χρησιµοποιείται ο ρυθµός, ο κύριος σκοπός είναι ηανταπόκριση των παιδιών στην ώθηση που δίνει ο ρυθµός, έτσι ώστε να εκφραστούνελεύθερα και αυθόρµητα. Η φυσική ρυθµική χρήση του λόγου χρησιµοποιείται σαν µέσο υποβολής µιας ποικιλίαςκινήσεων. Τα απλά ρυθµικά σχήµατα λόγου όπως οι απλές συλλαβές, οι λέξεις, οι προτάσεις,οι ρίµες, τα παραδοσιακά τραγούδια είναι δυνατό να χρησιµοποιηθούν για την εκτέλεσηποικίλων κινητικών σχηµάτων. Ο ρυθµός του λόγου βοηθά το παιδί να κατανοήσει το µουσικό ρυθµό. Ηχρησιµοποίηση των ρυθµικών σχηµάτων του λόγου πρέπει να γίνει µε προσοχή και σεδιάφορα στάδια ανάλογα µε την ηλικία, τις ήδη αποκτηµένες γνώσεις και τα ενδιαφέροντατων παιδιών (Ανδρούτσος, 1995). Μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της µουσικής είναι ο ρυθµός, η ρυθµικήακρίβεια, το µέτρο, η ένταση, η ρυθµική αγωγή, η παύση και οι ρυθµικές αξίες. Με τιςµουσικοκινητικές δραστηριότητες οι µαθητές αντιλαµβάνονται όλες τις παραπάνω έννοιες τουρυθµού, τις συνοδεύουν µε µουσικά όργανα, µε ρυθµικά µοτίβα ή µε κινήσεις και αποκτούνκατά αυτόν τον τρόπο συντονισµό, µε όλα τα µέλη της οµάδας. Στην διαδικασία πουακολουθείται, οι µαθητές σταδιακά εξοικειώνονται µε τα απλά και σύνθετα µικτά ήασύµµετρα µέτρα και αργότερα εξασκούνται στους ρυθµούς της παραδοσιακής µουσικής.Όταν οι µαθητές εξοικειωθούν µε όλες τις παραπάνω έννοιες, εισάγονται στην κινητικήεπεξεργασία των µουσικών εννοιών και οδηγούνται στη συνέχεια "αβίαστα" στην εκµάθησητων ελληνικών παραδοσιακών χορών. 46
  • 67. Σύµφωνα µε τις θεωρείες του Orff (1978) και του Dalcroze (1930), η ρυθµική κίνησηέχει ως στόχο να αποκτήσουν τα παιδιά συνειδητό έλεγχο των βασικών κινήσεων τουσώµατος τους. Ο ελεύθερος κινητικός πειραµατισµός τους στο χώρο και σε όλα τα επίπεδα,αποκαλύπτει κινητικές δραστηριότητες όπως περπάτηµα, κλώτσηµα, κτύπηµα, πιάσιµο,τρέξιµο, κάλπασµα, πήδηµα, πέταγµα, στριφογύρισµα, οι οποίες µοιάζουν µε παιχνίδι.Ωστόσο όλα αυτά, είναι µέρος της µουσικοκινητικής ρυθµικής τους ικανότητας (Τσαπακίδου,1997). Ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής πρέπει να ενθαρρύνει αυτές τις κινητικέςδραστηριότητες των µαθητών, να τις συσχετίζει µε µουσική ή µε κάποιο ρυθµό και να τιςχρησιµοποιεί για τις ρυθµικές εκφραστικές δηµιουργικές δραστηριότητες τους. Μετά τοστάδιο των ελεύθερων πειραµατισµών ακολουθεί το στάδιο της ρυθµικής κίνησης που βάζειτα θεµέλια για την εκφραστική, δηµιουργική κίνηση. Μπορεί να χρησιµοποιηθούν κρουστάόργανα ή φωνή, χτυπήµατα στο σώµα ή ακόµα και ηχογραφηµένη µουσική. Η ρυθµικήκίνηση των παιδιών µπορεί να µεταδώσει τη σκέψη και τα συναισθήµατα τουςχρησιµοποιώντας σαν όργανο έκφρασης το σώµα τους (Ανδρούτσος, 1995; Σέργη, 1987). Μεαπλές ρυθµικές κινητικές δραστηριότητες εξασκούνται σταδιακά σε ρυθµούς κυρίως 2/4, 4/4και λιγότερο σε 3/4, 6/8 και διερεύνηση ασύµµετρων ρυθµών, όπως σε 7/8, 9/8. Μεαυθόρµητα αυτοσχέδια απλά και σύνθετα χορευτικά κινητικά µοτίβα και σχήµατα στο χώρο,δηµιουργούν αφηρηµένα κινητικά µοτίβα και σχήµατα, που στην συνέχεια αφού επιλεγούνκάποια από αυτά, τα οποία θα έχουν σχέση µε τα συγκεκριµένα µοτίβα των παραδοσιακώνχορών, συστηµατοποιούνται και προετοιµάζουν τους µαθητές για µια πιο οργανωµένηρυθµική χορευτική δραστηριότητα η οποία οδηγείται στην τελική χορευτική µορφή που έχεισκοπό να διδάξει ο καθηγητής Φυσικής Αγωγής.2.8.4 Φωνή - Λόγος - Τραγούδι Η φωνή ως µέσο µουσικής έκφρασης χρησιµοποιείται εκτός από το τραγούδι και γιαηχητικά εφέ - βοκαλισµούς. Τα παιδιά µαθαίνουν να χρησιµοποιούν τις φωνητικές τουςχορδές ως πηγή ήχου, να τις συγκρίνουν µε άλλους ήχους, να αναγνωρίζουν διαφορές τονικούύψους και ηχοχρώµατος και να βιώνουν τις διακυµάνσεις µιας µελωδικής γραµµής. Κάθεπαιδί αποκτά τον δικό του προσωπικό ρυθµό µε βάση την ατοµικότητα του και 47
  • 68. αντιλαµβάνεται διαφορετικά τις ποικίλες µουσικές εµπειρίες (Αντωνακάκης, 1996;Ανδρούτσος, 1995) Το τραγούδι, ο συνδυασµός µουσικής και λόγου, είναι από τα πιο σηµαντικά µέσαέκφρασης του παιδιού. Ιδιαίτερα η µελωδία η οποία εµπεριέχει τον παράγοντα ρυθµό, πουείναι ο βασικός παράγων της κίνησης, βοηθά το παιδί στην αµεσότερη σύλληψη τόσο τουτραγουδιού ως συνόλου µουσικής και ποίησης, όσο και του χορευτικού ρυθµού. Κατά τονΘέµελη (1972) στο δηµοτικό τραγούδι η µουσική στη σύµπραξή της µε την ποίηση παίζεισυνήθως πρωτεύοντα ρόλο. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις που το φανερώνουν πολύ ξεκάθαρα.Ο Sydow (1962) για να ενισχύσει αυτή την άποψη απαριθµεί µια σειρά από τέτοιες ενδείξεις,όπως: Το ότι το κείµενο ενός τραγουδιού εντυπώνεται τραγουδιστά, δηλ. σε άµεσησχέση µε τη µελωδία (όπως και την όλη εκµάθηση της µητρικής γλώσσας). Το ότι κείµενα παλαιοτέρων εποχών, τα οποία σαν ιστορική ποίηση σήµερα δενείναι δυνατόν να κατανοηθούν εύκολα απ΄ το λαό, µε την µελωδία του γίνονται κατανοητά. Το ότι τραγούδια σε διάλεκτο γίνονται προσιτά και εκτός της περιοχής, όπουεπικρατεί η διάλεκτος αυτή, χωρίς να µεταπλαστή το κείµενο τους σε κοινή γλώσσα. Το ότι τραγουδιούνται δηµοτικά τραγούδια ξένων εθνοτήτων, κι όταν ακόµα τοκείµενό τους δεν γίνεται κατανοητό στις λεπτοµέρειες του. Το ότι ποιήµατα κατώτερης ποιότητος, που σαν ποίηση µόνον δεν παρουσιάζουνιδιαίτερο ενδιαφέρον, σε συµβίωση µε τη µελωδία διατηρούνται. Το ότι η µελωδία ενός δηµοτικού τραγουδιού διατηρεί την ακεραιότητά της,ακόµα κι όταν προσαρµοσθεί σ΄ ένα νέο κείµενο, κ.α. Το τραγούδι εισάγεται στο πρόγραµµα, όταν τα παιδιά έχουν προετοιµαστεί και έχουνβιώσει την έννοια του ρυθµού µέσα από τις ρυθµικές ασκήσεις που περιλαµβάνουν τορυθµικό λόγο και ρυθµικές κινήσεις που τον συνοδεύουν. Επίσης µπορεί να συνδυαστεί ορυθµός µε τη µελωδία. Η πρώτη πειραµατική επαφή των παιδιών µε τη µελωδία πρέπει ναβασίζεται σε προγράµµατα που τους είναι ήδη γνωστά. Έτσι ως υλικό για µελοποίησησυνήθως χρησιµοποιούνται ρίµες, λαχνίσµατα, γλωσσοδέτες, παροιµίες, τραγούδια µεδιάλογο, τραγουδοπαιχνίδια, παιδικά και παραδοσιακά τραγούδια. Οι πρώτες µελωδίεςγεννιούνται µέσα από πειραµατισµούς µε λεκτικά ρυθµικά σχήµατα (Ανδρούτσος, 1995;Σέργη, 1987). 48
  • 69. Παράλληλα, µέσα από το τραγούδι επιδιώκεται να ανακαλύψει το παιδί τη φωνή του ωςεκφραστικό µέσο, να συγχρονίζεται µε τα άλλα παιδιά και να ανταποκρίνεται στους ρυθµούςπου προσφέρει το τραγούδι, να τραγουδά µε αλλαγές στην ένταση της φωνής, να συνοδεύει µερυθµικά χτυπήµατα και όργανα το τραγούδι, να µιµείται κινήσεις από το κείµενο τουτραγουδιού και να τις συντονίσει µε την οµιλία (Μeyer-Deukmann, 1990; Girke, 1982).Στην αρχή τα παιδιά κινούνται ρυθµικά, ακούν και µιµούνται ήχους και στη συνέχειαµαθαίνουν να τραγουδούν τα παραδοσιακά τραγούδια, µε τα οποία θα συνοδέψουν τουςελληνικούς παραδοσιακούς χορούς στο µάθηµα της Φυσικής Αγωγής.2.8.5 Μουσικά όργανα: Κρουστά - Αυτοσχέδια - Όργανα Orff Τα µουσικά όργανα που χρησιµοποιούνται για τη µουσικοκινητική αγωγή των παιδιώνείναι εύκολα στη χρήση τους και χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: Όργανα ρυθµού, µελωδικάκαι αυτοσχέδια όργανα. Μέσα από τις δραστηριότητες της Μουσικοκινητικής Αγωγής τα παιδιά έρχονται σεεπαφή µε τα µουσικά όργανα, µαθαίνουν να πειραµατίζονται, εξερευνούν και να δηµιουργούνδικές τους µουσικές συνθέσεις. Μέσα από το παιχνίδι, γνωρίζουν τα µουσικά όργανα, τοντρόπο εκτέλεσής τους και τις ιδιότητες του ήχου κάθε οργάνου. Η γνωριµία ενός οργάνου µε τα παιδιά γίνεται σταδιακά µέσα από οµαδικές ασκήσεις. Οκαθηγητής Φυσικής Αγωγής παρουσιάζει το κάθε όργανο ξεχωριστά, δίνει πληροφορίες γιατις ιδιότητες του οργάνου και στη συνέχεια αφήνει τα παιδιά να το επεξεργαστούν µόνα τους,να παρατηρήσουν το µέγεθος, το βάρος, το υλικό, το σχήµα και τους ήχους που παράγει. Έτσιµπορούν να το χρησιµοποιήσουν στη συνοδεία τραγουδιών, σε ηχοϊστορίες ή απλά νασυνθέσουν δική τους µουσική (Σέργη, 1987; Ματέϋ, 1978). Τα πιο συνηθισµένα µουσικά όργανα που χρησιµοποιούνται σε µουσικοκινητικέςδραστηριότητες για παιδιά είναι τα κρουστά µουσικά όργανα που συνήθως κρατούν τονρυθµό. Τα κρουστά χωρίζονται σε όργανα µε ακαθόριστο ή καθορισµένο τονικό ύψος.Ενδεικτικά, τα πιο εύχρηστα κρουστά µουσικά όργανα είναι τα τύµπανα σε διάφορα µεγέθη,το ντέφι, τα κύµβαλα, το τρίγωνο, οι µαράκες, τα κουδουνάκια, τα ξυλάκια, οι καστανιέτεςκαι οι ξύστρες (Ανδρούτσος,1995; Τσουµάνης, 1995; Hendrie & Bray, 1985). 49
  • 70. Στα πλαίσια των µουσικοκινητικών δραστηριοτήτων τα παιδιά ενθαρρύνονται ναφτιάξουν µόνα τους αυτοσχέδια µουσικά όργανα από άχρηστο υλικό. Η διαδικασία αυτήπροσφέρεται για ηχητικό πειραµατισµό, ενώ παράλληλα προσθέτει καινούργια ηχοχρώµαταστην ορχήστρα των παιδιών. Οι στόχοι της χρήσης των αυτοσχέδιων οργάνων είναι :• Η γνωριµία των παιδιών µε την παραγωγή του ήχου και τα ηχογόνα σώµατα• Η εισαγωγή στα παραδοσιακά και κλασσικά όργανα• Η δηµιουργική απασχόληση των παιδιών, µέσω της κατασκευής• Η έµµεση εισαγωγή στα κατασκευαστικά υλικά και στα σχήµατα όπως κύκλος,τετράγωνο, τρίγωνο• Η κάλυψη της ανάγκης της τάξης σε όργανα για την πραγµατοποίηση µουσικώνπαιχνιδιών και παραµυθιών, µουσικοκινητικών ασκήσεων Στην κατηγορία των αυτοσχέδιωνοργάνων, ανήκουν όλα εκείνα τα υλικά που µπορούν να παράγουν διαφόρους ήχους, όπως,τενεκεδάκια, πλαστικά µπουκάλια, λαστιχάκια διαφόρου µεγέθους και πάχους για µικρέςλεπτές ή χοντρές χορδές, χαρτί λεπτό και χοντρό, αλουµινόχαρτο, κουτιά σπίρτων,καλαµάκια, χτένες, ξύλινες κουτάλες, λεκάνες πλαστικές, ρύζι, φασόλια, ξηροί καρποί,χάρτινα κουτιά (Τσουµάνης, 1995; Ανδρούτσος, 1995).2.8.6 ∆ραµατοποίηση - Μιµική - ∆ραµατικό παιχνίδι H λέξη δράµα προέρχεται από το ρήµα "δράω-δρώ" και σηµαίνει µια (θεατρική -τραγική ή θλιβερή) δραστηριότητα κατά την οποία το άτοµο "ενεργεί" ή "πράττει" και"αγωνίζεται", µε απόλυτα ολοκληρωµένη εµπλοκή και ενεργητική συµµετοχή. (Νέο λεξικότης Γλώσσας µας; Λεξικό της ∆ηµοτικής). Η δραµατοποίηση είναι µια πολυποίκιλη δράση, η αρχή της βρίσκεται σε απλέςεπιµέρους ασκήσεις και η πλήρης µορφή σε µια δοµηµένη παρουσίαση, απόδοση και βίωσηµιας ιστορίας ή µύθου (Κοντογιάννη, 2000; Σέργη, 1987). Η πολυπλοκότητά της συνδέεται µετις πολλαπλές δυνατότητες που έχει για την ικανοποίηση των παιδαγωγικών στόχων µεβιωµατικό και µαθητοκεντρικό τρόπο (Γιατσόγλου, 2001). Το παιδί που δραµατοποιεί, υποδύεται το ρόλο του όπως ακριβώς τον αισθάνεται, καιόχι µε αποµίµηση και θεατρική υπόκριση. Το παιδί στην δραµατοποίηση παίζει και αυτήαποτελεί ένα από τα πιο ευχάριστα παιχνίδια του, γιατί του δίνει την ευκαιρία για 50
  • 71. αυτοέκφραση και επικοινωνία (Μουδατσάκης, 1994; Κουρετζής, 1991; Κοντογιάννη, 1983).Η δραµατοποίηση είναι ένα παιχνίδι οµαδικό, είναι µια δραστηριότητα χωρίς διαγωνισµόανάµεσα σε ηθοποιούς και θεατές. Ο αυτοσχεδιασµός είναι από τα βασικότεραχαρακτηριστικά της δραµατοποίησης. Με βασικό στοιχείο τη φαντασία του παιδιού, το οδηγείαπό τον πειραµατισµό, στην εξερεύνηση, στην ανακάλυψη και τέλος στην συνειδητοποίηση(Βασιλοπούλου, 1999). Η δραµατοποίηση είναι δραµατικό (θεατρικό) παιχνίδι χωρίςπροκαθορισµένους ρόλους και περιορισµούς. Παρακινεί το παιδί για δηµιουργικές δράσειςκαι αυτοσχεδιασµούς. Τα ποικίλα λεκτικά, κινητικά και ρυθµικά ερεθίσµατα επιδρούν καικινητοποιούν το σώµα των παιδιών, τα οποία τα µεταφράζουν, τα µετατρέπουν, ταερµηνεύουν, τα εκφράζουν το καθένα µε τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο (Beauchamp, 1998). ΟPiaget (1987) στην εξελικτική του θεωρία, συσχετίζει τις µορφές του παιδικού παιχνιδιού µετα στάδια της νοητικής ανάπτυξης του παιδιού. Το παιδικό παιχνίδι στην ουσία είναι ηαποδέσµευση µιας εµπειρίας από την πραγµατικότητα, η επανάληψη και ο ίδιος ο χειρισµόςαυτής της εµπειρίας, η ετοιµασία και η µορφοποίηση της µε σκοπό να καταστεί δυνατή ηαφοµοίωση της και η πλήρη συµµόρφωση της στην ίδια τη νόηση. Το παιδί σχετίζεται µε τηνεξέλιξη των νοητικών λειτουργιών και ανήκει στην τεχνική της ιδιοποίησης του κόσµου. Ο σκοπός της δραµατοποίησης είναι να βοηθήσει το παιδί να δηµιουργήσει µια υγιή,δοµηµένη και συγκροτηµένη προσωπικότητα. Μέσα από τη δραµατοποίηση δίνεται στο παιδίη δυνατότητα για εξερεύνηση, πειραµατισµό, ανάλυση, σύνθεση, οργάνωση µε πλήρησυµµετοχή της ψυχής, του σώµατος και του πνεύµατος. Έτσι οδηγείται στην δηµιουργικήαυτοέκφραση (Scholes & Klaus, 1984). Για να εκφράσουν τα παιδιά µε κίνηση τη µουσικήπου ακούν, σηµαντικό ρόλο έχει η µίµηση. Οι µιµητικές δραστηριότητες που µπορούν ναεξελιχθούν, µε την περιγραφή µιας ολόκληρης ιστορίας, οδηγούν τα παιδιά µε την ταυτόχρονηχρήση της κίνησης, του λόγου και της µουσικής, στο δραµατικό παίξιµο. H κίνηση αποτελείτο σπουδαιότερο στοιχείο της δραµατοποίησης. Η ρυθµική κίνηση όταν έχει σκοπό ναεκφράσει κάτι, δεν είναι απλή ή µηχανική, αλλά γίνεται εκφραστική η οποία µπορεί νακαταλήξει σε µιµητική. Η διαφορά ανάµεσα στις δύο κινήσεις είναι πως η εκφραστικήπεριγράφει ιδέες, εµπειρίες σε αφηρηµένους όρους, ενώ η µιµική κίνηση δείχνει τηνανθρώπινη εµπειρία σε συγκεκριµένους όρους µε αντιπροσωπευτική κίνηση (Muller, 1986). 51
  • 72. 2.8.7. ΜΟΥΣΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ - ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΟΣ ΧΟΡΟΣ Η παιδαγωγική σηµασία της βιωµατικής και δηµιουργικής διαδικασίας τηςΜουσικοκινητικής Αγωγής, προσφέρουν τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ένα εκπαιδευτικόµοντέλο διδασκαλίας, που να οδηγεί, µέσα από την παρατήρηση, την εξερεύνηση και τονπειραµατισµό, το µαθητή στην δηµιουργική εκφραστική ενασχόληση, σε µία βιωµατική καιενεργητική προσέγγιση στην διαδικασία της διδασκαλίας - µάθησης των ελληνικώνπαραδοσιακών χορών. Εµβαθύνοντας συχνά σε ένα θέµα, εµφανίζεται ένα ευρύ πεδίο για ναεπεκταθεί στη συνέχεια σε περισσότερους στόχους, προσφέροντας έτσι στα παιδιάκαινούργιες γνώσεις και εµπειρίες και κρατώντας αµείωτο το ενδιαφέρον τους. Σε µιαδιδασκαλία του ελληνικού παραδοσιακού χορού ενδιαφέρει πρωταρχικά η ενεργητικήσυµµετοχή των παιδιών της τάξης. Το παιδί ενώ θα διατηρεί την αυτονοµία του θα συµµετέχειενεργά στο µάθηµα, ανεξάρτητα από τις φυσικές του ικανότητες, αλλά µε βάση το επίπεδοικανοτήτων και εµπειριών του. Η δηµιουργική µέθοδος διδασκαλίας βασίζεται στην αρχή τηςατοµικής ιδιαιτερότητας του κάθε παιδιού, δίνοντας µεγάλη σηµασία στην αυτενέργεια καιτην πρωτοβουλία και επιτρέπει την ελευθερία, την εξερεύνηση, την ανακάλυψη, τονπειραµατισµό, την εκφραστικότητα και τον αυθορµητισµό (Purcell, 1994; Ματέυ, 1978). Ηχαρά της ανακάλυψης και της δηµιουργίας του παιδιού δηµιουργεί µεγάλο ενθουσιασµό καιαισθάνεται ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τα κατορθώµατα του. Κατά τη δηµιουργική µέθοδο ο δάσκαλος παρέχει ποικιλία ερεθισµάτων (ηχητι